Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

William Lennox: «Η μουσική δε μας έχει εγκαταλείψει ποτέ»

 

Days of Sorrow

Γνωστοί για τα μελαγχολικά, αλλά ακαταμάχητα χορευτικά, synth/darkwave ηχοτοπία τους, οι ιστορικοί, εκ Γερμανίας ορμώμενοι, Days of Sorrow εμφανίζονται την Παρασκευή 3 Απριλίου στο πλαίσιο του Death Disco Indoor Festival.

Λίγο πριν την πρώτη τους συναυλία επί ελληνικού εδάφους, ο William Lennox, από τα ιδρυτικά μέλη του γκρουπ, ανοίγει τα χαρτιά του(ς).

Όσον αφορά στους στίχους, η συντριπτική πλειονότητα των συνθέσεων που ανήκουν στα είδη post-punk/coldwave/darkwave/synth-punk φαίνεται να αναδύονται από «τις σκιές του κόσμου», ακόμα και όταν, μουσικά, είναι up-tempo.

Πώς ερμηνεύεις αυτό το γεγονός σε ψυχολογικό και κοινωνιολογικό επίπεδο; Και πώς συνδέεσαι με τον Ρομαντισμό ως αισθητική και υπαρξιακή πρόταση;

Κατ’ αρχάς, επίτρεψέ μου να σ’ ευχαριστήσω για την ευκαιρία που μου δίνεις να απαντήσω στις ερωτήσεις σου.

Το συνδέω με ένα άτομο το οποίο αμφισβητεί τις άγνωστες -και ίσως περιπετειώδεις- οντότητες μακριά από τον κοινωνικό κανόνα, είτε πρόκειται για το ίδιο το άτομο που βρίσκεται σε ταξίδι αυτοεξερεύνησης, είτε προσπαθεί να δει τα πράγματα αλλιώς.

Αυτή η αμφισβήτηση επηρεάζει μια ομάδα ανθρώπων οι οποίοι κοινωνικοποιούνται με βάση τα ίδια κοινά κριτήρια, δημιουργώντας δεσμούς με δυνάμεις εντός της ομάδας τους ή επηρεαζόμενοι από παρατηρήσεις διαφορετικών κοινωνικών προτύπων.

Μια up-tempo εκδοχή για την έκφραση αυτού στοχεύει να αναδείξει την ενέργεια που προκύπτει σε αυτές τις περιστάσεις.

Η σχέση με τον Ρομαντισμό ως αισθητική και υπαρξιακή πρόταση συνεπάγεται τη μετάβαση από μια κοσμοθεωρία υπαγορευόμενη αποκλειστικά από τη λογική σε μια που προτεραιοποιεί το συναίσθημα, τη φύση και την υποκειμενική εμπειρία.

Είναι ένας τρόπος ζωής, αλλά και μια καλλιτεχνική προσέγγιση.

Εσύ (φωνητικά, πλήκτρα) και ο André Schreiber (μπάσο) φοιτήσατε στο ίδιο σχολείο στο Ντόρτμουντ στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν το κίνημα του new wave έφτανε στο απόγειό του.

Σε αυτό το πλαίσιο γεννήθηκαν οι Days of Sorrow. Πώς βιώσατε την μουσική έκρηξη της εποχής μακριά από το επίκεντρό της; Ήταν η ίδρυση ενός συγκροτήματος ο τρόπος σας να ανακαλύψετε και να δοκιμάσετε τον εαυτό σας;

Εγώ ο ίδιος έχω ρίζες στη βόρεια Αγγλία και το γεγονός ότι πέρασα πολύ χρόνο εκεί εκείνη την περίοδο μού έδωσε κάποια πρόσβαση σε ό,τι συνέβαινε όσον αφορά στη μουσική και την απελευθέρωση από παλιές συμβάσεις.

Για έναν νέο άνθρωπο αυτό σήμαινε πολύ συναρπαστικές στιγμές καθώς διανοίγονταν νέα οράματα. Το να συναντάς φίλους και ομοϊδεάτες ήταν απλώς ένα συμπέρασμα για να δοκιμάσεις κάτι και να εκφραστείς μέσω της μουσικής.

Μια μέρα του 1984, ενώ κάνατε πρόβες, ο John Tollhaus σας άκουσε να παίζετε το σήμα κατατεθέν σας, Wild World, και σας πρότεινε αμέσως να κυκλοφορήσετε το τραγούδι σε ένα new wave sampler που είχε στο μυαλό του.

Ναι, αυτή είναι μια στιγμή την οποία έχω ακόμα ξεκάθαρα στο μυαλό μου.

Ο John Tollhaus άλλαξε γρήγορα γνώμη αφού άκουσε περισσότερα τραγούδια στην ίδια ηχογράφηση και αποφάσισε να κάνει ένα ολοκληρωμένο EP μαζί μας, με αποτέλεσμα το Whatever Happens.

Στις κατοπινές δεκαετίες, έχεις καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα για το τι συμβαίνει τελικά σ’ αυτόν τον «Άγριο κόσμο (...) όταν ένα αγόρι συναντά ένα κορίτσι»;

Δεν έχει γίνει αυτός ο κόσμος όλο και πιο αβίωτος/μοναχικός/αυταρχικός;

Κατ’ αρχάς, νομίζω ότι μπορούμε να θεωρούμε τους εαυτούς μας τυχερούς που ζούμε και που γεννηθήκαμε στο περιβάλλον στο οποίο γεννηθήκαμε. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι και θα είναι μια διαρκώς μεταβαλλόμενη διαδικασία.

Ρομαντικά, ναι, μπορείς να αναρωτηθείς τι συμβαίνει όταν ένα αγόρι συναντά ένα κορίτσι, αλλά εγώ το βλέπω περισσότερο ως μεταφορά να αναρωτηθείς τι είδους άτομο θα έπρεπε να είσαι σε αυτόν τον διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο.

Τίποτα δεν είναι δεδομένο.

Η πρόκληση και η ενθάρρυνση είναι εκεί για να απελευθερωθείς από προκαθορισμένες απόψεις και προσδοκίες, καθώς χρειάζεται να εξέλθεις «...στον άγριο, άγριο κόσμο...» για να βρεις τον καλύτερο δρόμο για τον εαυτό σου και το περιβάλλον στο οποίο ζεις.

Νιώσατε ποτέ παγιδευμένοι στην επιτυχία που είχε αυτό το τραγούδι εκείνη την εποχή;

Όχι, ποτέ. Μάλιστα, ήμασταν πολύ περήφανοι εκείνη την εποχή που ο κόσμος το χόρευε στα κλαμπ, ενώ εξακολουθούμε να πιστεύουμε πως είναι ένα πολύ καλό τραγούδι και το ερμηνεύουμε με πάθος και υπερηφάνεια, γιατί όχι;

Το EP Remembering the Days ήταν η διευρυμένη κυκλοφορία η οποία ακολούθησε. Ήταν αντιπροσωπευτικό του πού βρισκόσασταν καλλιτεχνικά στα μέσα της δεκαετίας του ’80;

Θα έλεγα, ναι. Ήταν η πρώτη μας φορά που ηχογραφούσαμε σε στούντιο χωρίς πραγματική εμπειρία, αλλά με θέληση να παίξουμε όσο καλύτερα μπορούσαμε εκείνη την εποχή... Kαι πάλι, είμαστε περήφανοι που μας δόθηκε η ευκαιρία να το κάνουμε.

Κατά μία έννοια, μπορείς να το αποκαλέσεις ένα στιγμιότυπο, ένα βήμα στο ταξίδι μας.

To EP A thousand Faces κυκλοφόρησε το 1987. Λίγο αργότερα, και πριν από μια περιοδεία στην Ισπανία, οι Days of Sorrow διαλύθηκαν.

Γιατί; Και τι είδους «ανοιχτοί λογαριασμοί» συνέβαλαν στον επανασχηματισμό σας περίπου δυόμισι δεκαετίες αργότερα;

Προσπαθήσαμε να εξελιχθούμε και οι συνέπειες ήταν κάποιες αλλαγές στο αρχικό lineup της προηγούμενης περιοδείας στη Γερμανία. Αυτό σήμαινε νέες μουσικές επιρροές (εκ των υστέρων όχι πάντα τις καλύτερες) και διαφορετικές προσωπικότητες.

Και καθώς ήμασταν όλοι γύρω στα είκοσι-κάτι, αυτό σήμαινε επίσης ότι έπρεπε να επιλέξουμε μια πορεία για το μέλλον ως άτομα, βλέποντας τρία από τα τότε πέντε μέλη να μετακομίζουν για σπουδές ή για δουλειά.

Αυτό άφησε μόνο εμένα και τον André να προχωρήσουμε σε «παύση» των Days of Sorrow (τελικά για μεγάλο χρονικό διάστημα).

Συμπτωματικά, μια ισπανική δισκογραφική εταιρεία (Deadwax) επικοινώνησε μαζί μου και με τον André τόσα χρόνια αργότερα, καθώς ζητούσαν άδεια να επανεκτυπώσουν το πρώτο EP.

Συναντηθήκαμε και ξεκινήσαμε να ηχογραφούμε καινούργια τραγούδια σαν να μην είχε συμβεί ποτέ τίποτα. Ζητήσαμε από έναν παλιό φίλο, τον Frank Junge, να μας συνοδεύσει στα πλήκτρα, καθώς είχε το ίδιο παρελθόν με τους Days of Sorrow.

Ο Frank ηχογράφησε και έκανε την παραγωγή των τελευταίων demo μαζί μας τη δεκαετία του ’80.


Days of Sorrow (1984)


Κατά τη διάρκεια της «πανδημίας» ηχογραφήσατε μια εξαιρετική ακουστική έκδοση του Wild World, ακολουθούμενη από περισσότερα τραγούδια το 2021, τα οποία αποτελούν όλα το comeback άλμπουμ σας, Soulmate Sister.

Ποια θα περιέγραφες ως (την) «αδελφή ψυχή [σας]» στις μέρες μας, καλλιτεχνικά και υπαρξιακά;

Είναι απλώς η μουσική μας, η πορεία μας, ο ήχος, το συναίσθημα και η συνέχειά του. Η μουσική δε μας έχει εγκαταλείψει ποτέ.

Χρησιμοποιούμε ακόμα τους ίδιους ήχους και όργανα όπως στη δεκαετία του 80, δεν υπήρχε ποτέ το ερώτημα να αλλάξουμε κάτι σε αυτό. Ήταν ένας συνεχής σύντροφος... μια αδελφή ψυχή.

Το Who We Are, πρώτο σινγκλ από το εξαιρετικό τελευταίο σας άλμπουμ, Raptures, «είναι μια στοχαστική και βαθιά προσωπική δήλωση που ανιχνεύει την ταυτότητα, τις επιρροές και τη διά βίου αφοσίωση του συγκροτήματος στη μουσική».

Το συλλάβατε ως ένα είδος ταπεινού προσωπικού και καλλιτεχνικού μανιφέστου; Ανακαλείς εκείνες τις πρώτες μέρες του συγκροτήματος με ένα μίγμα κριτικής αποστασιοποίησης και νοσταλγίας;

Το βλέπω ως μια προσωπική πυξίδα και είναι μια στοχαστική και βαθιά προσωπική δήλωση.

Στόχος μας ήταν να μεταφέρουμε αυτά τα συναισθήματα και το ταξίδι σε αυτό το τραγούδι, ώστε οι ακροατές μας να μπορέσουν να κατανοήσουν από πού προερχόμαστε και τι είμαστε ακόμα.

Φυσικά, οι αναμνήσεις του παρελθόντος έχουν μεγάλη συναισθηματική αξία για εμάς και μπορούμε να θυμηθούμε πολλές στιγμές, παρόλο που ο κόσμος ήταν πολύ διαφορετικός.

Αναγνωρίζουμε επίσης πως δεν ήταν όλα τέλεια και ότι εκείνες οι εποχές έχουν περάσει, κι όμως μας ελκύουν συναισθηματικά.

Πώς μπορεί να ερμηνευθεί η πτυχή της «έκστασης» του τίτλου; Με τη θεολογική της έννοια; Ή, απλώς, ως εκδήλωση μιας εκστατικής εμπειρίας;

Δεν πρέπει να τη βλέπουμε με θεολογική έννοια, για εμάς είναι μια κατάσταση βίωσης μιας συντριπτικής κατάστασης συναισθήματος, ευχαρίστησης και χαράς. Ένα έναυσμα για να εξερευνήσουμε τον εαυτό μας.

Την Παρασκευή 3 Απριλίου θα εμφανιστείτε ζωντανά στην Αθήνα για πρώτη φορά, στο πλαίσιο του Death Disco Indoor Festival. Τι συμβαίνει όταν οι Days of Sorrow συναντούν το αθηναϊκό darkwave κοινό;

Whatever happens... Αλλά να είσαι σίγουρος ότι το πλήθος θα παρακολουθήσει μια δυναμική και παθιασμένη μπάντα με τραγούδια από το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Οι Days of Sorrow αντιπροσωπεύουν αυτό που είμαστε όλοι, απολαμβάνοντας το να είμαστε ένα μαζί τους. Ανυπομονούμε να μοιραστούμε τη μουσική! Σ’ ευχαριστούμε πολύ, Γιάννη!

Ευχαριστώ θερμά τον William Lennox για τον χρόνο του και για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού του γκρουπ.

Οι Days of Sorrow είναι:

William Lennox: Φωνητικά

Frank Junge: Συνθεσάιζερ

Kati von Schlotterstein: Πλήκτρα και φωνητικά

Jojo Brand: Κιθάρα.

Οι Days of Sorrow εμφανίζονται την πρώτη μέρα του φετινού Death Disco Indoor Festival, την Παρασκευή 3 Απριλίου, στο Gazarte - Ground Stage (Βουτάδων 32-34, Γκάζι).

Ακολουθεί το lineup του Φεστιβάλ:

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

Selofan | Riki | Days of Sorrow | Ghost Cop

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

And Also The Trees | Escape With Romeo | Desinteresse | Convex Model



Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Simon Huw Jones: «Εκτιμώ τη σημασία της σιωπής στη δημιουργία μουσικής»

 


Ενόψει της εμφάνισης των Βρετανών And Also The Trees, ενός από τα πιο αγαπημένα post-punk συγκροτήματα, ως headliners στη δεύτερη μέρα του φετινού Death Disco Indoor Festival (Σάββατο 4 Απριλίου), συνομιλούμε με τον Simon Huw Jones, ιδρυτικό μέλος του γκρουπ.

Σε αντίθεση με τους περισσότερους συγχρόνους σας στα τέλη της δεκαετίας του 1970, οι And Also The Trees «επηρεαστήκατε σχεδόν αποκλειστικά από το τοπίο και την Ιστορία του αγροτικού περιβάλλοντος το οποίο [σάς] περιέβαλλε».

Ο ρομαντισμός αποτελεί, επίσης, βασική αναφορά.

Θα μπορούσες να πεις ότι αυτό που που είμαστε, μουσικά ή καλλιτεχνικά, είναι συνέπεια του περιβάλλοντος στο οποίο ζούσαμε ή ζούμε.

Μουσικά, μπορείς να ακούσεις μια σύνδεση με την ύπαιθρο και την Ιστορία της σε μερικά από τα τραγούδια μας - αρχικά. Δε νομίζω πως ήταν σκόπιμο. Περισσότερο υπήρξε επακόλουθο.

Στιχουργικά, αντλούσα επιρροή από οτιδήποτε υπήρχε γύρω μου - το τοπίο, τα βιβλία, τα περιοδικά, τα όνειρα.

Πώς συνέκλιναν, λοιπόν, όλα αυτά; Διάβαζες πολύ εκείνη την εποχή;

Μόλις ανακάλυπτα βιβλία και λογοτεχνία τότε, στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Δεν είχα καμία μόρφωση εκείνη την εποχή, πριν από τον σχηματισμό του συγκροτήματος.

Τα μόνα μου πραγματικά ενδιαφέροντα ήταν τα κορίτσια, το ποδόσφαιρο και η φωτογραφία...

Στην πραγματικότητα, η εισαγωγή μου στη λογοτεχνία ήταν όταν διάλεξα τυχαία ένα μυθιστόρημα του Άλντους Χάξλεϊ από ένα κουτί και το διάβασα ή μιλούσα ή φώναζα αποσπάσματά του με τη μουσική που έφτιαχναν οι Justin and The Band.

Σύμφωνα με το βιογραφικό σας, μαθαίνετε να παίζετε τα όργανά σας κατά τη διάρκεια της σύνθεσης. Τι έχετε κερδίσει και τι μπορεί να έχετε χάσει επειδή δεν έχετε λάβει «επίσημη» μουσική εκπαίδευση;

Πιθανότατα έχουμε αποκτήσει έναν ήχο και ένα στιλ, προς το καλύτερο ή το χειρότερο, μοναδικό. Ήμασταν πολύ ενστικτώδεις στη δημιουργία και την ανάπτυξή μας και εξακολουθούμε να είμαστε.

Είναι αδύνατο να ξέρουμε τι θα είχε συμβεί αν είχαμε μουσική παιδεία... Θα ακουγόμασταν πολύ διαφορετικά αν είχαμε σχηματίσει ένα συγκρότημα... Αλλά μπορεί να μην είχαμε σχηματίσει καν συγκρότημα.

Παρόλα αυτά, ως συγκρότημα ακουγόσασταν αρκετά πρωτότυποι και δυνατοί για να τραβήξετε την προσοχή των The Cure και του Robert Smith προσωπικά.

Πώς θα περιέγραφες τη γνωριμία σας εκείνη την εποχή, την αρχική σας συνεργασία και τη συνεχιζόμενη, υποθέτω, σχέση σας;

Υποθέτω ότι ο Robert είδε και άκουσε κάτι μέσα μας που άγγιξε μια χορδή - ίσως είδε κάτι από τον νεότερο εαυτό του στον Justin. Και είναι ο Justin που ήταν υπήρξε ο συνδετικός κρίκος με τον Robert και τους Cure.

Οι The Cure δεν ήταν τότε το παγκοσμίως διάσημο συγκρότημα το οποίο είναι τώρα φυσικά, αλλά τους θαυμάζαμε.

Ήμουν γεμάτος νεύρα, ακόμα δεν πίστευα ότι ήμουν πραγματικά τραγουδιστής. Μετά - ε, θα έπρεπε να μιλάω για πολλή ώρα για όλη την κοινή μας ιστορία...

Ο Robert και o Lol ήταν εξαιρετικά υποστηρικτικοί και γενναιόδωροι απέναντί ​​μας... Πέρασε ο καιρός και απομακρυνθήκαμε...

Αλλά ο Justin και ο Robert κράτησαν επαφή και μόλις λίγες εβδομάδες μετά μάς κάλεσαν ως guests για τρεις νύχτες στην υπέροχη Ρωμαϊκή Αρένα στη Νιμ - έτσι συνεχίζεται η ιστορία.

So this is silence και Talk without words είναι οι τίτλοι των πρώτων τραγουδιών του μυθικού ντεμπούτου άλμπουμ σας. Δεδομένης της αφοσίωσής σας στον (γραπτό) λόγο, πώς συνδέεστε με τη σιωπή ως πηγή έμπνευσης;

Ποτέ δε σκέφτηκα τη σιωπή ως πηγή έμπνευσης, αλλά βλέπω πώς θα μπορούσε να είναι και σίγουρα εκτιμώ τη ζωτική της σημασία στη δημιουργία μουσικής ή οποιασδήποτε τέχνης.

Ξέρω ότι ως συγκρότημα έχουμε αποκτήσει όλο και μεγαλύτερη επίγνωση της έννοιας του χώρου μέσα στη μουσική μας - όπου η σιωπή σίγουρα παίζει ρόλο.

Με το EP A Room Lives in Lucy συστήνετε τον ήχο της κιθάρας σας που θυμίζει μαντολίνο, ένα σήμα κατατεθέν σας από τότε. Πώς προέκυψε;

Αυτός είναι ο ήχος του Justin. Αν θυμάμαι καλά, αρχικά τον σκέφτηκε ως overdub στη B πλευρά εκείνου του EP για το τραγούδι There was a man of double deed - και στη συνέχεια τον ανέπτυξε από εκεί.

Ισχυρίζεστε ότι βρήκατε την «ταυτότητά σας» με το Virus Meadow (1986). Τι συνέβη σε εσάς (και τους θαυμαστές σας) με αυτό το άλμπουμ;

Αρχίσαμε να μεγαλώνουμε λίγο και συνειδητοποιήσαμε ότι εκεί που βρισκόμασταν, στην επαρχία, και ποιοι ήμασταν, ήταν το μέρος όπου μπορούσαμε να βρούμε την έμπνευση και την προσωπικότητά μας.

Προσωπικά, δεν ήξερα ποιος ήμουν πριν από εκείνο το άλμπουμ και περίπου εκείνη την εποχή τα πράγματα άρχισαν να μπαίνουν στη θέση τους. Σιγά σιγά. Και όχι πάντα εύκολα, φυσικά.

Η κυκλοφορία του The Klaxon (1993) προαναγγέλλει «ένα νέο κεφάλαιο» στην πορεία σας, τουλάχιστον ηχητικά. Τι σάς ώθησε σε αυτόν τον αναπροσανατολισμό;

Η «εικόνα» μας τη δεκαετία του ’80 ήταν ασυνήθιστη και έντονη.

Ντυνόμασταν με ρούχα τα οποία είχαμε βρει σε φιλανθρωπικά ιδρύματα και καταστήματα μεταχειρισμένων ειδών που μας έκαναν να μοιάζουμε σαν να ήμασταν σε κάποιο δράμα εποχής και ο κόσμος νόμιζε ότι ζούσαμε σε κάστρο - ήταν ωραίο...

Αλλά έπρεπε να ξεφύγουμε από την εικόνα του «ποιμενικού ρομαντικού» χαρακτήρα, καθώς ήταν πολύ περιοριστική και αισθανόμασταν πως είχαμε περισσότερα να πούμε. Θέλαμε να προχωρήσουμε και το Klaxon ήταν η αρχή αυτής της ανησυχίας.

Τα χρόνια μεταξύ 1998 και 2003 ήταν χρόνια «αλλαγής και περισυλλογής». Πώς κι έτσι; Τι προέκυψε από εκείνη την περίοδο;

Συνέβησαν πράγματα στην προσωπική μας ζωή που επέφεραν αλλαγές. Μετακόμισα στην Ελβετία για να είμαι με την κοπέλα μου και γεννήθηκε το πρώτο μας παιδί... Τέτοια πράγματα... Γεννήσεις, θάνατοι και όλα τα σχετικά.

Τι προέκυψε δημιουργικά; Λοιπόν, αφήσαμε τα πάντα στην άκρη για λίγο, και όταν αποφασίσαμε ότι θα συνεχίσουμε ως συγκρότημα, είχαμε διαφορετική στάση.

Είχαμε επίσης έναν διαφορετικό ντράμερ και αυτό δεν πρέπει να παραβλεφθεί, καθώς ο Paul Hill είναι ένα σημαντικό μέρος των AATT.

Αλλά εκτός από το ότι είχαμε ένα «νέο» μέλος στο συγκρότημα, νιώσαμε κάπως απελευθερωμένοι από πολλές από τις μαλακίες οι οποίες μάς «στεγνώνουν» ενεργειακά και συνοδεύουν την ενασχόληση με τη μουσική βιομηχανία.

Αρχίσαμε να κυκλοφορούμε τους δικούς μας δίσκους και πραγματικά οι μόνοι άνθρωποι που μας ένοιαζε να ευχαριστήσουμε εκείνη τη στιγμή ήμασταν εμείς οι ίδιοι.

Κινηθήκαμε προς μια ακόμα πιο underground κατεύθυνση, σε ένα μουσικό κλίμα το οποίο ούτως ή άλλως άλλαζε ραγδαία - από επιχειρηματικής άποψης, εννοώ...

Δεν ξέραμε αν υπήρχε κάποιος εκεί έξω που ήθελε να μας ακούσει πια, αλλά στην πραγματικότητα είχε να κάνει μόνο με τη μουσική εκείνη τη στιγμή.

Περιγράφετε το Further From The Truth (2003) ως «μια αναγέννηση που εξελίχθηκε σε μια πραγματική αναδημιουργία με το ‘(listen for) The Rag and Bone Man».

Με ποια έννοια μπορεί να θεωρηθεί «αναγέννηση», ακολουθούμενη από «αναδημιουργία»;

Λοιπόν, επιστρέψαμε στις ρίζες μας με το Further from the truth. Και ανακαλύψαμε ότι πολλοί από τους ανθρώπους οι οποίοι μας άκουγαν τη δεκαετία του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ήταν ακόμα μαζί μας. Αυτό μάς έδωσε κουράγιο.

Το (listen for) The Rag and Bone Man αποδείχθηκε ένα πολύ δυνατό άλμπουμ και έτυχε πολύ καλής υποδοχής από τον Τύπο και τους οπαδούς μας.

Αισθανθήκαμε πολύ παρακινημένοι και εμπνευσμένοι από την επιτυχία αυτού του άλμπουμ και η αντίδραση απέναντί ​​μας είχε αλλάξει - ήταν πολύ θετική και νιώθαμε σαν επιζώντες.

Η δεκαετία του ’90 ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος για τα συγκροτήματα που θεωρούνταν συγκροτήματα της δεκαετίας του ’80... Αυτό είναι φυσιολογικό στον κόσμο της μουσικής και της μόδας, και μόνο οι δυνατοί επιβιώνουν.

Στο Hunter not the hunted (2012) επιστρέφετε στη φύση για έμπνευση. Σας είχε λείψει αυτή η βασική εμπειρία/ορίζοντας;

Δεν ήταν ότι μας είχε λείψει, αλλά μάλλον ήταν καλό που επιστρέψαμε από μια διαφορετική οπτική γωνία.

Το Born into the waves, το δέκατο τρίτο στούντιο άλμπουμ σας, περιλαμβάνει κιθαριστικά κομμάτια σχεδιασμένα ως «τραγούδια αγάπης από όλο τον κόσμο».

Φαίνεται πως έχουμε ξεμείνει ως είδος από συναισθήματα/σχέσεις αγάπης στις μέρες μας. Τι πιστεύεις;

Νομίζω ότι όλα αυτά τα συναισθήματα είναι ακόμα μέσα μας.

Υπάρχουν περισσότεροι περισπασμοί τώρα, περισσότερη σύγχυση. Για να είμαι ειλικρινής, όμως, δεν έχω ιδέα αν η ανθρώπινη κατάσταση γενικά έχει αλλάξει με αυτόν τον τρόπο ή όχι.

Ελπίζω όχι - και αν έχει αλλάξει, φαντάζομαι πως αυτά τα συναισθήματα θα επιστρέψουν, ή ίσως απλώς θα αλλάξουν μορφή.

Το Mother-of-Pearl-Moon, ο προηγούμενό σας άλμπουμ, είναι αναμφίβολα από τα πιο επιτυχημένα σας, στιχουργικά και μουσικά:

Μελαγχολικό, λογοτεχνικό χωρίς καμία επιτήδευση, ποιητικό μέχρι το μεδούλι, κατά καιρούς μοιάζοντας με λαϊκή μουσική δωματίου. Είναι αυτό το τέλος ενός κύκλου, ένας εμπλουτισμός του καλλιτεχνικού σας ταξιδιού ή η αρχή κάτι νέου;

Το πιο πρόσφατο άλμπουμ μας, The Devils Door, είναι το τέλος ενός κύκλου για εμάς.

Το Mother-of-Pearl moon ήταν ένα ξεχωριστό άλμπουμ. Όλα, βέβαια, είναι ξεχωριστά με τον τρόπο τους, αλλά αυτό ήταν λίγο διαφορετικό, καθώς αρχικά προοριζόταν να είναι ένα άλμπουμ των Brothers of the Trees.

Οπότε, κυρίως ο Justin και ο Colin παίζουν κιθάρα και κλαρινέτο κι εγώ συνοδεύω στα φωνητικά.

Αλλά εξελίχθηκε καθώς προστέθηκαν πιάνο και κρουστά και τελικά συνειδητοποιήσαμε ότι είχε γίνει ένα άλμπουμ των ΑΑΤΤ, αλλά η προσέγγιση ήταν διαφορετική. Άρεσε σε όλους και ήταν μια καλή επιτυχία για εμάς.

Θα ήθελα να πω ότι δε με νοιάζει αν αρέσει στον κόσμο το The Devils Door ή όχι, αλλά φυσικά ελπίζω να αρέσει. Βασίζεται περισσότερο στη ροκ μουσική και είμαι σχεδόν σίγουρος πως είναι ένα καλό έργο. Μου αρέσει πολύ.

Το The child in you, ειδικότερα, είναι ίσως η αγαπημένη μου σύνθεση. Διατηρείς κάποιες παιδικές πτυχές μέσα σου - και αν ναι, πώς εκδηλώνονται;

Νομίζω ότι έχω μια ολόκληρη σειρά από παιδικές πτυχές μέσα μου οι οποίες έρχονται στην επιφάνεια πού και πού, αλλά ταυτόχρονα έχω χάσει πολλές - αυτή την οποία πρέπει να καλλιεργήσω περισσότερο υποθέτω είναι το αίσθημα του θαυμασμού.

Το The Rifleman's wedding περιλαμβάνει το εκφραστικό βιολί της Catherine Graindorge, ενισχύοντας περαιτέρω τον εκλεπτυσμένο, πλούσιο, στοχαστικό ήχο των AATT. Θα ήθελες να μου μιλήσεις γι’ αυτήν τη δημιουργική συνάντηση;

Πριν από μερικά χρόνια, συνεργάστηκα με την Catherine σε ένα πρότζεκτ που ονομαζόταν Songs for the dead, το οποίο ακούγεται πολύ πιο ζοφερό από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα.

Επικοινώνησε με τους AATT και ρώτησε αν θα με ενδιέφερε και η Kirsten, η οποία είναι μέλος της ομάδας management μας, είδε το email και είπε: «Νομίζω πώς πρέπει να το πάρεις στα σοβαρά... Η τελευταία συνεργασία της ήταν με τον Iggy Pop».

Τέλος πάντων, ήταν μια υπέροχη εμπειρία για μένα, είναι μια καταπληκτική μουσικός και ένας υπέροχος άνθρωπος και είχα την ευκαιρία να γράψω στίχους και να τραγουδήσω... Ή να αφηγηθώ με μερικούς άλλους πολύ καλούς μουσικούς.

Κάναμε ένα άλμπουμ, περιοδεύσαμε και ο Justin είχε την ιδέα να την ρωτήσει αν θα προσπαθούσε να προσθέσει ένα είδος φωνητικών για ένα ή δύο κομμάτια. Εκείνη πρόσθεσε μερικά μέρη βιολιού. Πολύ διακριτικά, αλλά πολύ ωραία.

Το Shared fate είναι επίσης εξαιρετικό - και τόσο συγκινητικό. Ποια είναι η «κοινή μοίρα» για την οποία τραγουδάς; Έχει αυτή η αναφορά ευρύτερες συνδηλώσεις;

Δε μου αρέσει να εξηγώ πώς κατανοώ ή οραματίζομαι αυτό το είδος στίχων, πιστεύω ότι πρέπει να εναπόκειται στον ακροατή να αποφασίσει μόνος του, αν το επιθυμεί.

Οι στίχοι προέρχονται από εμένα, αλλά τους βρίσκω αρκετά συχνά στη μουσική... Πολύ συχνά ο ακροατής ο οποίος επιλέγει να συλλογιστεί έναν στίχο θα βρει κάτι διαφορετικό από τον ακριβή τρόπο που τον έχω καταλάβει εγώ.

Εφόσον αυτό δεν είναι πολύ εκτός πραγματικότητας και δεν αποτελεί πλήρη παρεξήγηση, χαίρομαι να αφήνω τους ανθρώπους να δημιουργήσουν τις δικές τους ερμηνείες και να καταλήξουν στα δικά τους συμπεράσματα.

Αν επρόκειτο να απαντήσω ευθέως στο δεύτερο μισό της ερώτησής σου, η απάντησή μου θα ήταν, ειλικρινά: εξαρτάται από τη διάθεσή μου!

Το Σάββατο 4 Απριλίου θα σάς καλωσορίσουμε ξανά στην Αθήνα στο πλαίσιο του Death Disco Indoor Festival. Τι θα έχετε για εμάς;

Θα παίξουμε λίγο από όλα, αλλά θα επικεντρωθούμε φυσικά στον νέο μας δίσκο... Είναι, επίσης, η 40ή επέτειος του Virus meadow, οπότε θα στραφούμε και σ’ αυτόν.

Οι And Also The Trees επιστρέφουν στην Αθήνα ως headliners στη δεύτερη μέρα του φετινού Death Disco Indoor Festival, το Σάββατο 4 Απριλίου, στο Gazarte - Ground Stage (Βουτάδων 32-34, Γκάζι).

Ακολουθεί το lineup του Φεστιβάλ:

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

Selofan | Riki | Days of Sorrow | Ghost Cop

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

And Also The Trees | Escape With Romeo | Desinteresse | Convex Model