Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Πρισίλα Μόρις: «Ακολουθώ το ένστικτό μου και γράφω για ό,τι με καλεί»

 


Ο πόλεμος που ρήμαξε τη Βοσνία και το Σαράγεβο είναι ο «καμβάς» των σπαρακτικών Μαύρων Πεταλούδων, μυθιστορηματικού ντεμπούτου της βοσνιακής καταγωγής Βρετανίδας συγγραφέως Πρισίλα Μόρις.

Κουβεντιάζοντας μαζί της με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

«Έγραψα το μυθιστορηματικό ντεμπούτο μου ‘Μαύρες Πεταλούδες’ για να κατανοήσω τον πόλεμο που ρήμαξε τη γενέτειρα της μητέρας μου μεταξύ 1992-1996», γράφεις στην ιστοσελίδα σου.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι ως παιδί περνούσες τα καλοκαίρια σου στο Σαράγεβο, ποιες είναι οι πιο έντονες αναμνήσεις σου από εκείνη την περίοδο;

Η μητέρα μου είναι από το Σαράγεβο και ο πατέρας μου Άγγλος. Μεγάλωσα στην Αγγλία, αλλά πέρασα τα παιδικά μου καλοκαίρια στο Σαράγεβο, επισκεπτόμενη τους παππούδες μου από την πλευρά της μητέρας μου.

Οι πιο έντονες αναμνήσεις μου περιστρέφονται γύρω από τον γαλανό ουρανό, τα χαμογελαστά πρόσωπα, τις μεγάλες τολύπες καπνού τσιγάρων και το πολύ φαγητό.

Θυμάμαι να κάθομαι έξω με ήλιο σ’ ένα μακρύ τραπέζι κάτω από τα δέντρα, τριγυρισμένο από ξαδέλφια, παππούδες και γιαγιάδες, θείες και θείους που έτρωγαν ψητό αρνί στη σούβλα και ζεστά ψωμάκια καλαμποκιού αλειμμένα με καϊμάκι.

Θυμάμαι τη μυρωδιά της μούχλας του διαμερίσματος των παππούδων μου στη νέα συνοικία του Σαράγεβο, το οποίο είχε ελαιογραφίες και κιλίμια που κάλυπταν κάθε ελεύθερο εκατοστό του τοίχου.

Θυμάμαι τον ενθουσιασμό της βόλτας με το παιδικό τρενάκι στον ζωολογικό κήπο και του πικνίκ στις πηγές του ποταμού Μπόσνα.

Θυμάμαι τον πατέρα μου να κάθεται σε μια στοίβα από κιλίμια στη Μπαστσάρσια, την παλιά οθωμανική καρδιά του Σαράγεβο, να πίνει καφέ και να παζαρεύει τις τιμές.

Μερικές από τις πιο πρώιμες, πιο έντονες αναμνήσεις μου είναι από τα βουνά έξω από το Σαράγεβο, όπου οι παππούδες μου είχαν ένα μικρό πέτρινο εξοχικό.

Θυμάμαι να καβαλάω τους ώμους του πατέρα μου μέσα από σκοτεινά δάση ψάχνοντας για αρκούδες, να κολυμπάω σε ορμητικά ποτάμια, να κάνω ηλιοθεραπεία σε ζεστούς βράχους, να τρώω παγωμένο καρπούζι που είχε κρυώσει στο ποτάμι...

Όλα μου φαίνονταν τόσο μουντά και γκρίζα όταν επέστρεφα στην Αγγλία.

Και τι κατανόησες για τους πολέμους οι οποίοι μάστισαν την πρώην Γιουγκοσλαβία, τη Βοσνία και το Σαράγεβο μέσα από τη διαδικασία συγγραφής αυτού του μυθιστορήματος;

Ήμουν 19 ετών όταν ξέσπασαν οι πόλεμοι στην πρώην Γιουγκοσλαβία, καθώς οι δημοκρατίες κήρυξαν την ανεξαρτησία τους η μία μετά την άλλη.

Η Σλοβενία ​​αποσχίστηκε αρκετά εύκολα το 1991, αλλά συντελέστηκε αιματοχυσία όπου υπήρχαν σερβικές μειονότητες - δηλαδή στην Κροατία και τη Βοσνία. Οι Σέρβοι, σε μεγάλο βαθμό, δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τη Γιουγκοσλαβία.

Ο πόλεμος στη Βοσνία ήταν ιδιαίτερα βάναυσος επειδή εμπλέκονταν τρεις εθνοτικές ομάδες: οι Βόσνιοι (Μουσουλμάνοι), οι Σέρβοι (Ορθόδοξοι) και οι Κροάτες (Καθολικοί).

Ο όρος «εθνοκάθαρση» επινοήθηκε κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου. Υπήρξαν στρατόπεδα συγκέντρωσης, στρατόπεδα βιασμού και η γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα. Ήταν φρικτό.

Θυμάμαι να παρακολουθώ την πολιορκία του Σαράγεβο να εξελίσσεται κάθε βράδυ στις ειδήσεις του BBC από το σπίτι μου στο νοτιοδυτικό Λονδίνο.

Σερβοβόσνιοι εθνικιστές περικύκλωσαν την πόλη και βομβάρδισαν σπίτια, νοσοκομεία, βιβλιοθήκες, τζαμιά και εκκλησίες από τα βουνά.

Ελεύθεροι σκοπευτές στις στέγες σκότωναν αμάχους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά καθώς εκείνοι διέσχιζαν τους δρόμους από κάτω.

Οι τηλεφωνικές γραμμές και η ταχυδρομική υπηρεσία είχαν διακοπεί, οπότε δεν είχαμε ιδέα αν οι παππούδες μου ήταν ζωντανοί ή νεκροί.

Το ηλεκτρικό ρεύμα, το φυσικό αέριο και το νερό κόπηκαν ένα προς ένα.

Ο ολοκληρωτικός αποκλεισμός σήμαινε ότι ο Ο.Η.Ε. έπρεπε να στέλνει αεροπορικώς τρόφιμα από την Ιταλία κάθε δέκα ημέρες για να κρατήσει στη ζωή τον πληθυσμό μισού εκατομμυρίου ανθρώπων.

Ήταν μια βαθιά συναισθηματική, ενοχλητική, μπερδεμένη περίοδος.

Η οικογένεια της μητέρας μου ήταν εθνοτικά μικτή - όπως ήταν το ένα τρίτο των οικογενειών του Σαράγεβο πριν από τον πόλεμο.

Ο παππούς μου ήταν Σερβοβόσνιος, η γιαγιά μου ήταν Σλοβένα (Καθολική) και ο αδερφός της ήταν παντρεμένος με Βόσνια.

Ήταν ένα απόλυτο σοκ να βλέπεις το Σαράγεβο, το οποίο ήταν φημισμένο προπολεμικά για την πολυφωνία, τη ζεστασιά, τη φιλοξενία, την ανοχή και τον εορτασμό άλλων πολιτισμών, να βυθίζεται σε τέτοιο διχασμό και σφαγές.

Αρχικά, στο Ηνωμένο Βασίλειο παρουσιάστηκε ως εμφύλιος πόλεμος.

Μέχρι το τέλος του σχεδόν τετραετούς πολέμου, ωστόσο, έγινε απολύτως σαφές πως, αν και διαπράχθηκαν φρικαλεότητες και από τους τρεις εθνικισμούς, ο πόλεμος οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στη σερβική επιθετικότητα, με την πλήρη υποστήριξη του Μιλόσεβιτς.

Ο Τούτζμαν στην Κροατία δεν ήταν πολύ καλύτερος, επιδιώκοντας να δημιουργήσει μια Μεγάλη Κροατία. Ο Ιζετμπέγκοβιτς, ο Βόσνιος πρόεδρος, επίσης δεν ήταν καθόλου άγιος, αλλά η δική του αντίδραση ήταν κυρίως αμυντική, απαντητική.

Με τις Μαύρες Πεταλούδες μ’ ενδιέφερε να αναπαραστήσω την αντιεθνικιστική φωνή μέσω της καλλιτέχνιδας Ζόρα και να συνθέσω μια ερωτική επιστολή στο μοναδικό, ζεστό, πολυπολιτισμικό Σαράγεβο που γνώριζα ως παιδί.

Ήθελα επίσης πολύ να δείξω την ομορφιά της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, για να αντισταθμίσω τις εικόνες πολέμου και καταστροφής τις οποίες έχουν πολλοί στο μυαλό τους όταν σκέφτονται την περιοχή.

Ένα από τα πολλά που κατάλαβα μέσα από τη διαδικασία συγγραφής του μυθιστορήματός μου ήταν ότι οι πόλεμοι σφυρηλάτησαν τις εθνικιστικές ακρότητες και την επιστροφή στη θρησκεία από όλες τις πλευρές, και όχι το αντίστροφο.

Αυτό εξηγείται με σαφήνεια στην εξαιρετική εθνογραφία της πολιορκίας από την Κροάτισσα ανθρωπολόγο Ιβάνα Μάτσεκ, Το Σαράγεβο υπό Πολιορκία, την οποία συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Σε ποιον βαθμό μοιράζεσαι ή/και έχεις ξεπεράσει το συλλογικό, καθώς και το οικογενειακό τραύμα που σχετίζεται με τον πόλεμο;

Το τραύμα είναι βαθύ και ταυτόχρονα κάτι μακρινό για μένα.

Δε μεγάλωσα στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Δεν έζησα τον πόλεμο. Δε μιλάω καν βοσνιακά πέρα ​​από ένα βασικό επίπεδο, καθώς, δυστυχώς, η μητέρα μου δε θεωρούσε τα σερβοκροατικά «χρήσιμη» γλώσσα(!)

Ωστόσο, εξακολουθούσα να νιώθω μια πολύ ισχυρή συναισθηματική σύνδεση με τους παππούδες μου, ειδικά με την γιαγιά μου, και ο πόλεμος άφησε έναν ταραχώδη συναισθηματικό αντίκτυπο σε όλη μου την οικογένεια.

Ένας ξάδερφος της μητέρας μου σκοτώθηκε από ελεύθερο σκοπευτή, ενώ άλλα ξαδέρφια διασκορπίστηκαν παντού: στις Η.Π.Α., την Αυστρία, την Κένυα και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Πολλά μέλη της βοσνιακής πλευράς της οικογένειάς μας παρέμειναν στο Σαράγεβο, το οποίο τώρα είναι στην συντριπτική του πλειονότητα βοσνιακό. Μια κατακερματισμένη οικογένεια.

Η διάρκειας δεκατριών ετών διαδικασία έρευνας και συγγραφής του βιβλίου έφερε ξανά στο προσκήνιο το τραύμα.

Ήμουν σε κατάθλιψη και ανίκανη να γράψω για έναν χρόνο, αφού πέρασα πέντε μήνες στο Σαράγεβο το 2010 συλλέγοντας ιστορίες πολέμου - και τελικά η διαδικασία βοήθησε κάπως στην επούλωση του τραύματος.

Κάθε φορά που δίνω μια ομιλία για τις Μαύρες Πεταλούδες, αισθάνομαι πως τιμώ τις ιστορίες πολέμου τις οποίες ευγενικά μοιράστηκαν μαζί μου οι συγγενείς και οι φίλοι μου στο Σαράγεβο, και αυτό μου φαίνεται επίσης σαν κάτι θεραπευτικό.

Θεωρείς τη διαδικασία της γραφής γενικά ως ένα μέσο για την ανακάλυψη/εκ νέου ανακάλυψη του εαυτού, του ιστορικού υποβάθρου, του κοινωνικού πλαισίου και των στενών σχέσεων ενός ανθρώπου;

Θεωρώ τη γραφή μια πράξη δημιουργίας που συχνά περιλαμβάνει πτυχές ανακάλυψης και εκ νέου ανακάλυψης.

Για μένα, η γραφή είναι ένα βήμα προς τα μέσα για να ανασύρω αναμνήσεις, ανθρώπους, μέρη και πράγματα τα οποία αντηχούν, στοιχειώνουν και βασανίζουν, προκειμένου να τα αναδείξω. Ακολουθώ το ένστικτό μου και γράφω για ό,τι με καλεί.

Ο τόπος με γοητεύει πολύ - και το να γράφω για τον τόπο συχνά με οδηγεί σε ανθρώπους, στην ιστορία, τον πολιτισμό, την πλοκή και ούτω καθεξής.

Η δομή είναι επίσης εξαιρετικά σημαντική. Αφιέρωσα πολύ χρόνο για να βεβαιωθώ πως η δομή των Μαύρων Πεταλούδων έμοιαζε αληθινή και είχε το νόημα που ήθελα να έχει.

Ωριμάζεις μέσα από τη συγγραφή, τόσο ως συγγραφέας όσο και ως άνθρωπος;

Ναι, θα έλεγα ναι. Σίγουρα έχω ωριμάσει.

«Αφετηρία ήταν η εμπνευσμένη ιστορία του θείου μου, του Βόσνιου ζωγράφου τοπίων Ντομπρίβογε Μπελικάσιτς», αναφέρεις επίσης στην ιστοσελίδα σου.

Πράγματι, η Ζόρα, ένας από τους δύο κύριους χαρακτήρες του μυθιστορήματος, είναι ζωγράφος. Γιατί η ζωγραφική υπήρξε τόσο κρίσιμο σημείο εκκίνησης ήδη από την αρχική σύλληψη του μυθιστορήματος;

Η ιστορία του προ-θείου μου ήταν ο καταλύτης για τις Μαύρες Πεταλούδες. Δεν ήταν μόνο η ζωγραφική, αλλά ολόκληρη η καλλιτεχνική του ιστορία που ενέπνευσε το μυθιστόρημα. Θα την περιγράψω εδώ με λίγα λόγια.

Ο Ντομπριβόγιε Μπελικάσιτς, ή Ντόμπρι εν συντομία, ήταν 68 ετών όταν ξεκίνησε η πολιορκία. Είχε ένα υπέροχο στούντιο πάνω από την Εθνική Βιβλιοθήκη στο Παλιό Δημαρχείο του Σαράγεβο.

Τον Αύγουστο του 1992, το εμβληματικό κτίριο έγινε στόχος εμπρηστικών οβίδων και γρήγορα τυλίχτηκε στις φλόγες.

Πάνω από 1.5 εκατομμύριο βιβλία και 300 πίνακες του Ντόμπρι καταστράφηκαν στην πυρκαγιά, η οποία έγινε σύμβολο του πολιορκημένου Σαράγεβο.

Οι κάτοικοι του Σαράγεβο αποκαλούσαν «μαύρες πεταλούδες» τις στάχτες που σκοτείνιαζαν τον ουρανό για μέρες.

Συντετριμμένος, ο Ντόμπρι πίστευε πως δε θα ζωγράφιζε ποτέ ξανά. Αυτός, η σύζυγός του και η πεθερά του έφυγαν από το Σεράγεβο με ένα κονβόι του Ερυθρού Σταυρού λίγους μήνες αργότερα.

Δυστυχώς, η πεθερά του πέθανε στο μακρύ ταξίδι προς την Αγγλία, όπου ζούσαν η κόρη και ο γαμπρός τους.

Μετά από μια περίοδο ανάρρωσης, ο Ντόμπρι επανασυνδέθηκε με τη φύση και άρχισε να βλέπει τον κόσμο από την αρχή.

Ζωγράφιζε την ύπαιθρο του Γουίλτσιρ και πολλά από τα γιουγκοσλαβικά τοπία που είχαν καεί στην πυρκαγιά. Συνέχισε να ζωγραφίζει για τις επόμενες δύο δεκαετίες της ζωής του, και έγινε το γηραιότερο μέλος μιας διάσημης λέσχης τέχνης του Μπρίστολ.

Άκουσα για πρώτη φορά την ιστορία του στην κηδεία του παππού μου στην Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία στο Νότινγκ Χιλ του Λονδίνου.

Ο παππούς μου δεν ανάρρωσε ποτέ πραγματικά από τον πόλεμο και πέθανε λίγα χρόνια αφότου ο πατέρας μου τον έσωσε από το Σαράγεβο το 1993.

Αντιθέτως, η ιστορία του προ-θείου μου ήταν, για μένα, μια ιστορία ελπίδας. Άκουσα σε αυτήν μια ιστορία για την τέχνη που θριάμβευσε πάνω στην τραγωδία του πολέμου. Η ζωγραφική του τού επέτρεψε να ενταχθεί σε μια νέα χώρα σε μεγάλη ηλικία.

Η εικόνα των βιβλίων και της τέχνης τα οποία καίγονταν, η σκέψη των όμορφων οθωμανικών γεφυρών και βουνών που ζωγράφιζε και ξαναζωγράφιζε, με κατέκλυσε έντονα. Έπρεπε να το γράψω.

Αυτή ήταν η στιγμή κατά την οποία σπάρθηκε ο αρχικός σπόρος των Μαύρων Πεταλούδων.

Υποθέτοντας πως όλοι οι ανθρώπινοι χαρακτήρες είναι εμπνευσμένοι από πραγματικά πρόσωπα ή ιστορίες για τις οποίες μπορεί να έχεις ακούσει ή διαβάσει, θέλεις να αναφερθείς στη διαδικασία μέσω της οποίας συνέθεσες κάθε χαρακτήρα;

Οι περισσότεροι χαρακτήρες προέρχονται από ανθρώπους που γνώρισα στο Σαράγεβο το 2010.

Για παράδειγμα, η μικρή Ούνα βασίζεται σε ένα κορίτσι η οποία ζούσε δίπλα στους παππούδες μου στο Σαράγεβο και ήταν οκτώ ετών όταν ξέσπασε ο πόλεμος.

Το 2010, ήταν είκοσι έξι ετών και μου έκανε εβδομαδιαία μαθήματα βοσνιακών. Μου διηγήθηκε πολλές από τις αναμνήσεις της από τον πόλεμο και αρκετές από αυτές συμπεριλήφθηκαν στο βιβλίο.

Ο Μιρσάντ, ο Βόσνιος ιδιοκτήτης βιβλιοπωλείου με τον οποίο η Ζόρα έχει στενή φιλία, βασίστηκε σε έναν κορνιζοποιό που μου διηγήθηκε την ιστορία του πολέμου στο μαγαζί του ένα απόγευμα.

Η Λένκα έχει ως πρότυπο μια διερμηνέα με την οποία εξακολουθώ να έχω επαφή. Και ούτω καθεξής.

Φυσικά, χρησιμοποιώ τους πραγματικούς ανθρώπους ως σημεία εκκίνησης και στη συνέχεια, όταν εισαχθούν στην ιστορία, αρχίζουν να κάνουν και να λένε πράγματα από μόνοι τους.

Η «αληθινή» Ούνα, για παράδειγμα, δεν έβαψε ποτέ ούτε ένα τεράστιο δέντρο στον ραγισμένο τοίχο του σαλονιού της!

Η Ζόρα;

Η Ζόρα ήρθε σε μένα αστραπιαία.

Αρχικά να γράφω με πρωταγωνιστή έναν άνδρα καλλιτέχνη και, για κάποιον λόγο, απλά δεν απογειωνόταν. Δυσκολευόμουν να μεταφέρω την ιστορία μακριά από τους προ-θείους μου και στη σφαίρα της μυθοπλασίας.

Μόλις είχα ξαναδιαβάσει την Πανούκλα του Αλμπέρ Καμύ, από πολλές απόψεις ένα αρχετυπικό μυθιστόρημα πολιορκίας. Έκλεισα το βιβλίο και ξαφνικά μια κοκκινομάλλα γυναίκα, γύρω στα 55, ήρθε προς το μέρος μου.

Αρκετά σημεία της πλοκής συνδέθηκαν με τον χαρακτήρα της:

Θα χωριζόταν από τον σύζυγό της στις αρχές του πολέμου και ουσιαστικά θα τον βίωνε μόνη της· θα έχανε μια πολύ στενή φιλία με τον γείτονά της· κάποιος πολύ κοντινός της άνθρωπος θα πέθαινε.

Άρχισα να γράφω ξανά το βιβλίο, αυτήν τη φορά από την οπτική γωνία της Ζόρα. Και τότε, το μυθιστόρημα πραγματικά απογειώθηκε.

Αν η Ζόρα είναι ένας από τους κύριους -τραυματισμένους, εύθραυστους, αλλά κάπως ανθεκτικούς- χαρακτήρες των Μαύρων Πεταλούδων, τότε το Σαράγεβο είναι, σίγουρα, ο άλλος, που αναδύεται ως μια ζωντανή οντότητα.

Πώς το ζωντάνεψες με αφηγηματικούς όρους;

Χαίρομαι που το εντόπισες.

Το Σαράγεβο είναι αναμφίβολα ο άλλος κύριος χαρακτήρας στο μυθιστόρημά μου. Το Μαύρες Πεταλούδες κατά κάποιον τρόπο αφορά στη σχέση της Ζόρα με την αγαπημένη της πόλη, καθώς αυτή αλλάζει σχεδόν ανεπανόρθωτα.

Άντλησα έμπνευση από τις παιδικές μου αναμνήσεις και τις πολλές βόλτες που έκανα στην πόλη το 2010 για να δώσω μια βαθιά αίσθηση του τόπου και της ατμόσφαιρας.

Απορρόφησα λεπτομέρειες για την υφή της ζωής υπό πολιορκία όταν έπαιρνα συνεντεύξεις από ανθρώπους και διάβαζα μαρτυρίες από πρώτο χέρι, όπως επιστολές και ημερολόγια της πολιορκίας, για να μάθω πώς επέζησαν οι άνθρωποι.

Μου αρέσει να χρησιμοποιώ και τις πέντε αισθήσεις μου καθώς γράφω, γι’ αυτό υπάρχουν πολλές μυρωδιές, ήχοι, γεύσεις και υφές στο γράψιμό μου που ζωντανεύουν πραγματικά την πόλη, έτσι ώστε σχεδόν να αναπνέει.

Ό,τι μου λείπει ως αναγνώστης, και όχι επειδή προσωπικά δεν το «γνωρίζω» με κάποιον τρόπο (το Σαράγεβο είναι η αγαπημένη μου πόλη στον κόσμο), είναι μια πιο λεπτομερής αναφορά στις αιτίες του πολέμου - πάλι με αφηγηματικούς όρους.

Συμβαίνει αυτό επειδή σκόπευες να εξερευνήσεις την οδυνηρή πρόσφατη Ιστορία υπό το πρίσμα των καθημερινών ανθρώπων -ανεξαρτήτως εθνικότητας ή/και φιλοσοφικών/θρησκευτικών πεποιθήσεων- που τη βιώνουν;

Χαίρομαι πολύ που μαθαίνω πως το Σαράγεβο είναι η αγαπημένη σου πόλη στον κόσμο! Είναι ένα τόσο μοναδικό, ξεχωριστό, όμορφο μέρος.

Δε σκόπευα να γράψω ένα ιστορικό βιβλίο, αλλά να αποτυπώσω την καθημερινότητα της ζωής υπό πολιορκία και το πώς η φυσιολογική, πολιτισμένη ζωή εκτράπηκε σε μια κατάσταση ανομίας και ακραίων συνθηκών τους πρώτους μήνες του 1992.

Πρόκειται περισσότερο για μια ανθρωπολογική, παρά για μια ιστορική προσέγγιση.

Ωστόσο, ήταν πολύ σημαντικό για μένα να καταγράψω με ακρίβεια τη σωστή χρονολογική σειρά των γεγονότων της πολιορκίας στο βιβλίο μου, ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο ακριβές ιστορικά.

Καταλαβαίνω την επιθυμία του αναγνώστη να εξηγηθεί καλύτερα το υπόβαθρο, αλλά σε αυτήν την περίπτωση ένιωσα επίσης ότι δε θα ταίριαζε με το στιλ αφήγησης του μυθιστορήματός μου.

Η Ζόρα, η πρωταγωνίστρια, μέσα από τα μάτια της οποίας γίνεται αντιληπτός ο πόλεμος, είναι παγιδευμένη στη στιγμή. Το μυθιστόρημα αφηγείται σε ενεστώτα χρόνο για λόγους αμεσότητας που δεν επιτρέπει καμία σκέψη από ένα σημείο στο μέλλον.

Η Ζόρα, όπως ο προ-θείος μου και πολλοί άνθρωποι από τους οποίους πήρα συνέντευξη, δεν είχαν ιδέα εκείνη την εποχή τι είχε προκαλέσει τον πόλεμο ή ότι επρόκειτο να έρθει. Ξαφνιάστηκαν.

Η Ζόρα είναι μια αντιεθνικίστρια Σερβοβόσνια καλλιτέχνις που δεν ενδιαφερόταν για την πολιτική και πίστευε ακράδαντα στο ιδανικό ενός πλουραλιστικού Σαράγεβο, στο οποίο οι άνθρωποι ζούσαν ειρηνικά ο ένας δίπλα στον άλλον.

Οι αναγνώστες μπορούν να ανατρέξουν σε βιβλία Ιστορίας ή να ψάξουν στο διαδίκτυο για να κατανοήσουν το ιστορικό πλαίσιο, και πραγματικά ελπίζω να το κάνουν, έχοντας διαβάσει το βιβλίο μου.

Ποιο είναι το μέλλον της Βοσνίας μέσα σε μια ηθικά και πολιτικά καταρρέουσα Ευρώπη, τουλάχιστον σε κυβερνητικό/καθεστωτικό επίπεδο στις περισσότερες χώρες, αν λάβουμε υπόψη τον αυξανόμενο αυταρχισμό και την ισλαμοφοβία;

Ζοφερό, με μια λέξη. Θα ήθελα πολύ να είμαι πιο θετική και ελπίζω να κάνω λάθος.

Αφιερώνεις το Μαύρες Πεταλούδες στην μητέρα σου. Τι γνώμη έχει γι’ αυτό;

Είναι πολύ περήφανη.

Ευχαριστώ θερμά την Μαρία Ζαμπάρα (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια) για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα της Πρισίλα Μόρις Μαύρες Πεταλούδες κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια σε μετάφραση της Μυρτούς Καλοφωλιά.



Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Amelia Fletcher: «Η ‘γωνιά’ μας στο σύμπαν της ποπ είναι λιγότερο μικρή απ’ όσο νομίζαμε»

 

Heavenly (Φωτογραφία: Alison Wonderland)

Φτιαγμένοι από τις «στάχτες» του ποπ συγκροτήματος Talulah Gosh, οι Βρετανοί Heavenly διέγραψαν μια λαμπρή πορεία στη θρυλική Sarah Records, διαλύθηκαν το 1996 και επανασχηματίστηκαν το 2023.

Με ένα καινούριο άλμπουμ, εμφανίζονται λάιβ στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου. Συζητώντας με την Amelia Fletcher, τραγουδίστρια, στιχουργό και κιθαρίστρια του γκρουπ.

Οι Heavenly σχηματίστηκαν το 1989 από τις στάχτες των Talulah Gosh, «ενός βασικού μέλους της σκηνής C86». Θα ήθελες να ρίξεις λίγο φως σε εκείνες τις περασμένες μέρες και να αναλύσεις τη σημασία της σκηνής C86;

Η σκηνή C86 πήρε το όνομά της από την κασέτα C86, η οποία ήταν μια συλλογή από indie συγκροτήματα που ήταν ανερχόμενα εκείνη την εποχή.

Οι Talulah Gosh δημιουργήθηκαν λίγο αργά για να συμμετάσχουν στην κασέτα, αλλά ήμασταν ακόμα μέρος της ίδιας σκηνής.

Αγαπούσαμε τα συγκροτήματα και πηγαίναμε στις συναυλίες τους ως θαυμαστές, αλλά ήμασταν πρόθυμοι να προσπαθήσουμε να φτιάξουμε και τη δική μας μουσική.

Αυτό το οποίο μου άρεσε στη σκηνή, και εξακολουθεί να μου αρέσει στην indie σκηνή σήμερα, ήταν ότι υπήρχε μια πραγματική αίσθηση κοινότητας. Γνώρισα τόσους πολλούς φίλους εκεί που είναι ακόμα φίλοι σήμερα.

Αυτό το οποίο δε φανταζόμουν τότε ήταν ότι η σκηνή θα ενδιέφερε ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, και σίγουρα όχι 40 χρόνια αργότερα!

Κάνατε το ντεμπούτο σας με δύο απολαυστικά εφτάιντσα ποπ «γλυκίσματα», τα I Fell in Love Last Night και Our Love Is Heavenly, που κυκλοφόρησαν το 1990 από τη Sarah Records. Πώς όριζες τότε και πώς ορίζεις τώρα την «ποπ» μουσική;

Νομίζω ότι η ποπ μουσική μπορεί να πάρει πολλές διαφορετικές μορφές.

Αλλά με αυτά τα τραγούδια, νομίζω πως εμπνεύστηκα σε μεγάλο βαθμό από τα γυναικεία συγκροτήματα και τραγουδιστές της δεκαετίας του 1960 όπως ο Buddy Holly.

Ήθελα να μιμηθώ τον τρόπο τους με μια μελωδία, αλλά και την προθυμία τους να επιδεικνύουν τα συναισθήματά τους ανοιχτά.

Μου άρεσε, όμως, επίσης ο φαζαριστός ήχος συγκροτημάτων όπως οι Girls At Our Best και οι The Shop Assistants, οπότε και αυτά τα τραγούδια προσπαθούσαν να τον αποτυπώσουν.

Πού έγκειται κυρίως η πρωτοτυπία της Sarah Records; Στην ασυμβίβαστη, αντικαθεστωτική -ακόμα και αντικαπιταλιστική- νοοτροπία του ιδρυτικού της ντουέτου; Αλλά, βέβαια, και στο εξαιρετικά καλό της γούστο στη μουσική;

Δε νομίζω ότι έγιναν πολλά πράγματα την εποχή της αντικαθεστωτικής νοοτροπίας της Sarah.

Θεωρούνταν απλώς ελαφρώς ντροπαλοί άνθρωποι οι οποίοι ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για τις δημόσιες συγκοινωνίες, τη γεωγραφία του Μπρίστολ και τη μουσική παράξενων ανδρόγυνων εραστών της ποπ, σαν εμάς, που έμοιαζαν παράξενα αδιάφοροι για τις ροκ εν ρολ χαζομάρες ή ακόμα και για την επιτυχία.

Τώρα, καθώς ο κόσμος ανατρέχει στο παρελθόν, νομίζω πως είναι δικαιολογημένα πιο ενδιαφέρουσα. Η επίμονη ανεξαρτησία και η αντι-macho στάση της - ακόμη και το όνομα Sarah ήταν μια συνειδητή επιλογή. Και ναι, η μουσική ήταν επίσης υπέροχη!

Το The Decline and Fall of Heavenly, το τρίτο σας άλμπουμ, σηματοδοτεί μια ελαφρά αλλαγή στον ήχο του συγκροτήματος, με την έννοια ότι γίνεται πιο έντονος και οξύτερος.

Διακρίνεις επίσης στον εαυτό σου μια εξέλιξη στις δεξιότητές σου στη σύνθεση τραγουδιών;

Στις Η.Π.Α., είχαμε υπογράψει στην K Records, η οποία ήταν στην Ολύμπια της Ουάσινγκτον.

Κάθε καλοκαίρι, περνούσαμε μερικές εβδομάδες παίζοντας εκεί. Ενώ βρισκόμασταν στις Η.Π.Α. με το δεύτερο άλμπουμ μας, Le Jardin de Heavenly, το κίνημα των riot grrrl μόλις ξεκινούσε και γνωρίσαμε μερικές από τις εμπλεκόμενες.

Παίζαμε πολύ με αυτά τα συγκροτήματα, ειδικά με τις Bratmobile, και η σύνθεση των τραγουδιών μου άρχισε φυσικά να υιοθετεί πτυχές του ήχου τους και των θεμάτων για τα οποία τραγουδούσαν.

Νομίζω πως το EP Atta Girl και το άλμπουμ The Decline and Fall of Heavenly είναι ίσως οι πιο ενδιαφέροντες δίσκοι που έχουμε κάνει.

Τα τραγούδια είναι ακόμα πολύ ποπ εξωτερικά, αλλά μέσα τους υπάρχουν κάπως πιο σκοτεινές ιστορίες oι οποίες λέγονται.

Η αυτοκτονία του αδελφού σου και συνιδρυτικού μέλους των Heavenly, Mathew Fletcher, επισκίασε την κυκλοφορία του Operation Heavenly, του τελευταίου σας άλμπουμ πριν διαλυθείτε ως «Heavenly» για πρώτη φορά.

Ήταν μια απαίσια περίοδος. Ήμασταν σε κατάσταση σοκ για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο Μathew ήταν τόσο σημαντικό μέλος του συγκροτήματος, που δε σκεφτήκαμε καν να συνεχίσουμε χωρίς αυτόν.

Και δεν κάναμε τίποτα για να προσπαθήσουμε να προωθήσουμε το νέο άλμπουμ από τη στιγμή κατά την οποία συνέβη αυτό. Απλώς δε φαινόταν πλέον σημαντικό.

Προς τιμήν σας, αποφασίσατε να τερματίσετε τη χρήση αυτού του ονόματος, ενώ παράλληλα συνεχίσατε να είστε μουσικά ενεργοί, αν και με άλλα ψευδώνυμα.

Με βάση την εκ των υστέρων γνώση, θα μπορούσε να είχε αποτραπεί ο πρόωρος θάνατός του;

Ποιος ξέρει; Θα ήθελα να το πιστεύω, όμως.

Δε νομίζω ότι κάποιος από εμάς, συμπεριλαμβανομένων των γονιών μου, πήρε ποτέ την κατάθλιψή του αρκετά σοβαρά. Τη γνωρίζαμε, αλλά ποτέ δεν είχε περάσει απ’ το μυαλό μας ότι θα οδηγούσε σε αυτοκτονία.

Ήταν δύσκολο επειδή ήταν από τους ανθρώπους με κατάθλιψη που μπορούσε να είναι απίστευτα αστείος και διασκεδαστικός το βράδυ και αργότερα τη νύχτα να τον έβρισκες να σπάει ένα παράθυρο με τη γροθιά του από την απογοήτευσή του.

Απλώς δεν ξέραμε αν ή πώς να παρέμβουμε.

Αλλά θα ήθελα να πιστεύω ότι τα πράγματα μπορεί να ήταν διαφορετικά σήμερα. Για παράδειγμα, δε νομίζω πως είχε κάνει ποτέ κάποια θεραπεία.

Έχοντας βιώσει πρόσφατα τον θάνατο αγαπημένων προσώπων, γνωρίζω ότι το τραύμα της απώλειας μπορεί να παραμείνει για πάντα.

Ήταν η ενασχόλησή σου με τη μουσική και η αφοσίωσή σου σε αυτήν ένας τρόπος για να αντιμετωπίσεις την απώλεια του αδελφού σου και επίσης να τιμήσεις τη μνήμη του;

Υποθέτω πως ναι. Σίγουρα, έχω γράψει αρκετά τραγούδια για εκείνον όλα αυτά τα χρόνια, και νομίζω ότι αυτό με βοήθησε να διαχειριστώ τα πράγματα.

Θα ήθελα να πιστεύω πως θα ένιωθε τιμή αν το ήξερε, αν και πιθανότατα απλώς θα με κορόιδευε ως ηλίθια!

Μαζί με τον Rob Pursey έχετε ιδρύσει την Skep Wax, μια εκλεκτική ανεξάρτητη ποπ δισκογραφική εταιρεία. Ποια ανάγκη υπαγόρευσε αυτήν την απόφαση;

Θέλαμε να ξεκινήσουμε μια δισκογραφική εταιρεία επί πολύ καιρό.

Συζητούσαμε μάλιστα να το κάνουμε το 1990, όταν ξεκινήσαμε τους Heavenly, αλλά μετά η Sarah προσφέρθηκε να κυκλοφορήσει το υλικό μας και την εγκαταλείψαμε. Για περίπου 30 χρόνια!

Αλλά το 2020, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, αποφασίσαμε τελικά ότι είχαμε αρκετό χρόνο και ενέργεια για να προσπαθήσουμε ξανά.

Πειραματιστήκαμε κυκλοφορώντας πρώτα τη δική μας μουσική και στη συνέχεια αισθανθήκαμε αρκετή γενναιότητα ώστε να ασχοληθούμε με τη μουσική άλλων ανθρώπων!

Πόσο συγκινητικό ήταν για εσάς να συμπεριλάβετε στο ρόστερ τους πρώην συναδέλφους σας στην δισκογραφική εταιρεία Sarah, Orchids, μεταξύ άλλων εκλεκτών καλλιτεχνών;

Σε αρκετά πρώιμο στάδιο κυκλοφορήσαμε μια συλλογής με τίτλο Under The Bridge με τρέχουσα μουσική την οποία δημιουργούσαν άτομα που συμμετείχαν στα συγκροτήματα της Sarah.

Απλώς επειδή θεωρήσαμε ενδιαφέρον το γεγονός ότι τόσοι πολλοί από εμάς ήμασταν ακόμα ενεργοί και φτιάχναμε εξαιρετική μουσική.

Ήταν υπέροχο που ξανάρθαμε σε επαφή με όλους αυτούς τους ανθρώπους και αυτό φυσικά μας οδήγησε στο να κυκλοφορήσουμε τους The Orchids και επίσης τους The Gentle Spring, στους οποίους συμμετέχει ο Michael Hiscock από τους The Field Mice.

Λατρεύουμε και τα δύο συγκροτήματα!

Τον Ιούλιο του 2025 κυκλοφορήσατε το πρώτο σας εφτάιντσο ως Heavenly μετά από 26 χρόνια, το Portland Town/ Someone Who Cares, το οποίο θα ακολουθήσει ένα άλμπουμ, το Highway To Heavenly, στις 27 Φεβρουαρίου του 2026.

Πώς νιώσατε «ανακτώντας» το αρχικό σας όνομα;

Όταν κυκλοφορήσαμε το σινγκλ, μάς φάνηκε αρκετά φυσικό, καθώς παίζαμε ήδη μαζί για μερικά χρόνια. Μας φάνηκε πολύ πιο περίεργο όταν παίξαμε για πρώτη φορά χωρίς αυτόν το 2023.

Αλλά ήμασταν πολύ τυχεροί που βρήκαμε, στο πρόσωπο του Ian, έναν ντράμερ ο οποίος είναι καλός φίλος και επίσης πολύ ευαίσθητος σχετικά με την κατάσταση.

Μιας και το Portland Town είναι ένα τραγούδι για την «ταίριασμα», ​​πιστεύεις πως έχετε βρει πλέον τη μικρή σας γωνιά στο απέραντο σύμπαν της ποπ μουσικής;

Νομίζω ότι την έχουμε βρει. Και, στην πραγματικότητα, η «γωνιά» μας στο σύμπαν της ποπ είναι λιγότερο μικρή απ’ όσο νομίζαμε. Προς μεγάλη μας έκπληξη!

Σίγουρα ανυπομονώ να σας δω ζωντανά στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου. Σχεδιάζετε να παρουσιάσετε μια λαχταριστή συλλογή από καλούδια από όλη σας την καριέρα;

Ναι, καθώς και κάποιο καινούριο υλικό! Ελπίζω να το απολαύσεις!

Ευχαριστώ θερμά την Amelia Fletcher για την «κολλητική» ευδιαθεσία της, την ενθουσιώδη ανταπόκρισή της στο αίτημα για συνέντευξη και για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού.

Οι Heavenly εμφανίζονται, για πρώτη φορά ζωντανά στην Αθήνα, στο πλαίσιο του Pure Show το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου στο Temple (Ιάκχου 17, Γκάζι).

Τη συναυλία ανοίγουν οι The Vaxtones. Ακολουθούν DJ sets από τους Bampeace, Spheras, Anthony Kingston και Kostas Fontalis.


Ηeavenly (Φωτογραφία: Alison Wonderland)


Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Μιχάλης Καταχανάς: «Κάθε συναυλία ελεύθερου αυτοσχεδιασμού είναι βουτιά προς το άγνωστο»

 


Δυο καταξιωμένοι Έλληνες μουσικοί, οι Μιχάλης Καταχανάς (βιόλα) και Χάρης Λαμπράκης (νέυ), συμπράττουν για πρώτη φορά ως ντουέτο την Τρίτη 17 Φεβρουαρίου στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων.

Συνομιλώντας με τον Μιχάλη Καταχανά για τη μουσική, τον αυτοσχεδιασμό και την ελευθερία.

Δύσκολο και απαιτητικό όργανο το βιολί, στο οποίο εκπαιδεύεστε από οκτώ χρονών. Σάς ώθησε το οικογενειακό περιβάλλον σας στη συγκεκριμένη επιλογή που κατόπιν εξελίχθηκε σε αγάπη;

Οι γονείς μου άκουγαν πολλή μουσική στο σπίτι, ραδιόφωνο και βινύλιο.

Τους δε δίσκους πήγαινα αργότερα στην αγορά του Πειραιά με τον πατέρα μου και τους αγοράζαμε παρέα.

Γυρνάγαμε σπίτι και αφιέρωνα αρκετό χρόνο μόνος μου για να τους ακούσω πολλές φορές και να χαζέψω το εξώφυλλο και τις πληροφορίες των εσώφυλλων.  Έτσι έμαθα σιγά σιγά να απολαμβάνω την διαδικασία της ακρόασης.

Οι γονείς μου με ώθησαν στη μουσική εκπαίδευση από πολύ νωρίς και τους ευγνωμονώ ακόμα για αυτό.

Νομίζω ότι άρχισα όπως όλα τα παιδιά ξεκινούν εξωσχολικές δραστηριότητες και καθώς δε συμπαθούσα πολύ τα αθλήματα ως παιδί, προέκυψε η μουσική.

Το όργανο με το οποίο ξεκίνησα τη μουσική μου εκπαίδευση σε ηλικία έξι ετών ήταν  η κλασική κιθάρα. Το βιολί ήρθε μερικά χρόνια αργότερα, καθώς δε σταμάτησα ποτέ να επιμένω.

Ενώ από μικρός έλεγα ότι ήθελα να μάθω βιολί (μάλλον είχα δει κάποια ορχήστρα στην τηλεόραση και μου είχαν κάνει εντύπωση οι καλοντυμένοι μουσικοί), οι γονείς μου δε με πίστευαν.

Έτσι, αντί για βιολί, άρχισα μαθήματα κλασικής κιθάρας με μια οικογενειακή φίλη.

Η Διονυσία με εισήγαγε, με τρόπο αγνό, σε έναν κόσμο ευαισθησίας και τρυφερότητας, αυτόν της τέχνης και της μελέτης.

Κάτι που κατάλαβα πολύ μεγαλύτερος είναι ότι η μελέτη της μουσικής, όπως και οποιασδήποτε άλλης τέχνης, εκφράζει τελικά την υπέρτατη αγάπη και αφοσίωση στην τέχνη αυτή.

«Να μελετάς σαν να κάνεις την προσευχή σου», μού έλεγε ένας αγαπημένος δάσκαλος μου στο βιολί αργότερα, ο Κώστας Καβάκος.

Ως έφηβος, δεν μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς εννοούσε. Τώρα, το επαναλαμβάνω στους δικούς μου μαθητές, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα το καταλάβουν.

Αυτοπροσδιορίζεστε ως «αυτοσχεδιαστής του βιολιού». Ο αυτοσχεδιασμός ενέχει ελευθερία, αλλά προϋποθέτει και μια ορισμένη (αυτό)πειθαρχία/γνώση κανόνων και τρόπων. Πώς κάθε φορά χτίζεται ο δρόμος προς αυτήν την ελευθερία;

Νομίζω ότι ο αυτοσχεδιασμός είναι μια συγκεκριμένη πρακτική που ακολουθούμε, η οποία προϋποθέτει μια ορισμένη αυτοπειθαρχία και γνώση του αντικειμένου, της γλώσσας και του ιδιώματος που κάθε φορά καλούμαστε να υπηρετήσουμε.

Η μουσική είναι και αυτή μια γλώσσα, και ως τέτοια έχει πολλά κοινά με τις γλώσσες που ομιλούμε για να επικοινωνήσουμε και να εκφραστούμε.

Έχει το δικό της συντακτικό, γραμματική και λεξιλόγιο, τις ανάσες, τις κορώνες και τα πνεύματα. Αφηγείται ιστορίες και πλάθει νοήματα.

Όσο καλύτερα χειριζόμαστε τα εργαλεία και τα εκφραστικά της μέσα, τόσο περισσότερο κατανοητοί και πειστικοί γινόμαστε.

Ρωτάτε για τον δρόμο προς την ελευθερία, που μπορεί να εμφανίζεται μπροστά μας μέσα από τον αυτοσχεδιασμό.

Και τι είναι η ελευθερία; Μήπως είναι η δυνατότητα επιλογής; Και τι τελικά ορίζει τις επιλογές μας; Ακόμα και στο πλαίσιο του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού, όπου δεν ορίζονται οι κανόνες, καλούμαστε να τους εφεύρουμε στη στιγμή.

Για ποιον λόγο; Αφού δεν υπάρχουν κανόνες. Γιατί να μην πράξω όπως αισθάνομαι τη συγκεκριμένη στιγμή; Επειδή τότε σταματάω να υπηρετώ τη μουσική και λειτουργώ εγωιστικά, ως μονάδα.

Ευτυχώς, στη μουσική και τον αυτοσχεδιασμό τέτοιες συμπεριφορές, ηθελημένες ή μη, σε αντίθεση με την κοινωνική και πολιτική μας ζωή όπου οι συνέπειες είναι πολύ πιο σοβαρές, δε βλάπτουν σοβαρά την υγεία. 

Ίσως ο δρόμος προς την ελευθερία να βρίσκεται όταν ασκούμε αυτό που αγαπάμε, όποιο κι αν είναι αυτό κάθε φορά, όταν θέτουμε τον εαυτό μας στην υπηρεσία μιας αγαθής πρακτικής και νιώθουμε χρήσιμοι, έστω και για έναν συνάνθρωπό μας.

Δεν περιορίζεστε, εξάλλου, στα τυχόν στεγανά της βιολιστικής παιδείας σας, αντιθέτως ανοίγεστε στην κλασική, την τζαζ, την παραδοσιακή μουσική, το ρεμπέτικο διευρύνοντας τα όρια της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Πόσο σημαντικό θεωρείτε να υπερβαίνετε τα όποια όρια;

Το βιολί και αργότερα η βιόλα, με την οποία ασχολούμαι πιο συστηματικά τα τελευταία είκοσι και πλέον χρόνια, είναι όργανα τα οποία έχουν μεγάλες ηχητικές και εκφραστικές δυνατότητες.

Ίσως γι’ αυτό, αλλά και λόγω της παλαιότητας της παρουσίας τους, τα συναντούμε σε πάρα πολλές μουσικές παραδόσεις και ιδιώματα.

Λόγω των σπουδών μου, αλλά και των προσωπικών μου καταβολών, είχα την τύχη να έρθω σε επαφή από πολύ νωρίς με τα μουσικά είδη που αναφέρατε.

Αγάπησα τα ιδιώματα αυτά και η προσωπική έκφραση αναπόφευκτα περιέχει τις εμπειρίες μου μέσα από την μελέτη τους, αλλά και μέσα από τους ανθρώπους που γνώρισα κατά τη διάρκεια αυτών των διαδρομών.

Η υπέρβαση των ορίων των μουσικών ιδιωμάτων και η ενδεχόμενη μίξη τους, νομίζω προκύπτει από την ίδια την εποχή στην οποία ζούμε.

Είμαστε παιδιά των καιρών μας. και εδώ και κάποιες δεκαετίες  η υπέρβαση των ορίων μεταξύ των μουσικών ιδιωμάτων είναι μια πραγματική παγκόσμια τάση με πολυπαραγοντικά αίτια.

Η ίδια η ζωή και η καθημερινότητά μας πολλές φορές νιώθουμε να υπερβαίνει τα όποια όρια γνωρίζαμε μέχρι τώρα. 

Το πιο σημαντικό νομίζω δεν είναι  η υπέρβαση των ορίων, αλλά τα κίνητρα που θα μας οδηγήσουν στην όποια υπέρβαση και ορίζουν τις αισθητικές μας επιλογές.

Είχατε ιδρύσει το Michalis Katachanas Quartet που συγκέραζε στοιχεία σύγχρονης ευρωπαϊκής τζαζ με την μουσική παράδοση της Μεσογείου και των Βαλκανίων.

Πώς προέκυψε η ανάγκη δημιουργίας του και τι ανάγκες εξυπηρέτησε;

Το σύνολο αυτό που δημιουργήθηκε πριν αρκετά χρόνια.

Δεν υπάρχει πια, καθώς τα μέλη του σκορπίστηκαν - άλλοι στην Αθήνα, άλλοι στην Θεσσαλονίκη και άλλοι σε ευρωπαϊκές πόλεις. Προέκυψε εντελώς φυσικά από τη μεταξύ μας φιλία και κοινή πορεία.

Οι κοινές εμπειρίες και η παρέα διαμορφώνουν έναν κώδικα συνεννόησης τον οποίο διαθέτει κάθε ομάδα ανθρώπων που έχει ζήσει και σπουδάσει μαζί.

Η δημιουργία των μουσικών συνόλων προκύπτει, νομίζω, από την ανάγκη για παρέα και από την ανάγκη δημιουργίας ενός κοινού χώρου αισθητικής.

Σ’ αυτόν, μπορούμε να συνυπάρξουμε, να εκφραστούμε και να μοιραστούμε αυτήν την εμπειρία με τους ανθρώπους που μας ακούν, καλώντας τους στον κοινό μας χώρο τον οποίο τελικά συνδιαμορφώνουμε, χωρίς πάντα να το καταλαβαίνουμε. 

Είμαι πολύ τυχερός που γνώρισα αυτούς τους υπέροχους ανθρώπους και μοιράστηκα τη μουσική μαζί τους:

Mε τον Ντίνο Μάνο, τον Βασίλη Ποδαρά, τον Θοδωρή Κότσυφα με τους οποίους σπουδάσαμε μαζί στην Κέρκυρα και που αργότερα στην Αθήνα ζήσαμε μαζί την αγωνία της επιβίωσης μέσα από αυτό το ταλαιπωρημένο επάγγελμα.

Φυσικά, και με τον James Wylie, με τον οποίον γνωριστήκαμε στη Βοστώνη κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών μας σπουδών και γίναμε αγαπημένοι φίλοι.

Τώρα, ο James, o  Θοδωρής και ο Ντίνος ζουν όλοι στην Θεσσαλονίκη, παίζουν και δημιουργούν μαζί, ενώ ο Βασίλης διαπρέπει στο Λονδίνο.

Μου λείπουν πολλές φορές, αλλά είμαι ευγνώμων που συνέπραξα μαζί τους και είμαι σίγουρος ότι κάποια στιγμή θα ξαναβρεθούμε για να παίξουμε μουσική και να κάνουμε παρέα.

Μπορεί το σύνολό μας να μην υπάρχει πια, αλλά τουλάχιστον προλάβαμε να ηχογραφήσουμε το υλικό πάνω στο οποίο εργαστήκαμε εκείνη την περίοδο και να έχουμε αφήσει πίσω μας μια μικρή μαρτυρία, ένα μικρό αποτύπωμα.

Το 2020 κυκλοφόρησε από τη Violin Productions ένα πολύ ιδιαίτερο άλμπουμ σας, το The Third Duty. Σε τι συνίσταται αυτό το «τρίτο καθήκον»; Υπονοεί μια άλλη μουσική πρόταση/κατεύθυνση; Και αν ναι, ποια είναι;

Πρόκειται για το «Τρίτο Χρέος» που αναφέρει ο Καζαντζάκης στην Ασκητική:

«Γλίτωσε από τον τρόμο της καρδιάς που ζητάει κι ελπίζει να βρει την ουσία. Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Τούτο είναι το τρίτο χρέος. Πολεμούμε γιατί έτσι μας αρέσει, τραγουδούμε κι ας μην υπάρχει αυτί να μας ακούσει».

Είναι η ανάγκη να εξασκούμε την τέχνη μας ανεξαρτήτως συνθηκών και να μην ξεχνάμε το πνεύμα μας, να μη σταματάμε ποτέ να κάνουμε πράξη τις ιδέες μας, να αναλαμβάνουμε την ευθύνη μας.

Η μουσική δεν είχε ποτέ την πρόθεση να δείξει μια άλλη κατεύθυνση. Θέλησε απλά να υπάρξει.

Κατά γενική ομολογία, η μουσική -και γενικότερα η καλλιτεχνική- εκπαίδευση στην Ελλάδα θεωρούνται πολυτέλεια ή περιορίζονται σε γόνους των ελίτ, οι οποίες μπορούν να ανταποκριθούν οικονομικά. Από πού πηγάζει αυτή η υποτίμηση;

Όταν ξεκίνησα τα μαθήματα μουσικής ως παιδί στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η καλλιτεχνική εκπαίδευση είχε πιο διαδεδομένο χαρακτήρα.

Δε νομίζω ότι ήταν τόσο ακριβή σε σχέση με τα φροντιστήρια αγγλικών, για παράδειγμα, στα οποία φοιτούσε  η πλειονότητα των συμμαθητών/τριών  μου.

Σήμερα, δε νομίζω πως έχουν ακριβύνει σε σύγκριση με όλα τα υπόλοιπα, αν συνυπολογίσετε μάλιστα ότι η μουσική εκπαίδευση στην Ελλάδα  περνάει κρίση.

Ίσως τώρα ο γονιός καλείται  να επιλέξει μεταξύ άθλησης και τέχνης σε ό,τι αφορά τις εξωσχολικές δραστηριότητες των παιδιών, ενώ πριν είκοσι χρόνια  είχε τη δυνατότητα να στείλει τα παιδιά του και στο ποδόσφαιρο και στο βιολί.

Έχω την αίσθηση πως οι οικονομικές συνθήκες της εποχής μας έχουν αλλάξει τον μέσο τρόπο σκέψης σε οτιδήποτε αφορά την καλλιέργεια του πνεύματος.

Δεν είναι τυχαίο πως η ζήτηση στις πάλαι ποτέ δημοφιλέστατες φιλολογικές πανεπιστημιακές σχολές τώρα έχει μειωθεί δραματικά. Οι αναγνώστες ποίησης για παράδειγμα είναι οι μισοί στις μέρες μας σε σχέση με τις δεκαετίες του ’80 και του ’90.

Η αναζήτηση της ποιότητας στην καθημερινότητά μας μέσα από την καλλιέργεια του πνεύματος μοιραία πέρασε σε δεύτερη μοίρα, υποβαθμίστηκε τόσο, ώστε σιγά σιγά να θεωρείται πολυτέλεια. 

Αλήθεια, πώς θα ομορφύνουμε την ζωή μας αν δεν μπορούμε να διακρίνουμε την ομορφιά γύρω μας; Πόσο ελίτ άραγε είναι να σταματήσουμε για δέκα δευτερόλεπτα και να απολαύσουμε το φως ενός ηλιοβασιλέματος πάνω στα σύννεφα;

Μιλώντας για καλλιτεχνική εκπαίδευση, διδάσκετε κι ο ίδιος - τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Τι αποκομίζετε από την αλληλεπίδρασή σας με ανθρώπους (πολύ) νεότερων γενιών;

Πολύ σωστά!

Φέτος, διδάσκω για πρώτη φορά στην γενική δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ τα προηγούμενα χρόνια δίδασκα μουσική στο Δημοτικό.

Κάνω μάθημα μουσικής σε περίπου 480 παιδιά την εβδομάδα για σαράντα-σαράντα πέντε λεπτά σε κάθε τμήμα, σε Γυμνάσια Γενικής Παιδείας, στις λαϊκές γειτονιές του Κερατσινίου και του Περάματος.

 Πρόκειται για τη γενιά που έχει γεννηθεί μέσα στην καρδιά της οικονομικής κρίσης και που ήρθε σε επαφή με το σχολείο την εποχή του Covid.

Είναι ανάμικτα τα συναισθήματα και οι σκέψεις για αυτά τα παιδιά, τους σημερινούς εφήβους, οι οποίοι σε λιγότερο από δύο δεκαετίες θα αποτελούν την ραχοκοκαλιά της παραγωγικής ζωής του τόπου μας.

Είναι μια γενιά που έχει μεγαλώσει ακαθοδήγητη, ψάχνοντας τη θαλπωρή της αγκαλιάς και της ουσιαστικής ενασχόλησης της μάνας και του πατέρα, στη γρήγορη επιβράβευση της ψηφιακής εξάρτησης.

Δεν είναι τυχαίος ο αυτοσαρκαστικός όρος «Brain rote», ο οποίος περιγράφει τον χαμένο (μας) χρόνο μπροστά από τις οθόνες των κινητών, όταν εκτιθέμεθα σε τουλάχιστον ανούσιο υλικό του διαδικτύου.

Είναι, νομίζω, μια αδικημένη γενιά, στην οποία έχουμε σταματήσει να ελπίζουμε, έχουμε σταματήσει να την εμπιστευόμαστε.

Τους φερόμαστε και μας απαντούν σαν παιδιά που αρνούνται να μεγαλώσουν, να ωριμάσουν και να αναλάβουν στον όποιον βαθμό, τις ευθύνες που τους αναλογούν.

Τη βασική, δηλαδή, ευθύνη του εαυτού τους και των επιλογών τους, σε μια κοινωνία η οποία αρνείται να αναλάβει την δικιά της ευθύνη μέσα σε μια άδικη καθημερινότητα. Τα χρόνια της κρίσης έχουν αφήσει το δικό τους αποτύπωμα.

Δεν έχουν, όμως, σταματήσει να ελπίζουν και να αναζητούν την ζωή, να εκτιμούν το ενδιαφέρον του άλλου, να έχουν χιούμορ, να χαίρονται, να ερωτεύονται και να είναι ανοιχτά στις ιλιγγιώδεις αλλαγές που φέρνει ένας καινούργιος, αναδυόμενος κόσμος. 

Την Τρίτη 17 Φεβρουαρίου συμπράττετε για πρώτη φορά ως ντουέτο με τον καταξιωμένο συνάδελφό σας, Χάρη Λαμπράκη, στη σκηνή του Κέντρου Ελέγχου Τηλεοράσεων.

Είναι μεγάλη χαρά και τιμή να συμπράττω με τον εξαιρετικό Χάρη Λαμπράκη, με τον οποίο γνωριζόμαστε και είμαστε φίλοι από τα χρόνια του Μουσικού Γυμνασίου Παλλήνης, αυτήν την ευλογία που ζήσαμε ως μαθητές και πολλοί άλλοι μετά από εμάς.

Θα είναι μια συναυλία κατά την οποία θα αυτοσχεδιάσουμε ελεύθερα, χωρίς προκαθορισμένες φόρμες.

Κάθε συναυλία ελεύθερου αυτοσχεδιασμού είναι μια βουτιά προς το άγνωστο και το απροσδόκητο.

Θα παίξουμε στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων (ΚΕΤ) στην Κυψέλη, που διαχρονικά στηρίζει ανεξάρτητα καλλιτεχνικά εγχειρήματα, όχι μόνο στην μουσική, αλλά και στο θέατρο και τον χορό.

Η Φωτεινή, ο Δημήτρης και η Αγγελική, έχουν πετύχει δεκαπέντε χρόνια τώρα, ένα μικρό θαύμα στο ΚΕΤ, κρατώντας το κερί αναμμένο, με συνέπεια, ήθος και χαμόγελο, πράγμα καθόλου εύκολο και αυτονόητο. Αξίζουν πολλά μπράβο γι’ αυτό.

Γιατί, κατά τη γνώμη σας, αποτελούν οι δημιουργικές συνευρέσεις «ανάσα» για την τέχνη -ανεξαρτήτως είδους- και για τη ζωή, ευρύτερα;

Οι δημιουργικές συνευρέσεις, όπως πολύ ωραία το θέτετε, υπάρχουν για να μας θυμίζουν ότι είμαστε άνθρωποι με ψυχή, καρδιά και νου και ότι δεν ζούμε μόνο για να εργαζόμαστε.

Είμαστε όντα με ευαισθησία και ευρείες αναζητήσεις, ικανά για το καλύτερο και για το χειρότερο.

Οι τέχνες είναι εδώ για να προβάλουν την όμορφη πλευρά του ανθρώπου. Είναι εδώ για να μας ενώνουν κάτω από μια κοινή στέγη, να μας μαζεύουν γύρω από την φωτιά και να μας διηγούνται ιστορίες.

Είναι εδώ για να μας ξυπνούν παλιές βρεφικές μνήμες, και να μας υπενθυμίζουν πόσο ίδιοι και πόσο διαφορετικοί είμαστε. Μας συντροφεύουν από την αρχή της παρουσίας μας στον πλανήτη και πάντα θα εμπεριέχουν την ιερότητα του ανθρωπισμού.

Θέτετε, ρητά ή υπόρρητα, κάποιες «προϋποθέσεις» σε σχέση με δυνητικές συνεργασίες;

Σε ό,τι αφορά τις προϋποθέσεις, νομίζω ότι έχουν να κάνουν περισσότερο με την ευγένεια και τους καλούς τρόπους.

Κατά δεύτερο, με το αν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος γι’ αυτό που μου προτείνεται και κατά τρίτο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, με τον συνδυασμό χρόνου και αμοιβής. Είπαμε... Πρόκειται για ένα ταλαιπωρημένο επάγγελμα... 

Σε τι συνίσταται η συμβολή των μικρότερων χώρων -ανεξάρτητων, εναλλακτικών, ή όπως αλλιώς αυτοπροσδιορίζονται- στην καλλιέργεια και προαγωγή μιας διαφορετικής, όντως συλλογικής, μη καταναλωτικής βίωσης της τέχνης;

Είχα διαβάσει πριν μερικά χρόνια ότι, σε κάποια χώρα της Βόρειας Ευρώπης, οι μικροί εναλλακτικοί χώροι στις γειτονιές επιδοτούνταν από το κράτος για να να οργανώνουν συναυλίες με λιγότερο δημοφιλή ή νεοσύστατα καλλιτεχνικά σχήματα, προκειμένου να μην είναι πάντα το ζητούμενο η εμπορική επιτυχία μιας παράστασης.

Ξέρετε, σε πολλές περιπτώσεις η δημοφιλία και η ουσία δεν ανήκουν απαραίτητα στην ίδια κατηγορία.

Οι μικροί εναλλακτικοί χώροι είναι αυτοί οι οποίοι στηρίζουν καθημερινά την καλλιτεχνική δημιουργία μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας.

Η υψηλή ποιότητα της τέχνης που παράγεται είναι δείγμα της περηφάνιας ενός λαού και εγγυάται τον εξευγενισμό και την ομαλότητα.

Δε θα ξεχάσω ποτέ ότι παίζαμε σε συναυλίες στη γαλλική επαρχία, επιδοτούμενες κατά ένα μέρος από το κράτος, για να μπορούν  οι Γάλλοι πολίτες εκτός της πρωτεύουσας να απολαύσουν πολιτισμό.

Νομίζω πως πολλές πολιτικές πρακτικές δεν είναι μόνον θέμα επάρκειας χρημάτων, αλλά και ύπαρξης στοιχειώδους κοινωνικής κουλτούρας και απλής λογικής.

Ευχαριστώ θερμά τον Μιχάλη Καταχανά για τον χρόνο του και την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Οι Μιχάλης Καταχανάς (βιόλα) και Χάρης Λαμπράκης (νέυ) συμπράττουν στη σκηνή του Κέντρου Ελέγχου Τηλεοράσεων (Κύπρου 91Α & Σικίνου 35Α, Κυψέλη) την Τρίτη 17 Φεβρουαρίου, στις 9 το βράδυ.