Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιταλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιταλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Vinicio Capossela: «Τα τραγούδια μπορούν να μας κάνουν να νιώθουμε λιγότερο μόνοι»

 


Τραγουδοποιός, τραγουδιστής, λάτρης του ρεμπέτικου, μυθιστοριογράφος, ποιητής, ο Ιταλός Vinicio Capossela είναι μια πολυσχιδής -και ιδιαίτερα αγαπητή στην Ελλάδα- προσωπικότητα.

Ενόψει της πολυαναμενόμενης συναυλίας του την Τρίτη 9 Ιουνίου στο πλαίσιο των Φ hill Sessions στο Θέατρο «Δόρας Στράτου» συνομιλούμε μαζί του.

«Όλα ξεκίνησαν με μια μελωδία που παιζόταν στο πιάνο, η οποία θύμιζε ένα τραγούδι του Ντίλαν, το I Was Young When I Left Home. Η ζωή πρόσθεσε τους στίχους και αυτή η ανάσα ταξίδεψε σε ολόκληρη τη γεωγραφία».

Αυτό γράφετε για το All’una e trentacinque circa. Πώς γεννιέται μια σύνθεση; Από μια μελωδία, μια λέξη, μια έννοια; Από όλα ή τίποτα από αυτά;

Συχνά, τα τραγούδια ξεκινούν από άλλα τραγούδια.

Όταν ήμουν πολύ μικρός, δανείστηκα μερικούς στίχους του Ντίλαν και τους έντυσα με μια μελωδία που είχα βρει στο πιάνο.

Χρόνια αργότερα, άκουσα τυχαία μια μελωδία πιάνου παιγμένη από έναν Έλληνα φοιτητή, την αποστήθισα και πρόσθεσα τους δικούς μου στίχους για να περιγράψω τι μου ξυπνούσε ο κόσμος των ρεμπετών.

Πολύ μεταγενέστερα, ανακάλυψα ότι η μελωδία του πιάνου ήταν στην πραγματικότητα η Φραγκοσυριανή του Μάρκου Βαμβακάρη.

Οι στίχοι που έγραψα, ωστόσο, δεν είχαν καμία σχέση με το πρωτότυπο. Λέγεται Contratto per Karelias, επειδή από την αρχή κιόλας είχα την εντύπωση πως το ρεμπέτικο ήταν ένα είδος μουσικής το οποίο σε ανάγκαζε να καπνίζεις πολλά τσιγάρα.

Τα τραγούδια μπορεί μερικές φορές να υποκαθιστούν τα τσιγάρα, άλλες όμως φορές μάς αναγκάζουν να ανάψουμε τσιγάρα. Πάντα πρόκειται για ένα πλήγμα στην καρδιά.

Στο Camera a Sud έχετε διοχετεύσει την ειρωνεία σας στους στίχους και στο τραγούδι σας. Ορίζετε αυτό το άλμπουμ ως «βαλκανικό».

Γιατί είναι σημαντική η ειρωνεία ως δημιουργικό εργαλείο και τι σας συναρπάζει περισσότερο στο βαλκανικό πλαίσιο;

Η ειρωνεία στη μουσική και στη ζωή είναι ένας σπουδαίος πόρος για την επιβίωση.

Τα τραγούδια μάς επιτρέπουν να παίζουμε με λέξεις και χαρακτήρες.

Για τέσσερα λεπτά γινόμαστε, έτσι, ο βασιλιάς του κελαριού (Che coss’è l’amor), ο μεθυσμένος o oποίος επιστρέφει σπίτι (Tornando a casa), ή ο τεμπέλης που δε θέλει να σηκωθεί από το κρεβάτι (Guiro).

Μεγάλωσα ακούγοντας τον Renato Carosone, έναν δεξιοτέχνη της ειρωνείας στη μουσική. Αλλά η ειρωνεία από μόνη της δεν είναι αρκετή. Η άλλη όψη της ειρωνείας είναι η μαύρη χολή. Στην Ελλάδα, τον ονομάζετε νταλκά, μελαγχολία.

Ίσως γι αυτό πάντα αγαπούσα τη φιγούρα του μάγκα, κάποιου ο οποίος ζει τον πόνο στο έπακρο, αλλά με την απόσταση και το χιούμορ ενός αιχμηρού σχολίου.

Όπως για παράδειγμα ο σπουδαίος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, Μανώλης Πάππος,  που είχα την τύχη να τον γνωρίσω.

Στη βαλκανική μουσική πάντα αγαπούσα την υπερβολική ευφορία και τον θάνατο, ακόμα κι αν είναι μια αγάπη η οποία αναπτύχθηκε αργότερα, ιδιαίτερα με τον δίσκο Liveinvolvo (1998), που δημιουργήθηκε σε συνεργασία με την Kočani Orkestar, μια τρομερή μακεδονική μπάντα χάλκινων πνευστών.

Εκείνα τα χρόνια μου άρεσε πολύ το άλμπουμ της Άλκηστις Πρωτοψάλτη, στο οποίο τραγουδάει τραγούδια του Γκόραν Μπρέγκοβιτς στα ελληνικά.

«Στόχος του [‘Il ballo di San Vito’] είναι να χαρτογραφήσει τις φτωχογειτονιές και τα μη φανταστικά μέρη, όπως το Ρίμινι μετά το καλοκαίρι, το Μιλάνο στη βροχή του Νοεμβρίου, το Τορίνο και η Μουράτσι του, και πολλούς άλλους δρόμους», εξηγείτε.

Βιώνετε τη μουσική δημιουργία και τις ζωντανές εμφανίσεις ως ένα ταξίδι στον «υπόκοσμο και σε μη φανταστικά μέρη»;

Το Il ballo di S. Vito είναι κατά κάποιον τρόπο ένας νεορεαλιστικός δίσκος, μια προσπάθεια εφαρμογής της φιλοσοφίας των μπίτνικ, της Γενιάς των Beat, στους δρόμους και τους υπόκοσμους όπου σύχναζα.

Γι αυτόν τον λόγο, χρησιμοποίησα τη μεταφορά η οποία ανήκει στη λαϊκή κουλτούρα του χορού του Αγίου Βίτου, που επιβάλλει την κίνηση για να καταπραΰνει τον πόνο της ανησυχίας στην πιο άγρια ​​​​στιγμή της νεότητας:

Την ίδια τη στιγμή κατά την οποία αυτή πλησιάζει στο τέλος της.

«Αυτό το έργο είναι ένα είδος δώρου που θέλαμε να κάνουμε στους πολλούς τολμηρούς οι οποίοι, ο ένας μετά τον άλλον, έχουν δώσει τα πάντα· στα πολλά πράγματα που κινδυνεύουν με εξαφάνιση», λέτε για το Canzoni a manovella.

Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι και τι είναι αυτά τα πράγματα;

Το Canzoni a manovella είναι ένας δίσκος εμπνευσμένος από τις αρχές του 1900. Αυτή ήταν μια εποχή πλούσια σε εφευρέτες, τολμηρούς και ριψοκίνδυνους.

Ανάμεσά τους, ο Αλφρέ Ζαρρύ, επινοητής της παταφυσικής, ή ο συγγραφέας Λουί-Φερντινάν Σελίν, και στη συνέχεια οι δύτες της αβύσσου και οι εξερευνητές των υποσεληνιακών κόσμων.

Είναι ένα άλμπουμ Ιστορίας, γεωγραφίας και επιστήμης και με σπουδαίες άριες της όπερας.

Το διπλό σας άλμπουμ, Marinai, Profeti e Balene, είναι διαποτισμένο με λογοτεχνικές αναφορές και κινηματογραφική ατμόσφαιρα.

Εφόσον είστε και μυθιστοριογράφος, τι αντλείτε από τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο σε υπαρξιακό επίπεδο;

Ο κινηματογράφος, και ιδιαίτερα η λογοτεχνία, μπορεί να μας προσφέρει συμπληρώματα ύπαρξης. Η λογοτεχνία ενισχύει τη ζωή μας και την καθιστά μεταβιβάσιμη.

Συχνά, τα βιβλία περιέχουν βουβά τραγούδια, δηλαδή στίχους τραγουδιών ή μπαλάντες των οποίων τη μουσική μπορούμε μόνο να φανταστούμε.

Άλλες φορές, είναι οι ιστορίες των ίδιων των χαρακτήρων που μάς λένε κάτι για εμάς με έναν πιο καθολικό τρόπο από ό,τι θα καταφέρναμε ποτέ, αν περιοριζόμασταν στη δική μας ζωή.

Αυτές οι μεταγγίσεις ζωής μπορούν να γίνουν θέμα τραγουδιών, όπως στην περίπτωση του Marinai, profeti e balene (2011) ή ακόμη και του Ballate per uomini e bestie (2019).

Άλλωστε, το τραγούδι γεννήθηκε με τους αοιδούς και στη συνέχεια με τους τροβαδούρους.

Το Rebetiko Gymnastas είναι «ένα άλμπουμ που παίζεται στα ελληνικά, λόγω του χρέους το οποίο όλοι οφείλουμε στην Ελλάδα, που έδωσε στον κόσμο όχι μόνο πολιτισμό, αλλά και ρεμπέτικο», λέτε.

Θα μπορούσατε να μου εξηγήσετε τη σχέση σας με το ρεμπέτικο;

Την πρώτη φορά κατά την οποία μπήκα σε μια ταβέρνα όπου τραγουδιόταν και παιζόταν αυτή η άγνωστη σε μένα μουσική, με εντυπωσίασε η αίσθηση της κοινωνίας και της συνωμοσίας οι οποίες μπορούσαν να γίνουν αισθητές στην ατμόσφαιρα.

Τραγούδια που όλοι τραγουδούσαν ενώ έτρωγαν, έπιναν ή μιλούσαν, και τα οποία ως εκ τούτου ήταν μέρος της ζωής. Στη μουσική, σε αυτά τα παλιά τραγούδια, υπάρχει κάτι συγκινητικό, επικό και εξωτικό.

Ακόμα και χωρίς να καταλαβαίνεις τις λέξεις, μεταφέρεσαι αμέσως στην περιπετειώδη πλευρά της ζωής, όπου δε φοβάσαι πλέον τον θάνατο, αλλά χορεύεις μαζί του.

Για όλους αυτούς τους λόγους ηχογράφησα αρχικά ένα άλμπουμ με τίτλο Rebetiko Gymnastas (2012) για να δοκιμάσω την άσκηση και την πειθαρχία των ρεμπετών.

Στη συνέχεια, έγραψα ένα βιβλίο με τίτλο Τεφτέρι (2013), κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού μέσα από την οικονομική και ηθική κρίση του 2012, όταν η μοίρα της Ευρώπης -ή τουλάχιστον του ευρώ- φαινόταν να εξαρτάται από την Ελλάδα.

«Έπρεπε να επικεντρωθώ στην αδυναμία να είμαι ειλικρινής, στο πώς κρυβόμαστε πίσω από σκιές και ψάχνουμε μέσα από αυτές για να βρούμε ένα άλλο άτομο», γράφετε για το Da Solo.

Πώς μπορούμε να ανακαλύψουμε ξανά την ειλικρίνειά μας και να καταπολεμήσουμε τη (συλλογική) μοναξιά;

Η αλληγορία του Μινώταυρου, ενός πλάσματος που στέκεται στο κέντρο ενός λαβυρίνθου από καθρέφτες και όταν τελικά κάποιος καταφέρνει να τον βρει, τον καταβροχθίζει, είναι πολύ ταιριαστή για την εποχή μας.

Επεξεργαζόμαστε και παρέχουμε συνεχώς μάσκες και βασιζόμαστε σε αναπαραστάσεις του εαυτού μας. Χρόνια πριν, άκουσα έναν όμορφο ορισμό του ρεμπέτικου, ο οποίος μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: κατευθείαν στην αλήθεια.

Δεν έχει σημασία τι έχεις κάνει, δεν έχουν σημασία οι αμαρτίες σου, αλλά πρέπει να είσαι εσύ αυτός ο οποίος λέει την αλήθεια σε έναν κόσμο ψευτών.

Αυτή η ικανότητα να είμαστε αληθινοί είναι το πιο εξαντλητικό επίτευγμα που μπορούμε να μάθουμε, και τα παλιά ρεμπέτικα τραγούδια έχουν ακόμα πολλά να μας διδάξουν σε αυτόν τον τομέα.

«Αυτά τα δεκατρία τραγούδια συντέθηκαν όλα μαζί από μια αίσθηση επείγοντος η οποία γεννήθηκε τόσο από τον κίνδυνο όσο και από την ανάγκη αντίστασης, για κατάφαση της ζωής», υπογραμμίζετε σχετικά με τα Tredici canzoni urgenti.

Σε περιόδους πολέμου και γενοκτονίας, όπου κάθε έννοια συνύπαρξης βασισμένης σε κανόνες αποσυντίθεται ολοένα και περισσότερο καθημερινά, υπάρχει ακόμα κάποιος αντίκτυπος τον οποίο μπορούν να έχουν η τέχνη και οι καλλιτέχνες;

Αν ναι, ποιος;

Τα τραγούδια δεν μπορούν να σταματήσουν τους πολέμους, αλλά μπορούν να επηρεάσουν τη συνείδησή μας. Μπορούν να μας ενδυναμώσουν και να μας κάνουν να νιώθουμε λιγότερο μόνοι.

Μπορούν να μας υπενθυμίσουν ότι άλλοι έπρεπε να αγωνιστούν και να υποφέρουν πριν από εμάς· μπορούν να μας δώσουν παραδείγματα αντίστασης· μπορούν επίσης να μας δώσουν την ευκαιρία να ενώσουμε τις φωνές μας.

Ξεκίνησα να γράφω τα Επείγοντα Τραγούδια μου από τις 24 Φεβρουαρίου 2022, μια ημερομηνία που σηματοδότησε την επιστροφή του πολέμου σε ευρωπαϊκό έδαφος.

Αλλά τα επείγοντα δεν αφορούν μόνο αυτό. Τα πράγματα έχουν επιδεινωθεί από τότε. Το επείγον είναι πάντα σύμπτωμα κινδύνου.

Όλοι οι κίνδυνοι τους οποίους πραγματεύονται αυτά τα τραγούδια έχουν γίνει πιο έντονοι, κάτι που αποτελεί σαφή απόδειξη ότι ο δίσκος δεν έχει εξυπηρετήσει κανέναν σκοπό, αλλά ακριβώς γι αυτόν τον λόγο ήταν επείγον να γραφτεί.

Ευχαριστώ θερμά την Irene Sciacovelli, προσωπική βοηθό του Vinicio Capossela, για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του καλλιτέχνη.

Photo credit: Elettra Mallaby.

Ο Vinicio Capossela εμφανίζεται ζωντανά την Τρίτη 9 Ιουνίου (21:30) στο πλαίσιο των φετινών Φ hill Sessions στο Θέατρο «Δόρας Στράτου».



Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Laura Agnusdei: «Ο καπιταλισμός μάς οδηγεί σε μαζική εξαφάνιση, χρειαζόμαστε αλλαγή τώρα»

 

Laura Agnusdei (Φωτογραφία: Matilde Piazzi)

Σαξοφωνίστρια και συνθέτρια ηλεκτροακουστικής μουσικής, η πολυσχιδής Ιταλίδα Laura Agnusdei εμφανίζεται ζωντανά, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στη σκηνή του Κέντρου Ελέγχου Τηλεοράσεων την Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου.

Μαζί της, η εγχώρια κολεκτίβα Free Piece of Tape. Συνομιλώντας με την καλλιτέχνιδα.

Με έδρα την Μπολόνια, είσαι σαξοφωνίστρια και συνθέτρια ηλεκτροακουστικής μουσικής. Είναι η ενασχόλησή σου με το σαξόφωνο σε συνεχή συνομιλία με τις ηλεκτροακουστικές σου πρακτικές;

Απολύτως. Το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς μου εξακολουθεί να περιλαμβάνει το παίξιμο σαξοφώνου μου σε διάλογο με τη χρήση τεχνολογίας όπως: συνθεσάιζερ, sampler, παραγωγή λογισμικού...

Το Night/Lights, το ντεμπούτο άλμπουμ σου, «είναι μια μελωδική ηλεκτροακουστική μουσική. Μιλάει για τη μοναξιά και την αγάπη, την απώλεια και την ανακάλυψη, τον φόβο και την ελπίδα. Μιλάει για το σκοτάδι που μετατρέπεται σε φως», σύμφωνα με τα λόγια σου.

Πώς ένιωσες μετά την κυκλοφορία του;

Η υλοποίηση του πρώτου μου σόλο EP ήταν ένα σημαντικό βήμα για μένα. Με έκανε πιο σίγουρη για τις ικανότητές μου στη σύνθεση της δικής μου μουσικής. Πριν από αυτό, είχα πάντα συνεργατικά μουσικά projects.

Κατόπιν, άρχισα να βλέπω τον εαυτό μου ως συνθέτρια με την προσωπική της προσέγγιση στους ήχους.

Με εντυπωσιάζει ιδιαίτερα το εξώφυλλο. Είναι η Emilie Josso το άτομο πίσω από αυτό; Είναι εμπνευσμένο από την ιδέα του άλμπουμ;

Η Emilie Josso είναι Γαλλίδα εικονογράφος, η οποία έμενε στο σπίτι μου όσο σπούδαζα στην Ολλανδία. Το Night/Lights κυκλοφόρησε από την αγγλική δισκογραφική εταιρεία The Tapeworm, που διαχειρίζεται ο Philip Marshall.

Ο Philip μού είπε ότι θα ήθελε πολύ να έχει ένα σχέδιο για το εξώφυλλο και η Emilie μού έδωσε εκείνο το έργο της το οποίο ήταν μια θέα από το σπίτι μου, το ίδιο μέρος όπου γράφτηκε κυρίως η μουσική σε εκείνο το EP.

«Τα όνειρά μου πέφτουν κάτω/ σαν άγγελοι τσακισμένοι, χωρίς φτερά/ τρέξτε τρέξτε, /ξεμένω/ τόσο σκοτεινό το φεγγάρι είναι λεμόνι», τραγουδάς στο EP Goro, ένα ακόμη σημείο καμπής στην πορεία σου.

Ποια είναι τα πιο ζωντανά όνειρά σου;

Αρχικά ανατεθείσα από την Maple Death και τον εκδοτικό οίκο κόμικς Canicola Edizioni, η μουσική του Goro είναι άμεσα εμπνευσμένη από το ντεμπούτο του Ιταλού συγγραφέα Pastoraccia, Quasi Nessuno Ha Riso Ad Alta Voce.

Σε πρώτο χρόνο, μεταφράστηκε ζωντανά ως μια περφόρμανς και ηχητική εγκατάσταση.

Οι στίχοι τους οποίους παραθέτεις μιλούν για την ιστορία αυτού του graphic novel, και συγκεκριμένα αυτό το κομμάτι αφορά τον χαρακτήρα της Μatilde, που έχει πάθος για τα λεμόνια, όπως κι εγώ.

Το Flowers Are Blooming In Antarctica, το τελευταίο σου άλμπουμ, είναι «ένας βαθύς διαχρονικός στοχασμός πάνω στη σχέση μας με τον πλανήτη Γη, τις οικολογικές συγκρούσεις οι οποίες προκύπτουν και τη γοητεία που ασκούν οι μη ανθρώπινες μορφές ζωής».

Ανθρώπινες και μη ανθρώπινες μορφές ζωής, βρισκόμαστε αυτήν τη στιγμή σε βιολογικά, υπαρξιακά και κοινωνικοπολιτικά σταυροδρόμια, σε έναν κόσμο στα πρόθυρα ενός τρίτου παγκόσμιου πολέμου. Τι απαιτείται για μια αλλαγή πορείας;

Αυτό το οποίο απαιτείται είναι το θάρρος να οραματιστούμε έναν ολοκαίνουργιο κόσμο, ένα νέο κοινωνικό σύστημα όπου θα σταματήσουμε να υπερεκμεταλλευόμαστε τον πλανήτη μας και τους εαυτούς μας.

Πρέπει να αντιμετωπίσουμε το γεγονός ότι ο καπιταλισμός μάς οδηγεί σε μαζική εξαφάνιση και χρειαζόμαστε αλλαγή τώρα. Είναι ήδη πολύ αργά.

Οι πηγές έμπνευσης περιλαμβάνουν το Ways Of Being του James Bridle, το Codex Seraphinianus του Luigi Serafini και τον «στοχασμό της κλιματικής φαντασίας που προμηνύει την επιστημονική φαντασία» του J.G. Ballard.

Πώς συνέκλιναν αυτά τα σημεία αναφοράς με τη μουσική;

Όταν φτιάχνω μουσική, συχνά σκέφτομαι τους ήχους ως σύνθεση ενός φανταστικού σεναρίου. Δεν είναι κάτι που έχει σχεδιαστεί συνειδητά και ο σαφής ορισμός αυτού του σεναρίου έρχεται συχνά όταν ολοκληρωθεί το κομμάτι.

Έτσι, διάβαζα Ballard και Bridle όσο συνέθετα το άλμπουμ, και όλα βγήκαν πολύ φυσικά, ενώ το Serafini είναι περισσότερο μια οπτική αναφορά για το artwork.

Στο βινύλιο υπάρχει επίσης ένα κείμενο που απεικονίζει την ιδέα του άλμπουμ: soundtrack για έναν κόσμο του μέλλοντος (2087) όπου η Ιταλία είναι μια τροπική χώρα.

Το Ways of Being είναι ένα βιβλίο για τη νοημοσύνη των μη ανθρώπινων μορφών ζωής, ένας ισχυρός στοχασμός πάνω στα όρια του ανθρωποκεντρισμού.

Eίναι γεμάτο με δυνατές ιστορίες και ανέκδοτα και χρησιμοποίησα μερικές από αυτές για να βρω ονόματα για τα κομμάτια.

Το άλμπουμ σου συνοδεύεται από έργα τέχνης, εικόνες και ένα εικονογραφημένο βιβλίο του Daniele Castellano. Εμπνευσμένος από τους ήχους σου, ο καλλιτέχνης μετέτρεψε τα θέματα και την αφήγηση του άλμπουμ σε εικόνες.

Πώς εξελίχθηκε αυτή η συνεργασία; Θεωρείς την τέχνη μια ολιστική, διεπιστημονική διαδικασία;

Το Flowers Are Blooming In Antarctica είναι η πρώτη κυκλοφορία της Opale, μιας σειράς που επιμελήθηκε ο Maple Death και ο εκδοτικός οίκος Canicola Edizioni.

Κάθε κυκλοφορία της Opale συνοδεύεται από την παράλληλη παραγωγή ενός δίσκου βινυλίου και ενός εικονογραφημένου βιβλίου.

Όταν τελείωσα το άλμπουμ μου και το έστειλα στην Maple Death, ο Jonathan Clancy, ο άνθρωπος πίσω από την δισκογραφική εταιρεία, με ρώτησε με ποιον καλλιτέχνη θα ήθελα να συνεργαστώ.

Επέλεξα τον Daniele Castellano, επειδή η τέχνη του μου θύμισε τον Codex Seraphinianus.

Έκανε καταπληκτική δουλειά μεταφράζοντας όλες τις ιδέες και τις εμπνεύσεις της μουσικής σε εκπληκτικές εικόνες, δημιουργώντας το βιβλίο 2087: Flowers Are Blooming in Antarctica, το οποίο είναι επίσης ένα ημερολόγιο για το έτος 2087 και έχει τις ίδιες ημέρες και αριθμό με το 2025, το έτος κυκλοφορίας και του άλμπουμ.

Ό,τι μου έκανε εντύπωση στην τέχνη του Daniele ήταν αυτή η πτυχή της «οικοδόμησης του κόσμου», η δύναμη της δημιουργίας εναλλακτικών πραγματικοτήτων. Υπό αυτήν την έννοια ήταν εύκολο να συνεργαστούμε, με διεπιστημονικό τρόπο.

Αυτό που προσπαθούσα να πετύχω με τη μουσική μου για αυτό το άλμπουμ ήταν πολύ παρόμοιο.

Την Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου θα βρεθείτε στη σκηνή του Κέντρου Ελέγχου Τηλεοράσεων (KET) στην Αθήνα, μαζί με την κολεκτίβα Free Piece of Tape. Είναι η πρώτη σου περφόρμανς στο KET;

Πώς αξιολογείς τη σημασία των ανεξάρτητων χώρων τέχνης στην καλλιέργεια ενός διαφορετικού, λιγότερο καταναλωτικού και πιο συλλογικού ήθους βίωσης της τέχνης - και της μουσικής, ειδικότερα;

Ναι, θα είναι η πρώτη φορά που θα εμφανιστώ στην Ελλάδα και είμαι πολύ χαρούμενη γι’ αυτό.

Πιστεύω ότι ο ρόλος χώρων όπως το KET είναι καθοριστικός για να διατηρηθεί ζωντανή η πειραματική μουσική.

Η λέξη «πειραματική» τα λέει όλα: χρειαζόμαστε χώρο και χρόνο για να δοκιμάσουμε, να θέσουμε νέες συνθήκες για να δημιουργήσουμε νέους ήχους.

Αυτό είναι δυνατό μόνο σε μέρη τα οποία δε διαχειρίζονται άνθρωποι που επικεντρώνονται στο κέρδος ή/και την ψυχαγωγία.

Και πώς ορίζεις την «underground» μουσική στις μέρες μας, δεδομένου του συνεχούς αγώνα της ενάντια στην εμπορευματοποίηση και την αφομοίωση;

Η underground μουσική συχνά σημαίνει τέχνη που παραμένει πιστή στην νοοτροπία του «Κάν’ το μόνος σου».

Μουσική η οποία δημιουργείται από την επείγουσα ανάγκη να επικοινωνηθεί κάτι, ακόμα κι αν δεν υπάρχει κάποια μεγάλη δισκογραφική εταιρεία υπεύθυνη για τη διανομή και την προώθησή του.

Νομίζω ότι το να είσαι underground καλλιτέχνης είναι πολύ πιο βολικό από άποψη ελευθερίας έκφρασης και δυνατότητας πειραματισμού και εξέλιξης:

Δεν έχεις τίποτα να χάσεις, έχεις τα πάντα να εφεύρεις όσον αφορά το πώς να καταστήσεις αυτό που κάνεις βιώσιμο ή πώς να το επικοινωνήσεις.

Με κάποιον τρόπο φτιάχνεις τους δικούς σου κανόνες, και αυτό είναι περισσότερο ευλογία, παρά μειονέκτημα.

Ευχαριστώ θερμά την Laura Agnusdei για την παραχώρηση της φωτογραφίας της.

Η Laura Agnusdei εμφανίζεται ζωντανά στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων (Κύπρου 91Α & Σικίνου 35Α, Κυψέλη) την Παρασκευή 27 Φεβρουαριου, 20:30. Μαζί της, οι Free Piece of Tape.