Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

Χλίνουρ Πάλμασον: «Το πιο δύσκολο στη δημιουργία φιλμ είναι το να είσαι ειλικρινής»

 

Χλίνουρ Πάλμασον (Φωτογραφία: Didar Domehri)

Υπαρξιακό road movie με έντονες θρησκευτικές «αποχρώσεις», η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του Ισλανδού σκηνοθέτη Χλίνουρ Πάλμασον, Η χώρα του Θεού, προβάλλεται από τις 26 Ιανουαρίου στους κινηματογράφους.

Μια εφ’ όλης της ύλης συνομιλία μαζί του.

Η τρίτη σου μεγάλου μήκους ταινία, Η χώρα του Θεού, ξεκίνησε με την ανακάλυψη κάποιων φωτογραφιών από το παρελθόν της Ισλανδίας;

Άρχισα να γράφω το σενάριο το 2013 και το θυμάμαι ενοχλητικό, άκαμπτο και συγκεχυμένο. Όταν εμπνεύστηκα την παράμετρο των φωτογραφικών πλακών, η διαδικασία συγγραφής του έγινε συναρπαστική και αστεία για μένα.

Ξεκίνησα, λοιπόν, να φαντάζομαι την κάθε εικόνα και το ποιοι ήταν οι άνθρωποι που ο ιερέας Λούκας, ο πρωταγωνιστής του φιλμ, φωτογράφιζε. Αυτό ερέθισε τη φαντασία μου.

Γι’ αυτό επέλεξες και το τετράγωνο φορμά για τα κάδρα σου;

Η ιδέα για τις φωτογραφίες είναι μυθοπλαστική, ξέρεις. Πολλοί πιστεύουν ότι η Χώρα του Θεού εμπνέεται από πραγματικές εικόνες.

Κι εγώ κάτι τέτοιο νόμιζα.

Δεν προσπαθώ να το συγκαλύψω ή να πω ψέματα γι’ αυτό. Ένιωσα πως το συγκεκριμένο στοιχείο ήταν το «κλειδί» που θα ενέπλεκε τους θεατές στην ταινία. Ποια ήταν η ερώτησή σου, όμως;

Για το τετράγωνο φορμά.

Δοκίμαζα διάφορα φορμά, στην πραγματικότητα, καθώς κινηματογραφούσα τοπία για ένα πρότζεκτ στα νησιά Φερόες.

Όταν, πριν από μερικά χρόνια, γύριζα το Μια λευκή, λευκή μέρα, χρησιμοποίησα το Super 35.

Έχω παρακολουθήσει και τις δύο προηγούμενες δουλειές σου, την πρώτη μάλιστα (Winter brothers) στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Λατρεύω το να βρίσκομαι σ’ αυτή την πόλη- και στην Ελλάδα, γενικότερα. Είναι απολύτως εντυπωσιακά. Δεν έχω ταξιδέψει στην Αθήνα, ωστόσο, πρέπει να το κάνω σύντομα.

Ας επιστρέψουμε στα του φορμά.

Ακόμα κι η κάμερα που χρησιμοποιεί ο Λούκας προσομοιάζει στο παλιό χολιγουντιανό φορμά, κι αυτό υπήρξε μια ευχάριστη έκπληξη.




Πού είναι γυρισμένη η ταινία;

Αποκλειστικά στην Ισλανδία, γύρω από την περιοχή όπου ζω.

Τι σε σαγήνευσε τόσο πολύ στο θρησκευτικό/μεταφυσικό στοιχείο, ώστε να επιθυμείς να το εξερευνήσεις υπό το πρίσμα ενός ιερέα ως κεντρικού χαρακτήρα;

Όλα ξεκίνησαν ως εξερεύνηση των καταβολών μου, με το να αντιπαραβάλλω τα αντίθετα. Αντιπαρέβαλλα την Ισλανδία με τη Δανία, την ισλανδική σημαία με τη δανέζικη, τα ισλανδικά με τα δανέζικα, δημιουργώντας δράμα μέσα από αυτό.

Μιλάω δανέζικα και ισλανδικά, κι έχω ζήσει και στις δύο χώρες, οι οποίες έχουν μια κοινή Ιστορία που ήθελα να καταλάβω αν εμπεριέχει κάτι άξιο προς εξερεύνηση. Όσο περισσότερο εμβάθυνα στη διαδικασία, τόσο περισσότερο χανόμουν.

Αυτό ελπίζω πάντα, να πάρει τον έλεγχο το κάθε εγχείρημα και να με εκπλήξει.  Δεν έχω προκαθορισμένες ιδέες σχετικά με το οτιδήποτε. Πιο πολύ μ’ ενδιαφέρει να θέτω ερωτήματα παρά να δίνω απαντήσεις.

Δε γνώριζα για τους εθνικούς/εθνικιστικούς ανταγωνισμούς ανάμεσα στις δύο χώρες- ακόμα και την ίδια την κοινή τους «προϊστορία». Με αυτή την έννοια, το φιλμ σου λειτούργησε και σε μια πληροφοριακή διάσταση για μένα.

Αυτό το ζήτημα ποτέ δεν έχει αποτυπωθεί κινηματογραφικά. Πρόκειται για μια ελάχιστα ειπωμένη ιστορία.

Γιατί συμβαίνει αυτό, κατά τη γνώμη σου;

Επειδή τείνουμε να εξερευνούμε τα πιο βίαια ζητήματα.

Το μοναδικό στη σχέση των δύο χωρών είναι ότι η Ισλανδία έγινε μερικώς ανεξάρτητη από τη Δανία το 1918 και πλήρως το 1944 και δε χύθηκε ούτε μια σταγόνα αίμα! Υπάρχει πολύ λίγο δράμα σ’ αυτό, έτσι δεν αποτελεί αντικείμενο αφήγησης.

Εμένα, όμως, ανέκαθεν μ’ ενδιέφεραν οι ιστορίες που αφορούν στη βασική συμπεριφορά των ανθρώπων. Όσο πιο περιορισμένη είναι η ευρεία αφήγηση, τόσο περισσότερο μπορείς να εξερευνήσεις τις πρωτόγονες ανθρώπινες ανάγκες/επιθυμίες.

Δε με ελκύουν οι περίπλοκες αφηγήσεις, ούτε καν οι πλοκές.

Πάντα τείνεις να εστιάζεις σε λειτουργικές, δυσλειτουργικές ή ανταγωνιστικές σχέσεις - ενδοοικογενειακές, ερωτικές ή ανάμεσα σε μέλη μιας κοινότητας.

Γιατί, ωστόσο, ο πρωταγωνιστής «έπρεπε» να είναι «άνθρωπος του Θεού»- ή, ίσως, ένας εξερευνητής της ζωής και του εαυτού του;

Θα μπορούσε να είναι ένας καλλιτέχνης. Η ταινία εκτυλίσσεται περί τα 1875, μια εποχή κατά την οποία οι Καθολικοί και οι Λουθηρανοί μάχονταν για την κυριαρχία στην Ισλανδία.

Είναι ένας ρομαντικός, αδαής ονειροπόλος που αναζητά ανθρώπους στα -ακόμα και στις μέρες μας- ακατοίκητα υψίπεδα της Ισλανδίας. Αν γεννιόταν σήμερα, πιθανότατα δε θα ήταν ιερέας.

Οπότε, η περίοδος που εκτυλίσσεται η αφήγηση «χρωμάτισε» την απόφασή μου. Και δεν είναι καν απόφαση. Απλά ο Λούκας φορούσε ιερατικό ένδυμα και κουβαλούσε μια κάμερα. Είναι ταυτόχρονα άνθρωπος του Θεού και μοντέρνος. Αντίθεση.

Ενώ δούλευα πάνω σ’ αυτό το φιλμ, διαρκώς αναζητούσα τα αντίθετα, και προσπαθούσα να τα φιλοτεχνήσω πολύ ξεκάθαρα, στα όρια του κλισέ ή της καρικατούρας. Ελπίζω, πάντως, οι χαρακτήρες να μη γίνονται καρικατούρες.




Είναι, για σένα, το σινεμά ένα εργαλείο εξερεύνησης του εαυτού σου και των ορίων του- ή και της υπέρβασής τους- και καλύτερης γνωριμίας μαζί του;

Είναι κάπως σαν ταμπού να μιλάς για τα φιλμ ως κάτι προσωπικό. Δε θέλω το σινεμά μου να είναι ιδιωτικό κατά καμία έννοια.

Θέλω, όμως, να είναι προσωπικό, να εξερευνώ το περιβάλλον μου και να περνώ χρόνο με τους ανθρώπους που αγαπώ, θαυμάζω και θέλω να συνεργαζόμαστε, κι αυτό προσπαθώ να κάνω.

Είναι πολύ σημαντική η ενέργεια των ανθρώπων, και «χρωματίζει» την ίδια την ταινία. Δεν έχω δει το Winter brothers από τότε που το έκανα, αλλά ξέρω πως διαθέτει μια ορισμένη ενέργεια, και αντανακλά τη δική μου ενέργεια εκείνης της περιόδου.

Η Χώρα του Θεού έχει μια σωματικότητα, και η δημιουργία της ήταν δύσκολη για το συνεργείο και το καστ. Έπρεπε να ταξιδεύουμε διαρκώς, τα γυρίσματα έγιναν σε εξωτερικούς χώρους, ενώ έβρεχε και χιόνιζε.

Είναι σαν να αποτελούμε κι εμείς κομμάτι του ταξιδιού. Θέλω οι ηθοποιοί με τους/τις οποίους/οποίες συνεργάζομαι να ωριμάζουν ώστε να γίνουν οι χαρακτήρες που υποδύονται.

Δεν μπορούμε να το προσχεδιάσουμε, και δυσκολεύομαι να μιλάω για τους χαρακτήρες και τις βιογραφίες τους. Θα αισθανόμουν σαν απατεώνας αν το έκανα.

Ίσως δε χρειάζεται καν.

Δεν έχει κάποια σχέση- κι αν το νιώθεις κάλπικο, τότε είναι κάλπικο. Πρέπει να είσαι ειλικρινής. Το πιο δύσκολο στη δημιουργία φιλμ είναι απλά το να είσαι ειλικρινής.

Είναι δύσκολο να είσαι δημιουργικός στο πλατό, γιατί το ίδιο το πλατό είναι μη δημιουργικό.

Το αδυσώπητο φυσικό τοπίο, στο οποίο αναφέρθηκες, κυριαρχεί στις ταινίες σου. Ήταν καθοριστικό και στη ζωή σου, ήδη από την παιδική ηλικία σου;

Ο καιρός και το τοπίο σε διαμορφώνουν, νομίζω. Όσο πιο δραματικές είναι οι καιρικές συνθήκες, τόσο περισσότερο σε καλύπτουν. Τις νιώθεις όταν σου λείπουν. Όταν ζούσα στη Δανία, αισθανόμουν την ασφυκτική ανάγκη να επιστρέψω στην Ισλανδία.

Πρόκειται για την επιθυμία για κάτι ιδιοσυγκρασιακό και αχανές. Τώρα που μιλάμε, έξω επικρατεί απόλυτη ησυχία, γιατί απόψε αναμένεται καταιγίδα: νιώθω αυτή την ενέργεια, κι αποτελεί τεράστιο μέρος της ζωής μου κι αυτού που κάνω.

Ο καιρός μού το υπαγορεύει. «Είμαστε σκλάβοι του καιρού», έγραφε στην ποιητική του συλλογή Η ενέργεια των σκλάβων ο Λέοναρντ Κόεν. Αληθεύει.




Δουλεύεις συνήθως ενστικτωδώς ή είσαι μεθοδικός κι οργανωμένος; Ή και τα δύο;

Παράξενο που το ρωτάς. Και τα δύο. Ανέκαθεν ήμουν ονειροπόλος. Εξαρτάται, όμως, από το ίδιο το υλικό. Αγαπώ το να δουλεύω. Είναι πιθανόν η αγαπημένη μου ασχολία.

Παρακολουθείς ταινίες κάνοντας ταινίες, ή το αποφεύγεις;

Δεν το αποφεύγω γιατί με επηρεάζει, αλλά γιατί δεν έχω χρόνο. Αλλά λατρεύω την παρακολούθηση φιλμ. Προσπαθώ να βλέπω δύο κάθε εβδομάδα σε BlueRay, γιατί δεν έχουμε κινηματογράφους στην πόλη μου.

Χάλια!

Ζω σε μια πολύ απομονωμένη τοποθεσία και πρέπει να οδηγήσω πέντε ώρες για να βρω ένα σινεμά. Προσπαθούμε, ωστόσο, να ξανανοίξουμε έναν κινηματογράφο που λειτουργούσε όταν ήμουν παιδί.

Όντας αναγνωρισμένος, θα σε ακούσουν πιο προσεκτικά. Εξωφεστιβαλικά, υπάρχει ζωντανό κινηματογραφικό κοινό στην Ισλανδία;

Η Ισλανδία διαθέτει μια πολύ υγιή κινηματογραφική βιομηχανία για το μέγεθός της. Είμαστε, όμως, πολύ λίγοι παγκοσμίως, οπότε στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κοινό, αλλά μεμονωμένοι θεατές.

Δόξα τω Θεώ, χάρη στα φεστιβάλ και τη διεθνή διανομή, φτιάχνουμε ταινίες για διεθνή κοινά. Δε θα επιβίωνε η καρδιά μου αν απλά έκανα φιλμ για Ισλανδές και Ισλανδούς!

Για να είμαι απολύτως ειλικρινής, οι ταινίες μου τιμώνται πιο πολύ διεθνώς παρά στην πατρίδα μου.

Πάντως παρακολουθούνται και -κατά καιρούς- κερδίζουν σημαντικά βραβεία, επομένως αυτό σε βοηθάει να συνεχίζεις.

Αυτό είναι το πιο σημαντικό, αν μπορείς να συνεχίζεις: ως σκηνοθέτες αυτό αγαπάμε. Η διαδικασία είναι τα πάντα- το επόμενο βήμα, το επόμενο φιλμ.

Η ταινία του Χλίνουρ Πάλμασον Η χώρα του Θεού προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 26 Ιανουαρίου σε διανομή της One from the Heart.



Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2023

Σαΐμ Σαντίκ: «Για την πατριαρχία μιλούσα σ’ όλη τη διάρκεια του “Joyland”»

 


Μια αιχμηρή, τρυφερή και συχνά συγκινητική «ανατομία» του πατριαρχικού συστήματος, το Joyland, μεγάλου μήκους ντεμπούτο του Πακιστανού σκηνοθέτη και σεναριογράφου Σαΐμ Σαντίκ, είναι μια από τις ταινίες της χρονιάς.

Βραβευμένη, μεταξύ άλλων, σε Κάννες και Νύχτες Πρεμιέρας, προβάλλεται από τις 26 Ιανουαρίου στα σινεμά. Μια εγκάρδια συνομιλία με τον σκηνοθέτη.

Το κινηματογραφικό σου ντεμπούτο μεγάλου μήκους, Joyland, αποπνέει έντονα την αίσθηση της βιωμένης εμπειρίας.

Πώς κατόρθωσες να την αποτυπώσεις σε σχέση με τους χαρακτήρες και τη μεταξύ τους αλληλεπίδραση εντός του κοινωνικο-οικονομικού και πολιτισμικού πλαισίου του σύγχρονου Πακιστάν;

Ανέκαθεν ζούσα στο Πακιστάν, με εξαίρεση την τετραετία κατά την οποία μετακόμισα στη Νέα Υόρκη για τις μεταπτυχιακές σπουδές μου.

Πιο συγκεκριμένα, γεννήθηκα στη Λαχώρη, όπου έζησα το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου. Το φιλμ εκτυλίσσεται στη γενέτειρά μου, και πρόκειται για οικογενειακό δράμα.

Μπορεί να μην προέρχομαι από την ίδια κοινωνική τάξη με τους ήρωες και τις ηρωίδες μου, αλλά κι εγώ σε οικογένεια μεγάλωσα και οι δυναμικές είναι παρόμοιες.

Κατανοώ, λοιπόν, λεπτομερώς το πώς λειτουργούν τα πράγματα και οι ανθρώπινες σχέσεις, και τι ρόλο διαδραματίζουν η αρρενωπότητα, η θηλυκότητα και η πατριαρχία σε επίπεδο αποχρώσεων στο σύγχρονο Πακιστάν.

Όντας 29 όταν γύρισα το Joyland, μπορείς να πεις ότι διέθετα μια σχεδόν τριαντάχρονη εμπειρία όσων γύριζα. Πολλές σκηνές, μάλιστα, είναι αντλημένες από αναμνήσεις που είχα από την παιδική ηλικία μου.

Επί της ουσίας, η ταινία αφηγείται μια (σχεδόν) ερωτική ιστορία ανάμεσα στον Χέντερ και την τρανς Μπίμπα.

Δεν πρόκειται για την πιο πρωτότυπη φιλμική «μήτρα». Το συναρπαστικό, ωστόσο, για μένα ήταν το ότι θα αποκαλυπτόταν πως ήταν η ιστορία μιας οικογένειας.

Δεδομένου, άλλωστε, ότι επρόκειτο για το μεγάλου μήκους ντεμπούτο μου, είχα πάθει εμμονή μ’ αυτό. Επί έξι χρόνια κοιμόμουν και ξυπνούσα σκεπτόμενος κάτι σχετικά με το φιλμ, προσθέτοντας λεπτομέρειες και αμφισβητώντας τον εαυτό μου!




Αισθανόσουν, όμως, πως κάτι ήθελες να εκφράσεις.

Εγώ ένιωθα αυτή ανάγκη, αναρωτιόμουν όμως γιατί κάποιος να θέλει να το παρακολουθήσει.

Αν, επομένως, το έκανα για τον εαυτό μου, ας αποτελούσε την πιο ειλικρινή εκδοχή του εαυτού μου. Ας άρεσε σε μένα, και βλέπαμε για τους υπόλοιπους.

Φαίνεται πως ήθελες να καταπιαστείς με πολλά ζητήματα. Ίσως αυτό είναι χαρακτηριστικό των πρωτοεμφανιζόμενων σκηνοθετών.

Αλήθεια είναι αυτό. Από την άλλη, αισθάνομαι ότι για την πατριαρχία μιλούσα σ’ όλη τη διάρκειά του, μέσα από πολλές πτυχές.

Η πατριαρχία επηρεάζει την τρανς γυναίκα, τον άντρα που δεν είναι σίγουρος για τον ανδρισμό ή τη σεξουαλικότητά του, ακόμα και τον ίδιο τον πατέρα-πατριάρχη που επιβάλλει αυτή την ηθική.

Το ζητούμενο, λοιπόν, ήταν η αποδόμηση του πατριαρχικού συστήματος και η διερώτηση σχετικά με το αν τελικά αυτό ωφελεί κάποιον.

Είναι ένα φιλμ για μια συντηρητική οικογένεια. Ήθελα, όμως, να προσδώσω σ’ αυτή την οικογένεια την αξιοπρέπεια και την ενδοσκοπική διάθεση που δεν επιτρέπουμε σε τέτοιες οικογένειες να έχουν.

Όχι παρουσιάζοντας τα μέλη της σαν καρικατούρες.

Ή σαν θρησκευόμενα και στενόμυαλα, γεγονός το οποίο φυσικά κατά ένα μέρος ισχύει.

Σε ποιο στάδιο της συγγραφής του σεναρίου αναδύθηκε το ζήτημα της εξερεύνησης των σεξουαλικών δυναμικών, της σεξουαλικής ταυτότητας;

Ο πυρήνας της ταινίας από την αρχή αφορούσε στην ιστορία ενός άντρα, μιας γυναίκας και μιας τρανς γυναίκας. Μ’ αυτούς τους τρεις χαρακτήρες ξεκίνησα. Ήξερα ότι εξερευνούσα το φύλο και τη σεξουαλικότητα σ’ ένα πατριαρχικό σύστημα.

Συνέβαλαν οι ηθοποιοί, επαγγελματίες και μη, στη διαμόρφωση των χαρακτήρων τους;

Δε θα το πιστέψεις, αλλά η Alina Khan (Μπίμπα) είναι ο γλυκύτερος, ο πιο πειθήνιος άνθρωπος στον κόσμο. Έχει εισπράξει τη λιγότερη αγάπη απ’ όσα άτομα έχω συναντήσει στη ζωή μου.

Στην καθημερινότητά της είναι ντροπαλή και ήσυχη, κάθεται στη γωνιά της. Στο φιλμ υποκρίνεται. Δεν ξέρω αν ποτέ έχει θυμώσει στη ζωή της όπως της συμβαίνει στην ταινία. Φυσικά έχει εκτεθεί σε καταστάσεις παρόμοιες με εκείνες του φιλμ.

Το τρανς βίωμα προερχόταν από την ίδια, αλλά ο τρανς χαρακτήρας της ήταν σε μεγάλο βαθμό συντεθειμένος στο σενάριο. Οπότε έπρεπε να γίνει ένα τέτοιο κορίτσι.

Ο Ali Junejo, που ενσαρκώνει τον Χέντερ, είναι έμπειρος ηθοποιός;

Είναι θεατρικός ηθοποιός, αυτή ήταν η πρώτη του ταινία. Η δικιά του προσέγγιση ήταν, επομένως, πιο πειθαρχημένη. Δεν άρθρωνε όσα αισθανόταν.

Κι οι δυο τους, ωστόσο, λειτουργούσαν περισσότερο συναισθηματικά παρά διανοητικά, αν και η Alina ήταν πιο αυθόρμητη.

Η Rasti Farooq, που υποδύεται την σύζυγο του Χέντερ, Μουμτάζ, είναι επίσης θεατρική ηθοποιός. Είναι το πρώτο φιλμ και για την ίδια.

Ήταν τόσο αυθόρμητη, που κι εγώ κι ο διευθυντής φωτογραφίας σαγηνευόμασταν να την φιλμάρουμε γιατί ήταν απρόβλεπτη, ενώ μιλούσε και πολύ γρήγορα.




Ο χαρακτήρας του Χέντερ δεν αποτελεί τον τυπικό Πακιστανό άντρα, φαντάζομαι.

Δεν είναι ο πιο τυπικός, αλλά ούτε και ο πιο μη τυπικός. Είναι πιο ευαίσθητος και εύστροφος από τον μέσο όρο.

Η λειτουργική δυναμική ανάμεσα στους χαρακτήρες πρέπει να ήταν συναρπαστική.

Κάναμε εργαστήρια επί μήνες πριν τα γυρίσματα και έβαλα τους/τις ηθοποιούς σε ζευγάρια ώστε οι ερμηνείες τους να γίνουν βιωμένες και πειστικές, οι μεταξύ τους σχέσεις να είναι άνετες και εντέλει να αλληλοσυμπαθιούνται. Περάσαμε καλά!

Πέρασε και το πακιστανικό κοινό καλά με το Joyland;

Δεδομένου του πώς τελειώνει, είναι δύσκολο να πεις αν πέρασε καλά, αλλά έχουμε εισπράξει πολλή τρυφερότητα και αγάπη. Έχει τόση απήχηση στους ανθρώπους λες και τους ανήκει.

Αν και φυσικά η πακιστανική κοινωνία, όπως και οι περισσότερες, διαπνέεται από βαθιά ριζωμένο συντηρητισμό και δυσανεξία προς «αποκλίνουσες» συμπεριφορές. Αλλάζει αυτό, ωστόσο;

Οι εικοσάρηδες στο Πακιστάν είναι πολύ πιο απελευθερωμένοι, αλλά ο κόσμος γενικότερα γίνεται πιο δεξιός- και το Πακιστάν δε διαφέρει.

Όταν η ταινία απαγορεύτηκε στη χώρα, το χειρότερο δεν ήταν αυτό, αλλά τα μηνύματα μίσους που λαβαίναμε.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι αποστολείς τους αποτελούν την πλειονότητα στη χώρα. Οι ακροδεξιοί δε θα παρακολουθήσουν μια τέτοια ταινία. Κι αυτό είναι λυπηρό.

Αφελώς και παιδιάστικά θεωρούσα, ωστόσο, ότι είναι ένα φιλμ για μια συντηρητική δεξιά οικογένεια, ώστε αυτή η οικογένεια να πάει να το δει. Μακάρι να το παρακολουθούσε και μετά να το «έθαβε». Δε θα με πείραζε.




Μπορεί το Joyland να «φρεσκάρει» τη σύγχρονη πακιστανική κινηματογραφική παραγωγή ενθαρρύνοντας κι άλλους δημιουργούς ν’ ακολουθήσουν αυτή την κατεύθυνση με τον τρόπο τους;

Είμαι αρκετά βέβαιος γι’ αυτό. Αν πάνε σ’ εναν Αμερικανό ή Ευρωπαίο παραγωγό μ’ ένα σενάριο, μπορούν να δώσουν ένα παράδειγμα. Η ταινία μου θέτει ένα προηγούμενο από άποψη παραγωγής και υποδομής.

Η αξιοσημείωτη επιτυχία που έχει συναντήσει διεθνώς σε αγχώνει όσον αφορά στα επόμενα βήματά σου;

Θέλω να βγω από τη «λούπα» του Joyland. Δε θέλω η εμπειρία αυτού του φιλμ να με διαμορφώσει πέρα από κάποιον βαθμό. Όταν απελευθερωθώ από αυτό, θ’ αρχίσω να γράφω ξανά.

Έχεις, πάντως, την «πολυτέλεια» να κινείσαι ανάμεσα σε κόσμους, ανάμεσα σ’ εκείνον του Πακιστάν κι εκείνον των Η.Π.Α.

Καμία πολυτέλεια δεν έχω. Είμαι πολύ φτωχός. Χρειάζομαι να βρω μια δουλειά και να βγάλω λεφτά! Αυτό είναι το μόνο πρόβλημα σε σχέση με ό,τι μόλις προανέφερα.

Αυτή η επιτυχία δεν είναι η ζωή μου. Θέλω και η επόμενη ταινία μου να πηγάζει από τη ζωή μου, αλλιώς θα βαρεθώ.

Ευχαριστώ θερμά τον Jackson Leipzig (Modern Literary Arts) για την καθοριστική συμβολή του στον προγραμματισμό της συνέντευξης.

Μετά την πανελλήνια πρώτη της στο πλαίσιο των 28ων Νυχτών Πρεμιέρας όπου απέσπασε το βραβείο σεναρίου, η ταινία του Σαΐμ Σαντίκ Joyland προβάλλεται στα σινεμά από τις 26 Ιανουαρίου σε διανομή του Cinobo.



Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2023

Ετιέν Κερν: «Με ενδιαφέρουν περισσότερο οι ηττημένοι παρά οι νικητές»

 

Ετιέν Κερν (Φωτογραφία: Francesca Mantovani)

Συνυφαίνοντας τον θάνατο του Φραντς Ράιχελτ, ράφτη και εφευρέτη, από πτώση με αλεξίπτωτο, με τις προσωπικές του απώλειες, ο Γάλλος συγγραφέας Ετιέν Κερν συνθέτει με το Μοιραίο άλμα μια «σπουδή» στην αγάπη, την απώλεια και την αναγκαιότητα των ονείρων.

Κουβεντιάζοντας μαζί του με αφορμή την κυκλοφορία του βραβευμένου με Γκονκούρ Πρώτου Μυθιστορήματος βιβλίου στα ελληνικά.

Πολύ γνωστός για τα λογοτεχνικά δοκίμιά σου, με το Μοιραίο άλμα, το πρώτο σου μυθιστόρημα, εισέρχεσαι στον χώρο της λογοτεχνικής μυθοπλασίας. Υπάρχουν σημεία σύγκλισης/απόκλισης μεταξύ των ειδών, κατά τη γνώμη σου;

Ή αντιλαμβάνεσαι τη συγγραφή ως μια ολιστική εμπειρία;

Υπάρχει μια ορισμένη συνέχεια μεταξύ αυτού του μυθιστορήματος και του προηγούμενου βιβλίου μου, το οποίο καταπιάστηκε με την εξοικείωση και την τυπικότητα.

Χωρίς αυτό το βιβλίο, ίσως δε θα επέλεγα να χρησιμοποιήσω την εξοικείωση με τον χαρακτήρα του Φραντς Ράιχελτ σε ορισμένα κεφάλαια του μυθιστορήματος.

Αλλά, συνολικά, τα δοκίμια και τα μυθιστορήματα μού φαίνεται ότι πηγάζουν από μια πολύ διαφορετική προσέγγιση:

Το δοκίμιο μετατρέπει το αντικείμενο που αρπάζει σε αντικείμενο γνώσης και βεβαιότητας, ενώ το μυθιστόρημα αφήνει χώρο για μυστήριο και, πάνω απ’ όλα, για τρυφερότητα.

Το μυθιστόρημα μου επιτρέπει να προσεγγίσω τον Φραντς Ράιχελτ με τρυφερότητα.

Στην αρχή του μυθιστορήματός σου παραθέτεις τον Ρενέ Σαρ, τον φημισμένο ποιητή και μέλος της Γαλλικής Αντίστασης. Εμπνέεσαι από την ποίηση γενικά, και την ποίηση του Σαρ, ειδικότερα; Και γιατί;

Διάλεξα αυτό το παράθεμα από τον Σαρ γιατί μιλάει για τον ουρανό και μιλάει για αυτόν με διφορούμενο τρόπο: είναι και ο ουρανός όπου μπορούν να πετάξουν τα αεροπλάνα και η θεϊκή θέληση (ο Ουρανός).

Μου αρέσει αυτή η ιδέα πως ο χαρακτήρας του Φραντς έχει μια διακριτική θρησκευτική διάσταση και πιο συγκεκριμένα εκείνη του Χριστού. Πέθανε στα 33 του και ο θάνατός του μοιάζει με θυσία.

Κατά τα άλλα, δε διαβάζω πολύ Σαρ: τα γούστα μου τείνουν περισσότερο προς μια πιο ταπεινή και διάφανη ποίηση, όπως αυτή του Φιλίπ Ζακοτέ - ή, έστω κι αν γνωρίζω το έργο τους μόνο μέσα από αποσπάσματα, του Καβάφη ή του Σεφέρη.

Η ποίηση με συντροφεύει πολύ, ναι, και μου αρέσουν τα μυθιστορήματα που είναι και ποιήματα, για παράδειγμα όταν δε μοιάζουν με λέξεις αλλά με χαρακτήρες ή καταστάσεις.

Και πάνω απ’ όλα, πιστεύω ότι το μυθιστόρημα είναι πιο κοντά στην ποίηση όταν προτιμά να προτείνει παρά να επιβεβαιώνει:

Ο Ελυάρ λέει πως η ποίηση ορίζεται από «τα μεγάλα λευκά περιθώρια» που επιτρέπουν στους αναγνώστες να ονειρεύονται ή να γράψουν τη δική τους ιστορία.

Το Μοιραίο άλμα διαδραματίζεται στο Παρίσι της Μπελ Επόκ και είναι εμπνευσμένο από τα αληθινά γεγονότα γύρω από τον θάνατο του Φραντς Ράιχελτ, ράφτη και εφευρέτη αυστριακής καταγωγής, ο οποίος, στις 4 Φεβρουαρίου 1912, πήδηξε από τον Πύργο του Άιφελ ενώ δοκίμαζε έναν αυτοσχέδιο αλεξίπτωτο.

«Ήσουν όλα τα σενάρια. Ήσουν όλα όσα με στοιχειώνουν. Ήσουν οι εφιάλτες που με στοιχειώνουν από την παιδική μου ηλικία», γράφεις, απευθύνοντας μια σχεδόν ερωτική εξομολόγηση στον εκλιπόντα ράφτη.

Γιατί έχει υπάρξει μια τόσο στοιχειωτική παρουσία στη δική σου ζωή;

Έχεις δίκιο, ο Φραντς Ράιχελτ είναι σαν μια παρουσία στη ζωή μου. Είναι λόγω της οικογενειακής μου ιστορίας: ο παππούς μου πέθανε πέφτοντας κατά λάθος από ένα μπαλκόνι. Συνέβη πριν γεννηθώ, αλλά μεγάλωσα θυμούμενος εκείνη την καταστροφή.

Όταν λοιπόν είδα για πρώτη φορά την ταινία που αποτυπώνει ζωντανά τον θάνατο του Φραντς, συγκλονίστηκα αμέσως. Αν λέω «εσύ» στον Φραντς, είναι επίσης επειδή είναι σαν παππούς.

Και γιατί αποφάσισες να συνυφάνεις τα προσωπικά τραύματά σου της απώλειας με μια μυθοπλαστική προσέγγιση της δικής του ζωής;

Δίστασα πολύ πριν το κάνω αυτό. Σε μια παλαιότερη εκδοχή του κειμένου, δε μιλούσα ούτε για τον παππού μου, ούτε γι’ αυτή τη φίλη που αυτοκτόνησε.

Ήταν η εκδότης μου, η Charlotte von Essen, που με ενθάρρυνε να συμπεριλάβω αυτές τις σελίδες στο κείμενο: καθώς της μιλούσα συχνά για τον παππού μου και την Mυριέλ, μου είπε ότι έπρεπε να μιλήσω και εγώ στο κείμενο, πως ήταν μέρος της ιστορίας.

Είναι ένας τρόπος να παραμένω πιο κοντά στο συναίσθημα που με κατέκλυσε όταν ανακάλυψα την ιστορία του Φραντς Ράιχελτ.

«Λίγο λίγο ένιωθε να ανατρέχει στο μακρινό παρελθόν, ερχόμενος από άλλον αιώνα και άλλη χώρα, από ένα παρελθόν αποσιωπημένων πραγμάτων και ματαιωμένων ονείρων», γράφεις αναφερόμενος στον Φραντς.

Όσο απερίσκεπτα ή μάταια κι αν είναι, αποτελούν τα προσωπικά και συλλογικά όνειρα ένα απαραίτητο, μερικές φορές μοιραίο, «άλμα» στο άγνωστο, στην πρόοδο, στην ανατροπή;

Ναι!

Χωρίς το άλμα στο άγνωστο, η αεροπορία δε θα υπήρχε ποτέ, ούτε ο κινηματογράφος, ούτε ο Πύργος του Άιφελ!

Αλλά αυτό που με αγγίζει για τον Φραντς Ράιχελτ είναι ότι δεν είναι σαν τον Blériot, τον Lindbergh, τους αδελφούς Lumière ή τον Gustave Eiffel: απέτυχε. Είναι χαμένος.

Με ενδιαφέρουν περισσότερο οι ηττημένοι παρά οι νικητές.

Ίσως γιατί η φαντασία μου διαμορφώθηκε εν μέρει από ελληνικές τραγωδίες, που επιμένουν πάντα στο μεγαλείο των ηττημένων, ακόμα κι όταν τους άξιζε να χάσουν, όπως ο Ξέρξης στους Πέρσες.

Είναι η λογοτεχνία επίσης ένα -πιθανόν μοιραίο- «άλμα» στο κενό;

Η λογοτεχνία γενικά, δεν ξέρω, αλλά ένα πρώτο μυθιστόρημα, ναι. Δεν ξέρουμε καθόλου τι μας περιμένει όταν δημοσιεύσουμε ένα πρώτο μυθιστόρημα. Έχω σταθεί πολύ τυχερός.

«Οι απόντες είναι παντού», εξομολογείσαι. «To να θυμάσαι σημαίνει το να ζεις ξανά», μου είχε πει κάποτε σε συνέντευξη ο Μανουέλ Βίλας, ο Ισπανός μυθιστοριογράφος.

Είναι, λοιπόν, η λογοτεχνία επίσης ένας τρόπος να ανασταίνουμε τους νεκρούς- ή τουλάχιστον να συμφιλιωνόμαστε με την απουσία τους;

Να ανασταίνουμε, μακάρι να ήταν δυνατό, αλλά όπως λέει και ο Σαρ, «ο Παράδεισος έχει τον τελευταίο λόγο!» Πιστεύω ότι για τον συγγραφέα είναι μια ψευδαίσθηση, ίσως μια απαραίτητη ψευδαίσθηση.

Αλλά αυτό που δίνουμε στους νεκρούς είναι πολύ γελοίο.

Πράγματι, θα έλεγα ευχαρίστως ότι ένα μυθιστόρημα που μιλάει για νεκρούς μοιάζει με αυτό το αλεξίπτωτο που δεν ανοίγει:

Θα θέλαμε να είναι αποτελεσματικό, να αλλάξει κάτι, αλλά δεν αλλάζει τίποτα.

Στην καλύτερη περίπτωση έχουμε ράψει κάτι, ένα «ύφασμα» από λέξεις, ένα σάβανο.

To Mοιραίο άλμα σού απέφερε το Γκονκούρ Πρώτου Μυθιστορήματος. Υπάρχει ανάγκη για βραβεία, κατά τη γνώμη σου; Ή είναι οι αναγνώστες/οι αναγνώστριες εκείνοι/εκείνες που μακροπρόθεσμα αποφασίζουν τι μένει και τι όχι;

Τα βραβεία δεν είναι απαραίτητα, φυσικά, αλλά είναι μια τεράστια ευκαιρία... Αλλά έχεις δίκιο, οι αναγνώστες είναι πάντα αυτοί που αποφασίζουν τελικά: για να παραφθείρω τον Σαρ, οι αναγνώστες είναι αυτοί που έχουν τον τελευταίο λόγο...

Οικογενειακός και εξαιρετικά εκλεκτικός, ο εκδοτικός οίκος Ρώμη ευθύνεται για τη μετάφραση/κυκλοφορία του μυθιστορήματός σου στα ελληνικά.

Διευρύνεται το λογοτεχνικό σύμπαν σου με κάθε καινούρια μετάφραση της δουλειάς σου, νιώθεις;

Δεν είχα ακόμη τη χαρά να έχω το βιβλίο στα χέρια μου. Έχω σπουδάσει αρχαία ελληνικά, θα έχω τη χαρά να μπορέσω να αποκρυπτογραφήσω λίγο το κείμενο!

Είμαι, όμως, πολύ χαρούμενος που οι εκδόσεις Ρώμη θέλησαν να εκδώσουν το μυθιστόρημά μου.

Είχα την ευκαιρία να ανταλλάξω πολλά μηνύματα με τη μεταφράστριά μου, Ιωάννα Αβραμίδου, και το βρήκα συναρπαστικό.

Διευρύνει το λογοτεχνικό μου σύμπαν; Πιστεύω ότι αυτό θα γίνει αν έχω την ευκαιρία μια μέρα να γνωρίσω τους Έλληνες αναγνώστες.

Τον Δεκέμβριο του 2022, προσκλήθηκα στη Ρώμη και στη Νάπολη με αφορμή την ιταλική μετάφραση και η εμπειρία ήταν υπέροχη και πολύ εμπλουτιστική: μια διεύρυνση, ναι!

Ευχαριστώ θερμά τον συγγραφέα για τον χρόνο του και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του που συνοδεύει το κείμενο.

Το μυθιστόρημα του Ετιέν Κερν Το μοιραίο άλμα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Ρώμη σε μετάφραση της Ιωάννας Αβραμίδου.