Θεατρικός μονόλογος εμπνευσμένος
τόσο από αυτοβιογραφικά βιώματα όσο και από εμπειρίες από τις κοινότητες
του μποξ, η Andy
παρουσιάζεται
μέχρι
και τις 31 Μαρτίου στο θέατρο «ΦΙΑΤ».
Κουβεντιάζοντας
με την επί σκηνής πρωταγωνίστρια και συν-συγγραφέα του έργου,
Φελίς Τόπη.
Ο θεατρικός μονόλογος Andy, ο οποίος παρουσιάζεται
στο θέατρο «ΦΙΑΤ» μέχρι και τις 31 Μαρτίου, είναι εμπνευσμένος «από αυτοβιογραφικές
ιστορίες και εμπειρίες από τις κοινότητες του box και της street κουλτούρας».
Πώς βιώνεις τον μονόλογο
ως θεατρικό είδος, θεατρική σύμβαση και θεατρική εμπειρία; Σε απελευθερώνει, σε
κρατάει σε εγρήγορση, σε ταράζει;
Η αλήθεια είναι ότι
απολαμβάνω πολύ περισσότερο το να είμαι πάνω στη σκηνή με παρτενέρ. Eίναι το μόνο μου παράπονο σε αυτό το project.
Eπιλέξαμε αυτό το format για να μπορούμε να ταξιδεύουμε με
μεγαλύτερη ευκολία στο εξωτερικό και την επαρχία.
Μου φαίνεται πολύ πιο
διασκεδαστικό το να μοιράζεσαι τις εμπειρίες. Tο να μιλάει ένας άνθρωπος μόνος του,
το να μην ακουμπάνε κάπου οι λέξεις για να έρχονται πίσω μού προκαλεί κάτι σαν
θλίψη.
Οπότε ψάχνω συνέχεια με
τι θα ανοίξω διάλογο. Ψάχνω συνέχεια έναν παρτενέρ στην αφήγησή μου.
Ο άμεσος στη δομή αυτής
της δραματουργίας είναι ο θεατής· εκεί τώρα υπάρχει ο κίνδυνος να γίνεις έρμαιο
των διαθέσεων του κοινού, αλλά υπάρχει και η αδρεναλίνη του ότι ο συνομιλητής
αυτός αλλάζει κάθε βράδυ.
Είναι βέβαια και ο
Γιάννης Διδασκάλου μόνιμος σιωπηλός συναφηγητής πάνω στη σκηνή· ο προπονητής, ο
πατέρας, ο σκηνοθέτης.
Καταλήγω, λοιπόν, να μη
το διαχειρίζομαι όλο αυτό ως μονόλογο, αλλά ως διάλογο με συνομιλητή υπό μόνιμη
αναζήτηση.
Γράψατε το κείμενο από
κοινού με τον Γιάννη Διδασκάλου, τον σκηνοθέτη της παράστασης, με τον οποίο σε
συνδέει πολύχρονη φιλία. Πώς μια φιλική σχέση μπορεί να εξελιχθεί σε μια
παραγωγική επαγγελματική συνεργασία;
Ο Γιάννης ήταν ο
εμψυχωτής της πρώτης μου θεατρικής ερασιτεχνικής ομάδας, δεν ήταν δηλαδή ότι
γνωριστήκαμε στο σχολείο, στο πάρκο ή σε κάποιο μπαρ.
Συνδεθήκαμε από την αρχή
επειδή μιλούσαμε κοινή γλώσσα στο σύμπαν που κινούμαστε τώρα επαγγελματικά.
Είχαμε και κοινές
καταβολές, κοινό αξιακό σύστημα, είμαστε και οι δύο παιδιά της επαρχίας, από
οικογένειες δεμένες πολύ, που μας στηρίζουν.
Στην πορεία ζήσαμε και
εκατό ζωές μαζί, έχουμε πράγματα να αφηγηθούμε πια, έχουμε ιστορίες να μας
δένουν, είναι σημαντικό αυτό.
Η μεταξύ μας επικοινωνία
μου φαίνεται οργανική και αβίαστη, κάποια πράγματα είναι πια δεδομένα - και
καλώς είναι δεδομένα.
Και να διαφωνήσουμε σε
κάτι, θα κλείσουμε με δύναμη την πόρτα του δωματίου και μετά θα την
ξανανοίξουμε και θα πούμε: «Λέω να παραγγείλω, πεινάς;»
Η Andy θα μπορούσε να είναι και μια μυθολογική ηρωίδα, που όμως δυσκολεύεται να βρει τις λέξεις. Ποια είναι η σχέση σου με τους μύθους - αρχαίους και σύγχρονους;
Εσύ, ως ηθοποιός και
συγγραφέας, τις βρίσκεις, τελικά, αυτές τις λέξεις;
Η σύνδεση της
συγκεκριμένης ιστορίας με τους αρχαίους μύθους ήταν πρόταση του Γιάννη, έχει
μια αδυναμία στην αρχαία μυθολογία.
Η Αταλάντη ήταν η σκέψη
του όταν εγώ αναρωτήθηκα αν θα είχε ενδιαφέρον να βρούμε ένα όνομα που να
στέκεται και ως τίτλος όπως στις αρχαίες τραγωδίες: Αντιγόνη, Ιφιγένεια,
Ηλέκτρα, Μήδεια.
Η ηρωίδα μας συγκρούεται
με τη μοίρα όπως όλοι οι τραγικοί χαρακτήρες, ανοίγει κουβέντες με το θείο,
κάπως της άξιζε να έχει το δικό της ηρώο.
Η μόνη μου ένσταση ήταν
ότι Αταλάντη δεν θα λεγόταν ένα κορίτσι που κάνει μποξ σε λαϊκή γειτονιά. Και η
Αταλάντη έγινε Άντη.
Με αφορά το βάθος στα
πράγματα, δεν έχω υπάρξει αερικό, όσο ζηλευτή και αν μου είναι αυτή η συνθήκη
ζωής. Είμαι στέρεη, χτίζω.
Η αρχή, η βάση, χτίζεται
από τις ρίζες, την ιστορία, τους μύθους, τις βιογραφίες αυτών που τα ζήσανε
ήδη, τον τρόπο που γράψανε άλλοι, το προσωπικό βίωμα, ό,τι έχει ο καθένας στα
μπαγκάζια. Εκεί είναι το δύσκολο, όταν ψάχνεις στο πορτ μπαγκάζ.
Οι λέξεις έρχονται μετά
από αυτήν την προεργασία. Από λέξεις είμαστε καλυμμένοι, θεωρώ ότι -όπως και η
αφηγήτρια- τις βρίσκω αβίαστα.
Προπονείσαι ως μποξέρ εδώ
και πέντε χρόνια. Τι κοινό έχουν το μποξ και η υποκριτική τόσο ως ψυχοσωματική,
όσο και ως διανοητική εμπειρία/άσκηση;
Ξεκίνησα μποξ την περίοδο
που αποφάσισα να πάρω απόσταση από το θέατρο, το χρησιμοποίησα δηλαδή ως
υποκατάστατο. Αντιλαμβάνομαι τη βάση τους ως κοινή:
Αν χάσεις τη συγκέντρωση
σου ένα κλάσμα του δευτερολέπτου στη σκηνή, ο χρόνος διαστέλλεται, αισθάνεσαι πως
έχασες ένα τέταρτο πραγματικού χρόνου, σου κόβονται τα πόδια, μπορεί να χάσεις
τη σύνδεση με τον θεατή, την ροή αφήγησής σου.
Στον αγώνα, μάλλον θα
καταλήξει στο ότι θα φας μπουνιά.
Το τυχερό μου ήταν πως ο
προπονητής μου παίζει μποξ, όπως εγώ παίζω θέατρο.
Δίνει οδηγίες συνέχεια
στον εαυτό του, διαβάζει τον αντίπαλο όπως εμείς τον θεατή, προκαλεί λάθη και
μετά επιστρέφει στο σωστό, πάει να ξεχαστεί να βολευτεί σε έναν ρυθμό και
τραβάει το χαλί μόνος του κάτω από τα πόδια του.
Και πόσο έχει αλλάξει την
οπτική σου στο θέατρο η ενασχόληση με το συγκεκριμένο άθλημα;
Μου είναι πολύ πιο εύκολο
πια να μη φέρω την όποια συναισθηματική μου κατάσταση από την εκάστοτε
καθημερινότητα στην σκηνική αφήγηση. Αν δεν έχεις ψυχραιμία και μπεις
συναισθηματικά φορτισμένος σε sparring,
θα φας ξύλο εγγυημένα.
Και διαβάζω το δωμάτιο
πολύ πιο γρήγορα. Υπολογίζω από πού θα έρθει το κροσέ και έχω κάνει ήδη
αποφυγή, επιλέγω πιο στοχευμένα με τι ρυθμό θα μπω, τι πρέπει να κάνω για να
κρατήσω το ενδιαφέρον.
Το μποξ είναι άθλημα που
βασίζεται στο alert
και στο show
off.
«Ο έρωτας είναι πολιτική
θέση»,
λέει η Andy.
Είναι και το θέατρο μια ερωτική χειρονομία με πολιτική διάσταση, κατά τη γνώμη
σου;
Αυτό το λέει η αφηγήτρια,
όχι η Andy.
Η Andy
απλά τα ζει, χωρίς να τα σκέφτεται παραπάνω, δεν ξέρει από πολιτικές θέσεις.
Έτσι όπως αντιλαμβάνομαι
εγώ τα πράγματα, και ο έρωτας και το θέατρο εκπροσωπούν καταστάσεις που
διαρκούν όσο ένα πυροτέχνημα.
Επενδύεις και πιστεύεις
θρησκευτικά σε κάτι που θα διαρκέσει μία στιγμή. Αλλά αυτή η μία στιγμή μπορεί
να είναι φαντασμαγορική. Σοβαρά ρομαντική διαδικασία. Το κυνήγι πυροτεχνημάτων
είναι μια μορφή αντίστασης στο πεζό, στη βαρύτητα.
Αν όλο αυτό γίνεται με τη
συνείδηση της επιλογής κατ’ εξακολούθηση, ε ναι, εκπροσωπεί το πώς βλέπεις την
ζωή, το πώς υπάρχεις στον κόσμο, είναι πολιτική θέση.
Πόσο σημαντική είναι η
επανα-πολιτικοποίηση της καθημερινότητας σε μια εποχή κατά την οποία η εξουσία
επιχειρεί να μας πείσει ότι δεν υπάρχει εναλλακτική στο υπάρχον;
Δεν μπορώ να ανεχτώ μία
ζωή που δεν έχει σεισμούς, στην οποία ο χρόνος δε διαστέλλεται, η χρονογραμμή
της είναι αναμενόμενη, ο δοθείς αλγόριθμος δεν επεξεργάζεται. Το βόλεμα δε με
αντιπροσωπεύει. Το «έλα μωρέ τώρα».
Αν ξέρουμε ήδη πως τα
πράγματα είναι όπως είναι, και θα μείνουν εκεί αμετακίνητα, ότι έχουμε έρθει να
ζήσουμε όλοι την ίδια ιστορία, από πού να βρούμε δηλαδής όρεξη να συνεχίσουμε;
Δεν ξέρω αν επιλέχτηκε ή
σας προτάθηκε, πάντως ο χώρος ο οποίος φιλοξενεί την παράσταση δε θα μπορούσε
να είναι πιο ταιριαστός. Πώς, κάθε φορά, ως αθλήτρια και ως ηθοποιός,
κατορθώνεις να κατοικείς τους χώρους όπου δρας;
Ο χώρος επιλέχθηκε,
έψαχνα μήνες. Ψάχναμε μία αποθήκη να είναι όντως σαν γυμναστήριο μποξ, να
παρασέρνουμε τον κόσμο σε ταινία με το που μπαίνει να καθίσει, να μην τον
κρατάει σε απόσταση κάποια θεατρική σύμβαση.
Ονειρευόμασταν να είναι
εκείνη, μικρή σε μια γιγάντια αποθήκη, σαν κλεισμένη μέσα στο γυμναστήριο
αιώνες μέχρι να διαχειριστεί αυτό που της συνέβη. Να βγει από εκεί μόνο όταν
είναι έτοιμη.
Και βρίσκουμε αυτόν τον
χώρο, ο οποίος πέρα από όλα τα άλλα, έχει και αυτήν την reception που είναι σαν booth προπονητή από αμερικάνικη ταινία.
Βλέπεις από το παράθυρο μέσα τον Clint
Eastwood
να διαβάζει εφημερίδα.
Οπότε σε αυτό το ανέβασμα
εγώ απλά πατάω στο πραγματικό του χώρου, δε χρειάζεται να κάνω και πολλά, είναι
σαν να με έχουν βάλει σε ένα σετ και να με τραβάνε με κάμερες. Κλεψιά.
Το πεδίο της τέχνης
(εντός και εκτός εισαγωγικών) είναι, ως γνωστόν, ανθρωποφαγικό. Του
(πρωτ)αθλητισμού διαφέρει σε κάποιον βαθμό; Και αν ναι, σε ποιον;
Με την υποκριτική δεν
ασχολούμαι καθόλου σε πλαίσιο καριερίστα ή πρωταθλητισμού. Το απέρριψα πολύ
γρήγορα μετά τη σχολή, βλέποντας να διαβρώνονται άνθρωποι και να χάνουν τελείως
και την επαφή με την τέχνη τους.
Και στον αθλητισμό είμαι
ερασιτέχνης, οπότε δεν μπορώ να πάρω θέση για το επαγγελματικό γίγνεσθαι εκεί,
δεν κατεβαίνω σε αγώνες στο μποξ.
Με ενδιαφέρει ο
συναγωνισμός, το να έχεις γύρω σου ανθρώπους που σε κάνουν να θες να πας κι εσύ
παρακάτω. Θέλω να έχω κάτι να θαυμάζω.
Έχουμε καλέσει πολλούς
ανθρώπους με τους οποίους θα θέλαμε να ανοίξουμε διάλογο με την πρόταση που
κάνουμε με την Andy:
καλλιτέχνες τους οποίους εκτιμάμε, φοιτητές της τέχνης που είναι ακόμα στην
αρχή και έχουν ματιά πιο άγραφτη και αθώα.
Ονειρευόμαστε να είναι
πραγματικό work
in progress αυτή η παράσταση, να
αλλάζει με τις συναντήσεις.
Ποιες εσωτερικές
αντιστάσεις και ηθικές ποιότητες απαιτούνται, σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να
μην καταντήσεις σαν αυτό που εχθρεύεσαι;
Νομίζω ότι χρειάζονται
βάσεις και σταθερές, οικογένεια, φίλοι καλοί, άνθρωποι να σε κρατάνε στέρεο, να
έχεις να επιστρέφεις για να μη χαθείς. Να εξελίσσεσαι, να μετακινείσαι και να
ταξιδεύεις, αλλά να έχεις να επιστρέφεις.
Πώς
φαντάζεσαι/φαντασιώνεσαι τον εαυτό σου στο απώτερο μέλλον, ως μποξέρ, ηθοποιό,
δασκάλα υποκριτικής και casting
associate;
Θα ήθελα συνεχίσω να έχω
τη δύναμη της ελευθερίας, να μπορώ να επιλέγω τις περιπέτειες που με αφορούν
και να έχω όρεξη να παραμένω πυροτεχνουργός.
Οι φωτογραφίες που
συνοδεύουν το κείμενο είναι της Μαίρης Λεονάρδου.
Η παράσταση Andy, σε δραματουργία-κείμενο
Γιάννη Διδασκάλου-Φελίς Τόπη, σκηνοθεσία Γιάννη Διδασκάλου με
πρωταγωνίστρια την Φελίς Τόπη, παρουσιάζεται στο θέατρο
«ΦΙΑΤ» (Φαλήρου 97, Κουκάκι) κάθε Δευτέρα και Τρίτη
στις 21:15 μέχρι και τις 31 Μαρτίου.










