Τετάρτη 20 Απριλίου 2022

Négar Djavadi: «Η Ευρώπη έχει χάσει πολλούς από τους σκοπούς της»

Négar Djavadi (Φωτογραφία: Philippe Matsas/Leextra/Éditions Liana Levi)

Ένα Παρίσι σπαρασσόμενο από έναν φαύλο κύκλο βίας αποτελεί το εκρηκτικό σκηνικό του νευρώδους νουάρ της Γαλλο-Ιρανής μυθιστοριογράφου, σεναριογράφου και σκηνοθέτριας Négar Djavadi, Αρένα.

Συζητώντας με την συγγραφέα για τη γραφή, το νουάρ, την πολιτική, τη μουσική, τη Γαλλία και τον πόλεμο στην Ουκρανία με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου της στα ελληνικά.

Είστε μυθιστοριογράφος, σεναριογράφος και σκηνοθέτρια. Σε ποιον βαθμό έχει η τέχνη, και κυρίως η συγγραφή, διαμορφώσει τον τρόπο που αντιλαμβάνεστε/βιώνετε/εκφράζετε τον εαυτό σας και αλληλεπιδράτε;

Το γεγονός της συγγραφής ή της δημιουργίας ταινιών εισάγει έναν άλλο τρόπο θέασης και κατανόησης του κόσμου. Ο κόσμος δεν είναι πλέον απλώς ένας χώρος στον οποίο ζω ανάμεσα σε άλλους, αλλά γίνεται πεδίο αμφισβήτησης, παρατήρησης.

Κατά κάποιον τρόπο, γίνεται ένα υλικό που μπορώ να αδράξω και να αμφισβητήσω για να πω ιστορίες. Και όταν λέω «ο κόσμος», φυσικά μιλάω και για τους ανθρώπους.

Η συγγραφή είναι ένας τρόπος να αποσπαστεί κάποιος από τον κόσμο για να τον αφηγηθεί.

«Όλες οι ιστορίες αρχίζουν εκεί, στο σημείο όπου διασταυρώνεται αυτό που περιμένουμε από την πραγματικότητα με αυτό που η πραγματικότητα μας προσφέρει σταλήθεια», ισχυρίζεται ο Μπενζαμέν στην αρχή της Αρένας.

Αυτή είναι η αφετηρία και της δικής σας αφηγηματικής διαδικασίας, φιλμικής ή μυθιστορηματικής;

Απολύτως! Νομίζω ότι οι ιστορίες που λέμε όλοι είναι στην πραγματικότητα μέρος αυτού του μηχανισμού. Όταν λέμε «δεν ξέρεις τι έπαθα», εννοούμε πως υπάρχει κάτι από αυτόν τον μηχανισμό που έχει συμβεί στη ζωή μας.

Αν η καθημερινότητά μας εξελισσόταν όπως θα έπρεπε λογικά να εξελίσσεται, αν η πραγματικότητα ανταποκρινόταν σε αυτό που περιμέναμε, δε θα υπήρχαν αξιοσημείωτες ιστορίες για να αφηγηθούμε. Δε θα υπήρχε γεγονός.

Η ιστορία ξεπηδά όταν αυτή η ισορροπία «σπάει», όταν η πραγματικότητα αλλάζει, ή όταν το απροσδόκητο ξεσπά στην καθημερινή ζωή.

Το βιβλίο σας είναι γραμμένο σε έντονο ύφος και διαθέτει τον κατάλληλο τίτλο.

Θεωρείτε τη σύγχρονη γαλλική κοινωνία -και τις περισσότερες «Δυτικές»- αρένες συγκρουόμενων, αλληλοαποκλειόμενων αφηγήσεων και συμφερόντων, όπου κάθε έννοια κοινωνικής συνοχής έχει διαρραγεί;

Μου φαίνεται πως η γαλλική κοινωνία, όπως και οι περισσότερες Δυτικές, έχει φτάσει σε ένα επίπεδο όπου τα πράγματα, είτε στην οικονομία είτε στην πολιτική, περισσότερο ή λιγότερο λειτουργούν.

Φυσικά δεν είναι όλα τέλεια, αλλά λειτουργούν ούτως ή άλλως. Υπάρχουν κοινωνικά και πολιτικά σημεία αναφοράς που όλοι γνωρίζουν και αποδέχονται, όπως οι φόροι που καταβάλλονται σε μια ημερομηνία ή οι εκλογές που διοργανώνονται σε μια άλλη.

Η Πολιτεία κάνει ό,τι πρέπει και οι πολίτες το ίδιο. Ως αποτέλεσμα, υπάρχει κάτι σαν απώλεια νοήματος, ειδικά μεταξύ των πολιτών, η ίδια απώλεια νοήματος που συντελείται όταν μια δράση γίνεται καθημερινή, μηχανική.

Ενεργούμε χωρίς να σκεφτόμαστε, χωρίς να κάνουμε πολλές ερωτήσεις και υπό το κράτος όλο και περισσότερων συναισθημάτων. Αυτή η απώλεια νοήματος είναι, νομίζω, που δημιουργεί την κοινωνική ρήξη, που βολεύει -μου φαίνεται- την εξουσία.

H Aρένα εμπλουτίζει και ανανεώνει το νουάρ. Είναι αυτή η λογοτεχνική παράδοση εγγενώς πολιτική και δυνητικά ανατρεπτική;

Η «νουάρ» λογοτεχνία, πιο πολύ κι από τα αστυνομικά, είναι κομμάτι της κοινωνίας. Με άλλα λόγια, κομμάτι της ζωής των ανθρώπων και κατά συνέπεια της σχέσης τους με την κοινωνία.

Αφορά στον αγώνα ανάμεσα στον άνθρωπο και το αστικό -τις περισσότερες φορές-περιβάλλον του, όπου πρέπει να παλέψεις για να βρεις τη θέση σου: αυτό το περιβάλλον αναδεικνύεται, περιγράφεται και αμφισβητείται.

Στην πραγματικότητα, υπάρχει πάντα ένα πολιτικό σκηνικό. Το Παρίσι, όπου ζω, είναι μια πόλη που αντιστοιχεί απόλυτα σε αυτό το είδος.

Αντιλαμβάνεστε τη (θεσμική) πολιτική ως ένα «θέατρο σκιών», όπως τη θεωρεί η Βαλεντίν;

Έχω πάντα την εντύπωση, μετά από κάθε εκλογική αναμέτρηση, πως η επιθυμία των πολιτικών για εξουσία συνυπάρχει με την επιθυμία τους να δράσουν για τη χώρα τους.

Φαντάζομαι ότι έχουν πεποιθήσεις, την επιθυμία να αλλάξουν τον κόσμο, να τον βελτιώσουν.

Δεν αμφισβητώ την αρχική ειλικρίνειά τους, αλλά η δίψα για εξουσία, ή η εμπειρία της, έρχεται να διαστρεβλώσει αυτές τις πεποιθήσεις, δημιουργώντας ένα θέατρο διπλής όψης.

Η ορατή του πλευρά συνίσταται στην επιθυμία βελτίωσης της ζωής των ανθρώπων και η σκοτεινή στην επιθυμία παραμονής των πολιτικών «στον θρόνο».

Αναμφισβήτητα, η σκιά καταλήγει να καλύπτει το φως, ειδικά καθώς οι πολίτες είναι όλο και λιγότερο απαιτητικοί μέχρι να ανακαλύψουν την πραγματικότητα των δημοκρατιών μας.

Βρίθοντας κινηματογραφικών αναφορών, το μυθιστόρημά σας είναι δομημένο σαν μια μουσική συμφωνία, περιλαμβάνοντας ένα πρελούδιο, ένα μοντεράτο, ένα φουριόζο κι ένα κρεσέντο. Σας γοητεύει η μουσική όσο και το σινεμά;

Νιώθω στενά τη συγγραφή, τις προτάσεις, ως ρυθμό, έναν ρυθμό που χρειάζεται να βρω για να γράψω μια ιστορία. Συχνά έχω την εντύπωση ότι όταν τον έχω βρει,, καταφέρνω τελικά να πω αυτό που έχω στο κεφάλι μου.

Κάθε ιστορία έχει τον δικό της ρυθμό, τον τρόπο που εκτυλίσσεται, τις αποχρώσεις της από αργό σε γρήγορο. Την Αρένα τη φανταζόμουν ως συμφωνία.

Πριν ξεκινήσω, είπα στον εαυτό μου πως οι χαρακτήρες ήταν σαν μέλη ορχήστρας, που ταυτόχρονα παίζουν μαζί και χώρια. Μια συμφωνία που θα ξεκινούσε αργά και θα τελείωνε «έξαλλα».

Έκανα ντεκουπάζ στην ιστορία μου μ’ αυτόν τον τρόπο και τελικά, άφησα αυτές τις «κινήσεις» στο μυθιστόρημα.

«Οι ιδεολογίες έχουν αντικατασταθεί από τις στιγμιαίες συγκινήσεις. Ανήκουμε, όλοι μας, σε μια κοινότητα συγκινήσεων μάλλον παρά συμφερόντων», ισχυρίζεται κυνικά η Μεγκ. (Νεοφιλελεύθεροι) ευσεβείς πόθοι ή ρεαλιστική προσέγγιση;

Καθημερινά, εν μέσω της διαρκούς ροής των ειδησεογραφικών καναλιών -στην τηλεόραση ή στα κοινωνικά δίκτυα- χτυπιέμαι από την υπερχείλιση των συναισθημάτων. Όλα πολλαπλασιάζονται, όλα είναι ιδωμένα υπό αυτό το πρίσμα.

Όταν σπούδαζα κινηματογράφο, με έμαθαν ότι τα συναισθήματα των χαρακτήρων συγκρατούσαν τους θεατές, τους εμπόδιζαν να πάνε σε άλλο κανάλι ή να σηκωθούν για να πάρουν κάτι να φάνε.

Το συναίσθημα είναι επίσης ένας μηχανισμός που μπορούμε να δημιουργήσουμε, να χρησιμοποιήσουμε, να χειριστούμε για να κρατάμε τους ανθρώπους μπροστά σε μια οθόνη.

Στα κοινωνικά δίκτυα, βλέπω πολύ ξεκάθαρα ανθρώπους που συγκεντρώνονται επειδή νιώθουν τον ίδιο θυμό σε μια εκδήλωση, ή τον ίδιο φόβο ή τον ίδιο ενθουσιασμό για μια διασημότητα.

Άνθρωποι που μπορεί να μην έχουν τίποτα κοινό εκτός από αυτό το συναίσθημα, αλλά που ξαφνικά συναναστρέφονται ή δένονται με άλλους.

«Από τη στιγμή που θα καταλάβεις ότι (...) η δικαιοσύνη είναι πρώταπόλα ζήτημα καταγωγής και ταχυδρομικής διεύθυνσης, δεν θα βλέπεις πια τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο», συμπεραίνει ο Στεφάν.

Αυτή η πρόταση λέγεται από έναν χαρακτήρα, τον Στεφάν Ζαχανγκουίρ, ο οποίος καλλιεργεί το μίσος γι’ αυτή την κοινωνία: μια κοινωνία, μια χώρα που απέρριψαν τον πατέρα του, έναν μετανάστη.

Μια χώρα που τον απορρίπτει, πιστεύει, επειδή δεν είναι «εντελώς» Γάλλος.

«Αλλά δεν νιώθει περισσότερη αγάπη γι’ αυτή την πόλη από ένα ζώο για τη ζούγκλα όπου γεννήθηκε», παραδέχεται επίσης. Είναι το Παρίσι -και η Γαλλία- κάτι περισσότερο από ένα απλό «οικοσύστημα» για εσάς;

Δεν αισθάνομαι καθόλου έτσι για τη γαλλική κοινωνία και τη Γαλλία.

Αν και γεννήθηκα σε άλλη χώρα, στο Ιράν, ξέρω γιατί έφυγαν οι γονείς μου και γιατί επέλεξαν τη Γαλλία. Το Παρίσι είναι η πόλη που μεγάλωσα, είναι η «δική μου» πόλη, και δε νιώθω καμία απόρριψη σε καθημερινή βάση που θα με εμποδίσει να ζήσω εκεί.

«Ο πολίτης του 21ου αιώνα δεν έχει εξελιχθεί καθόλου. (...) Διατηρεί ακόμα μέσα του τη σαγήνη του θανάτου που οδηγούσε τους Παριζιάνους του 19ου αιώνα να κάνουν περίπατο γύρω από το νέο νεκροτομείο», αναλογίζεται η Κατί.

Γιατί έχουμε τέτοια εμμονή με την εικόνα του θανάτου;

Ο θάνατος είναι ακόμα το Μεγάλο Μυστήριο, που ταυτόχρονα μας τρομάζει, μας αμφισβητεί, μας γοητεύει και μας παγιδεύει! Οδεύουμε προς αυτόν τον προορισμό, αλλά δεν ξέρουμε γιατί, πώς και τι θα μας συμβεί μετά.

Πράγματι, στο Παρίσι του 19ου  αιώνα τα πτώματα εξετίθεντο στο νεκροτομείο και οι άνθρωποι πήγαιναν εκεί μαζικά για να τα κοιτάξουν.

Μάλλον έλεγαν στον εαυτό τους: «Έτσι είναι θάνατος, έτσι θα καταλήξουμε!» Ήταν αναμφίβολα καθησυχαστικό το να έχεις μια εικόνα, να βλέπεις αυτό το αμετάκλητο.

Από την αυγή του χρόνου υπάρχει η τεράστια αμφισβήτηση μεταξύ των ανθρώπων που αναζητούν με κάθε μέσο να κατανοήσουν και να αποκρούσουν αυτήν την αναπόφευκτη τραγωδία.

Αυτή η σαγήνη είναι επίσης μια απόδειξη της ανθρωπιάς και της ομοιότητάς μας ανεξαρτήτως εθνικότητας, φυλής και θρησκείας.

Θέλετε να μοιραστείτε ένα σχόλιο για τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία, σύμφωνα με τα οποία ο Μακρόν προηγείται, η Λεπέν έπεται, ενώ καταγράφεται υψηλό ποσοστό αποχής;

Δεν υπάρχει καμία μεγάλη έκπληξη, εκτός από αυτή στην οποία δυστυχώς συνηθίσαμε, να έχουμε ακροδεξιό υποψήφιο στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών.

Φέτος, πάντως, είναι μια ξεχωριστή χρονιά: ο πόλεμος είναι εδώ, δίπλα μας. Αλλά για πρώτη φορά τίθεται ανοιχτά και το ζήτημα της Ρωσίας, η ωμή παρέμβασή της στην Ουκρανία, αλλά και στην πολιτική και τις εκλογές άλλων χωρών.

Ωστόσο, αυτά τα ερωτήματα, η στάση της Ρωσίας προς τους γείτονές της και τους Ευρωπαίους ηγέτες, δεν αλλάζουν την ψήφο αυτών των Γάλλων που αποφάσισαν να εμπιστευτούν την Μαρίν Λεπέν;

Μια Μαρίν Λεπέν η οποία, επιπλέον, διατηρεί στενούς δεσμούς με τον Βλαντιμίρ Πούτιν και χρωστά εκατομμύρια σε ρωσικές τράπεζες, απ όπου δανείστηκε για να χρηματοδοτήσει τις εκλογές του κόμματός της;

Αν υπάρχει μια έκπληξη σε αυτές τις εκλογές, βρίσκεται εκεί!

Αυτή η αδιαφορία για τη Ρωσία, το γεγονός της αγνόησης αυτών των δεσμών μεταξύ της Γαλλίδας υποψήφιας και του Πούτιν, δείχνουν σε ποιον βαθμό η Ευρώπη δεν αντιπροσωπεύει πλέον μια πραγματικότητα για τους ευρωπαϊκούς λαούς.

Το γεγονός αυτό συνιστά πάνω απ’ όλα πραγματικό κίνδυνο. Αυτός ο κίνδυνος μάς έρχεται περιέργως -και για άλλη μια φορά- μέσα από τον πόλεμο.

Η Ευρώπη έχει χάσει πολλούς από τους σκοπούς της, και -χωρίς αμφιβολία- τον πιο σημαντικό: τη δημιουργία μιας Ευρώπης των λαών και την αποφυγή μιας σύγκρουσης στο έδαφός της.

Ευχαριστώ θερμά τον Γιάννη Νικολόπουλο (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου) για την πολύτιμη συνδρομή του στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα της Négar Djavadi Αρένα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου σε μετάφραση του Γιάννη Καυκιά.



Παρασκευή 15 Απριλίου 2022

Natalie Halla: «Το να κάνω ντοκιμαντέρ είναι πρόσχημα για να βγω απ’ το στοιχείο μου»

 

Natalie Halla (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Συναντώντας μια ανήσυχη «νομάδα» του σύγχρονου ντοκιμαντέρ, την Αυστριακή σκηνοθέτρια Natalie Halla, στο πλαίσιο του 8ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου (8-17 Απριλίου), το οποίο φιλοξενεί αφιέρωμα στο φιλμικό έργο της.

Μιας και πολλές ταινίες σου εκτυλίσσονται σε απομακρυσμένα μέρη του κόσμου, είναι για σένα η δημιουργία ντοκιμαντέρ ένας τρόπος να βγεις απ’ το στοιχείο σου;

Σίγουρα. Είμαι κάπως περιπετειώδης άνθρωπος. Το να κάνω ντοκιμαντέρ είναι ένα πρόσχημα για να βγω απ’ το στοιχείο μου και να γνωρίζω μέρη, ανθρώπους και πολιτισμούς.

Νιώθω σαν νομάδας, γι’ αυτό και τσιγγάνικα και νομαδικά θέματα επαναλαμβάνονται στις ταινίες μου. Με ενδιαφέρουν πολύ οι νομαδικές φυλές.

Τι σε ελκύει πιο πολύ στον νομαδικό τρόπο ζωής;

Ο κόσμος είναι μεγάλο μέρος. Όταν είσαι κολλημένος κάπου, δε θα γνωρίσεις ούτε διαφορετικούς λαούς ούτε διαφορετικούς πολιτισμούς, διαφορετικές ιστορίες και μοίρες.

Αν είσαι νομάδας, βλέπεις περισσότερα απ’ τον κόσμο και τη φύση. Ως τέτοιος διατηρείς μια πολύ στενή σχέση με τη φύση.

Υπάρχει επίσης ο συμβολισμός της ελευθερίας, η οποία είναι από τα σημαντικότερα πράγματα για μένα.

Είσαι εξοικειωμένη με το πολιτισμικό πλαίσιο της χώρας, της κοινωνίας ή της κοινότητας που επισκέπτεσαι πριν φτάσεις εκεί; Ή βιώνεις καταστάσεις καθ’ οδόν;

Γενικά δεν έχω καμία οικειότητα. Ίσως μερικές φορές θέλω να πάω σε κάποια μέρη, όπως στη Μογγολία, που ανέκαθεν ήταν η χώρα των ονείρων μου. Δεν είχα ταξιδέψει εκεί πριν γυρίσω τον Εφιάλτη των Σαμάνων.

Επιλέγω τους προορισμούς μοιραία, συμπτωματικά. Στην περίπτωση του Εφιάλτη... διάλεξα τα μέρη λόγω των χρωμάτων τους.

Στην ιθαγενή φυλή Ντούκα της Μογγολίας κυριαρχεί το λευκό, στους Χίμπα η ώχρα, για παράδειγμα.

Οι ίδιες οι τέσσερις φυλές επιλέχτηκαν μέσα σε λίγα λεπτά μέσα από έναν κατάλογο εθνικών μειονοτήτων. Έπειτα οργανώθηκα.

Πώς προετοιμάζεσαι για κάθε συνάντηση, λοιπόν; Όχι μόνο οικονομικά, αλλά κυρίως διανοητικά και ψυχολογικά. Ή δεν προετοιμάζεσαι καθόλου και το αφήνεις στην τύχη;

Αφήνω πολλά στην τύχη. Όταν πηγαίνω κάπου, δεν έχω ξαναπάει στο παρελθόν. Ούτε καν ξέρω αν θα μπορέσω να φιλμάρω ή όχι.

Αυτό που έκανα προκαταβολικά στην περίπτωση του Εφιάλτη... ήταν να βρω εκείνον τον ένα άνθρωπο που θα με οδηγούσε στις αντίστοιχες φυλές και θα λειτουργούσε ως ο μεταφραστής μου. Με αυτόν τον τρόπο έγινα αποδεκτή από τους ανθρώπους.

Δεν είχα πραγματική γνώση του σαμανισμού. Οργάνωσα, έτσι, ένα εργαστήρι για τρεις μέρες μέσω μιας φίλης που ήρθε στην Αυστρία επί τούτου. Εισάχθηκα, λοιπόν, πολύ βαθιά σ’ αυτόν τον κόσμο.

Ήθελα να μη βιώσω μια τέτοια μετάβαση ως κάτι αφηρημένο όταν θα συνέβαινε.

Πέτυχες ένα ορισμένο επίπεδο αλληλεπίδρασης και επικοινωνίας δεδομένης της άγνοιας των συγκεκριμένων ιθαγενικών γλωσσών; Πώς το γεγονός αυτό επηρεάζει την αυθεντικότητα της σχέσης;

Πιστεύω ότι ένας καλός σκηνοθέτης πρέπει να είναι καλός ψυχολόγος και να βρίσκεται στο ίδιο ακριβώς επίπεδο με τον συνομιλητή του. Πρέπει πραγματικά να προσπαθήσεις να τον καταλάβεις και να σε καταλάβει.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό ήταν αδύνατο να γίνει μέσα από τον λόγο. Έμαθα, ωστόσο, κάποιες ιθαγενικές λέξεις, και τους δίδαξα με τη σειρά μου κάποιες γερμανικές.

Είναι ευγνώμονες αν μάθεις κάποιες από τις λέξεις τους, κι αυτό «ανοίγει» πολύ την επικοινωνία. Είναι, όμως, μειονέκτημα να μην μπορείς να συνομιλείς παρά μόνο μέσω ενός διερμηνέα.

Στο τέλος, πάντως, αισθάνεσαι πως μοιράζεστε τα ίδια όνειρα, τις ίδιες ανησυχίες, την ίδια οπτική στον κόσμο.

Μπορώ να συνδεθώ μαζί τους. Στην πραγματικότητα, όλοι έχουμε τα ίδια προβλήματα και όνειρα. Ο σαμανισμός βρίσκεται μέσα στον καθένα από εμάς. Απλώς μερικοί άνθρωποι βρίσκονται πιο κοντά στη φύση.

Όσον αφορά στο ντοκιμαντέρ Χωρισμένοι, επέλεξες τους συγκεκριμένους προορισμούς ανάμεσα σε άλλους;

Για μένα ήταν ξεκάθαρο ότι θα αφηγούμουν την ιστορία του τείχους στην Παλαιστίνη. Σπούδασα νομική κι έγραψα την πτυχιακή μου στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. Το θέμα της αφορούσε στα ανθρώπινα δικαιώματα και την ανεξιθρησκία.

Έμεινα στην Ιερουσαλήμ για μισό χρόνο. Τότε δεν υπήρχε τείχος, αλλά η ελπίδα για ειρήνη. Κατόπιν όλα κατέρρευσαν, δολοφονήθηκε ο Γιτζάκ Ράμπιν. Αυτά τα γεγονότα μ’ επηρέασαν πολύ. Ήθελα να γυρίσω μια ταινία σχετικά με το τείχος.

Zώντας στην Αυστρία έμαθα πως σε πολλές τοποθεσίες είχαν χτιστεί τείχη που χώριζαν τους πληθυσμούς των Ρομά από τους «λευκούς».

Ακόμα και τα παιδιά πήγαιναν σε διαφορετικά σχολεία. Μιλάμε για πραγματικό καθεστώς απάρτχαϊντ στην Ευρωπαϊκή Ένωση του 21ου αιώνα και κανένας δεν ήξερε γι’ αυτό.

Έχει αλλάξει κάτι έκτοτε;

Δεν είμαι σίγουρη, αλλά νομίζω ότι υπάρχουν ακόμα τείχη. Πολύ περισσότερα, στην πραγματικότητα.

Και η ιστορία που εκτυλίσσεται στη Δυτική Σαχάρα, η οποία ίσως θα άξιζε να διερευνηθεί σε ένα ξεχωριστό φιλμ;

Σωστά. Εκεί συνέβη το αντίθετο. Οι Ισπανοί γνωρίζουν το ζήτημα, γιατί στο παρελθόν υπήρξε ισπανική αποικία.

Ζούσα στην Ισπανία για πολλά χρόνια, οπότε το ήξερα κι εγώ. Είναι μια τεράστια αδικία, για την οποία πολλοί άνθρωποι δεν είναι ενήμεροι.

Η αμμώδης τοποθεσία που χωρίζει τη Δυτική Σαχάρα από το Μαρόκο είναι το μέρος με τις περισσότερες νάρκες στον κόσμο.

Έχοντας πάρει την απόφαση ν’ ασχοληθώ με αυτές τις τρεις περιοχές, προχώρησα.

Σε έχει ποτέ ανησυχήσει το ότι η συνύφανση ιστοριών σε μία αφήγηση μπορεί να αποδυναμώσει τον αντίκτυπο των επιμέρους ιστοριών;

Ποτέ δεν το έχω σκεφτεί, γιατί μου αρέσει να συγκρίνω τις τύχες των ανθρώπων, να εντοπίζω τα κοινά προβλήματα, τις κοινές συγκρούσεις και να τα αναδεικνύω ως κάτι οικουμενικό.

Στον Εφιάλτη των Σαμάνων το οικουμενικό ζήτημα είναι η επίδραση της κλιματικής αλλαγής στις ιθαγενικές φυλές. Μπορεί τα μέλη των φυλών να μη γνωρίζονται μεταξύ τους, αλλά επηρεάζονται κατά τον ίδιο τρόπο.

Αναφορικά με το Χωρισμένοι, ήθελα να καταθέσω μια σαφή φιλμική δήλωση ενάντια στα τείχη, όχι να κάνω μια ταινία για μια γυναίκα που συμμετέχει στην αποναρκοθέτηση.

Στην τελική, όλοι επηρεάζονται από την ύπαρξη τειχών με τον ίδιο τρόπο.

Ανεξαρτήτως του ποια πλευρά είναι η αδύναμη, οι κοινότητες διαχωρίζονται ή απομακρύνονται.

Ή γίνονται πιο απόμακρες, ακριβώς. Είναι, επομένως, μια δήλωση ενάντια στον διάλογο και την ανεκτικότητα. Αν χτίσεις ένα τείχος, είναι το τέλος.

Είναι, για σένα, η δημιουργία ντοκιμαντέρ ένας τρόπος να χτίζεις γέφυρες ή να υπερβαίνεις τείχη;

Έτσι νομίζω. Για να χτίσεις μια γέφυρα, όμως, πρέπει να ξέρεις πού εντοπίζεται ένα πρόβλημα και να το πεις στους ανθρώπους.

Δυστυχώς, οι ταινίες μου δεν είναι μέινστριμ, και δεν τις ξέρουν πολλοί.

Έχει, ωστόσο, μια σχετική απήχηση το μήνυμά σου μέσω της δουλειάς σου;

Τα ντοκιμαντέρ μου είναι τμήμα του εκπαιδευτικού προγράμματος των αυστριακών σχολείων. Όταν τα βλέπουν νέοι άνθρωποι, προβληματίζονται. Αυτό έχει βαθύ αντίκτυπο πάνω τους.

Το ίδιο συμβαίνει και σε μένα. Αν βγω από μια προβολή άδεια, θα την ξεχάσω. Αλλιώς, θα έχει αντίκτυπο.

Συνηθίζεις, γενικότερα, να συνυφαίνεις ιστορίες στα ντοκιμαντέρ σου;

Έκανα το ίδιο στο Drugmothers, το ντεμπούτο μου.

Στο Gaelle, που είναι από τα αγαπημένα μου, όχι. Ούτε και στο Πουθενά, την ιστορία του βιετναμέζικης καταγωγής υιοθετημένου αδερφού μου. Ο Διάδοχος του Λιστ είναι επίσης μία ιστορία.

Εξαρτάται από το θέμα, λοιπόν. Τώρα δουλεύω πάνω σε τρεις ταινίες! Στη μία, που αφορά στη σχέση φλαμένκο και Ρομά, συνυφαίνω ιστορίες. Οι άλλες είναι γραμμικές.

Είναι τα φεστιβάλ σημαντικά για σένα;

Είναι πολύ σημαντικά, γιατί εισπράττεις πολλή ανατροφοδότηση, κι αυτή σου δίνει την ενέργεια να συνεχίσεις. Η δημιουργία ντοκιμαντέρ απαιτεί υπομονή και αυτοθυσία.

Μπορώ να αποδεχτώ δύο ή τρεις προσκλήσεις σε φεστιβάλ κάθε χρόνο, οπότε διαλέγω εκείνα για τα οποία έχω καλό προαίσθημα.

Στην περίπτωση του Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου, το αφιέρωμα στη δουλειά μου ήταν κάτι ξεχωριστό. Ποτέ δεν είχε πραγματοποιηθεί κάποιο ανάλογο.

Το Φεστιβάλ Πελοποννήσου δεν είναι επιχείρηση, αλλά κάτι που πηγάζει από το πολιτισμικό ενδιαφέρον της οργανωτικής ομάδας. Αυτό κάνει τη διαφορά, και γι’ αυτό το απολαμβάνεις. Όπως απόλαυσα τη χτεσινή συναυλία.

Μιλώντας για μουσική -και μιας και αποτελεί βασικό αφηγηματικό στοιχείο της δουλειάς σου-, πόσο σημαντική είναι για σένα;

Οι παππούδες μου υπήρξαν ζωγράφοι, οπότε το να κάνω ταινίες είναι σαν τη ζωγραφική: ένα από τα χρώματα είναι η μουσική.

Δεν τη χρησιμοποιώ για να γεμίσω ένα κενό, είναι ένα αφηγηματικό στοιχείο. Είναι καλή για το κοινό, ένα διάλειμμα από τους διαλόγους. Μου αρέσει.

Η χρηματοδότηση είναι δύσκολη;

Όταν θέλω να γυρίσω ένα φιλμ, απλώς ξεκινάω, δεν περιμένω για χρηματοδότηση. Αν περιμένεις, το θέμα χάνεται. Υπάρχει, ωστόσο, εξασφαλισμένη χρηματοδότηση από την τοπική αυτοδιοίκηση στην Αυστρία αν υποβάλω αίτηση, καθώς είμαι γνωστή.

Έχω επίσης κάποιους χορηγούς από τον ιδιωτικό τομέα και χρησιμοποιώ το crοwdfunding.

Τα περισσότερα μπορώ να τα κάνω μόνη μου- κι αν μείνουν κάποια χρήματα στο τέλος για μένα, έχει καλώς. Έχω ήδη βραβευτεί από όσα βίωσα γυρίζοντας τις ταινίες.

Οπότε η περιπέτεια συνεχίζεται.

Σίγουρα!

Η συνέντευξη με την Natalie Halla πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 8ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντερ Πελοποννήσου. Ευχαριστώ τις Τζίνα Πετροπούλου και Κλεώνη Φλέσσα από την οργανωτική ομάδα του Φεστιβάλ για τη συνδρομή τους.

Το αφιέρωμα στη δουλειά της Natalie Halla διοργανώνεται στο πλαίσιο του 8ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου, το οποίο ολοκληρώνεται την Κυριακή 17 Απριλίου.



Παρασκευή 8 Απριλίου 2022

Φερζάν Όζπετεκ: «Ο κινηματογράφος είναι μια συνύφανση των τεχνών»

 

Φερζάν Όζπετεκ (Φωτογραφία: Riccardo Ghilardi)

«Ανατομία» του τραύματος που δηλητηριάζει τις ζωές δύο αδερφών και της αδυναμίας συμφιλίωσης, το μυθιστόρημα του τουρκικής καταγωγής Ιταλού σκηνοθέτη και συγγραφέα Φερζάν Όζπετεκ Για μια ανάσα εκτυλίσσεται σε Ιστανμπούλ και Ρώμη.

Κουβεντιάζοντας με τον συγγραφέα με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Γεννημένος στην Ιστανμπούλ, μετακομίσατε στην Ιταλία σε πολύ νεαρή ηλικία για να σπουδάσετε κινηματογράφο.

Γιατί στην Ιταλία και ποιες ήταν οι προκλήσεις που αντιμετωπίσατε, οι δυσκολίες που συναντήσατε και οι χαρές που βιώσατε ως νεαρός μετανάστης;

Η αγάπη για την τέχνη γενικότερα και για τον κινηματογράφο ειδικότερα με ώθησε να επιλέξω την Ιταλία.

Από την πρώτη στιγμή που έφτασα εδώ, αισθάνθηκα ότι ανήκω σε αυτή τη χώρα. Ακόμα και σε δύσκολες στιγμές, που δεν έλειψαν. Για δύο χρόνια έζησα σε κακουχίες και τα πέρασα ζωγραφίζοντας: η ζωγραφική ήταν πάντα ένα πάθος μου.

Έφτιαξα εκατοντάδες πίνακες, τους πούλησα, μερικές φορές σε αρκετά καλή τιμή. Ωστόσο, ένιωσα αμέσως πως αυτό το μέρος ήταν δικό μου.

Ακόμα και σήμερα, όπου κι αν πάω στον κόσμο, όσο υπέροχα κι αν είναι, θέλω να επιστρέψω στη Ρώμη, στην Ιταλία. Μερικές φορές λέω στον εαυτό μου ότι είμαι πολύ τυχερός που ζω σε ένα μέρος σαν αυτό.

Η Ιταλία είναι μια χώρα όπου σε κάθε εκατοστό υπάρχει κάτι υπέροχο. Μια συγκέντρωση καλού φαγητού και ομορφιάς. Με υποδέχτηκε πολύ καλά ο ιταλικός κινηματογράφος από την αρχή.

Είμαι ο μόνος σκηνοθέτης στην Ιταλία που κατάγεται από άλλη χώρα αλλά θεωρείται Ιταλός σκηνοθέτης. Το συνειδητοποίησα έναν χρόνο στην Ταορμίνα. Μόλις είχα κάνει το Le fate ignoranti.

Ένα βράδυ, ο μεγάλος σκηνοθέτης Έτορε Σκόλα μιλώντας στο κοινό είπε ότι κάποτε υπήρχαν οι Βισκόντι, Φελίνι και Αντονιόνι στον ιταλικό κινηματογράφο, ενώ σήμερα έχουμε τους Μορέτι, Όζπετεκ και Σορεντίνο.

Με εξέπληξε, και τον ρώτησα γιατί με έβαλε σε αυτή τη λίστα. «Γιατί να μην το κάνω;» απάντησε. «Είσαι ένας από τους πυλώνες του νέου ιταλικού κινηματογράφου». Είναι ένα κομπλιμέντο που δεν ξεχνώ.

Το Rosso Istanbul ήταν το πρώτο σας μυθιστόρημα, το οποίο λίγα χρόνια αργότερα διασκευάσατε για τον κινηματογράφο.

Είναι η συγγραφή παρόμοια με τη σκηνοθεσία ή τη σεναριογραφία για εσάς; Eπεξεργάζεστε συχνά φιλμικά ή άλλα κείμενα εκ νέου;

Ναι, φυσικά, είναι μέρος του τρόπου σύλληψης της γραφής και του σεναρίου η ανάπτυξη θεμάτων που ξεκινούν από μια ιδέα, αναμνήσεις ή πραγματικά γεγονότα και ανθρώπους που είναι σημαντικοί για μένα.

Ακριβώς γι’ αυτό όταν η επιμελήτριά μου έριξε μια πρώτη ματιά στο κείμενο του Για μια ανάσα, με ρώτησε -λίγο διστακτικά- αν επρόκειτο για κινηματογραφικό σενάριο.

Δεν έχει, ωστόσο, να κάνει με το ότι γειτνιάζουν αυτή η γλώσσα και αυτές οι ιστορίες το σινεμά. Με ρώτησαν αν ήθελα να κάνω μια ταινία βασισμένη σε αυτό. Όχι, έχω συγκεντρωθεί σε άλλες δουλειές εδώ και δύο χρόνια.

Μετά θα δούμε αν η δύναμη της ιστορίας θα επανέλθει στην επιφάνεια και θα με ωθήσει να την οπτικοποιήσω.

Γενικότερα, πιστεύω πως υπάρχει ένας τέλειος συνδυασμός των τεχνών, κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αφοσιώνομαι επίσης σε διαφορετικούς κλάδους: η συγγραφή,  η ζωγραφική και ο κινηματογράφος είναι όλα ανάμεικτα.

Ο κινηματογράφος είναι λίγο το άθροισμα, μια συνύφανση των τεχνών. Όπως είπα και για τους πίνακές μου, όταν τους έφτιαχνα και τους πουλούσα, αυτή η εμπειρία μού έχει φανεί χρήσιμη στον κινηματογράφο, στην επιλογή χρωμάτων και εικόνων.

Εκτυλισσόμενο στην Ιστανμπούλ της δεκαετίας του 1970 και τη Ρώμη του παρελθόντος/παρόντος, το Για μια ανάσα είναι ένα συναισθηματικό θρίλερ σχετικά με το βαθύ τραύμα που δηλητηριάζει τις ζωές δύο ηλικιωμένων αδερφών.

Αφορά, εξάλλου, στην αδυναμία της συμφιλίωσής τους. Αυτά θέλατε να εξερευνήσετε περισσότερο;

Η έμπνευση προέρχεται από οικογενειακά περιστατικά.

Η γιαγιά μου τσακώθηκε με την αδερφή της -φαίνεται για μια μικρή κοσμηματοθήκη- και δεν ξαναμίλησαν ποτέ. Κατόπιν, η αδερφή παντρεύτηκε έναν πολύ πλούσιο άντρα και μετακόμισε στη Βενετία: ζούσαν μακριά, χωρίς να ξαναβλέπουν η μία την άλλη.

Συχνά είναι πολύπλοκες οι σχέσεις των γυναικών, κι αυτό με ελκύει.

Η αντιπαράθεση μεταξύ δύο αδερφών είναι γεμάτη βάθος, είναι υπέροχες ακόμα και όταν βρίσκονται η μία εναντίον της άλλης λόγω μνησικακίας και προδοσιών που θολώνουν τη στοργή και τη συνενοχή.

Η αφήγηση δομείται σε δύο διαπλεκόμενα επίπεδα: το πρώτο συντίθεται από τα γράμματα της Έλσα προς την Αντέλε που δε διαβάστηκαν ποτέ, και το δεύτερο από τις εξιστορήσεις των δύο αδερφών σε πραγματικό χρόνο.

Γιατί αποφασίσατε να επινοήσετε αυτό το αφηγηματικό εύρημα;

Ουσιαστικά με ενδιαφέρει να μαθαίνω περισσότερα για τις γυναικείες προσωπικότητες σε κάθε περίσταση. Παρατηρώ την ικανότητα των γυναικών να αντιμετωπίζουν τα πάντα στη ζωή -ακόμη και τα ακραία πράγματα- με θάρρος και διαύγεια.

Δεν είναι τυχαίο που εδώ σκέφτηκα δύο γυναίκες και, όπως λες, ήθελα να συνδυάσω τα δύο επίπεδα, συγχέοντας την πραγματικότητα του σήμερα και την υπόμνηση μέσα από τα γράμματα μιας περασμένης εποχής.

Σκέφτηκα δύο γυναίκες, κι όχι δύο αδέρφια ή μια γιαγιά και έναν εγγονό. Συνοψίζοντας, το θέμα της ιστορίας επικεντρώνεται στην ψυχή των γυναικών, αυτές οι γνωρίζουν την αγάπη και την προδοσία.

Το θέμα της προδοσίας με ενδιαφέρει πολύ, όπως πιστεύω ενδιαφέρει και όλους. Είναι κάτι που δεν εύχομαι, ξέρω πως θα ένιωθα απαίσια. Βλέπω, όμως, ότι ανήκει στον άνθρωπο.

Δε γίνεται μόνο από κακία, γίνεται κι από ένστικτο. Μιλάω για την προδοσία των συναισθημάτων.

Η Ιστανμπούλ και η Ρώμη, σκιαγραφούμενες κι οι δύο με παθιασμένα, αισθησιακά, ζωντανά χρώματα, συνιστούν επίσης χαρακτήρες του μυθιστορήματός σας. Ποια είναι η σχέση σας με τις δύο πόλεις;

Στις δεκαετίες 1960 και του ’70, στα χρόνια του Προέδρου Ατατούρκ και της δημοκρατίας, οι γυναίκες χειραφετήθηκαν για την εποχή περισσότερο από τις Ιταλίδες.

Είχαν δικαίωμα ψήφου, φορούσαν μίνι φούστες και μπικίνι με μεγάλη ευκολία: ανάμεσα σε τέτοιες γυναίκες θυμάμαι τις πραγματικά ελεύθερες, «της μόδας» θείες μου.

Στην Ιστανμπούλ πολλοί συνήθιζαν να μιλούν γαλλικά που ήταν σικ, μοντέρνα, κοσμοπολίτικα.

Στη συνέχεια, στη δεκαετία του '80, η διαπλοκή διεθνών πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων άλλαξε τα πράγματα.

Αυτή η ζωντανή και μάλλον ελευθεριακή -για να μην πω ακόλαστη- ατμόσφαιρα, εξαφανίστηκε. Έχω ζήσει και ζω ανάμεσα στη Ρώμη και την Ιστανμπούλ, δύο αυτοκρατορικές πρωτεύουσες.

Αλλά εκείνες οι πόλεις δεν υπάρχουν πια εκεί: ούτε η Ιστανμπούλ που άφησα ως αγόρι, αλλά ούτε και η Ρώμη που γνώρισα όταν έφτασα για να σπουδάσω κινηματογράφο.

Είμαι Ιταλός σκηνοθέτης, ο κινηματογράφος μου είναι ιταλικός, είμαι εδώ πάνω από σαράντα χρόνια: η Ιστανμπούλ που περιγράφω είναι αυτή των αναμνήσεων μου.

Η ιστορία που επέλεξα να πω, από την άλλη, είναι η φαντασία μου ως απάντηση σε αυτή της γιαγιάς μου, η οποία δεν μίλησε στην αδερφή της μέχρι που πέθανε.

Γράφετε κυρίως στα ιταλικά και ζείτε στην Ιταλία επί σχεδόν 46 χρόνια. Πώς προτιμάτε να σας απευθύνονται; Ως Ιταλό τουρκικής καταγωγής; Ως Ιταλο-Τούρκο; Ως άνθρωπο με πολλαπλές, αλληλοσυμπληρούμενες ταυτότητες;

Όπως εν μέρει προείπα, η επαγγελματική μου ταυτότητα είναι πρώτα και κύρια αυτή του σκηνοθέτη. Αν είναι πραγματικά απαραίτητο να διευκρινιστεί γεωγραφικά, τότε θα έλεγα Ιταλός σκηνοθέτης τουρκικής καταγωγής.

Στην πραγματικότητα, έχω διπλή υπηκοότητα, ακόμη κι αν για διάφορους λόγους -όπως οι ταξιδιωτικές απαγορεύσεις λόγω lockdown- λείπω από την Ιστανμπούλ επί σχεδόν τρία χρόνια.

Βρέθηκα εκεί για μόλις δύο εβδομάδες το περασμένο καλοκαίρι, προκειμένου να γυρίσω ένα επεισόδιο της τηλεοπτικής μου σειράς Le fate ignoranti που βασίζεται στην προ εικοσαετίας ομώνυμη ταινία μου.

Υπήρξε μια εξαιρετική επιτυχία. Ελπίζω ότι και γι’ αυτόν τον λόγο από τις 13 Απριλίου θα προβάλλεται στην πλατφόρμα Disney+.

Τέλος, αν μπορώ να προσθέσω κάτι, είμαι πολύ χαρούμενος που το μυθιστόρημά μου έχει εκδοθεί στην Ελλάδα, καθώς και σε πολλές άλλες χώρες.

Αλλά στην Ελλάδα ιδίως γιατί εδώ, στο Μεγανήσι, κάνουμε διακοπές επί οκτώ χρόνια. Από εκείνη την πρώτη φορά που, κολυμπώντας στα νερά του με τέσσερις φίλους, ένιωσα την παρουσία των θεών σε εκείνον τον μυθολογικό Όλυμπο.

Ευχαριστώ θερμά την Αμέρισσα Μπάστα (Εκδόσεις Κλειδάριθμος) για την πολύτιμη συνδρομή της στη διοργάνωση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα του Φερζάν Όζπετεκ Για μια ανάσα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος σε μετάφραση της Άννας Παπασταύρου.



Κυριακή 3 Απριλίου 2022

Εύα Μπιοργκ Άιγισντοτιρ: «Όταν γράφεις, πρέπει οι άνθρωποι να έχουν βιώσει ένα τραύμα»

 

Εύα Μπιοργκ Άιγισντοτιρ (Φωτογραφία: Leifur Wilberg)

«Σμιλεμένο» από την ανερχόμενη Ισλανδή συγγραφέα Εύα Μπιοργκ Άιγισντοτιρ, το μυθιστόρημα Το τρίξιμο στις σκάλες εντρυφά στο πώς το τραύμα της σεξουαλικής κακοποίησης διαμορφώνει τις ζωές των ανθρώπων μιας κοινότητας.

Συνομιλώντας με την συγγραφέα με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά.

Πώς νιώθεις που η συγγραφική καριέρα σου ξεκίνησε με τόσο ολοκληρωμένο τρόπο;

Νιώθω ως κάτι μη πραγματικό το γεγονός ότι άνθρωποι σε όλον τον κόσμο διαβάζουν τα βιβλία μου. Υπήρξα πολύ τυχερή.

Ταυτόχρονα, αυτό συνέβη με την έλευση του κορονοϊού, έτσι παρακολουθώ τα πάντα από το σπίτι μου μέσω του υπολογιστή.

Γράφεις από πολύ μικρή. Πότε ανακάλυψες για πρώτη φορά αυτή την ανάγκη;

Είναι δύσκολο να εντοπίσω μια συγκεκριμένη στιγμή.

Ήμουν βιβλιόφιλη από πολύ μικρή. Άρχισα να διαβάζω όταν ήμουν πέντε χρονών και ήταν σαν να ζούσα στην τοπική βιβλιοθήκη.

Ήξερα τις γυναίκες οι οποίες δούλευαν εκεί τόσο καλά, που με γύριζαν στο σπίτι το βράδι.

Από νωρίς ξεκίνησα να αφηγούμαι ιστορίες στον εαυτό μου. Συνειδητοποίησα πως μπορούσα να γράψω στην εφηβική ηλικία μου.

Υπήρχε ένας διαγωνισμός συγγραφής διηγήματος στο σχολείο μου, έκατσα να γράψω κάτι και δεν μπορούσα να σταματήσω! Ολοκλήρωσα την ιστορία μου σε μια μέρα, κέρδισα τον διαγωνισμό και από τότε ήξερα ότι ήθελα να γράψω ένα βιβλίο κάποτε.

Καθώς, όμως, τα χρόνια περνούσαν, έβαλες αυτή την ανάγκη σου στην άκρη για λίγο;

Πρέπει να αρχίσεις να γράφεις ένα βιβλίο, αλλά δεν ξέρεις τι θα συμβεί. Είναι δύσκολο να πεις: «Θα γίνω συγγραφέας πλήρους απασχόλησης».

Ήξερα πως ήθελα να γράψω ένα βιβλίο, αλλά δεν ήξερα αν θα εκδιδόταν.

Μπορώ, πλέον, να είμαι συγγραφέας πλήρους απασχόλησης -και χαίρομαι γι’ αυτό-, αλλά ποτέ δεν ξέρω τι θα συμβεί του χρόνου.

Επιφανειακά, το πρόσφατα μεταφρασμένο στα ελληνικά μυθιστόρημά σου, Το τρίξιμο στις σκάλες, είναι αστυνομικό, ένα είδος νουάρ, αλλά περισσότερο αποτελεί την «ακτινογραφία» μιας μικρής κοινότητας και των κατοίκων της.

Βασίζεται, εξάλλου, στα προσωπικά βιώματά σου από τη συγκεκριμένη πόλη, όπου γεννήθηκες.

Όταν άρχισα να το γράφω, δεν ήξερα ότι θα εξελισσόταν σε αστυνομικό μυθιστόρημα.

Μεγάλωσα στο Άκρανες, όπου εκτυλίσσεται το βιβλίο. Ξέρω την πόλη και τη νοοτροπία των κατοίκων της πολύ καλά, και τη βρίσκω ενδιαφέρουσα.

Όταν γράφω τέτοιου είδους μυθιστορήματα, δεν ενδιαφέρομαι τόσο για τον ίδιο τον φόνο, αλλά για όσα συμβαίνουν πριν και μετά- και γιατί.

Έχοντας πτυχίο κοινωνιολογίας, το χόμπι μου είναι να διερευνώ τους ανθρώπους. (Γέλιο). Οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν πολύ περισσότερα απ’ όσα νομίζουν, αν βρεθούν στις ανάλογες καταστάσεις.

Πώς εξηγείς ότι η Ισλανδία, αν και επιφανειακά ειρηνική χώρα από την άποψη του αριθμού των διαπραττόμενων βίαιων εγκλημάτων, χαρακτηρίζεται από μια τόσο πλούσια αστυνομική λογοτεχνία;

Έχουμε τεράστιο αριθμό φόνων στα βιβλία, και σπουδαίους συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων, αλλά στην πραγματικότητα διαπράττεται ένας φόνος τον χρόνο.

Επί πολλά χρόνια κανένας δεν έγραφε αστυνομικά μυθιστορήματα, γιατί οι φόνοι δεν έμοιαζαν κάτι ρεαλιστικό.

Σε χώρες όπου ο δείκτης εγκληματικότητας είναι πολύ χαμηλός, τέτοια μυθιστορήματα γίνονται πολύ δημοφιλή.

Η Ισλανδία είναι, επιπλέον, το τέλειο σκηνικό για αστυνομικά μυθιστορήματα ή ταινίες τρόμου: σκοτάδι, ζοφερό τοπίο, κρύο. Πυροδοτεί τη φαντασία σου.

Το Τρίξιμο στις σκάλες είναι ένα βιβλίο και για την ενηλικίωση, και το τι σημαίνει αυτή η περίοδος της ζωής να παραμορφώνεται -ή ακόμα και να καταστρέφεται- εξαιτίας πράξεων ενηλίκων. Πώς ήταν για σένα να μεγαλώνεις στο Άκρανες;

Ήταν σπουδαία. Για πολλούς ανθρώπους δεν ήταν σπουδαία, όμως.

Αν αντιμετώπιζες προβλήματα στο σπίτι ή στο σχολείο, αυτά σε συνόδευαν στην κατοπινή ζωή σου παντού.

Δεν μπορείς να ξεφύγεις απ’ όσα σου έχουν συμβεί, γιατί οι άνθρωποι που συνδέονται μ’ αυτά είναι εκεί, και τους συναντάς καθημερινά.

Ό,τι είσαι στα δέκα ή στα δεκαπέντε σου, σε διαμορφώνει από πολλές απόψεις. Πολλοί κάτοικοι της πόλης που βίωσαν δυσκολίες σε αυτή την ηλικία έφυγαν, γιατί δεν μπορούσαν να δραπετεύσουν απ’ αυτό που υπήρξαν μένοντας.

Η πρωταγωνίστριά σου, η Ελίζαμπετ, όντως υπήρξε βαθιά τραυματισμένη σε νεαρή ηλικία λόγω της σεξουαλικής κακοποίησης που υπέστη.

Οι τραυματικές εμπειρίες την ακολουθούσαν παντού. Δεν εστιάζω, όμως, μόνο στην Ελίζαμπετ, αλλά και στην Έλμα και την δική της παιδική και εφηβική ηλικία.

Στην πραγματικότητα, η Έλμα δραπετεύει από το Ρέικιαβικ και καταστάσεις που την είχαν σημαδέψει εκεί επιστρέφοντας στη γενέτειρά της.

Ακριβώς. Η ιστορία αφορά εξίσου την Έλμα και το πώς εξελίσσεται και την Ελίζαμπετ.

Η Έλμα δε μοιάζει με συμβατική μπατσίνα.

Δεν είναι η τυπική πρωταγωνίστρια ενός σκανδιναβικού νουάρ. Έχει βιώσει ένα τραύμα για το οποίο μαθαίνεις μόλις στην τελευταία σελίδα, αλλά είναι σε κατάθλιψη και όχι ο εαυτός της σε όλη την έκταση του βιβλίου.

Δεν είναι, όμως, ένας κλισέ χαρακτήρας αλκοολικού, σε κατάθλιψη μπάτσου - αν και τους λατρεύω. Ήθελα να μπορώ να σχετιστώ μαζί της περισσότερο, κι ίσως κι οι αναγνώστες.

Η Έλμα είναι -και δεν είναι- φυσιολογική.

Όλοι οι γυναικείοι -και όχι μόνο, αλλά κυρίως- χαρακτήρες μοιάζουν να είναι βαθιά τραυματισμένοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Είναι ένα βίωμα στο οποίο θέλεις να εντρυφήσεις μέσω της μυθοπλαστικής δουλειάς σου;

Όταν γράφεις μια ιστορία για κάποιο έγκλημα, πρέπει οι άνθρωποι να περνάνε κάτι, να έχουν βιώσει ένα τραύμα. Αφηγούμαι την ιστορία τους, κι αυτή πρέπει να αξίζει να την αφηγηθώ.

Σε ό,τι αφορά το βιβλίο μου, όλα ανάγονται σε ένα περιστατικό που συνέβη στο παρελθόν. Με ενδιέφερε να εξερευνήσω με ρεαλιστικό τρόπο το πώς ένα τραύμα του παρελθόντος μπορεί να επηρεάσει όλη τη ζωή ενός ανθρώπου.

Χρησιμοποιώ, άλλωστε, το κοινωνιολογικό μου υπόβαθρο για τη διερεύνηση αυτών των ζητημάτων.

Ταυτίζομαι με την Ελίζαμπετ ως θύμα και επιζώσα μιας βάναυσης σεξουαλικής κακοποίησης. Από την άλλη, όμως, δεν «αγιοποιείται». Σε ενδιαφέρει η αποτύπωση των αντιφάσεων κάθε χαρακτήρα;

Δεν είναι όλα άσπρο-μαύρο, καλό-κακό: υπάρχει πολύ γκρίζο. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν και τις δύο πλευρές, και το τι μπορείς να κάνεις εξαρτάται από τις συνθήκες.

Χρησιμοποίησε ως παράδειγμα το πόσο μακριά έφτασαν οι άνθρωποι στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Δε λείπει η αποτύπωση των ταξικών ανισοτήτων στο Άκρανες. Πόσο άνισα διαστρωματωμένη είναι η Ισλανδία συγκριτικά με νοτιοευρωπαϊκές ή δυτικοευρωπαϊκές χώρες;

Είμαστε κάπως ίσες και ίσοι εδώ, και η «ψαλίδα» δεν είναι τόσο μεγάλη.

Από την άλλη, κοινωνική ανισότητα υπάρχει παντού. Στο Άκρανες, εν προκειμένω, υπάρχουν κάποιοι ισχυροί άνθρωποι -επιχειρηματίες- που διοικούν την πόλη.

Ως γυναίκα συγγραφέας, ένιωσες ότι έπρεπε να παλέψεις για να κατακτήσεις τον χώρο σου στο πεδίο;

Δύσκολη ερώτηση.

Δε νομίζω, όμως, πως οι Ισλανδές συγγραφείς χρειάστηκαν να παλέψουν πολύ. Στη χώρα, όπως και παγκοσμίως, υπάρχουν σήμερα πολύ περισσότερες γυναίκες συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας απ’ ότι πριν από μερικά χρόνια.

Οι γυναίκες διαβάζουν πολύ περισσότερη μυθοπλασία από τους άντρες.

Είσαι και μητέρα τριών παιδιών. Πώς τα βγάζεις πέρα μ’ αυτές τις ευθύνες;

Είμαι πολύ τυχερή που μπορώ να γράφω όσο βρίσκονται στο σχολείο. Η δουλειά μου είναι τύπου οκτώ με τρεις. Δε γράφω καθόλου όταν είναι στο σπίτι, οπότε η κατάσταση δυσκόλεψε κατά την περίοδο με τον κορονοϊό.

Από το 2018 που το Τρίξιμο στις σκάλες κυκλοφόρησε στην Ισλανδία γράφω ένα βιβλίο τον χρόνο.

Υπερ-παραγωγική.

Τρία βιβλία σχετικά με την Έλμα, κι ένα prequel, το οποίο εκτυλίσσεται έναν χρόνο πριν τον ερχομό της στο Άκρανες. Έχουμε πολλά όμορφα μέρη για φόνους εκεί! (Γέλιο).

Η Ισλανδία ασκεί μια εξωτική γοητεία σε πολλούς ανθρώπους.

Είναι τόσο διαφορετική από την Ελλάδα. Έχω έρθει δυο φορές στην Ελλάδα, την αγάπησα, και ήταν πολύ εξωτική για μένα. Οπότε η Ισλανδία πρέπει να είναι εξωτική για σένα!

Ελπίζω σύντομα να υπάρξει η δυνατότητα να βρεθείς στην Ελλάδα για μια παρουσίαση του βιβλίου σου.

Ανυπομονώ να τη βιώσω!

Ευχαριστώ θερμά την Emily Glenister (DHH Literary Agency) για την πολύτιμη συνδρομή της στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα της Εύα Μπιοργκ Άιγισντοτιρ Το τρίξιμο στις σκάλες κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Διάπλαση σε μετάφραση της Αλίκης Καρυωτάκη.