Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Le Trio Joubran: Οι Παλαιστίνιοι δεξιοτέχνες στο ούτι ζωντανά στην Αθήνα (25/9)

 


Καταγόμενοι από μια παλαιστινιακή οικογένεια της Ναζαρέτ με πλούσια και μακρόχρονη καλλιτεχνική παράδοση, τα αδέρφια Samir, Wissam και Adnan Joubran, γνωστοί διεθνώς ως Le Trio Joubran, είναι μάστορες στο ούτι.

Ο Samir Joubran, ο μεγαλύτερος από τα τρία αδέρφια, ήταν ήδη επιτυχημένος μουσικός από το 1996, σχεδόν μια δεκαετία πριν τον σχηματισμό του τρίο.

Όταν επρόκειτο να ηχογραφήσει τον τρίτο του δίσκο, το Tamaas, κάλεσε τον αδερφό του Wissam να τον συνοδεύσει στα ντουέτα. Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 2003.

Έναν χρόνο αργότερα, μετά από πρόταση του Samir, και ο νεότερος αδερφός, Adnan, εντάχθηκε στο σχήμα και έτσι γεννήθηκαν οι Le Trio Joubran επισήμως.

Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει έξι άλμπουμ. Η δεξιοτεχνία τους στο ούτι θεωρείται μοναδική, ενώ έχουν, κατά διαστήματα, δώσει συναυλίες σε όλο τον κόσμο, εντυπωσιάζοντας με την αυθεντικότητά τους.  

Συχνά προσκαλούνται να συνθέσουν μουσική για ταινίες μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ. Έχουν κατ’ επανάληψη βραβευθεί για τις κινηματογραφικές συνθέσεις τους.

Ειδική μνεία αξίζει να γίνει στo πιο πρόσφατo άλμπουμ τους, The Long March, το οποίο χαράσσει νέους δρόμους στη μουσική διαδρομή τους.

Σ’ αυτό τιμούν και αναδεικνύουν τη διασύνδεση των απελευθερωτικών αγώνων των καταπιεσμένων ιθαγενικών λαών ανά τον κόσμο, με ιδιαίτερη έμφαση στον αγώνα των Παλαιστίνιων για αναγνώριση και χειραφέτηση.

Μαζί με τον γνωστό για την αδιάλειπτη και συνεπή στήριξη του αγώνα των Παλαιστίνιων, Roger Waters, συνέθεσαν το τραγούδι Carry The Earth.

Το κομμάτι είναι αφιερωμένο στα τέσσερα ξαδέρφια που δολοφονήθηκαν από ισραηλινές δυνάμεις ενώ έπαιζαν ποδόσφαιρο στην παραλία της Γάζας.  

Ο τίτλος του προέρχεται από ένα ποίημα του εμβληματικού Παλαιστίνιου ποιητή Μαχμούντ Νταρουίς.

Σε καιρούς συνεχιζόμενης γενοκτονίας του παλαιστινιακού λαού από τις ισραηλινές κατοχικές δυνάμεις, η μουσική του Le Trio Joubran αποδεικνύει ότι η καλλιτεχνική δημιουργία (μπορεί να) συνιστά ταυτόχρονα πολιτική πράξη και ψυχαγωγία.

Γι’ αυτό και υποδεχόμαστε, με ιδιαίτερη χαρά, το τρίο την Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου, στο Θέατρο «Δόρας Στράτου», στο πλαίσιο των πάντα εκλεκτικών Φ hill Sessions.

Οι πόρτες ανοίγουν στις 20.00. Ώρα Έναρξης: 21.15.

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Σταύρος Λάντσιας: «Η μουσική με έχει βοηθήσει να ακούω περισσότερο»

 


Διακεκριμένος τζαζ πιανίστας και συνθέτης, ο Σταύρος Λάντσιας, με ένα εκλεκτό επιτελείο μουσικών, παρουσιάζει την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου στο πλαίσιο των Φ hill Sessions την καινούρια δουλειά του, Waving Hands.

Κουβεντιάζοντας μαζί του ενόψει του λάιβ.

Eίστε διακεκριμένος τζαζ πιανίστας και συνθέτης. Ποια υπήρξαν τα αφετηριακά ερεθίσματα που σας έστρεψαν σε αυτήν την κατεύθυνση;

Σίγουρα οι δίσκοι του πατέρα μου, που είχε μια μεγάλη συλλογή από βινύλια με πολλά είδη μουσικής. Και οι πρώτοι μουσικοί που γνώρισα, που μαζί με τους δασκάλους μου στο Ωδείο και στο σχολείο λειτούργησαν ουσιαστικά σαν μέντορες.

Νομίζω ότι πολύ νωρίς κατάλαβα πως η μουσική δεν είναι μόνο κάτι που μαθαίνεις, αλλά κυρίως κάτι που ανακαλύπτεις μέσα από τους ανθρώπους.

Πόσο έχει μεταβληθεί η αντίληψή σας για τη μουσική, γενικότερα, την τζαζ, ειδικότερα, και τον εαυτό σας ως μουσικό εντός και εκτός σκηνής με την πάροδο των χρόνων;

Εμπιστεύομαι περισσότερο τον εαυτό μου να εκφράζομαι χωρίς φίλτρα και να μη φοβάμαι το βάρος της παράδοσης της jazz, με όλους τους σπουδαίους μουσικούς που προϋπήρξαν.

Επιθυμώ να ακούγεται η δική μου φωνή, ακόμη κι αν αυτή δε χωράει εύκολα σε μια συγκεκριμένη κατηγορία.

Έχοντας υπάρξει μάρτυρας της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974, όπως κατά καιρούς έχετε δηλώσει, με πoιους τρόπους έχει η ενεργός εμπλοκή σας με τη μουσική συμβάλει στην αποτύπωση και υπέρβαση αυτού του τραύματος;

Δεν ξέρω αν θα χρησιμοποιούσα τη λέξη «υπέρβαση». Κάποια πράγματα που ζεις σε μικρή ηλικία δεν τα ξεπερνάς ακριβώς. Τα κουβαλάς και με τα χρόνια αλλάζει ο τρόπος που τα κοιτάζεις.

Η μουσική με βοήθησε περισσότερο να μη χρειάζεται να τα εξηγώ. Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορώ ή δεν θέλω να τα κάνω αφήγημα.

Μπορούν, όμως, να υπάρχουν μέσα σε μια ατμόσφαιρα, σε μια μελωδία, σε μια αρμονία.

Το Beyond, για παράδειγμα, γεννήθηκε από αυτή την ανάγκη να κοιτάζω προς την άλλη πλευρά του Πενταδακτύλου και να φαντάζομαι τι υπάρχει πέρα από αυτό.

Δεν προσπάθησα ποτέ να κάνω μια «μουσική του 1974». Προτιμώ ό,τι έχω ζήσει να περνάει στη μουσική με έναν πιο ασυνείδητο τρόπο. Αν κάτι είναι πραγματικά δικό σου, τελικά θα βγει χωρίς να χρειάζεται να το πιέσεις.

Οι συνθέσεις σας έχουν μια διακριτή κινηματογραφική ατμόσφαιρα, ποιότητα και χροιά. Σκέφτεστε «κινηματογραφικά» όταν συνθέτετε;

Ναι, αλλά όχι με την έννοια ότι σκέφτομαι απαραίτητα μια συγκεκριμένη ταινία ή μια συγκεκριμένη σκηνή. Περισσότερο σκέφτομαι εικόνες και καταστάσεις.

Ίσως επειδή η μουσική μου είναι ορχηστρική, έχω ανάγκη να αφήνω χώρο στη φαντασία του ακροατή.

Δε θέλω να του πω ακριβώς τι πρέπει να δει. Εύχομαι ακούγοντας τη μουσική μου ο ακροατής να μπορεί να κλείσει τα μάτια και να φανταστεί τη δική του ιστορία, να δει τις δικές του εικόνες.

Ποιοι είναι οι σκηνοθέτες και οι συνθέτες κινηματογραφικής μουσικής (πέραν του Ένιο Μορικόνε) οι οποίοι έχουν αφήσει το πιο ισχυρό χνάρι πάνω σας και γιατί;

Μου αρέσουν οι Dave Grusin, Ryuichi Sakamoto, Gabriel Yared, Thomas Newman και πολλοί άλλοι.

Με ενδιαφέρει περισσότερο ένας κινηματογραφικός συνθέτης όταν δεν γράφει απλώς μουσική για να συνοδεύσει την εικόνα, αλλά όταν η μουσική μπορεί να σταθεί και μόνη της. Αυτό είναι κάτι που εκτιμώ πολύ.

Πλημμυρισμένη από γλύκα, ευγένεια και θετικότητα, η πιο πρόσφατη κυκλοφορία σας, το άλμπουμ Waving Hands, είναι διαποτισμένη από το βίωμα της πατρότητας.

Σε ποιον βαθμό η μέχρι τώρα ενασχόλησή σας με τη μουσική σάς κάνει καλύτερο πατέρα και σε ποιον η ίδια η πατρότητα σάς «ανοίγει» ως μουσικό;

Νομίζω ότι η μουσική με έχει βοηθήσει να ακούω περισσότερο.

Και αυτό είναι πολύ σημαντικό και ως πατέρας. Να ακούω πραγματικά τα παιδιά μου, να παρατηρώ χωρίς να βιάζομαι να δώσω απαντήσεις και να αποδέχομαι ότι κάθε άνθρωπος έχει τον δικό του τρόπο να εκφράζεται.

Από την άλλη, η πατρότητα με έχει κάνει πιο ανοιχτό ως μουσικό. Με έχει φέρει πιο κοντά στο συναίσθημα και σε πράγματα που παλιότερα ίσως προσπαθούσα περισσότερο να ελέγξω.

Στο Waving Hands υπάρχει περισσότερη απλότητα, περισσότερη χαρά και ίσως λιγότερη ανάγκη να αποδείξω κάτι.

Τελικά, νομίζω ότι αυτά τα δύο συναντιούνται. Η μουσική με βοηθά να είμαι πιο παρών ως πατέρας και τα παιδιά μου με βοηθούν να είμαι πιο ανοιχτός ως μουσικός.

Magic Room: Υπάρχει περιθώριο για λίγη μαγεία στους απομαγευμένους, πολεμικούς, πολωμένους καιρούς μας; Κι αν ναι, σε τι συνίσταται;

Ναι, νομίζω ότι υπάρχει. Ίσως μάλιστα να τη χρειαζόμαστε περισσότερο όταν οι εποχές είναι δύσκολες.

Για μένα η «μαγεία» δεν είναι κάτι θεαματικό.

Μπορεί να είναι μια μουσική που σε σταματάει για λίγο, μια στιγμή επικοινωνίας με έναν άλλον άνθρωπο, ένα παιδί που γελάει, ή το να βρίσκονται οκτώ μουσικοί σε έναν χώρο και ξαφνικά να συμβαίνει κάτι που κανείς δεν είχε σχεδιάσει.

Ίσως τελικά η μαγεία να βρίσκεται ακριβώς σε αυτές τις μικρές στιγμές που δεν μπορούμε να ελέγξουμε.

Στο Waving Hands διασκευάζετε ένα μικρό «σπάραγμα» της Σονάτας του Σεληνόφωτος. Ποια είναι η ώρα της ημέρας (ή της νύχτας) κατά την οποία η δημιουργική σας δύναμη απογειώνεται;

Δε νομίζω πως έχω συγκεκριμένη ώρα. Υπάρχουν στιγμές που μια ιδέα μπορεί να έρθει το πρωί, ενώ άλλες φορές μπορεί να εμφανιστεί αργά το βράδυ. Αυτό που έχω καταλάβει είναι ότι η δημιουργικότητα χρειάζεται περισσότερο χώρο παρά χρόνο.

Μερικές φορές μια ιδέα μπορεί να υπάρχει μέσα σου για πολύ καιρό και να περιμένει απλώς την κατάλληλη στιγμή για να εμφανιστεί. Και τότε μπορεί να έρθει πολύ φυσικά.

Στις 21 Ιανουαρίου παρουσιάσατε το εν λόγω άλμπουμ στο Βασιλικό Θέατρο Καλών Τεχνών των Βρυξελλών, στο πλαίσιο του εναρκτήριου γκαλά της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ε.Ε.

Αισθάνεστε σαν καλλιτεχνικός «πρεσβευτής» της Κύπρου διεθνώς; Ή πιστεύετε πως, αναγνωρίζοντας και τιμώντας τα όποια πολιτισμικά ριζώματά της, πρέπει η μουσική να υπερβαίνει κάθε είδους στεγανά;

Δεν ξέρω αν θα χρησιμοποιούσα τη λέξη «πρεσβευτής». Είμαι Κύπριος και φυσικά ένα κομμάτι της καταγωγής μου υπάρχει στη μουσική μου, είτε το επιδιώκω είτε όχι.

Χαίρομαι, όμως, όταν η μουσική μου μπορεί να ταξιδεύει και να συνδέεται με ανθρώπους έξω από την Κύπρο.

Για μένα η μουσική δε χρειάζεται να εξηγεί από πού προέρχεται για να επικοινωνήσει. Μπορεί να ξεκινά από έναν πολύ συγκεκριμένο τόπο και ταυτόχρονα να αφορά ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με αυτόν.

Ίσως αυτή να είναι και η δύναμη της μουσικής: να κρατάς τις ρίζες σου χωρίς να περιορίζεσαι από αυτές.

Eκτός από συνθέτης και πιανίστας, διδάσκετε και μουσική. Πώς αντιλαμβάνεστε την έννοια της διδασκαλίας και τι αποκομίζετε από την αλληλεπίδρασή σας με φερέλπιδες καλλιτέχνες/καλλιτέχνιδες νεότερων γενεών;

Η διδασκαλία για μένα δεν είναι μονόδρομος. Φυσικά μεταδίδεις πράγματα που έχεις μάθει μέσα από την εμπειρία σου, αλλά ταυτόχρονα παρατηρείς πώς σκέφτεται και πώς ακούει ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε διαφορετικό σημείο από εσένα.

Και αυτό τελικά με κρατάει κι εμένα σε εγρήγορση. Όταν διδάσκεις, δεν μπορείς να θεωρείς ότι τα πράγματα έχουν τελειώσει ή ότι τα γνωρίζεις όλα.

Πέραν της πατρότητας, τι σας γεμίζει περισσότερο με αισιοδοξία για το μέλλον; Και τι, αντιθέτως, σάς φοβίζει;

Με γεμίζει αισιοδοξία η περιέργεια των ανθρώπων και κυρίως των νέων ανθρώπων. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να μάθουν, να δημιουργήσουν, να ακούσουν κάτι διαφορετικό και να επικοινωνήσουν, υπάρχει ελπίδα.

Αυτό που με φοβίζει περισσότερο είναι η αδιαφορία. Όχι τόσο το ότι διαφωνούμε, αλλά το να σταματήσουμε να ενδιαφερόμαστε πραγματικά ο ένας για τον άλλον και να κλειστούμε ο καθένας στον δικό του κόσμο.

Ίσως γι’ αυτό θεωρώ σημαντική τη μουσική. Σε αναγκάζει, έστω για λίγο, να ακούσεις.

Ευχαριστώ θερμά την Χριστιάννα Φινέ (Goodheart Productions) για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του καλλιτέχνη.

Μαζί με ένα εκλεκτό επιτελείο μουσικών, ο Σταύρος Λάντσιας παρουσιάζει την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου στο Θέατρο «Δόρα Στράτου» στο πλαίσιο των Φ hill Sessions την καινούρια δουλειά του, Waving Hands.

Οι πόρτες ανοίγουν στις 20.00. Ώρα Έναρξης: 21.15.




Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Franz Treichler (The Young Gods): «Είμαι ενάντια στη συνθηκολόγηση»

 

The Young Gods

Πρωτοπόροι του industrial rock, οι Ελβετοί The Young Gods εμφανίζονται ζωντανά για πρώτη φορά στην Ελλάδα την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου στη σκηνή του Gazarte.

Με αυτήν την αφορμή, έχουμε μια εγκάρδια συνομιλία με το ιδρυτικό μέλος τους, κιθαρίστα και πολυπράγμονα καλλιτέχνη, Franz Treichler.

Αν και ξέρω ότι η επιλογή του ονόματος του συγκροτήματος δε συνδέεται με τη θρησκεία, ποια είναι τα αισθήματά σου γι’ αυτήν;

Ποια είναι η θρησκεία μου, εννοείς;

Καθόλου. Πώς βλέπεις το ζήτημα της θρησκείας, της πίστης, της πνευματικότητας - της μεταφυσικής, γενικότερα; Πιο πολύ σε φιλοσοφικό επίπεδο.

Βασικά, νομίζω ότι οι άνθρωποι είναι νεαροί θεοί και νεαρές θεές. Δεν έχουμε ανάγκη του θεούς, επειδή έχουμε μέσα μας αυτό το δυναμικό και βρισκόμαστε στη Γη για να μάθουμε πράγματα, να βιώσουμε την ανάταση και να ανταλλάξουμε τις εμπειρίες μας.

Είχα καθολική ανατροφή, αλλά σταμάτησα να πηγαίνω στην εκκλησία όταν ήμουν έντεκα ή δώδεκα χρονών, νομίζω. Δεν μπορούσα να σχετιστώ με το δόγμα.

Αν και έμαθα κάποια καλά πράγματα μέσα από τη θρησκευτική μου ανατροφή, αυτό που βλέπω να παράγουν οι θρησκείες στο παρελθόν και στο παρόν είναι πόλεμοι και μισαλλοδοξία.

Οπότε προτιμάς να μένεις μακριά τους.

Απολύτως!

Καλό είναι να μάθεις κάποιες βασικές θρησκευτικές αρχές. Όταν, όμως, οι θρησκείες πέσουν στα χέρια ανθρώπων οι οποίοι αποζητούν την εξουσία, εκφυλίζονται όπως και οτιδήποτε άλλο.

Υπήρξε για σένα η μουσική -κυρίως το πανκ- ένας τρόπος αυτοέκφρασης, ανακάλυψης και εξερεύνησης του εαυτού σου;

Όταν ήμουν πολύ νέος, στάθηκα τυχερός επειδή είχα έναν μεγαλύτερο αδερφό που έφερνε στο σπίτι μουσική των όψιμων σίξτις. Ήταν τα πρώτα βινύλια τα οποία άκουσα ποτέ - κυρίως ψυχεδελική μουσική.

Είχα, λοιπόν, την εντύπωση πως είχα κι άλλα μεγαλύτερα αδέρφια ανά τον κόσμο, που μιλούσαν μια μουσική γλώσσα την οποία καταλάβαινα.

Πολλές φορές καθόμουν, λοιπόν, στο σαλόνι του σπιτιού ακούγοντας αυτούς τους δίσκους, γεγονός που με βοήθησε να ωριμάσω.

Σε μια τέτοια ηλικία είναι καλό να έχεις ερεθίσματα τα οποία δεν είναι συντηρητικά.

Έτσι, όταν ξέσπασε το πανκ στα τέλη της δεκαετίας του 1970, αγκάλιασα την ενέργειά του, επειδή θεωρούσα ότι το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής της εποχής γινόταν απρόσιτο. Το ροκ είχε απομακρυνθεί πολύ από τους ανθρώπους.

Είχε γίνει ελιτίστικο.

Θα μπορούσες να το πεις.

Στο πλαίσιο του πανκ, ο καθένας μπορούσε να παίξει ή να ανέβει στη σκηνή και να τραγουδήσει. Ή, βασικά, να παρτάρει! (Γέλιο).

Το εγκατέλειψες, όμως. Τι «απέσταξες» από αυτό -μουσικά και πολιτισμικά- ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης σε εξέλιξη; Ο αρχικός ήχος των The Young Gods, πάντως, δεν είχε πολλή σχέση με το πανκ.

Για δυο-τρία χρόνια το πανκ κίνημα ήταν κάτι καλό. Κατόπιν, ωστόσο, έγινε μόδα.

Το DIY πνεύμα, η πίστη σε και το πάθος για ό,τι κάνω είναι αυτά τα οποία πιθανόν παραμένουν μέσα μου από εκείνη την εποχή.

Σάμπλαρα, εξάλλου, υλικό από πανκ μπάντες, επειδή αυτές μου άρεσαν.

Ανατρέχοντας, πάντως, στη γέννηση του ήχου των The Young Gods, ήταν ένας συνδυασμός της ψυχεδελικής μουσικής που άκουγα στα πρώιμα σέβεντις, της πανκ ενέργειας και της επιρροής των πρώιμων ευρωπαϊκών industrial συγκροτημάτων.

Η επιρροή των Neubauten είναι από τις πιο αισθητές.

Ασφαλώς. Μάς είχαν προσκαλέσει πολλές φορές να παίξουμε μαζί τους και ήταν πάντα πολύ καλοί απέναντί μας. Ήταν φαντασική μπάντα επί σκηνής - κι ακόμα είναι.

Θα ήθελα, ωστόσο, να επιστρέψουμε λίγο στη διαδικασία του σάμπλινγκ. Πώς αποφάσισες να εμπλακείς σ’ αυτήν;

Ήταν μια κάπως οραματική, αλλά και πρακτική επιλογή.

Πριν τους The Young Gods, συμμετείχα σε μια άλλη μπάντα, η οποία διαλύθηκε εξαιτίας διαφορετικών φιλοδοξιών και καλλιτεχνικών κατευθύνσεων.

Είχα κουραστεί να συμβιβάζομαι σχετικά με το περιεχόμενο της μουσικής. Οπότε, όταν το πρώτο φτηνό σάμπλινγκ βγήκε στην αγορά, μπορούσα να προσποιηθώ ότι ήμουν ένα συγκρότημα!

Φαντάσου πως μιλάμε για σαράντα χρόνια πριν. Τότε δεν υπήρχαν υπολογιστές, αποθηκευτική μνήμη στα διάφορα μηχανήματα ή ψηφιοποίηση. Ούτε καν midi πρωτόκολλα.

Περνούσα, λοιπόν, ώρες ακούγοντας βινύλια, εξάγοντας λούπες από ντραμς ή κιθαριστικές εισαγωγές και συνθέτοντας ηχητικά κολάζ με μια τετρακάναλη κασέτα. Το αποτέλεσμα ακουγόταν σαν να είχε ήδη υποστεί κάποια παραγωγή.

Εκείνη την εποχή, αν ήθελες να έχεις έναν καλό ήχο, έπρεπε να πας σε ακριβό στούντιο. Έτσι, άδειαζα και ανακύκλωνα υλικό το οποίο είχε ήδη ηχογραφηθεί. Ήταν κι αυτή μια κάπως πανκ στάση.

Έπειτα, δεν ήθελα βέβαια να είμαι μόνος μου στη σκηνή κι έτσι ζήτησα από τον συγκάτοικό μου και συνιδρυτικό μέλος των The Young Gods, Cesare Pizzi, να βάλει ένα χεράκι.

Στην αρχή ήθελε να με βοηθάει μόνο στα τεχνικά ζητήματα, μετά κάναμε μια συναυλία μόνο οι δυο μας και στη συνέχεια αποφασίσαμε πως θα ήταν καλό να έχουμε έναν ντράμερ, επειδή θα συνδεόταν οργανικά με τα μηχανήματα.

Έτσι ξεκινήσαμε.

Ένα μέρος του κοινού μάς μισούσε, επειδή ήταν αμφιλεγόμενο και σκανδαλώδες να παίζεις ροκ χωρίς να χρησιμοποιείς λάιβ κιθάρα.

Θα ένιωθε ίσως εξαπατημένο ακούγοντας -αλλά όχι βλέποντας- κιθάρες.

Θα εκπλήσσονταν τουλάχιστον!

Μετά τα πρώτα δύο άλμπουμ -ιδίως το δεύτερο, για μένα-, ορόσημα του είδους, συνέχισες να εξερευνάς άλλες κατευθύνσεις, περισσότερο προσανατολισμένες στην ηλεκτρονική μουσική. Το Second Nature σηματοδοτεί αυτήν την περίοδο.

Μίλησέ μου γι’ αυτήν τη δημιουργική ανησυχία.

Τα πρώτα άλμπουμ των The Young Gods έγιναν αποκλειστικά με τη χρήση samples από κιθάρες, κλασική μουσική, αλλά και μουσική από καμπαρέ.

Κατόπιν, σκεφτήκαμε να κάνουμε μουσική που να αποτελεί φόρο τιμής στα γκρουπ τα οποία αγαπούσαμε: Stooges, Doors, Pink Floyd.

Από την αρχή, ωστόσο, ενδιαφερόμουν για την ηλεκτρονική μουσική.

Κι όταν πια οι υπολογιστές είχαν γίνει πολύ προσιτοί και καθώς ενδιαφερόμασταν πολύ για την καινούρια τεχνολογία, ήταν σημείο των καιρών να προκαλέσουμε τους εαυτούς μας να σκεφτούμε και συνθέσουμε μουσική διαφορετικά.

Στα πολύ μεταγενέστερα χρόνια, ως συγκρότημα καταπιαστήκατε και με άλλον έναν γίγαντα της σύγχρονης μουσικής, τον Terry Riley. Θα ήθελες να μου μιλήσεις για τη σχέση σου με τη μουσική του, την οποία τόσο οραματικά προσέγγισες;

Το In C, ιδίως, είναι ένα ορόσημο με όλες τις λούπες, τις επαναλήψεις και τα πολυρυθμικά στοιχεία του που γεννήθηκαν από το «τρελό» μυαλό ενός μαστουρωμένου νεαρού συνθέτη στα πρώιμα σίξτις.

Όταν, το 2019, μάς προσέγγισε μια πολυμελής μπάντα πνευστών προτείνοντάς μας να το παίξουμε μαζί σε ένα τεράστιο εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο, το θεώρησα σπουδαία ιδέα. Δεν ήταν δική μας απόφαση ως The Young Gods.

Αυτή ήταν η πρώτη μου εμπειρία εκτέλεσης του In C. Μου άρεσε ο ημι-αυτοσχεδιαστικός χαρακτήρας της και το γεγονός πως κάθε μουσικός γινόταν μαέστρος. Ήταν μια συλλογική διαδικασία.

Μετά από αυτήν την εμπειρία, ερωτευτήκαμε το In C και θελήσαμε να συνθέσουμε την δική μας εκδοχή. Κι έτσι συνέβη, οργανικά.

Το πιο πρόσφατο άλμπουμ σας, Appear Disappear, είναι επίσης σπουδαίο. Είναι ένα είδος σύνοψης της καριέρας σας ως μπάντας; Πώς το βιώνεις;

Σύνοψη; Αν το καταλαβαίνω σωστά, σημαίνει κάποιος είδος περίληψης.

Ναι - τόσο μουσικά, όσο και στιλιστικά.

Ασφαλώς και υπάρχουν στοιχεία από λες τις περιόδους των The Young Gods, αλλά παουσιασμένα με έναν πολύ σύγχρονο τρόπο.

Πολύ λείο και μεθυστικό!

Ηλεκτρονικά, ζωντανά ντραμς, ζωντανές κιθάρες, σαμπλαρισμένες κιθάρες. Κανένας περιορισμός. Καλή, θετική ενέργεια, θα έλεγα.

Γιατί αισθάνεσαι «σαν συστηματοποιημένος», όπως αναφέρεται σε μια από τις συνθέσεις του άλμπουμ;

Στις μέρες μας πρέπει να είσαι συνδεδεμένος για να αποτελείς μέρος της κοινωνίας. Σε ορισμένες χώρες δεν μπορείς να πληρώσεις με μετρητά.

Όντως!

Πρέπει να ανοίγεις το τηλέφωνο ή τον υπολογιστή σου για να κάνεις τις καθημερινές δουλειές. Γίνεσαι όλο και περισσότερο μέρος ενός συστήματος. Ήμασταν πιο ελεύθεροι όταν τα τηλέφωνα ήταν στερεωμένα στον τοίχο.

Μου αρέσει η τεχνολογία, πάντως. Αλλά όχι όταν αναγκάζομαι να τη χρησιμοποιώ.

Μιας και αναφέρθηκες στην τεχνολογία, σε προβληματίζει, σε ενθουσιάζει ή σε τρομάζει η αμφιλεγόμενη Τεχνητή Νοημοσύνη;

Η Τεχνητή Νοημοσύνη σίγουρα μπορεί να βοηθήσει, αλλά στα χέρια της βιομηχανίας αποτελεί απλώς ένα μέσο για να βγάλουν ακόμη περισσότερα χρήματα εις βάρος όλων.

Ως μουσικός, δεν τη χρησιμοποιώ για δύο λόγους. Καταστρέφει τον πλανήτη από οικολογική άποψη.

Αγαπώ, εξάλλου, τη δημιουργική διαδικασία, τον χρόνο που αφιερώνω στην αναζήτηση και την ανάπτυξη ιδεών. Δε θέλω να αφήσω αυτό το κομμάτι της δουλειάς σε μια μηχανή.

Η διαδικασία είναι απολαυστική. Η σύνταξη μιας εντολής μπορεί να είναι δημιουργική, αλλά μέχρι τώρα τη βρίσκω βαρετή.

Ζούμε σε έναν ζοφερό κόσμο, γενικά - πόλεμοι και γενοκτονίες μαίνονται. Πιστεύεις ότι η τέχνη μπορεί να μας κρατήσει ψυχικά υγιείς - και σε εγρήγορση;

Ναι, αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους ασχολούμαι με την τέχνη. Η τέχνη μπορεί να μας βοηθήσει να αναπτύξουμε την ανθρωπιά μας.

Το να είσαι άνθρωπος - ένα σπάνιο εγχείρημα στις μέρες μας.

Λέω πως είμαι ενάντια στη συνθηκολόγηση.

Πρέπει να πιστέψουμε στη δύναμή μας, δεν πρέπει να υποκύψουμε. Γι’ αυτό δεχόμαστε καταιγισμό αρνητικών ειδήσεων. Μας κάνουν να νιώθουμε άχρηστοι και θύματα.

Ανυπομονώ να παρακολουθήσω τη συναυλία σας τον Οκτώβριο, εδώ στην Αθήνα, για να μοιραστώ λίγη από την ενέργεια και την ανθρωπιά σας. Νομίζω ότι δεν έχετε δώσει ποτέ συναυλία στην πόλη.

Πρώτη φορά στην Ελλάδα! Ανυπομονώ κι εγώ πάρα πολύ. Μετά από τόσο καιρό... Είναι απίστευτο που δεν είχε γίνει ποτέ πριν. Ποτέ δεν είναι αργά, όμως!

Μοιάζει να πέρασε μια ολόκληρη ζωή από τότε που ξεκινήσατε - αλλά, πράγματι, ποτέ δεν είναι αργά!

Είμαστε όλοι νεαροί θεοί.

Από δημιουργικής άποψης, εξακολουθείς να είσαι ένας τέτοιος. Τα λέμε τον Οκτώβριο, λοιπόν. Να είσαι καλά, να παραμένεις δημιουργικός και σε ευχαριστώ πολύ για τη συζήτηση!

Παρακαλώ. Εύχομαι τα καλύτερα σε εσένα και τους αγαπημένους σου. Τα λέμε τον Οκτώβριο.

Ευχαριστώ θερμά τον Christian Fighera (Two Gentlemen) από το μάνατζμεντ του καλλιτέχνη για την πολύτιμη συμβολή του στον προγραμματισμό της συνέντευξης.

Οι The Young Gods εμφανίζονται ζωντανά στο Gazarte - Ground Stage (Βουτάδων 32-34, Γκάζι) την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου.




Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

Διαμαντής Διαμαντίδης: «Η σοβαροφάνεια δεν υφίσταται στο μενού μας»

 

Μητέρα Φάλαινα Τυφλή (Φωτογραφία: Τζωρτζίνα Πατεράκη)

Γιορτάζοντας 20 χρόνια «αναδύσεων», το πολυμελές σχήμα ηλεκτροακουστικής φολκ-ποπ-σόουλ Μητέρα Φάλαινα Τυφλή μάς προσκαλεί σε μια «επετειακή» συναυλία το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου στο «Κύτταρο».

Ενόψει της βραδιάς κουβεντιάζουμε με τον Διαμαντή Διαμαντίδη, εκ των ιδρυτικών μελών του σχήματος, κιθαρίστα και τραγουδιστή.

Mητέρα Φάλαινα Τυφλή, 20 χρόνια πριν: γιατί Φάλαινα, γιατί Μητέρα και γιατί Τυφλή; Τι σας συμβαίνει όταν βυθίζεστε στο υγρό στοιχείο και τι όταν «ναυαγείτε» στη στεριά;

Η Μητέρα Φάλαινα Τυφλή αναδύθηκε για πρώτη φορά τον Σεπτέμβρη του 2006 στη μικροσκοπική σκηνή -και κάτω απ’ αυτή- του μυθικού πια Μικρού Μουσικού Θεάτρου της Βεΐκου στο Κουκάκι, ως ένα πολυμελές «ωδικό» κήτος, μια folk-soul-rock πολυμελής μπάντα με πρωτότυπα διηγηματικά τραγούδια και με διάθεση για παρέα, αντάμωμα, σύμπραξη και συνεργασία σε δυτικότροπες ατραπούς τραγουδοποιίας.

Ίσως είναι γνωστό πια πως το όνομα της μπάντας είναι εμπνευσμένο από το τραγούδι του Brian Eno με τίτλο Mother Whale Eyeless από το άλμπουμ του Taking Tiger Mountain (By Strategy) του 1974.

Έντονες επιρροές έχουν ασκήσει Το ταξίδι της φάλαινας των Στέρεο Νόβα και το παραμύθι του Πινόκιο. 

Σχετικά με το «υγρό στοιχείο», η ρευστότητα της ζωής κόντρα στον στέρεο ρεαλισμό της καθημερινότητας, ας πούμε «της στεριάς», είναι δυο συνθήκες που βιώνουμε όλο και πιο έντονα και όλο και πιο συνειδητά καθώς μεγαλώνουμε, δημιουργούμε, αποτυγχάνουμε με πάταγο ή πετυχαίνουμε κάτι ανεπαίσθητο, γλυκά και ταπεινά, σχεδόν από τότε που έχουμε αντίληψη περίπου του ποιες/ποιοι είμαστε.

Αν είμαστε κάτι, ειδικά μεταξύ μας, είναι φίλοι και, μετά, συνδημιουργοί και συμπαίκτες.

Τέλος, το «υγρό στοιχείο» βοηθάει τα πράγματα να κυλάνε, ενώ τα Ναυάγια στη στεριά είναι μία κατάσταση γνώριμη πια, με τις δυσκολίες και τα μαθήματά της.

Ο τίτλος αυτός πάντως, ν’ αναφέρουμε πως είναι εμπνευσμένος από το Έι καπετάνιε του όψιμου ρεπερτορίου του Στέλιου Καζαντζίδη (μουσική: Τάκης Σούκας, στίχοι: Σώτια Τσώτου).

Eίστε μια ακανόνιστα ανακαταδυόμενη μουσική παρέα. Τι καθορίζει τις κατά καιρούς αναδύσεις σας στο μουσικό προσκήνιο, τι σας καλεί να καταδυθείτε στο (όχι απαραίτητα μουσικό) παρασκήνιο και τι συντελείται στο μεταξύ;

Στο μεταξύ ζούμε, δουλεύουμε, μεγαλώνουμε, παντρευόμαστε, χωρίζουμε, κάνουμε οικογένειες, βιώνουμε μικρές και μεγάλες νίκες και ήττες, δημιουργούμε και γκρεμίζουμε, μοιραζόμαστε και κρυβόμαστε, τα καταφέρνουμε και σπάμε τα μούτρα μας, συναντιόμαστε, χανόμαστε, αγαπάμε και αγαπιόμαστε και πάμε παρακάτω.

Έχουμε ν’ αναδυθούμε ως Μητέρα Φάλαινα Τυφλή από την πραγματικά αξιομνημόνευτη εμφάνισή μας στην Πλατεία Βαρνάβα, στο πλαίσιο της Γιορτής της Μουσικής -που παρεμπιπτόντως εμείς τη γιορτάζουμε κάθε μέρα, αλλά άλλη συζήτηση αυτή- το καλοκαίρι του 2017.

Τώρα, κλείνουμε 20 χρόνια αναδύσεων-καταδύσεων και μουσικών αναζητήσεων, και ήταν καλή αφορμή να ξαναβρεθούμε.

Τραγούδια και ιδέες υπάρχουν στο μεταξύ, όμως κάποια μέλη μένουν εκτός Αττικής και Ελλάδος, άρα όλα είναι σχέδια «επί χάρτου». Ένας τέτοιος «χάρτης» μάς ξαναφέρνει κοντά το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026 στο Κύτταρο.

Ποιος είναι ο ρόλος που οι παρέες διαδραματίζουν στην καλλιτεχνική -και όχι μόνο- δημιουργία; Τι ισχύει στην περίπτωσή σας; Μας λείπει το ανιδιοτελές «μαζί» στις μέρες μας;

Σίγουρα από κάπου ξεκινάνε όλα.

Όταν έπαιξα τα πρώτα τραγούδια της Φάλαινας κάπου στα 2005 στα δύο ιδρυτικά μέλη της μπάντας, στον Μιχάλη Κραουνάκη (σαξόφωνο, πιάνο) και τη Τζωρτζίνα Κοκκινάκη (βιολί, τραγούδι), είχα ανάγκη σίγουρα να τα σκαλίσουμε και να τα δουλέψουμε μαζί.

Ήθελα, όμως, να κάνουμε και περισσότερη παρέα, να γνωριστούμε, να μοιραστούμε και να κάνουμε από κοινού, κάτι πιο πολύ δικό μας, παρά δικό μου.

Έγραψα εγώ τα τραγούδια, βοήθησε ανεκτίμητα ο Μιχάλης και τα υπόλοιπα παιδιά όπως μπορούσαν, και μέσα σε 5-6 χρόνια ηχογραφήσαμε 26-27 τραγούδια.

Το «ανιδιοτελές» μαζί, είναι μεγάλη κουβέντα: όλοι θέλουν κάτι για πάρτη τους, ακόμη κι αν αυτό είναι η μοιρασιά, η προσφορά, η ομαδική ψυχοθεραπεία, το δόσιμο και η παρέα. Κι αυτό ιδιοτελές είναι, ακόμη κι αν περιλαμβάνει το «μαζί».

Το ό,τι περάσαμε καλά, και ακόμη περνάμε δηλαδή, έχουμε αληθινή και παιδική αγάπη, ακόμη κι αν χανόμαστε, μεταξύ μας τα Φαλαινόπαιδα, είναι το μόνο σίγουρο.

Όταν βρεθήκαμε τον περασμένο Μάρτιο για την πρώτη πρόβα μας μετά από καιρό, ήταν υπέροχα, πραγματικά λες και δεν είχε περάσει ούτε μια μέρα.

Πάντως, και σήμερα, υπάρχουν παρέες και ομάδες, με δικούς τους κώδικες και επιθυμίες, παγκόσμια, διαταξικά και σε όλες τις ηλικιακές κατηγορίες, και μεγαλουργούν σε όλα τα πεδία της δημιουργίας, της έκφρασης και της καλλιτεχνικής παραγωγής.

Είστε ποπ, αλλά και φολκ, με μια ελαφράδα και συνάμα σοβαρότητα. Τι σημαίνει «ποπ» και «φολκ» εν έτει 2026;

Σημαίνει πολλά σε πολλούς, δεν μπορώ να πω για τους άλλους.

Εμένα μου αρέσουν πολύ αυτά που συμβαίνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής τα τελευταία 30-40 χρόνια, με όλη αυτήν την Alt Country/Folk παραγωγή, αλλά και παλαιότερα, εξερευνώντας και μαθαίνοντας για καλλιτέχνες και μπάντες καθώς μεγαλώνουμε.

Το «ποπ» τώρα είναι άλλη υπόθεση. Αν έχει διεισδυτικότητα και απεύθυνση ένα ή περισσότερα τραγούδια, έχει να κάνει και με τα κανάλια και τους διαύλους επικοινωνίας, της δυνατότητες που έχει ένα καλλιτέχνης κ.λπ.

Τώρα βλέπεις τι γίνεται: πλατφόρμες και μάγκες.

Αυτό νομίζω που λείπει πραγματικά είναι τα live, οι μικρές σκηνές όπως ο Πυρήνας, το Καφέ «Αλάβαστρον», το ΜΜΘ, τα μπαρ και οι μικροί χώροι των 80-120 ατόμων όπου παίζαμε, συναντιόμασταν, δημιουργούσαμε, μοιραζόμασταν, βριζόμασταν, αλληλεπιδρούσαμε.

Π.χ., τα χρόνια από το 2009 στο 2013 στο «Αλάβαστρον» είναι για μένα η πιο δημιουργική περίοδος.

Όχι μόνο τις βραδιές που βρισκόμασταν για τα acoustic sessions με τη Μητέρα Φάλαινα Τυφλή και πληθώρα σημαντικών καλεσμένων.

Και οι υπόλοιπες βραδιές της εβδομάδας, ήταν «φωτιά», κάθε βραδιά.

Αγαπάτε τον Βαγγέλη Γερμανό, αλλά και τον Διονύση Σαββόπουλο. Και τον Δήμο Μούτση. Και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Πείτε μου για τα ακούσματα τα οποία σας ενέπνευσαν.

Σίγουρα, όταν ξεκινήσαμε, αυτά που αναφέρεις μας/με καθόριζαν, με είχαν επηρεάσει πάρα πολύ.

Επιπλέον, τραγουδοποιοί όπως ο Sufjan Stevens, o Dave Matthews, ο Iron & Wine, μπάντες όπως οι Arcade Fire, οι Calexico και οι Δανοί Cody, ήταν στο καθημερινό playlist και κάτι έφερναν στον τρόπο που έγραφα και ενορχηστρώναμε τα τραγούδια.

Όμως και οι μπάντες εδώ, όπως οι Κόρε. Ύδρο., οι Magic de Spell, οι Υπεραστικοί και οι Lost Bodies, αλλά και οι τραγουδοποιοί μας, ο Moa Bones, ο Σπύρος Γραμμένος, o Simon Bloom, ο Φοίβος Δεληβοριάς και ο Ορέστης Ντάντος:

Όλοι, με τον τρόπο τους και τα τραγούδια τους, μάς ενέπνευσαν και συνεχίζουν να το κάνουν, ώστε ν’ ακολουθούμε την άκρη του νήματος για τα τραγούδια που αναδύονται από μέσα μας και χάρη στη Φάλαινα.

Πόσο σημαντικές είναι η ελαφράδα και η σοβαρότητα, και πόσο σας ενοχλεί η σοβαροφάνεια;

Όπως λέει και ο Ghost Dog στην ομώνυμη ταινία του ΘΕΟΥ Τζιμ Τζάρμους: «Διαχειρίσου τα σοβαρά με ελαφρότητα» - ή κάτι τέτοιο.

Γενικώς, το χιούμορ μάς καθορίζει και μας δείχνει τον δρόμο, όλα τ’ άλλα είναι «ρέστα για παγωτά» που λέει και ο Γιωργάκης από το Ρελαντί.

Η σοβαροφάνεια δεν υφίσταται στο μενού μας.

Γενικώς, μεγαλώσαμε πια (όχι πολύ, αλλά όσο χρειάζεται) για να μην ασχολούμαστε με το δήθεν και την πόζα. Άρα, μάλλον διάγουμε βίο γελαστό, αυθόρμητο -όσο γίνεται- μα και αξιοπρεπή -επίσης, όσο γίνεται-.

Εκεί που θα ζήσω: Ένα ερωτικό, «οραματικό» τραγούδι. Πού -και πώς- θα θέλατε να ζήσετε; Ή το ζείτε ήδη αυτό το «πού» και το «πώς»;

Αυτό το τραγούδι, από τα πρώτα της Φάλαινας, έχει να κάνει περισσότερο με τις συνθήκες της καθημερινότητας. «Ερωτικό» δεν είναι ακριβώς, όπως ας πούμε η Άγρια Γιατρειά ή το Πάλι εσύ εδώ, είναι περισσότερο «οραματικό» όπως το λες.

Ας πούμε, το να καταφέρει κανείς να ζήσει σε ένα φυσικό περιβάλλον αντί ανάμεσα στα μπετά και στα καυσαέρια, είναι επίτευγμα πια και όραμα αληθινό, με ουσία.

Ε, οι περισσότεροι από εμάς, λίγο έως πολύ, το πετυχαίνουμε από καιρού εις καιρόν, ή και μόνιμα, να ζήσουμε κάπου πιο όμορφα απ’ ό,τι ζούσαμε μέχρι τώρα.

Αστραδενή: Ατενίζετε καθόλου και τα αστέρια; Συνομιλείτε μαζί τους;

Εδώ η αναφορά είναι λογοτεχνική (στο βιβλίο Αστραδενή της Ευγενίας Φακίνου), όμως σίγουρα τ’ αστέρια, αφού πέφτουν μπροστά στα μάτια μας, όλο και κάποια ευχή θα κάνουμε.

Κι αφού καθρεφτίζονται σε ωκεανούς και σε πηγάδια, κάπως τελικά είναι μέρος και του δικού μας μουσικού σύμπαντος.

Το κενό: Το φοβάστε;

Το κενό δεν υπάρχει, είναι η ανασφάλεια που τρέφουμε από παιδιά και όταν δε φεύγουμε απ’ αυτήν την κατάσταση, κάπως διαιωνίζεται.

Όταν το καταλάβουμε, νιώθουμε πλήρεις. Ορισμένες φορές δε, πιο πλήρεις απ’ όσο θα θέλαμε, και προσπαθούμε ν’ αδειάσουμε.

Είδες αυτή την ταινία, το Backrooms; Ε, κάπως έτσι. Ο φόβος είναι ίσως το μόνο που πραγματικά φοβόμαστε, α και η μοναξιά. Και η αγάπη και η παρέα, τελικά, όλα τα μπορούν. Love No Fear, κατά τον Neil Young.

«Κι αν έμεινες αξύριστος/ Κι αν έχεις γίνει χώμα/ Σκέψου πως τα χειρότερα δεν ήρθανε/ Ακόμα»: Διαχρονικό σχόλιο για την εγχώρια (σίγουρα) κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Πώς τα πάτε με την πολιτική;

Ποιητικός στίχος του φίλου τραγουδοποιού και αδερφού Σπύρου Γραμμένου, πραγματικά διαχρονικός.

Δεν μπορώ να πω για όλες και όλους στη Φάλαινα, για μένα το πολιτικό στίγμα είναι απαραίτητο, «which side are you on?» δηλαδή.

Δε χωνεύω και δεν αποζητώ τις ίσες αποστάσεις και το απολιτίκ σε καμία περίπτωση, αλλά στα τραγούδια μας, αν και όποτε υπάρχει, δίδεται κυρίως υποδόρια, μέσα από την αισθητική, το στίχο, τις θεματικές και τα νοήματα που αναδεικνύουμε.

Αν εξαιρέσεις το Μέρες από Ατσάλι από τα Ναυάγια στη Στεριά (2014) το οποίο είναι ένα στρατευμένο πολιτικά τραγούδι και μιλάει για την απεργία των Χαλυβουργών το 2011, τα περισσότερα τραγούδια της Φάλαινας έχουν στοιχεία πολιτικά, χωρίς όμως να χαρακτηρίζονται από το πολιτικό τους στίγμα.

Ίσως υπάρχει ανάγκη για περισσότερα στρατευμένα πολιτικά τραγούδια, όμως έχουμε τους Υπεραστικούς, τους Κοινούς Θνητούς, τους Ρεβάνς και άλλους.

«Είναι που η συνήθεια σού κλέβει τη σιωπή/ Μια σιωπή που ίσως ποτέ δεν είχες φανταστεί». Σας φοβίζει η σιωπή;

Η σιωπή είναι μια ενεργητική, άκρως δυναμική και κινητική διαδικασία, τουλάχιστον έτσι όπως την έχω ορίσει. Η μόνη σιωπή που φοβίζει, είναι η νεκρική. Πώς να δημιουργήσει κανείς κάτι όμορφο ή έστω αξιοπρεπές στον θόρυβο;

Εντός της σιωπής γεννιούνται κόσμοι. Σαν το Κλειστό δωμάτιο των Κατσιμιχαίων. (Και) εκεί θα μας βρεις.

Πλοία της γόνιμης γραμμής. Από τα καλύτερα τραγούδια που (δεν) έχει τραγουδήσει ο Βαγγέλης Γερμανός. Εν πλω «συνελήφθη» η ιδέα;

Αν αυτό το τραγούδι ήταν καράβι, επιβιβασμένοι και παρέα στο κατάστρωμα θα ήταν σίγουρα ο Βαγγέλης, ο Mike Scott από τους Waterboys, ο Tom Petty, ο Ben Harper και ο Βασίλης Καζούλης.

Πολλές οι διαδρομές τα τελευταία χρόνια για Κυκλάδες και Κρήτη, πως να μην επηρεαστούμε; Η Αμοργός, η Ικαρία, η Γαύδος, η Κρήτη, η Ανάφη, μάς σημάδεψαν και μας «γονιμοποίησαν». Γι’ αυτό και τις τραγουδάμε ακόμα…

«Όπου εσύ αγαπάς/ Είναι εκεί που νιώθεις σπίτι». Ποιο είναι αυτό το «σπίτι» για σένα/εσάς;

«Σπίτι» είναι οι άνθρωποί μας. Οι φίλοι μας, η οικογένειά μας, η μπάντα μας, οι αγαπημένοι μας, οι παρέες μας, οι κώδικές μας, τα βιβλία και οι δίσκοι μας, τα μέρη μας, απάγκιο και καταφύγιό μας.

Όχι τα ντουβάρια, η συνήθεια και το «comfort zone», που λένε και οι ινφλουένσερς.

Μητέρα Φάλαινα Τυφλή, 20 χρόνια μετά, Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου, «Κύτταρο». Τι άλλαξε κατά τα χρόνια που μεσολάβησαν, τι κρατάτε, τι αφήνετε στην άκρη και με ποιο «φως» φαντάζεστε το μέλλον (σας);

Έχουν αλλάξει όλα, για να μπορούν να μείνουν τα ίδια.

Και συνεχίζουν ν’ αλλάζουν, ώστε να μπορούμε ν’ ανταμώνουμε, ν’ αγκαλιαζόμαστε, να μοιραζόμαστε και να ξαναγαπιόμαστε από την αρχή, τόσο μεταξύ μας τα Φαλαινόπαιδα, όσο κι η μπάντα με το κοινό της.

Μαζί μεγαλώνουμε και μαζί τα φάγαμε... τα μούτρα μας!

Να που, όμως, ξανασηκωνόμαστε και «αναδυόμαστε». Όλα όσα έχουμε ζήσει, τα κρατάω γιατί μας καθόρισαν, καλά και λιγότερο καλά.

Το «φως» είναι το ίδιο το μέλλον, κάτι διαφορετικό, κάτι ξεχωριστό, κάτι άλλο, κάτι καλύτερο για όλους. Με παρέα, νομίζω, γίνεται καλύτερα.

Ραντεβού στο «Κύτταρο», παιδιά!

Ευχαριστώ θερμά τον Διαμαντή Διαμαντίδη για τον χρόνο του και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του γκρουπ.

Παρέα με εκλεκτούς προσκεκλημένους και εκλεκτές προσκεκλημένες, η Μητέρα Φάλαινα Τυφλή «αναδύεται» στο «Κύτταρο» Live Club (Ηπείρου 48 & Αχαρνών) το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου.

Οι πόρτες ανοίγουν στις 20:30.