Κυριακή 29 Μαΐου 2022

Bogdan George Apetri: «Θέλω να νιώσουν οι θεατές το βάρος του χρόνου»

 


Μια καλόγρια κι ένας αστυνομικός επιθεωρητής μπλέκονται στη «δίνη» ενός αποτρόπαιου εγκλήματος με θρησκευτικές προεκτάσεις στο αινιγματικό υπαρξιακό αστυνομικό θρίλερ του Ρουμάνου Bogdan George Apetri, Το θαύμα.

Συνομιλώντας με τον σκηνοθέτη με αφορμή την κυκλοφορία της ταινίας στα θερινά σινεμά από τις 26 Μαΐου.

Παρακολουθώντας το υπαρξιακό αστυνομικό θρίλερ σου Το θαύμα συχνά αναρωτιόμουν τι πραγματικά έβλεπα.

Στο σινεμά δεν μπορείς ως κοινό να εξαναγκαστείς να βλέπεις εκεί που βλέπω.

Σε ένα φιλμ όπως το Θαύμα, με λήψεις μεγάλης διάρκειας, μπορείς να κοιτάς όπου θέλεις.

«Ας προσκαλέσουμε τον κόσμο στην ταινία μου όσο γίνεται περισσότερο. Ακόμα και το χάος και τα ατυχήματα»: αυτό λέω πάντα στο συνεργείο μου. Το να κατευθύνεις το βλέμμα του θεατή είναι κουραστικό.

Το Θαύμα δημιουργεί ερωτήματα παρά δίνει -ή έστω υπονοεί- απαντήσεις.

Αυτό έγινε εν μέρει από πρόθεση και εν μέρει όχι.

Ως σκηνοθέτες νομίζουμε ότι έχουμε τον απόλυτο έλεγχο. Όταν, όμως, κάνεις μακρές λήψεις, ο έλεγχος μειώνεται, γεγονός θετικό, κατά τη γνώμη μου, γιατί προσκαλείς το να συμβούν άλλα πράγματα.

Κάτι τέτοιο συντελείται στο μέσο του φιλμ, στη σκηνή του εγκλήματος: οι κεραυνοί και η καταιγίδα δεν οφείλονται σε μένα. Η λήψη ξεκίνησε χωρίς να βρέχει, αλλά λόγω της οκτάλεπτης διάρκειάς της έγιναν πολλά και δεν είχα τον έλεγχο.

Κι αυτά ενσωματώθηκαν στην αφήγηση.

Απολύτως.

Στην πραγματικότητα, το Θαύμα απομιμείται τη ζωή. Προσπαθώ να απομακρυνθώ από τον τρόπο με τον οποίο φτιάχνονται οι περισσότερες ταινίες στις μέρες μας, που από μια άποψη είναι πολύ προβλέψιμος. Το γεγονός αυτό σε κάνει να περιμένεις το τέλος.

Στη ζωή, όμως, ποτέ δε συμβαίνει έτσι.

Δε σε γνωρίζω, για παράδειγμα, ούτε ξέρω αν έχεις οικογένεια ή παιδιά. Θα το ανακαλύψω αργότερα, αν συνεχίσουμε να συναντιόμαστε και γίνουμε φίλοι.

Προσπαθώ, λοιπόν, να μιμηθώ τη διαδικασία της ζωής κι όχι να παίξω με τις προσδοκίες του θεατή χάριν του παιχνιδιού μ’ αυτές τις προσδοκίες. Στην πραγματική ζωή πάντα εκπλήσσεσαι. Πιο πολύ μ’ ενδιαφέρει να κάνω τον θεατή περίεργο.



Η πίστη, η έλλειψή της ή ο τρόπος που γίνεται αντιληπτή στο πλαίσιο της ρουμανικής κοινωνίας -και όχι μόνο- φαίνεται να βρίσκεται στο (επί)κεντρο του Θαύματος. Συμφωνείς;

Ναι και όχι.

Λόγω της αμερικανικής παιδείας μου -ήρθα στις Η.Π.Α. για να σπουδάσω σινεμά όταν ήμουν 25 χρονών- νιώθω σεβασμό για τους χαρακτήρες.

Όταν, λοιπόν, επινοώ μια ιστορία, επινοώ χαρακτήρες, και προσπαθώ να τους κάνω να έχουν ενδιαφέρουσες επιλογές στη ζωή, να βρίσκονται υπό πίεση.

Ποτέ δεν ξεκινώ με την πρόθεση, για παράδειγμα, να μιλήσω για τη θρησκεία στη Ρουμανία, όπως κάποιοι ισχυρίστηκαν.

Πρόκειται για ένα φιλμ σχετικά με ανθρώπους που -όπως εσύ κι εγώ- υπό πίεση προβαίνουν σε συζητήσιμες ενέργειες. Μέρος μου, και μέρος του θεατή, βρίσκεται μέσα σε όλους τους χαρακτήρες.

Όταν ο κόμπος φτάνει στο χτένι, όλοι αποκαλύπτουμε τι όντως είμαστε ικανοί να κάνουμε. Στην πραγματικότητα, επομένως, μ’ ενδιαφέρει η ανθρώπινη φύση.

Ένας χαρακτήρας είναι ένα «όχημα», ένα πρόσχημα για την εξερεύνηση βαθύτερων πραγμάτων.

Δε φτιάχνεις ένα φιλμ σε κοινωνικό κενό, ωστόσο. Εν προκειμένω, είναι γυρισμένο στη Ρουμανία και πρέπει οι χαρακτήρες να είναι πειστικοί ως τέτοιοι: η ηγουμένη, η δόκιμη μοναχή, ο αστυνομικός επιθεωρητής, οι συνάδελφοί του.

Είναι, άρα, αναπόφευκτο να ξεκινήσεις να μιλάς και για την κοινωνία. Αυτή είναι η προσέγγισή μου.

Το Θαύμα είναι, λοιπόν, μια ρουμανική ταινία, αλλά πιο πολύ μ’ ενδιαφέρει το κοινό έδαφος που θα μπορούσε να λειτουργήσει σε κάθε χώρα.

Παραμένεις, πάντως, συνδεδεμένος με το ρουμανικό πολιτισμικό πλαίσιο, αν και είσαι ξενιτεμένος το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής σου.

Ναι, πολύ. Μετά από 21 χρόνια, εξακολουθώ να μη νιώθω Αμερικανός.

Μεγάλωσα στη διάρκεια του κομμουνιστικού καθεστώτος στη Ρουμανία. Η επανάσταση και η πτώση του Τσαουσέσκου συνέβησαν όταν ήμουν 14 χρονών. Ακόμα αισθάνομαι ότι αυτό είναι το σημείο καμπής στη ζωή μου.

Πηγαίνω στη Ρουμανία, όπου ζει η οικογένειά μου, δυο φορές τον χρόνο για τρεις με τέσσερις μήνες. Κατά κάποιον τρόπο, βρίσκομαι με το ένα πόδι εκεί και με το άλλο εδώ.

Γύρισα το Θαύμα στη γενέτειρά μου, που βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της Ρουμανίας. Δε μ’ ενδιέφερε να αναπαραστήσω την πόλη, αλλά γνωρίζω τους ανθρώπους και κάθε γωνιά της πολύ καλά.

Νιώθεις, άρα, συνδεδεμένος και με το σύγχρονο ρουμανικό σινεμά - αν και δε νομίζω ότι υπάρχει κάποιο «κύμα» πλέον; Ταυτίζεσαι με κάτι κινηματογραφικό;

Ακόμα κι όταν μιλάω για τσέχικο νέο κύμα, το πολωνικό ή το ιρανικό σινεμά, στην τελική αναφέρομαι σε μεμονωμένους σκηνοθέτες που προσπαθoύν να κάνουν ταινίες.

Ποτέ δεν πιστεύω σε «κύμα», αλλά στη σύμπτωση καλών σκηνοθετών που δουλεύουν ταυτόχρονα. Άλλοι, κατόπιν, χαρακτηρίζουν αυτή τη δουλειά ως «κύμα».

Έχω φιλική σχέση με όλους, ιδίως με τον Νέτσερ και τον Μουντεάν, ενώ διατηρώ μια εταιρεία παραγωγής και βοηθώ στην παραγωγή ταινιών φίλων μου. Είμαι κομμάτι της εγχώριας κινηματογραφικής βιομηχανίας, αλλά όχι τόσο βαθιά όσο άλλοι σκηνοθέτες.

Η διεύθυνση φωτογραφίας του Όλεγκ Μούτου είναι, για άλλη μια φορά, θαυμάσια.

Και σε ανθρώπινο επίπεδο είναι ένας από τους πιο δεξιοτεχνικούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Ζει και αναπνέει σινεμά. Δεν έχει οικογένεια, γυρίζει πολλά φιλμ κάθε χρόνο. Είναι ένας καλλιτέχνης, κατανοεί τις ταινίες.

Εκεί έγκειται το μυστικό τού να κάνεις καλά φιλμ, στο να περιβάλλεσαι από ανθρώπους με μεγαλύτερη εμπειρία που συναρπάζονται με μια ιστορία.

Ως διευθυντής φωτογραφίας ο Όλεγκ έχει γυρίσει πάνω από 25 ταινίες. Δε χρησιμοποιεί έναν τρόπο φωτισμού, αλλά αυτόν που η σκηνή τού υπαγορεύει. Δεν πρόκειται για μια τεχνική διαδικασία.



Και η μουσική; Σε σαγηνεύει η παλιομοδίτικη ρουμανική μουσική που ακούγεται στο Θαύμα;

Όχι, όχι.

Γιατί την ενέταξες στην αφήγηση, τότε;

Πάντα αναρωτιέμαι τι χρειάζεται το φιλμ, ανεξαρτήτως του τι μ’ αρέσει.

«Γιατί του αρέσουν οι μεγάλες λήψεις;» αναρωτιούνται οι θεατές. Γιατί ο χρόνος είναι πολύ σημαντικός στην ταινία. Θέλω να νιώσουν οι θεατές το βάρος του χρόνου, πώς ο χρόνος κυλά σαν ποτάμι.

Το φιλμ είναι σαν βιβλίο με δύο μέρη, δομημένο με σχεδόν μαθηματικό τρόπο. Το πρώτο αφορά στην δόκιμη μοναχή, το δεύτερο στον αστυνομικό επιθεωρητή, και κάθε σκηνή έχει μια «αδερφή» σκηνή.

Η χρήση του ήχου, των ηχητικών εφέ αποσκοπεί στη δημιουργία υποσυνείδητων συνδέσεων ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες.

Όσο για τη μουσική, στο ταξί ακούνε τμήματα των ίδιων τραγουδιών και στα δύο μέρη της ταινίας. Ούτε καν το ρουμανικό κοινό δεν τα αντιλαμβάνεται. Τα αισθάνεσαι με την καρδιά, όμως.

Διάλεξα κομμάτια των οποίων οι τραγουδιστές είχαν πεθάνει με βίαιο τρόπο: σε αυτοκινητιστικό ατύχημα, από αυτοκτονία κ.λπ. Ήθελα να δημιουργήσω μια αίσθηση επικείμενης συμφοράς μέσω της ακρόασης τέτοιας μουσικής.

Γιατί, τελικά, χρειαζόμαστε κάποιο θαύμα -σε μεταφυσικό ή κοινωνικοπολιτικό επίπεδο- για να σωθούμε, αντί να οργανωνόμαστε με άλλους για να παράγουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα;

Είναι ίσως η καλύτερη ερώτηση που μου έχουν απευθύνει ποτέ. Δε συνδέεται καν με το φιλμ και, όπως κάθε φιλοσοφική ερώτηση, είναι αδύνατον να απαντηθεί.

Όχι ότι είμαι πεσιμιστής, αλλά δεν είμαστε ικανοί να λύσουμε τα προβλήματά μας μόνοι μας. Δε μιλώ από θρησκευτική άποψη, γιατί είμαι διχασμένος ως προς αυτό το ζήτημα, ούτε για τη θυσία, αν και στο Θαύμα υπάρχει.

Κινούμαστε σε κύκλους και διαπράττουμε τα ίδια λάθη. Δες τι συμβαίνει στην Ουκρανία, που θα μπορούσε να πυροδοτήσει τον Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Πόλεμοι συμβαίνουν και σε πολλά άλλα μέρη στον κόσμο, αλλά υποτιμώνται και περιφρονούνται πλήρως.

Χτες ήμουν σε ένα ταξί. Ο ταξιτζής καταγόταν από την Υεμένη και αναρωτιόταν γιατί κανέναν δε μιλά για τον φρικτό εμφύλιο πόλεμο εκεί. Γιατί δε νοιάζονται.

Επιστρέφοντας, λοιπόν, στην ερώτησή σου, πολλές φορές κάνω τα ίδια ακριβώς λάθη στη ζωή μου. Θα έπρεπε να έχω μάθει από τα λάθη μου, αλλά αυτό δε συνέβη.

Έδωσα στην ταινία μου τον συγκεκριμένο τίτλο αναμένοντας ότι θα συνέβαινε ένα θαύμα όταν θα το επιθυμούσαμε, όπου είναι αναγκαίο. Κανένας, όμως, δεν κάνει κάτι ενώ αυτό το φρικτό έγκλημα διαπράττεται.

Αν υπήρχε μια ανώτερη δύναμη, ένας θεός, τότε θα έπρεπε να υλοποιηθεί ένα θαύμα. Όπως, αντίστοιχα, και στη ζωή. Μερικές φορές συμβαίνει με απρόσμενους τρόπους. Κι αν υπάρχει, δεν το συνειδητοποιείς όταν συντελείται.

Ευχαριστώ τον σκηνοθέτη για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Η ταινία του Bogdan George Apetri Το θαύμα προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 26 Μαΐου σε διανομή της Weird Wave.



Πέμπτη 26 Μαΐου 2022

Ντομένικο Σταρνόνε: «Το γράψιμο πρέπει να μοιάζει με την ευτυχία τού να νιώθεις ζωντανός»

 

Ντομένικο Σταρνόνε (Φωτογραφία: Alamy)

Γραμμένο με τρόπο καλειδοσκοπικό και πυκνό, το μυθιστόρημα του Ντομένικο Σταρνόνε, εκ των κορυφαίων Ιταλών συγγραφέων, Τα κορδόνια είναι ένα διεισδυτικό χρονικό της κατάρρευσης μιας οικογένειας.

Συζητώντας με τον συγγραφέα με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά και της εξόδου της ομώνυμης ταινίας στα θερινά σινεμά.

Γιος μιας ράφτρας και ενός εργάτη στους σιδηρόδρομους, υπήρξατε καθηγητής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και τώρα διαπρέπετε ως μυθιστοριογράφος, σεναριογράφος και συγγραφέας.

Γιατί αργήσατε τόσο πολύ να καταπιαστείτε με τη συγγραφή μυθοπλασίας;

Το πρώτο μου βιβλίο το εξέδωσα στα σαράντα τέσσερα. Ως αγόρι, μου φαινόταν ότι δεν είχα ταλέντο. Τα πράγματα που έγραφα έμοιαζαν πάντα πολύ κατώτερα από τα βιβλία που διάβαζα.

Προφανώς είχα δυσανάλογες λογοτεχνικές φιλοδοξίες. Σιγά σιγά έμαθα να γράφω κυρίως για την ευχαρίστηση να το κάνω.

Aντλείτε, λοιπόν, κυρίως ευχαρίστηση από τη συγγραφική διαδικασία;

Ναι, ακόμα κι όταν με εξουθενώνει ή με αγχώνει. Το γράψιμο θα πρέπει τουλάχιστον κάπως να μοιάζει με την ευτυχία τού να νιώθεις ζωντανός. Εάν όχι, γιατί να αφιερώσεις τόσο πολύ χρόνο σε αυτό;

Το μυθιστόρημά σας Τα κορδόνια είναι ένα διεισδυτικό χρονικό της σταδιακής κατάρρευσης μιας οικογένειας. Γραμμένο με ρέοντα, καλειδοσκοπικό και πυκνό τρόπο, εξιστορείται υπό το πρίσμα καθενός από τους πρωταγωνιστές του:

Της συζύγου Βάντα, του συζύγου Άλντο και των ενήλικων παιδιών τους, της Άννα και του Σάντρο. Γιατί, ως επί το πλείστον, χρησιμοποιείτε τη δομή των παράλληλων μονολόγων;

Περισσότερο από μονολόγους, είχα στο μυαλό μου αυτόνομες ιστορίες, λες και κάθε χαρακτήρας είχε πια κλειστεί, με τους πόνους και τις μνησικακίες του, μέσα σε ένα βιβλίο που είχε παραγάγει ο ίδιος.

Ο αναγνώστης μπορεί να δημιουργήσει μια σύνδεση μεταξύ μιας ιστορίας και μιας άλλης. Η Βάντα, ο Άλντο, τα παιδιά, όχι πια.



Κορδόνια, δεσμοί, δεσμά: υπάρχει μια ελκυστική αμφισημία στην κυριολεκτική και μεταφορική χρήση αυτών των όρων στο μυθιστόρημα.

Η συνολική εντύπωσή μου, ωστόσο, είναι πως η οπτική σας στις οικογενειακές σχέσεις είναι θεμελιωδώς ζοφερή. Κάνω λάθος;  

Όχι ζοφερή, ρεαλιστική. Η οικογένεια είναι το «ίζημα» όλων των προβλημάτων που η ανθρωπότητα δεν μπορεί να λύσει. Αν κοιτάξεις προσεκτικά την καθημερινότητα μιας οικογένειας -ακόμη και της πιο τυχερής-, βλέπεις τον κόσμο.

«Το να νοσταλγεί κανείς το παρελθόν είναι ανόητο, όπως ανόητο είναι και το να κυνηγάει συνέχεια ένα καινούριο ξεκίνημα», ισχυρίζεται η Βάντα.

Σε τι συνίσταται η ψυχική ισορροπία, τότε; Στην αποδοχή των αντιφάσεων και των περιορισμών του/της καθενός/καθεμιάς;

Όχι. Αυτή είναι η γνώμη της Βάντα. Προτιμώ τους ανθρώπους που μαθαίνουν από τα λάθη τους και προσπαθούν να ξεκινήσουν από την αρχή.

Όχι τυχαία, τα Κορδόνια εκτυλίσσονται τόσο στη Νάπολη, τη γενέτειρά σας, όσο και στη Ρώμη, τον τόπο κατοικίας σας. Καμία από τις δύο πόλεις δε διεκδικεί, πάντως, περισσότερο χώρο στο βιβλίο από τους ανθρώπινους χαρακτήρες. Γιατί;

Aφηγούμαι τις πόλεις όπως αντηχούν στους χαρακτήρες. Τείνω, στο μέτρο του δυνατού, να αποφεύγω τις τουριστικές αποχρώσεις ή τις αποχρώσεις του google map.

Νιώθετε ότι η σύγχρονη ιταλική λογοτεχνία γενικά αντικατοπτρίζει τις ανησυχίες, τα άγχη και τις ανάγκες της κοινωνίας, προσπαθεί να συμβαδίσει μ’ αυτές ή όντως προπορεύεται;

Αντιλαμβάνεστε τον εαυτό σας ως κομμάτι μιας «τάσης» ή είστε μόνος σας;

Κάθε βιβλίο, ιταλικό ή μη, ξεκινά από την εμπειρία του συγγραφέα. Μερικές φορές, από τη μικρή ατομική εμπειρία προκύπτει ένας πολύπλοκος κόσμος, γεμάτος νοήματα. Τις περισσότερες φορές καταθέτουμε μια ειλικρινή μαρτυρία.

Όλοι όμως, καλοί και λιγότερο καλοί, τυχεροί και λιγότερο τυχεροί, ας πάμε να συνθέσουμε με τα έργα μας το παζλ, το σχήμα, την εικόνα που αποκαλούμε «η εποχή μας». Αυτό είναι όλο. Ελάχιστα πιστεύω στους προφήτες.

Ένας συγγραφέας αφηγείται τις ιστορίες που ξέρει, εγώ αποκλείω να βλέπει το μέλλον. Βλέπει το παρόν καθώς αυτό περνάει κάπως λιγότερο πρόχειρα από άλλα, και του δίνει μια λεκτική μορφή.

Τόσο εσείς -και κυρίως η σύζυγός σας, Anita Raja, συγγραφέας και μεταφράστρια η ίδια- έχετε συσχετιστεί με την μυστηριώδη συγγραφέα που φέρει το ψευδώνυμο «Έλενα Φεράντε».

Βρίσκετε τη δημοσιότητα που οι ισχυρισμοί αυτή έχουν παράγει διασκεδαστική;

Όχι!

Το μυθιστόρημα Τα κορδόνια, διασκευασμένο για τη μεγάλη οθόνη από τον Ντανιέλε Λουκέτι, κυκλοφορεί στα ελληνικά σινεμά από τις 19 Μαΐου. Ως σεναριογράφος ο ίδιος, είχατε αποφασιστικό λόγο πάνω στο σενάριο;

Θα περιγράφατε τη συνεργασία με τον σκηνοθέτη ως πρόκληση;

Με τίποτα. Όταν ένας σκηνοθέτης αποφασίζει να κάνει μια ταινία βασισμένη σε ένα βιβλίο, ξέρει ότι θα πρέπει να «μπολιάσει» την ευαισθησία του με αυτή ενός άλλου συγγραφέα.

Γενικά, είναι πολύ ριψοκίνδυνο να πετάξεις τα πάντα στο όνομα της αφήγησης με εικόνες: τη διαφορετικότητά της, την αυτονομία της.

Είναι καλύτερο να χρησιμοποιήσεις ταλέντο και φαντασία για να αντλήσεις από κάθε πρόταση, από κάθε λέξη, όλα όσα χρειάζεσαι για να αποκτήσεεις τη δική σου πολύ προσωπική ταινία. Ο Λουκέτι έκανε εξαιρετική δουλειά.

Ευχαριστώ θερμά την Valeria Zito (Giulio Einaudi editore) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα του Ντομένικο Σταρνόνε Τα κορδόνια κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση του Σταύρου Παπασταύρου.

Η ομώνυμη ταινία, σε σκηνοθεσία Ντανιέλε Λουκέτι και βασισμένη στο βιβλίο, προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 19 Μαΐου σε διανομή της Weird Wave.



Δευτέρα 23 Μαΐου 2022

Eρνέστο Μάγιο: «Η πολιτική είναι ο μοναδικός τρόπος για να μεταμορφωθεί η κοινωνία»

 

Ερνέστο Μάγιο (Φωτογραφία: Juan Cavallero)

Συγγραφέας, δημοσιογράφος, σεναριογράφος και παλιός αντάρτης, ο Αργεντίνος Ερνέστο Μάγιο είναι από τους πιο συναρπαστικούς Λατινοαμερικανούς στιλίστες του νουάρ.

Κουβεντιάζοντας μαζί του με αφορμή την κυκλοφορία στα ελληνικά του μυθιστορήματός του Η σκευωρία των μετρίων, όπου η Ιστορία διαπλέκεται με τη μυθοπλασία.

«Σε ηλικία 20 χρονών θεώρησα καθήκον μου να αλλάξω τον κόσμο, το έκανα, είναι αυτός εδώ, λυπάμαι», εξομολογείστε. Πόσο ωριμάσατε ως πολιτικό υποκείμενο αλλά και ως συλλογικό ον εντασσόμενος στο ένοπλο επαναστατικό κίνημα;

Κατ’ αρχάς, να πω ότι η παραπάνω δήλωση προέρχεται από ένα κείμενο με τόνο χιουμοριστικό και ειρωνικό.

Λέγοντας αυτό εννοώ ότι ως πολιτικό υποκείμενο η σκέψη μου έχει περάσει από την υποστήριξη της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε μια στάση πιο μετριοπαθή και διαλλακτική, καθώς επίσης και πιο επιεική ως προς τη φύση των ανθρώπινων όντων.

Όσον αφορά το ένοπλο κίνημα, κρίνοντας από τ’ αποτελέσματα, υπήρξε ένα τραγικό λάθος.

«Η κλίση μου στη λογοτεχνία εμφανίστηκε αρκετά νωρίς, προκαλώντας σοβαρές δυσκολίες στον ύπνο», επισημαίνετε. Γιατί σας δυσκόλευε στον ύπνο;

Δεν υφίσταται τέτοιο θέμα, όπως είπα πρόκειται για ένα κείμενο καθαρά χιουμοριστικό. Σε ελάχιστες περιπτώσεις είχα προβλήματα ύπνου στη ζωή μου.

Η Σκευωρία των μετρίων, το αιματοβαμμένο αλλά και τρυφερό ιστορικό-πολιτικό σας νουάρ που πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά, εκτυλίσσεται λίγο πριν τη χούντα του Βιδέλα. Γιατί είναι η ταραγμένη αυτή περίοδος τόσο σημαντική;

Έχει να κάνει με τη θεωρία που ανέπτυξε ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στην ταινία του Το αυγό του φιδιού, και η οποία εκφράζεται μέσω του διεστραμμένου χαρακτήρα του Hans Vergerus:

«Ετούτη η περίοδος είναι όπως το αυγό του φιδιού. Μέσα από τις λεπτές του μεμβράνες μπορείς να διακρίνεις ξεκάθαρα το ήδη τέλειο προφίλ».

Είναι οι στιγμές πριν από τον ερχομό του ναζισμού στη Γερμανία, όταν μπορείς να προβλέψεις τον ερχομό του τέρατος. Κατά τον ίδιο τρόπο, η περίοδος πριν από το πραξικόπημα του Βιδέλα είναι το αργεντίνικο αυγό του φιδιού.

Στην αφήγησή σας συνυφαίνετε δεξιοτεχνικά υπαρκτά ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα με επινοημένα. Τι σας σαγηνεύει περισσότερο στην υβριδική αυτή προσέγγιση;

Το γεγονός ότι μέσα από τη μυθοπλασία μπορεί να ειπωθούν οι αλήθειες που αποσιωπούνται από τα υπόλοιπα Μέσα.

Aνάμεσα στα επινοημένα, συγκαταλέγονται όχι λίγοι Ναζί. Γιατί αποτέλεσε η μεταπολεμική Αργεντινή ένα τόσο γόνιμο έδαφος γι’ αυτά τα καθάρματα;

Στην Κυβέρνηση της εποχής υπήρχαν ουκ ολίγοι οι οποίοι εξέφραζαν ανοιχτά τη συμπάθειά τους προς τους Ναζί.

Αυτό οφειλόταν ως ένα βαθμό στη δυσφορία απέναντι στις βλέψεις των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική, ίσως εξαιτίας αυτού που λένε, ότι ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου.

Ωστόσο, οι συμπαθούντες του Άξονα δεν περιορίζονταν μόνο στην Κυβέρνηση. Στις Ένοπλες Δυνάμεις επίσης ενστερνίζονταν τα δόγματα του Φον Κλάουζεβιτς, ο οποίος υποστήριζε πως «ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με διαφορετικά μέσα».

Στην κοινωνία επίσης υπήρχαν ανάλογα εθνικοσοσιαλιστικά συναισθήματα.

Το 1938 η προσάρτηση της Αυστρίας εορτάστηκε στο στάδιο Λούνα Παρκ, όπου συγκεντρώθηκαν περισσότερα από είκοσι πέντε χιλιάδες άτομα, με αφίσες, πανό και φωτογραφίες του Αδόλφου Χίτλερ.

Από την άλλη, το Βατικανό σε συνεργασία με τον Ερυθρό Σταυρό εξέδιδε διαβατήρια για τους Ναζί που δραπέτευαν από τη Γερμανία μόλις τελείωσε ο πόλεμος. Ο Μένγκελε και ο Άιχμαν, για να αναφερθούμε στους πιο γνωστούς, ήταν ανάμεσά τους.

O αστυνόμος Λασκάνο, άνθρωπος με ανεπούλωτες πληγές από το παρελθόν, τυπικός στη δουλειά του αλλά όχι αντικομμουνιστής, μπλέκεται σε μια υπόθεση «αυτοκτονίας» ενορχηστρωμένη από κράτος και (ναζιστικό) παρακράτος.

Μιας και ο συγκεκριμένος ήρωας εμφανίζεται και σε άλλα βιβλία σας, τι συμπυκνώνει για εσάς;

Ο Λασκάνο, σε όλα τα μυθιστορήματα που εμφανίζεται, συμβολίζει τη δίψα για τη δικαιοσύνη. Μια δικαιοσύνη αργοπορημένη, ανύπαρκτη ή πουλημένη. Σ’ ένα άλλο μου μυθιστόρημα, ο Λασκάνο λέει: «Νόμοι υπάρχουν, δικαιοσύνη δεν υπάρχει».

«Δεν επιλέγει κανείς ποιον θα ερωτευτεί, απλώς αποφασίζει μέχρι ποιο σημείο θέλει να φτάσει», παραδέχεται ο Λασκάνο στην Μαρίσα. Πόσο μακριά φτάσατε με τον έρωτα; Παραμένει για εσάς πάντα ένα ζωογόνο βίωμα;

Ο έρωτας είναι η μοναδική ανθρώπινη αρετή που μπορεί να μας λυτρώσει απ’ το κακό που προκαλούμε.

Περισσότερο από ένα ζωογόνο βίωμα, για μένα είναι μια διαρκής λαχτάρα. Η ιλαρή ανάγκη να τον αποκτήσεις και να τον κρατήσεις, να ρισκάρεις τα πάντα για τον έρωτα.

Δε «στεριώσατε» σε γάμους, αλλά αποκτήσατε έξι παιδιά. Γιατί τα χαρακτηρίζετε το «καλύτερο έργο σας»;

Διότι θεωρώ ότι τους έδωσα ό,τι καλύτερο έχω μέσα μου, ορμώμενος και πάλι από έρωτα.

«Το Μπουένος Άιρες είναι μολυσμένο από την πολιτική», αποφαίνεται κάπου η Μαρίσα. Πόσο οικείο το νιώθετε ως πολιτισμικό περιβάλλον;

Γεννήθηκα στη Λα Πλάτα, μια πόλη σε απόσταση 50 χιλιομέτρων από το Μπουένος Άιρες, στο οποίο μετακόμισα με την οικογένειά μου όταν ήμουν 11 χρονών και όπου έζησα μέχρι τα 63.

Το αποτύπωμα που άφησε αυτή η πόλη πάνω μου είναι ανεξίτηλο. Είναι η πόλη μου, ο τόπος μου σε τούτο τον κόσμο, παρότι ζω εδώ και οχτώ χρόνια στη Βαρκελώνη, στην οποία οδηγήθηκα, χάρη στον έρωτα πάλι.

Υπάρχει μια άλλη πολιτική, που δεν έχει «μολυσματική» διάσταση; Την «οσμίζεστε» στην Αργεντινή τού σήμερα;

Η πολιτική είναι ο μοναδικός τρόπος για να μεταμορφωθεί η κοινωνία.

Εν τούτοις, η σημερινή πολιτική τάξη σε όλες τις χώρες του κόσμου δεν έχει καμία πολιτική θέληση να μεταμορφώσει έναν κόσμο στον οποίο η αδικία και η ανισότητα εξυπηρετούν τις οικονομικές δυνάμεις οι οποίες εν κατακλείδι κινούν τα νήματα της πολιτικής.

Ναι, υπάρχει μια μη μολυσματική διάσταση στην παγκόσμια πολιτική, αλλά δεν την οσμίζομαι πια, το μόνο που μυρίζω είναι η ανυπόφορη μπόχα της διαφθοράς.

Το δυστοπικό πιο πρόσφατο μυθιστόρημά σας, Η πόλη της οργής (2021), είναι γραμμένο στη «σκιά» της συνεχιζόμενης «πανδημίας», η συστημική διαχείριση της οποίας επιφέρει ριζική αναδιάρθρωση της ζωής μας επί τα χείρω.

Έχοντας υπάρξει αντάρτης στο παρελθόν, πώς νομίζετε ότι θα μπορούσαμε να απαλλαγούμε από τη σκευωρία των μετρίων που μας καταδυναστεύουν;

Εξακολουθώ να είμαι αντάρτης και αν ήξερα τον τρόπο για να απαλλαγούμε από τη μάστιγα της μετριότητας, θα τον είχα θέσει σε εφαρμογή. Αυτό που χρειάζεται ξεπερνάει τις δικές μου δυνάμεις.

Υπάρχει ανάγκη για μια δραματική αλλαγή που θα μεταμορφώσει την κουλτούρα της κατανάλωσης σε κουλτούρα της γνώσης, ανάγκη να αναμορφώσουμε ριζικά την εκπαίδευση, να πατάξουμε τη διαφθορά και να προχωρήσουμε σε ευρεία ανακατανομή του πλούτου.

Άπαξ και γίνουν όλα αυτά, θα δούμε τι θα κάνουμε με τη μάζα των μετρίων που θα έχουμε έτσι βάλει στο περιθώριο.

Και πόσο σας χαροποιεί η μετάφραση του μυθιστορήματός σας στα ελληνικά από έναν εκδοτικό οίκο ανήσυχο, εκλεκτικό και καλόγουστο;

Πριν από μερικά χρόνια βρέθηκα στην Ελλάδα, καλεσμένος από τον σπουδαίο μου φίλο Πέτρο Μάρκαρη στο Φεστιβάλ ΛΕΑ.

Θυμάμαι πόσο εντυπωσιασμένος ένιωσα όταν, ανοίγοντας το παράθυρο του δωματίου μου στο ξενοδοχείο, αντίκρισα τον Παρθενώνα, να λάμπει σε όλο του το μεγαλείο, πάνω στο απίστευτο γαλάζιο του ελληνικού ουρανού.

Το μνημείο που είχα δει χιλιάδες φορές σε φωτογραφίες και πίνακες βρισκόταν μπροστά μου σε όλη την κολοσσιαία του πραγματικότητα.

Η Ελλάδα είναι η πολιτιστική μητέρα της Δύσης. Οι αρχαίοι Έλληνες περιέγραψαν και αποσαφήνισαν κάθε ανθρώπινο πρόβλημα μια για πάντα.

Το γεγονός ότι τα μυθιστορήματά μου δημοσιεύονται στην Ελλάδα με κάνει να αισθάνομαι τεράστια ευφορία και συνάμα τεράστια ταπεινότητα επειδή οι λέξεις μου φτάνουν στη γη των μεγαλύτερων στοχαστών και φιλοσόφων όλων των εποχών.

Και το ότι αυτό γίνεται μέσω της Carnívora, ενός τόσο εκλεπτυσμένου εκδοτικού οίκου, αποτελεί για μένα το αποκορύφωμα.

Ευχαριστώ θερμά την Ασπασία Καμπύλη, η οποία με το γνώριμο μεράκι της μετέφρασε τις ερωτήσεις μου για τον συγγραφέα στα ισπανικά και τις απαντήσεις του στα ελληνικά.

Το μυθιστόρημα του Ερνέστο Μάγιο Η σκευωρία των μετρίων κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora σε μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη.



Κυριακή 22 Μαΐου 2022

Ντ. Χάντερ: «Το να έχω ανθρώπους γύρω μου με έσωσε από τον εαυτό μου»

 


Ως παιδί σεξεργάτης, ως έφηβος τοξικοεξαρτημένος, κατόπιν βίαιος κακοποιός, σταδιακά πολιτικοποιούμενος στους χώρους της Αριστεράς και της αναρχίας.

Ο λόγος για τον Βρετανό Ντ. Χάντερ, ο οποίος, με εξαιρετική διαύγεια, στοχάζεται πάνω στις εμπειρίες του στο συνταρακτικό αυτοβιογραφικό βιβλίο του Chav/Αλληλεγγύη από τα υπόγεια. Συνομιλώντας μαζί του.

Οργισμένο, θρηνητικό, στοχαστικό, διαυγές, ειλικρινές, το αυτοβιογραφικό βιβλίο σου Chav/Αλληλεγγύη από τα υπόγεια είναι ένα από τα πιο έντονα αναγνώσματα των τελευταίων μηνών. Σκεφτόσουν πολύ καιρό να το γράψεις;

Όχι, μου ήρθε η ιδέα καθώς έκανα νυχτερινές βάρδιες. Γυρνώντας σπίτι ένιωθα βαριεστημάρα, οπότε άρχισα να γράφω.

Ήμουν οργισμένος σχετικά με την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν τα κοινωνικά κινήματα στη Μεγάλη Βρετανία εκείνη την περίοδο και ταυτόχρονα σκεφτόμουν τι μου είχε συμβεί στο παρελθόν. Ήθελα, λοιπόν, να γράψω γι’ αυτά τα θέματα.

Μετά από μερικούς μήνες μοιράστηκα μερικά από αυτά τα κείμενα μέσω των social media, φίλοι μού πρότειναν να τα περιλάβω σ’ ένα βιβλίο κι έτσι προχώρησα σε μια αυτοέκδοση 20-30 αντιτύπων που εξαντλήθηκαν.

Είχες κάποια συγκεκριμένη δομή στο μυαλό σου;

Όχι, απλώς προσπάθησα να βάλω τα δοκίμια σε μια σειρά, κυρίως από θεματικής άποψης. Προσπάθησα, λοιπόν, να βρω έναν σύνδεσμο. Δεν ήταν, πάντως, στις προθέσεις μου να κυκλοφορήσω ένα βιβλίο.

Πώς προέκυψε, επομένως; Ακολούθησες απλώς τη ροή όσων πίεζαν να βγουν στην επιφάνεια; Αυτό έδωσε μορφή σε όλο το εγχείρημα;

Έτσι συνέβη, νομίζω. Κάθε δοκίμιο πήγαζε από μια σκέψη ή μια ιστορία από το παρελθόν που ήθελα να μοιραστώ. Ή από κάποια ιδέα στην οποία ήθελα να εμβαθύνω.

Η σταδιακή πολιτικοποίησή σου και η κατοπινή ένταξή σου σε πιο δομημένα σχήματα -ομάδες, συνελεύσεις- ήταν μια αργή διαδικασία, έτσι δεν είναι;

Δεν ξέρω αν η ίδια η διαδικασία ήταν αργή, απλώς οδηγήθηκα σ’ αυτή αργότερα από άλλους, γύρω στα 25-30.

Ήμουν, ωστόσο, πιο εξοπλισμένος να εμπλακώ λόγω των εμπειριών που είχα βιώσει και πρόθυμος να εξετάσω τα πράγματα και να σκεφτώ πιο συλλογικά από κάποιον που είχε διάγει μια περισσότερο εξατομικευμένη ζωή.

Μέσα σε λίγα χρόνια, όμως, απογοητεύτηκες από την κυρίαρχη νοοτροπία εντός των πολιτικών κύκλων και ομάδων της Αριστεράς και του αναρχικού χώρου με τους οποίους συνδέθηκες.

Από νωρίς υπήρχε αυτή η δυσφορία, η οποία εντεινόταν όλο και περισσότερο μέχρι που έγινε γενικευμένη. Αλλά και η κοινωνία με έσπρωχνε πέρα από τα όριά μου. Εξακολουθώ να εμπλέκομαι, ακόμα και σήμερα, αλλά το κάνω πιο προσεκτικά.

Κι έχεις βρει τον τρόπο να είσαι πιο «παραγωγικός» κινηματικά και πολιτικά σε σχέση με τον τρόπο που λειτουργούσες στο παρελθόν.

Σ’ έναν βαθμό, ναι.

Η αναφορά, εξάλλου, στις έννοιες της συλλογικότητας, της αλληλοβοήθειας, της αλληλεγγύης για κάποιους είναι εύκολα λόγια, ένας τρόπος να χτίσουν μια ατομική βάση.

Έχοντας επίγνωση αυτού καλλιεργώ πιο ρεαλιστικές προσδοκίες από τους ανθρώπους κι έχω πολύ μεγαλύτερη υπομονή. Είμαι επίσης πιο επιλεκτικός σε ό,τι εμπλέκομαι και διασφαλίζω πως αυτό έχει νόημα για μένα κι όχι απλά ρητορικό χαρακτήρα.

Δε μ΄ενδιαφέρει να με βλέπουν να κάνω κάτι.

Η πολιτική δράση δεν είναι χόμπι, ούτε τρόπος να οικοδομήσει κάποιος ένα ριζοσπαστικό ίματζ.

Ακριβώς.

Έχεις περάσει πολλά στη ζωή σου. Και μπορεί να μη βγήκες από αυτά αλώβητος, κατόρθωσες όμως να επιβιώσεις μέχρι τώρα. Όλα όσα υπέστης -αλλά κι εκείνα για τα οποία φέρεις ευθύνη- σε έχουν κάνει πιο αποφασισμένο και συλλογικό;

Υποθέτω ότι ναι.

Πριν από μερικούς μήνες εγκατέλειψα ένα πολιτικό εγχείρημα όπου είχα εμπλακεί επί τρία χρόνια και η τρέχουσα περίοδος είναι η πρώτη κατά την τελευταία εικοσαετία στην οποία δε συμμετέχω σε κάτι.

Γράφω το διδακτορικό μου, οπότε βιώνω μια ατομική διαδικασία μάθησης. Αναζητώ, όμως, κίνητρα για να εμπλακώ σε ένα καινούριο εγχείρημα, ώστε αυτό να με αντιπροσωπεύει αυθεντικά κι όχι να είναι κάτι επιτελεστικό.

Με προσελκύουν οι γνήσιοι λόγοι γι’ αυτή την ενασχόληση, αλλά, ταυτόχρονα, έχω την επιλογή -μετά από πολύ καιρό- να πω: «Όχι, δε θέλω να συμμετάσχω κάπου, θέλω να κάνω τα δικό μου».

Έχω σαρανταρίσει πια, δε θέλω να πιέζω τον εαυτό μου. Δεν έχω τη γαμημένη την ενέργεια γι’ αυτό. Δεν ξέρω αν απάντησα στην ερώτησή σου.



Δεν πρόκειται για μια αυστηρά δομημένη διαδικασία ερωταποκρίσεων, αλλά πιο πολύ μια ανταλλαγή ιδεών και σκέψεων.

Ευτυχώς!

Υπάρχει όντως είτε μια έλλειψη λογοτεχνίας της εργατικής τάξης είτε πολιτικής ανάλυσης από τη σκοπιά της εργατικής τάξης, και μια τάση άλλων να μιλάνε για την τάξη αυτή ή -ακόμα χειρότερα- να δρουν εξ ονόματός της.

Έχει τα τελευταία χρόνια αντιστραφεί η συγκεκριμένη τάση στη βρετανική κοινωνία; Αναδεικνύονται περισσότερα δείγματα εργατικής λογοτεχνίας;

Ναι, έχει συντελεστεί κάποια αλλαγή τα τελευταία τέσσερα-πέντε χρόνια.

Υπάρχει ένα κίνημα από συγγραφείς προερχόμενους από την εργατική τάξη που γίνεται ολοένα και πιο δημοφιλές, και κατόπιν μέλη του εν μέρει εισέρχονται στο μέινστριμ.

Ταυτόχρονα, κυκλοφορούν πολλά έντυπα εργατικού προσανατολισμού -σε κάποια από τα οποία συμμετέχω κι εγώ-, κι αυτό είναι σημαντικό.

Υπάρχει, ωστόσο, και μια τάση έκφρασης της ζωής της εργατικής τάξης με αποδέκτη ένα μεσοαστικό αναγνωστικό κοινό, αντί για τη δημιουργία ενός διαλόγου σχετικά με την εργατική τάξη.

Μια «στημένη» αναπαράστασή της ώστε να φανεί ελκυστική σε ένα συγκεκριμένο αναγνωστικό κοινό κι όχι ως αυτή που είναι- είτε κάτι τέτοιο είναι αρεστό είτε όχι.

Παρατηρείται μια τάση αναζήτησης από την πλευρά του μέινστριμ εκδοτικού χώρου χαρακτήρων φτωχών ανθρώπων που τα πάνε καλά και γίνονται καλοί πολίτες.

Κάθε χρόνο κυκλοφορούν δύο ή τρία τέτοιου είδους βιβλία, με τους συγγραφείς τους να παρουσιάζονται ως οι «αυθεντικές φωνές της εργατικής τάξης» τη στιγμή που βρίσκονται πολύ μακριά από αυτή.

Δε θέλω να απορρίψω τα βιώματα των συγγραφέων -της φτώχειας, για παράδειγμα-, αλλά αυτός είναι ένας τρόπος να καταναλωθούν οι ιστορίες τους, ιδίως αν δεν ασκούν ιδιαίτερη κριτική στο ταξικό σύστημα.

Τέτοιες αφηγήσεις τείνουν να εστιάζουν στην ατομική «ιστορία επιτυχίας», γεγονός που αντανακλά τον τρόπο λειτουργίας -και την κυρίαρχη νοοτροπία- του καπιταλισμού.

Κι αν δεν τα καταφέρνεις είναι γιατί δεν προσπαθείς αρκετά σκληρά. Υπάρχουν, λοιπόν, αυτοί κίνδυνοι, αλλά και πολύ καλά δείγματα λογοτεχνίας της εργατικής τάξης.

Εδώ μπορούμε να αναφέρουμε τη δουλειά του πολύ αγαπητού Αλμπέρτο Προυνέτι, υπεύθυνου για το επίμετρο του βιβλίου σου στην ελληνική έκδοση.

Ενδιαφέρθηκε να το μεταφράσει στα ιταλικά, προσφέρθηκε να το κάνει πολύ ευγενικά, υπήρξε πολύ υποστηρικτικός και οι χαρακτήρες των βιβλίων του είναι πηγαίοι.

Είναι ευτύχημα ου μεταφράστηκε και στα ελληνικά, διευκολύνοντας την επικοινωνία με ευρύτερα κοινά.

Ναι, αν και στην αρχή δε σκέφτηκα πολύ βαθιά σχετικά μ’ αυτό.

Κατά το παρελθόν υπήρξα πολύ «μυωπικός» και καθόλου διεθνιστής στην προσέγγισή μου, δε σκεφτόμουν τι συνέβαινε έξω από μια ακτίνα μερικών χιλιομέτρων πέριξ  της γενέτειράς μου.

Ακόμα κι η παλιά βρετανική εργατική τάξη παρουσιάζει πολλές εσωτερικές διαφοροποιήσεις. Για να «χτίσεις» μια μια ταξική συνείδηση χρειάζεται να «χτίσεις» μια αμοιβαία κατανοήση αυτού που όλοι και όλες είμαστε.

Σε μια εποχή κατακερματισμού και ανανοηματοδότησης της εργατικής τάξης το να μοιράζεσαι εμπειρίες και να αποκτάς έναν κοινό βηματισμό με τους ομοίους σου είναι ένας τρόπος να δρομολογηθεί η ανατροπή του υπάρχοντος.

Δεν μπορείς να «μετρήσεις» αντικειμενικά το πού βρίσκεται η εργατική τάξη. Αν χρησιμοποιήσουμε μαρξικούς όρους, όποιος πουλά την εργατική του δύναμη, ανήκει σ’ αυτή.

Ταυτόχρονα με την διαφοροποιημένη ιεραρχία αναφορικά με τους φυσικούς πόρους υπάρχει και διαφορετικό ένταση αυτοστοχασμού σχετικά με την ταυτότητά σου.

Κατά τις δεκαετίες του 1980-90 το να είσαι μέλος της εργατικής τάξης στη Μεγάλη Βρετανία αντιμετωπιζόταν υποτιμητικά και δαιμονοποιείτο.

Προσωπικά, έχοντας υπάρξει έγκλειστος, δεν έχω τα ίδια βιώματα από εργατική τάξη με άτομα μαρξιστικών πολιτικών πεποιθήσεων. Γίνεται πολύς λόγος για τις τάξεις στη Μεγάλη Βρετανία, ο οποίος αυτοϋπονομεύεται.

Έχει επιδεινωθεί η κατάσταση για την εργατική τάξη στη Μεγάλη Βρετανία μετά το Brexit;

Σε έναν βαθμό ναι, αλλά η υποχώρηση έχει υπάρξει σταθερή εδώ και πολλά χρόνια: το επίπεδο φτώχειας ανεβαίνει, ο βαθμός κοινωνικού αποκλεισμού αυξάνεται.

Είναι, επομένως, δύσκολο να πω αν αυτό οφείλεται στο Brexit ή αν θα συνέβαινε έτσι κι αλλιώς. Το Brexit «σκότωσε» την κεϋνσιανή θεωρία, το μεταπολεμικό συμβόλαιο ανάμεσα στις τάξεις.

Έχουμε δε τόσο διευρυμένη μεσαία τάξη γιατί αποικίσαμε και εκμεταλλευτήκαμε τον μισό κόσμο. Έτσι αποκτήσαμε το κοινωνικό κράτος που με αργούς ρυθμούς διαλύεται. Tώρα δεν μπορούμε να εκμεταλλευτούμε τους άλλους τόσο πολύ.

Αν δεν είχες υποστηριχτεί από τους τόσους ανθρώπους ανά τα χρόνια, πιθανόν δε θα είχες επιβιώσει.

Για να επιβιώσω, έπρεπε να βασιστώ σε άλλους ανθρώπους- είτε ήμουν έγκλειστος, είτε άστεγος στους δρόμους. Το να έχω ανθρώπους γύρω μου με έσωσε από τον εαυτό μου σε έναν βαθμό.

Από αυτό το σημείο, από το πόσο νοιαζόμαστε για τους άλλους, ξεκινά η οικοδόμηση του κόσμου που φανταζόμαστε, έξω από νεοφιλελεύθερους τρόπους αλληλεπίδρασης.

Ακόμα και οι πιο προστατευμένοι τριαντάρηδες μεσοαστοί συνδέονται με άλλους ανθρώπους για την επιβίωσή τους, απλώς δεν το ξέρουν. Όλοι εξαρτώμαστε από τους άλλους.

To βιβλίο του Ντ. Χάντερ Chav/Αλληλεγγύη από τα υπόγεια κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων σε μετάφραση των Έμιλυ Μαγκουρίλου, Γιώργου Μαμώλη και Χρήστου Πάνα.

Παρουσία του συγγραφέα, συζητάμε τη Δευτέρα 23 Μαΐου, 19:30, στο Αυτοδιαχειριζόμενο Πάρκο Ναυαρίνου για την κατάσταση του υποπρολεταριάτου και τη σχέση του με τα κινήματα.