Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2022

Tayfun Pirselimoğlu: «Η απιθανότητα είναι η λέξη-κλειδί στη δημιουργία τέχνης»

 


Η Σεχραζάντ «συναντά» τον Μπόρχες και τον Κάφκα στο μυθιστόρημα του σπουδαίου Τούρκου σκηνοθέτη, σεναριογράφου, συγγραφέα και ζωγράφου Tayfun Pirselimoğlu, Η οπτασία.

Συνομιλώντας μαζί του για τη λογοτεχνία, το σινεμά, την πολιτική, την Τουρκία και τον -ανέφικτο- έρωτα με αφορμή την πρόσφατη έκδοση του βιβλίου στα ελληνικά.

Έχεις εκδώσει έντεκα βιβλία, αν δεν κάνω λάθος;

Απ’ όσο θυμάμαι, έχω εκδώσει επτά μυθιστορήματα, τρεις συλλογές διηγημάτων κι ένα βιβλίο με απομνημονεύματα από την παιδική μου ηλικία. Κάπου έντεκα, λοιπόν!

Ήταν η συγγραφή η αφετηρία της ενασχόλησής σου με τις τέχνες πριν τη ζωγραφική και πριν τη δημιουργία ταινιών;

Ειλικρινά, δε θυμάμαι ποιο ήταν πρώτο! (Γέλιο).

Μήπως κάπως αναμειγνύονται;

Όλα αναμειγνύονται, ναι.

Έγραφα μικρές ιστορίες τις οποίες οπτικοποιούσα στο μυαλό μου κινηματογραφικά και κατόπιν μετατράπηκαν σε σενάρια.

Στη συνέχεια παρακολούθησα σπουδές μηχανικού στην Άγκυρα.

Καμία σχέση με όλα τα άλλα.

Εντελώς διαφορετικός κόσμος.

Μετά την αποφοίτηση, αποφάσισα ότι δε μου έκανε και μετακόμισα στη Βιέννη, όπου σπούδασα εφαρμοσμένες τέχνες. Το πρώτο μου μυθιστόρημα το έγραψα εκεί.

Στα τουρκικά;

Ναι, τις Ιστορίες της ερήμου.

Στο μεταξύ, ήδη έγραφα κάποια σενάρια και εργαζόμουν ως καλλιτεχνικός διευθυντής. Το 1999 γύρισα μια μικρού μήκους ταινία, που προβλήθηκε στη Βενετία και με βοήθησε να προχωρήσω.

Ταυτόχρονα, προετοίμαζα εκθέσεις ζωγραφικής και διοργάνωνα καλλιτεχνικά εργαστήρια με έναν φίλο μου στη Βιέννη.

Δεν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι -είτε αυτοαποκαλούνται «καλλιτέχνες» είτε όχι»- που καταπιάνονται με τόσες διαφορετικές καλλιτεχνικές φόρμες.

Γράφοντας ένα σενάριο οπτικοποιώ τις σκηνές, κι αυτό με βοηθά να δημιουργώ. Δεν ξέρω πώς λειτουργεί ο μηχανισμός, αλλά λειτουργεί.

Είναι ένα μυστήριο, όπως κι ο έρωτας, κεντρικό θέμα στο μυθιστόρημά σου Η οπτασία, το πρώτο σου που μεταφράζεται στα ελληνικά.

Ο τίτλος έχει αραβική ρίζα, και δεν είναι εύκολα μεταφράσιμος. Ίσως δεν υπάρχει καν μετάφραση. Γι’ αυτό κι έγραψα ένα μυθιστόρημα, για να τον εξηγήσω. (Γέλιο).

Δεν ξέρω πώς ηχεί στα ελληνικά.

Παραπέμπει σε κάτι που ίσως υπάρχει, αλλά ίσως και όχι. Κάτι σαν οφθαλμαπάτη.

Τα ελληνικά είναι πολύ πλούσια γλώσσα, είμαι σίγουρος ότι ο τίτλος που επιλέχτηκε είναι ταιριαστός.

Διαβάζοντας την Οπτασία νιώθω πως η Σεχραζάντ «συναντά» τον Μπόρχες και τον Κάφκα κάπου μεταξύ Ιστανμπούλ και Βαγδάτης- και σε πολλές άλλες γωνιές, πραγματικές ή φανταστικές.

Πιο πολύ, όμως, είναι ένα μυθιστόρημα για την πιθανότητα και την απιθανότητα του έρωτα. Ήσουν ερωτικά βασανισμένος όταν το έγραφες;

Όχι, δεν είναι η προσωπική μου ιστορία.

Μου αρέσουν πολύ τα παραμύθια. Η γιαγιά μου συνήθιζε να μου αφηγείται. Όλα αυτά συσσωρεύτηκαν στο μυαλό μου. Και οι Ιστορίες της ερήμου έχουν την ίδια δομή.

Στην Οπτασία συντελείται ένα ταξίδι από την Ιστανμπούλ στη Βαγδάτη και εξιστορείται ένας αδύνατος έρωτας.

Η απιθανότητα είναι η λέξη-κλειδί στη δημιουργία τέχνης. Αν δεν μπορείς να καταφέρεις κάτι, υπάρχει ένα πολύ σέξι στοιχείο σ’ αυτό, που σε προσελκύει.

Και μελαγχολικό, ταυτόχρονα.

Και μελαγχολικό. Η απιθανότητα, η αμφισημία είναι κομβικές έννοιες.

Όσον αφορά στην επιλογή της Βαγδάτης, είναι ένας μακρινός προορισμός πέραν αυτού του κόσμου. Ένας ιερός τόπος όπου θέλεις να πας, αλλά δεν είναι εύκολο.

Έχεις ταξιδέψει εκεί, στο μεταξύ;

Όχι, όχι. Η απιθανότητα τού να ταξιδέψω εκεί και του έρωτα με οδήγησαν, συνδυαστικά, να γράψω αυτή την ιστορία.

Ακόμα κι η Ιστανμπούλ αποπνέει μια αίσθηση ανοίκειου.

Ταξιδεύω πολύ στην Ιστανμπούλ, που είναι τεράστια, ένας συνδυασμός χωρών.

Σαν ένα σύμπαν.

Περίπου. Ο επίσημος πληθυσμός της είναι 16 εκατομμύρια κάτοικοι, αλλά οι πιο πολλοί πιστεύουν ότι είναι πάνω από 20 εκατομμύρια.

Στη διάρκεια των ταξιδιών μου στην πόλη συναντώ ενδιαφέροντες ανθρώπους κι ενδιαφέρουσες τοποθεσίες, και όλα αυτά τροφοδοτούν το μυαλό μου όπως και τα σενάριά μου.

Οπότε αν θέλεις να πας στη Βαγδάτη, πιθανότατα μπορείς να τη βρεις και στην Ιστανμπούλ. Διατηρούμε τη Βαγδάτη στη νοοτροπία μας.

Αν και οι δύο πόλεις κατονομάζονται, έχεις, ωστόσο, την αίσθηση πως η πλοκή ξετυλίγεται σε μια τοποθεσία πέραν του χρόνου και του χώρου.

Αυτό ακριβώς μου αρέσει πολύ στη συγγραφή σεναρίων και μυθιστορημάτων, η αμφισημία.

Δίνω, εξάλλου, στον αναγνώστη και τον θεατή τη δυνατότητα ν’ αποκτήσουν μια εικόνα μέσω της φαντασίας τους. Θέλω να σκιαγραφήσω χαρακτήρες των οποίων το πορτρέτο θα ολοκληρώσεις εσύ.

Πρέπει πάντα να λείπει κάτι, που θα το συμπληρώσει ο αναγνώστης ή το κοινό.

Είναι σαν ένας χορός: δεν ξέρουμε τα βήματα, αλλά δίνω μια μελωδία και ας τον ξεκινήσουμε.

Μελωδία, ήχοι, μυρωδιές, ατμόσφαιρα: μια πολύ ιμπρεσιονιστική, παιχνιδιάρικη και, κατά καιρούς, χιουμοριστική ματιά στη συγγραφή.

Σ’ ευχαριστώ για το «χιουμοριστική». Αν εισέλθεις στη σκοτεινιά, μπορεί να βρεις κάτι διασκεδαστικό.

Το κωμικοτραγικό στοιχείο της αφήγησης.

Υπάρχει, βέβαια, τραγωδία, αλλά και ένα «άρωμα» κωμικών στοιχείων.

Το κωμικοτραγικό στοιχείο και της ζωής.

Ακριβώς, αυτό που βιώνουμε- ιδίως στη χώρα μου. (Γέλιο).

Ο τρελά ερωτευμένος με μια οπτασία Χασμέτ, ο πρωταγωνιστής σου, ετοιμάζεται να ξεκινήσει ένα επικίνδυνο ταξίδι προς κάπου- ή προς το πουθενά.

Η αφετηρία είναι αλλόκοτη: ένα όνειρο. Σε πολλά μυθιστορήματά μου ο κεντρικός χαρακτήρας ονειρεύεται, κι εμείς ακολουθούμε τα όνειρά του.

Στο τέλος της Οπτασίας αναρωτιόμαστε αν όλα όσα προηγήθηκαν ήταν ένα όνειρο.

Ονειρεύεσαι συχνά;

Όχι. Είναι αστείο που δεν μπορώ να θυμηθώ κανένα από τα όνειρά μου. Ονειρεύομαι καθώς γράφω, δημιουργώ τα δικά μου όνειρα. Ίσως γι’ αυτό δεν τα θυμάμαι.

Στον πρόλογο του μυθιστορήματος αναφέρεις πως κάποτε οι άνθρωποι απολάμβαναν το να ακούνε ιστορίες. Έχει χαθεί αυτή η απόλαυση με την πάροδο του χρόνου- η υπομονή τού να ακούς, να βλέπεις ή να διαβάζεις μια αφήγηση;

Μου αρέσει πολύ να προλογίζω ένας βιβλίο, αποτελεί άλλον ένα τρόπο να έρθω σε επαφή με τον αναγνώστη.

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου είναι ότι κανένας δεν έχει αρκετή υπομονή να διαβάσει κάτι.

Η συγκεκριμένη κατάσταση με ανησυχεί πολύ και σε σχέση με τις ταινίες. Υπάρχει πια ένα καινούριο είδος θεατή.

Είναι πολύ εύκολο να αποκτήσεις πρόσβαση σε εκατομμύρια φιλμ με ένα «κλικ». Αυτό δημιουργεί έναν κακομαθημένο θεατή. Απαιτεί κάτι, και το απαιτεί άμεσα. Αν δεν το αποκομίσει, πάει παρακάτω. Εκατομμύρια «παρακάτω».

Όλα συμβαίνουν τόσο γρήγορα, που το μυαλό μας ρυθμίζεται σ’ αυτή την ταχύτητα.

Όλα έχουν γίνει εύκολα: εύκολο άκουσμα, εύκολο διάβασμα, εύκολη θέαση. Αυτό περιορίζει το εύρος της αντίληψής μας.

Κι ο έρωτας; Παραμένει κινητήρια δύναμη, δύναμη αλλαγής- προσωπικής και συλλογικής;

Εξακολουθώ να κάνω αυτό που έκανα και παλαιότερα Δεν ξέρω πώς λειτουργεί. Το βασικό είναι να είσαι ειλικρινής.

Ως σκηνοθέτης, σεναριογράφος και μυθιστοριογράφος, πρέπει να συστήνεις τον εαυτό σου ως ειλικρινές πρόσωπο: να ανοίγεις τις παλάμες σου, να είναι άδειες, κι έπειτα να ξεκινάς ν’ αφηγείσαι.

Αυτό μόνο μπορώ να κάνω, όσο κι αν δημιουργεί προβλήματα στη σχέση μου με το κοινό. Αλλά δε με νοιάζει η άλλη πλευρά.

Ειλικρινής παραδοχή. Πώς αντιμετωπίζουν οι αναγνώστες σου τη δουλειά σου;

Τα βιβλία μου δεν είναι τόσο ευπώλητα, αλλά το κοινό μου είναι πολύ πιστό, πολύ υπομονετικό και περιμένει με ενθουσιασμό κάθε καινούρια μου δουλειά. (Γέλιο).

Τα περισσότερα μυθιστορήματά μου θεωρούνται από τα καλύτερα της αντίστοιχης χρονιάς. «Αγκαλιάζονται» από ανθρώπους που όντως ενδιαφέρονται για τη λογοτεχνία. Δεν είμαι και τόσο δημοφιλής, όμως.

Η πολιτικο-οικονομική κατάσταση στην Τουρκία επιδεινώνεται, με τις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών να εκτοξεύονται.

Πώς επηρεάζεται η αγορά βιβλίου, κι εσύ ως συγγραφέας;

Η βιβλιοπαραγωγή μειώνεται με την πάροδο του χρόνου, ενώ η τιμή του χαρτιού είναι πολύ υψηλή. Η έκδοση ενός βιβλίου είναι πλέον μια πολύ ακριβή διαδικασία, κι αυτό επηρεάζει τις πωλήσεις.

Όταν χρειάζεται να φας, το βιβλίο μετατρέπεται σε πολυτέλεια, το ξεφορτώνεσαι.

Όντας ένας αισιόδοξος/απαισιόδοξος και πνευματικά διαυγής άνθρωπος, ποια είναι η γνώμη σου για την υπόλοιπη κατάσταση στην Τουρκία;

Κινούνται τα πράγματα προς μια πιο ελπιδοφόρο κατεύθυνση;

Η πολιτικο-οικονομική κατάσταση επί του παρόντος είναι εξαιρετικά δύσκολη. Παντού γίνεται χειρότερη, αλλά εδώ με μεγαλύτερη ταχύτητα απ’ ό,τι αλλού.

Για να αισθανθείς ανακούφιση πρέπει, όμως, να υποφέρεις. Σήμερα διανύουμε ακριβώς αυτή την περίοδο. Ασφαλώς θα υπάρξει ένα τέλος, και θα ξεκινήσουμε εκ νέου.

Το πρόβλημα είναι πως βρισκόμαστε στο πιο σκοτεινό στάδιο αυτής της περιόδου. Πρέπει να είμαστε υπομονετικοί για να προσεγγίσουμε το τέλος της σκοτεινιάς.

Δεν ξέρω πότε θα έρθει, ωστόσο.

Δεν είσαι προφήτης με μαγικές δυνάμεις, άλλωστε, αλλά ένας πολύ ταλαντούχος και απλός άνθρωπος.

Το μόνο μαγικό που μπορώ να κάνω είναι να γράφω και να γυρίζω ταινίες. Κι αυτό προσφέρει άλλες πιθανότητες- και απιθανότητες.

Ευχαριστώ τον συγγραφέα για την ευγενική παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Το μυθιστόρημα του Tayfun Pirselimoğlu Η οπτασία κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Τσουκάτου σε μετάφραση του Θάνου Ζαράγκαλη.

Το βιβλίο παρουσιάζεται την Παρασκευή 28 Ιανουαρίου, 18:30, παρόντος και του συγγραφέα, στο βιβλιοπωλείο Πολίτης, Μαυρομιχάλη 84 και Καλλιδρομίου.



Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2022

Aχμάντ Μπαχραμί: «Ένας σκηνοθέτης είναι ένας εργάτης του πνεύματος»

 


«Παραβολή» για τις σχέσεις εξουσίας και «ρέκβιεμ» για την εργατική τάξη παγκοσμίως, η εικαστικά υποβλητική ταινία του Ιρανού Αχμάντ Μπαχραμί Έρημη Χώρα εξιστορεί ταυτόχρονα έναν καταδικασμένο έρωτα.

Με δύο βραβεία στο Φεστιβάλ της Βενετίας του 2020, προβάλλεται στα σινεμά από τις 20 Ιανουαρίου. Συνομιλώντας με τον σκηνοθέτη.

Η Έρημη Χώρα είναι ένας φόρος τιμής τόσο για τον πατέρα σου που υπήρξε βιομηχανικός εργάτης για τριάντα χρόνια, όσο και για τους εργάτες γενικότερα. Για μένα, είναι κι ένα «ρέκβιεμ» για την εργατική τάξη παγκοσμίως. Συμφωνείς;

Ο πατέρας μου ήταν εργάτης και δούλεψε για παραπάνω από τριάντα χρόνια με πολύ χαμηλό εισόδημα.

Ως παιδί, τον θυμάμαι να φεύγει για δουλειά αξημέρωτα και να επιστρέφει όταν είχε πια βραδιάσει, κι όμως το εισόδημά του δεν επαρκούσε για την οικογένειά του.

Όντας τόσο κοντά ως παιδί στα ζητήματα που οι εργάτες αντιμετώπιζαν σε καθημερινή βάση ανέκαθεν αναρωτιόμουν γιατί ο μισθός τους ήταν τόσο χαμηλός. Πού να φανταστώ ότι αυτό αφορούσε και σ’ άλλους εργάτες ανά τον κόσμο.

Η ταινία μου Έρημη Χώρα κουβαλά ένα οικουμενικό μήνυμα που απευθύνεται στους εργάτες όλου του κόσμου.

Οι εργάτες του εργοστασίου κατασκευής τούβλων που πρόκειται να κλείσει είναι διαφορετικών εθνοτήτων: Ιρανοί, Αζέροι, Κούρδοι. Γιατί αποφάσισες να αποτυπώσεις αυτή την ποικιλομορφία και τις εθνοτικές εντάσεις που αναδύονται;

Πρόθεσή μου ήταν να συνθέσω ένα cast χαρακτήρων διάφορων εθνοτήτων, περιλαμβανομένων Αζέρων και Κούρδων.

Ήθελα να δείξω πως υπάρχουν μερικές μικροδιαφορές ανάμεσα σε εθνότητες εντός διαφορετικών εθνικών ομάδων, γεγονός που οδηγεί σε παρεξηγήσεις και σύγκρουση.

Δυστυχώς, οι μάχες κι οι προκλήσεις των οποίων γινόμαστε μάρτυρες στη Μέση Ανατολή είναι βαθιά ριζωμένες σε τέτοιες διαφορές.

Ενώ κάποιος μπορεί να βρει εργάτες με διαφορετικές εθνικές καταβολές σε εργοστάσια τουβλοποιίας όπως αυτό όπου εκτυλίσσεται η ταινία μου, η τοποθεσία αναπαριστά επίσης συμβολικά την τρέχουσα κατάσταση σε Ιράν και Μέση Ανατολή.



Αν και διαρκώς υφίστανται εκμετάλλευση από το αφεντικό, οι εργάτες παραπονιούνται μόνο πίσω απ’ την πλάτη του και τείνουν ν’ αποδέχονται τη «μοίρα» τους στωικά αντί να παλεύουν όλοι μαζί για τα δικαιώματά τους.

Γιατί συμπεριφέρονται με έναν τόσο ηττοπαθή τρόπο;

Είναι αλήθεια, νομίζω. Στα σαράντα χρόνια που ζω στο Ιράν, πάντοτε προσπαθούσα να επιλύσω τα κοινωνικά ζητήματα της χώρας μου και της περιοχής απ’ όπου κατάγομαι, κυρίως ως σκηνοθέτης.

Γύρω στα είκοσί μου, ήμουν γεμάτος με ελπίδα για μια αλλαγή που μπορεί να ερχόταν στο κοντινό μέλλον. Ωστόσο, η εμπειρία τού να ζω υπό καθεστώς καταπίεσης επί πολλά χρόνια μετέτρεψε την ελπίδα μου σε απογοήτευση.

Την ίδια απογοήτευση βλέπω και στους ανθρώπους της χώρας μου.

Στο φιλμ μου προσπάθησα να μεταφέρω την ίδια ατμόσφαιρα που βιώνουν οι άνθρωποι της χώρας μου και της Μέσης Ανατολής.

Ο Λοτφολά, ο επιστάτης και ενδιάμεσος, είναι κομβική φυσιογνωμία στη μάχη για εξουσία που ξετυλίγεται, προσπαθώντας να βοηθήσει τους πάντες, μαζί και την Σαρβάρ, τον ανανταπόδοτο έρωτά του. Τι σηματοδοτεί ο χαρακτήρας του;

Ο χαρακτήρας του Λοτφολά αντιπροσωπεύει την ελπίδα ν’ αλλάξει η κοινωνία του και το μέλλον της κοινότητάς του, αλλά δυστυχώς στο τέλος απογοητεύεται. .

Ενσαρκώνει την κατάσταση άλλων εργατών του εργοστασίου. Από πολλές απόψεις, συμπυκνώνει τα συναισθήματα όλων των υπόλοιπων εργατών.

Η Σαρβάρ, πιο πραγματίστρια -ακόμα και κυνική-, επιλέγει ν’ ακολουθήσει το αφεντικό ως η προσωρινή σύζυγός του. Είναι συνήθης πρακτική αυτή, όταν οι εξωσυζυγικές σχέσεις είναι θέμα ταμπού στην ιρανική κοινωνία- και το σινεμά;

Βάσει του ισλαμικού νόμου που εφαρμόζεται στο Ιράν, οι εξωσυζυγικές σχέσεις απαγορεύονται και θεωρούνται αμαρτωλές. Υπάρχει μια πρακτική που αποκαλείται “sigha”, η οποία μεταφράζεται ως προσωρινός γάμος.

Βάσει, λοιπόν, των κανόνων που διέπουν τον προσωρινό γάμο, ένα ζευγάρι μπορεί προσωρινά να συμφωνήσει για το χρονικό διάστημα που μπορεί να παραμείνει μαζί.

Ένας τέτοιος γάμος, ο οποίος μπορεί να διαρκέσει από μια μέρα έως έναν χρόνο, είναι μια αποδεκτή πρακτική θεμελιωμένη στον ισλαμικό νόμο.

Στην ταινία μου, για το αφεντικό, που θέλει να έχει μια σεξουαλική σχέση με την υπάλληλό του, ο προσωρινός γάμος είναι η ευκολότερη λύση.

O Λοτφολά ανακτά τον πλήρη έλεγχο της ζωής και της «μοίρας» του προς το τέλος της ταινίας. Θα μπορούσε η επιλογή του να «διαβαστεί» ως πράξη απελπισίας ή εξέγερσης;

Η επιλογή του Λοτφολά είναι μια διαμαρτυρία ενάντια σ’ ένα σύστημα που αποσκοπεί στην κακομεταχείριση των ανθρώπων του.

Είναι μια εξεγερτική πράξη που δείχνει ότι ένα ολοκληρωτικό σύστημα δε λειτουργεί πια και πως οι πολίτες έχουν κουραστεί από την τρέχουσα κατάστασή τους.  

Επίσης, μ’ αυτόν τον τρόπο θέλει να απελευθερωθεί από την επανάληψη μέσα στην οποία νιώθει ότι έχει παγιδευτεί.

Καταδεικνύει, τέλος, πως αν ένα σύστημα δε διορθωθεί από μόνο του, πολλοί περισσότεροι σαν τον Λοτφολά θα καταλήξουν να προβούν στην ίδια ενέργεια.



Η τοποθεσία όπου γυρίστηκε η ταινία μοιάζει αρχέγονη, σχεδόν βιβλική- αλλά και τόσο σύγχρονη και διαχρονική όσο σύγχρονα και διαχρονικά είναι τα ζητήματα που θίγεις.

Γιατί επέλεξες τη συγκεκριμένη περιοχή και πόσο εξοικειωμένος είσαι μ’ αυτή;

Η Ιστορία της κατασκευής τούβλων στο Ιράν ανάγεται στα 7.000 χρόνια πριν. Εξοικειώθηκα βαθιά με τη ζωή των εργατών ενός τέτοιου εργοστασίου το οποίο βρισκόταν πολύ κοντά στο σπίτι όπου μεγάλωσα.

Αναφορικά με την αναζήτηση τοποθεσίας πριν την έναρξη της παραγωγής, επισκέφτηκα περίπου 400 εργοστάσια κατασκευής τούβλων για να βρω το κατάλληλο.

Η τοποθεσία όπου κατέληξα ήταν αρχέγονη κι αυτό μ' ενδιέφερε καθώς έψαχνα μια αίσθηση διαχρονικότητας για την ταινία μου.

Το φιλμ σου είναι βαθιά στοιχειακό σε ό,τι αφορά τη σύνδεσή του με τη γη. Θεωρείς τον εαυτό σου εργάτη στο πεδίο της κινηματογραφικής δημιουργίας; Ή η σκηνοθεσία είναι κυρίως διανοητική διαδικασία;

Νομίζω πως ένας σκηνοθέτης είναι ένας εργάτης του πνεύματος. Μ’ άλλα λόγια, θεωρώ τον εαυτό μου έναν εργάτη που εκπαιδεύτηκε και τώρα θέλει να αφηγηθεί τα ζητήματα που αντιμετώπισε στη ζωή του.

Οι σκηνοθέτες που με ελκύουν είναι εργάτες του πνεύματος.

Το Έρημη Χώρα φέρνει στον νου το σινεμά του Κουροσάβα και του Μπέλα Ταρ, καθώς και την εμβληματική ποιητική σύνθεση του Τ.Σ. Έλιοτ. Πού εντοπίζεις, λοιπόν, τις δικές σου κινηματογραφικές και λογοτεχνικές επιρροές;

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος είναι ένας από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες από την άποψη της αφήγησης, του ρυθμού και της δομής των ταινιών του. Επίσης, από την παιδική μου ηλικία πάντοτε με έλκυαν τα φιλμ του Κουροσάβα.

Αναφορικά με τη λογοτεχνία, η ποίηση του Τ.Σ. Έλιοτ σίγουρα επηρέασε τον τρόπο που μεταδίδω συναισθήματα στις ταινίες μου.

Ο σκηνοθέτης, ωστόσο, με τον οποίο επιθυμούσα βαθιά να μοιάσω ήταν ο Αμπάς Κιαροστάμι. Όταν ήμουν νέος, είχα την ευκαιρία να συμμετάσχω σ’ ένα από τα εργαστήριά του.

Μετά τον Κιαροστάμι έχω επηρεαστεί από το δυτικοευρωπαϊκό σινεμά και τον Μπέλα Ταρ. Ο Πάβελ Παβλικόφσκι και ο Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ είναι επίσης αγαπημένοι σκηνοθέτες που θαυμάζω βαθιά.



Σε αντίθεση με την υπαρξιακή, συναισθηματική και εργασιακή «ξηρασία» που αποτυπώνεται στο φιλμ σου, το ιρανικό σινεμά εξακολουθεί να ευημερεί κόντρα σ’ όλους τους οιωνούς- εσωτερικής και εξωτερικής φύσης.

Πώς ερμηνεύεις την αντοχή, την ευρηματικότητα και την ικανότητά του να εκπλήσσει ακόμα;

Νομίζω ότι αυτό οφείλεται σε δύο κυρίως λόγους.

Πρώτον, ως σκηνοθέτες από τη Μέση Ανατολή αντιμετωπίζουμε πολλά ζητήματα και διλήμματα σχετικά με τα οποία αξίζει να φτιάξουμε μια ταινία. Οπότε η εύρεση ιστοριών δεν αποτελεί πρόβλημα.

Δεύτερον, λόγω της μακράς και πλούσιας κινηματογραφικής Ιστορίας του Ιράν. Λίγα χρόνια αφότου εφευρέθηκε η κάμερα εισήχθη στο Ιράν. Η παράδοση της δημιουργίας φιλμ ασκείται, λοιπόν, στη χώρα για παραπάνω από έναν αιώνα.

Ως σκηνοθέτης, έχω, επομένως, μια γόνιμη κινηματογραφική κληρονομιά και υπέροχους οπτικούς πόρους στους οποίους μπορώ να ανατρέξω.

Θα ήθελα, τέλος, να σας ευχαριστήσω για την προβολή της ταινίας μου στην Ελλάδα και για την εκπληκτική συνέντευξη μαζί μου.

Ευχαριστώ θερμά την Σοφία Αγγελίδου από την One from the Heart για την πολύτιμη συνδρομή της στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Η ταινία του Αχμάντ Μπαχραμί Έρημη Χώρα προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 20 Ιανουαρίου (Αθήνα) και 27 Ιανουαρίου (Θεσσαλονίκη) σε διανομή της One from the Heart.



Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2022

Λουάν Ράμα: «Εκείνο που θεωρώ σημαντικό είναι η αναζήτηση της αλήθειας»

 


Συγγραφέας, ποιητής, δημοσιογράφος και κινηματογραφιστής, ο Αλβανός Λουάν Ράμα αποτίει με την ποιητική συλλογή Πόρτο Παλέρμο- Οι λέξεις της πέτρας και άλλα ποιήματα φόρο τιμής στους έγκλειστους-θύματα του καθεστώτος του Χότζα.

Συζητώντας μαζί του με αφορμή την έκδοση του -συχνά σπαρακτικού- βιβλίου του στα ελληνικά πριν από μερικούς μήνες.

Eίστε ένας εξαιρετικά παραγωγικός και στλιστικά ποικιλόμορφος συγγραφέας, καταπιανόμενος με την ποίηση, το μυθιστόρημα, το σενάριο, το δημοσιογραφικό άρθρο και την κριτική τέχνης.

Υπάρχει ένα στοιχείο που ενοποιεί αυτές τις πoικίλες προσεγγίσεις στη γραφή;

Το ενοποιητικό στοιχείο στο οποίο αναφέρεστε είναι η αγάπη για τη λογοτεχνία και την τέχνη.

Ένα πάθος και μια αναζήτηση του ωραίου στο δράμα του καθημερινού ανθρώπινου βίου που εκδηλώθηκε νωρίς μέσα μου, καθώς και η επιθυμία να αντιλαμβάνομαι τούτη τη ζωή όσο περισσότερο ειρηνική, όμορφη, ανθρώπινη και αλληλέγγυα γίνεται.

To Πόρτο Παλέρμο- Οι λέξεις της πέτρας και άλλα ποιήματα είναι αφιερωμένο στον Κασέμ Ντέμι, έγκλειστο της διαβόητης φυλακής του Σπατς στην Αλβανία. Υπήρξε φίλος σας;

O Κασέμ Ντέμι ήταν ένας αντιφασίστας αγωνιστής του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Μετά την απελευθέρωση, ο Ντέμι ακολούθησε πολλούς άλλους νεαρούς Αλβανούς για σπουδές στην Ανατολική Ευρώπη, στη Μόσχα, στη Βουδαπέστη, στην Πράγα, στη Σόφια και αλλού.

Ο ίδιος πήγε στη Βαρσοβία. Εκεί γνώρισε και ερωτεύτηκε μια Πολωνή την οποία έφερε μαζί του πίσω στην Αλβανία, παντρεύτηκαν και απέκτησαν δυο παιδιά.

Ύστερα, όμως, από τη ρήξη μεταξύ Τιράνων και Μόσχας στις αρχές της δεκαετίας του ’60, η Αλβανία αποχώρησε από το σοσιαλιστικό στρατόπεδο με αποτέλεσμα την αυτοαπομόνωσή της.

Ο Ενβέρ Χότζα φοβόταν μια στρατιωτική επέμβαση των χωρών-μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας παρόμοια με εκείνη στην Ουγγαρία λίγα χρόνια νωρίτερα.

Έτσι, όλες οι ξένες γυναίκες που είχαν παντρευτεί Αλβανούς αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα ως εν δυνάμει «κατάσκοποι» στην υπηρεσία του σοβιετικού ρεβιζιονισμού.

Πρόκειται για εκατοντάδες γυναίκες, με ή χωρίς παιδιά. Κάποιες καταδικάστηκαν σε δίκες-παρωδία και φυλακίστηκαν. Η Ιρένα, η σύζυγος του Κασέμ, αρνήθηκε να φύγει και παρέμεινε στα Τίρανα.

Ως ένας ουτοπιστής αγωνιστής, ο Κασέμ δεν αποδέχθηκε τον χωρισμό και, κατά συνέπεια, καταδικάστηκε, φυλακίστηκε και πέθανε στη φυλακή μετά από πολλά χρόνια. Η σορός του δε βρέθηκε ποτέ.

Χρησιμοποιώντας την ποιητική φόρμα και ενσωματώνοντας στοιχεία διηγήματος και δοκιμίου, το Πόρτο Παλέρμο... είναι ένας σπαρακτικός φόρος τιμής στους απλούς Αλβανούς που πέθαναν στις φυλακές του Χότζα- και σ’ όσους επέζησαν.

Είναι η διατήρηση της «μνήμης του πόνου», στην οποία αναφέρεστε σ’ αυτό το βιβλίο, ένας από τους κύριους στόχους της (δικής σας) ποίησης;

Επισκέφθηκα πρώτη φορά το οχυρό του Πόρτο Παλέρμο μετά την πτώση του ολοκληρωτισμού στην Αλβανία.

Είδα τις κατακόμβες όπου φυλάκισαν τους άντρες, γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένους, όλοι τους «ένοχοι» για το έγκλημα να ανήκουν στις οικογένειες των αντιφρονούντων.

Πρόκειται για μια συγκλονιστική εμπειρία που αμέσως με ενέπνευσε και παρακίνησε να τη στιχοποιήσω. Η παρούσα ποιητική έκδοση είναι ένας φόρος τιμής προς εκείνους.

Αναζήτησα και βρήκα κάποια από τα πρόσωπα αυτά, συζήτησα μαζί τους στην Ιταλία, τη Γερμανία ή στην Αμερική όπου ξενιτεύτηκαν τη δεκαετία του ’90.

Οι αναμνήσεις τους είναι ανατριχιαστικές. Κάποιοι εξ αυτών κράτησαν φωτογραφίες των ίδιων από τον καιρό εκείνο στο οχυρό.

Και σε ποιον βαθμό έχει η προσωπική σας εμπειρία υπάρξει παρόμοια με εκείνη των συμπατριωτών σας διαφορετικών ηλικιών που κυριαρχούν στις σελίδες του Πόρτο Παλέρμο...;

Η προσωπική μου εμπειρία δεν ήταν παρόμοια με εκείνη των εξόριστων, παρ’ όλο που κάποια πρόσωπα κοντά στην οικογένειά μου κατέληξαν σε φυλακές, απέδρασαν από τη χώρα ή στήθηκαν μπροστά από το εκτελεστικό απόσπασμα.

Καθώς ήμουν μέλος οικογένειας ενός «ήρωα του λαού», του θείου μου που σκοτώθηκε στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οικογένειά μου έχαιρε το σεβασμό της κοινωνίας.

Ο πατέρας μου, ένας ιδεαλιστής ο οποίος πολέμησε κατά των Γερμανών, είδε τα όνειρά του όχι μόνο να γκρεμίζονται αλλά στη θέση τους να οικοδομείται ένα σύστημα ολοκληρωτικής καταπίεσης των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Περιγράφετε τον αλβανικό λαό ως «δαντικό». Γιατί;

Αποκαλώ τον αλβανικό λαό έναν «δαντικό λαό» διότι η πραγματικότητά του ήταν παρόμοια με εκείνη της «Κόλασης» στη Θεία Κωμωδία ή του Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ του Σολζενίτσιν.

Ο ηγέτης μας επιθυμούσε την εφ’ όρου ζωής εξουσία και, σαν τον Στάλιν, παρέμεινε στον «θρόνο» του μέχρι τον θάνατό του. Η παράνοια της επιθυμίας αυτής τον έσπρωξε να διαπράξει εγκλήματα κατά των συμπατριωτών του.

Αφημένο στις δυνάμεις της φύσης -και της λήθης- το εξίσου διαβόητο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Μακρονήσου «απολαμβάνει» παρόμοια «μοίρα» με το Πόρτο Παλέρμο.

Έχω διαβάσει για το στρατόπεδο της Μακρονήσου και τους Έλληνες αριστερούς εξόριστους, είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ και το στρατόπεδο προσφύγων του Λαυρίου.

Και τα δύο θυμίζουν μέχρι ενός βαθμού εκείνο του Πόρτο Παλέρμο.

Στην Αλβανία, όμως, η πραγματικότητα ήταν πολλάκις πιο βάρβαρη, καθώς μαζί με τον καταδικασμένο στη χώρα μου εξορίζονταν και τα μέλη της οικογένειάς του, η οποία περνούσε αυτόματα στο κοινωνικό περιθώριο.

Τούτο δε συνέβη στην Ελλάδα. Εκεί έγκειται και η ομοιότητα μεταξύ Πόρτο Παλέρμο και Μακρονήσου: οι καταδικασμένοι δεν εκτελούνταν, σε αντίθεση με ότι συνέβαινε στις φρικτές φυλακές του Μπουρέλ ή του Σπατς.

Mου φαίνεται ότι όσοι βρίσκονται στην εξουσία -ανεξαρτήτως πολιτικού προσανατολισμού- «επενδύουν» στη λήθη ή την εργαλειοποίηση της ιστορικής μνήμης, για να εξυπηρετήσουν την ατζέντα τους. Συμφωνείτε;

Το φαινόμενο που περιγράφετε δεν είναι ασυνήθιστο στις χώρες με «νεογέννητο» και εύθραυστο δημοκρατικό σύστημα, με τα κόμματα εκείνα της εξουσίας που τα βαραίνει η κληρονομιά του ολοκληρωτισμού να επιδιώκουν την εργαλειοποίηση της Ιστορίας και την παραμόρφωσή της προς ίδιον όφελος.

Αποκρύπτουν ή εξαφανίζουν τα κρατικά αρχεία καθώς πολλοί ανάμεσά τους ήταν μέλη και πράκτορες του προηγούμενου συστήματος, καταδότες στην υπηρεσία της βίας.

Η κληρονομιά αυτή πιθανόν θα συνεχίζει να υπάρχει για την επόμενη δεκαετία, έως ότου, με την εμφάνιση φρέσκων πολιτικών προσώπων, να κοπεί δια παντός ο ομφάλιος λώρος που συνδέει την παρούσα γενιά πολιτικών με το παρελθόν.

Εκείνο που εγώ θεωρώ σημαντικό είναι ο φόρος τιμής προς τα θύματα του καθεστώτος, η αναζήτηση της αλήθειας, η ιστορική μαρτυρία και η δημοσιοποίησή της έτσι ώστε το χθες να αποτελέσει αναφορά για το αύριο.

Υπάρχουν «αντηχήσεις» του Ρίτσου και του Λειβαδίτη στο Πόρτο Παλέρμο... Έχετε συνειδητά επηρεαστεί από τους συγκεκριμένους ποιητές, ανάμεσα σε άλλους;

Έχω διαβάσει και τους δυο αυτούς ποιητές και ομολογώ πως τους αγαπώ πολύ.

Το ποίημα του Ρίτσου Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο ήταν από τα αγαπημένα μου ως φοιτητής, μαζί με το ποιητικό έργο του Λόρκα.

Αργότερα διάβασα τους Ελυάρ, Νερούδα και Αραγκόν.

Έχω μεταφράσει από τα γαλλικά στα αλβανικά ποίηση του Ρίτσου και έχω γράψει για το έργο του που παραμένει για εμένα διαρκής αναφορά. Το ίδιο και ο Σεφέρης, ο οποίος διετέλεσε πρόξενος της Ελλάδας στη δεκαετία του ’30, στην πόλη της Κορυτσάς.

Ζείτε στο Παρίσι. Πώς εξελίχθηκε η σταδιακή προσαρμογή σας σ’ ένα -ολότελα, ίσως- διαφορετικό κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον; Θεωρείτε τη Γαλλία «δεύτερη πατρίδα» σας ή μερικές φορές νιώθετε σαν ξένος;

Ζω στο Παρίσι τα τελευταία 30 χρόνια. Η Γαλλία είναι μια χώρα που θαύμαζα από την εφηβεία μου. Ήταν ένας τόπος της φαντασίας μου τον οποίο θεωρούσα αδύνατο κάποτε να επισκεφτώ.

Με τις αλλαγές της πολιτικής πραγματικότητας, όμως, αυτό έγινε εφικτό. Η Γαλλία αποτελούσε τα χρόνια εκείνα το μοναδικό παράθυρο προς τον κόσμο.

Η γαλλική λογοτεχνία, ιδιαίτερα εκείνη του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, είχε ισχυρή παρουσία στην Αλβανία. Δεν συνέβαινε το ίδιο, φυσικά, με τον σουρεαλισμό και τις πρωτοποριακές τέχνες οι οποίες ήταν απαγορευμένες.

Μπορώ να πω πως η Αλβανία ήταν μια χώρα «γαλλόφωνη».

Στο Παρίσι του 1991, σε συζητήσεις για την τέχνη και τη λογοτεχνία της χώρας οι Γάλλοι συνομιλητές μου απορούσαν με το γεγονός ότι κάποιος από ένα μέρος τόσο απομονωμένο όσο η Αλβανία ήταν δυνατόν να είναι τόσο εξοικειωμένος με τη γαλλική κουλτούρα.

Η ζωή σ’ αυτή τη μητρόπολη του πολιτισμού ήταν άκρως ενδιαφέρουσα, «μια ατελείωτη γιορτή», όπως έλεγε ο Χέμινγουεϊ.

Η βιβλιοφιλία και τα βιβλιοπωλεία, οι αναρίθμητες εκθέσεις, οι συναυλίες, το θέατρο και ο κινηματογράφος, όλα αποτελούν μια διαρκή και ασταμάτητη πηγή έμπνευσης για κάθε φιλότεχνο.

Διαμορφώνει κάποιος διαφορετικό γούστο, ευρυμάθεια, αναπτύσσει νέα οπτική για τις τέχνες, είτε είναι καλλιτέχνης είτε απλός θεατής.

Δεν αισθάνομαι καθόλου ξένος στο Παρίσι. Μπορώ να πω πως γνωρίζω την πόλη και την Ιστορία της καλύτερα από πολλούς Παριζιάνους.

Για να είμαι ειλικρινής, θεωρώ τον εαυτό μου έναν διαμεσολαβητή μεταξύ των δυο χωρών, ένα θέμα που επεκτείνω σε ένα βιβλίο με τίτλο Η γέφυρα μεταξύ των δυο ακτών.

Ένα σημαντικό μέρος του μυθοπλαστικού και ιστορικού μου έργου είναι συνδεδεμένο με γεγονότα και επεισόδια Αλβανών μεταναστών στη Γαλλία. Μεταφράζω, επίσης, γαλλική λογοτεχνία στα αλβανικά και αντίστροφα.

Ευχαριστώ θερμά την Ελένη Παπακώστα (Εκδόσεις Αποστακτήριο) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Η ποιητική συλλογή του Λουάν Ράμα Πόρτο Παλέρμο- Οι λέξεις της πέτρας και άλλα ποιήματα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Αποστακτήριο σε μετάφραση του Γιώργου Μόσκο.