Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2019

Ντίνου Φλαμάντ: «Ο αληθινός ποιητής είναι ενισχυτής σκανδάλων»


«Σμιλεμένη» από την αυτοεξορία του από το γενέθλιο τόπο του λόγω του καθεστώτος Τσαουσέσκου, η ποίηση του Ντίνου Φλαμάντ, ενός από τους σημαντικότερους εν ζωή Ρουμάνους ποιητές, συνιστά μια υπαρξιακή και ταυτόχρονα πολιτική διαμαρτυρία.


Η πρόσφατη κυκλοφορία στα ελληνικά της ποιητικής ανθολογίας του Κατάσταση πολιορκίας και άλλα ποιήματα υπήρξε το έναυσμα για μια χειμαρρώδη συνομιλία.


Το πλήρες μικρό σας όνομα σημαίνει «ακίνδυνος». Νιώθετε, ωστόσο, ότι η ποίηση γενικά κι η ποίησή σας, ειδικότερα, είναι ή δυνητικά μπορεί να γίνει ή υπήρξε επικίνδυνη; Κι αν ναι, υπό ποιες συνθήκες; 


Είμαι πολύ περήφανος για το όνομά μου -λίγο παρεφθαρμένο στα ρουμανικά σε σύγκριση με την ελληνική γραφή του-, αν κι είναι αρκετά σπάνιο στη Ρουμανία και δύσκολο να προφερθεί.


Είναι μια κληρονομιά του παππού από την πλευρά του πατέρα μου. Η γυναίκα του, η γιαγιά μου, λεγόταν Αναστασία. Κι ήταν το ορθόδοξο ημερολόγιο που προσάρμοσε τέτοια ονόματα στο βορρά της Τρανσυλβανίας μου.  


Οι Ρουμάνοι τα προτιμούσαν όχι μόνο λόγω της κοινής θρησκευτικής παράδοσης, αλλά κι επειδή η ελληνική ιδιαιτερότητά τους μας «έριξε» σε μια μοίρα κόντρα στην αποεθνικοποίηση των Ρουμάνων που συντελέστηκε από την ουγγρική διοίκηση. 


Γιατί αν το Ίον γινόταν αρκετά συχνά Γιάνος και ακόμα και το Αλέξανδρος μπορούσε να «ουγγροποιηθεί» μετατρεπόμενο σε Σάντορ, το να παραφθαρεί ένας Anchidim στα επίσημα έγγραφα ήταν λιγάκι πιο δύσκολο! 


Συνειδητοποίησα αρκετά αργά τη σημασία αυτής της μορφής «αντίστασης» ονομαστικής φύσης! 


Καθώς δεν είμαι ούτε «επικίνδυνος» ούτε «προσβλητικός», θα έλεγα πως αυτό το όνομα ταιριάζει καλά στο άτομό μου, ακόμα κι αν προς το παρόν δεν είμαι έτοιμος ν’ αποδεχτώ τα μαρτύρια του προγόνου μου. 


Τον έριξαν σε ένα πύρινο φούρνο από τον καιρό του αυτοκράτορα Σάπορ, κάπου στη Βαγδάτη. Το αναφέρω σε ένα ποίημα, τον Φτωχό. Αλλά με διόρθωσαν: ένας άγιος δεν είναι ποτέ φτωχός, ακόμα κι αν καίγεται ζωντανός σ’ ένα φούρνο! 


Όσο για την ποίηση, ναι, πρέπει οπωσδήποτε ν’ αποφεύγει να είναι «ευγενική», γιατί λόγω της ενδοσκοπικής φύσης της παραμένει, αν όχι «επικίνδυνη», τουλάχιστον προσβλητική, άβολη, ακόμα και σαρωτική. 


Για τον ίδιο τον ποιητή η ποίηση μπορεί να αποτελέσει «κίνδυνο» μόνο αν αυτός εγκαταλειφθεί στη μέτρια πραότητα που αποφεύγει τις πραγματικά άβολες ερωτήσεις. 


Δεν υπάρχει αληθινός ποιητής που δεν εκθέτει τον εαυτό του στα φλέγοντα ερωτήματα του καιρού του για να τα ενισχύσει στο επίπεδο ενός μόνιμου ΣΚΑΝΔΑΛΟΥ. 


Ναι, αυτό είναι: ενισχυτής σκανδάλων: του σκανδάλου της πολύ σύντομης ζωής, της πολύ σπάνιας αγάπης, της γεμάτης αδικίες κοινωνίας υπό το καθεστώς της μόνιμης έπαρσης των ηγεμόνων όλων των πλευρών κ.λπ. 


Ακόμα και το σκάνδαλο της ομορφιάς, η οποία μας παραλύει επειδή ποτέ δε μας ανήκει κατ’ αποκλειστικότητα, είναι κομμάτι αυτής της μόνιμης αποστολής που μόνο η ποίηση είναι εξουσιοδοτημένη να αναλάβει... 


Η εικοσαετής αυτοεξορία σας από τη Ρουμανία αντανακλάται στον τόνο και τα θέματα που χαρακτηρίζουν την ποίησή σας. Διαβάζοντας ποιήματα όπως το Perpetuum mobile, αισθάνομαι ότι ο ζόφος κι η ασφυξία εισχωρούσαν σε κάθε πόρο της ύπαρξής σας. Έτσι είναι;


Ξέρω πως ήσασταν εσείς, οι Έλληνες, που επινοήσατε τον όρο «εξορία»: στις περισσότερες περιπτώσεις για να διαδώσετε τον υπέροχο πολιτισμό σας, αλλά και για να προβληθείτε ενάντια στην ύβρη που περιοδικά εισέβαλλε στις πόλεις σας. 


Ναι, ασφυκτιούσα στη χώρα μου.


Eίχε μετατραπεί σε μια απελπισμένη τοποθεσία κατασχεθείσα από μια κλίκα ηλίθιων, αγράμματων και ανίκανων, αλλά επικίνδυνων, κομμουνιστών, σε τέτοιο βαθμό που η ατμόσφαιρα προσέγγισε τα όρια της συλλογικής παράνοιας. 


Φτάνοντας στη Γαλλία, ο τίτλος της πρώτης ποιητικής συλλογής μου, Ποιήματα σε άπνοια, μαρτυρούσε ακριβώς τη δυσφορία κάποιου που είχε εξαναγκαστεί είτε να «καταπιεί» τις λέξεις του είτε να μην μπορεί πλέον να ταυτιστεί με τα κείμενά του, τα βασανισμένα από τη λογοκρισία. 


Εκείνη την περίοδο διάβαζα εντατικά αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, και συγκεκριμένα τον Θουκυδίδη. 


Ένα από τα ποιήματά μου ξεκινάει έτσι: «Η άνοιξη μάς βρίσκει στη θάλασσα, πλέουμε κατευθείαν προς την καταστροφή». Αναφερόμουν στην καταστροφή που οι Αθηναίοι θα βίωναν στις Συρακούσες.

Ήταν, όμως, φανερό ότι μιλούσα για το δικό μας «Πελοποννησιακό Πόλεμο», το δικό μας ανείπωτο δράμα...


Έπρεπε να είσαι πιο έξυπνος από τον λογοκριτή σου, πιο επινοητικός. 


Από κάποια στιγμή, ωστόσο, μια τεράστια κόπωση εγκαθίστατο στο μυαλό σου- ακόμα και μια αίσθηση πως η ποίηση που γραφόταν σ’ αυτό τον ολοκληρωτικό κόσμο γινόταν μια αναξιοπρεπής, εντελώς ανεπαρκής άσκηση: μια ντροπή... 


Από την αρχή, πάντως, της συγγραφικής μου πορείας η Ελλάδα υπήρξε για μένα η κύρια αναφορά. Το πρώτο ποιητικό μου βιβλίο υιοθέτησε τη διάσημη έννοια του Αναξίμανδρου, το άπειρο. 


Η ποίησή σας εκείνης της περιόδου ήταν ταυτόχρονα υπαρξιακή και πολιτική. Θα μπορούσε να αποκληθεί «μια υπαρξιακή πολιτική διαμαρτυρία». Ήταν αυτή ενστικτώδης ή ορθολογική επιλογή από πλευράς σας; 


Σας διορθώνω: είχα επινοήσει το υβρίδιο «πολιτικό ποίημα αγάπης». Σ’ αυτή την περίπτωση κορόιδευα τον εαυτό μου επειδή ήξερα ότι δε θα εκδιδόταν ποτέ στη Ρουμανία.  


Ένιωθα όμως και και λίγη θλίψη και τρυφερότητα για τον εαυτό μου, διαμαρτυρόμενος ενάντια στην εργαλειοποίηση της λογοτεχνίας από την ιδεολογία. 


Ήταν μια εποχή που όλα όσα ήταν προοδευτικά και ειλικρινή, ακόμα και στη Δύση, έπρεπε να είναι «αριστερά». 


Τόσο που το αριστερό μου χέρι, το οποίο χάιδευε το πρόσωπο της αγαπημένης μου γυναίκας, είχε μια πολιτική υποδήλωση πριν από εκείνη του χαδιού αγάπης. 


Συνεχώς γινόταν λόγος για «στρατευμένη» ποίηση, είχα την αίσθηση πως η ίδια ιδεολογική συνταγή εργαλειοποιούσε το φαντασιακό του ποιητή και στις δυο πλευρές του Τείχους του Βερολίνου. 


Τα αφηρημένα κομμουνιστικά όνειρα της Αριστεράς του χαβιαριού της Δύσης ήταν για μένα πιο ανυπόφορα από την αριστερή ηλιθιότητα του αληθινού κομμουνισμού. Δύσκολο να διαλέξεις ανάμεσα στα δύο. 


Ποτέ δεν έγραψα πραγματικά «πολιτικά» ποιήματα, μισώ την πολιτική και τις ιδεολογίες εν γένει. Αντιδρούσα, όμως, σ’ αυτό το ποίημα με μια πινελιά μαύρου χιούμορ. 


Ήταν η εποχή που ο Μεγάλος Τιμονιέρης επιθεωρούσε τις αγροτικές περιοχές, τις βιομηχανικές μονάδες όπου η πραγματικότητα μεταμορφωνόταν εντελώς ενόψει της επίσκεψής του. Όλα ήταν ψεύτικα, μια πραγματικότητα επινοημένη για εκείνον. 


Έφερναν, για παράδειγμα, ζωηρόχρωμα φυτά, τακτοποιημένα μόνο στα λίγα μέτρα απ’ όπου θα περνούσε η επιθεώρησή του. Δεν ξέρω αν ήταν ενήμερος για την εξαπάτηση ή ακόμα αν την είχε ο ίδιος προτείνει, μονάχα για την τηλεοπτική μετάδοση. 


Λεγόταν τότε πως είχε ζητήσει μεθόδους πρόκλησης βροχής, απομάκρυνσης καταιγίδων κ.λπ. Ήθελε να δαμάσει τον καιρό! Αυτό μου έμοιαζε με αυθόρμητο σουρεαλισμό! Απλώς ήθελε να διαγράψει την πραγματικότητα...


Και συνειδητοποίησα ότι υπήρχε προκάτοχος. Λέγεται πως ο διάσημος Τζένγκις Χαν είχε αποφασίζει να συλλέξει τον πρώτο κώδικα νόμων για τους Ούνους, αλλά η λέξη «βρομιά» τού προκαλούσε προβλήματα. 


Οι άνθρωποι των στεπών δε συνήθιζαν να κάνουν μπάνιο ή να πλένονται. Ερχόμενοι σε επαφή με άλλους που έκαναν πλύσεις, οι νομάδες αισθάνονταν δακτυλοδεικτούμενοι. 


Οι Κινέζοι, ας πούμε, γελοιοποιούσαν τη βρομιά τους... Έτσι, ο Τζένγκις Χαν απλοποίησε το πρόβλημα πολύ γρήγορα και έβγαλε διάταγμα: «Τα πάντα είναι καθαρά. Η βρομιά δεν υπάρχει». 


Για τον Τσαουσέσκου, αντίστοιχα, ούτε πείνα ούτε φτώχεια υπήρχαν στη Ρουμανία. 


Σήμερα, όμως, καταλαβαίνω πόσο αφελής, δυσνόητος κι εκτός τόπου ήμουν... Ζητούσα πολλά από την ποίηση, και την έπνιγα με τη σειρά μου... 


Τότε επιβάρυνα τα ποιήματά μου με αδύνατα καθήκοντα. Κυρίως μη εκφράσιμα. Όταν εξηγούμαι τώρα, συνειδητοποιώ ότι ασκούσα ένα σχεδόν ακατανόητο ερμητισμό. Φτωχή ελευθερία και κατάσταση άπνοιας... 


Ήταν όταν «συναντήσατε» για πρώτη φορά τη δουλειά του Πεσόα, ανάμεσα σε άλλους «γίγαντες» της λογοτεχνίας, που αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη μετάφραση πιο σοβαρά; Τι «ξύπνησαν» μέσα σας τα έργα του; 


Γνώριζα την «περίπτωση» Πεσόα κι είχα καταλάβει αρκετά γρήγορα πως η στρατηγική του να πολλαπλασιάζει τον εαυτό του μέσω διάφορων ετερωνύμων τού πρόσφερε την προοπτική να εκφράζει τα ΠΑΝΤΑ. 


Από την άποψη της στιλιστικής δεξιοτεχνίας, ο Οδυσσέας του Τζόις είναι ένα άλλο σπουδαίο παράδειγμα υπέροχης λογοτεχνικής κινητικότητας του προηγούμενου αιώνα. 


Ξεκίνησα, όμως, να καταλαβαίνω καλύτερα ότι ο Πεσόα θα γινόταν μια μεγάλη πηγή ελευθερίας για κάποιον σαν εμένα, στη φυλακή του ρουμανικού ολοκληρωτισμού, τη στιγμή που βρήκα τα κείμενά του στα πορτογαλικά, κάτι καθόλου απλό τότε. 


Η ποίησή του και το Βιβλίο της ανησυχίας εκδόθηκαν καθυστερημένα στην Πορτογαλία. «Βούτηξα», λοιπόν, κυριολεκτικά στον κόσμο του, που πρωτίστως μου έφερε την ελευθερία της φαντασίας του. 


Η ανακάλυψη ορισμένων σπουδαίων σύγχρονων Λατινοαμερικανών ποιητών -από τον Μπόρχες στον Βαγιέχο, από τον Νερούντα στον Παζ, από τον Ντράμοντ ντε Αντράντε στον Λίμα- με βοήθησε εξίσου ν’ αγνοήσω επί μακρόν τη ρουμανική πραγματικότητα. 


Το να τους μεταφράζω, στην αρχή απλώς για να τους γνωρίσω από μέσα, ήταν για μένα μια παράδοξη στιγμή απόδρασης προς μια σπουδαία ομορφιά. 


Αλλιώς, η έκδοση μεταφράσεων ήταν επίσης ριψοκίνδυνη: ο τίτλος του σπουδαίου ποιήματος του Πεσόα Hora absurda έπρεπε να αλλάξει σε Ora ireala


Κύριος οίδε εξαιτίας ποιου καπρίτσιου του παραλόγου ο Ρουμάνος λογοκριτής έδωσε στον εαυτό του την εξουσία ν’ αλλάξει ένα ιστορικό τίτλο!  


Προφανώς, η εξοικείωση με μεγάλα κείμενα μέσω της μετάφρασης, η οποία παραμένει μια σύνθετη ερμηνευτική άσκηση, είναι πιθανό να εμπλουτίσει την ίδια την άσκησή σου στη γραφή. 


Έχοντας ζήσει κι εργαστεί για πολλά χρόνια στη Γαλλία, είστε πρακτικά δίγλωσσος. Πώς αυτό επηρεάζει το στιλ της γραφής σας και τη διαμόρφωση της εν γένει ταυτότητάς σας; 


Γράφω ποίηση μόνο στα ρουμανικά, κι αυτή παραμένει ο πλούτος μου κατά τη διαδικασία εξοικείωσης με τη λογοτεχνία άλλων που αγαπώ. Μπορώ να χρησιμοποιήσω πολλές γλώσσες ως πηγές για τις επανόδους μου στη ρουμανική. 


Αλλά δεν κατέχω αυτές τις άλλες γλώσσες πολύ καλά ώστε να εκφράζομαι. Εκτός από εξηγητικές παρεμβάσεις, πότε πότε, χωρίς επιτήδευση. Δεν μπορείς να γίνεις ποιητής σε μια γλώσσα που έχεις υιοθετήσει αργά. 


Λατρεύω τη διασαφήνιση του Εμίλ Σιοράν σχετικά με το θέμα: «Ένας μέτοικος πρέπει να ξέρει ότι, με την καινούρια του γλώσσα, δεν μπορεί να εκφράσει αυτό τον υπόγειο θάνατο της ψυχής που είναι η ποίηση. 


Μπορείς να γίνεις ποιητής σε μια γλώσσα που έχεις μάθει στα πέντε. Μετά, είναι πολύ αργά». 


Σας καλώ να στοχαστείτε λίγα δευτερόλεπτα πάνω σ’ αυτό τον υπέροχο ορισμό: η ποίηση είναι ένας υπόγειος θάνατος της ψυχής. Γιατί η ψυχή, το συναίσθημα δε χρειάζονται στ’ αλήθεια τη λέξη για να εκφράζονται. Το φως της ύπαρξής τους είναι μια σωματική ανατριχίλα που προηγείται της λέξης... 


Φανταζόμαστε, όμως, ότι η ψυχή είναι ακόμα ζωντανή στη λέξη, προσπαθούμε να την κρατήσουμε ζωντανή μέσω των λέξεων... Μια ολόκληρη ιστορία, αποστολή σχεδόν αδύνατη. 


Καλός μέτοικος όπως ήμουν, αντιστάθηκα στον πειρασμό να γράψω την ποίησή μου σε μια γλώσσα υπερβολικά σωστή γραμματικά, που δεν ήταν η μητρική μου. 


Επίσης, η ποίηση παραμένει αρκετά λανθασμένη, με τα ολισθήματα που μόνο η μητρική γλώσσα κρατά υπό έλεγχο... 


Προφανώς, η καταβύθιση σ’ αυτή τη μεγάλη δεξαμενή πολιτισμών που είναι το Παρίσι ήταν πιθανό να ξεκαθαρίσει, ακόμα και να επεκτείνει, τη λογοτεχνική μου ευαισθησία. Αλλά οι αμφιβολίες δε με εγκατέλειψαν. 


Ήξερα ήδη ότι σπουδαίοι ποιητές όπως ο Βαγιέχο κι ο Ελύτης επωφελήθηκαν, στην εποχή τους, από αυτή την υπέροχη παρόρμηση που είναι το πνεύμα ελευθερίας, της ευρηματικότητας, του οποίου το Παρίσι πάντα θα κρατά το μυστικό. 


Αλλά αυτοί οι δύο ποιητές και μερικοί άλλοι επωφελήθηκαν ιδιαιτέρως από αυτή την παρισινή ατμόσφαιρα για να επαναφέρουν το όφελος... στους ίδιους! 


Πέραν των ιδιοτήτων σας ως ποιητή, μεταφραστή και δημοσιογράφου, έχετε προσφάτως οριστεί σε πολιτικές θέσεις. Εκτιμάτε ότι ο κοινωνικός ρόλος ενός ποιητή είναι συμβατός με την άσκηση εξουσίας σε οποιοδήποτε πλαίσιο; 


Αποδέχτηκα μια περιορισμένη διπλωματική αποστολή, αρχικά για να προετοιμάσω την παρουσία της Ρουμανίας ως τιμώμενης χώρας στο Σαλόνι Βιβλίου του Παρισιού.  


Στη συνέχεια εκπροσώπησα τη χώρα μου για μια σύντομη περίοδο στο Διεθνή Οργανισμό Γαλλοφωνίας, επειδή θεωρώ κάθε διπλωματική αποστολή μέσω του πολιτισμού πρώτιστης σημασίας. 


Αυτός είναι ο λόγος που με ώθησε κατόπιν, και για μερικά χρόνια, να οργανώσω διεθνείς λογοτεχνικές συναντήσεις σε διάφορες πόλεις της Ρουμανίας, κυρίως στο Βουκουρέστι. 


Πιστεύω πως ακόμα δε μας γνωρίζουν καλά, για πολλές δεκαετίες ήμασταν αποκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο. 


Οι εικόνες της Επανάστασης και της μαζικής εξόδου των Ρουμάνων, η διασπορά τους σ’ όλο τον κόσμο δημιουργούν στερεότυπα που σχεδόν ποτέ δεν αντιπροσωπεύουν τις δημιουργικές δυνατότητές μας στα μάτια των άλλων. 


Επιμένω να πιστεύω ότι η λογοτεχνία μας, οι καλλιτεχνικές μας δυνατότητες, οι παραδόσεις που είναι ακόμα ζωντανές μπορούν να μιλήσουν καλύτερα από εμάς και να έρθουν πιο κοντά στους άλλους. 


Είναι η μόνη μορφή «εξουσίας» που θα ήθελα να έχω για να μειώσω την αδιαφορία για την κουλτούρα που έχει ξεκινήσει τόσο καλά, κι όχι μόνο εδώ. 


Έχουν περάσει τριάντα χρόνια από την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος του Τσαουσέσκου. Πόσα έχουν αλλάξει στη Ρουμανία, τι παραμένει το ίδιο και τι πρέπει ν’ αλλάξει ακόμα, τόσο κοινωνικά όσο και πολιτικά; 


Ανακεφαλαιώσαμε το Δεκέμβριο ένα τόσο μπερδεμένο φιλμ, των γεγονότων που συνέβησαν πριν από τριάντα χρόνια. 


Η πρώτη επανάσταση σε ζωντανή μετάδοση, έτσι δεν είναι; Ένα προειδοποιητικό πείραμα πάνω στις τόσο εκλεπτυσμένες μορφές χειραγώγησης που εξαπλώνονται στην παγκόσμια ειδησεογραφία του σήμερα. 


Δε νομίζω πως η αλήθεια έχει ξεκαθαρίσει, αν κι εμφανίζονται κάποιες πιο καθαρές σκηνές. Στην πραγματικότητα, επανάσταση, πραξικόπημα, αυθόρμητη εξέγερση γρήγορα εργαλειοποιήθηκαν από εκείνους που ήταν ήδη μάστορες στη χειραγώγηση, υπάρχουν τα πάντα σ’ αυτή τη μίξη. 


Ίσα που αποφύγαμε ένα εμφύλιο πόλεμο, κι όταν το λέω σκέφτομαι τη δικιά σας τρομερή εμπειρία σ’ αυτό το πεδίο. 


Η Ρουμανία έχει αλλάξει πολύ μέσα σε τρεις δεκαετίες. Για πρώτη φορά στην Ιστορία της έχει παραγάγει μια τεράστια διασπορά, χωρίς να ξέρουμε αυτή τη στιγμή αν αυτό θα είναι προς όφελός της ή όχι. 


Προσωπικά, ήμουν στο μικρόφωνο στο Παρίσι, στο Radio France Internationale, σχεδόν ζωντανά όλες τις μέρες. Ποτέ δε θα ξεχάσω το αίσθημα περηφάνειας που με διακατείχε, του σεβασμού απέναντι σ’ εκείνους που είχαν εξεγερθεί. 


Αναντίρρητα, η ελευθερία παραμένει η μεγάλη κατάκτηση για όλους τους Ρουμάνους. Δεν έχει, όμως, συνοδευτεί από μια ριζική αλλαγή νοοτροπίας, αν κι η ένταξή μας σε ΕΕ και ΝΑΤΟ σηματοδοτούν μείζονες στρατηγικούς προσανατολισμούς. 


Μια νέα γενιά έχει κληθεί να εμπλακεί στις δημόσιες υποθέσεις, αλλά ακόμα διστάζει, επειδή ο κοινωνικός «ανελκυστήρας» είναι σχεδόν χαλασμένος κι η ανέλιξη σύμφωνα με την αξία πρέπει ακόμα να επινοηθεί.  


Αυτό σημαίνει ότι έχουμε μια μέτρια πολιτική τάξη 


Αν κι είναι επίμονη στη διατήρηση των προνομίων της, είναι ταυτόχρονα ζαλισμένη και ανίκανη να κατανοήσει, όπως συμβαίνει και στην υπόλοιπη Ευρώπη, τις τεκτονικές κοινωνικές κινήσεις που παράγονται σήμερα σχεδόν παντού.


Αν σας ζητούσαν να περιγράψετε τον εαυτό σας και τη στάση σας απέναντι στη ζωή, την ανθρωπότητα και την κοινωνία, ποιες λέξεις θα σας έρχονταν πρώτα στο μυαλό; 


Η ομορφιά και το μυστήριο είναι οι λέξεις που μου έρχονται στο μυαλό σχεδόν ταυτόχρονα για να εκφράσω την παρουσία μου μέσα σε και πριν το θέαμα του κόσμου. 


Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η ερώτησή σας. Δεν πρέπει ν’ αποφεύγουμε τις λέξεις πλήρεις περιεχομένου, απλές, επαρκείς, σχεδόν κλειστές ταυτόχρονα, επικίνδυνες επίσης, γιατί έχουν την τάση να μας παγιδεύουν εντελώς... 


Ποτέ δεν είμαστε έτοιμοι και σχεδόν ποτέ πρόθυμοι ν’ αποδεχτούμε την πιο απλή ερώτηση: Τι σκέφτεσαι για τη ζωή; 


Κατά τον ίδιο τρόπο, οι περισσότεροι συγγραφείς αρνούνται να έρθουν ειλικρινώς αντιμέτωποι με θέματα που είναι ιδιαίτερα στη μεγάλη λογοτεχνία ανέκαθεν, καθώς είναι αδιάφορη προς τις μόδες και τα καπρίτσια του στιλ... 


Στοχάστηκα πάνω στην απλότητα αυτό το καλοκαίρι κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης παραμονής μου στη Λευκάδα. 


Ο Οδυσσέας μού κράτησε καλή παρέα. 


Έκανα κιόλας μια κρουαζιέρα γύρω απ’ την Ιθάκη του, ενοχλούμενος εντέλει από τους τουρίστες που έκαναν μπάνιο στα γαλαζοπράσινα νερά του βασιλείου του χωρίς να ξέρουν τίποτα για το θρυλικό κύρος του. Ω καιροί... 


Γνώριζαν όλα τα ανέκδοτα για το νησί του Ωνάση και τίποτα για την Πηνελόπη, τίποτα για τον πολύτροπό μας... 


Συνεχίζετε να γράφετε ποίηση μέχρι και σήμερα. Τι σας εμπνέει περισσότερο; 


Ναι, συνεχίζω να γράφω, να μεταφράζω, να ταξιδεύω και να διαβάζω πολύ... 


Η ποίηση... από μεγάλη απόσταση είναι μια προσωπική ανακάλυψη του κάθε ποιητή που έχει αγγιχτεί από την καθυστερημένη αποκάλυψη ότι ποτέ δε θα μπορέσει να σταματήσει να τη σκέφτεται, με ή χωρίς το αντίτιμο της επιτυχίας. 


Εύκολα μπορείτε να μαντέψετε πως ο Οδυσσέας γίνεται, ακόμα μια φορά, η συντροφιά μου σε ένα καινούριο στάδιο.


Εκείνος, ο Άνθρωπος μ’ ένα κουπί στη σκιά του, που ξαναρχίζει την περιπλάνησή του, ίσως προς τη γενέθλια Τρανσυλβανία μου, αν πρέπει να βρει ανθρώπους που δε γνωρίζουν την μητέρα και μπερδεύουν ένα κουπί με μια φτυαριά ρύζι... 


Μαζί του, προσπαθώ να διερευνήσω μερικά πιεστικά ζητήματα της σύνθετης επικαιρότητάς μας, που κυριαρχείται από το πάθος των αλγορίθμων. 


Κοντοστέκομαι μ’ αυτόν σ’ ένα κόσμο όπου οι νέες γενιές δε θα είναι πλέον ικανές να προσδιορίσουν τη σύνδεση μεταξύ του σιταριού και του ψωμιού, ένα κόσμο υποκείμενο σε μια προοδευτική ευφορική αποϋλοποίηση. 


Τμήμα της δουλειάς σας είναι πλέον διαθέσιμο στα ελληνικά με τη μορφή μας ανθολογίας. Τι σημαίνει αυτό για σας; 


Συγκινούμαι πολύ που μεταφράζομαι στη γλώσσα του Καβάφη, του Παλαμά, του Σεφέρη, του Ελύτη, του Καζαντζάκη, του Ρίτσου, του Σικελιανού, της Δημουλά, του Πατρίκιου, του Αγγελή, ποιητών που διάβαζα και διαβάζω με μεγάλο θαυμασμό. 


Ο Καβάφης κι ο Σεφέρης είχαν από καιρό μεταφραστεί στα ρουμανικά από έναν αδερφό της μητέρας μου, τον ποιητή Aurel Rau


Παρακολουθούσα, έφηβος ακόμα, τα στάδια των μεταφράσεών τους καθώς απορροφούσα αυτή την ιδιαίτερη λάμψη που ορίζει μυστικά, κατ’ εμέ, την ποίηση του σπουδαίου ελληνικού λυρικού μοντερνισμού. 


Κι ευχαριστώ τον φίλο μου Βίκτωρ Ιβάνοβιτς για τη μετάφραση και την επιλογή των ποιημάτων αυτής της ανθολογίας. 


Νιώθω πως έχω φτάσει κι έχω γίνει αποδεκτός σ’ αυτή την Ελλάδα που μου προκαλεί εμμονή και με τραβάει προς το μέρος της από τότε που ξεκίνησα να κατανοώ τα σύμβολα και τα σημάδια που σκιαγραφούν στο χαρτί τη ζωή του ανθρώπου. 


Ευχαριστώ θερμά τις Λένα Νανοπούλου και Διονυσία Ζάφειρα από τις Εκδόσεις Γκοβόστη για τη συνδρομή τους στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.


Η ποιητική ανθολογία του Ντίνου Φλαμάντ Κατάσταση πολιορκίας και άλλα ποιήματα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γκοβόστη σε μετάφραση Βίκτωρ Ιβάνοβιτς.

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2019

Αντόνιο Μορέσκο: «Η αίσθηση της υπέρβασης κάποιων ορίων έχει περάσει και στα βιβλία μου»


Ένα από τα πλέον αινιγματικά και αταξινόμητα μυθιστορήματα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια, Το φωτάκι, μου σύστησε τον Ιταλό Αντόνιο Μορέσκο, έναν ξεχωριστό συγγραφέα και δεινό περιπατητή.


Συναντώντας τον στη διάρκεια της πρόσφατης επίσκεψής του στην Αθήνα, για μια συνομιλία σχετικά με τη γραφή, τα όρια και την πολιτική.


Πότε ξεκινήσατε να γράφετε;


Έγραφα από παιδί, σχεδόν δέκα-έντεκα ετών. Αρχικά ποιήματα, κι έπειτα σαν αποσπάσματα από ημερολόγια.


Συνέχισα να γράφω μέχρι είκοσι ετών. Μετά, μέχρι τα τριάντα, σταμάτησα, γιατί είχα μπει σε άλλες περιπέτειες, με τις οργανώσεις της Αριστεράς. 


Όταν ήμουν σαράντα, πέταξα οτιδήποτε είχα γράψει τα προηγούμενα χρόνια, μου απέμεινε ένα πολύ μικρό κομμάτι.


Τα απορρίπτατε, δε σας εξέφραζαν;


Όταν ήμουν είκοσι ετών και ξεκίνησα τους επαναστατικούς αγώνες, αυτά μου φαινόντουσαν σαν μια αδυναμία του εαυτού μου και δε με εξέφραζαν, γι’ αυτό και τα πέταξα.


Όσα πέταξα όταν ήμουν σαράντα το έκανα γιατί είχε προηγηθεί αυτή η δεκαετία κατά την οποία με απέρριπταν διαρκώς οι εκδότες και για μένα αυτό ήταν μια πράξη επανάστασης.


Σας είχε εξοργίσει, σας είχε λυπήσει το γεγονός των διαδοχικών απορρίψεων; Πώς το διαχειριστήκατε και το ξεπεράσατε;


Δεν μπορούσα να το διαχειριστώ. Ήταν πολύ δραματικό για μένα. Το να γράφω και να εκδώσω ήταν ένα ζήτημα ζωής και θανάτου. Δεν έβρισκα άλλο δρόμο, το είχα πιστέψει κι ήταν πολύ σημαντικό για μένα.


Παρά την απόρριψη που μπορεί να φαίνεται ότι ήταν κάτι δραματικό, αυτό εκ των υστέρων είναι ένα δώρο κι αν δεν υπήρχε, δε θα είχα δημιουργηθεί ως συγγραφέας. Γι’ αυτό και ήταν πολύτιμο για μένα.


Όταν πρωτοεκδόθηκα ως συγγραφέας μετά από όσα είχα περάσει, κανένας δεν μπορούσε να αλλάξει αυτό που ήμουν.


Η ενεργός πολιτική σας δράση μέσω των ακροαριστερών οργανώσεων τι ίχνη σας άφησε προσωπικά ή/και σε συγγραφικό επίπεδο;


Στη ζωή μου, γενικότερα, βρέθηκα πάντα σε πολύ ιδιαίτερες καταστάσεις και μόνο ένα τυχαίο γεγονός με έκανε να βγω από αυτές. Επί τρία χρόνια παρακολούθησα ένα σεμινάριο σε εκκλησιαστική σχολή οικότροφος.


Από τα είκοσι μέχρι τα τριάντα πέρασα στην οργανωμένη πολιτική δράση και πήγαινα διαρκώς από τη μία πόλη της Ιταλίας στην άλλη. 


Σε όλη τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας βρέθηκα σε καταστάσεις επικίνδυνες για την ύπαρξή μου. Αυτές έμειναν μέσα μου, το πιστεύω, και με σημάδεψαν και ως συγγραφέα. 


Αυτή η αίσθηση, της αναμέτρησης με κάποια όρια και της υπέρβασης κάποιων ορίων, που την έζησα στο πετσί μου, έχει περάσει και στα βιβλία μου.


Μεταξύ άλλων θεμάτων, το Φωτάκι, το πρώτο μυθιστόρημά σας που μεταφράζεται στα ελληνικά, αναφέρεται στα όρια, όπως ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, το φως και το σκοτάδι. Θέλατε να τα διερευνήσετε;


Συχνά, για να μιλήσεις για κάποια πιο βαθιά θέματα πρέπει να σπάσεις αυτά τα «κλουβιά» στα οποία βρίσκεται φυλακισμένη η ύπαρξή μας. 


Το πρόβλημα είναι ότι ως κουλτούρα, ως νοοτροπία έχουμε κάποιες εννοιολογήσεις οι οποίες κάνουν διαχωρισμούς.


Στην πραγματικότητα αυτό δεν ισχύει. Σε σχέση με τα στερεότυπα που έχουμε στο μυαλό μας, η ίδια η σύγχρονη φυσική αποδεικνύει πως υπάρχει μια σύνθεση όλων των πραγμάτων. 


Το Φωτάκι εκτυλίσσεται σε ένα τόπο που δεν κατονομάζεται, με ήρωες που ως επί το πλείστον επίσης δεν κατονομάζονται. Σαν να βρισκόμαστε πέρα από το χώρο, το χρόνο και την Ιστορία. Γιατί αυτή η ασάφεια;


Σπανίως υπάρχουν ονόματα στα βιβλία μου. Έχω μια πάλη με τα ονόματα, γι’ αυτό και δεν έδωσα κανένα, ούτε κάποια γεωγραφική ένδειξη. Τα ονόματά μας δεν είναι πραγματικά ονόματα.


Από ποια άποψη;


Αν αναφέρω κάποια κοινά ιταλικά ονόματα, όπως Μάριο Ρόσι ή Πάολο Μπιάνκι, δε θα αποδώσουν στο χαρακτήρα αυτό που θέλω ως συγγραφέας. Γι’ αυτό κι επιλέγω να μην του δώσω ένα κοινό όνομα.


Είμαι πιο κοντά στους αρχαίους, όπως στον Όμηρο, ο οποίος χρησιμοποιούσε επιθετικούς προσδιορισμούς -για παράδειγμα «ο πιο έξυπνος», «ο πιο γρήγορος»-, γεγονός που αποδίδει ένα χαρακτηριστικό και περισσότερη δύναμη στο χαρακτήρα.


Συμπερασματικά, θα δώσω όνομα σ’ ένα χαρακτήρα μόνο αν του αξίζει- κι αυτό θα γίνει ή στην αρχή ή στο τέλος του βιβλίου.


Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα εκτυλίσσεται, εξάλλου, σε ένα οργιαστικό φυσικό περιβάλλον. Ποια είναι η δικιά σας σχέση με τη φύση;


Από τη μία, νιώθω ότι είμαι μέρος της φύσης δεν υπερέχω έναντι αυτής. Από την άλλη, επειδή δεν έχω μια οπτική αισιόδοξη και παρηγορητική, δεν έχω αυτή την οπτική ούτε για τη φύση.


Γι’ αυτό και δεν την περιγράφω σαν ένα ένα ωραίο πίνακα με παλ χρώματα, αλλά στο πλαίσιο της πάλης που γίνεται ανάμεσα κάθε φυτική και ζωική μορφή. 


Μου άρεσε ο χαρακτήρας του σκύλου. Πώς τον εμπνευστήκατε;


Δεν τον επινόησα. 


Μου συνέβη ακριβώς αυτό το περιστατικό: Σε μια από τις οδοιπορίες μου με ακολουθούσε επί μισή ώρα ένας σκύλος που μου έκανε εντύπωση και διαπίστωσα ότι και τα τέσσερα πόδια του ήταν σπασμένα. Μετά τον είδα να φεύγει.


Αυτός ο σκύλος δείχνει στον αφηγητή πως είναι σαν κι αυτόν, σπαραγμένος και τραυματισμένος: «Πρόσεχε, λοιπόν, γιατί μπαίνεις στην περιοχή που αρχίζει το τραύμα».


Δεδομένου ότι είστε δεινός περιπατητής και οδοιπόρος, πώς συνδέεται αυτή η διαδικασία με τη συγγραφή;


Το περπάτημα είναι κάτι που σου ανοίγει τους ορίζοντες, όπως και η γραφή, γι’ αυτό πιστεύω ότι υπάρχει αυτή η σύνδεση. Σου δίνει την αίσθηση πως ξεπερνάς τα όρια κι ότι η σκέψη σου είναι ανοιχτή.


Μιας και το Φωτάκι έχει διασκευαστεί για τη μεγάλη οθόνη κι ο ίδιος έχετε υποδυθεί τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ποια είναι η εμπειρία που αποκομίσατε από το σινεμά;


Αυτό που θυμάμαι είναι το κρύο, την παγωνιά. Ξυπνούσα, έβγαινα έξω κι είχα πυρετό. Θυμάμαι, επίσης, ότι, επειδή δεν είμαι ηθοποιός, δεν ήμουν εκείνος που ερμήνευε, αλλά που ενσάρκωνε.


Θα ξαναπαίζατε σε κάποια ταινία, αν σας το πρότειναν;


Ελπίζω να μη μου το ξαναζητήσουν! (Γέλιο)


Έχετε ολοκληρώσει τη συγγραφή ενός καινούριου βιβλίου;


Τον Οκτώβρη έβγαλα ένα αρκετά ογκώδες, 700 σελίδων, βιβλίο, Το άσμα του Άρκο. Είναι η πρώτη φορά που βάζω ένα όνομα ήρωα και στον τίτλο, γιατί πιστεύω πως αυτός το αξίζει.


Είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο για μένα, το αγαπάω και σ’ αυτό έκανα κάτι ριψοκίνδυνο. Το χαρακτηρίζω  «μεταφυσικό αστυνομικό μυθιστόρημα»


Στο συρτάρι, εξάλλου, έχω κι ένα σενάριο με ήρωα έναν Δον Κιχώτη του σήμερα που θα πρέπει να ερμηνεύσω ο ίδιος, σε σκηνοθεσία των ίδιων ανθρώπων οι οποίοι γύρισαν το Φωτάκι. Είναι ένα εν εξελίξει πρότζεκτ.


Στο μυαλό μου επίσης έχω ένα φλογερό έργο που θα ήθελα να είναι το κύκνειο άσμα μου.


Photo credit (Αντόνιο Μορέσκο): Μανώλης Τσάφος.


Ευχαριστώ θερμά την Ισμήνη Κουρούπη από το Γραφείο Τύπου & Επικοινωνίας των Εκδόσεων Καστανιώτη, για τη συνδρομή της στη διοργάνωση της συνέντευξης και την Μαρία Φραγκούλη για τη διερμηνεία από τα ιταλικά.


Το μυθιστόρημα του Αντόνιο Μορέσκο Το φωτάκι κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Μαρίας Φραγκούλη.

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2019

Στρατής Πασχάλης: «Ένα ποίημα πρέπει να μπορεί να γίνει κοινό κτήμα»


Ποιητής, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και συγγραφέας, ο Στρατής Πασχάλης είναι μια πολυσχιδής προσωπικότητα και ταυτόχρονα ένας εξαιρετικά γοητευτικός συνομιλητής.


Συναντώντας τον με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία της συμπληρωμένης συγκεντρωτικής έκδοσης του ποιητικού του έργου Στίχοι ενός άλλου, Ποιήματα (1977-2013).


Μιας και αφορμή της συνάντησής μας είναι η πρόσφατη κυκλοφορία της συμπληρωμένης συγκεντρωτικής έκδοσης του ποιητικού σας έργου, τι σηματοδοτεί κάτι τέτοιο; Το κλείσιμο ενός κύκλου, το άνοιγμα ενός επόμενου;


Είναι και τα δύο.


Ένιωσα την ανάγκη να κυκλοφορήσει το 2003. Τότε εξαντλήθηκε. Θέλησα, λοιπόν, να ξαναϋπάρξουν τα ποιήματά μου συγκεντρωμένα, γιατί βρίσκω ότι την ποίησή μου δεν έχει ενδιαφέρον να τη διαβάσει κάποιος αποσπασματικά, αλλά συνολικά.


Μέσα σ’ αυτό τον κύκλο υπάρχει μια αφήγηση. Ο Πολ Βαλερί, οπαδός της «καθαρής» ποίησης, έλεγε κάπου πως με την ποίηση πάντα λέμε την ιστορία της ζωής μας. Αυτό είναι αληθεια.


Παρατήρησα, λοιπόν, ότι κάθε βιβλίο μου αποτυπώνει ένα κύκλο έρευνας της ζωής, γιατί δε γράφω ποιήματα, κάθε φορά εξερευνώ τη ζωή και τα βιώματά μου ερήμην μου. 


Αν, επομένως, έχουν εκδοθεί δέκα ποιητικές συλλογές, είναι δέκα φάσεις. Συγκεντρωμένες σε ένα σώμα δημιουργούν μια λυρική αφήγηση. Οπότε για μένα δεν είναι τα άπαντα, αλλά η ποίησή μου.


Το γεγονός ότι περιέλαβα και τις δύο ποιητικές συλλογές μου που μεσολάβησαν από το 2003 με κάνει να βλέπω το έργο μου ολοκληρωμένο. Βρίσκω πως έχω γράψει πολλή ποίηση. Αυτό ίσως αρκεί. Δεν ξέρω αν έχω άλλη ιστορία να πω.


Ταυτόχρονα, αυτή η έκδοση είναι και ένα «στοπ», που με βοηθά να ξαναρχίσω το παιχνίδι, να το σκεφτώ αλλιώς.


Αισθάνεστε, πάντως, την ανάγκη να συνεχίσετε να εξερευνάτε αυτό το εκφραστικό μέσο;


Ναι, αλλά δεν είμαι ποιητής που σώνει και καλά πιέζει τον εαυτό του να παραγάγει μια επόμενη ποιητική συλλογή. Του βάζω δύσκολα. Αν σ’ αυτή τη φάση μού δοθεί η ευκαιρία να αποτυπώσω την ποίηση αλλιώς, θα το κάνω αλλιώς.


Ομολογώ ότι το τελευταίο διάστημα δε γράφω πολλή ποίηση. Προτιμώ να σκέφτομαι ή να κάνω άλλα πράγματα. Και να περιμένω. 


Γιατί Στίχοι ενός άλλου;


Γιατί αφορούν την περιπέτεια του άλλου εαυτού, ο οποίος εκφράζεται μέσα από τη γραφή. Δεν εκφράζεται ποτέ το εγωιστικό εγώ, αλλά ένα άλλο εγώ, το αληθινό, που κρύβεται πίσω από αυτό. 


Όπως έλεγε κι ο Βάρναλης: «Το έργο σου σαν να ‘ταν άλλος κάμε». Το ποιο εγώ μιλά όταν γράφουμε είναι, λοιπόν, πολύ συζητήσιμο. 


Το βρίσκετε εσείς αυτό το εγώ;


Δεν ξέρω, αυτό θα το πουν οι άλλοι. Προσπαθώ να το ψάχνω, να βρω την αληθινή μου γλώσσα. Δεν ξέρω ποια είναι. Αν είναι χαρακτηριστική, θα το πουν οι αναγνώστες μου.


Αφιερώνετε την πρώτη ποιητική σας συλλογή, Ανακτορία, στον Οδυσσέα Ελύτη. Είναι από τους ποιητές που σας έχουν καθορίσει;


Πολύ. Τον γνώρισα και προσωπικά. Τον θαύμαζα, είχαμε κοινή καταγωγή και κοινές αγάπες- αγαπούσαμε κι οι δύο τον Σολωμό και τον Ρεμπώ. Αποτέλεσε μια πολύ σημαντική γνωριμία στην πορεία μου στο χώρο της ποίησης.


Σας βοήθησε εμπράκτως; Με κάποια παραίνεση, προτροπή, συμβουλή;


Η σχέση μας ήταν πολύ ισότιμη. Άκουγε με μεγάλη σοβαρότητα τη γνώμη μου και τη σεβόταν, δεν ήταν δασκαλίστικη η στάση του. Πολλές φορές μου έλεγε: «Έχεις μεγάλη οξυδέρκεια όταν μιλάς». Όντας νέος δεν καταλάβαινα τι εννοούσε.


Αυτό που με χαρακτηρίζει είναι η ανησυχία, η ανάγκη αλλαγής. Εκείνος ήταν πιο σταθερός στις αισθητικές επιλογές του, ενώ εγώ πειραματιζόμουν και προς άλλες κατευθύνσεις, την ελιοτική και την καβαφική.


Με ενδιέφερε και το αστικό κλίμα, ταυτόχρονα με τη φύση και τη μαγική εικόνα που ξεκινούσε από τον Ρεμπώ.


Η φύση, με διάφορους τρόπους, φαίνεται να κυριαρχεί στην ποητική σας γραφή ως εικονοποιία, ατμόσφαιρα, συναίσθημα. Πώς συνδέεστε μ’ αυτή στις διάφορες εκφάνσεις της; Βιωματικά;


Και βιωματικά, γιατί έζησα σε νησί, στη Λέσβο -και μάλιστα σε εποχές που η φύση ήταν πολύ πιο ισχυρή και παρούσα-, αλλά και γιατί πάντα υπήρχε το υλικό των λυρικών ποιητών του μεταρομαντισμού, όπου κι εγώ ανήκω, νομίζω.


Υπήρξε το υλικό της δημιουργίας μιας νέας μυθολογίας. Η φαντασία μπορεί να πλάσει μύθους παρατηρώντας τη φύση. Για μένα αυτό ήταν πάντα μια ανάγκη, να πω τα δικά μου παραμύθια. 


Δε μου αρέσει η υπαρξιακή εξομολόγηση, αλλά η μυθολογική μετουσίωση αυτού που ζω μέσα από τη φαντασία.



Η ποίησή σας έχει εξομολογητικό χαρακτήρα, πάντως.


Πολύ έμμεσο. Για μένα τα γεγονότα είναι μυθολογικά, ακόμα και τα πιο καθημερινά, αλλιώς δε μ’ ενδιαφέρουν. Η καθαρά καθημερινή αντίληψη της ζωής με αφήνει αδιάφορο.


Με ποια έννοια «η ποίηση θέλει θύματα», όπως γράφετε στο Αστείο;


Η ποίηση έχει αυτή τη θεϊκή αλαζονεία. Μας χρησιμοποιεί για να τη λατρεύουμε, αλλά στην κρίσιμη ώρα μάς αφήνει μόνους. Δεν μπορεί να μας συντροφεύσει στη δοκιμασία που απαιτεί για να δοξαστεί.


Εσάς, σας συντροφεύει;


Και τα δύο. Βρίσκω ότι δεν έρχεται εύκολα. Νομίζουν κάποιοι πως με το να γράφεις επιτυχημένα ποιήματα έχεις «καπαρώσει» την ποίηση. Δεν είναι έτσι.


Τι σημαίνει «επιτυχημένα ποιήματα»;


Ποιήματα που πληρούν τους όρους μιας καλής γραφής στο πλαίσιο μιας αντίληψης της ποίησης την οποία έχει επιβάλει μια καθεστηκυία τάξη. Αυτό δε σημαίνει ότι είναι ποίηση. Η ποίηση κρίνεται μέσα στο χρόνο και στο τέλος δείχνει το πρόσωπό της.


Είναι πολύ μοχθηρή, αποκαλύπτεται όταν εκείνη κρίνει και με τον τρόπο που εκείνη θέλει. Συνήθως αυτό αργεί. Όταν, όμως, φανεί, είναι απόλυτο και για πάντα.


Γράφουμε, ο καθένας με τον τρόπο του, πολύ στις μέρες μας στην Ελλάδα. Υπάρχει «μαγιά» ποιητών και ποιητριών;


Έχουμε πολύ καλούς ποιητές. Υπάρχει παράδοση, η οποία διατηρείται. Η πληθώρα κι η ομοιομορφία, ωστόσο, δεν είναι καλό πράγμα. Δεν ξέρω, εξάλλου, κατά πόσο ενδιαφέρονται να διαβάσουν ή κυρίως να γράψουν και να εκδώσουν. 


Δεν μπορώ, πάντως, να πω ότι εύκολα στέκομαι σε μια φράση που να θέλω να ξαναδιαβάσω, η οποία να μου αποκαλύπτει κάτι που δεν ξέρω για τον κόσμο. Η ποίηση απαιτεί ένα είδος βίωσης και υπεράσπισής της μέσα στο χρόνο.


Εξιστορώντας τα ψυχολογικά σου θέματα δεν υπερασπίζεσαι κάτι. Αυτό πρέπει να είναι μια ιδέα, ένα όραμα για τον κόσμο, μια αισθητική θέση, κάτι πιο αντικειμενικό.


Το έντονα θρησκευτικό και μεταφυσικό στοιχείο που χαρακτηρίζει την ποίησή σας απορρέει από τη σχέση σας με τη θρησκεία και την πίστη;


Πάντα με απασχολούσε το υπερβατικό στη ζωή, στο οποίο και πιστεύω. Είναι συνυφασμένο με τη στάση μου στα πράγματα. Δεν ήμουν ποτέ υλιστής. Οπωσδήποτε μ’ ενδιαφέρουν οι θρησκευτικές παραδόσεις, και ειδικότερα η ορθόδοξη παράδοση.


Μ’ ενδιαφέρει και ο μύθος, ο οποίος έχει χαθεί ολοκληρωτικά. Όποιος γνωρίζει το μοντερνισμό, αντιλαμβάνεται πως υπάρχει ένα στοιχείο έντονου μυστικισμού σε όλους τους ποιητές.


Η «εξωποιητική» δουλειά σας -μεταφραστική και θεατρική-, πώς επικοινωνεί με την ποιητική;


Απόλυτα! Κατά κάποιο τρόπο είναι το ακτιβιστικό μου μέρος. Βιοπορίζομαι από αυτό και βρίσκω ένα τρόπο να έχω μια κοινωνική δράση, γιατί έχω ανάγκη από αυτή. 


Σε ό,τι δε αφορά στο θέατρο, «μεταγγίζω» κάτι από την ποιητική πνοή που με απασχολεί στην καθαρά ποιητική μου παραγωγή. 


Συμβάλλω ώστε να μη χαθεί η ποιητική αίσθηση από το θέατρο, μεταδίδοντάς τη στο κοινό, για να μην εθίζεται αυτό στην πεζότητα και την πεζολογία που χαρακτηρίζουν την εποχή.


Εκείνο, όμως, που με απασχολεί δημιουργικά είναι η ποίηση. Αυτό δεν κατανοούν οι άνθρωποι του θεάτρου με τους οποίους συνεργάζομαι, γιατί είναι άνθρωποι της ερμηνευτικής τέχνης. Δεν καταλαβαίνουν την πρωτότυπη έκφραση.


Εκεί έγκειται κι η δικιά μου απορία, και ταυτόχρονα ο θαυμασμός, έναντι των ανθρώπων που παράγουν γραφή με οποιοδήποτε τρόπο.


Σας διαβεβαιώ πως το να σταθείς απέναντι σε μια λευκή κόλλα χαρτί ή μια λευκή οθόνη και να πρέπει να παράξεις κάτι είναι το πιο δύσκολο πράγμα. Είσαι εσύ και το μηδέν. Θα προκύψει κάτι, και δύσκολα.


Ως επί το πλείστον γράφετε στον υπολογιστή;


Τώρα πια ναι. 


Πολλές φορές γράφω και σε χαρτί, βέβαια, γιατί μου έρχονται στίχοι, αλλά η τελική δουλειά γίνεται στον υπολογιστή. Ποτέ δεν είχα καλή σχέση με το μολύβι και το χαρτί. Η σκέψη μου πήγαινε πιο γρήγορα απ’ το χέρι μου. Ο υπολογιστής με έσωσε.


«Ό,τι φαντάστηκα με πάθος το λέω πατρίδα», γράφετε στην Πατρίδα. Πώς νοηματοδοτείτε, λοιπόν, αυτόν τον τόσο φορτισμένο και αμφιλεγόμενο όρο;


Οι κόσμοι της φαντασίας είναι πιο πραγματικοί από τους κόσμους της πραγματικότητας- και, για μένα, πιο ελκυστικοί. Μ’ ενδιαφέρει περισσότερο η φαντασία παρά η πραγματικότητα.


Δεν πιστεύω ότι η αξία της πραγματικότητας είναι τόσο μεγάλη όσο της αποδίδεται. Πιστεύω πως οι άλλοι κόσμοι, οι νοητικοί, έχουν μεγαλύτερη σημασία. Εκεί κρίνεται η τελική μας αλήθεια με άλλους όρους κι άλλα κριτήρια.


Αν ένα βιβλίο ποίησης αποτυπώνει τη ζωή μου περασμένη από τα φίλτρα της φαντασίας, έχει πιο μεγάλη αξία από τη ζωή που έζησα. Αυτή είναι η αλήθεια μου, όχι εκείνη που θα εξομολογηθώ στον ψυχολόγο μου.


Σε κάθε περίπτωση, δεν είστε κάποιος αναχωρητής. 


Σαφώς! 


Ο λόγος, άλλωστε, που με έκανε να γράψω ποιήματα και να βγάλω βιβλία ήταν γιατί πάντα με γοήτευε πώς ένας άνθρωπος κατορθώνει να φτιάξει ένα αντικείμενο όπου έχει κλείσει κάτι από τη ζωή του- από τη ζωή που ζούμε με έναν άλλο τρόπο.


Τώρα που βλέπω τους Στίχους ενός άλλου νιώθω τέτοια ικανοποίηση που θα μπορούσα να εξαφανιστώ από την ύπαρξη! Με γεμίζει να χαρά να βλέπω αντικεμενοποιημένο σ’ αυτό τον τόμο κάτι που έζησα, το έκανα ποίηση, κι απαλλάχτηκα από αυτό.


Θα πάταγα ένα κουμπί να εξαφανιστώ! (Γέλιο)


Ελπίζω αυτή συμπληρωμένη συγκεντρωτική έκδοση της ποιητικής δουλειάς σας να λειτουργήσει ως έναυσμα και σε άλλους να την εξερευνήσουν, κι ίσως ν’ ανακαλύψουν κάτι για τους ίδιους μέσα της.


Το ελπίζω και το εύχομαι, νεότεροι άνθρωποι ν’ ανακαλύψουν πράγματα για εκείνους. Η ποίηση, άλλωστε, είναι κάτι πολύ αντικειμενικό που ανήκει στους άλλους, όχι σ’ αυτόν που την έγραψε. Αυτός -κανονικά- θα έπρεπε να είναι ανώνυμος.


Ένα ποίημα πρέπει να μπορεί να υπάρχει και χωρίς να ξέρεις ποιος το έγραψε, να γίνει κοινό κτήμα.


Photo credit (Στρατής Πασχάλης): Γιάννης Κοντός.


Ευχαριστώ θερμά την Ντόρα Τσακνάκη, Υπεύθυνη του Γραφείου Τύπου των Εκδόσεων Μεταίχμιο, για τη συνδρομή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.


Η συμπληρωμένη συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού έργου του Στρατή Πασχάλη Στίχοι ενός άλλου, Ποιήματα (1977-2013) κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.