Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Ναταλία Γεωργοσοπούλου: «Δε διαχωρίζω την τέχνη από την πολιτική και τη ζωή»

 

Φανή Βοβώνη (αριστερά), Ναταλία Γεωργοσοπούλου (δεξιά)/ (Φωτογραφία: Αντωνία Κάντα)

Μια επί σκηνής κατάδυση στον κόσμο της έγκλειστης αντάρτισσας πόλεων Ουλρίκε Μάινχοφ επιχειρούν η ηθοποιός Ναταλία Γεωργοσοπούλου και η βιολίστρια Φανή Βοβώνη στην παράσταση Ulrike - Γράμματα από τη νεκρή πτέρυγα.

Συνομιλώντας με την Ναταλία Γεωργοσοπούλου με αφετηρία την εξαιρετική αυτή δουλειά, η οποία παρουσιάζεται στο Θέατρο Φούρνος μέχρι και τις 13 Μαΐου.

«Τα όπλα της κριτικής δεν μπορούν, βέβαια, να αντικαταστήσουν την κριτική των όπλων», έγραφε ο Καρλ Μαρξ στην εισαγωγή της Συμβολής στην Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου.

Ποιο είναι το, πρωτίστως υπαρξιακό και δευτερευόντως πολιτικό, «κατώφλι» που χρειάζεται να διαβεί ένας άνθρωπος προκειμένου να υπερβεί το πλαίσιο της τυπικής νομιμότητας, με ό,τι μια τέτοια επιλογή συνεπάγεται;

Γράφει η Ουλρίκε Μάινχοφ, το 1968 λίγο καιρό πριν περάσει στην παρανομία με τη RAF, στο περιοδικό Konkret:

«Διαμαρτυρία είναι όταν λέω πως αυτό και αυτό δε μου αρέσει. Αντίσταση είναι όταν φροντίζω αυτό που δε μου αρέσει, να μη συνεχιστεί. Η διαμαρτυρία είναι όταν αρνούμαι να αποδέχομαι κάτι. Η αντίσταση είναι όταν βεβαιώνομαι ότι όλος ο κόσμος επίσης παύει να το αποδέχεται».

To άρθρο της είχε τίτλο Από τη Διαμαρτυρία στην Αντίσταση. Δύο χρόνια μετά, η Μάινχοφ πήδηξε κυριολεκτικά και μεταφορικά από το παράθυρο της ως τότε ζωής της για να διεκδικήσει μια άλλη- ελεύθερη ζωή.

Η Ουλρίκε Μάινχοφ, την οποία ενσαρκώνεις με ένταση και συνέπεια στην παράσταση Ulrike - Γράμματα από τη νεκρή πτέρυγα, υπήρξε ένας τέτοιος άνθρωπος.

Τι, επομένως, σε εμπνέει, σαγηνεύει ή/και τρομάζει στην Μάινχoφ ως άνθρωπο, ριζοσπαστικό πολιτικό υποκείμενο και σκηνικό χαρακτήρα, 50 χρόνια μετά τη δολοφονία της στα κρατικά κολαστήρια του Στάμχαϊμ;

H Oυλρίκε Μάινχοφ έζησε τα παιδικά της χρόνια τη θηριωδία του ναζισμού. Έπειτα πολιτικοποιήθηκε και έγινε μαχόμενη δημοσιογράφος με έντονη παρουσία στα αντιπολεμικά κινήματα της εποχής. Στη συνέχεια, πέρασε στην παρανομία με τη RAF.

Βλέπει κάποιος την πορεία ενός ανθρώπου που φέρει το τραύμα του πολέμου και αναζητά μια άλλη συνθήκη ζωής, προσπαθώντας με κάθε μέσο να μην επαναληφθούν τα εγκλήματα του παρελθόντος. Αναζητά ένα παρόν και ένα μέλλον.

Στο τέλος, φυλακίζεται σε ειδικά κελιά, λευκά και ηχομονωμένα, βιώνοντας την πλήρη αισθητηριακή απομόνωση. Μέσα σ’ αυτήν τη συνθήκη η ενέργειά της για αντίσταση επιβιώνει.

Από το 1968 που έγραψε τη φράση την οποία προανέφερα μέχρι το 1976, που δολοφονείται, η αντίσταση την χαράσσει και την διαπερνά.

Στα γράμματά της βλέπεις την πίστη, τη δύναμη ενός ανθρώπου ο οποίος, ακόμα και όταν το σώμα τον εγκαταλείπει, η ψυχή και η σκέψη συγκροτείται για να κρατήσει την ιδεολογία.

Η επιστολογραφία της, στην οποία βασίζεται η παράσταση, μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά. Γιατί, ως δημιουργική ομάδα, επιλέξατε να καταπιαστείτε με το συγκεκριμένο κείμενο;

Τα γράμματά της, που μεταφράσαμε ο Σάββας Στρούμπος, η Φανή Βοβώνη κι εγώ, δεν είναι απλώς προσωπικές εξομολογήσεις ή πολιτικά ντοκουμέντα.

Οι λέξεις, οι φθόγγοι, οι σκέψεις, τα συναισθήματα, οι ήχοι αποτελούν, όπως έλεγε ο Σάββας στις πρόβες, μια σύγχρονη υπαρξιακή και ιστορική τραγωδία.

Τα έντονα βιώματα τα οποία βάζει στο χαρτί μάς κινητοποίησαν να μεταφράσουμε το υλικό και να το μεταφέρουμε στην σκηνή, σε μια παράσταση όπου ο λόγος, η μουσική, το σώμα προσπαθούν να αποκαλύψουν τις εσωτερικές διαδρομές ενός ανθρώπου που βιώνει την ακραία συνθήκη της πλήρους απομόνωσης των αισθήσεων.

Ενός ανθρώπου ο οποίος διατηρεί την ενέργεια για σκέψη, για δράση, για αντίσταση όταν το σώμα καταρρέει.

Δεν προσπαθούμε να αναπαραστήσουμε την Ουλρίκε Μάινχοφ επί σκηνής, η ζωή μάς υπερβαίνει.. Προσπαθούμε μέσω της ποιητικής να φέρουμε στο θέατρο τους ψυχικούς κραδασμούς μιας ανυπότακτης επαναστάτριας.

Γιατί η γραφή αποτελεί -ή μπορεί να αποτελέσει- «σανίδα σωτηρίας» σε καταστάσεις εγκλεισμού -πολύχρονου ή μη-, όπως συχνά έχουμε δει να συμβαίνει ανά τους αιώνες σε περιπτώσεις πολιτικών κρατουμένων, ίσως και όχι μόνο;

Σε συνθήκες απομόνωσης, όπου δε βλέπεις κανέναν και δεν ακούς τίποτα, η ενέργεια της γραφής φαντάζομαι είναι μια κάποια ανακούφιση.

Γράφοντας το ανείπωτο, πρέπει να είναι μια μορφή ενεργοποίησης και αντίστασης της σκέψης από τον εκάστοτε μηχανισμό ο οποίος συντρίβει τον κρατούμενο.

O μονόλογος είναι ένα θεατρικό είδος με ιδιαίτερες απαιτήσεις τόσο από τον/την ηθοποιό, όσο και από το εκάστοτε κοινό. Ποιες είναι οι κύριες προκλήσεις με τις οποίες κλήθηκες να αναμετρηθείς στη συγκεκριμένη παράσταση;

Θα έλεγα πως η παράσταση είναι ένα υβρίδιο θεάτρου, περισσότερο σαν σκηνική εγκατάσταση. Στη σκηνή είμαστε η Φανή Βοβώνη που παίζει βιολί και εγώ.

Ο λόγος και η μουσική, από κοινού, επιχειρούν ένα ταξίδι καταβύθισης στον κόσμο των γραμμάτων της Ουλρίκε Μάινχοφ. Αυτό το οποίο δεν μπορεί να πει ο λόγος έρχεται να το πει το βιολί και εκεί που το βιολί δεν είναι αρκετό είναι ο λόγος.

Είμαστε 2 ερμηνεύτριες οι οποίες προσπαθούμε με κάθε μέσο να υπερβούμε την κανονική συνθήκη χρήση της γλώσσας. Θα έλεγα, επομένως, ότι δεν πρόκειται για μονόλογο.


Φανή Βοβώνη (αριστερά), Ναταλία Γεωργοσοπούλου (δεξιά)/ (Φωτογραφία: Αντωνία Κάντα)



Επί σκηνής, συνυπάρχετε, λοιπόν, με την Φανή Βοβώνη, υπεύθυνη για την πρωτότυπη μουσική, τη μουσική δραματουργία και βιολίστρια. Για μια παράσταση στα όρια του «θεάτρου δωματίου» το βιολί μοιάζει ιδανικό.

Γιατί προτιμήθηκε;

Προσωπικά, το βιολί είναι το αγαπημένο μου όργανο, επειδή μου θυμίζει τις συχνότητες που μπορεί να πιάσει ένας άνθρωπος, από πολύ υψηλές τονικότητες ως μπάσες.

Επίσης, είναι ένα όργανο το οποίο πρέπει να εφαρμόσει στο σώμα του μουσικού, δεν τοποθετείται στον χώρο. Είναι ελεύθερο.

Όταν με τον Σάββα Στρούμπο συζητούσαμε για την μορφή της παράστασης, εκείνος πρότεινε ως μουσικό επί σκηνής την Φανή, λόγω της μουσικής της δεινότητας και λόγω της σωματικότητας που φέρει με το βιολί.

Έπειτα, μάθαμε πως η Ουλρίκε Μάινχοφ έπαιζε βιολί και ήταν λίγο πριν το σπουδάσει.

Μια συγκυρία πραγμάτων μας οδήγησαν στην παράσταση να υπάρχει μια βιολίστρια επί σκηνής όπου με απολύτως ενσώματο τρόπο διαμορφώνει τον ηχητικό κόσμο της παράστασης.

Το σκηνικό είναι αφαιρετικό, λιτό, σχεδόν γυμνό. Λευκό χρωματικά -για να συμβολίσει την αισθητηριακή απομόνωση του «λευκού κελιού»-, με λίγα διάσπαρτα αντικείμενα εδώ κι εκεί.

Πόσο αναγκαία είναι για σένα η λιτότητα των αφηγηματικών μέσων;

Σε μια παράσταση όπου το κείμενο είναι τόσο δυνατό, καταιγιστικό, υπάρχει ανάγκη να βρεθούν μέσα ποιητικά για να ανοίξουν τον χρόνο και τον χώρο.

Η λευκή σκηνική εγκατάσταση, την οποία έχει επιμεληθεί η Κατερίνα Σωτηρίου, είναι σαν τον λευκό καμβά όπου όλα είναι δυνατά: το σώμα μπορεί να ραγίσει, το στόμα να κραυγάσει, το βιολί να κινηθεί σε αλλόκοτους δρόμους.

Έπειτα το κοστούμι  φέρει μια σκηνική ποιητική. Δεν υπάρχει ταύτιση νατουραλιστική. Το κοστούμι μοιάζει σαν γάζα ή ένα κουρέλι που καλύπτει το πληγωμένο σώμα.

Το σώμα μένει έκθετο σε μια τέτοια συνθήκη, γίνεται φορέας μνήμης του βασανιστηρίου της λευκής απομόνωσης.

Δε θέλουμε να κρύψουμε τίποτα, επιθυμούμε όλα να είναι φανερά, σαν κάποιος να χαράκωσε κάποιον και αυτός αιμορραγεί με ανοιχτές πληγές.

Οτιδήποτε άλλο θα ήταν συγκάλυψη ενός βασανιστηρίου που στόχο είχε τη σωματική και ψυχική εξόντωση του κρατούμενου.

«Το ζήτημα δεν είναι να κάνουμε πολιτικές ταινίες, αλλά να κάνουμε ταινίες πολιτικά», υποστήριζε ο Γκοντάρ. Πώς εμπεριέχεται το πολιτικώς πράττειν στο modus operandi σου ως καλλιτέχνιδας;

Και πόσο απαραίτητη είναι η επαναπολιτικοποίηση της τέχνης σε μια εποχή κατά την οποία οι εξουσιαστικές ελίτ -ακόμα και οι καλλιτεχνικές- θα προτιμούσαν οι καλλιτέχνες/καλλιτέχνιδες να μην παίρνουν πολιτική θέση δημοσίως;

Οι παραστάσεις που έχουν γίνει με την Ομάδα «Άλας», της οποίας είμαι ιδρυτικό μέλος, είναι όλες ανεξάρτητες, χειροποίητες.

Η επιθυμία για δημιουργία, ανεξάρτητα από το αν οι οικονομικές συνθήκες για να πραγματοποιηθεί η παράσταση είναι ευνοϊκές ή όχι, είναι από μόνη της πολιτική πράξη.

Προσωπικά, δε διαχωρίζω την τέχνη από την πολιτική, από την καθημερινότητα και από τη ζωή. Αυτό θα οδηγούσε σε έναν διαιρεμένο άνθρωπο ο οποίος ανάλογα με πού βρίσκεται, πράττει.

Είναι σημαντικό να δημιουργούμε τη ζωή με γνώμονα το αν η καρδιά μας χτυπάει πραγματικά γι’ αυτό το οποίο κάνουμε. Αν διατηρούμε την ενέργεια της δημιουργίας στην τέχνη, αυτό για μένα είναι πολιτικό.

Ο τρόπος σκέψης, και όχι η θεματολογία, είναι πολιτική. Είναι πράξη ζωής. Έλεγε ο Νίκος Παπατάκης:

«Σε αναζήτηση μιας κραυγής ικανής να εκφράσει όλον τον πόνο, όλη την εξέγερση των βασανισμένων του κόσμου... οι χαρακτήρες βρίσκονται σε μια κατάσταση όπου δεν μπορούν παρά να εξεγερθούν».

Οι καλλιτέχνες παίρνουν θέση δημοσίως με το έργο τους. Πολλές φορές, αν κάποιος εκφράζεται περισσότερο δημόσια για την πολιτική, δηλώνει τον μικρό βαθμό πολιτικής του συνείδησης.

Ο καλλιτέχνης είναι σημαντικό να φέρει μια ησυχία για να ακούει, όχι θόρυβο με λόγια εκτός της τέχνης.

Η παράσταση Ulrike - Γράμματα από τη νεκρή πτέρυγα, με συμπρωταγωνίστριες τις Ναταλία Γεωργοσοπούλου και Φανή Βοβώνη, παρουσιάζεται στο Θέατρο Φούρνος (Μαυρομιχάλη 168, Νεάπολη Εξαρχείων).

Μέρες και ώρες παραστάσεων: Δευτέρα έως Τετάρτη, 4, 5, 6, 11, 12 και 13 Μαΐου.



Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

Άννα Πατσέκο: «Συχνά, μιλάω για την ‘γκουρμεδοποίηση’ του κέντρου των πόλεων»

 


Συνδυασμός πολιτικού μανιφέστου, χρονικού και δοκιμίου, το Ήρθα εδώ και μας θυμήθηκα: Μια ιστορία για τον τουρισμό, την εργασία και την τάξη της Άννα Πατσέκο αναδεικνύει τις κοινωνικές συνέπειες της τουριστικής βιομηχανίας.

Μια διεξοδική συζήτηση με την συγγραφέα με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά.

Γιατί ταξιδεύουμε και ποια είναι η διαφορά μεταξύ ενός ταξιδιώτη και ενός τουρίστα, αν υπάρχει; Τι σημαίνει στην πραγματικότητα το «ταξίδι» σε υπαρξιακό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο;

Κατά την άποψή μου, είναι μια μάλλον μη βοηθητική διάκριση, αν αυτό που θέλουμε είναι να αναλύσουμε την πολυπλοκότητα του κλάδου και τις επιπτώσεις του. Γι’ αυτό, σε προσωπικό επίπεδο και ως ερευνήτρια, δε νιώθω άνετα να τη χρησιμοποιώ.

Παραδοσιακά, έχει χρησιμεύσει για να διακρίνει δύο τύπους ταξιδιωτών μέσω μιας ουσιαστικά ταξικής προκατάληψης:

Στον «ταξιδιώτη» αποδίδεται ένα σύνολο ηθικών χαρακτηριστικών, σαν να ήταν εγγενώς σεβαστός, βιώσιμος και εκ φύσεως περίεργος, ενώ ο «τουρίστας» έρχεται να αντιπροσωπεύει αυτήν την επεμβατική, καταστροφική και τελικά «κακή» εισβολή.

Προφανώς, κανείς μας δε θέλει να είναι τουρίστας και όλοι θέλουμε να είμαστε ταξιδιώτες.

Αλλά, παρατήρησε πως ακόμη και πλατφόρμες όπως η Airbnb, όταν εισήλθαν στις οικονομίες της Νότιας Ευρώπης μετά την κρίση του 2008, εκμεταλλεύτηκαν σε μεγάλο βαθμό την έννοια του «ταξιδιώτη» στην προώθησή τους.

Ήταν μέρος του ήθους της εταιρείας να σε κάνει να αισθάνεσαι σαν ντόπιος σε ένα άνετο διαμέρισμα, να σε απομακρύνει από τα χυδαία κυκλώματα του μαζικού τουρισμού· να ταξιδεύεις «με σκοπό».

Και αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα ανάμεσα σε πολλά.

Τις περισσότερες φορές, αυτή η διάκριση χρησιμοποιείται ως εμπορικό κίνητρο για την πώληση ενός είδους ταξιδιού το οποίο είναι εξαιρετικά αμφισβητήσιμο ως προς το αν είναι πιο ηθικό ή υπεύθυνο από άλλα.

Ή αν μπορεί να λύσει μια σύγκρουση ενώ παράλληλα θα δημιουργήσει μια άλλη στην πορεία, όπως η αστικοποίηση νέων περιοχών, η εξωτικοποίηση ή άλλες «ήπιες» μορφές αποικιοκρατίας.

Σε πολλές άλλες περιπτώσεις, είναι απλώς ο τρόπος με τον οποίο, για παράδειγμα, περιγράφει τον εαυτό του ένας Ευρωπαίος backpacker που ταξιδεύει για έξι μήνες στη Λατινική Αμερική.

Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς: ποιος έχει την οικονομική δυνατότητα να ταξιδέψει στο εξωτερικό για έξι μήνες;

Αυτή η ιδέα του «αργού ταξιδιού», η οποία σίγουρα έχει θετικές πτυχές όσον αφορά στο κόστος ενέργειας, είναι μια ατομική πρόταση της μεσαίας τάξης.

Γι’ αυτό είμαι βαθιά επιφυλακτική απέναντι σε αυτήν τη διάκριση και τη βρίσκω αναποτελεσματική για τη διεξαγωγή μιας πραγματικά εις βάθος ταξικής ανάλυσης του ζητήματος.

Το Ήρθα εδώ και μας θυμήθηκα: Μια ιστορία για τον τουρισμό, την εργασία και την τάξη είναι ένας συνδυασμός πολιτικού μανιφέστου, χρονικού και δοκιμίου. Ποιες ανάγκες υπαγόρευσαν τη συγκεκριμένη μορφή αυτού του κειμένου;

Ναι, είναι ενδιαφέρον. Νομίζω ότι εδώ ενώνονται οι δύο ή τρεις πτυχές μου.

Κατ’ αρχάς, συνειδητοποίησα ότι μια καθαρά δοκιμιακή μορφή δε μου ερχόταν φυσικά.

Σύντομα, επηρεασμένη από συγγραφείς όπως ο Richard Sennett, ο David Graeber, η Barbara Ehrenreich ή η Leila Guerriero, κατάλαβα πως υπήρχε μια λίγο πολύ λογοτεχνική, λίγο πολύ ανθρωπολογική παρόρμηση που έπρεπε να είναι παρούσα.

Οι συναντήσεις με εργατικές επιτροπές, οι επισκέψεις σε πολυτελή ξενοδοχεία, τα πάρτι με εργάτες και στελέχη ήταν πολύ ενθαρρυντικά για να σκεφτώ την εργασία και τον τουρισμό· όλα ήταν γεμάτα εκπληκτικές λεπτομέρειες.

Σε εκείνο το σημείο, το βλέμμα μου έγινε σχεδόν μυθιστορηματικό-δημοσιογραφικό. Κατέγραψα μια τεράστια ποσότητα υλικού και, καθώς το μετέγραφα, συνειδητοποίησα ότι ορισμένα στοιχεία είχαν ήδη πολύ νόημα από μόνα τους, σε ακατέργαστη μορφή.

Γι’ αυτόν τον λόγο, ένα μέρος του βιβλίου αναπαράγει μαρτυρίες εργατών σχεδόν χωρίς επεξεργασία. Καθοδηγήθηκα από μια φράση του κοινωνιολόγου Πιερ Μπουρντιέ: «Οι κυριαρχούμενες τάξεις δε μιλούν, μιλούν γι’ αυτές».

Υπήρχε κάτι στην προσπάθεια να αντιστραφεί αυτό· στο να μη γίνεις μια απόμακρη, δίκαιη φωνή. Επιτρέποντας στο δοκίμιο να αποτελείται επίσης από μια πολλαπλότητα φωνών, ακόμη και φωνών οι οποίες αντιφάσκουν η μία την άλλη.

Το βιβλίο Ο Δρόμος προς την Αποβάθρα του Γουίγκαν του Τζορτζ Όργουελ, το οποίο εξερευνά τη δουλειά των ανθρακωρύχων και των οικογενειών τους στη βόρεια Αγγλία, άσκησε μεγάλη επιρροή.

Το ίδιο και το μυθιστόρημα Τεϊοποτεία της Λουίζα Καρνές, που διαδραματίζεται σε ένα ελιτίστικο καφέ κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας και είναι εμπνευσμένο από τη δουλειά της ίδιας της συγγραφέως σε ένα καφέ.

Μου φαίνεται, ως αναγνώστη του βιβλίου σου, ότι, εκτός από τον έντονα χιουμοριστικό -ακόμα και, κατά διαστήματα, σαρκαστικό- τόνο του, είναι προϊόν οργής και απογοήτευσης.

Πόσο απαιτητικό ήταν να πολιτικοποιήσεις αυτά τα συναισθήματα και να τα μετατρέψεις σε μια συνεκτική αφήγηση;

Σε σχεδόν όλα όσα γράφω, αυτό το χιούμορ απλώς βγαίνει στην επιφάνεια. Δεν ξέρω καν πώς ή από πού προέρχεται.

Είναι αλήθεια ότι όταν γράφεις ένα βιβλίο σαν κι αυτό, πρέπει να είσαι αρκετά διακριτική ώστε να μην αφήσεις την αφηγηματική σου φωνή να κατακλύσει τα πάντα και να μετατρέψει την ανάγνωση σε μια πραγματική δοκιμασία.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο ενοχλητικό από έναν πλακατζή (ο οποίος δεν είναι πλακατζής) που σου λέει πράγματα.

Ωστόσο, πιστεύω ότι είναι δυνατόν να είμαστε ευφάνταστοι με τους αναγνώστες μας. Οι αγαπημένοι μου συγγραφείς είναι εκείνοι που ξέρουν πώς να είναι διαυγείς, ακλόνητα πολιτικοί και αυθόρμητοι.

Ίσως λόγω του μη ακαδημαϊκού οικογενειακού μου υπόβαθρου, έχω εμμονή με την ευανάγνωστη φύση των εννοιών, με την προσβασιμότητα η οποία δε θυσιάζει την εκλέπτυνση ή τη ριζοσπαστικότητα.

Αυτό επιδιώκω και προσπαθώ να βελτιώνομαι κάθε μέρα.

Συχνά, σκέφτομαι επίσης μια φράση του Ισπανού «καταραμένου ποιητή» Μίτσι Πανέρο: «Σε αυτήν τη ζωή μπορείς να είσαι οτιδήποτε, εκτός από βαρετός». Υποθέτω πως έχει να κάνει και με αυτό.

Η διερεύνηση των ταξικών σχέσεων/ρήξεων μεταξύ της διοίκησης/ανώτατων στελεχών και των εργαζομένων στον τομέα του μαζικού τουρισμού/ξενοδοχείων στην Ισπανία είναι πολύ διορατική.

Πόσο δυναμικές -και ίσως μεταβλητές- είναι αυτές οι σχέσεις;

Αυτό με ενδιέφερε πολύ.

Πάντα λέω ότι, περισσότερο από ένα βιβλίο για τον τουρισμό, είναι στην πραγματικότητα ένα μικρό βιβλίο για την εργασία.

Ήθελα να αναλύσω ποιες υποκειμενικότητες διαμορφώνουν την αυτοαντίληψη των εργαζομένων και πώς αλληλεπιδρούν με τις διευθυντικές βαθμίδες.

Επίσης, τι είδους σχέσεις και συναισθήματα δημιουργούνται· πώς υλοποιείται η εκμετάλλευση σε ένα εργασιακό περιβάλλον όπου, εξαρχής, η ίδια η έννοια του «εργαζομένου» έχει θολώσει.

Με εντυπωσίασαν οι ευφημισμοί οι οποίοι χρησιμοποιούνται για να αντικαταστήσουν τη λέξη «εργαζόμενος», όπως Ταλέντο, Εσωτερικοί Πελάτες ή, πάνω απ’ όλα, Οικοδεσπότες.

Επιπλέον, ο τεράστιος πολλαπλασιασμός των ρόλων μεσαίας διοίκησης, που φτάνουν σε πραγματικά παράλογα επίπεδα, θέσεις όπου κανείς δεν έχει στην πραγματικότητα κανέναν υπό την ευθύνη του, παράγοντας πιο υποτακτικό εργατικό δυναμικό.

Φυσικά, αυτό δεν ισχύει αποκλειστικά για αυτόν τον τομέα. Πιθανότατα θα έχεις παρατηρήσει ότι κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στη δική σου δουλειά.

Υπήρξε μια προσπάθεια να σαρωθούν οι ιδιαιτερότητες της σύγχρονης εργασίας σε αυτή την τερματική και απελπισμένη φάση του καπιταλισμού.

Η τουριστικοποίηση έχει σταδιακά μετατρέψει ολόκληρες περιοχές και γειτονιές στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο σε θεματικά πάρκα απευθυνόμενα σε καταναλωτές υψηλού εισοδήματος.

Παράλληλα, οδηγεί στον εκτοπισμό πρώην κατοίκων.

Απολύτως. Συχνά, μιλάω για την «γκουρμεδοποίηση» του κέντρου των πόλεων.

Αν περπατήσεις στη Βαρκελώνη ή τη Μαδρίτη, ή σε οποιοδήποτε μεσαίας ή μεγάλης έκτασης κέντρο πόλης, θα παρατηρήσεις τον τεράστιο αριθμό διαφημίσεων και πινακίδων οι οποίες πωλούν «Πολυτελή Διαμερίσματα».

Τα καταστήματα αλλάζουν, στοχεύοντας σε ένα είδος πελάτη που δεν είμαστε εμείς.

Στην Passeig de Gràcia, έναν από τους ιστορικά ακριβότερους δρόμους της Βαρκελώνης, υπάρχει σχεδόν καθημερινά μια ατελείωτη ουρά έξω από το Loewe.

Ακόμη και η γαστρονομική προσφορά προσαρμόζεται στις προτάσεις πολυτελείας:

Τρόφιμα που κάποτε ήταν φθηνά, όπως τα μπιφτέκια, τώρα είναι ολοένα και πιο ακριβά και πωλούνται με την επωνυμία «γκουρμέ» σε μαύρο φόντο, με κόκκινα γράμματα και προκλητικό μάρκετινγκ.

Ακόμα κι έτσι, όσο κι αν προσπαθήσουν, δε θα τους αφήσουμε να κάνουν το ίδιο με τα κεμπάπ!

Αυτό το οποίο βλέπουμε είναι μια εκδίωξη και ελιτοποίηση της πόλης, με αρνητικές και δραματικές συνέπειες για όλους τους ανθρώπους που ζουν και εργάζονται εκεί.

Πολλά δημοτικά συμβούλια έχουν στρώσει το κόκκινο χαλί για τους επενδυτές και έχουν πουλήσει εκτάσεις στον πλειοδότη με το πρόσχημα της προσέλκυσης «ποιοτικού τουρισμού».

Η έννοια, λοιπόν, της «ποιότητας», όπως και του «ταξιδιώτη», είναι στρατηγική μάρκετινγκ χρησιμοποιούμενη σε εμπορικές εκθέσεις και συνέδρια για να συνεχίσει να απορροφά πόρους από περιοχές και να τους μεταφέρει σε μια εταιρική ελίτ.

Αυτή είναι η αλήθεια για την τουριστικοποίηση:

Το πρόβλημα δεν είναι τόσο ο τουρίστας -πόσο μάλλον ο φτωχός τουρίστας, που κάνει ό,τι μπορεί και καταλήγει στην Αθήνα για τρεις μέρες- αλλά ολόκληρος ο μηχανισμός ο οποίος καθιστά δυνατή τη συσσώρευση κεφαλαίου εις βάρος της δυστυχίας μας.

Ποια είναι η έκταση της στεγαστικής κρίσης στην Ισπανία αυτήν τη στιγμή και ποιο είναι το νομικό πλαίσιο λειτουργίας των Airbnb στη χώρα;

Το ποσοστό των νεαρών ιδιοκτητών κατοικιών έχει μειωθεί από 56,1% σε 30,6% σε διάστημα 20 ετών, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Εθνικού Στατιστικού Ινστιτούτου (INE) της Ισπανίας.

Επιπλέον, άτομα κάτω των 35 ετών ξοδεύουν το ένα τρίτο του μισθού τους για την ενοικίαση δωματίου.

Αυτό έχει οδηγήσει στην επονομαζόμενη «γενιά των ενοικιαστών», σηματοδοτώντας μια μετατόπιση στην Ισπανία, μια χώρα ιστορικά χαρακτηριζόμενη από ισχυρή ιδιοκατοίκηση, εν μέρει λόγω ενός πολύ περιορισμένου αποθέματος δημόσιων ή επιδοτούμενων κατοικιών.

Αν, στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 2008, η Πλατφόρμα για τα Άτομα που Επηρεάζονται από Στεγαστικά Δάνεια (PAH) ήταν ένα από τα ισχυρότερα κοινωνικά κινήματα κατά των εξώσεων λόγω αθετήσεων των στεγαστικών δανείων, σήμερα τα συνδικάτα ενοικιαστών αναλαμβάνουν σε μεγάλο βαθμό τους νέους λαϊκούς αγώνες.

Στη Βαρκελώνη, χάρη στους νόμους για τη ρύθμιση των ενοικίων που προωθούνται από την Ένωση Ενοικιαστών, οι αυξήσεις στα ενοίκια έχουν παγώσει, αν και αυτό παραμένει ανεπαρκές, καθώς οι τιμές ήταν ήδη πολύ υψηλές.

Σε πολλές άλλες ισπανικές πόλεις -ειδικά στη Μαδρίτη- οι τιμές έχουν εκτοξευθεί στα ύψη. Στη Μαδρίτη, η μέση τιμή ενός δωματίου είναι 625€.

Όσον αφορά το Airbnb, οι κανονισμοί διαφέρουν μεταξύ των Δήμων.

Η Βαρκελώνη, όπου ζω, ήταν η πρώτη πόλη στον κόσμο η οποία επέβαλε πρόστιμο στην πλατφόρμα το 2016 για την καταχώριση παράνομων διαμερισμάτων.

Με την πάροδο των ετών, το δημοτικό συμβούλιο έχει προσπαθήσει να επιβάλει πρόστιμα και να καταπολεμήσει τις μη αδειοδοτημένες ενοικιάσεις.

Ωστόσο, το πρόβλημα κάθε άλλο παρά έχει λυθεί -εξακολουθούν να υπάρχουν πολλές καταχωρίσεις, ειδικά όταν συνδυάζονται με βραχυχρόνιες ενοικιάσεις- γεγονός που περιορίζει τον πραγματικό αντίκτυπο αυτών των μέτρων.

Επιπλέον, τα στοιχεία δείχνουν ότι μεταξύ 2008 και 2024, η συγκέντρωση ιδιοκτησίας ακινήτων έχει ανέβει στα ύψη:

Δεν είναι μόνο ότι η γενιά των ενοικιαστών δεν μπορεί να αγοράσει σπίτια, αλλά πως και άλλοι τα αγοράζουν για να κερδοσκοπήσουν. Αυτό είναι το υποβόσκον θέμα πίσω από το ζήτημα του τουρισμού.

Πώς μπορεί η τάση της υπερβολικής τουριστικοποίησης να αντιστραφεί συλλογικά ή τουλάχιστον να επιβραδυνθεί με αγώνες «από τα κάτω»;

Ποιες είναι οι πιθανότητες επιτυχίας αυτού του -σε κάθε περίπτωση- απαραίτητου υπαρξιακού αγώνα;

Είναι μια τεράστια πρόκληση.

Η μάχη κατά της τουριστικοποίησης πρέπει να συμβαδίζει με τον αγώνα για πρόσβαση σε αξιοπρεπή στέγαση, τους οικολογικούς αγώνες και τον αγώνα για προσβάσιμη, ευχάριστη και υγιεινή ξεκούραση. Όλα είναι συνδεδεμένα.

Μου αρέσει να φαντάζομαι μια απάντηση στο διάσημο γκραφίτι «Τουρίστες γυρίστε στο σπίτι σας». Σε αυτό το σύνθημα, κάποιος θα μπορούσε να απαντήσει: «Ποιο σπίτι; Ούτε εγώ έχω».

Η ιδέα είναι να αρθρωθεί ένα ευρύ πολιτικό υποκείμενο, το οποίο να περιλαμβάνει ντόπιους, περιστασιακούς επισκέπτες, μετανάστες, ακόμη και ψηφιακούς νομάδες ή ομογενείς.

Δεν απέχουμε και τόσο πολύ μεταξύ μας. Τελικά, το ζητούμενο είναι να σκεφτούμε τι είδους πόλεις ή κωμοπόλεις θέλουμε και τι είδους άνθρωποι θέλουμε να υπάρχουν σε αυτές. Έχει να κάνει με το δικαίωμα στην πόλη και στην ανάπαυση.

Και πάνω απ’ όλα, με το να φανταστούμε ένα παραγωγικό μοντέλου το οποίο θα μας επιτρέπει να ξεκουραζόμαστε περισσότερο και καλύτερα.

Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει απαραίτητα αναδιαμόρφωση αυτού που μέχρι τώρα κατανοούσαμε ως «καλές διακοπές».

Υπάρχει ακόμα πολλή δουλειά που πρέπει να γίνει, αλλά έχω ελπίδα.

Πάνω απ’ όλα, φαίνεται επείγον να τονίσουμε ότι δεν απαρνούμαστε τον ελεύθερο χρόνο και την ξεκούραση.

Αυτό το οποίο αρνούμαστε είναι να μας εκδιώξει η ελιτοποίηση και να επιτρέψει σε αυτήν τη μορφή τουρισμού για τους υπερπλούσιους να εδραιωθεί.

Πρόσφατα, μαζί με τον ερευνητή Έρνεστ Κανιάδα, ενδιαφέρθηκα πολύ να αναλύσω καινοτόμες εμπειρίες όπως ο συνδικαλιστικός τουρισμός στην Αργεντινή ή ο συνεταιριστικός τουρισμός στην Ουρουγουάη.

Νομίζω πως μπορούμε να μάθουμε πολλά από ορισμένες από αυτές τις εμπειρίες της Λατινικής Αμερικής.

Στο βιβλίο, αναφέρω το παράδειγμα του Sesc Bertioga στο Σάο Πάολο, ενός θέρετρου για εργαζόμενους στον τομέα των υπηρεσιών εύκολα προσβάσιμου στο κοινό, με καλή συμπεριφορά στους εργαζόμενους και καλούς μισθούς, κάτι ασυνήθιστο στη φιλοξενία.

Πώς θα περιέγραφες τις ιδανικές διακοπές σου είτε ως βιωματική εμπειρία, είτε ως εσωτερική επιθυμία;

Με τα χρόνια, έχω γίνει περισσότερο ένα πλάσμα της συνήθειας: Απολαμβάνω όλο και περισσότερο να μένω στο ίδιο μέρος. Μου αρέσει να χαλαρώνω όλη μέρα, να διαβάζω, να πηγαίνω στην παραλία, να τρώω και να κοιμάμαι, και να μην ελέγχω το email μου.

Αυτές είναι οι αγαπημένες μου διακοπές.

Ευχαριστώ θερμά το τιμ των Εκδόσεων Carnívora για την πολύτιμη βοήθειά του στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Το βιβλίο της Άννα Πατσέκο Ήρθα εδώ και μας θυμήθηκα: Μια ιστορία για τον τουρισμό, την εργασία και την τάξη κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora σε μετάφραση της Χριστιάννας Νικηφοράκη.





Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

Ana da Silva: «Η τέχνη μπορεί να κάνει τους ανθρώπους λιγότερο μόνους και φοβισμένους»

 

Ana da Silva (Φωτογραφία: Shirley O'Loughlin)

Συνιδρύτρια του εκλεκτικού φεμινιστικού πανκ συγκροτήματος The Raincoats πριν από μισό αιώνα, η πορτογαλικής καταγωγής μουσικός, στιχουργός, τραγουδίστρια και ζωγράφος Ana da Silva παραμένει δημιουργικά ενεργή.

Το διαπιστώσαμε και μέσα από τη συνέντευξη που πρόθυμα μάς παραχώρησε.

Συνίδρυσες τις The Raincoats πριν από σχεδόν μισό αιώνα.

Πώς ήταν να είσαι γυναίκα και φεμινίστρια πανκ ρόκερ στο πλαίσιο του ακμάζοντος, αλλά κυρίως ανδροκρατούμενου, πανκ ροκ κινήματος στα τέλη της δεκαετίας του 1970 στο Ηνωμένο Βασίλειο;

Πριν από πολύ καιρό, το 1976, υπήρχαν δύο νεαρές γυναίκες που γνωρίστηκαν σε μια Σχολή Καλών Τεχνών και αποφάσισαν να σχηματίσουν ένα πανκ συγκρότημα. Ήταν η Ana da Silva και η Gina Birch...!

Πίστευα ότι ήταν φυσικό να παίζω μουσική. Εμπνευστήκαμε από άλλες γυναίκες όπως η Patti Smith, οι The Slits, η Tina Weymouth και η Gaye Advert, μπασίστρια στους Adverts.

Δεν υπήρχαν πολλές γυναίκες οι οποίες έπαιζαν μουσικά όργανα, αλλά αυτές ήταν αρκετές για να το κάνουν να μοιάζει με πιθανότητα.

Το πανκ υπέδειξε, επίσης, κατευθύνσεις σε όποιον ήθελε να κάνει κάτι ελεύθερα δημιουργικό, θαρραλέο, απλό, αλλά δυνατό.

Η ενθάρρυνση είναι το καλύτερο πράγμα για να σε κάνει να πιστέψεις ότι μπορείς να δοκιμάσεις κάτι που φέρνει λάμψη στη ζωή σου.

Σε παραγωγή του θρυλικού frontman των Red Krayola, Mayo Thompson, το ντεμπούτο, ομώνυμο άλμπουμ σας κυκλοφόρησε το 1979 από την πρωτοποριακή ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία Rough Trade Records.

Πώς θα περιέγραφες τη συνεργασία σας τόσο με τον παραγωγό, όσο και με τη δισκογραφική εταιρεία;

Ο Mayo μάς βοήθησε να βρούμε έναν ήχο ή τρόπο παιξίματος για το βιολί ο οποίος ήταν λίγο τραχύς, εμπνευσμένος από τους The Velvet Underground.

Όταν ηχογραφήσαμε το The Raincoats, παίξαμε λίγο-πολύ ζωντανά ό,τι είχαμε, οπότε δεν υπήρχε καμία επιρροή στο τι παίζαμε ή ποια όργανα χρησιμοποιούσαμε. Δεν υπήρχαν ούτε overdubs. Νομίζω πως ήμασταν όλες στο ίδιο μήκος κύματος.

Όσον αφορά στη δισκογραφική εταιρεία Rough Trade, ένιωθα σαν να ήμασταν περισσότερο φίλοι. Είχα δουλέψει εκεί.

Ο Geoff Travis ήταν ένας από εμάς - όχι κάποιος που καθόταν σε ένα μεγάλο γραφείο με τα πόδια του πάνω του καπνίζοντας ένα πούρο!

Ανάμεσα σε άλλα μικρά πανκ διαμάντια, το άλμπουμ περιλαμβάνει την πιο πρωτότυπη εκδοχή του αμφιλεγόμενου κλασικού καλτ κομματιού των Kinks, Lola. Πώς διαβάζατε αυτήν τη σύνθεση τότε; Έχει αλλάξει καθόλου με τα χρόνια;

Νομίζω ότι είναι αρκετά απλό. Ο στιχουργός συμπαθεί κάποια που νόμιζε πως ήταν γυναίκα, αλλά στην πραγματικότητα είναι άντρας.

Και αυτό είναι υπέροχο, συμπαθούν ο ένας τον άλλον, οπότε είναι και οι δύο χαρούμενοι επειδή είναι αυτό που είναι «σε αυτόν τον ανακατεμένο, μπερδεμένο, ταραγμένο κόσμο».

Το No Looking, εμπνευσμένο από ένα ποίημα του Ζακ Πρεβέρ, αποτελεί μια εκλεπτυσμένη προσθήκη σε αυτήν την επιλογή. Πώς βιώνεις την ποίηση, τόσο ως αναγνώστης όσο και ως στιχουργός;

Ο Ζακ Πρεβέρ ενέπνευσε την Gina να γράψει μερικούς από τους στίχους για το τραγούδι No Looking.

Νομίζω ότι τα τραγούδια είναι ένα μίγμα διαφορετικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των στίχων, και θα πρέπει να έχουν μια συναρπαστική ιδέα μέσα στο σύνολο.

Για μένα, οι λέξεις μπορούν να είναι πραγματικά εμπνευσιακές, μπορούν να σε βοηθήσουν να βρεις ένα μονοπάτι, ή απλώς να σου δώσουν χαρά.

Η απεγνωσμένη αναζήτηση του Kurt Cobain για ένα αντίτυπο αυτού του άλμπουμ συνέβαλε στην αναβίωση του ενδιαφέροντος για τον κατάλογο των δίσκων του συγκροτήματός σας.

Πάντα με συγκινεί η ανιδιοτελής έκφραση εκτίμησης για το έργο κάποιου. Εσύ τι λες; Ποια ήταν η εντύπωσή σου για τον αείμνηστο Cobain κατά την πρώτη σας συνάντηση;

Κανείς δεν εφευρίσκει κάτι καλλιτεχνικό από το μηδέν. Και δεν είναι ντροπή να αναφέρεις τους ανθρώπους οι οποίοι σε έχουν εμπνεύσει. Αλλά συμφωνώ, ήταν πολύ γενναιόδωρος σε αυτό.

Στην περίπτωσή μας, έκανε πολλούς ανθρώπους της γενιάς του να μας ακούσουν. Και ναι, έκανε το έργο μας πιο γνωστό παγκοσμίως.

Ήμουν συντετριμμένη όταν πέθανε, καθώς σκέφτηκα: τι απώλεια για τον κόσμο! Ήταν τόσο συντονισμένος με ό,τι έχει σημασία και έγραψε τόσο σπουδαία τραγούδια, που έδωσαν παρηγοριά σε τόσους πολλούς ανθρώπους.

Με το εξώφυλλο να βασίζεται στον πίνακα Η Γυναίκα του Χωριού του Καζιμίρ Μαλέβιτς, το Odyshape, το δεύτερο άλμπουμ των The Raincoats, ακούγεται πολύ διαφορετικό, πιο προσανατολισμένο στη φολκ και τη φρι τζαζ.

Τι στοχεύατε να εξερευνήσετε σε αυτήν τη φάση;

Οι αποφάσεις μας ήταν πάντα αρκετά οργανικές. Εξελίσσονταν μέρα με τη μέρα καθώς μεγαλώναμε και αποκτούσαμε μουσική εμπειρία.

Γράψαμε την πλειονότητα των τραγουδιών χωρίς ντράμερ και νομίζω πως αυτό έκανε το στιλ μας πιο ελεύθερο στον τρόπο με τον οποίο δομούσαμε τα τραγούδια και στα όργανα που χρησιμοποιήσαμε.

Είχαμε βρεθεί στη Νέα Υόρκη λίγο καιρό πριν και αγοράσαμε μερικά ακουστικά όργανα που αποφασίσαμε να χρησιμοποιήσουμε - μία kalimba, ένα balafon, ένα shruti box και μερικά μικρότερα κρουστά.

Μετά την αρχική διάλυση του γκρουπ, επικεντρώθηκες στη συνεργασία σου με τη χορογράφο/χορεύτρια Gaby Agis. Τι ανακάλυψες για τον εαυτό σου ως καλλιτέχνιδα και ως άνθρωπο σε αυτό το πλαίσιο;

Απολαμβάνω όλες τις μορφές τέχνης.

Η Gaby επικοινώνησε μαζί μου για να με ρωτήσει αν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το τραγούδι μας Shouting out loud για ένα χορευτικό κομμάτι για δεκατρείς γυναίκες.

Συζητήσαμε και τελικά συνέθεσα ένα μουσικό κομμάτι 30 λεπτών για τον χορό της. Είμαι πολύ χαρούμενη που το έκανα αυτό, καθώς το αγαπώ τόσο πολύ.

Χορογράφησε ξανά το έργο στην 30ή επέτειό του το 2014. Ήταν υπέροχο να επιστρέφω σε αυτό. Η Gaby χορογράφησε, επίσης, μια παράστασή του στην Τουρκία, με ντόπιες γυναίκες.

Τα Island και Shelter, δύο συνεργατικά πρότζεκτ με την Phew, κυκλοφορούν το 2018 και το 2020, αντίστοιχα.

Το τελευταίο, ειδικότερα, ένα απόσταγμα της εποχής της πανδημίας, κατατάσσεται ανάμεσα στα καλύτερα άλμπουμ στα οποία έχεις εμπλακεί.

Το Island είναι το άλμπουμ που έφτιαξα με την Phew.

Εγώ ήμουν στο Λονδίνο, εκείνη στην Ιαπωνία. Στείλαμε η μία στην άλλη μουσικά αρχεία που δημιουργήσαμε στο Logic Pro, μέσω Wetransfer. Η μία ξεκίνησε τα μισά τραγούδια και η άλλη τα τελείωσε.

Ήταν μια πολύ ευχάριστη και ικανοποιητική εμπειρία. Λατρεύω τη δουλειά της και λατρεύω αυτό που κάναμε μαζί.

Το Shelter είναι ένα μουσικό έργο σε σύνθεση της Phew και δικής μου, με φωτογραφίες της Shirley OLoughlin, κατόπιν παραγγελίας του ISSUE Project Room στο Μπρούκλιν.

Από τις 6 Δεκεμβρίου 2025 έως τις 29 Απριλίου 2026, η ατομική έκθεση NOISE στον χώρο PORTA33 στη Φουνσάλ της Μαδέρα φιλοξενεί πρόσφατα έργα, πίνακες και προσωπικά σου αρχεία.

Πώς εξελίχθηκε σταδιακά η ενασχόλησή σου με τη ζωγραφική;

Σπούδαζα σε Σχολή Καλών Τεχνών πριν σχηματίσουμε τις The Raincoats και εκεί γνώρισα την Gina και δημιουργήσαμε μαζί το συγκρότημα.

Έτσι, οι εικαστικές τέχνες, ειδικά η ζωγραφική, ήταν μέσα στην ψυχή μου, αν και δεν καταπιάστηκα με αυτές πολύ όσο δούλευα στις The Raincoats. Έβαλα την καρδιά και την ψυχή μου στο συγκρότημα.

Λίγο καιρό αφότου έκανα το άλμπουμ με την Phew, άρχισα ξανά να ζωγραφίζω, πρώτα για να δω πού θα με πήγαινε αυτό και στη συνέχεια ανακαλύπτοντας τι έβγαινε από μέσα μου με έναν αυθόρμητο και προσωπικό τρόπο.

Τα τελευταία χρόνια, έχω αφιερώσει, επομένως, τις προσπάθειές μου περισσότερο στη ζωγραφική.

Η μουσική είναι ακόμα εκεί, και δημιουργώ ένα νέο ηλεκτρονικό έργο το οποίο θα συνοδεύσει την ανάγνωση του βιβλίου Ungone της Hanna Patterson από 3 ηθοποιούς.

Αυτό θα παρουσιαστεί κατά τη διάρκεια των εορτασμών για την 50ή επέτειο της Rough Trade τον Ιούλιο στο South Bank του Λονδίνου.

Μου αρέσει να συνθέτω μουσική με το modular synth μου. Μπορώ να βγάλω άπειρους διαφορετικούς ήχους, από απαλούς μέχρι σκληρούς, και να εκπλήσσομαι συνέχεια, κάτι που μου αρέσει πολύ. Έχω 3 ελληνικά modules από το Dreadbox!

Ζούμε σε αβέβαιους, πολεμικούς καιρούς. Πού βρίσκεις μια αχτίδα ελπίδας; Μπορεί η τέχνη να έχει ακόμη αντίκτυπο, ή μήπως έχει πλέον γίνει μια μάταιη, εγωκεντρική άσκηση;

Βιώνουμε φρικτές εποχές, ειδικά αν ζούμε στη Μέση Ανατολή, αλλά όχι μόνο εκεί, φυσικά.

Νομίζω και ελπίζω πως η τέχνη εξακολουθεί να κάνει κάτι για να δώσει στους ανθρώπους λίγη δύναμη και να διατηρήσει την πιο ανθρώπινη πλευρά της ζωής παρούσα.

Ο ακτιβισμός είναι επίσης πολύ σημαντικός, αλλά η τέχνη μπορεί να εμπνεύσει το πνεύμα και να κάνει τους ανθρώπους λιγότερο μόνους και φοβισμένους.

Ευχαριστώ θερμά την Ana da Silva για τον χρόνο της και την παραχώρηση της φωτογραφίας της.

Μπορείτε να αναζητήσετε περισσότερες πληροφορίες για την Ana da Silva και τη δουλειά της στον προσωπικό της ιστότοπο.

Η συνέντευξη με την Ana da Silva εντάσσεται στο εγχείρημα A Blast From The Past/Into The Future.

Το εγχείρημα φιλοδοξεί να φιλοξενήσει πρωτότυπες συνεντεύξεις με εμβληματικές προσωπικότητες από το πεδίο της μουσικής από τη δεκαετία του 1960 και εξής.