Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζαζ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζαζ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

The Kilimanjaro Darkjazz Ensemble: «Είμαστε μάγοι του χάους»

 


Συνυφαίνοντας την τζαζ, την ambient, την electronica και το post-rock με μια κινηματογραφική αισθητική, οι εξ Ολλανδίας The Kilimanjaro Darkjazz Ensemble είναι ένα συναρπαστικό γκρουπ.

Ενόψει της συναυλίας τους τη Δευτέρα 6 Ιουλίου στο πλαίσιο των φετινών Φ hill Sessions, κουβεντιάζουμε με τέσσερα από τα μέλη των TKDE.

Τα ονόματα τόσο των The Kilimanjaro Darkjazz Ensemble, όσο και των The Mount Fuji Doomjazz Corporation, αποπνέουν μια τρυφερότητα για τις πολιτισμικές παραδόσεις της Άπω Ανατολής και της Αφρικής.

Σε ποιον βαθμό η επιλογή αυτή αντικατοπτρίζει στην πραγματικότητα ένα τέτοιο ενδιαφέρον;

Hilary Jeffery: Δεν ήμουν στο συγκρότημα όταν γεννήθηκε το όνομα «Kilimanjaro». Πάντα υπέθετα ότι είχε κάποια σχέση με το άλμπουμ του Miles Davis, Filles de Kilimanjaro, το οποίο δανείστηκα από τη βιβλιοθήκη ως παιδί και με επηρέασε.

Οι  The Mount Fuji Doomjazz Corporation δημιουργήθηκαν ως ένα πιο ελεύθερο και ανοιχτό αντίστοιχο των The Kilimanjaro Darkjazz Ensemble.

Προσωπικά, λατρεύω τη μουσική από την Ιαπωνία, όπως τη μουσική της αυλής Γκαγκάκου και το φλάουτο Σακουχάτσι.

Νομίζω πως όλοι ανυπομονούμε να παίξουμε στο Φεστιβάλ «Fuji Rock», αν και δε μας έχουν κλείσει ακόμα...

Jason Köhnen: Αρχικά, το «Kilimanjaro» ήταν μια επιλογή για το όνομα του συγκροτήματος, αλλά υπήρχε ήδη ένα soundsystem ονομαζόμενο «Kilimanjaro», οπότε μετά είχα τη λέξη Darkjazz να ίπταται για κάποιο χρονικό διάστημα.

Στη συνέχεια, έγιναν οι Kilimanjaro Darkjazz, με την προσθήκη του «Ensemble», αναφερόμενο στον τρόπο με τον οποίο οι τζαζ μπάντες αποκαλούσαν την κολεκτίβα τους.

Οι ΤMDFC πήραν το όνομά τους ως ένα παιχνιδιάρικο αντίστοιχο των TKDE. Δεν είμαι σίγουρος ποιος αποφάσισε για το όρος Φούτζι, αλλά θα μπορούσε να ήταν οποιοδήποτε άλλο διάσημο βουνό.

Γενικά, αγκαλιάζετε/εμβαθύνετε σε ποικίλα πολιτισμικά/μουσικά σύμπαντα όταν συνθέτετε/ερμηνεύετε, έστω και σε ασυνείδητο επίπεδο;

H.J.: Όλα τα μέλη του συγκροτήματος ενδιαφέρονται για όλα τα είδη μουσικής από όλο τον κόσμο, και σίγουρα αυτό έχει αντίκτυπο στον τρόπο που δημιουργούμε μουσική, συνειδητά και ασυνείδητα.

Σε κάθε περίπτωση, η τζαζ, ανεξάρτητα και πέρα ​​από οποιαδήποτε επίθετα, βρίσκεται στον πυρήνα της μουσικής σας, παράλληλα με τα στοιχεία post-rock.

Τι αποκομίζετε από τη σχέση σας με την τζαζ, τόσο ως ακροατές όσο και ως συνθέτες/ερμηνευτές;

H.J.: Η «τζαζ» είναι αρχικά μια αφροαμερικανική παράδοση στην οποία δεν ανήκω πραγματικά, όντας λευκός Άγγλος - αλλά αγαπώ όλους τους μεγάλους καλλιτέχνες όπως ο Charles Mingus, ο Duke Ellington, η Billie Holiday και ούτω καθεξής...

Υπάρχει επίσης μια παράδοση στην Αγγλία που συνδέεται με τον δικό της τρόπο με αυτή τη μουσική.

Πρόσφατα κυκλοφόρησα το Green Prism, ένα άλμπουμ με μουσική από μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες αυτής της σκηνής - τον Keith Tippett.

Νιώθω άμεσα συνδεδεμένος με αυτόν τον κόσμο και μέσα από ανθρώπους όπως ο Keith και ο Paul Dunmall έμαθα αρχικά την ελευθερία του αυτοσχεδιασμού, η οποία είναι απαραίτητη για όλες τις μορφές «τζαζ».

Charlotte Cegarra: Η τζαζ και τα μπλουζ άρχισαν να με ενδιαφέρουν γύρω στα δέκα. Προέρχομαι από οικογένεια μουσικών, αλλά στο σπίτι άκουγα κυρίως γαλλική και διεθνή ποπ.

Ο πατέρας μου με μύησε στα μπλουζ (είχαμε κάποιες συλλογές), τα οποία βίωσα ως κάτι βαθιά ενστικτώδες:

Ως έναν τρόπο υπέρβασης των συντριπτικών προβλημάτων μέσα από επαναλαμβανόμενα μουσικά «μάντρα», την ελευθερία και τον αυτοσχεδιασμό πέρα ​​από κανόνες.

Μάθαινα επίσης κλασικό πιάνο. Ο δάσκαλός μου ήταν πολύ αυστηρός και δυσκολευόμουν με τη θεωρία και την απομνημόνευση, αν και είχα ήδη αρχίσει να συνθέτω. Τα μπλουζ τα οποία περιέγραφε μου φάνηκαν μαγικά.

Αργότερα, η τζαζ μπήκε στη ζωή μου μέσα από τους δίσκους της μητέρας μου - η Ella Fitzgerald, που έπαιζε σε δείπνα με φίλους. Την θεωρούσα εξαιρετική.

Στα δεκαπέντε μου, ένας φίλος μού είπε ότι είχα τη φωνή της Billie Holiday. Ρώτησα: «Ποια είναι αυτή;» Αυτή ήταν η πραγματική μου είσοδος στην τζαζ.

Το Strange Fruit με εντυπωσίασε βαθιά και στη συνέχεια πέρασα πολύ χρόνο σε βιβλιοθήκες εξερευνώντας τη μουσική, ειδικά τον John Coltrane.

Στη μουσικολογία, βρήκα το τμήμα τζαζ ανυπόφορο: υπερβολικά ακαδημαϊκό, εστιασμένο στο μέτρημα των μέτρων και την ανάλυση, ενώ εγώ δυσκολευόμουν με τη δομή και πίστευα ότι η μουσική πρέπει να είναι ενστικτώδης.

Οι jam sessions στο Παρίσι με απομάκρυναν επίσης από τον συγκεκριμένο χώρο.

Δεν ένιωσα ποτέ πλήρως νομιμοποιημένη στον χώρο της τζαζ. Είμαι λευκή και Γαλλίδα, δε γνωρίζω τα στάνταρντ και δε θέλω να ακούγομαι αμήχανη ή σαν να μην ανήκω εκεί.

Γι’ αυτόν τον λόγο, το να ενταχθώ στα είκοσι πέντε μου σε ένα συγκρότημα όπως οι TKDE, το οποίο αυτοαποκαλείται «σκοτεινή τζαζ» ενώ συνδυάζει είδη χωρίς να διεκδικεί την ιδιοκτησία, μου φάνηκε σημαντικό.

Ταυτόχρονα, ανακάλυπτα το breakcore, την electronica, το ambient, το experimental και όλα τα είδη σκοτεινής μουσικής..

Για μένα, οι TKDE έγινε ένας χώρος ελευθερίας όπου ο αυτοσχεδιασμός καθοδηγεί και ο ήχος αφηγείται ιστορίες.

Η μουσική σας έχει επίσης μια πολύ κινηματογραφική αίσθηση. Μάλιστα, οι TKDE γεννήθηκαν αρχικά από την ανάγκη σας να συνθέτετε μουσική για βωβές ταινίες.

Πώς μετατρέπετε την κινηματογραφική σας εμπειρία ως θεατές σε κινηματογραφικά ηχοτοπία;

H.J.: Η μουσική μας είναι από πολλές απόψεις ένα soundtrack για τις εσωτερικές ταινίες που βιώνουμε εμείς και το κοινό μας. Θα θέλαμε πολύ να συνθέσουμε μουσική και για πραγματικά φιλμ και είμαστε ανοιχτοί σε προσφορές.

J.K.: Η «κινηματογραφική» μουσική απαιτεί από τη φύση της κάποιου είδους οπτική απεικόνιση, είτε υπαρκτή είτε φανταστική.

Αν μπορώ να αφεθώ στα όνειρα ακούγοντας μουσική και αυτή δημιουργεί εικόνες στο μυαλό μου, τότε η μουσική λειτουργεί για μένα.

Όταν μια μουσική επένδυση ανεβάζει τον πήχη σε μια σκηνή σε μια ταινία, τότε συνήθως είναι ένα αρκετά καλό μουσικό κομμάτι.

Eelco Bosman: Κάθε φορά που φτιάχνω μουσική, τα οπτικά στοιχεία εμφανίζονται στον εσωτερικό μου κινηματογράφο. Και κάθε φορά που βλέπω μια ταινία, η μουσική εμφανίζεται στα εσωτερικά μου αυτιά.

Υπάρχει λοιπόν πάντα μια μικρή συναισθησία εκεί, υποθέτω; Δεν μπορώ να καταλάβω με ποιους τρόπους ακριβώς επηρεάζουν το ένα το άλλο, αλλά είναι προφανές ότι το κάνουν.

C.C.: Κάθε άνθρωπος είναι ο ηθοποιός της δικής του ταινίας. Είναι ωραίο να τις σκέφτεσαι όλες αυτές αναμεμειγμένες, και να δημιουργούν μια πολυδιάστατη ταινία. Αυτές οι ταινίες έχουν soundtrack.

Ξέρω πως η μουσική μας μιλάει στον ακροατή με αυτή την έννοια και μου αρέσει να πιστεύω ότι η μουσική μας είναι ένα πολυδιάστατο soundtrack για το εσωτερικό φιλμ όλων.

Τι σας ελκύει στον βωβό κινηματογράφο, και ιδιαίτερα στον γερμανικό εξπρεσιονισμό;

H.J.: Λατρεύω πράγματι τις παλιές γερμανικές ταινίες τις οποίες έχω δει, αλλά νομίζω πως πλέον έχουν χρησιμοποιηθεί υπερβολικά ως τρόπος πώλησης εισιτηρίων για συναυλίες.

Το «ζωντανό soundtrack σε μια βωβή εξπρεσιονιστική ταινία» έχει γίνει ένα βαρετό κλισέ και δε με ενδιαφέρει καθόλου.

Μένω στο Βερολίνο, όπου γυρίστηκαν αρχικά μερικές από αυτές τις ταινίες.

Αυτές τις μέρες βλέπουμε μεγάλα ονόματα, όπως ο Jeff Μills ή ορχήστρες, να ηχογραφούν ζωντανά soundtrack για ταινίες όπως το Metropolis και το Nosferatu.

Εγώ δεν πηγαίνω, ωστόσο, σε τέτοιες συναυλίες, έχουν γίνει μια εμπορική επιχείρηση η οποία δεν έχει καμία σχέση με την αρχική μορφή τέχνης.

Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι προτιμώ να βλέπω βουβές ταινίες χωρίς ήχο, τότε είναι «βουβές»!

Το 2007, ιδρύθηκαν οι Τhe Mount Fuji Doomjazz Corporation, το alter ego/side project των TKDE.

Ποια μονοπάτια θέλατε να εξερευνήσετε μέσω αυτού του συγκροτήματος που δεν είχατε εξερευνήσει ή δε θα θέλατε να εξερευνήσετε στο πλαίσιο των TKDE;

H.J.: Η αρχική ιδέα προέκυψε όταν οργάνωσα μια συναυλία στο χώρο OT301 στο Άμστερνταμ με τίτλο The Electric Wizard Meets Miles On Mars.

Αναφερόμουν προφανώς στη σπουδαία doom μπάντα (με την οποία παίξαμε στο ίδιο λάιβ στο Βερολίνο, πριν από αρκετά χρόνια) και τον Miles Davis, φυσικά.

Η ιδέα ήταν να έχουμε μουσικούς που έπαιξαν με τους TKDE -όπως τον Jason, τον Eelco, εμένα και την τσελίστρια Nina Hitz-, καθώς και μερικούς καλεσμένους, όπως τον Bruce Coates (σαξόφωνο), για να παίξουμε τη δική μας μορφή ελεύθερου αυτοσχεδιασμού βασισμένου στο doom.

Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με τα πιο δομημένα τραγούδια και συνθέσεις που έπαιζαν οι TKDE.

Τελικά, ο διανθισμένος με το doom αυτοσχεδιασμός έγινε μέρος των ζωντανών εμφανίσεων των TKDE, γεγονός το οποίο δυσκόλευε τη διάκριση.

Αποφασίσαμε να κρατήσουμε ζωντανά και τα δύο πρότζεκτ, ώστε να μπορούμε να εξερευνήσουμε ελεύθερα όλες τις πιθανές παραλλαγές της μουσικής μας.

Το Here Be Dragons, το δεύτερο άλμπουμ των TKDE, αποκαλύπτει ένα έντονο ενδιαφέρον για το μυστικιστικό και το αποκρυφιστικό. Θα θέλατε να αναλύσετε τη σχέση σας με ό,τι βρίσκεται πέρα ​​από τη λογική;

C.C.: Όταν ήμουν ακόμα στην κοιλιά της μητέρας μου, ο παππούς μου πέθανε. Έτσι, παρευρέθηκα στην πρώτη μου κηδεία -μια σημαντική- ενώ ήμουν ακόμα έμβρυο.

Η μητέρα μου πάντα αγαπούσε να περνάει χρόνο στα νεκροταφεία, ειδικά στο Περ Λασέζ στο Παρίσι. Η μουσική μπορεί να βοηθήσει στο πέρασμα στην άλλη πλευρά από την αρχή της ανθρωπότητας. Οι TKDE είναι ο ιδανικός κόσμος για αυτό.

J.K.: Το Here Be Dragons για μένα ήταν η μύηση στη σχολή των μυστηρίων χωρίς να το συνειδητοποιώ. Κοιτάζοντας πίσω στο πέρασμα των χρόνων, υπάρχουν τόσα πολλά μικρά ενδεικτικά σημάδια πως υπήρχε κάτι το οποίο άνθιζε ή αφυπνιζόταν.

Αναφορές στον Σενέκα, τον Ερμητισμό και αποσπάσματα άλλων (παγκόσμιων) διδασκαλιών φαίνεται να υπάρχουν σε αυτό το άλμπουμ. Ελπίζω ότι αυτός είναι και ένας λόγος που ασκεί έντονη έλξη στους ακροατές.

E.B.: Είμαι ένας μάγος του χάους. Στην πραγματικότητα, νομίζω πως όλα τα μέλη της μπάντας είναι μάγοι του χάους, είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι!

C.C.: Ναι, όντως συμφωνώ. Είμαστε μάγοι του χάους. Η ζωή μου είναι συχνά χαοτική παρεμπιπτόντως, ενώ λαχταρώ την ισορροπία.

Οι συναυλίες μας με βοηθούν να βρω αυτή τη διακριτική, μοναδική στιγμή όπου όλα φαίνονται ευθυγραμμισμένα μέσα στην καταιγίδα. Μου φαίνεται ότι το συγκρότημα μπορεί κάπως να τιθασεύσει το χάος μαζί.

Το 2011 κυκλοφόρησε το πρώτο επίσημο live άλμπουμ σας, I Foresee The Dark Ahead, If I Stay. Δυστυχώς, ο τίτλος του αποτυπώνει τέλεια το πνεύμα της εποχής. Πώς καταφέρατε να παράγετε έναν τόσο οικείο ήχο σε ζωντανό περιβάλλον;

J.K.: Δεν κάναμε κάτι συγκεκριμένο για τον ήχο. Τα τραγούδια είναι μια συλλογή από ζωντανές ηχογραφήσεις σε διαφορετικά χρόνια και σε διαφορετικές χώρες.

Υποθέτω ότι το θετικό είναι πως καταφέραμε να δημιουργήσουμε έναν οικείο ήχο ζωντανά.

E.B.: Ηχογραφήσαμε όλες τις ζωντανές μας εμφανίσεις τότε (οπότε υπάρχει ένα τεράστιο θησαυροφυλάκιο).

Θυμάμαι ότι ήταν αρκετά δύσκολο να διαλέξουμε συγκεκριμένες εκδοχές για αυτή τη live συλλογή, καθώς όλες ήταν αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους, καθώς έχουμε την τάση να αυτοσχεδιάζουμε αρκετά όταν παίζουμε ζωντανά.

Ο οικείος ήχος ήταν πάντα εκεί, όμως.

C.C.: Απλώς συνδεόμαστε σε ένα επίπεδο πέρα ​​από κάθε λογική. Δεν το ελέγχουμε.

Το From the stairwell σηματοδότησε την τελευταία σας κυκλοφορία πριν από τη διάλυσή σας ως συγκρότημα. Γιατί χωρίσατε και τι σας έφερε ξανά κοντά περίπου δώδεκα χρόνια αργότερα;

H.J.: Στο τέλος το συγκρότημα δε διαλύθηκε! Απλώς έκανε μια παύση.

Πόσο έχετε εξελιχθεί -ακόμη και αλλάξει- ως καλλιτέχνες/καλλιτέχνιδες στο μεταξύ; Έχει αντικατοπτριστεί αυτή η εξέλιξη στο νέο υλικό πάνω στο οποίο πιθανώς εργάζεστε;

J.K.: Νομίζω πως είναι αυτονόητο ότι έχουμε εξελιχθεί, ως μουσικοί αλλά και ως άτομα. Το γεγονός ότι είμαστε ξανά ενωμένοι και έχουμε συνεχίσει το ταξίδι λέει πολλά για εμάς ως ομάδα. Είμαστε ακόμα οι ίδιοι άνθρωποι, αλλά και πολύ διαφορετικοί.

C.C.: Γράφω πολύ για κύκλους αυτόν τον καιρό, βρίσκοντας ελπίδα στο σκοτάδι. Αυτή η επανένωση μού δίνει ελπίδα.

Η μουσική την οποία συνθέτουμε αγγίζει μερικά πολύ θεμελιώδη στοιχεία της ανθρωπότητας, κατά την άποψή μου: θλίψη, χάος, αναγέννηση κ.λπ.

Τη Δευτέρα 6 Ιουλίου θα εμφανιστείτε στην Αθήνα στο πλαίσιο των Φ hill Sessions, σχεδόν κάτω από τη σκιά της Ακρόπολης. Πώς συνδέεστε με το ελληνικό πλαίσιο, πολιτισμικό ή άλλο;

H.J.: Ο λόφος όπου παίζουμε είναι το σπίτι μιας μυθικής χελώνας η οποία παίζει κλαρινέτο και ελπίζουμε ότι θα εμφανιστεί για να παίξει μαζί μας στη συναυλία!

J.K.: Καθώς το όνομά μου φαίνεται να προέρχεται από την Ελλάδα, ήμουν μεγάλος θαυμαστής της ελληνικής μυθολογίας όταν ήμουν παιδί - ο Ιάσονας και οι Αργοναύτες, ο Μινώταυρος, η Μέδουσα, ο Δαίδαλος, ο Ίκαρος.

Μια απίστευτη πηγή έμπνευσης κατά τη διάρκεια της ζωής μου.

Ευχαριστώ θερμά τα μέλη του γκρουπ, Eelco Bosman, Charlotte Cegarra, Hilary Jeffery και Jason Köhnen, για τη συμμετοχή τους στη διαδικασία της συνέντευξης και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγκροτήματος.

Οι The Kilimanjaro Darkjazz Ensemble εμφανίζονται ζωντανά τη Δευτέρα 6 Ιουλίου, 21:00,  στο Θέατρο «Δόρας Στράτου» στο πλαίσιο των Φ hill Sessions.



Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

Ana da Silva: «Η τέχνη μπορεί να κάνει τους ανθρώπους λιγότερο μόνους και φοβισμένους»

 

Ana da Silva (Φωτογραφία: Shirley O'Loughlin)

Συνιδρύτρια του εκλεκτικού φεμινιστικού πανκ συγκροτήματος The Raincoats πριν από μισό αιώνα, η πορτογαλικής καταγωγής μουσικός, στιχουργός, τραγουδίστρια και ζωγράφος Ana da Silva παραμένει δημιουργικά ενεργή.

Το διαπιστώσαμε και μέσα από τη συνέντευξη που πρόθυμα μάς παραχώρησε.

Συνίδρυσες τις The Raincoats πριν από σχεδόν μισό αιώνα.

Πώς ήταν να είσαι γυναίκα και φεμινίστρια πανκ ρόκερ στο πλαίσιο του ακμάζοντος, αλλά κυρίως ανδροκρατούμενου, πανκ ροκ κινήματος στα τέλη της δεκαετίας του 1970 στο Ηνωμένο Βασίλειο;

Πριν από πολύ καιρό, το 1976, υπήρχαν δύο νεαρές γυναίκες που γνωρίστηκαν σε μια Σχολή Καλών Τεχνών και αποφάσισαν να σχηματίσουν ένα πανκ συγκρότημα. Ήταν η Ana da Silva και η Gina Birch...!

Πίστευα ότι ήταν φυσικό να παίζω μουσική. Εμπνευστήκαμε από άλλες γυναίκες όπως η Patti Smith, οι The Slits, η Tina Weymouth και η Gaye Advert, μπασίστρια στους Adverts.

Δεν υπήρχαν πολλές γυναίκες οι οποίες έπαιζαν μουσικά όργανα, αλλά αυτές ήταν αρκετές για να το κάνουν να μοιάζει με πιθανότητα.

Το πανκ υπέδειξε, επίσης, κατευθύνσεις σε όποιον ήθελε να κάνει κάτι ελεύθερα δημιουργικό, θαρραλέο, απλό, αλλά δυνατό.

Η ενθάρρυνση είναι το καλύτερο πράγμα για να σε κάνει να πιστέψεις ότι μπορείς να δοκιμάσεις κάτι που φέρνει λάμψη στη ζωή σου.

Σε παραγωγή του θρυλικού frontman των Red Krayola, Mayo Thompson, το ντεμπούτο, ομώνυμο άλμπουμ σας κυκλοφόρησε το 1979 από την πρωτοποριακή ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία Rough Trade Records.

Πώς θα περιέγραφες τη συνεργασία σας τόσο με τον παραγωγό, όσο και με τη δισκογραφική εταιρεία;

Ο Mayo μάς βοήθησε να βρούμε έναν ήχο ή τρόπο παιξίματος για το βιολί ο οποίος ήταν λίγο τραχύς, εμπνευσμένος από τους The Velvet Underground.

Όταν ηχογραφήσαμε το The Raincoats, παίξαμε λίγο-πολύ ζωντανά ό,τι είχαμε, οπότε δεν υπήρχε καμία επιρροή στο τι παίζαμε ή ποια όργανα χρησιμοποιούσαμε. Δεν υπήρχαν ούτε overdubs. Νομίζω πως ήμασταν όλες στο ίδιο μήκος κύματος.

Όσον αφορά στη δισκογραφική εταιρεία Rough Trade, ένιωθα σαν να ήμασταν περισσότερο φίλοι. Είχα δουλέψει εκεί.

Ο Geoff Travis ήταν ένας από εμάς - όχι κάποιος που καθόταν σε ένα μεγάλο γραφείο με τα πόδια του πάνω του καπνίζοντας ένα πούρο!

Ανάμεσα σε άλλα μικρά πανκ διαμάντια, το άλμπουμ περιλαμβάνει την πιο πρωτότυπη εκδοχή του αμφιλεγόμενου κλασικού καλτ κομματιού των Kinks, Lola. Πώς διαβάζατε αυτήν τη σύνθεση τότε; Έχει αλλάξει καθόλου με τα χρόνια;

Νομίζω ότι είναι αρκετά απλό. Ο στιχουργός συμπαθεί κάποια που νόμιζε πως ήταν γυναίκα, αλλά στην πραγματικότητα είναι άντρας.

Και αυτό είναι υπέροχο, συμπαθούν ο ένας τον άλλον, οπότε είναι και οι δύο χαρούμενοι επειδή είναι αυτό που είναι «σε αυτόν τον ανακατεμένο, μπερδεμένο, ταραγμένο κόσμο».

Το No Looking, εμπνευσμένο από ένα ποίημα του Ζακ Πρεβέρ, αποτελεί μια εκλεπτυσμένη προσθήκη σε αυτήν την επιλογή. Πώς βιώνεις την ποίηση, τόσο ως αναγνώστης όσο και ως στιχουργός;

Ο Ζακ Πρεβέρ ενέπνευσε την Gina να γράψει μερικούς από τους στίχους για το τραγούδι No Looking.

Νομίζω ότι τα τραγούδια είναι ένα μίγμα διαφορετικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των στίχων, και θα πρέπει να έχουν μια συναρπαστική ιδέα μέσα στο σύνολο.

Για μένα, οι λέξεις μπορούν να είναι πραγματικά εμπνευσιακές, μπορούν να σε βοηθήσουν να βρεις ένα μονοπάτι, ή απλώς να σου δώσουν χαρά.

Η απεγνωσμένη αναζήτηση του Kurt Cobain για ένα αντίτυπο αυτού του άλμπουμ συνέβαλε στην αναβίωση του ενδιαφέροντος για τον κατάλογο των δίσκων του συγκροτήματός σας.

Πάντα με συγκινεί η ανιδιοτελής έκφραση εκτίμησης για το έργο κάποιου. Εσύ τι λες; Ποια ήταν η εντύπωσή σου για τον αείμνηστο Cobain κατά την πρώτη σας συνάντηση;

Κανείς δεν εφευρίσκει κάτι καλλιτεχνικό από το μηδέν. Και δεν είναι ντροπή να αναφέρεις τους ανθρώπους οι οποίοι σε έχουν εμπνεύσει. Αλλά συμφωνώ, ήταν πολύ γενναιόδωρος σε αυτό.

Στην περίπτωσή μας, έκανε πολλούς ανθρώπους της γενιάς του να μας ακούσουν. Και ναι, έκανε το έργο μας πιο γνωστό παγκοσμίως.

Ήμουν συντετριμμένη όταν πέθανε, καθώς σκέφτηκα: τι απώλεια για τον κόσμο! Ήταν τόσο συντονισμένος με ό,τι έχει σημασία και έγραψε τόσο σπουδαία τραγούδια, που έδωσαν παρηγοριά σε τόσους πολλούς ανθρώπους.

Με το εξώφυλλο να βασίζεται στον πίνακα Η Γυναίκα του Χωριού του Καζιμίρ Μαλέβιτς, το Odyshape, το δεύτερο άλμπουμ των The Raincoats, ακούγεται πολύ διαφορετικό, πιο προσανατολισμένο στη φολκ και τη φρι τζαζ.

Τι στοχεύατε να εξερευνήσετε σε αυτήν τη φάση;

Οι αποφάσεις μας ήταν πάντα αρκετά οργανικές. Εξελίσσονταν μέρα με τη μέρα καθώς μεγαλώναμε και αποκτούσαμε μουσική εμπειρία.

Γράψαμε την πλειονότητα των τραγουδιών χωρίς ντράμερ και νομίζω πως αυτό έκανε το στιλ μας πιο ελεύθερο στον τρόπο με τον οποίο δομούσαμε τα τραγούδια και στα όργανα που χρησιμοποιήσαμε.

Είχαμε βρεθεί στη Νέα Υόρκη λίγο καιρό πριν και αγοράσαμε μερικά ακουστικά όργανα που αποφασίσαμε να χρησιμοποιήσουμε - μία kalimba, ένα balafon, ένα shruti box και μερικά μικρότερα κρουστά.

Μετά την αρχική διάλυση του γκρουπ, επικεντρώθηκες στη συνεργασία σου με τη χορογράφο/χορεύτρια Gaby Agis. Τι ανακάλυψες για τον εαυτό σου ως καλλιτέχνιδα και ως άνθρωπο σε αυτό το πλαίσιο;

Απολαμβάνω όλες τις μορφές τέχνης.

Η Gaby επικοινώνησε μαζί μου για να με ρωτήσει αν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το τραγούδι μας Shouting out loud για ένα χορευτικό κομμάτι για δεκατρείς γυναίκες.

Συζητήσαμε και τελικά συνέθεσα ένα μουσικό κομμάτι 30 λεπτών για τον χορό της. Είμαι πολύ χαρούμενη που το έκανα αυτό, καθώς το αγαπώ τόσο πολύ.

Χορογράφησε ξανά το έργο στην 30ή επέτειό του το 2014. Ήταν υπέροχο να επιστρέφω σε αυτό. Η Gaby χορογράφησε, επίσης, μια παράστασή του στην Τουρκία, με ντόπιες γυναίκες.

Τα Island και Shelter, δύο συνεργατικά πρότζεκτ με την Phew, κυκλοφορούν το 2018 και το 2020, αντίστοιχα.

Το τελευταίο, ειδικότερα, ένα απόσταγμα της εποχής της πανδημίας, κατατάσσεται ανάμεσα στα καλύτερα άλμπουμ στα οποία έχεις εμπλακεί.

Το Island είναι το άλμπουμ που έφτιαξα με την Phew.

Εγώ ήμουν στο Λονδίνο, εκείνη στην Ιαπωνία. Στείλαμε η μία στην άλλη μουσικά αρχεία που δημιουργήσαμε στο Logic Pro, μέσω Wetransfer. Η μία ξεκίνησε τα μισά τραγούδια και η άλλη τα τελείωσε.

Ήταν μια πολύ ευχάριστη και ικανοποιητική εμπειρία. Λατρεύω τη δουλειά της και λατρεύω αυτό που κάναμε μαζί.

Το Shelter είναι ένα μουσικό έργο σε σύνθεση της Phew και δικής μου, με φωτογραφίες της Shirley OLoughlin, κατόπιν παραγγελίας του ISSUE Project Room στο Μπρούκλιν.

Από τις 6 Δεκεμβρίου 2025 έως τις 29 Απριλίου 2026, η ατομική έκθεση NOISE στον χώρο PORTA33 στη Φουνσάλ της Μαδέρα φιλοξενεί πρόσφατα έργα, πίνακες και προσωπικά σου αρχεία.

Πώς εξελίχθηκε σταδιακά η ενασχόλησή σου με τη ζωγραφική;

Σπούδαζα σε Σχολή Καλών Τεχνών πριν σχηματίσουμε τις The Raincoats και εκεί γνώρισα την Gina και δημιουργήσαμε μαζί το συγκρότημα.

Έτσι, οι εικαστικές τέχνες, ειδικά η ζωγραφική, ήταν μέσα στην ψυχή μου, αν και δεν καταπιάστηκα με αυτές πολύ όσο δούλευα στις The Raincoats. Έβαλα την καρδιά και την ψυχή μου στο συγκρότημα.

Λίγο καιρό αφότου έκανα το άλμπουμ με την Phew, άρχισα ξανά να ζωγραφίζω, πρώτα για να δω πού θα με πήγαινε αυτό και στη συνέχεια ανακαλύπτοντας τι έβγαινε από μέσα μου με έναν αυθόρμητο και προσωπικό τρόπο.

Τα τελευταία χρόνια, έχω αφιερώσει, επομένως, τις προσπάθειές μου περισσότερο στη ζωγραφική.

Η μουσική είναι ακόμα εκεί, και δημιουργώ ένα νέο ηλεκτρονικό έργο το οποίο θα συνοδεύσει την ανάγνωση του βιβλίου Ungone της Hanna Patterson από 3 ηθοποιούς.

Αυτό θα παρουσιαστεί κατά τη διάρκεια των εορτασμών για την 50ή επέτειο της Rough Trade τον Ιούλιο στο South Bank του Λονδίνου.

Μου αρέσει να συνθέτω μουσική με το modular synth μου. Μπορώ να βγάλω άπειρους διαφορετικούς ήχους, από απαλούς μέχρι σκληρούς, και να εκπλήσσομαι συνέχεια, κάτι που μου αρέσει πολύ. Έχω 3 ελληνικά modules από το Dreadbox!

Ζούμε σε αβέβαιους, πολεμικούς καιρούς. Πού βρίσκεις μια αχτίδα ελπίδας; Μπορεί η τέχνη να έχει ακόμη αντίκτυπο, ή μήπως έχει πλέον γίνει μια μάταιη, εγωκεντρική άσκηση;

Βιώνουμε φρικτές εποχές, ειδικά αν ζούμε στη Μέση Ανατολή, αλλά όχι μόνο εκεί, φυσικά.

Νομίζω και ελπίζω πως η τέχνη εξακολουθεί να κάνει κάτι για να δώσει στους ανθρώπους λίγη δύναμη και να διατηρήσει την πιο ανθρώπινη πλευρά της ζωής παρούσα.

Ο ακτιβισμός είναι επίσης πολύ σημαντικός, αλλά η τέχνη μπορεί να εμπνεύσει το πνεύμα και να κάνει τους ανθρώπους λιγότερο μόνους και φοβισμένους.

Ευχαριστώ θερμά την Ana da Silva για τον χρόνο της και την παραχώρηση της φωτογραφίας της.

Μπορείτε να αναζητήσετε περισσότερες πληροφορίες για την Ana da Silva και τη δουλειά της στον προσωπικό της ιστότοπο.

Η συνέντευξη με την Ana da Silva εντάσσεται στο εγχείρημα A Blast From The Past/Into The Future.

Το εγχείρημα φιλοδοξεί να φιλοξενήσει πρωτότυπες συνεντεύξεις με εμβληματικές προσωπικότητες από το πεδίο της μουσικής από τη δεκαετία του 1960 και εξής.