Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2021

Σ.Ε. Χίντον: «Δεν μπορείς να γράφεις πατερναλιστικά»

 


«Κοφτερό», συγκινητικό, τραχύ και τρυφερό, το μυθιστόρημα The Outsiders της Σ.Ε. Χίντον, η ιστορία μιας ομάδας νεαρών απόκληρων στην αμερικανική ενδοχώρα της δεκαετίας του ’60, καθόρισε το είδος της νεανικής λογοτεχνίας.

54 χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά. Μια συζήτηση με την συγγραφέα.

Το The Outsiders είναι ένα πρωτόγνωρο μυθιστορηματικό ντεμπούτο, κι όχι μόνο γιατί -πέραν της πλειονότητας των ηρώων/ηρωίδων του- ήσασταν κι εσείς έφηβη όταν ξεκινήσατε να το γράφετε.

Υποθέτοντας ότι δε μεγαλώσατε σε μη προνομιούχο περιβάλλον, γιατί αποφασίσατε να καταπιαστείτε μυθοπλαστικά με κάποιους από τους outsiders της εποχής;

Όντως μεγάλωσα στο North Side της Τάλσα. Όχι σε απόλυτη φτώχεια, αλλά σίγουρα δεν υπήρξα προνομιούχα. Η «συμμορία» στο The Outsiders εμπνέεται από μια ομάδα φίλων μου.

Όχι μόνο αποφασίσατε να ασχοληθείτε μυθοπλαστικά με κάποιες από τις ιστορίες τους, αλλά και υιοθετήσατε την πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Ταυτιζόσασταν σε κάποιον βαθμό με τον χαρακτήρα του Πόνιμποϊ Κέρτις;

O Πόνιμποϊ Κέρτις είναι ο πλησιέστερος χαρακτήρας βασισμένος στον εαυτό μου που έχω συνθέσει. Η ονειροπόλησή του, το πάθος του για το διάβασμα, η εκτίμηση της φύσης στη λογοτεχνία είναι κοντά στη δική μου προσωπικότητα.

Προοριζόταν το μυθιστόρημά σας να λειτουργήσει ως προειδοποίηση; Ή ήταν πιο πολύ προϊόν μιας αυθόρμητης διαδικασίας, ενός «ρεύματος συνείδησης»;

Εμπνεύστηκα από την κοινωνική συγκυρία του λυκείου όπου φοιτούσα, το οποίο ήταν διαχωρισμένο σε μικρές «ομάδες». Το θεωρούσα ανόητο αυτό. Είχα φίλους σε όλες τις ομάδες.

Το βιβλίο σας χρωστάει πολλά στον Φύλακα στη Σίκαλη του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, στον πρώιμο Κέρουακ -τουλάχιστον στιλιστικά- και στην ποίηση του Ρόμπερτ Φροστ, ανάμεσα σε άλλες επιρροές.

Είχατε την ευκαιρία να εντρυφήσετε πράγματι ή να συναντήσετε αυτούς τους συγγραφείς;

Δε διάβασα τον Φύλακα στη Σίκαλη ή οποιοδήποτε βιβλίο του Κέρουακ παρά μόνο πολύ καιρό αφότου είχα γράψει το The Outsiders, οπότε δεν είχα επηρεαστεί από κανέναν από τους δύο.

Διάβασα το ποίημα Nothing Gold Can Stay του Ρόμπερτ Φροστ στη δευτέρα λυκείου, τον καιρό που έγραφα το The Outsiders, και αποφάσισα να το συμπεριλάβω στο βιβλίο.

Περιττό να πω, ποτέ δε συνάντησα ούτε είχα αλληλεπίδραση με οποιονδήποτε από αυτούς τους συγγραφείς.

Μέσω του The Outsiders βοηθήσατε στον επαναπροσδιορισμό της νεανικής ενήλικης λογοτεχνίας εκείνης της περιόδου- και πιθανόν των δεκαετιών που ακολούθησαν.

Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις, χαρές και παγίδες που μπορεί κάποιος να βιώσει καταπιανόμενος μ' αυτό το είδος;

Το καλό με τη συγγραφή μυθιστορημάτων σχετικά με νεαρούς ενήλικες είναι ότι τα χρόνια της εφηβείας είναι μια συναρπαστική περίοδος στη ζωή- τα ιδανικά σου συγκρούονται με την ενήλικη πραγματικότητα του συμβιβασμού.

Αλλά δεν μπορείς να γράφεις πατερναλιστικά, γιατί οι αναγνώστες θα αντιληφθούν τα όποια ψέματα.

Πολλά βιβλία σας, συμπεριλαμβανομένου κι αυτού, έχουν διασκευαστεί κινηματογραφικά. Πώς σχετίζεστε προσωπικά με το σινεμά ως θεατής και πώς κύλησε η συνεργασία σας με τους αντίστοιχους σκηνοθέτες, όπως ο Κόπολα;

Ανέκαθεν αγαπούσα τις ταινίες, που αποτελούν μια εκδοχή αφήγησης ιστοριών.

Υπήρξα πολύ τυχερή που συνεργάστηκα τόσο με τον Τιμ Χάντερ (TEX) όσο και με τον Φράνσις Φορντ Κόπολα (The Outsiders, Rumble Fish), οι οποίοι κατανόησαν τα βιβλία μου και αγκάλιασαν τη συνεισφορά μου.

Φαίνεται ότι δεν έχετε εκδώσει κάποιο καινούριο μυθιστόρημα για περισσότερα από 25 χρόνια. Δουλεύετε ακόμα πάνω σε λογοτεχνικές ιδέες ή διοχετεύετε τη δημιουργικότητά σας προς άλλες κατευθύνσεις;

Έχω αφιερώσει πολύ χρόνο τα τελευταία χρόνια στη συγγραφή σεναρίων αντί βιβλίων, αν και δουλεύω πάνω σε ένα μυθιστόρημα κατά διαστήματα. Ίσως κάποτε το τελειώσω.

Σε σχέση με την προηγούμενη ερώτησή μου, αν ποτέ αποφασίσετε να επανέλθετε στο The Outsiders ή ακόμα και να γράψετε ένα «σίκουελ» σ’ αυτό, ποιοι θα μπορούσαν να είναι οι σημερινοί outsiders, εντός και εκτός Η.Π.Α.;

Ένα πράγμα για το οποίο είμαι σίγουρη είναι ότι ποτέ δε θα επανέλθω στο The Outsiders, ούτε θα γράψω το σίκουέλ του. Η ιστορία τελειώνει εκεί που πρέπει. Λέει αυτά που προορίζεται να πει. Πρέπει να ξέρεις πότε να σταματάς να βελτιώνεις κάτι.

Αν και φαντάζομαι ότι το The Outsiders έχει εκδοθεί στα ελληνικά στο παρελθόν, έχει περάσει καιρός από την τελευταία φορά που ήταν διαθέσιμο εδώ. Πώς βιώνετε κάθε νέα μετάφραση αυτού ή του οποιουδήποτε βιβλίου σας;

Πάντα μου προκαλεί έξαψη κάθε νέα μετάφραση. Οι αντιδράσεις είναι υπέροχες. Φαίνεται ότι παντού στον κόσμο οι άνθρωποι ατενίζουν το ίδιο ηλιοβασίλεμα!

Να παραμένεις χρυσός!

Το μυθιστόρημα της Σ.Ε. Χίντον The Outsiders κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων σε μετάφραση του Γιάννη Καψόπουλου.



Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2021

Nathalie Álvarez Mesén: «Με ενδιαφέρει το πώς η γυναίκα ξεφορτώνεται την πατριαρχία»

 

Nathalie Álvarez Mesén (Φωτογραφία: Esteban Chinchilla)

Μια θρησκευόμενη σαραντάχρονη ανακαλύπτει τον εαυτό της και αφυπνίζεται σεξουαλικά στην ασυνήθιστη, ξεχωριστή ταινία Η Κλάρα μόνη, σε σκηνοθεσία της κοσταρικάνικης καταγωγής Nathalie Álvarez Mesén.

Το φιλμ απέσπασε τον Αργυρό Αλέξανδρο στο 62ο ΦΚΘ και προβάλλεται στο πλαίσιο του 5ου Φεστιβάλ wift.gr (24-28 Νοεμβρίου). Μια κουβέντα με την σκηνοθέτρια.

Είσαι σκηνοθέτρια κοσταρικάνικης καταγωγής και σουηδικής υπηκοότητας. Ιδιαίτερο «χαρμάνι», ομολογουμένως! Θα ήθελες να μου πεις περισσότερα για το υπόβαθρό σου;

Γεννήθηκα στη Σουηδία, αλλά η μητέρα μου είναι Κοσταρικανή κι ο πατέρας μου Ουρουγουανός. Όταν ήμουν έξι-εφτά χρονών μετακομίσαμε στην Κόστα Ρίκα, όπου έγινα άνθρωπος και πήγα  σχολείο.

Έπειτα γύρισα στη Σουηδία για να σπουδάσω θέατρο παντομίμας, σωματικό θέατρο.

Οπότε το θέατρο αποτελεί το σημείο εκκίνησης της ενασχόλησης σου με τις τέχνες.

Στη συνέχεια καταπιάστηκα με τη συγγραφή σεναρίων και έλαβα το master μου στη συγγραφή σεναρίων από το Πανεπιστήμιο Columbia στις Η.Π.Α.

Πώς συναντιούνται αυτοί οι «κόσμοι», του σωματικού θεάτρου και του κινηματογράφου, στην περίπτωσή σου;

Με ενδιαφέρει η εξερεύνηση των λεπτομερειών, και ήθελα να το κάνω με τη βοήθεια της κάμερας.

Από την άλλη, υπήρχε το ζήτημα της γλώσσας.

Μετακομίζοντας στην Κόστα Ρίκα, όπου έκανα πολύ θεατρικό αυτοσχεδιασμό, ξέχασα τα σουηδικά μου.

Στη συνέχεια, μέσα από τις σύντομες ανθρωπολογικές σπουδές μου εντυπωσιάστηκα από τα εθνογραφικά ντοκιμαντέρ που παρακολούθησα, και κατόπιν εγγράφηκα σε κινηματογραφική σχολή για δύο χρόνια.

Τώρα χρησιμοποιώ τα εργαλεία του θεάτρου παντομίμας για να φτιάχνω ταινίες.

Η απόσταση ανάμεσα στα δύο είναι πολύ μικρή: και τα δύο έχουν οπτικό χαρακτήρα και είναι προσανατολισμένα στον ήχο.

Το Η Κλάρα μόνη, μεγάλου μήκους ντεμπούτο σου μυθοπλασίας, είναι μια ιστορία για μια γυναίκα στον δρόμο της αυτο-ανακάλυψης και της σεξουαλικής αφύπνισης/απελευθέρωσης.

Και αυτοθεραπείας.

Wendy Chinchilla Araya


Η ενσάρκωση του χαρακτήρα της υποστηρίζεται από την θαυμάσια ηθοποιό Wendy Chinchilla Araya, που δεν είναι καν επαγγελματίας.

Είναι τώρα!

Πού την ανακάλυψες;

Ήξερα ότι υπήρχε από την περίοδο που παρακολουθούσα χορευτικές παραστάσεις.

Όταν την εντόπισα ως συμμετέχουσα σε μια από αυτές, αφότου είχα επιστρέψει στην Κόστα Ρίκα, «έλαμπε» πιο πολύ από κάθε άλλο άτομο.

Δεν μπορείς να σταματήσεις να την παρακολουθείς, και το εύρος των κινήσεών της είναι απίστευτο.

Την κάλεσα για casting, λοιπόν, ήταν η δεύτερη, και την ερωτευτήκαμε. Το αρχικό σενάριο δεν της ταίριαζε, όμως, γιατί αφορούσε σε άτομο νεότερης ηλικίας. Κι έτσι άρχισα να το ξαναγράφω, με εκείνη στο μυαλό μου.

Πολλούς μήνες αργότερα είχαμε στα χέρια μας ένα καλύτερο σενάριο, και στη συνέχεια η Wendy συμμετείχε στο casting των υπόλοιπων χαρακτήρων, τους οποίους βρήκαμε στον δρόμο, σε πανηγύρια ή μέσω Facebook.

Στην Κόστα Ρίκα γυρίστηκε το φιλμ;

Ναι, σχετικά κοντά στην πρωτεύουσα. Η τοποθεσία μοιάζει ακατέργαστη, αλλά δεν ήμασταν στη μέση του πουθενά.

Ήταν σημαντικό για σένα να γίνουν τα γυρίσματα στη χώρα;

Δεν έκανα την ταινία απλά και μόνο για να τη γυρίσω εκεί, αλλά όταν άρχισα να γράφω το σενάριο, ήταν σαφές ότι η πρωταγωνίστρια καταγόταν από την Κόστα Ρίκα.

Μεγάλο μέρος του φιλμ βασίζεται, εξάλλου, σε μνήμες δικές μου όσο και της συν-σεναριογράφου Maria-Camila Arias, η οποία έχει κολομβιάνικη καταγωγή.

Ήθελα, επίσης, να είμαι μέρος της κοσταρικάνικης κινηματογραφικής βιομηχανίας, που τώρα αναπτύσσεται. Κι αυτό είναι συναρπαστικό.

Κι ο χαρακτήρας της Κλάρα είναι συναρπαστικός. Σπάνια συναντάμε στη μεγάλη οθόνη χαρακτήρες τόσο ασυνήθιστους, δυσερμήνευτους και περίπλοκους.

Θα ήθελες να μου μιλήσεις για τα ενδιαφέροντα, τις επιθυμίες και την ανάγκη της να ανοιχτεί και να μεταφερθεί κάπου αλλού- κυριολεκτικά και μεταφορικά;

Δύσκολη ερώτηση.

Ο χαρακτήρας της Κλάρα αποτελεί προϊόν επεξεργασίας ενός ερωτηματολογίου στο πλαίσιο των κινηματογραφικών σπουδών μου.

Την ανακάλυπτα για μεγάλο χρονικό διάστημα -πρώτα μόνη μου και στη συνέχεια μαζί με την Wendy-, κι ίσως ακόμα δε γνωρίζω όλα τα μυστικά της.

Σε μεγάλο βαθμό θέλει να σπάσει το «καλούπι» της αγνότητας και των πατριαρχικών παραδόσεων που μας έχουν κληρονομηθεί κοινωνικά- στην περίπτωσή της, πιο πολύ από γυναικεία πρότυπα.

Wendy Chinchilla Araya


Ενδιαφέρον που το επισημαίνεις, γιατί, στην περίπτωση της Κλάρα, η καταπίεση που υφίσταται δεν προέρχεται από άντρες, αλλά κυρίως από την μητέρα της.

Δεν προέρχεται από άντρες, αλλά από μια κοινωνία κυριαρχούμενη από άντρες.

Από μια πατριαρχικά δομημένη κοινωνία.

Ακριβώς. Από το χέρι της μητέρας, αλλά με το μυαλό της πατριαρχίας.

Οπότε αρχίσαμε να την «ανασκάπτουμε» ως χαρακτήρα, και σε έναν βαθμό αποτελεί συμπύκνωση πραγμάτων που όλοι επιθυμούμε.

Βρίσκεται σε μια θέση μέσα από την οποία υποτίθεται πως πρέπει να θεραπεύσει άλλους ανθρώπους, αλλά ποτέ δεν είχε τον χρόνο να θεραπεύσει τον εαυτό της.

Στην ίδια θέση τοποθετούμαστε -όχι αποκλειστικά- ως γυναίκες λόγω της εικόνας της άγιας και άσπιλης μητέρας. Η Κλάρα μοιάζει ακόμα πιο άγια.

Αυτή η αγιότητα αντικατοπτρίζεται και στο λευκό άλογο.

Και οι δύο χαρακτήρες ανακαλύπτουν -ή ανακαλύπτουν εκ νέου- αυτό που πάντα ήξεραν ότι είναι και είχαν καταπιέσει.

Πάντα το ήξεραν, αλλά πρώτα έπρεπε να αποβάλουν όλα τα στρώματα της κοινωνικής καταπίεσης.

Γι’ αυτό και είναι σημαντικό που η ταινία είναι γυρισμένη σε φυσικό περιβάλλον.

Γιατί, λοιπόν, είναι τόσο έντονη η σύνδεση με τη φύση, τη γη, το χώμα;

Ήθελα η ταινία να είναι πολύ γειωμένη. Ως αποτέλεσμα αυτής της επιθυμίας ήταν και η πρωταγωνίστρια πολύ γειωμένη. Η μόνη συμβιωτική σχέση στη ζωή της είναι με τη φύση και τα ζώα. Μόνο αυτή κι αυτά δεν απαιτούν κάτι από εκείνη.

Στη φύση, εξάλλου, είσαι με τον εαυτό σου, δε χρειάζεται να υποδυθείς κάποιον ρόλο. Γι’ αυτό και νιώθεις τόσο απελευθερωμένη εκεί.

Και αφήνεσαι.

Σε κάποιες κοινωνίες είμαστε πολύ επικεντρωμένες στο να διαχωρίζουμε τον εαυτό και το σώμα μας από τη φύση. Η Κλάρα αντιμετωπίζει τον εαυτό της και τη φύση ως ένα.

Wendy Chinchilla Araya


Η επανασύνδεση με τη φύση αποτυπώνεται στο φιλμ υπέροχα όσο και υπαινικτικά.

Θα ήθελα, όμως, να θίξω το ζήτημα της θρησκείας, μια ακόμα κυρίαρχη αναφορά. Είναι κυρίαρχο στοιχείο και στην καθημερινότητα των Κοσταρικανών;

Η θρησκεία είναι παρούσα ακόμα και σε περιπτώσεις οικογενειών που δεν είναι θρησκευόμενες.

Έχει την τάση να εισχωρεί σταδιακά στις παραδόσεις. Μιας και πρόκειται για πατριαρχική θρησκεία, ξαφνικά οι παραδόσεις είναι πατριαρχικές και οι άνθρωποι δεν τις αντιμετωπίζουν ως θρησκευτικές, αλλά ως κομμάτι της κοινωνίας.

Τώρα, όμως, αισθάνομαι ότι οι άνθρωποι θέλουν να ξεφύγουν από τη θρησκεία.

Προσωπικά δεν είμαι θρησκευόμενη -είναι η οικογένειά μου-, αλλά σέβομαι πολύ κάποιες πτυχές της θρησκείας και το πώς δημιουργεί κοινότητες.

Στην Κόστα Ρίκα υπάρχει πολύ εντονότερη αίσθηση κοινότητας, σε αντίθεση με τη Σουηδία. Τούτου λεχθέντος, η θρησκεία όντως αναπαράγει πολύ ανθυγιεινές νόρμες.

Προσπαθώ, ωστόσο, να αποτυπώσω τον χαρακτήρα της Κλάρα με σεβασμό και να κάνω ακόμα και θρησκευόμενους ανθρώπους να καταλάβουν γιατί πρέπει να ξεφύγει.

Ήμουν, μάλιστα, πολύ νευρική ενόψει της κοσταρικάνικης πρεμιέρας της ταινίας πριν από δύο εβδομάδες, αλλά στην πραγματικότητα το φιλμ έγινε δεκτό πολύ θετικά και από θρησκευτικές κοινότητες.

Μπορούσαν να καταλάβουν τον διαχωρισμό θρησκείας-πνευματικότητας: η θρησκεία μπλοκάρει και περιορίζει, η πνευματικότητα ανοίγει «πόρτες» και «παράθυρα».

Με συγκίνησε όταν μια γυναίκα σηκώθηκε μετά από κάποια προβολή λέγοντας ότι μια ζωή ντρεπόταν για τη σεξουαλικότητά της ή ένας λευκός ετεροφυλόφιλος πενηντάρης ήταν με δάκρυα στα μάτια, γιατί επίσης συνδέθηκε με κάτι.

Η Κλάρα φαίνεται, πάντως, να δραπετεύει.

Ναι, αλλά αυτό που με ενδιαφέρει είναι το πώς η γυναίκα ξεφορτώνεται την πατριαρχία που είναι ριζωμένη στο σώμα της.

Χρειάζεται να συντελεστεί αλλαγή μέσα από κάθε γενιά, γι’ αυτό και κάνουμε ταινίες. Το προσπαθούμε εδώ και πολλές γενιές. Η γιαγιά μου «έσπασε» κάποιους κανόνες, η μητέρα μου έκανε τη δική της επανάσταση, κι εγώ τη δική μου.

Αν ποτέ κάνω παιδί, ελπίζω να κάνει την επανάστασή του ακολουθώντας εμένα. Μόνο έτσι θα προοδεύσουμε.

Ποια είναι η κατάσταση στην Κόστα Ρίκα αυτή τη στιγμή όσον αφορά στον τρόπο που το έμφυλο ζήτημα γίνεται αντιληπτό και βιώνεται;

Η έκτρωση είναι ακόμα παράνομη. Ο γάμος μεταξύ ομοφυλόφιλων, ωστόσο, έχει νομιμοποιηθεί.

Όταν έφυγα από την Κόστα Ρίκα στα δεκαοκτώ μου, αυτές οι συζητήσεις δεν είχαν καν ξεκινήσει. Μετά έμαθα για τον φεμινισμό και ότι είχα ζήσει καταπιεσμένη όλη μου τη ζωή.

Η οικογένειά μου από την πλευρά του πατέρα μου είναι φιλελεύθερη, αν και υπερπροστατευτική, γιατί ζούμε σε μια κοινωνία που σκοτώνει τις γυναίκες. Η πλευρά της μητέρας μου είναι πιο θρησκευόμενη.

Πάντως τα πράγματα αλλάζουν, γιατί καθώς οι άνθρωποι εκτίθενται στον κόσμο, γίνονται πιο ανεκτικοί. Αυτό είναι το καλό της παγκοσμιοποίησης, αν υπάρχει κάτι καλό σ’ αυτή! Ανοίγει, όμως, «πόρτες» και στο μίσος.

Αυτόν τον καιρό δουλεύεις πάνω στο επόμενο φιλμ σου.

Θα είναι το δεύτερο μέρος μιας ανεπίσημης τριλογίας.

Για τον χαρακτήρα της Κλάρα δουλέψαμε με την Wendy πάνω στον εσωτερικό «λύκο».

Στην επόμενη ταινία μου θα δουλέψω πάνω στον εσωτερικό και τον εξωτερικό «λύκο». Πρόκειται για μια τροπική γοτθική ιστορία εκτυλισσόμενη στην αποικιακή Λατινική Αμερική.

Θίγει ζητήματα πατριαρχίας, ρατσισμού και μισογυνισμού και το πώς κατεδαφίζεις αυτές τις δομές. Οι χαρακτήρες του «σπάνε» τη δραματουργία και αποκτούν επίγνωση.

Η ταινία της Nathalie Álvarez Mesén Η Κλάρα μόνη προβάλλεται στο πλαίσιο της διαδικτυακής εκδοχής του 5ου Φεστιβάλ wift.gr|50/50 Ισότητα και στον Κινηματογράφο (24-28 Νοεμβρίου).

Πραγματοποίησε την πανελλήνια πρεμιέρα της στο πλαίσιο του 62ου ΦΚΘ, όπου απέσπασε το Ειδικό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής-Αργυρός Αλέξανδρος.



Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2021

Μίρτσεα Καρταρέσκου: «Η ουσία των βιβλίων μου προέρχεται απευθείας από τα όνειρα»

 


Ονειρική, πυρετώδης, εφιαλτική, η Νοσταλγία, το πολυεπίπεδο μυθιστόρημα του Μίρτσεα Καρταρέσκου, του πιο καταξιωμένου Ρουμάνου πεζογράφου, είναι ένας στοχασμός πάνω στον χρόνο, τον τόπο, την πολιτική και την κοινωνία.

Συζητώντας με τον σπουδαίο συγγραφέα με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του στα ελληνικά.

Εισήλθατε στο «σύμπαν» της γραφής κάπου 43 χρόνια πριν μέσα από τους «μαιάνδρους» της ποίησης.

Θα ορίζατε τον εαυτό σας πρωτίστως ως ποιητή, ή οι ποικίλες μορφές συγγραφής με τις οποίες καταπιάνεστε -και όπου διαπρέπετε- είναι ισότιμες ψηφίδες του «μωσαϊκού» της ταυτότητάς σας;

Στ’ αλήθεια δε με νοιάζουν τα λογοτεχνικά είδη. Η λογοτεχνία είναι μία.

Η ποίησή μου, η πρόζα μου, τα δοκίμιά μου, τα ημερολόγια, τα βιβλία κριτικής, τα βιβλία για παιδιά, τα άρθρα μου είναι το ίδιο για μένα.

Τα έγραψα με το ίδιο πάθος, την ίδια καλλιτεχνική αφοσίωση, την ίδια -σχεδόν θρησκευτική- πίστη. Είναι κομμάτια του τρόπου που σκέφτομαι και νιώθω.

Πάντα προσπαθώ να γράψω κάθε σελίδα όσο καλύτερα μπορώ, είτε πρόκειται για ένα ποίημα είτε για το πιο ταπεινό άρθρο. Ένα λογοτεχνικό κείμενο είναι μια πρόκληση για μένα και, αφότου το γράψω, γίνεται παιδί μου.

Ακόμα και τώρα δεν μπορώ να κάνω διάκριση ανάμεσα σε καλύτερα και χειρότερα βιβλία. Όλα λένε κάτι για μένα. Κάποια από αυτά είναι ζωτικά όργανα, άλλα δε μοιάζουν τόσο σημαντικά.

Το μικρό δάχτυλο του αριστερού χεριού σου δε φαίνεται σημαντικό στο ελάχιστο, αλλά θα ήθελες να το κόψεις; Το ίδιο ισχύει ισχύει για τα μικρά ποιήματά μου ή τα άρθρα.

Μπορεί να μη φαντάζουν σημαντικά, αλλά είναι. Χωρίς αυτά, η δουλειά μου θα ήταν παραμορφωμένη.

Έφηβος στη μεθυστική δεκαετία του ’60, έχετε επηρεαστεί από τη βορειοαμερικανική αντικουλτούρα της εποχής, κυρίως τη μουσική. Έχει αυτή η επίδραση διαμορφώσει την αυτοαντίληψή σας ως συγγραφέα και ανθρώπου;

Εκείνη την εποχή οι νέοι άνθρωποι αντλούσαν τον τρόπο ζωής τους, τη φιλοσοφία τους, την εμφάνισή τους, το κούρεμά τους και τους ήρωές τους από τη ροκ μουσική.

Η μουσική άλλαζε τον κόσμο μπροστά στα μάτια των ανθρώπων, ήταν το πιο σημαντικό πράγμα για τους νέους τότε.

Τεράστια συγκροτήματα όπως οι Μπιτλς, οι Πινκ Φλόιντ, οι Ρόλινγκ Στόουνς, οι Κριμ, οι Λεντ Ζέπελιν και σπουδαίοι μουσικοί όπως ο Μπομπ Ντίλαν ή ο Τζίμι Χέντριξ γέμιζαν τον ουρανό με διαμάντια.

Στην Ανατολική Ευρώπη υπήρχαν επίσης πολύ επιδραστικές ροκ μπάντες, όπως οι Locomotiv GT στην Ουγγαρία ή οι Phoenix στη Ρουμανία.

Παρά την κομμουνιστική προπαγάνδα του ολοκληρωτικού καθεστώτος του Τσαουσέσκου, όλοι οι νέοι άνθρωποι στη χώρα μου άκουγαν ροκ συγκροτήματα από τη Δύση αλλά και τη Ρουμανία.

Οι λαθρέμποροι έφερναν τους δίσκους βινυλίου διαμέσου των συνόρων και ραδιοφωνικοί σταθμοί όπως ο Free Europe και ο The Voice of America γέμισαν επίσης τη χώρα μου με ροκ μουσική.

Οι γονείς μου, όμως, ήταν φτωχοί και δεν μπορούσα να έχω κάποια συσκευή για να ακούω μουσική στο σπίτι: ούτε ραδιόφωνο, ούτε κασετόφωνο, ούτε πικάπ. Απέκτησα το πρώτο μου κασετόφωνο -ένα πολύ κακό ρωσικό- μόνο όταν έγινα φοιτητής.

Η ροκ μουσική διαμόρφωσε την προσωπικότητά μου όσο και τα βιβλία λογοτεχνίας. Μετά από σχεδόν σαράντα χρόνια, μετέφρασα τους στίχους του Μπομπ Ντίλαν στα ρουμανικά, λίγο πριν του απονεμηθεί το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Μετέφρασα, επίσης, και τα ποιήματα του Λέοναρντ Κοέν.

Στη δεκαετία του ’80 ήσασταν μέλος της λεγόμενης Γενιάς με τα Τζιν, που εισήγαγε τον μεταμοντερνισμό στη ρουμανική λογοτεχνία. Ποιες ήταν οι κύριες αρχές της και σε ποιον βαθμό τις έχετε επανερμηνεύσει έκτοτε;

Τα εφτά χρόνια που υπήρξα μέλος της πολύ ξεχωριστής Γενιάς της Δεκαετίας του ’80 -της λεγόμενης Γενιάς με τα Τζιν-, μεταξύ του 1977 και του 1984, ήταν τα πιο όμορφα της ζωής μου, παρά την πείνα και τον τρόμο στη χώρα μου.

Ήμουν κομμάτι μιας ομάδας νέων, υπέροχων και γοητευτικών ποιητών, που άλλαξαν τη ρουμανική ποίηση για πάντα.

Μετά από μακρόχρονους αγώνες ενάντια στη λογοκρισία, μπορέσαμε να εκδώσουμε «ακρωτηριασμένες» εκδοχές των ποιημάτων μας σε τόμους, τα οποία έγιναν αμέσως επιτυχίες: όλοι οι φοιτητές τα διάβαζαν εντυπωσιασμένοι.

Κύριος στόχος μας ήταν η διατήρηση της ελευθερίας μυαλού και φαντασίας στη χώρα μας, η διαμαρτυρία εναντίον του φασιστικού εθνικιστικού καθεστώτος που κρυβόταν πίσω από το όνομα «κομμουνιστικό» και η δημιουργία ενός νέου είδους ποίησης.

Τα ποιήματά μας ήταν ένας συνδυασμός του ευρωπαϊκού και του ρουμανικού σουρεαλισμού και της αβανγκάρντ, από τη μία, και της σύγχρονης αμερικανικής ποίησης (Γενιά Μπιτ, Τζον Άσμπερι, Φρανκ Ο’ Χάρα), από την άλλη.

Το να βγάλουμε την ποίηση στον δρόμο, να δημιουργήσουμε μια μεταμοντέρνα ατμόσφαιρα, να χρησιμοποιήσουμε την ειρωνεία και το χιούμορ ήταν, επίσης, σημαντικοί στόχοι.

Επειδή ίσα που μπορούσαμε να εκδώσουμε τη δουλειά μας, διαδίδαμε τα ποιήματά μας μέσα από δημόσιες αναγνώσεις. Γι’ αυτό και τα ποιήματά μας ήταν εξαιρετικά μαχητικά, η φωνή μας ήταν πολύ σημαντική.

Εκθαμβωτική, ονειρική, πυρετώδης, εφιαλτική, παλλόμενη, η Νοσταλγία, πρόσφατα μεταφρασμένη στα ελληνικά, είναι ένας σύνθετος στοχασμός πάνω στον χρόνο, τον τόπο, την πολιτική και την κοινωνία.

Βρίσκεται «αγκυρωμένη» στη ρουμανική πραγματικότητα, κι όμως την υπερβαίνει. Τι σας προξενεί τη μεγαλύτερη νοσταλγία;

Η νοσταλγία δεν είναι μια κοινωνικο-πολιτική έννοια στο βιβλίο μου. Δεν έχω καμία νοσταλγία για την τρομερή εποχή του Τσαουσέσκου, της Σεκουριτάτε και της φυλακής που έγινε η Ρουμανία τότε. Είναι πιο πολύ μια μεταφυσική έννοια.

Εκείνη την περίοδο παρακολουθούσα δύο υπέροχους λογοτεχνικούς κύκλους: τον Κύκλο της Δευτέρας, που ειδικευόταν στην ποίηση, και μια ομάδα που αποκαλείτο Οι Νεαροί, οι οποίοι ήταν οι νεαροί συγγραφείς πρόζας εκείνου του καιρού.

Είμαι ένας από τους λίγους ανθρώπους της γενιάς μου που έγραφαν ποίηση και πρόζα. Οι ιστορίες της Νοσταλγίας πρώτα διαβάστηκαν σε εκείνον τον κύκλο, μόνο για τους συναδέλφους μου. Στην αρχή δεν είχα την πρόθεση να τις αναπτύξω σε βιβλίο.

Σύντομα, ωστόσο, συνειδητοποίησα ότι συνδέονταν βαθιά μέσα από τους συμβολισμούς και τα αρχέτυπα που ήταν παρόντα σε όλες. Συνιστούν έναν μοναδικό συνεκτικό κόσμο, ένα είδος ποιητικού πεδίου της παιδικής ηλικίας και της φαντασίας.

Κάποιες από αυτές είναι, στην πραγματικότητα, μικρά μυθιστορήματα, όπως το ΡEM ή οι Δίδυμοι, κι άλλες παραβολές, όπως ο Ρουλετίστας και ο Αρχιτέκτονας.

Οι πέντε ιστορίες είναι πράγματι τα πολύ πρώτα δείγματα πρόζας που έχω γράψει και είναι δημοσιευμένες με τη σειρά που τις έγραψα.

Όλοι οι ανθρώπινοι χαρακτήρες σας μοιάζουν με κλαδιά του ίδιου «δέντρου». Θραύσματα ταυτοτήτων υπαρκτών ανθρώπων ή αποκυήματα της ζωηρής φαντασίας σας;

Οι άνθρωποι που δρουν στα όνειρά μας έχουν τα δικά τους χαρακτηριστικά και τις δικές τους προσωπικότητες, εντελώς ανεξάρτητα από το μυαλό μας, αν και τους δημιουργήσαμε.

Μερικές φορές είναι πολύ ρεαλιστικοί, όντας πράγματι αληθινοί συγγενείς και φίλοι μας -κάποιοι νεκροί, κάποιοι ζωντανοί-, άλλοι είναι παράξενοι συνδυασμοί πραγματικών ατόμων, άλλοι είναι φανταστικές, αλλόκοτες, τρομακτικές υπάρξεις.

Το ίδιο συμβαίνει και με τους χαρακτήρες μου. Τους δημιούργησα, αλλά είναι ανεξάρτητοι από μένα και ολοκληρωμένοι, δρώντας στη μεγάλη σκηνή μέσα στο κρανίο μου.

Στο μυθιστόρημά μου Σολενοειδές, για παράδειγμα, όλοι οι δάσκαλοι κι οι καθηγητές στο σχολείο που περιγράφω είναι πραγματικοί συνάδελφοί μου από την περίοδο κατά την οποία ήμουν κι εγώ καθηγητής.

Καθένας από αυτούς, όμως, συμμετέχει στην ανάπτυξη της ιστορίας μου, όπως οι ονειρικοί χαρακτήρες μου. Μόλις αρχίζουν να δρουν στις ιστορίες μου, δεν μπορώ να τους σταματήσω να είναι ο εαυτός τους. Γίνονται ανεξέλεγκτοι.

Το Βουκουρέστι, ένας από τους κύριους χαρακτήρες του βιβλίου σας, το «κατοικεί» με τον ίδιο τρόπο που μοιάζει να «κατοικεί» κι εσάς - ή ίσως και να σας στοιχειώνει ως άνθρωπο.

Έχει αυτή η πόλη «αποικιοποιήσει» το φαντασιακό σας από τότε που ήσασταν παιδί;

Έχω μια σχέση αγάπης/μίσους με την πόλη όπου γεννήθηκα.

Μερικές φορές το βλέπω ως ένα alter ego μου, ως μια μεταφορική ενσάρκωση του εαυτού μου, όπως ήταν το Δουβλίνο για τον Τζόις ή η Αλεξάνδρεια για τον Ντάρελ.

Άλλες φορές, όμως, το Βουκουρέστι γίνεται ο βασανιστής μου και μου δημιουργεί εφιάλτες.

Στα περισσότερα βιβλία μου το Βουκουρέστι είναι μια εντελώς επινοημένη πόλη, είναι το δικό μου Βουκουρέστι, χτισμένο εκ του μηδενός, όπως η Μπραζίλια χτίστηκε με έναν εντελώς τεχνητό τρόπο.

Η διαφορά έγκειται στο ότι η δικιά μου Μπραζίλια δεν είναι μια πόλη καμωμένη από ατσάλι και γυαλί, αλλά μια ερειπωμένη, ένα μελαγχολικό πανόραμα της ανθρώπινης αποσύνθεσης. Είναι μια πόλη από χαρτόνι και stucco, σαν θεατρικό σκηνικό.

Το βιβλίο μου όπου το Βουκουρέστι αποτελεί την ολοκληρωμένη σκηνή στην οποία συμβαίνουν όλα είναι η τριλογία μου Blinding, ένα μυθιστόρημα 1.500 σελίδων που μου πήρε 14 χρόνια για να το γράψω.

Το Βουκουρέστι είναι το βασίλειο του παραδείσου εκεί, αφόρητο και αξέχαστο.

Το βιβλίο σας όχι μόνο φαντάζει σαν όνειρο/παραίσθηση, αλλά υπάρχουν και επανερχόμενα όνειρα που ενσωματώνονται στην αφήγηση. Είναι, κατά τη γνώμη σας, η συγγραφική διαδικασία συνδεδεμένη με την ονειρική;

Και πώς σχετίζεστε με την ψυχανάλυση γενικότερα;

Έχω εμμονή με τα όνειρα.

Από τα δεκαεφτά μου κατέγραφα εκατοντάδες πραγματικά όνειρα στο ημερολόγιό μου, πολλές φορές απίστευτα δυνατά και ποιητικά. Η ουσία των βιβλίων μου, όπως κάποτε έκανε ο Κάφκα, προέρχεται απευθείας από τα νυχτερινά μου όνειρα.

Ορισμένες από τις ιστορίες μου, όπως ο Αρχιτέκτονας, η τελευταία νουβέλα της Νοσταλγίας, είναι στην πραγματικότητα προϊόν ονείρου μου.

Πολλοί ποιητές και συγγραφείς, όπως ο Κόλεριτζ, φαντάστηκαν ολόκληρα ποιήματα στα όνειρά τους και τα κατέγραψαν το πρωί όταν ξύπνησαν. Οι διαδικασίες του ονείρου και της συγγραφής λογοτεχνίας είναι πολύ παρόμοιες, κι ο Φρόιντ το ήξερε καλά.

Μπορούν να εφαρμοστούν οι ίδιοι κανόνες στους μύθους, στα όνειρα και στην ποίηση.

Στο Σολενοειδές, το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά μου, αναλύω περίπου 40 από τα πιο παράξενα όνειρά μου και προσπαθώ να βρω τι πραγματικά προσπαθούν να μου πουν.

Τελικά, συμπεραίνω πως ανέκαθεν ζούσα μια διπλή ζωή, μια ονειρική και μια «πραγματική», σε δύο διαφορετικά πεδία. Στα γραπτά μου οι δύο αυτές ζωές συνυφαίνονται, όπως σε ένα κόμικ του Μοέμπιους.

Εντρυφώντας στη Νοσταλγία είναι σαν να εντρυφάς στην Ιστορία της σύγχρονης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας με έναν προσωπικό και γόνιμο τρόπο, μια απόδειξη τού ότι βρίσκεστε σε διαρκή «διάλογο» με τους συγγραφείς που σας δημιούργησαν.

Είναι ακριβές αυτό;

Ναι, και όχι μόνο με τη σύγχρονη λογοτεχνία, αλλά και με εκείνη του παρελθόντος.

Διαβάζω πολλά από τους κλασικούς Λατίνους και αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, τους μανιεριστές ποιητές, τους συγγραφείς του Ρομαντισμού- όλη η Ιστορία της ευρωπαϊκής μας περιπέτειας ξεκίνησε με τον Όμηρο, τον «πατέρα» της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Μερικές φορές νιώθω πως έχω ρομαντική ψυχή, άλλες ότι έχω σουρεαλιστική, και πολλές φορές αισθάνομαι σαν ενσάρκωση της λογοτεχνίας, όπως ήταν ο Κάφκα. «Στην πραγματικότητα δεν είμαι τίποτα άλλο παρά λογοτεχνία», έγραφε στην μνηστή του.

Από τότε που ήμουν παιδί δεν έκανα τίποτε άλλο από το να διαβάζω όλη τη μέρα με τεράστια ευχαρίστηση.

Προτού γίνω συγγραφέας ήμουν πάντα ένας σπουδαίος αναγνώστης. Σαρκοβόρος, ευτυχής να διαβάζω οτιδήποτε μπορούσα να βρω: βιβλία ποίησης και μαθηματικών, επιστημών και μυστικισμού, φιλοσοφίας και Ιστορίας...

Ίσως δεν είμαι μόνο ένας από τους τελευταίους συγγραφείας στον κόσμο -αυτό είναι σίγουρο-, αλλά κι ένας από τους τελευταίους πραγματικούς αναγνώστες.

Μερικές φορές αισθάνομαι την οικουμενική θλίψη των υπό εξαφάνιση ειδών, με μερικά άτομα να έχουν απομείνει.

Ένας από τους αφηγητές σας ισχυρίζεται πως ο ποιητής το παρακάνει τρώγοντας την ίδια του τη σάρκα και ο αληθινός μυθιστοριογράφος τρέφεται με τη σάρκα των άλλων. Εσείς;

Τρέφομαι από τον εαυτό μου, όπως ο Ουροβόρος όφις, γιατί τελικά είμαι ένας ποιητής και τίποτα άλλο. Μέχρι τα τριάντα μου ήμουν ένας ποιητής που έγραφε ποιήματα.

Μετά από αυτή την ηλικία παρέμεινα ένας ποιητής που γράφει μυθιστορήματα και ιστορίες. Δεν υπάρχει διαφορά, γιατί η ποίηση δεν είναι μόνο ένα λογοτεχνικό είδος, αλλά και ένας περίεργος, πλάγιος τρόπος τού να κοιτάς τα πράγματα.

Αν είσαι γεννημένος ποιητής, παραμένεις ποιητής σε όλη σου τη ζωή, ακόμα κι αν δεν έγραψες ούτε ένα ποίημα. Αν μπορείς να δεις το θαύμα και την ομορφιά των πραγμάτων όπως ένα παιδάκι, είσαι ποιητής, και τίποτα δεν μπορεί να στο στερήσει.

Επιστρέφοντας στο σημείο εκκίνησης, το Never call for help, η πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή σας, κυκλοφόρησε το 2020. Συντέθηκε ως απάντηση στην/στοχασμό πάνω στη συνεχιζόμενη «πανδημική εποχή»;  

Στα τριάντα μου είχα γράψει οκτώ ποιητικές συλλογές και νόμιζα ότι έφτανε. Είπα στον εαυτό μου πως δε θα ξαναέγραφα ποίηση. Και κράτησα τον λόγο μου επί τριανταπέντε χρόνια.

Αλλά το 2020 αισθάνθηκα κάτι πολύ παράξενο: μια αφόρητη παρόρμηση να γράψω ποίηση. Εκείνο το καλοκαίρι έγραφα ακόμα και είκοσι ποιήματα τη μέρα, σε ένα είδος τρελής χιονοστιβάδας.

Από τα εκατοντάδες ποιήματα που έγραψα σε δύο μήνες φρενιτιώδους δραστηριότητας διάλεξα εκατό και τα εξέδωσα σ’ αυτό το βιβλίο. Είναι σύντομα ποιήματα, απλά, ταπεινά. Είναι «φτωχή ποίηση», όχι τέχνη, όχι εκφραστικότητα.

Τίποτα άλλο παρά κραυγές πόνου, κραυγές για βοήθεια. Όταν πονάς, όταν είσαι ξεσκισμένος, δεν έχεις τον χρόνο να είσαι λεπτός ή καλλιτεχνικός. Απλώς κλαις. Αυτή είναι η ουσία των πρόσφατων ποιημάτων μου.

Ευχαριστώ θερμά τον συγγραφέα για τον χρόνο που μου διέθεσε και τον Γρηγόρη Μπέκο από τις Εκδόσεις Καστανιώτη για τη συνδρομή του στον συντονισμό της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα του Μίρτσεα Καρταρέσκου Νοσταλγία κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση του Βίκτορα Ιβάνοβιτς.