Τρίτη 23 Μαΐου 2023

Αγιέλετ Γκούνταρ-Γκόσεν: «Το ψέμα είναι το εργαλείο των αδύναμων»

 

Αγιέλετ Γκούνταρ-Γκόσεν (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Καυστική «ανατομία» του ψέματος ως «συγκολλητικής» ουσίας των σχέσεων σε προσωπικό/συλλογικό επίπεδο, το μυθιστόρημα της Ισραηλινής Αγιέλετ Γκούνταρ-Γκόσεν, Η ψεύτρα και η πόλη, τοποθετεί την ιστορία μιας έφηβης που καταγγέλλει έναν ενήλικο για τον βιασμό της στον πυρήνα του.

Μια συνάντηση με την συγγραφέα στο πλαίσιο της 19ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης.

Πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματός σου Η ψεύτρα και η πόλη είναι η έφηβη Νοφάρ, που κατηγορεί ψευδώς τον ξεπεσμένο τηλεοπτικό αστέρα Αβισάι για βιασμό.

Τι σε ώθησε να επιλέξεις αυτή την αφηγηματικά συναρπαστική, αλλά από άλλες απόψεις συζητήσιμη αφετηρία;

Όλα ξεκίνησαν με μια πραγματική ιστορία που συνέβη στο Ισραήλ.

Επρόκειτο για μια λευκή Ισραηλινή η οποία κατηγόρησε δημόσια έναν αιτούντα άσυλο από την Αφρική για σεξουαλική επίθεση εναντίον της.

Αυτομάτως αγκαλιάστηκε από την κοινή γνώμη και αγαπήθηκε ως θύμα, γιατί οι άνθρωποι είναι αντίθετοι στους μετανάστες.

Κατόπιν, μια φίλη δικηγόρος που αγαπώ πολύ και υπήρξε συνήγορος του κατηγορούμενου κατάφερε να αποδείξει ότι η γυναίκα έλεγε ψέματα.

Με σόκαρε η μεταβολή στη στάση της κοινής γνώμης: τη μια στιγμή η μεν ήταν το θύμα και ο δε ο θύτης, την άλλη το αντίστροφο.

Η δικηγόρος φίλη αποκάλεσε τη γυναίκα «σκύλα» και «ψυχοπαθή».

Εγώ, ωστόσο, σκέφτηκα πως ίσως δεν ήταν κάτι τέτοιο. Δε μου αρέσει ο διαχωρισμός μεταξύ θυμάτων και «τεράτων». Μπορεί να λειτουργεί στα κόμικς του Ντίσνεϊ, αλλά όχι στην πραγματική ζωή.

Μήπως, λοιπόν, υπέφερε κι εκείνη από κάτι;. Όταν ξεκίνησα τη συγγραφή του μυθιστορήματος, απασχόλησε, λοιπόν, κι εμένα το ζήτημα που μου έθεσες.

Είναι μια προφανής ερώτηση ή ανησυχία, νομίζω.

Έτσι ένιωσες διαβάζοντας το βιβλίο;

Στην αρχή, ναι. «Γιατί, άραγε, μια συγγραφέας, πιθανότατα εναρμονισμένη με τον λόγο σχετικά με την έμφυλη βία, επιλέγει να στοχαστεί πάνω σ’ αυτό το ζήτημα υπό αυτό το πρίσμα;» διερωτήθηκα.

Εκείνη την περίοδο είχα μόλις για πρώτη φορά γίνει μητέρα- ενός κοριτσιού. «Τι κάνεις;» αναρωτιόμουν.

Μεγάλωσα στη δεκαετία του 1980. Καθεμιά από τις φίλες μου, συμπεριλαμβανομένου και εμού, είχαμε βιώσει κάποια εμπειρία σεξουαλικής παρενόχλησης ή επίθεσης.

Δεν ξέρω αν η κόρη μου θα γίνει χίπστερ ή γιατρός. Αυτό που ξέρω, όμως, είναι ότι κάποια στιγμή θα υποστεί σεξουαλική επίθεση, γιατί ζει στο Ισραήλ.

Και το #MeToo ίσως είναι η μόνη ευκαιρία για το κοριτσάκι μου να μη βιώσει στο μέλλον όσα είχα βιώσει εγώ.

Όλος αυτός ο προβληματισμός καθιστά την επιλογή σου ακόμα πιο ενδιαφέρουσα.

«Ίσως είμαι μια κακή φεμινίστρια, μια κακή μητέρα για το κορίτσι μου», σκέφτηκα.

Στη συνέχεια, ωστόσο, αναρωτήθηκα- ίσως προβοκατόρικα: «Επειδή κάποιοι άντρες ισχυρίζονται ότι οι γυναίκες σκαρφίζονται ιστορίες, γιατί να μην μπορώ να γράψω πως μια γυναίκα επινόησε κάτι;».

Δε θέλω να επιτρέψω στην κουλτούρα της ακύρωσης να υπαγορεύει το είδος των ιστοριών που μπορείς να γράψεις, γιατί κάτι τέτοιο στενεύει την ανθρώπινη εμπειρία.

Το μισώ όταν μου λένε ότι, επειδή είμαι φεμινίστρια, πρέπει να πιστεύω όλες τις γυναίκες. Όταν κάποιος άνθρωπος λέει «όλες», πάντα ανησυχώ.

Δε νομίζω ότι τίθεται σ’ αυτή τη βάση το ζήτημα- ο λόγος μιας γυναίκας έναντι των υπολοίπων. Πιο πολύ το αντιλαμβάνομαι στο επίπεδο του φεμινιστικού λόγου ή λόγων. Δεν ακυρώνω κάποιον άνθρωπο σε προσωπικό επίπεδο.

Βλέπω το #MeToo ως την πιο σημαντική κοινωνική επανάσταση του καιρού μας, μετά τη Γαλλική Επανάσταση και την κατάργηση της δουλείας.

Χρωστάω, λοιπόν, πολλά σ’ αυτό ως μητέρα. Ταυτόχρονα, όμως, θεωρώ ότι είναι επικίνδυνο αν λέει στις συγγραφείς τι επιτρέπεται να γράφουν.

Δε μου αρέσει επίσης να μου λένε: «Γιατί συνέθεσες έναν εβραϊκό χαρακτήρα που κάνει άσχημα πράγματα κι ίσως οι αναγνώστες σκεφτούν πως όλοι οι Εβραίοι είναι άπληστοι;» Δεν είναι δικό μου πρόβλημα αν κάποιος «διαβάσει» το βιβλίο έτσι.

Σίγουρα δεν ήταν αυτός ο δικός μου τρόπος ανάγνωσης.

Άλλωστε, όλοι χαρακτήρες του μυθιστορήματός σου κουβαλούν «ψήγματα» ενοχής και αθωότητας και όλοι ψεύδονται και λένε την αλήθεια ταυτόχρονα, ιδίως όταν ψεύδονται.

Το ψεύδος, επομένως, είναι θεμελιώδες ζήτημα- τόσο σε προσωπικό όσο και σε ευρύτερα κοινωνικό επίπεδο. Ήταν από τα βασικά θέματα που σε απασχόλησαν;

Πολύ!

Μερικές φορές το ψέμα είναι η «κόλλα» που μπορεί να συγκρατήσει μια σχέση, αισθάνομαι, τόσο στο ενδοοικογενειακό όσο και στο εθνικό επίπεδο. «Φωτοσοπάρουμε» τις αφηγήσεις της ζωής μας.

Ο μύθος που λέμε στους εαυτούς μας, οι εθνικές αφηγήσεις που διαθέτουμε τις περισσότερες φορές δεν είναι αληθινές, σωστά;

Οι περισσότερες διαθέτουν στοιχεία αλήθειας, αλλά το πώς ερμηνεύονται και επιβάλλονται εξαρτάται από το ποιος κατέχει την εξουσία.

Τα έθνη, οι πολιτισμοί θεμελιώνονται στον μύθο, όχι στο γεγονός. Τα αντικειμενικά γεγονότα δεν είναι ποτέ εξίσου σημαντικά με την ενοποιητική μυθολογία του έθνους.

Όταν κάποιος δημοσιογράφος στο Ισραήλ αποκαλύπτει μια αλήθεια για την κυβέρνηση ή τον στρατό, οι άνθρωποι συνήθως δεν είναι ευγνώμονες.

Η πρώτη αντίδραση είναι να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας και να αποφύγουμε την αλήθεια, αντί να την αγκαλιάσουμε.

Αυτή είναι μια γενναία και συχνά ασυνήθιστη διανοητική στάση. Είναι πολύ πιο βολικό να αφήνεσαι να σου υπαγορεύουν τι και πώς να σκέφτεσαι, αντί να αμφισβητείς προσωπικούς και συλλογικούς μύθους.

Δεν ξέρεις πώς μια τέτοια διαδικασία αμφισβήτησης μπορεί να καταλήξει. Δες τον Οιδίποδα του Σοφοκλή. Είναι πάντα εύκολο να αναζητούμε το κακό έξω από εμάς. Πάντα υποθέτουμε ότι ο επιτιθέμενος είναι ο άλλος.

Αν κατάγεσαι από το Ισραήλ, υποθέτεις πως το κακό είναι οι Παλαιστίνιοι. Στην Ελλάδα, φαντάζομαι ότι θεωρούνται οι Τούρκοι. Ποτέ δεν αμφισβητούμε την αντίληψη πως εμείς είμαστε οι καλοί.

Αυτή η πολυπλοκότητα του ανθρώπου ξεδιπλώνεται με την αφήγηση.

Το ελπίζω!

Ανακάλυπτα καινούρια επίπεδα σε κάθε σελίδα που διάβαζα, και κρυμμένες εκπλήξεις. Πέρα από την όποια σύνδεσή του με την πραγματική ιστορία, είναι ο χαρακτήρας της έφηβης Νοφάρ εντελώς μυθοπλαστικός;

Πρώτα έμαθα γι’ αυτή την ιστορία, και μετά με στοίχειωσε.

Έπειτα, μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα στο Τελ Αβίβ, μπήκα σ’ ένα παγωτατζίδικο κάτω από το στούντιό μου και παρατήρησα την πωλήτρια: υπήρχε θλίψη στο βλέμμα της και φορούσε μια κάρτα με το όνομά της.

Πρόκειται για το πιο απρόσωπο πράγμα στον κόσμο, σαν να είναι ένα προϊόν της καπιταλιστικής μηχανής. Κανένας δεν την βλέπει πραγματικά.

Ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι ο κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου είναι μια κοπέλα την οποία η πόλη «πατάει», γιατί οι πόλεις έχουν αυτή τη δύναμη. Μπορεί να περιτριγυρίζεσαι από ανθρώπους, αλλά να είσαι εντελώς μόνη.

Η ιστορία μου θα αφορούσε, λοιπόν, σε ένα κορίτσι που το ελέγχει η υπόσχεση της πόλης. Γι’ αυτό πηγαίνουν οι άνθρωποι στην Αθήνα;

Ναι, και για να αναζητήσουν κάτι -οτιδήποτε- στη ζωή τους.

Το ίδιο συμβαίνει και με το Τελ Αβίβ. Είναι μια πόλη που εμπεριέχει μια υπόσχεση. Κατόπιν έρχεσαι για να συνειδητοποιήσεις πως δεν τηρούν όλοι αυτή την υπόσχεση.

Ίσως, λοιπόν, η γυναίκα στην πραγματική ιστορία να έκανε όσα έκανε γιατί δεν την έβλεπε κανένας. Η μόνη της ευκαιρία να ιδωθεί ήταν μέσω της θυματοποίησής της. Ίσως, επομένως, το πραγματικό «τέρας» να είναι η κοινωνία, κι όχι η γυναίκα.

Χωρίς ν’ απαλλάσσεται κι εκείνη των όποιων ευθυνών της.

Δε θέλω ν’ απαλλάξω τους ανθρώπους από τις ευθύνες τους. Η ψευδολογία δεν είναι, όμως, μονάχα ένα προσωπικό χαρακτηριστικό, αλλά και μια αντίδραση στον τρόπο με τον οποίο είναι χτισμένη η κοινωνία.

Αν η κοινωνία δε δώσει σ’ ένα τέτοιο κορίτσι την αίσθηση του ανήκειν κάπου και αυτό συμβαίνει μόνο μέσω της θυματοποίησής του, τότε ίσως η κοινωνία την εξαναγκάζει να υιοθετήσει αυτόν τον ρόλο.

Το ψέμα είναι το εργαλείο των αδύναμων. Όποιος κατέχει μια αλήθεια που είναι αρκετά δυνατή, δε χρειάζεται να πει ψέματα. Aν όμως δε σου έκατσε καλή «ζαριά» και το ψέμα είναι ο μόνος τρόπος επιβίωσης;

Η χρήση ενός καυστικού χιούμορ από και προς όλες τις κατευθύνσεις καθιστά το μυθιστόρημά σου ξεχωριστό.

Μας δόθηκε μια τσάντα γεμάτη σκατά, και ίσως το χιούμορ κι η ελπίδα είναι τα μόνα δώρα.

Υπάρχουν, ωστόσο, δύο πολύ διαφορετικά είδη χιούμορ: το ένα παρατηρεί τους ανθρώπους αφ’ υψηλού, του λείπει η συμπόνια και η ενσυναίσθηση, είναι μόνο ειρωνεία, κάτι λιγάκι μισανθρωπικό.

Προτιμώ το χιούμορ που μας αποκαλύπτει όπως είμαστε- αξιολύπητοι και αμήχανοι. Όταν καταφέρνω να αντικρίζω τον κόσμο, τους ανθρώπους και τον εαυτό μου υπό αυτό πρίσμα, νιώθω πως η ζωή γίνεται λιγότερο δύσκολη.

Το χιούμορ είναι ο τρόπος που σε βοηθά να συναντήσεις την πραγματικότητα όπως αυτή πραγματικά είναι, κι όχι να την αποδράσεις από αυτή.

Εκτός από το να εκτιμάς το χιούμορ, παίρνεις τον εαυτό σου υπερβολικά στα σοβαρά;

(Γέλιο) Τον περισσότερο καιρό παίρνω τον εαυτό μου υπερβολικά στα σοβαρά- αυτό είναι το πρόβλημα των περισσότερων ανθρώπων που γνωρίζω, και υποφέρω από την ίδια ασθένεια! Οι πιο τυχερές στιγμές στη ζωή μου είναι όταν το συνειδητοποιώ.

Τι σηματοδοτούν τα ροζ γουρουνάκια στην παραλία προς το τέλος του βιβλίου; Υπάρχει κάτι συμβολικό σ’ αυτά- ή κάτι που μου διαφεύγει;

Υπάρχει κάτι επικίνδυνο στη λογοτεχνία που περιορίζεται στα γεγονότα και στην αλγοριθμική αφήγηση. Μου αρέσει να ζω -στη λογοτεχνία όπως και στη ζωή- σε τόπους που δεν είναι πλήρως κατανοητοί.

Ίσως τελικά μερικές φορές δεν είναι τόσο σημαντικό τι είναι αληθινό και τι όχι. Ίσως τα πράγματα είναι έμπλεα νοήματος ακόμα κι αν δεν έχουν όντως συμβεί.

Εισάγοντας στο μυθιστόρημα τα ροζ γουρουνάκια δημιούργησα κάτι που προκαλεί σύγχυση, που ίσως σημαίνει περισσότερα από το σύνολο της πλοκής, η οποία είναι κατασκευασμένη.

Το βορειοαμερικανικό κοινό αναρωτιόταν πού «κολλάει» αυτό το στοιχείο. Στη Λατινική Αμερική ή στην Ιταλία ούτε καν με ρώτησαν σχετικά.

Τι σε ανησυχεί περισσότερο στο σημερινό Ισραήλ;

Αυτή τη στιγμή αντιμετωπίζουμε ένα πραγματικό κίνδυνο για τη δημοκρατία μας, την αλλαγή του δικαστικού συστήματος.

Ταυτόχρονα, είμαι γεμάτη ελπίδα -περισσότερο απ’ όσο ήμουν τα τελευταία χρόνια-, γιατί στις διαδηλώσεις βλέπεις ανθρώπους ν’ αφυπνίζονται. Δεν υπάρχει κάτι πιο ελπιδοφόρο από το να βλέπεις ανθρώπους να ξυπνούν μετά από μακρά περίοδο ύπνου.

Υπάρχουν, όμως, και αντιδράσεις σ’ αυτές τις διαδηλώσεις.

Υπάρχουν, αλλά το ζητούμενο είναι να χτίσουμε γέφυρες, όχι να πυροβολήσουμε τους ανθρώπους από την άλλη πλευρά.

Νομίζω -και ανήκω στην ισραηλινή Αριστερά- ότι αν απλά τους αποκαλέσουμε «φασίστες» και εκείνοι εμάς «αριστερούς», δεν καταλήγουμε πουθενά. Πρέπει να μάθουμε να μιλάμε μαζί τους, αν θέλουμε ν’ αλλάξουμε κάτι.

Το πρόβλημα με την Αριστερά -στο Ισραήλ και γενικότερα- είναι πως θέλει να νιώθει ανώτερη, αντί να προκαλεί την αλλαγή. Κι η αλλαγή προκύπτει μέσω του διαλόγου, όχι του μίσους.

Μέσω του διαλόγου ναι, αλλά με τα άτομα ή τις κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις που τον υποστηρίζουν.

Μα γι’ αυτό και διαδηλώνω.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το Ισραήλ αυτή τη στιγμή δεν είναι το Ιράν, προέρχεται εκ των έσω. Γιατί αν χάσουμε τη δημοκρατική φύση μας, χάνουμε την ψυχή αυτής της χώρας.

Η συνέντευξη με την συγγραφέα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της 19ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης (4-7 Μαΐου 2023).

Ευχαριστώ θερμά τον Ίωνα Βασιλειάδη, υπεύθυνο πολιτιστικών θεμάτων της Πρεσβείας του Ισραήλ, για την πολύτιμη συμβολή του στην υλοποίησή της.

Το μυθιστόρημα της Αγιέλετ Γκούνταρ-Γκόσεν Η ψεύτρα και η πόλη κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση της Λουίζας Μιζάν.



Σάββατο 20 Μαΐου 2023

Erri De Luca: «Αισθάνομαι φιλοξενούμενος του χρόνου εκείνου που με διαβάζει»

 


Εκ των ιδρυτικών μελών της ακροαριστερής πολιτικής οργάνωσης Lotta Continua, συγγραφέας, μεταφραστής, ποιητής (και πολλά άλλα), ο Erri De Luca επισκέφτηκε πρόσφατα την Αθήνα προκειμένου να παρουσιάσει το πεζογράφημά του Το αδύνατο.

Το βιβλίο του αποτελεί μια ηθική «μονομαχία» μεταξύ ενός πρώην αντάρτη και ενός ανακριτή. Με την ακρίβεια και την περιεκτικότητα που διέπουν τη λογοτεχνική γραφή του απάντησε ο Erri De Luca και στις ερωτήσεις που του απεύθυνα.

Σε νεαρή ηλικία, 55 χρόνια πριν, υπήρξατε εκ των ιδρυτικών μελών της ακροαριστερής πολιτικής οργάνωσης Lotta Continua.

Ανασκοπώντας εκείνη την εποχή, ποια είναι τα κυρίαρχα συναισθήματά σας; Θεωρείτε ότι η πολιτική πάλη -ένοπλη και μη- υπήρξε ωφέλιμη σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο;

Η Lotta Continua ήταν μια δημόσια επαναστατική οργάνωση, με ανοιχτές έδρες σε όλη την Ιταλία, με καθημερινή εφημερίδα, με δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές.

Με ενεργή δράση από το 1969 έως και το 1976, δεν ήταν μια παράνομη οργάνωση που δρούσε με μεθόδους ένοπλου αγώνα. Ο 20ός αιώνας ήταν αιώνας επαναστάσεων με τις οποίες απελευθερώθηκαν τα καινούργια Έθνη του κόσμου από τους αποικιοκράτες.

Ποια είναι, λοιπόν, η παρακαταθήκη που έχει αφήσει στην ιταλική κοινωνία;

Ήμασταν μέρος διεθνούς κινήματος πολιτικής απελευθέρωσης των ανθρώπινων μαζών. Στην Ιταλία συμβάλαμε στη  βελτίωση των συνθηκών ζωής των εργατών.

Μετά τη διάλυση της οργάνωσης αποσυρθήκατε, πάντως, από την ενεργό πολιτική. Ήταν μια -αναγκαία, ίσως- περίοδος αναστοχασμού;

Όταν διαλύθηκε η Lotta Continua, δούλεψα ως εργάτης επί 20 χρόνια, έως ότου η έκδοση βιβλίων μου επέτρεψε να σταματήσω αυτές τις δουλειές. Μετέφερα τη δέσμευσή μου ως πολίτης από τη συλλογική μορφή στην ατομική.

Για παράδειγμα, εδώ και έναν χρόνο πηγαίνω με ένα φορτηγάκι και έναν φίλο στην Ουκρανία για να βοηθήσω πρόσφυγες και ορφανοτροφεία.

Η επιστροφή του πολέμου στην Ευρώπη μας ώθησε να γίνουμε σταγόνες στην έρημο, τόπο που καμιά σταγόνα δεν πάει χαμένη. Αν δεν μπορούμε να είμαστε ποτάμι, μπορούμε να είμαστε σταγόνα.

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν τη διάλυση της Lotta Continua συμμετείχατε αρχικά σε ανθρωπιστικές οργανώσεις.

Κατόπιν στραφήκατε στον περιβαλλοντικό ακτιβισμό, εξαιτίας του οποίου μάλιστα προ λίγων ετών κινδυνέψατε να φυλακιστείτε. Τι σημαίνει αυτός για σας;

Αισθάνομαι ότι συμμερίζομαι τους λόγους των κοινοτήτων που μάχονται για τον σεβασμό της ζωής, την υγεία, την αξιοπρέπεια. Χρησιμοποιώ το δημόσιο όνομά μου για να αυξήσω τη δύναμη της φωνής μου.

Η ελευθερία συνίσταται στον συνδυασμό λόγων και έργων. Αυτή η ελευθερία δεν περιορίζεται από καμία ποινική διαδικασία, αλλά αντίθετα ενισχύεται.

Ποια ήταν η αφετηρία της δικής σας πολύπτυχης -και συνεχιζόμενης- περιπέτειας με τη γραφή; Πήγαζε και από την ενασχόλησή σας με την πολιτική;

Είχα βιβλία στο σπίτι, τα διάβασα και άρχισα να γράφω ιστορίες για να έχω παρέα. Τα χρόνια του πολιτικού αγώνα μού αφαίρεσαν το γράψιμο. Ήταν μια διαφορετική συντροφιά. Ξανάρχισα να γράφω όταν ξαναβρέθηκα μόνος.

Είστε, εξάλλου, δεινός αλπινιστής και ορειβάτης, γεγονός που συχνά μετουσιώνεται στη συγγραφική σας δημιουργία.

Τι αντλείτε από τη σχέση σας με το ορεινό σύμπαν; Αποκρυσταλλώθηκε αυτή η σχέση σταδιακά;

Πηγαίνω στο βουνό για να βρεθώ σε μια έρημο όπου η ανθρώπινη παρουσία είναι ελάχιστη. Ανεβαίνω για να αποκτήσω μια απόσταση.

Σε μια κορυφή δε βρίσκομαι κοντά σε κάτι, είμαι μόνος, μακριά από το σημείο εκκίνησης. Η αναρρίχηση είναι η σωματική κίνηση που μου ταιριάζει καλύτερα.

Στο Αδύνατο, το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά σας που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, αναμετριέται η ηθική ενός πρώην αντάρτη, που πιθανώς ενέχεται στον θάνατο ενός πρώην μέλους της ίδιας οργάνωσης και χαφιέ, και ενός ανακριτή.

Το μυθιστόρημα συνταιριάζει το δικαστικό δράμα και την ερωτική επιστολογραφία. Γιατί αποφασίσατε να το δομήσετε κατ’ αυτόν τον τρόπο;

Η ανάκριση περιέχει αντιστάσεις και αποκρύψεις από πλευράς του κατηγορούμενου. Τα γράμματα επιτρέπουν να γίνει γνωστό αυτό που υπάρχει πίσω και κάτω από τις απαντήσεις.

Επιπλέον, τα περισσότερα μυθιστορήματά σας, παρότι ταξινομούνται ως τέτοια, μοιάζουν περισσότερο με νουβέλες ή εκτενή διηγήματα. Τι σας σαγηνεύει στη «μικρή» φόρμα;

Αισθάνομαι φιλοξενούμενος του χρόνου εκείνου που με διαβάζει. Ο φιλοξενούμενος πρέπει να αφήνει το τραπέζι όσο είναι ακόμα επιθυμητός. Η μεγαλύτερη φιλοφρόνηση που μπορεί να μου γίνει είναι ότι κάποιος θα ήθελε περισσότερες σελίδες.

Σας ανησυχεί η άνοδος στην πρωθυπουργία της Ιταλίας μας ανοιχτά ακροδεξιάς πολιτικού; Ή εκτιμάτε πως ο φασισμός «εξημερώνεται» στο κοινοβουλευτικό πλαίσιο;

Με ανησυχεί η ακαταλληλότητα αυτής της κυβέρνησης, η φθίνουσα ποιότητα των υπουργών της.

Ο φασισμός, αντίθετα, είναι ασυμβίβαστος με την κοινοβουλευτική δημοκρατία και αυτοί οι κυβερνώντες, αν και είναι φασίστες εκ πολιτικών πεποιθήσεων, οφείλουν να υπακούουν στους Συνταγματικούς κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ευχαριστώ θερμά την Κοραλία Τσαγκαράτου (Εκδόσεις Κέλευθος) για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγγραφέα που συνοδεύει το κείμενο.

Το μυθιστόρημα του Erri De Luca Το αδύνατο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Κέλευθος σε μετάφραση της Άννας Παπασταύρου.



Κυριακή 14 Μαΐου 2023

Ντέιβι Τσου: «Οι αντιφάσεις αποτελούν αντανάκλαση της πολυπλοκότητας της ζωής»

 

Ντέιβι Τσου (Φωτογραφία: Julien Lienard)

Βραβευμένη με τη Χρυσή Αθηνά στις περσινές Νύχτες Πρεμιέρας, η Επιστροφή στη Σεούλ του καμποτζιανής καταγωγής σκηνοθέτη Ντέιβι Τσου είναι μια ενδοσκοπική και παιχνιδιάρικη εξερεύνηση της έννοιας της ταυτότητας.

Πρωταγωνίστρια της ταινίας η Φρέντι, μια 25χρονη σε αναζήτηση των βιολογικών γονιών της στη Νότια Κορέα. Μια συζήτηση με τον σκηνοθέτη με αφορμή την κυκλοφορία του φιλμ στις αίθουσες από τις 11 Μαΐου.

Πρόσφατα έγινες πατέρας. Πώς νιώθεις γι’ αυτό;

Είναι το πρώτο μου παιδί. Μόνο κλισέ μπορείς να αρθρώσεις. Είναι απίστευτη αίσθηση.

Πιστεύεις ότι η πατρότητα θα επηρεάσει τον τρόπο που κάνεις σινεμά- κι όχι μόνο σε σχέση με τον χρόνο που θα χρειάζεται να αφιερώσεις στο αγοράκι σου;

Σίγουρα. Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, η ταινία πάνω στην οποία δουλεύω τώρα περιστρέφεται γύρω από την πατρότητα. Βασίζεται σε ιδέα την οποία μου έδωσε ένας φίλος μυθιστοριογράφος και συγγραφέας.

Σε προσωπική σου εμπειρία βασίζεται και η ιδέα του φιλμ σου, Επιστροφή στη Σεούλ.

Η ιδέα στο σύνολό της προέρχεται από την προσωπική μου εμπειρία από το πρώτο ταξίδι μου στη Νότια Κορέα το 2011 και μιας φίλης μου που αναζητούσε τους βιολογικούς της γονείς.

Στην αρχή δεν ήθελε να τους συναντήσει, έπειτα άλλαξε γνώμη. Οι αντιφάσεις στα συναισθήματα της φίλης μου απέναντι στους γονείς της λειτούργησαν ως ο οδηγός για τη συγγραφή του σεναρίου της Επιστροφής στη Σεούλ.

Λίγα χρόνια αργότερα ρώτησα την φίλη αν θα συμφωνούσε να κάνω μια ταινία βασισμένη στην εμπειρία της, συναίνεσε και μου παρείχε λεπτομέρειες και ντοκουμέντα που αποτέλεσαν το βιογραφικό θεμέλιο του φιλμ.

Που βασίζεται βέβαια και στη δικιά σου ιστορία.

Ναι, αλλά μου πήρε χρόνο να το συνειδητοποιήσω.

Όταν στην αρχή της ταινίας ρωτούν την πρωταγωνίστρια, την Φρέντι, αν κάνει ένα ταξίδι σε αναζήτηση των ριζών της, εκείνη τους απαντά πως βρίσκεται σε διακοπές. Βίωνε μια άρνηση, δεν είχε συνειδητοποιήσει τι έκανε.

Κάτι τέτοιο είχε συμβεί και σε μένα πολλές φορές.




Είσαι καμποτζιανής καταγωγής, Γάλλος πολίτης και -ως επί το πλείστον- κάτοικος Γαλλίας.

Στη Γαλλία γεννήθηκα και ζω όλη μου τη ζωή.

Η ταινία σου, όμως, εκτυλίσσεται στη Νότια Κορέα -με την οποία ωστόσο δεν έχεις σχέση-, οι περισσότεροι συντελεστές είναι Κορεάτες/Κορεάτισσες και «περνάει» για κορεάτικη.

Ποτέ δε θα είχα την επιθυμία να κάνω ένα φιλμ για την προσωπική μου ιστορία.

Η ομοιότητα της ιστορίας της πρωταγωνίστριας με τη δικιά μου είναι ίσως ένας τρόπος να αφηγηθώ την ιστορία μου μέσω μιας παράκαμψης, κρυβόμενος πίσω από το πρόσωπο της ηρωίδας.

Αισθάνεσαι κάποιες φορές σαν την Φρέντι, λοιπόν;

Κάποιες σκηνές αντλούνται απόλυτα από τη ζωή μου. Δε θα αποκαλύψω ποιες!

Όταν έδωσα στην μητέρα μου να διαβάσει ένα πρώτο treatment του σεναρίου, μου είπε: «Παράξενο, αυτός ο χαρακτήρας είναι εσύ, αν ήσουν ελεύθερος να είσαι αυτός που θέλεις απόλυτα να είσαι». «Ω, Θεέ μου, είναι αλήθεια», σκέφτηκα.

Η Φρέντι διαθέτει το κουράγιο να στέκεται αλλά και να πέφτει, να κάνει λάθη. Έβαλα, λοιπόν, πολύ από τον εαυτό μου στον χαρακτήρα της, αλλά έναν άλλο εαυτό, μια προβολή του.

Μια προβολή ενός επιθυμητού εαυτού.

Έτσι νομίζω.

Υπάρχει πολλή ευφορία και μελαγχολία στην ταινία, που διαρκώς εναλλάσσονται και μπλέκονται. Ήταν κι αυτές κομμάτι της αρχικής έμπνευσης και ιστορίας;

Βέβαια.

Ίσως το πρόσωπο που ενέπνευσε το φιλμ δεν είναι μόνο η φίλη μου, αλλά και όλοι αυτοί οι άνθρωποι που έχω συναντήσει στη ζωή μου και τους περιγράφουν ως εγωιστές, μηδενιστές ή πολύ σκοτεινούς.

Ταυτόχρονα, όμως, διαθέτουν πολλή ζωτικότητα και μια «ηλιακή», θα έλεγα, ενέργεια. Είναι τόσο γενναιόδωροι, τρυφεροί και καταστροφικοί την ίδια στιγμή. Τους θεωρώ εκπληκτικούς. Χαρακτηρίζονται από τις αντιφάσεις στις οποίες προαναφέρθηκα.

Αυτές οι αντιφάσεις αποτελούν μια αντανάκλαση της πολυπλοκότητας της ζωής, όχι μόνο της ψυχοσύνθεσης ενός μυθοπλαστικού χαρακτήρα.

Έχουμε μάθει να βάζουμε τα συναισθήματα σε κουτάκια, αλλά η πολυπλοκότητα της ζωής τα αναμειγνύει. Αυτές τις αντιφάσεις πρέπει να διαχειριστούμε.

Είναι πιθανό να μισείς και να αγαπάς κάποιον άνθρωπο, να σου λείπει κάποιος και να τον απορρίπτεις. Αυτό συμβαίνει και στην Φρέντι. Ένα κομμάτι της πεθαίνει να συνδεθεί με τον πατέρα της, κι από την άλλη υπάρχει ένα έντονο ένστικτο απόρριψης.

Το βρίσκω συναρπαστικό.

Η ταινία σου προσεγγίζει με πολύ παιχνιδιάρικο τρόπο πολύ θεμελιώδη ζητήματα, όπως της ένταξης, της προσαρμογής, της ταυτότητας. Το γεγονός αυτό την καθιστά πότε συναρπαστική, και πότε αποπροσανατολιστική για το κοινό.

Λαμβάνεις υπόψη σου τις πιθανές αντιδράσεις ενός κοινού όταν σεναριογραφείς ή σκηνοθετείς ή δε σε νοιάζει;

Καλή ερώτηση.

Πρόκειται για μια σταδιακή διαδικασία. Όταν γράφω το πρώτο προσχέδιο, σκέφτομαι την ιστορία, τι θέλω να αποτυπώσω φιλμικά. Απλά ακολουθώ την επιθυμία μου.

Κατόπιν, όμως, μου αρέσει να μοιράζομαι το σενάριο με τους κοντινούς μου φίλους και τους παραγωγούς και να ακούσω τι έχουν να πουν.

Οι μισοί άνθρωποι που διάβασαν το προσχέδιο του σεναρίου της Επιστροφής..., βρήκαν τον χαρακτήρα της Φρέντι αντιπαθητικό, τη μίσησαν, έχασαν το ενδιαφέρον τους για την ιστορία εξαιτίας της.

Τι κάνεις, λοιπόν; Είτε συμβιβάζεσαι με την αντιπαθητική διάσταση του χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας είτε όχι. Αποφάσισα να μη συμβιβαστώ, προσπαθώντας ταυτόχρονα να κάνω το κοινό να συνδεθεί κάπως με εύθραυστες στιγμές της.

Είμαι ευτυχής που λειτούργησα έτσι, αν και εξακολουθούν να υπάρχουν θεατές που δεν μπορούν να συνδεθούν με την ταινία λόγω του χαρακτήρα της Φρέντι. Κι αυτοί οι θεατές είναι λευκοί άντρες.

Πολλοί, ωστόσο, την αγαπούν, κι αυτό για μένα αποτελεί μια νίκη, γιατί σημαίνει πως η διαδικασία συγγραφής του σεναρίου υπήρξε καρποφόρα.

Η Παρκ Τζι-μιν, που υποδύεται την Φρέντι, έβαλε πολλή ανθρωπιά στον χαρακτήρα της και δε συμβιβάστηκε καθόλου.




Δεν είχε προηγούμενη υποκριτική εμπειρία.

Ποτέ δεν ονειρευόταν να γίνει ηθοποιός και δεν έχει τον εγωισμό της ηθοποιού που θέλει να είναι ορατή, να την αγαπούν. Το γεγονός αυτό δίνει μια ακατέργαστη ποιότητα στην ερμηνεία της.

Βρίσκεται σε κάθε σκηνή του φιλμ, ήταν επομένως πρόκληση για εκείνη να παρέχει κάτι συναισθηματικά αφοσιωμένο.

Η διαδικασία του γυρίσματος ήταν, όμως, πρόκληση και για μένα, καθώς ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε η Παρκ Τζι-μιν να αποχωρήσει μιας και δεν ήθελε να είναι ηθοποιός! Έπρεπε, επομένως, να προσπαθήσω να χτίσω μια σχέση μαζί της.

Βρίσκεται σε μια διαρκή διαδικασία αναζήτησης τού ποια πραγματικά είναι ή θα μπορούσε να έχει υπάρξει ή να γίνει. Σε αντίθεση με την Φρέντι, εσύ έχεις βρει τη θέση σου στο σύμπαν- στο σύμπαν του φιλμ, τουλάχιστον;

Δίνω την απάντησή μου μέσω της ταινίας, γιατί αυτή βασικά θέτει τις ερωτήσεις. Το τέλος του φιλμ συμπυκνώνει με τη μεγαλύτερη ειλικρίνεια την απάντηση σχετικά με τη διαδρομή του χαρακτήρα.

Ίσως πρέπει κάποιος να αποδεχτεί το ότι ποτέ δε θα υπάρξει ένας τόπος που θα είναι ζώνη ασφαλείας. Δε θα υπάρξει ένα σπίτι με σταθερότητα. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε το γεγονός πως η αστάθεια θα είναι η νόρμα.

Nα αποδεχτούμε, άρα, τη ρευστότητα ως μέρος της ζωής μας.

Κι όμως, ελπίζουμε ότι θα υπάρξει αυτό το σπίτι.




Βιώνουμε έναν πόθο για κάτι τέτοιο.

Ο πόθος παραμένει και είναι εντάξει που αυτό συμβαίνει.

Η Επιστροφή... είναι ένα διεθνές φιλμ, τόσο σε επίπεδο παραγωγής και συντελεστ(ρι)ών όσο και αναφορικά με τα ζητήματα που θέτει. Είναι και η φιλμική εμπειρία κάτι εξίσου οικουμενικό, που επεκτείνει τα όρια κάθε θεατή;

Το πιστεύω αυτό. Κατά τη διάρκεια των λοκντάουν παρακολούθησα για πρώτη φορά την Τριλογία του Άπου, του Σατγιαζίτ Ρέι. Και υπήρξε μια τόσο οικουμενική και δυνατή εμπειρία.

Το σινεμά είναι, επομένως, ένα οικουμενικό μέσο, το οποίο μπορεί να σου δείξει πώς ζουν οι άνθρωποι σε διαφορετικές χώρες. Στην τελική, όμως, η ανθρώπινη εμπειρία είναι πάντα η ίδια.

Η χρήση της μουσικής προωθεί την αφήγηση. Πόσο σημαντική είναι για σένα ως σκηνοθέτη;

Ως νεαρός σινεφίλ απολάμβανα την εμβληματική χρήση της μουσικής σε ταινίες του Σκορσέζε, του Ταραντίνο, του Γουόνγκ Καρ Γουάι.

Στα «καλλιτεχνικά» φιλμ υπάρχει η τάση η μουσική επένδυση να είναι «ευγενική». Δε μου αρέσει αυτό, μου φαίνεται εύκολο και βολικό. Με εμπνέει η τολμηρή χρήση της μουσικής από τους προαναφερθέντες σκηνοθέτες.

Έπειτα, η μουσική λειτουργεί ως ένα είδος μεταφοράς σχετικά με την Φρέντι, ως κάτι που την βοηθάει να συνεχίσει να πιστεύει στην αναζήτησή της. Ίσως υπάρχει μια θρησκευτική πτυχή σ’ αυτή τη μουσική- αν και προσωπικά δεν είμαι θρησκευόμενος.

Η μουσική, εξάλλου, συμβαδίζει με την πολιτισμική προέλευση του κάθε χαρακτήρα- κορεάτικη ή περισσότερο ευρωπαϊκή.

Η ταινία σου κέρδισε τη Χρυσή Αθηνά στο περσινό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας. Σε γεμίζει μια τέτοια επιτυχία με περισσότερη έμπνευση, ενέργεια- ίσως και αίσθηση ευθύνης;

Ευθύνη; Όχι, δε νιώθω κάτι τέτοιο. Μόνο απέναντι στο παιδί μου αισθάνομαι υπεύθυνος αυτή τη στιγμή.

Η οικουμενικότητα της απήχησής της, ωστόσο, στο κοινό -και όχι μόνο στο σινεφίλ κομμάτι του- με εξέπληξε. Το απολαμβάνω αυτό, και μου δίνει αυτοπεποίθηση.

Η ταινία του Ντέιβι Τσου Επιστροφή στη Σεούλ προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 11 Μαΐου σε διανομή του Cinobo.



Τετάρτη 3 Μαΐου 2023

Λάνα Μπάστασιτς: «Είναι πολύ δύσκολο να δεις το οποιοδήποτε μέλλον στα Βαλκάνια»

 

Λάνα Μπάστασιτς (Φωτογραφία: Alex Dmitrovic)

Διηγηματογράφος, μυθιστοριογράφος, θεατρική συγγραφέας, ποιήτρια και μεταφράστρια, η γεννημένη στο Ζάγκρεμπ, σερβοβοσνιακής καταγωγής Λάνα Μπάστασιτς είναι μια συναρπαστική λογοτεχνική φωνή από τα Βαλκάνια.

Συνομιλώντας μαζί της με αφορμή τη φετινή κυκλοφορία στα ελληνικά του μυθιστορηματικού της ντεμπούτου, Πιάσε το λαγό, μιας κατάδυσης στους πολέμους στην πρώην Γιουγκοσλαβία μέσω της ιστορίας της φιλίας δύο νεαρών γυναικών.

Σε ποιο βαθμό ταυτίζεσαι με το βαλκανικό πλαίσιο;

Αυτή είναι η πρώτη ερώτηση;

Θα μπορούσε πράγματι να είναι!

Σίγουρα ανήκω στο βαλκανικό πλαίσιο, και ακόμη περισσότερο σε τόπους που έχουν υπάρξει τραυματικοί, γιατί -κατά μία έννοια- μας ορίζουν. Νομίζω, μάλιστα, ότι νιώθω πιο άνετα αναφερόμενη στα Βαλκάνια γενικά, κι όχι σε μια συγκεκριμένη χώρα

Οι καταβολές μου είναι χαοτικές, εξάλλου. Γι’ αυτό κι αισθάνομαι πως ανήκω σε όλα αυτά μέρη και σε κανένα, ταυτόχρονα. Κι ακόμα περισσότερο, ότι ανήκω σε πόλεις όπως η Μπάνια Λούκα, το Σαράγεβο, το Ζάγκρεμπ, το Βελιγράδι.

Όλες οι χώρες είναι, άλλωστε, σε κάποιο βαθμό φανταστικές.

Το να προέρχεσαι από τα Βαλκάνια, ωστόσο, σε καθιστά προσδιορίσιμο μέσω του πολέμου. Είναι, επομένως, σημαντικό για μένα να βλέπω τι άλλο υπάρχει εκεί εκτός από τη νοσταλγία και την τυπική θυματοποιητική λογική.

Ίσως το Πιάσε το λαγό  αφορά στην αφήγηση της δικής σου εκδοχής της Ιστορίας/ιστορίας των Βαλκανίων ή του τρόπου να φαντάζεται κάποιος τα Βαλκάνια/τη Βοσνία- και στο πώς μια αφηγήτρια τοποθετείται σ’ αυτό το πλαίσιο.

Πόσο κοντά νιώθεις, λοιπόν, στην πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος Λέιλα/Λέλα;

Η ιστορία που αφηγούμαι είναι μια ιστορία που δεν είχα διαβάσει πουθενά αλλού. Ανάλογα με τον τόπο καταγωγής σου άκουγες κάτι διαφορετικό σχετικά με τον πόλεμο.

Αρχικά, επομένως, ήθελα να αναλογιστώ με ποιον τρόπο αλλάζει ο αφηγητής την ιστορία. Πώς, λοιπόν, αντιμετωπίζει μια Σέρβα το αίσθημα ενοχής ή της ευθύνης; Έχει επίγνωση;

Κι έπειτα τίθεται το ζήτημα ότι είναι γυναίκες. Αλλά αυτό δεν ήταν κάτι που σκέφτηκα εκ των προτέρων- μου προέκυψε με φυσικό τρόπο.

Όταν, όμως, κυκλοφόρησε το βιβλίο, όλοι στη Σερβία, την Κροατία και τη Βοσνία αναφώνησαν: «Είναι το πρώτο μυθιστόρημα για τη γυναικεία φιλία!»

Το αναφέρεις και στον επίλογο του βιβλίου.

Ήμουν όντως μπερδεμένη. Αυτό αποδεικνύει, πάντως, πως δεν έχουμε πολλές ιστορίες αφηγημένες από τη γυναικεία σκοπιά.

Ήθελα, επίσης, να δείξω ότι, όταν μιλάς για τον πόλεμο, δεν αναφέρεσαι μόνο σε όπλα, βόμβες και στρατιώτες: υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος στο φόντο που επηρεάζεται από αυτά, ένα γεγονός που μπορεί να συνεχίζεται επί πολλές γενιές.

Συγκρίνω αυτή την επίδραση με τη ραδιενέργεια: παραμένει. Ακόμα, λοιπόν, κι όταν υπογράφηκαν οι Συμφωνίες του Ντέιτον κι ο υπόλοιπος κόσμος ένιψε τας χείρας του θεωρώντας πως όλα είχαν επιλυθεί, για μας δεν είχαν επιλυθεί.

Ήθελα, άρα, να μιλήσω για τις συνέπειες που δε συζητιούνται, δεν είναι ορατές, δεν είναι τόσο εξωτικές. Είναι πολύ ήσυχες, όμως αλλάζουν ζωές. Εντελώς.

Ένα άλλο ζήτημα είναι ότι, ακόμα και τώρα, δεν είναι πολλοί οι άνθρωποι στην Μπάνια Λούκα που είναι πρόθυμοι να μιλήσουν για όσα συνέβησαν στον μουσουλμανικό πληθυσμό της πόλης.

Αντιμετωπίστηκα από τους Σέρβους ως προδότρια επειδή αποτύπωσα τα βάσανα κάποιου άλλου.

Του άλλου.

Ακριβώς. Ενώ αυτό για το οποίο ήθελα να γράψω ήταν πως δε βλέπω κανέναν άνθρωπο ως τον άλλο. Είναι γελοίο να διαχωρίζεις τους ανθρώπους βάσει του ονόματός τους.

Ήθελες να γράψεις για τη χώρα σου, κάτι που δεν ήξερες καν τι σήμαινε, όπως επισημαίνεις στον επίλογο του βιβλίου. Το ανακάλυψες, τελικά, κατά τη διάρκεια της συγγραφής ή μετά την ολοκλήρωσή της;

Πολύ καλή ερώτηση!

Για μένα η συγγραφή δεν είναι θεραπεία. Στην πραγματικότητα, η ζωή μου θα ήταν πολύ ευκολότερη αν δεν έγραφα! (Γέλιο)

Από την άλλη, μέσω της διαδικασίας συγγραφής του συγκεκριμένου βιβλίου κατάφερα να μη σκέφτομαι κάτι- ή τουλάχιστον έθεσα ένα ερώτημα, ελπίζοντας κάποιοι αναγνώστες -ιδίως Σέρβοι- να βρουν την απάντησή τους.

«Πώς θα ήταν η ζωή σου αν είχες μουσουλμανικό όνομα;» είναι το ερώτημα που τους απεύθυνα μέσα από το βιβλίο.

Έχουν περάσει έξι χρόνια έκτοτε, είμαι ένας εντελώς διαφορετικός, άνθρωπος, κι όμως πρέπει να μιλάω γι’ αυτό επειδή μεταφράζεται σε διαφορετικές γλώσσες.

Αισθάνεσαι ότι η σύγχρονη βαλκανική λογοτεχνική παραγωγή υποαντιπροσωπεύεται σε επίπεδο υποψηφιοτήτων για σημαντικά λογοτεχνικά βραβεία διεθνώς ή υποτιμάται από τους αναγνώστες εκτός Βαλκανίων;

Και πώς μια νεοεισερχόμενη στο πεδίο της λογοτεχνίας όπως εσύ αντιμετωπίζει -και πιθανόν ξεπερνά- αυτούς τους σκοπέλους;

Σίγουρα υποαντιπροσωπεύεται, όπως και κάθε παραγωγή προερχόμενη από «μικρή» γλώσσα. Υπάρχει αφθονία μυθιστορημάτων γραμμένων στα αγγλικά. Ξέρουμε πολύ περισσότερα για αγγλόφωνους συγγραφείς απ’ ό,τι ξέρουν εκείνοι για εμάς.

«Δεν προκύπτει ξεκάθαρα από το βιβλίο σε ποιο πόλεμο αναφέρεσαι», μου είχε πει μια βιβλιοπώλισσα από την Καλιφόρνια. Είναι θλιβερό. Ενώ εγώ γνωρίζω τόσα σχετικά με τη βορειοαμερικανική πολιτική.

Υπάρχει, εξάλλου, και έλλειψη μεταφραστών. Δεν πληρώνονται αρκετά καλά.

Στους αναγνώστες αρέσει να διαβάζουν για τη Βοσνία από έναν συγγραφέα που γράφει στ’ αγγλικά ή στα γερμανικά. Κι αυτοί οι συγγραφείς θα αποκομίσουν βραβεία- κι έχουν αποκομίσει. Η μεγαλύτερη αγορά κερδίζει. Είναι απλά ο καπιταλισμός.

Όταν, όμως, επιλέγεις να γράψεις στη μητρική σου γλώσσα, η κατάσταση γίνεται εξαιρετικά δύσκολη. Μετέφρασα η ίδια το βιβλίο μου στα αγγλικά. Κανένας δε μου πρόσφερε ένα συμβόλαιο. Δεν ήξερα πως η συγγραφή θα μπορούσε να είναι καριέρα.

Απλώς ήθελα να βρω έναν ξένο εκδότη. Και ήξερα ότι δεν τα ψάχνουν αυτά. Δεν έχουν καν κάποιον που να γνωρίζει σερβοκροατικά, ουγγρικά ή κινέζικα.

Ούτε κατ’ αναλογία σε γειτονικές χώρες όπως η Ελλάδα.

Ακριβώς! Είναι πολύ απογοητευτικό. Ήταν πολύ δύσκολο για μένα να ανακαλύψω εδώ Ούγγρους συγγραφείς, για παράδειγμα. Και δεν αναφέρομαι καν σε σύγχρονους. Για τους κλασικούς μιλάω.

Πώς γίνεται να έχω διαβάσει περισσότερα για το Μπρούκλιν παρά για την Ουγγαρία, με την οποία, ως Σέρβοι, μοιραζόμαστε τόσα σε ιστορικό επίπεδο;

Το να βρω, επομένως, εκδότη, να μεταφραστεί η δουλειά μου, να πάρω κάποιο βραβείο προϋποθέτει πολλές μάχες.

Το Πιάσε το λαγό δεν αποτελεί ξαναδούλεμα της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων, αλλά μοιράζεται πολλά κοινά. Γιατί επέλεξες το συγκεκριμένο μυθιστόρημα ως πηγή έμπνευσης και αναφορών;

Χαίρομαι που το ρωτάς, γιατί πολλοί αναγνώστες παραβλέπουν το γεγονός αυτό. Η δομή του βιβλίου ακολουθεί εκείνη της Αλίκης...

Ξαναδιαβάζοντάς την, εντόπισα πολλές ομοιότητες ανάμεσα στη μικρή Αλίκη και στο να είσαι κοριτσάκι στη Βοσνία τον καιρό του πολέμου. Αν διαβάσεις την Αλίκη..., θα συνειδητοποιήσεις ότι είναι γεμάτη βία.

Κι όλοι διαρκώς ρωτάνε την Αλίκη ποια είναι κι από που κατάγεται. Και ποτέ δεν είναι αρκετά καλή: είτε είναι πολύ μεγάλη, είτε πολύ μικρή. Δεν ταιριάζει.

Έτσι ήταν και το να μεγαλώνεις στη Βοσνία εκείνο τον καιρό, όταν οι ενήλικες ανοησίες ξαφνικά έγιναν η λογική που δεν μπορούσες να διαφωνήσεις μαζί της. Έχεις το ένα όνομα, μένεις, έχεις το άλλο, φεύγεις.

Ήθελα, επομένως, να συνδέσω αυτούς τους κόσμους για να καταδείξω πόσο δύσκολο είναι να είσαι ένα αουτσάιντερ σε μια παράλογη δικτατορία- και να προσθέτω στοιχεία φαντασίας.

Οι πρωταγωνίστριες, η Λέιλα/Λέλα και η Σάρα, έπρεπε να είναι γυναίκες, πάντως.

Δεν ταυτίζομαι με κάποια από τις ηρωίδες εντελώς, αλλά για μένα η Ιστορία της Βοσνίας είναι η ιστορία της διαίρεσης των ανθρώπων. Ήμασταν γείτονες, φίλοι, μέλη μιας οικογένειας- κι ακόμα δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε σε πολιτικό επίπεδο.

Για λόγους πέρα από τον έλεγχό τους, δυο φιλενάδες ξεκινάνε από την ίδια αφετηρία, αλλά κινούνται προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Είναι ανίκανες να επικοινωνήσουν, αλλά και να εγκαταλείψουν η μία την άλλη. Κι αυτό έχει για μένα ένα βαθύτερο νόημα.

Νιώθω κοντά και στις δύο, αλλά -ευτυχώς!- δεν είμαι καμιά από αυτές.

Είσαι αυστηρή, ίσως σκληρή, σίγουρα σαρκαστική, αλλά συχνά και τρυφερή όταν αναφέρεσαι στη Βοσνία μέσω των ηρωίδων σου. Έτσι αισθάνεσαι και στην πραγματικότητα;

Το βιβλίο είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, αλλά πρόκειται για τα συναισθήματα της Σάρα, που είναι τραυματισμένη.

Διατηρώ μια πολύ θερμότερη σύνδεση με τη Βοσνία. Εκεί μεγάλωσα, δεν την εγκατέλειψα, ακόμα την επισκέπτομαι πολύ. Βλέπω πολλά καλά στη χώρα.

Αν και διαρκώς την κριτικάρω, την αγαπώ. Αγαπώ όλα τα παράξενα πράγματα που έχουμε εκεί και τον τρόπο που αυτά συγκρούονται μεταξύ τους.

Ίσως είμαι πιο κοντά στον χαρακτήρα της Λέιλα, δεν έχω ανάγκη να «ποιητικοποιήσω» τη χώρα μου, είμαι πολύ προσγειωμένη.

Τη βλέπω όπως είναι. Αν δεν μπορείς να βρεις δουλειά, φεύγεις. Είναι πολύ δύσκολο να δεις το οποιοδήποτε μέλλον στα Βαλκάνια ή στην Ευρώπη.

Στην τελική, και τα Βαλκάνια μέρος της Ευρώπης είναι.

Τρομάζω βλέποντας την ακροδεξιά στάση να επιστρέφει σε όλη την Ευρώπη. Ίσως ποτέ δεν εξαφανίστηκε.

Και όσον αφορά στα Βαλκάνια, ο μύθος είναι πιο σημαντικός από την πραγματικότητα, αισθάνομαι: ο μύθος του έθνους, του ανήκειν, του βασιλείου του 14ου αιώνα, των ηρώων και των τυράννων μοιάζουν να τυφλώνουν τους ανθρώπους.

Να τους καθιστούν τυφλούς απέναντι στην πραγματικότητα, στο πώς μοιάζει το σύστημα υγείας, το εκπαιδευτικό σύστημα, τα δημόσια μέσα μεταφοράς.

Όταν η οικονομική κατάσταση είναι τόσο κακή, αυτό που σου απομένει είναι ο μύθος. Κι αυτό λειτουργεί.

Μια μυθολογία μύθων που ταιριάζει σε διαφορετικούς πληθυσμούς.

Χωρίς αυτούς τους μύθους, οι άνθρωποι θα συνειδητοποιούσαν πόσο άσχημα είναι τα πράγματα. Η αίσθηση της ταυτότητάς τους θα κατέρρεε.

Υπάρχει μια αίσθηση έντονης παράλυσης, ούτε καν μπορείς να σκεφτείς ότι η κατάσταση θα μπορούσε να είναι διαφορετική.

Όταν υπάρχει πολιτική κρίση, οι πολιτικοί καταφεύγουν στην εθνικιστική παράνοια. Και ψηφίζονται.

Θα χρειαστούν άλλα τριάντα χρόνια για να σπάσει ο φαύλος κύκλος;

Αν δεν αρχίσουμε να ξεθάβουμε σκελετούς και ν’ αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας, κανένας αριθμός ετών δε θα ωφελήσει. Ο παππούς μου ήταν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης το 1941- πενήντα χρόνια μετά, αιματοχυσία.

Δε θέλω ν’ ακουστώ απαισιόδοξη, αλλά δε βλέπω πώς θα πάνε καλύτερα τα πράγματα.

Κι όμως, βιβλία όπως το δικό σου αφήνουν μια χαραμάδα ελπίδας ότι η κατάσταση θα μπορούσε να εξελιχθεί διαφορετικά.

Υπάρχει κάτι που ενώνει τους Βαλκάνιους της Διασποράς- κι είναι πιο δυνατό απ’ όσα μας χωρίζουν. Υπάρχουν περισσότεροι άνθρωποι με κοινό νου. Αλλά ζουν αλλού.

Ευχαριστώ θερμά τον Bernat Fiol (SalmaiaLit) για την πολύτιμη συμβολή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Ευχαριστώ την συγγραφέα για την παραχώρηση της φωτογραφίας της που συνοδεύει το κείμενο.

Το μυθιστόρημα της Λάνα Μπάστασιτς, Πιάσε το λαγό, κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση της Ισμήνης Ραντούλοβιτς.

Η Λάνα Μπάστασιτς συνομιλεί την Κυριακή 7 Μαΐου στο πλαίσιο της 19ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης (Περίπτερο 13, αίθουσα Διάλογος, 12:00-13:00) με την σλαβολόγο και καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Αλεξάνδρα Ιωαννίδου.