Σάββατο 30 Απριλίου 2022

Ανδρέας Σινάνος: «Εν αρχή ην το φως, όχι ο λόγος»

 


Γόνος πολυμελούς αγροτικής οικογένειας, ο Ανδρέας Σινάνος είναι από τους πλέον καταξιωμένους διεθνώς διευθυντές φωτογραφίας.

Επί μακρόν συνεργάτης του Θόδωρου Αγγελόπουλου, δουλεύει τα τελευταία χρόνια και με τον Τούρκο σκηνοθέτη Tayfun Pirselimoğlu, του οποίου η πιο πρόσφατη ταινία, Kerr, προβάλλεται από τις 28 Απριλίου. Συναντώντας τον Ανδρέα Σινάνο.

Η συντριπτική πλειονότητα των διεθνών παραγωγών όπου έχεις δουλέψει εκτυλίσσεται σε χώρες με κυρίαρχο το μουσουλμανικό στοιχείο. Tι σε συνδέει μ’ αυτή την (ανθρωπο)γεωγραφία;

Με απασχολεί τόσο πολύ το τεχνικό κομμάτι που συνήθως ξεχνάω και τον χώρο. Τον βλέπω πάντα μέσα από την κάμερα. Είμαι, δηλαδή, αρκετά συγκεντρωμένος στην ίδια την ταινία.

Επιμένω, ωστόσο. Πηγάζει από βιώματα, εμπειρίες ή κατοπινά ερεθίσματα η εμπλοκή μ’ αυτό το πολιτισμικό σύμπαν;

Έχω δουλέψει σε Μαρόκο, Τυνησία, αρκετά στην Τουρκία. Στα Βαλκάνια, φυσικά, με τον Αγγελόπουλο, εν μέσω πολέμου και εμπάργκο.

Δε θέλω να μιλήσω άσχημα για τους Μουσουλμάνους, αλλά η θρησκεία τούς σπρώχνει να γίνονται υποκριτές.

Κάνοντας τι;

Στο Μαρόκο, αν δεν κάνεις νηστεία κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού, πας φυλακή. Το γεγονός αυτό από μόνο του σε εξαναγκάζει να γίνεσαι ψεύτης, γιατί ένα ποσοστό ανθρώπων για διαφορετικούς λόγους δεν μπορεί να τηρήσει τη νηστεία.

Αυτό, όμως, δε συμβαίνει και σ’ άλλες θρησκείες;

Όχι τόσο. Στον χριστιανισμό -πιστεύεις δεν πιστεύεις- αυτό δεν αφορά κανέναν. Είναι τελείως προσωπικό ζήτημα. Ποιος θα σε κρίνει αν τη Μεγάλη Παρασκευή φας κρέας;

Στο Μαρόκο υπάρχουν θρησκευόμενοι και μη θρησκευόμενοι, η Τουρκία είναι πιο κοσμοπολίτικη.

Πόσες φορές έχεις ταξιδέψει ή/και παραμείνει εκεί;

Το πρώτο μου ταξίδι στην Τουρκία έγινε το 1983 επί καθεστώτος Εβρέν. Ήταν μια άλλη Τουρκία, μέσα στις λάσπες. Για τη θέρμανση χρησιμοποιούσαν αέριο, κι αυτό αιωρείτο, το μύριζες στην ατμόσφαιρα.

Την πρώτη φορά που επισκέφτηκα την Κωνσταντινούπολη ένιωσα πως είχα μνήμες, παρότι δεν καταγόμουν από εκεί.

Δουλεύοντας, όμως, για τον Αγγελόπουλο αποκοβόσουν από άλλους σκηνοθέτες. Κάθε ταινία του απορροφούσε δυο-τρία χρόνια από τη ζωή σου. Ελάχιστοι συνεργάτες του είχαν δουλέψει με άλλους σκηνοθέτες.

Ο μακαρίτης ο Παναγιωτόπουλος, για παράδειγμα, με φώναξε όταν είχε φιλιώσει με τον Αγγελόπουλο. Άλλοτε κρατούσε αποστάσεις. Οπότε «ξανοίχτηκα» μετά τον θάνατο του Θόδωρου.

Ήταν σχεδόν αποκλειστική σχέση.

Για το τελευταίο του φιλμ, που δυστυχώς δεν ολοκληρώθηκε, κάναμε προετοιμασία επί δύο χρόνια.

Η τελευταία που προβλήθηκε ήταν η Σκόνη του χρόνου.

Είχε φοβερή προετοιμασία, τον ακολουθούσα σε όλα τα ταξίδια.

Υπήρχαν εντάσεις ή διαφωνίες μεταξύ σας;

Με τους σκηνοθέτες ή τα βρίσκεις ή δεν τα βρίσκεις. Αισθάνεσαι κάτι ή σε νιώθουν.

Με τον Θόδωρο μιλούσαμε για τα οικογενειακά μας, για την πολιτική. Κάνοντας ρεπεράζ και ανταλλάσσοντας φωτογραφίες προέκυπτε, φυσικά, μια πρώτη μορφή της ταινίας. Η ζωή του ήταν το σινεμά, το γύρισμα η «ανάσα» του.

Με τον Tayfun, αντίστοιχα: έχουμε πάει μια-δυο φορές σε Σμύρνη και Σύρο όπου θα γίνουν τα γυρίσματα της επόμενης δουλειάς του και θα ξαναπάμε, αλλά μιλάμε μόνο για τα απαραίτητα. Τα υπονοείς λίγο τα πράγματα.

Κάθε διευθυντής φωτογραφίας έχει, εξάλλου, τον τρόπο του να δουλεύει το φως.

Μπορεί γι’ αυτόν τον χώρο όπου βρισκόμαστε σε μια δεδομένη ταινία να απαιτείται ο ένας και σε μια άλλη ο άλλος φωτισμός, όμως ο τρόπος που θα φωτίσεις είναι ο ίδιος. Οι συνθέσεις αλλάζουν λίγο.

Πώς γίνεσαι φωτογράφος; Σε ελκύει το φως. Εν αρχή ην το φως, όχι ο λόγος.

Έτσι εξελίχτηκες κι εσύ;

Κάπως έτσι. Παρότι καταγόμουν από κωμόπολη, το σινεμά μού άρεσε από δεκατριών χρονών.

Έβλεπα τέσσερις ταινίες την εβδομάδα. Υπήρχαν δύο κινηματογράφοι, οι οποίοι έπαιρναν τα φιλμ «πακέτο». Ξαφνικά, όμως, έφτανε κι ένας Μπέργκμαν ή ένας Βισκόντι.

Που άφησαν τα ίχνη τους.

Σαφώς, τις θυμάμαι αυτές τις ταινίες. Το πρώτο ξένο φιλμ που είδα ήταν το Ο άνθρωπος που γνώριζε πολλά, του Χίτσκοκ. Ήμουν μικρός και είχα κατατρομάξει. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ.



Η σχέση σου με το φως έχει εμπλουτιστεί με τα χρόνια;

Ασφαλώς. Το κυνηγάς. Δεν έχω μάθει, προσπαθώ να μαθαίνω ακόμα. Με την πάροδο των χρόνων στέκομαι καλύτερα στα πόδια μου, αλλά πάντα έχω μια αγωνία, μια ανησυχία.

Εξαρτάσαι κι απ’ τον σκηνοθέτη. Αν δεν έχεις κάποιον να σου στήσει ωραία πλάνα, δε γίνεται τίποτα.

Για σκηνοθέτες που έχουν κάτι να πουν, ακόμα και με λίγα χρήματα, μια φτηνή κάμερα και μερικούς εθελοντές μπορούν να κάνουν μια ταινία.

Ο συγχωρεμένος ο Αγγελόπουλος γύρισε την Αναπαράσταση με πέντε ανθρώπους και χρήματα που του βρήκε ο Σαμιώτης. Για κάποιους ήταν από τις καλύτερες δουλειές του.

Νιώθεις ότι η συμβολή σου ως διευθυντή φωτογραφίας έχει υπάρξει σημαντική, αν όχι καθοριστική, στις δουλειές όπου έχεις εμπλακεί;

Εκ των πραγμάτων είναι καθοριστική, όπως άλλωστε το σενάριο, οι ηθοποιοί κι οι χώροι- και το πώς θα τους αντιμετωπίσεις. Αν δεν έχεις άξιο διευθυντή φωτογραφίας, δε «βγαίνουν» οι χώροι.

Παρόλα αυτά, εγώ ξεκίνησα συμβατικά, με σκηνοθέτες όπως τους συγχωρεμένους Ξανθόπουλο και Βακαλόπουλο. Ή με τον Καρακανεβάτο, με τον οποίο κάναμε το Μεταίχμιο, μια δουλειά που ακόμα αντέχει.

Με τον Κακογιάννη δεν ευτύχησα, στην προτελευταία ταινία του. Δεν είχαν υπομονή ο Μιχάλης και κάποιοι παραγωγοί.

Αξιολογείς τα σενάρια πριν εμπλακείς;

Παλιά δεν έκρινα τα σενάρια. Αλλά πρέπει να πιστέψεις ένα σενάριο για να βγάλεις δουλειά. Αν πάψει το ενδιαφέρον, δεν υπάρχει κι αποτέλεσμα. Τώρα έχω γίνει πιο κριτικός.

Για τον Tayfun Pirselimoğlu δεν έχεις αμφιβολίες.

Τον εκτιμώ πάρα πολύ και πιστεύω στις ταινίες του.

Από την άλλη, ο Tayfun είναι ένας άνθρωπος που επιμένει σε ένα συγκεκριμένο είδος κινηματογράφου, ενώ είναι ευφάνταστος, γρήγορος, ξέρει τι γίνεται στον κόσμο, έχει την ικανότητα να εφευρίσκει ιστορίες και να γυρίσει μια πιο εμπορική δουλειά.

Κάνει το είδος του αλληγορικού, υπαινικτικού σινεμά στο οποίο αναφέρθηκες κι εσύ.

Ζούμε και σε καταστάσεις όπου δεν μπορείς να τα πεις όλα.

Στο Kerr, ειδικά, το πιο πρόσφατο φιλμ του, o σουρεαλισμός «συναντά» την παράνοια.

Μόλις διάβασα το σενάριο, κατάλαβα αμέσως τι ήθελε να πει ο ποιητής! Δεν είχα αμφιβολίες.

Είναι μια ταινία «γέννημα» και των συνθηκών της πανδημίας;

Το σενάριο ήταν γραμμένο πολύ πριν την πανδημία. Τελείωνα το φιλμ όταν υπήρχαν τα πρώτα κρούσματα στην Κίνα. Βιάστηκα να επιστρέψω στην Ελλάδα, για να μη με προλάβει μια καραντίνα ή μην αρρωστήσω.

Κι όμως, είναι σαν το σενάριο να είναι γραμμένο υπό την επήρεια της περιόδου.

Υπάρχει η πολιτική διάσταση, που για μένα είναι πολύ ξεκάθαρη.

Μου αρέσει αυτή η γόνιμη απροσδιοριστία στην τέχνη και στο σινεμά.

Δε χρειάζεται πάντα μια ανάλυση, σαν να πρόκειται για μαθηματική εξίσωση. Ούτε κι ο Ταyfun θα ήξερε να εξηγήσει ακριβώς.



Πώς επιτυγχάνεται αυτή η σιωπή στο φιλμ;

Γενικώς δε μιλάω, δυσκολεύομαι να δίνω συνεντεύξεις.

Ή έχεις επικοινωνία, «συνενοχή» με κάποια άτομα ή όχι, όπως σου είπα και πιο πριν. Ή σου αρέσει ο τρόπος κάποιου και συμβάλλεις από την πλευρά σου, ή δεν μπορείς. Θέλει προσπάθεια. Με τον Tayfun λειτουργεί.

Παρότι οι ταινίες του είναι υπαινικτικά πολιτικότατες -αν και με υπαρξιακό τρόπο- χρηματοδοτούνται από κρατικούς φορείς.

Είναι από τους σημαντικούς Τούρκους σκηνοθέτες, όχι κάποιος τυχαίος.

Από την άλλη, είναι το υπαρξιακό στοιχείο που «μετράει». Ακόμα κι οι άνθρωποι του καλλιτεχνικού «σιναφιού», δε θέλουν να δουν πιο πέρα. Μπορεί να είναι «αντί», αλλά κάποια πράγματα τους βολεύουν.

Χωρίς ως Έλληνας να μπορώ να μιλήσω με τους Τούρκους πολιτικά, την τουρκική Αριστερά δεν τη βλέπω πουθενά.

Ο Ερντογάν κάπου βολεύει τους Τούρκους, αισθάνομαι. Ενώ είναι εναντίον του, τούς κάνει περήφανους για τη χώρα τους.

Δεν είναι πολωμένη η τουρκική κοινωνία;

Είναι πολωμένη ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους, όπως και οι ευρωπαϊκές χώρες. Από την άλλη, επειδή υπάρχει πολλή «μαύρη» εργασία, δε νιώθεις ότι υπάρχει κρίση, δε βλέπεις παρηκμασμένους ανθρώπους.

Κι όχι μόνο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και στην επαρχία. Η τουρκική οικονομία στηρίζεται στην οικοδομή. Γκρεμίζει και χτίζει.



Το θέμα είναι τι χτίζεται στη θέση όσων γκρεμίζονται.

Για μια ταινία του Ντερβίς Ζαΐμ είχα πάει στο Γκαζιαντέπ, γνωστό ως η πατρίδα του μπακλαβά. Παλαιότερα είχε εντελώς αραβικό χαρακτήρα, και από αρχιτεκτονικής άποψης και σε επίπεδο νοοτροπίας.

Τώρα, η μισή πόλη είχε ξαναχτιστεί και η υπόλοιπη γκρεμιζόταν μοιάζοντας με βομβαρδισμένο τοπίο. Η ταχύτητα της κατεδάφισης ήταν τέτοια, που δεν προλαβαίναμε με τα γυρίσματα. Την επομένη μπορεί να είχε πέσει όλο το τετράγωνο.

Είναι για σένα το σινεμά και η διεύθυνση φωτογραφίας τρόποι διάσωσης της μνήμης ανθρώπων και τόπων;

Βέβαια. Το να βρεις, όμως, χώρους δυσκολεύει όλο και περισσότερο, γιατί αλλάζουν τα πάντα, άρα και ο φωτισμός μιας πόλης.

Στα γυρίσματα του Λιβαδιού που δακρύζει στο ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης έπρεπε να αλλάξω λαμπτήρες, αλλά δεν υπήρχαν πια λαμπτήρες πυρακτώσεως.

Ο κινηματογράφος, ωστόσο, δεν τελειώνει -ούτε κι οι άνθρωποι ή οι κοινωνίες.

Δεν ξέρω αν είναι καλύτερος ή χειρότερος. Εγώ, πάντως, έχω «κολλήσει» στο σινεμά της δεκαετίας του 1970.

Ίσως γιατί είναι οι πρώτες μου αναμνήσεις ή γιατί ήμουν στην Ιταλία εκείνη την περίοδο κι έβλεπα «ζεστές» ταινίες του Βισκόντι, του Φελίνι. Είναι το σινεμά που με καθόρισε. Αυτές τις δουλειές τις εκτιμώ τώρα περισσότερο. Και δεν ξαναγίνονται.

Πρόσφατες παραγωγές παρακολουθείς;

Μπορεί να δω φιλμ που να μ’ αρέσουν. Τα κρίνω, όμως, όταν ξυπνήσω την επομένη. Σήμερα, λοιπόν, δε σου μένει κάτι όταν ξυπνήσεις. Παλιά, κάτι μου έμενε από κάποιες ταινίες. Εσύ είσαι νέος, τα βλέπεις αλλιώς!

Ευχαριστώ θερμά τον Ανδρέα Σινάνο για την παραχώρηση της φωτογραφίας του που συνοδεύει την ανάρτηση.

Η ταινία του Tayfun Pirselimoğlu Kerr, σε διεύθυνση φωτογραφίας Ανδρέα Σινάνου, προβάλλεται από τις 28 Απριλίου στον κινηματογράφο Μικρόκοσμος.



Παρασκευή 29 Απριλίου 2022

Ερίκ Γκραβέλ: «Σήμερα αγωνιζόμαστε για να μη χάσουμε περισσότερα»

 


Νευρώδες ταξικό/υπαρξιακό θρίλερ, το Full Time του Ερίκ Γκραβέλ αφηγείται την ιστορία της Ζιλί, χωρισμένης μητέρας με δύο ανήλικα παιδιά, που μάχεται να εξισορροπήσει εργασία και μητρότητα.

Η βραβευμένη στο περσινό Φεστιβάλ Βενετίας και στο 22ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Ελλάδος ταινία προβάλλεται στα σινεμά από τις 5 Μαΐου. Συνομιλώντας με τον σκηνοθέτη.

Αμφότερες οι μεγάλου μήκους μυθοπλαστικές δουλειές σου καταπιάνονται με την εργασία, την ανεργία, την αναζήτηση δουλειάς. Τι σε ελκύει σ’ αυτό το θεματικό πεδίο;

Περίμενα πολύ πριν κάνω την πρώτη μου ταινία μυθοπλασίας. Οι μικρού μήκους μου ήταν αστείες, ήθελα να κάνω τους θεατές να γελάσουν παρακολουθώντας τις.

Για να κάνεις, όμως, ένα μεγάλου μήκους φιλμ, πρέπει να έχεις κάτι να πεις. Αυτό, λοιπόν, που είχα να πω άρχισα, πιθανόν, να το αντιλαμβάνομαι μετά το δεύτερο φιλμ μου.

Ο πατέρας μου αγωνιζόταν όλη του τη ζωή με τη δουλειά του. Με μεγάλωσε μόνος του. Όταν ήμουν παιδί, αναρωτιόμουν αν θα κατάφερνα να επιλέξω την εργασία μου ή αν εκείνη θα μου επιβαλόταν.

Γι’ αυτό ασχολούμαι με τη σχέση ανάμεσα στους χαρακτήρες και τη δουλειά τους. Το βρίσκω ενδιαφέρον να μιλάω για ανθρώπους που προβαίνουν σε πολύ δυνατές επιλογές και είναι πολύ αφοσιωμένοι στη δουλειά τους.

Γιατί, όμως, είμαστε τόσο αφοσιωμένοι σ’ αυτή;

Τι σημαίνει και πώς μας διαμορφώνει ως ανθρώπινες υπάρξεις συνολικά.

Συνειδητοποίησα, επομένως, ότι μου είχε «κολλήσει» αυτό το θέμα. Δεν ξέρω αν θα συνεχίσει να με απασχολεί. Έτσι φαίνεται.

Σε αντίθεση με το μεγάλου μήκους ντεμπούτο σου μυθοπλασίας, το Full Time δεν είναι καθόλου ανάλαφρο. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα υπαρξιακό, ταξικό θρίλερ. Τι υπαγόρευσε αυτή την αλλαγή τόνου;

Το ίδιο το θέμα.

Ήθελα να μιλήσω για ανθρώπους που γνωρίζω, ανθρώπους που -όπως εγώ- ζουν στην ύπαιθρο και παλεύουν. Δεν υπάρχει τίποτα αστείο σ’ αυτόν τον τρόπο ζωής, αλλά - αντιθέτως- πολύ άγχος.

Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι ξυπνάνε καθημερινά στις πέντε τα ξημερώματα και ταξιδεύουν με τρένο επί δύο ώρες για να φτάσουν στον χώρο εργασίας τους. Αυτή είναι η ζωή τους μέχρι να συνταξιοδοτηθούν.

Ή μέχρι να καταρρεύσουν.

Οι περισσότεροι δεν καταρρέουν, ωστόσο. Απλώς συνεχίζουν, γιατί έχουν «κολλήσει». Αυτό με απασχολεί. Γιατί συμβαίνει; Από προσωπική επιλογή; Από κυβερνητική επιλογή; Λόγω του τρόπου συγκρότησης της κοινωνικής δομής;

Δεν ξέρω. Εξαιτίας όλων αυτών των λόγων, νομίζω. Δεν έχω την απάντηση, όμως, μονάχα έναν τρόπο να μιλάω γι’ αυτό το θέμα. Πιο πολύ θέλω να μιλήσω για το εσωτερικό βίωμα.

Λορ Καλαμί


Η πρωταγωνίστρια της ταινίας, η Ζιλί (Λορ Καλαμί), είναι μια μαχήτρια. Κι όμως, είναι ακόμη και ατομίστρια. Από τη μία, ταυτίζομαι με το δράμα και τον αγώνα της.

Από την άλλη, κάθε πράξη της εξυπηρετεί τους ατομικούς στόχους της, όχι κάτι πιο συλλογικό. Και μ’ αυτή τη λογική δεν μπορώ να ταυτιστώ.

Αυτός είναι ο καπιταλισμός από την οπτική γωνία ενός ατόμου.

Η Ζιλί δεν είναι τέλεια, κι αυτό το βρίσκω ενδιαφέρον. Μέσω της επιλογής της μάς κάνει να σκεφτούμε για τις δικές μας επιλογές. Αυτό που μ’ αρέσει στον χαρακτήρα της είναι ότι δεν πρόκειται για μια κοινωνική αναπαράσταση.

Μου αρέσει να μιλάω για κάποιον που λέει πως δε θέλει να τα παρατήσει. Παρατηρώντας έναν τέτοιο χαρακτήρα οδηγούμαστε στο να σκεφτούμε για τον εαυτό μας.

Ήθελα να κάνω ένα φιλμ για τον ατομικό και τον συλλογικό αγώνα. Η αίσθηση είναι η ίδια. Πενήντα χρόνια πριν αγωνιζόμασταν για να έχουμε κάτι ακόμα, σήμερα αγωνιζόμαστε για να μη χάσουμε περισσότερα.

Η Ζιλί χρειάζεται βοήθεια. Δε θέλει να «βουλιάξει». Θέλει να παραμείνει στην επιφάνεια. Το ίδιο συμβαίνει και με την κοινωνία, που δε θέλει να πέσει πιο χαμηλά.

Αυτή είναι η κυρίαρχη νοοτροπία, ο κάθε άνθρωπος να αγωνίζεται για τα ατομικά του συμφέροντα.

Δεν είμαι καν σίγουρος πως πρόκειται για νοοτροπία. Πολλοί άνθρωποι απλώς λειτουργούν έτσι. «Ζω μέσα σ’ ένα σύστημα, ακολουθώ έναν δρόμο», σου λένε. Σ’ αυτόν πορεύεται κι η Ζιλί.

Ο αγώνας συνίσταται στο να πεις: «Δε θα ακολουθήσω αυτόν τον δρόμο». Ούτε καν η επιλογή να δουλέψει σ’ ενα σουπερμάρκετ στον τόπο κατοικίας της είναι εύκολη.

Είχες σκεφτεί διαφορετικά πιθανά φινάλε; Υπαινίχθηκες δύο, ίσως.

Εξ αρχής το φιλμ διέθετε μια δομή, διαπνεόταν από μια ιδέα. Το σημαντικό ήταν ο χαρακτήρας της Ζιλί και το πώς νιώθουμε γι’ αυτόν. Όλα είναι ένα σύνολο, και ήξερα το τέλος.

Ουσιαστικά, τίποτα δεν τελειώνει: οι απεργίες, ο αγώνας, το τρέξιμο. Ταυτόχρονα, ήθελα να δείξω ότι η ιστορία μπορεί να ιδωθεί από τον καθένα με διαφορετικό τρόπο που δεν είναι προκαθορισμένος.

Αισθάνομαι την πίεση που η Ζιλί βιώνει, και ώρες ώρες είναι ασφυκτική. Υποθέτω πως ήταν ένας από τους βασικούς σου στόχους.

Δε θα μπορούσα να μελετήσω την κατάστασή της με ντοκιμαντερίστικο τρόπο. Το βρίσκω λιγάκι αναξιοπρεπές.

Αν μιλάω γι’ αυτήν την γυναίκα, είμαι μαζί της. Ο τρόπος μου ν’ αφηγηθώ την ιστορία είναι ο εκ των έσω τρόπος. Οπότε, βάζω τον θεατή μέσα στην Ζιλί- ή εκείνη μέσα στον θεατή. Για να υπάρξει κι ένας στοχασμός για την κατάστασή της.

Συνεπώς το βίωμα της ενσυναίσθησης από την πλευρά του θεατή έναντι ενός χαρακτήρα είναι θεμελιώδες για σένα.

Όταν γράφω, αυτός είναι ο κύριος στόχος μου. Αυτό ισχύει και για τους δευτερεύοντες χαρακτήρες- για παράδειγμα, η ηλικιωμένη κυρία Λουζινί που θέλει να φροντίζει τα παιδιά της Ζιλί.

Πρόκειται για ανθρώπους που βρίσκονται παγιδευμένοι μέσα σε έναν ρόλο. Το βλέπουμε και στην περίπτωση της προϊσταμένης της Ζιλί στο ξενοδοχείο, η οποία φοβάται να την υποστηρίξει υπερβολικά μήπως βρεθεί και η ίδια σε δύσκολη θέση.

Όλοι νιώθουν την πίεση του συστήματος. Χωρίς να είναι η πρόθεσή μου, κάνοντας την ταινία συνειδητοποίησα τι είναι ικανό να επιβάλλει το σύστημα διαχείρισης ανθρώπινων πόρων στον άνθρωπο. Είναι πολύ σκληρό.

Και οι κυβερνήσεις διοικούν όπως οι επιχειρήσεις.

Λορ Καλαμί


Ακόμα και η ίδια η εργατική τάξη έχει προφανώς αλλάξει.

Προέρχομαι από φτωχό περιβάλλον. Ήθελα, όμως, να μιλήσω για τη μεσαία τάξη. Όταν είσαι κομμάτι της, αντιλαμβάνεσαι τον τρόπο που κινείται η κοινωνία.

Στο παρελθόν είχαν ένα πουλάκι στα ορυχεία και όταν υπήρχε διαρροή, το πουλί πέθαινε πρώτο κι έτσι οι άνθρωποι προλάβαιναν να διαφύγουν και να σωθούν. Η μεσαία τάξη αντιπροσωπεύει αυτό το πουλί.

Από την άποψη των κινηματογραφικών αναφορών, εντοπίζω την επίδραση των Αδερφών Νταρντέν.

Είναι αστείο, αλλά όχι!

Διαφωνείς.

Ίσως, αλλά δεν προέρχεται από μένα. Μου αρέσει το σινεμά τους, αλλά έχω δει περισσότερο Κεν Λόουτς. Ούτε κι ο Λόουτς είναι η κύρια αναφορά μου, όμως. Αν κάνω κοινωνικές ταινίες, δεν είναι γιατί μου αρέσουν.

Πιο πολύ προτιμώ την ενέργεια των φιλμ της δεκαετίας του 1970, όπως των Τζον Σλέσινγκερ ή Σίντνεϊ Λουμέτ, μια ενέργεια στην υπηρεσία των κοινωνικών φιλμ.

Το Σκυλίσια μέρα είναι ένα τέτοιο, και λέει πολλά για τη βορειοαμερικανική κοινωνία της εποχής.

Πάντως υπάρχουν εντυπωσιακές ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στους χαρακτήρες της Ροζέτα και της Ζιλί.

Δεν έχω πρόβλημα με τον παραλληλισμό. Είναι εκπληκτική ταινία. Ωστόσο, απέχω πολύ από αυτό που κάνουν οι Νταρντέν, δεν είμαι νατουραλιστής.

Ίσως η επίδραση λειτούργησε ασυνείδητα, μιας και είδα την Ροζέτα πολύ καιρό πριν και δεν την ξαναείδα έκτοτε. Μπορεί να έμεινε κάτι και να περίμενε να εκδηλωθεί.

Ερίκ Γκραβέλ, Λορ Καλαμί


Δεν αισθάνεσαι λίγο παράξενα που μια τέτοια ταινία έχει γίνει επιτυχημένη- κριτικά και εμπορικά;

Απολύτως όχι!

Ο πατέρας μου δεν ήταν σινεφίλ, δεν ήξερα πολλά για τον κινηματογράφο. Αλλά το έβλεπα στα μάτια του όταν παρακολουθούσε ένα καλό φιλμ. Ποιος νοιάζεται για το θέμα; Ο τρόπος που παρακολουθώ ταινίες δεν είναι  ελιτίστικος.

Σημαντική αναφορά για μένα είναι τα φιλμ του Έλιο Πέτρι, οι ιταλικές ταινίες του 1950-1960: δημοφιλείς και ταυτόχρονα κοινωνικές. Είναι σπουδαίο τα φιλμ να είναι δημοφιλή και κοινωνικά την ίδια στιγμή. Αυτός είναι ο στόχος μου.

Με θλίβει το να παρακολουθεί μια ελίτ αστών, καλλιεργημένων ανθρώπων σημαντικές ταινίες. Θέλεις να βλέπεις φιλμ σχετικά με εσένα. Αν, λοιπόν, βρίσκεσαι στην οθόνη, είναι επειδή είσαι εξίσου καλός με τον οποιονδήποτε.

Έτσι ένιωσαν οι γαλλόφωνοι κάτοικοι του Κεμπέκ απ’ όπου κατάγομαι όταν πρωτοείδαν τους εαυτούς τους στη μεγάλη οθόνη τη δεκαετία του 1960.

Όταν πάλι ανύπαντρες/χωρισμένες μητέρες βλέπουν το Full Time, λένε: «Τώρα μιλάνε για μένα». Αν πρόκειται για δημοφιλή ταινία, αυτό είναι σπουδαίο!

Eυχαριστώ θερμά την Νιόβη Βουδούρη (Cinobo) για την πολύτιμη συνδρομή της στην υλοποίηση της συνέντευξης, η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 22ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Ελλάδος.

Την ευχαριστώ επίσης για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού σκηνοθέτη και πρωταγωνίστριας.

Η ταινία του Ερίκ Γκραβέλ Full Time προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 5 Μαΐου σε διανομή του Cinobo.



Δευτέρα 25 Απριλίου 2022

Ραφαέλ Ρέιχ: «Ο Φρανκισμός είναι ένα φάντασμα που χαίρει άκρας υγείας»

 


Δομημένο σε τρεις άξονες -θρησκεία, ποδόσφαιρο, πολιτική-, το κατ’ επίφασιν νουάρ μυθιστόρημα του Ραφαέλ Ρέιχ, Τα πάντα συγχωρούνται, συνιστά ένα καλειδοσκοπικό πορτρέτο της αμφιλεγόμενης Ισπανικής Μεταπολίτευσης.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις πάντα ανήσυχες Εκδόσεις Carnívora, κι ο συγγραφέας μοιράστηκε μαζί μας μερικά «κλειδιά» για την κατανόησή του.

Εκτός από πολυβραβευμένος συγγραφέας, είστε και καθηγητής δημιουργικής γραφής. Τι διδάσκεται από τη γραφή και πόσο αλλάζετε μέσα από μια τόσο δυναμική διαδικασία;

Η γραφή, κάθε γραφή, είναι πάντα δημιουργική, υπό την έννοια ότι δημιουργεί ένα ιδιαίτερο σημείο αναφοράς για όποιον γράφει.

Για παράδειγμα, ετούτη η συνέντευξη με υποχρεώνει, απαντώντας την, να θέσω καινούργια ερωτήματα για εκείνο το μυθιστόρημα, να αναρωτηθώ ποιος ήμουν εγώ, όταν το έγραψα, τι προσπαθούσα να πω και τι θέλησα να αποκρύψω.

Έτσι γίνεται πάντα νομίζω, στη δική μου τουλάχιστον περίπτωση, ποτέ δε γράφω για να πω κάτι, αλλά για να ανακαλύψω τι ήταν αυτό που ήθελα να πω.

Δομημένο σε τρεις άξονες -θρησκεία, ποδόσφαιρο, πολιτική-, το κατ’ επίφασιν νουάρ μυθιστόρημά σας, Τα πάντα συγχωρούνται, συνιστά ένα καλειδοσκοπικό πορτρέτο της αμφιλεγόμενης -και αμφισβητούμενης- Ισπανικής Μεταπολίτευσης.

Τι συνέχει αυτούς τους άξονες και γιατί είναι τόσο καθοριστικοί στη διαμόρφωση της ισπανικής «ψυχής»;

Ουδέποτε στη ζωή μου έχω δει ποδοσφαιρικό αγώνα, ολόκληρο τουλάχιστον. Τα πάντα στο μυθιστόρημά μου βασίζονται σε δημοσιογραφικά ρεπορτάζ.

Προσωπικά, το βαριέμαι το ποδόσφαιρο και με κάνει να νιώθω σαν εξωγήινος σε έναν άγνωστο πλανήτη με απόκρυφα χόμπι.

Γι’ αυτό ακριβώς με ενδιαφέρει, θέλω να καταλάβω τι συμβαίνει στους υπόλοιπους, πώς είναι δυνατόν όχι μόνο να τους διασκεδάζει, αλλά και να ξυπνάει μέσα τους τόσα πάθη.

Η σχέση μου με τη θρησκεία είναι εντελώς διαφορετική:

Eίμαι εκ γενετής άθεος -μολονότι, λόγω γενιάς, έλαβα θρησκευτική ανατροφή- και η θρησκεία μού φαίνεται τόσο παιδιάστικη, όσο και το ποδόσφαιρο, παρότι πολύ πιο διεστραμμένη, όπως μπορούμε καθημερινά να διαπιστώσουμε.

Όσον αφορά την πολιτική, υπήρξα ανέκαθεν κομμουνιστής και ανέκαθεν πίστευα ότι όλοι μας οφείλουμε να συμμετέχουμε ενεργά στην πολιτική ζωή

Εκτός αν προτιμούμε να πάσχουμε από ιδιωτεία -τόσο κατά την ετυμολογική, όσο και κατά τη δημώδη έννοια[1]- και να ασχολούμαστε μονάχα με τις προσωπικές μας υποθέσεις.

Θεωρώ πως αυτοί οι τρεις συγκεκριμένοι άξονες χαράζουν στην πραγματικότητα το χάρτη της συλλογικής μας ζωής, και όχι μόνο στην Ισπανία, μάλλον.

«Εγώ είμαι μονάχα μια φωνή ανάμεσα στους ίσκιους, ο απόηχος απ’ τις φωνές των άλλων», αυτοσυστήνεται ο αφηγητής του βιβλίου σας και «προδότης» της τάξης του, Αντόνιο Μενέντεθ Βίχιλ. Γιατί είναι πρώην ασφαλίτης;

Οι ασφαλίτες που κρύβονται στους ίσκιους είναι συγχρόνως και ο δικός μας ίσκιος.

Kουβαλάνε μυστικά, νιώθουν ενοχή και μεταμέλεια, αποφασίζουν ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει, κάνουν λάθη, είναι το κομμάτι του εαυτού μας που δε θέλουμε να αντικρίσουμε καταπρόσωπο και στο φως της μέρας.

Στην Ισπανία υπάρχει «κάτω από κάθε κέρμα, πίσω από κάθε χαρτονόμισμα, ένας εμφύλιος που κανείς δε θέλει να θυμάται», συμπεραίνει κάπου αλλού. Εξακολουθούν να στοιχειώνουν τη χώρα τα φαντάσματα του Φρανκισμού;

Ο Φρανκισμός είναι ένα φάντασμα που χαίρει άκρας υγείας.

Απ’ το χωριό μου, στην οροσειρά της Γουδαράμα, φαίνεται ακόμα ο πέτρινος σταυρός που ο Φράνκο ανάγκασε τους αιχμαλώτους του Δημοκρατικού Στρατού να κατασκευάσουν.

Η μούμια του Φράνκο δε βρίσκεται πλέον από κάτω, ο σταυρός όμως συνεχίζει να στέκει όρθιος, και ας είναι τόσο εύκολο να γκρεμιστεί, έτσι και μισή ντουζίνα ανθρακωρύχοι από την Αστούρια αποφασίσουν να το κάνουν.

Η ισπανική Δεξιά έχει φρανκική ιδεολογία, γεγονός που είναι εμφανές κάθε φορά που το σενάριο ξεφεύγει λιγάκι. Περισσότερο απ’ το να στοιχειώνουν τη χώρα, θα έλεγα ότι συμμετέχουν στη δομή της εξουσίας.

Και ας μη μιλήσουμε για τον υποσυνείδητο Φρανκισμό: τον φόβο να μιλήσεις δημοσίως, να τραβήξεις την προσοχή, να πάρεις θέση ή να εναντιωθείς σ’ αυτούς που διατάζουν.

«Αυτή ήταν ο ιστός που διατηρούσε ενωμένη την πατρίδα: η βασανισμένη μεσαία τάξη, “ό,τι απέμενε από αγάπη και ενότητα”», υποστηρίζει σε άλλο σημείο. Τι απέγινε η ισπανική μεσαία τάξη στις μέρες μας;

Το ίδιο που φαντάζομαι πως απέγινε και στην Ελλάδα. Με τις οικονομικές κρίσεις, την αναλγησία και την απληστία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η μεσαία τάξη διαρκώς φτωχαίνει.

Είναι το ίδιο που διαβάζω στα μυθιστορήματα του καλού μου φίλου Πέτρου Μάρκαρη, το ίδιο που βλέπω να συμβαίνει στις ισπανικές πόλεις.

«Όλος ο κόσμος δέχτηκε με ανακούφιση το τέλος του Ψυχρού Πολέμου... εκτός από τους πράκτορες που το έκαναν εφικτό, οι οποίοι βρέθηκαν αίφνης εκτός τόπου και χρόνου», σαρκάζει ο Βίχιλ.

Μήπως, τελικά, αυτός ο πόλεμος συνεχίζεται με άλλη μορφή;

Έτσι φαίνεται, ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι μια απόπειρα αν όχι να αναβιώσει ο Ψυχρός Πόλεμος, να αναδιαμορφωθεί τουλάχιστον το αποτέλεσμα.

Το Σύμφωνο της Βαρσοβίας δεν υφίσταται πλέον, το ΝΑΤΟ ωστόσο εξακολουθεί να υπάρχει, όλο και πιο επικίνδυνα κοντά στη Ρωσία. Αναμενόμενα ήταν όλα αυτά, το δύσκολο είναι να φανταστούμε πώς θα τελειώσουν.

«Ένα έγκλημα είναι η αποκάλυψη της κοινωνικής αλήθειας;» αναρωτιέται ο Κάρλος Κλοτ, ένας άλλος χαρακτήρας. Συμφωνείτε;

Κάτω από την κοινωνική ηρεμία και ομαλότητα υπάρχουν όλο και μεγαλύτερες εντάσεις. Υπάρχει -μολονότι δεν είναι πια της μόδας να το λες- πάλη των τάξεων. Υπάρχει μνησικακία. Υπάρχει κρυμμένη βία - των ισχυρών.

Όλο αυτό, η πραγματική κοινωνική διάταξη, ξεπροβάλλει στην επιφάνεια των περισσότερων εγκλημάτων. Νομίζω πως τα μυθιστορήματα του Μάρκαρη αντικατοπτρίζουν με σαφήνεια αυτό το γεγονός.

«Ποτέ δε γλιτώνεις απ’ την ελπίδα (...), τρέφεται με ό,τι βρει (...), ξέρει ν’ αμύνεται στις επιθέσεις της πραγματικότητας, απαγκιάζει μέχρι να ξαστερώσει», αποφαίνεται ο αφηγητής.

Σε τι ελπίζετε, κύριε Ρέιχ; Σε ό,τι κι ο Βίχιλ σαλπάροντας στο άγνωστο; Παρηγορεί, δίνει διέξοδο, φωτίζει τα σκοτάδια, μεταμορφώνει η λογοτεχνία;

Η λογοτεχνία μεταμορφώνει τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Αυτό αποτελεί μια προϋπόθεση για να βρει κανείς διέξοδο. Χρειάζονται όμως περισσότερα. Χρειάζεται συλλογική δράση.

Το έγκλημα, όπως λέγαμε, είναι μια προσωπική απάντηση.

Αλλά δεν αρκεί, όσο δεν υπάρχει αλληλεγγύη, όσο δεν υπάρχει συνείδηση πως οι ζημιωμένοι είμαστε η πλειονότητα και ότι πρέπει να δράσουμε από κοινού, δε θα είναι κατά τη γνώμη μου εφικτό να πετύχουμε τις αναγκαίες κοινωνικές μεταμορφώσεις.

Πώς μπορούν οι καταπιεσμένοι να ξαναγίνουν πρωταγωνιστές και αφηγητές της Ιστορίας και της ιστορίας τους, εφευρίσκοντας μια «ελεύθερη καθημερινή ζωή» κόντρα στους εξουσιαστικούς μηχανισμούς που επιχειρούν να τους καθυποτάξουν;

Η ίδια απάντηση. Λέει κάπου ο Γκίμπον ότι η πρόταση ενός Ρωμαίου συγκλητικού, προκειμένου να προστατευτούν απ’ τις επαναστάσεις των σκλάβων, ήταν να τους φορέσουν στολές.

Άλλος συγκλητικός -πιο σοφός- του απάντησε: «Δε συνειδητοποιείς πως αν τους βάλουμε στολή, θα πάρουν είδηση πόσοι πολλοί είναι;»

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και σήμερα: μας εμφυσούν την ιδιαίτερη και προσωπική ταυτότητα, το «εγώ», το δικαίωμα να είμαστε διαφορετικοί.

Αυτό είναι το πρόβλημα, δεν παίρνουμε είδηση πόσοι πολλοί είμαστε: ο καθένας μας πιστεύει ότι είναι ασφαλής απ’ όσα συμβαίνουν στους υπολοίπους.

Τελικά, πολλά -αν όχι τα περισσότερα- συγχωρούνται, όπως εν είδει ειρωνικού μάντρα επαναλαμβάνεται συχνά στο μυθιστόρημά σας. Τι, κατά τη γνώμη σας, παραμένει ασυγχώρητο;

Είναι πολλά όσα δε θα έπρεπε να συγχωρούμε ή να λησμονούμε.

Για να αναφέρουμε ένα: την αδιαφορία των τραπεζών, των επιχειρήσεων και των ευρωπαϊκών αρχών απέναντι στον πόνο που επιβάλλουν στη συντριπτική πλειονότητα προκειμένου να διασφαλίσουν τα προνόμια τους.

Στην Ισπανία, πολλοί παρακολουθήσαμε με οργή και αλληλεγγύη την τιμωρία που επιβλήθηκε στην Ελλάδα. Και δε σκοπεύουμε να το λησμονήσουμε.

Ευχαριστώ -για άλλη μια φορά- την Ασπασία Καμπύλη για την άρτια μετάφραση των ερωτήσεών μου στα ισπανικά και των απαντήσεων του συγγραφέα στα ελληνικά.

Το μυθιστόρημα του Ραφαέλ Ρέιχ Τα πάντα συγχωρούνται κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora σε μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη.





[1] Εδώ μεταφράζουμε έτσι το ισπανικό επίθετο idiota, το οποίο στην καθημερινή ομιλία σημαίνει ηλίθιος, ενώ ετυμολογικά προέρχεται από την ελληνική λέξη «ιδιώτης», τουτέστιν: «ο απέχων από τα κοινά», αλλά και «ο πάσχων από ιδιωτεία: ηλιθιότητα, βλακεία).

Παρασκευή 22 Απριλίου 2022

Δημήτρης Παπαχρήστος: «Είναι προτιμότερο ν’ αγωνίζεσαι μάταια παρά να ζεις μάταια»

 

Δημήτρης Παπαχρήστος (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Αντιδικτατορικός αγωνιστής, ανήσυχος άνθρωπος, ενεργός πολίτης, ποιητής, συγγραφέας, δημοσιογράφος και χειμαρρώδης συνομιλητής, ο Δημήτρης Παπαχρήστος αποπνέει μια αξιοζήλευτη νεανική ζωτικότητα.

Συναντηθήκαμε ένα μεσημεράκι στα Εξάρχεια με αφορμή την κυκλοφορία του -μη ταξινομήσιμου- βιβλίου του, Αχ! Μουρλοσκοτωμένο.

Από πού πηγάζει η νεανική ζωτικότητα που σας χαρακτηρίζει;

Από μια αρρώστια, την αρρώστια της νιότης.

Μπορεί να υπάρχει σε ανθρώπους που δε θέλουν να το βάλουν κάτω, που δε θέλουν να παραδεχθούν τη φθορά του χρόνου όταν έχουν μέσα τους την αντίσταση- κι όχι μόνο απέναντι σ’ αυτή τη φθορά, αλλά και σε κάθε μορφή εξουσίας.

Αό μικρό παιδί αισθανόμουν έτσι. Είχα αυτή την κουβέντα κάποτε με τον Γλέζο. «Εσύ αντέχεις ακόμα;» τον ρώτησα. «Θα σας θάψω, γιατί πάσχω από αυτή την αρρώστια», μου απάντησε.

Δεν πάσχω, όμως, μόνο από την αρρώστια της νιότης. Πάσχω κι από ύπαρξη, όπως έλεγε ο φίλος μου ο Κάρολος. Αν δε δώσουμε νόημα στη ζωή μας, τότε είναι σαν να μην τη ζήσαμε.

Ο μπαρμπα-Μήτσος, ο Νηρέας ο Βάρας, όταν με έβλεπε «σαλταρισμένο» ή απογοητευμένο, μου έλεγε: «Όποιος αγωνίζεται, δεν έχει καιρό ν’ απογοητευτεί».

Το αναφέρετε και στο Αχ! Μουρλοσκοτωμένο, το πιο πρόσφατο βιβλίο σας.

Πρόκειται για φράσεις κομβικές.

«Ένας άνθρωπος, όταν δεν μπορεί να διηγηθεί τη ζωή του, είναι σαν να μην την έζησε», έλεγε ακόμα.

Η μνήμη, για μένα, παίζει καθοριστικό ρόλο. Είναι «βουτηγμένη» μέσα σε εικόνες, ακούσματα, λόγια. Είναι και κληρονομική.

Το παρελθόν είναι η ίδια μας η ύπαρξη. Είναι εφαλτήριο να έρθουμε στο τώρα και να εκτιναχτούμε στο μέλλον.

Γι’ αυτό στο συγκεκριμένο βιβλίο βγήκαν στην επιφάνεια άνθρωποι που είχα γνωρίσει μικρό παιδί, πρόσφυγες οι περισσότεροι- είτε από τη Μικρά Ασία είτε Πόντιοι. Πού να ήξερα ότι αυτές οι αναμνήσεις θα έρχονταν να με βρουν μεγαλώνοντας...

Μην απορείς, λοιπόν, που σε κρατάει και το να κάνεις τον θάνατο πυξίδα ζωής.

Και να γίνεσαι έτσι πιο ερωτικό oν, όπως κάπου γράφετε.

Χωρίς τον έρωτα δε γίνεται τίποτα! Ούτε επανάσταση. Θα είναι σκέτη εκσπερμάτωση. Ο έρωτας -προς τα πάντα, έτσι;- έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου.

Δεν απευθύνεται μόνο στη γυναίκα Στη φύση, πρώτ’ απ’ όλα. Στην ομορφιά της.

Γεννηθήκατε σε μικρό τόπο, οπότε έχει κι αυτό τη σημασία του.

Έπαιξε κι αυτό τον ρόλο του, διότι δέθηκα με την πραγματικότητα της ζωής που είναι το χώμα. Φύση σημαίνει το να οργώσεις, να σπείρεις, να βρίσκεσαι με τα άλογα, τα οποία αγαπώ πάρα πολύ.

Μεγάλωσα με άλογα σε μια μετεμφυλιακή εποχή. Ακόμα και στο σχολείο, δεν ήμουν από τα καλά παιδιά. Οι καθηγητές απορούσαν και τα έβαζαν μαζί μου.

Ήσασταν πειραχτήρι, και τσακιζόσασταν συχνά- πότε με το γόνατο πότε με τον αγκώνα.

Όλο του κορμί μου είναι γεμάτο σημάδια. Η ποίηση με καθόρισε, εξάλλου.

Μια άλλη θρησκεία, όπως τη χαρακτηρίζετε.

Έχω βγάλει δυο-τρεις ποιητικές συλλογές. Από το 1982, ωστόσο, που κυκλοφόρησε η τελευταία έχω συγκεντρώσει ποιήματα που αν δεν έμπαιναν κλέφτες στο σπίτι μου και δεν το ρήμαζαν...

Γιατί, έκλεψαν ποιήματα;

Μακάρι να κλέβανε ποιήματα! Για λεφτά ψάχνανε. Το έκαναν ρημαδιό, κι έτσι ανακάλυψα κείμενα, συνεντεύξεις, ποιήματα που τα μάζεψα. Όταν με βασάνιζαν στην Ασφάλεια, τούς έλεγα για το χωριό, τον πατέρα μου, την ποίηση.

Ήταν μια θρησκεία με θεό τον Όμηρο. Κι αυτό το βιβλίο το διαπερνά η ποίηση. Αν γίνει η τέχνη τρόπος ζωής, αλλάζουν και τα πράγματα γύρω μας. Κι αν δεν αλλάξουν, τουλάχιστον να πεθάνουμε με αξιοπρέπεια.

Να τιμήσουμε και τον θάνατο, που τον έχω περί πολλού. Αν δεν είχαμε την επίγνωση του θανάτου, δε θα ήμασταν ερωτικά όντα. Δεν τα λέω μόνο εγώ αυτά, τα έχουν πει και φιλόσοφοι. Ο Μπατάιγ, για παράδειγμα, με είχε σημαδέψει.

Ποια περίοδο;

Άρχισα να διαβάζω επί της ουσίας όταν έγινα φοιτητής. Ήμουν ένας τσόγλανος που ψαχνόταν. Η διαδρομή που ακολούθησα, όμως, υπήρξε επιλογή, δεν ήταν τυχαία. Καθορίστηκε κι από αυτά τα βιώματα.

Το βιβλίο είναι σαν να ακολουθεί όλα αυτά τα «μονοπάτια», τους «μαιάνδρους» της μνήμης, που δε χαρακτηρίζονται από γραμμικότητα ή συγκεκριμένο στόχο.

Αν ορίζατε έναν αφηγηματικό «μπούσουλα», θα ήταν ένα ταξίδι της μνήμης ή στη μνήμη;

Και ταξίδι στη μνήμη, και «σκάψιμο» στη γνώση.

Πήγα κόντρα με την απολυτότητα, δεν έγινα ποτέ δογματικός. Κι όταν άκουγα για την Αριστερά που «κρατάει» την απόλυτη αλήθεια, εγώ κρατιόμουν.

Η αλήθεια είναι ένας πόλεμος εναντίον της λήθης, γι’ αυτό και υπάρχει το στερητικό «α».

Εκτός από τη λήθη, το άλλο έγκλημα είναι η λησμονιά. Όταν πήγαινα σε σχολεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό, το πρώτο ερώτημα που μου απευθυνόταν ήταν αν υπήρχαν νεκροί στο Πολυτεχνείο. Η προπαγάνδα υποστήριζε το αντίθετο.

Αν, επομένως, κάποιος -δεκαετίες αργότερα- διάβαζε πως δεν υπήρχαν, ίσως άρχιζε να το αμφισβητεί. Ενώ εγώ ήμουν παρών, έβλεπα το τανκ μπροστά μου και τα παιδιά στα κάγκελα, την ομορφιά της επανάστασης.

Όλα αυτά δεν πρέπει να λέγονται στον αέρα.. Ο γραπτός λόγος, αν είναι λογοτεχνία πραγματική, είναι μια κατάθεση γι’ αυτή την πραγματικότητα, και την υποστηρίζει.

«Δε φοβήθηκες τότε;» θα με ρωτήσεις. Και βέβαια φοβήθηκα. Δεν ήμασταν ήρωες. Όταν, όμως, μοιράζεσαι τον φόβο, σε έναν μεγάλο βαθμό τον ξεπερνάς και προκύπτει μια υπέρβαση της πραγματικότητας.

Σήμερα ζούμε μια ψευδαίσθηση πραγματικότητας σε μια καπιταλιστική, καταναλωτική, βάρβαρη κοινωνία. Ο φόβος δηλητηριάζει και υποτάσσει τον άνθρωπο, γι’ αυτό και τον χρησιμοποιούν τα μέσα μαζικής αποβλάκωσης.

Η εξουσία σε κάθε της μορφή.

Ένιωθα, λοιπόν, την ποίηση ως καταφυγή, λύτρωση, υπέρβαση και ασπίδα προστασίας- κι όχι μόνο αυτά που έγραφα ή γράφω εγώ.

Με το βίωμα της γραφής γενικότερα πώς συναντηθήκατε, συνάπτοντας μαζί του μια τόσο έντονη, διαρκή, και πολύπλευρη σχέση ανά τις δεκαετίες;

Επικεντρώνομαι στην ποίηση, που δε με παράτησε ούτε την παράτησα. Εμπεριέχεται και στα πεζά μου κείμενα. Δεν έμεινα ποτέ στον -σοσιαλιστικό- ρεαλισμό, αλλά σ’ αυτό που ξεπερνά τον άνθρωπο. Μόνο με την ποίηση μπορείς να το αισθανθείς αυτό.

Από αρχαιοτάτων χρόνων η ποίηση και το δράμα διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στον πολιτισμό της Ελλάδας, που είναι και ανθρωπιστικός και οικουμενικός.

Μη νομίζεις πως είχα συναίσθηση όταν έγραφα ποίηση. Εκεί συνίσταται το μεγαλείο της, στο ότι έρχεται. «Σκιάς όναρ άνθρωπος», έγραφε ο Πίνδαρος.

Ονειρεύεστε ακόμα κάτι;

Δε γίνεται να μην ονειρεύεται ο άνθρωπος. Δεν εξαρτάται καν από τον ίδιο. Θα πρέπει ν’ αγωνιζόμαστε και για το μελλούμενο όνειρο, το οποίο ξεπερνά το σήμερα.

Δε νιώθατε κάποια αμηχανία, αν όχι δέος, μπροστά σε ποιητές όπως ο Βάρναλης ή ο Ρίτσος, όταν τους γνωρίσατε σε νεανική ηλικία;

Αισθανόμουν ότι ήμασταν γνώριμοι. Αυτό δε σημαίνει πως έφυγαν η εκτίμηση και ο σεβασμός απ’ τη μέση. Ήταν, όμως, ο τσαμπουκάς του νέου.

Πού «χώνεται» χωρίς να το πολυσκεφτεί. Σας έχουν πλουτίσει πολύ τη ζωή και τη μνήμη όλες αυτές οι γνωριμίες, οι φιλίες, οι συντροφικές σχέσεις;

Μπορεί να μην έγραφα το βιβλίο αν δε με παρότρυναν άνθρωποι. «Όλα αυτά θα πάνε χαμένα;» με ρωτούσαν. Η γραφή διασώζει και είναι και μορφή αντίστασης.

Υπάρχει ένα σύστημα που προβάλλει περισσότερο αυτά που είναι καταναλώσιμα. Όσα έχουν «αγκίδες», αγκρίφια δεν είναι ευκολοχώνευτα. Ούτε στην Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων δεν έχω πάει. Δε θέλω, τι να πω;

H συγγραφή δεν είναι ιδιότητα, είναι ύπαρξη. Αν δε βουτήξεις τον κοντυλοφόρο μέσα σου, θα φανεί, ακόμα κι αν γράψεις ένα αριστούργημα.

Σας λείπουν ως αίσθηση οι άνθρωποι από το παρελθόν; Εμένα μου λείπουν διαβάζοντας το βιβλίο, χωρίς καν να τους έχω γνωρίσει.

Και δεν τους αναφέρω όλους. Όλους όσους αναφέρω, ωστόσο, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στον πολιτισμό και την πολιτική της Ελλάδας. Είναι όλοι πεθαμένοι, πανάθεμά τους! Μακάρι να ζούσαν. Μπόρεσα -ή πρόλαβα- να τους «αναστήσω».

Τι σημαίνει «πατρίδα» για εσάς;

Για να κοιτάς ψηλά πρέπει να πατάς κάπου. Για να είσαι οικουμενικός, παγκόσμιος και διεθνιστής, πρέπει να έχεις πατρίδα και γλώσσα. Για μένα η γλώσσα μας είναι η πατρίδα μας.

Από την πολιτική, στο σήμερα, τι κρατάτε;

Πολιτική είναι αυτό, το πώς θα σε κοιτάξω, πώς θα σου συμπεριφερθώ. Πολίτης, πολιτεία, πολιτική, πολιτισμός είναι ένα. Ο πολιτισμός είναι το όλον της ύπαρξής μας.

Αν υπάρξει ταρακούνημα στην κοινωνία και καθένας βρει κάτι απ’ τον εαυτό του, το δίνει και στον άλλο δίπλα του.

Τότε μπορεί να προκύψουν η συνεργασία, η αλληλεγγύη, η αυτοοργάνωση, κι αυτό ξεπερνά τους από τα πάνω που εκμεταλλεύονται, καταδυναστεύουν και εξουσιάζουν στο όνομα της διαχείρισης της πολιτικής.

Είναι προτιμότερο ν’ αγωνίζεσαι μάταια παρά να ζεις μάταια.

Στο μεταξύ, όλη η Ευρώπη στενάζει, και έχει έναν πόλεμο δίπλα της.

Όχι μόνο έναν.

Μοιράζουν τον κόσμο γεωστρατηγικά και σκοτώνουν τα παιδάκια; Έχουμε κι εμείς ευθύνη.

Για όσα κάνουμε και δεν κάνουμε.

Θα είχαν απαγορεύσει τις εκλογές αν έβγαινε κάτι από αυτές. «Όταν ο ένας τρώει κι ο άλλος κοιτάει, η συντέλεια από εκεί ξεσπάει». Είναι μια τουρκική παροιμία. Πώς μπορείς να κοιμάσαι όταν κάπoιος δίπλα σου υποφέρει;

«Ο αγώνας συνεχίζεται με τα όπλα που διαθέτει ο καθένας από εδώ και πέρα», ήταν τα τελευταία λόγια που είπα στον σταθμό του Πολυτεχνείου. Το «από εδώ και πέρα» ισχύει και για σήμερα.

Γιατί αυτό που κάναμε αφενός δε δικαιώθηκε, αφετέρου έγινε συμβολικό γεγονός και «σταθμός ανεφοδιασμού» για να ξεκινήσουν τα νέα παιδιά και να φτάσουν εκεί όπου δεν μπορέσαμε να φτάσουμε εμείς. Συνεννοηθήκαμε;

Η συνέχεια στα πράγματα είναι το πιο παρήγορο.

Δεν ξέρω, δε μ’ αρέσει η παρηγοριά. Τα μέτωπα είναι ανοιχτά, πιστεύω. Τηρουμένων των αναλογιών, οι σημερινές συνθήκες είναι χειρότερες από εκείνες που επικρατούσαν στην εποχή μου.

Τότε οι χούντες φορούσαν πηλήκιο, τώρα έχουμε μια στρατοκρατούμενη κοινωνία.

Εδώ, στα Εξάρχεια, οι μπάτσοι κυκλοφορούν αδέσποτοι, βαράνε και συλλαμβάνουν- και δε γίνεται και τίποτα.

Δεν τα έχετε εγκαταλείψει τα τελευταία 54 χρόνια.

Αλίμονο! Θα ήταν σαν να πρόδιδα τον ίδιο μου τον εαυτό.

Θα πηγαίνατε ως «ασπίδα προστασίας» για τους αμάχους στην Ουκρανία όπως είχατε πάει στο Βελιγράδι επί νατοϊκών βομβαρδισμών;

Όχι. Γίνεται εμφύλιος πόλεμος εκεί, τα «προεόρτια» του Γ’ Παγκόσμιου Πολέμου. Αλλά να πάω γιατί; Για τα δύο καθίκια φασίστες από το Τάγμα Αζόφ που έβγαλε ο Ζελένσκι;

Ο ιστορικός χρόνος μάς ξεπερνάει. Αυτόν που έχουμε πρέπει να τον ζήσουμε επί της ουσίας, όχι σαν να είμαστε περαστικοί.

Ευχαριστώ θερμά την Δήμητρα Αρκουμάνη (Εκδόσεις Τόπος) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το βιβλίο του Δημήτρη Παπαχρήστου Αχ! Μουρλοσκοτωμένο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Τόπος.