Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

Όλγα Μερίνο: «Η αγάπη μάς καθιστά πραγματικά ανθρώπους»

 

Όλγα Μερίνο (Φωτογραφία: Marta Calvo)

Ανθεκτική όσο και εύθραυστη, η Άντζι καταφεύγει σε ένα χωριό του ισπανικού Νότου κυνηγημένη από τους δαίμονές της, για να ανακαλύψει, όμως, καινούριους.

Φόρος τιμής στην αντιστεκόμενη γυναίκα, το μυθιστόρημα της Όλγα Μερίνο, Εδώ δεν συμπαθούν τους ξένους, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη. Συζητώντας με την συγγραφέα.

Γεννημένη στη Βαρκελώνη, σπούδασες στο Λονδίνο και εργάστηκες στη Μόσχα μετά την κατάρρευση του σοβιετικού καθεστώτος.

Με ποιους τρόπους αυτές οι εμπειρίες εμπλούτισαν την αντίληψη που έχεις για τον εαυτό σου ως άτομο, συγγραφέα και δημοσιογράφο;

Αναμφίβολα, και μάλιστα και στις τρεις πτυχές τις οποίες αναφέρεις.

Τα ταξίδια και η γνωριμία με άλλους πολιτισμούς αποτελούν έναν αλάνθαστο τρόπο για να διευρύνουμε τους ορίζοντές μας.

Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στο εξωτερικό, συντελέστηκαν βαθιές κοινωνικοπολιτικές αλλαγές: στο Λονδίνο βίωσα την πτώση της Μάργκαρετ Θάτσερ, ενορχηστρωμένη από το ίδιο της το κόμμα.

Στη Μόσχα, την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την ανάδυση του «καπιταλισμού-καζίνο».

Η εμπειρία στη Ρωσία ήταν ένα δώρο που με γέμισε με πλήθος αισθήσεων για να γράψω: βίωσα την ανθρώπινη δυστυχία, την απόλυτη σκληρότητα, την παραλογισμό του πολέμου στην Τσετσενία.

Αλλά και μια απέραντη ομορφιά και μια γλώσσα συγκλονιστική.

Το μυθιστόρημά σου Εδώ δεν συμπαθούν τους ξένους εστιάζει στη ζωή της Άντζι η οποία, κυνηγημένη από τους δαίμονες του παρελθόντος της και αναζητώντας ένα καταφύγιο, μετακομίζει σε ένα απομονωμένο χωριό της Ανδαλουσίας, για να ανακαλύψει, όμως, κι άλλους δαίμονες.

Ανθεκτική και εύθραυστη στον ίδιο βαθμό, είναι μία από τις πιο αξιομνημόνευτες αντι-ηρωίδες που έχουν αναδυθεί το τελευταίο διάστημα στο ισπανόφωνο μυθιστόρημα. Θα ήθελες να αναλύσεις πώς διαμορφώθηκε ο χαρακτήρας της;

Σε ευχαριστώ για την ερώτησή σου.

Το μυθιστόρημα δεν πήρε μορφή στο χαρτί προτού εμφανιστεί ο χαρακτήρας της Άντζι, κι εκείνη δεν ξεδιπλώθηκε παρά μόνο όταν άκουσα τη χροιά της φωνής της.

Δεν υπάρχει πια φόβος μέσα της, παρά μόνο ανυποταξία. Είναι η φωνή της γυναίκας η οποία έχει στριμωχτεί στη γωνία και είναι έτοιμη να ορθώσει το ανάστημά της.

Ιστορικά, οι γυναίκες που ξέφευγαν από τα καθιερωμένα πρότυπα -στον γάμο, τη μητρότητα, τη σεξουαλική επιθυμία- στιγματίζονταν. Στον Μεσαίωνα, καίγονταν στην πυρά ως μάγισσες.

Τον 19ο αιώνα, με τη γέννηση της ψυχιατρικής, τις έκλειναν σε άσυλα, ακόμη κι αν το μόνο το οποίο ζητούσαν ήταν το -ανύπαρκτο τότε- διαζύγιο. Σε αυτό το πλαίσιο γεννιέται η φωνή της Άντζι.

Οι «άλλοι» λένε πως η Άντζι δεν είναι στα καλά της, πως μάλλον είναι τρελή. Η ίδια, ωστόσο, υποστηρίζει ότι γνωρίζει τη σκιά της και την αλήθεια της.

Πιστεύεις πως μπορούμε να εξελιχθούμε ως άνθρωποι μόνο αν αναγνωρίσουμε τόσο την παράλογη (σκιά) όσο και τη λογική (αλήθεια) πλευρά μας;

Είτε το αποδεχόμαστε είτε όχι, οι άνθρωποι είναι ένα μίγμα πάθους και ορθολογισμού, φωτός και σκιάς. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το θέμα της τρέλας, εκεί όπου τα όρια της λογικής θολώνουν από εξωγενείς ή ενδογενείς παράγοντες.

Ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας έχει επιμεληθεί, για τον μεξικανικό εκδοτικό οίκο Gris Tormenta, μια συλλογή κειμένων για την τρέλα, η οποία περιλαμβάνει αποσπάσματα από έργα των:

Άντον Τσέχοφ (Ο Θάλαμος Αρ. 6), Μιγκέλ ντε Θερβάντες (Ο δικηγόρος από γυαλί), Λορ Αντλέρ (Μαργκερίτ Ντιράς), Ρεμ Κούλχαας (Παραληρηματική Νέα Υόρκη) και Έρασμου του Ρότερνταμ (Μωρίας εγκώμιο).

Πέντε εξαιρετικά αποσπάσματα. Το θέμα της τρέλας με ενδιαφέρει τόσο πολύ, που δεν αποκλείω το ενδεχόμενο να καταπιαστώ μ’ αυτό σε ένα νέο μυθιστόρημα.

Η Άντζι θλίβεται επειδή, ως άνθρωποι, δεν ξέρουμε τι να κάνουμε με την αχρησιμοποίητη αγάπη.

Γεννιέται, άραγε, η λογοτεχνία από ένα πλεόνασμα της εμπειρίας της αγάπης - ή, αντίθετα, από την έλλειψή της;

Όμορφη και έξυπνη ερώτηση, στην οποία δεν ξέρω πώς ακριβώς να απαντήσω.

Πιστεύω ότι η αγάπη -και μια παραλλαγή της, η συμπόνια- είναι το συναίσθημα που μας καθιστά πραγματικά ανθρώπους. Εκεί έγκειται η ουσία των πάντων: στην παρουσία ή την απουσία της.

Όταν ο άνθρωπος ήταν ακόμη νομάδας, κάποια μέρα άρχισε να θάβει τους νεκρούς του - ίσως όχι με την ιδέα ότι θα τους ξαναέβλεπε, αλλά τουλάχιστον για να εκφράσει πως το συγκεκριμένο ανθρώπινο ον ήταν σημαντικό γι’ αυτόν, ώστε να μην βεβηλώσει κάποιος ό,τι είχε απομείνει από αυτό.

Αντίστοιχα, η ανθρωπολόγος Μάργκαрεт Μιντ είπε πως το πρώτο σημάδι πολιτισμού ήταν ένα επουλωμένο ανθρώπινο μηριαίο οστό - ένδειξη ότι ένα τραυματισμένο άτομο πρέπει να είχε λάβει βοήθεια από κάποιον άλλον.

Εκεί ξεκινά η ανθρωπότητα. Ή πεθαίνει.

Παρομοιάζεις την κοινωνική θέση της Άντζι -ως απόβλητης- με εκείνη του Ιμπραχίμα και του Βιτάλυ, μεταναστών από τη Σενεγάλη και την Ουκρανία αντίστοιχα, οι οποίοι στέκονται στο πλευρό της στα δύσκολα.

Πρόκειται για μια συμμαχία ταξικού ή υπαρξιακού χαρακτήρα;

Χαίρομαι που η ερώτησή σου αναδεικνύει τη σύνδεση βάσει κοινωνικής τάξης ανάμεσα στην Άντζι και τον Ιμπραχίμα και τον Βιτάλυ, τους δύο μετανάστες οι οποίοι εργάζονται ως περιστασιακοί εργάτες στα χωράφια.

Σε αυτούς τους καιρούς του υπερ-καπιταλισμού και της υπερ-τεχνολογίας, μάς λένε ότι η ταξική πάλη είναι νεκρή και θαμμένη, υπό το πρίσμα της μαρξιστικής θεωρίας.

Ωστόσο, είναι εξίσου αληθές πως οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται σε τέτοιο βαθμό, ώστε να υπονομεύουν αυτό που είχαμε αντιληφθεί ως ευημερία της μεσαίας τάξης.

Η Άντζι και οι μετανάστες ενώνονται επειδή είναι φτωχοί, επειδή έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον, επειδή βρίσκονται στο ίδιο βυθιζόμενο καράβι.

Κατά τον ίδιο τρόπο, το παρελθόν της Άντζι είναι έντονα σημαδεμένο από την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκει η ίδια και η οικογένειά της: τους ακτήμονες αγρότες.

Αυτή η ταξική διαφορά ήταν και παραμένει πολύ έντονη στην Ανδαλουσία, στη νότια Ισπανία.

Ανάμεσα στα απαγορευμένα μυστικά που ψηλαφεί η Άντζι περιλαμβάνονται οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Ωστόσο, επιλέγεις κυρίως να αφήνεις να εννοηθεί αυτή η πτυχή της μυθοπλασίας, αντί να την εξερευνάς σε βάθος. Γιατί;

Προτιμούσα η δευτερεύουσα ιστορία της ομοφυλοφιλίας να παραμείνει κρυφή, σαν ψίθυρος.

Από τη μία πλευρά, επειδή στο χωριό όπου ζει η Άντζι όλα είναι τυλιγμένα σε ένα πυκνό πέπλο μυστικότητας, όλα είναι θολά:

Οι αυτοκτονίες, οι σχέσεις εξουσίας, τα όρια ανάμεσα στις εκτάσεις γης, οι υπερβολές οι οποίες διαπράχθηκαν στο παρελθόν, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου (1936-39).

Από την άλλη, δεν ήθελα να εμβαθύνω στο θέμα, καθώς είχα ήδη εξερευνήσει την ανδρική ομοφυλοφιλία σε ένα προηγούμενο μυθιστόρημά μου, το Perros que ladran en el sótano (Alfaguara, 2012).

Το μυθιστόρημα αυτό αφηγείται την ιστορία ενός ομοφυλόφιλου άνδρα που προσπαθεί να επιβιώσει στην Ισπανία του Φράνκο ως τραγουδιστής καμπαρέ.

Η αυτοκτονία -ή η γραμμή αίματος η οποία συνδέει αρκετούς από τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος- συγκαταλέγεται, από την άλλη πλευρά, στα βασικά και πιο επαναλαμβανόμενα αφηγηματικά στοιχεία που χρησιμοποιείς.

Αναρωτιέμαι γιατί.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή γεννήθηκε η σπίθα για τη συγγραφή του Εδώ δεν συμπαθούν τους ξένους:

Με συγκλόνισε βαθιά η αυτοκτονία ενός γνωστού μου, του οποίου ο πατέρας είχε επίσης αφαιρέσει τη ζωή του.

Ο άνδρας αυτός -φίλος μου- περίμενε να φτάσει στην ίδια ηλικία με τον πατέρα του και απαγχονίστηκε την ίδια ακριβώς ημέρα που ο γεννήτοράς του είχε αυτοκτονήσει.

Με συγκίνησε βαθιά εκείνο το είδος της αγωνιώδους και τελετουργικής αναμονής.

Έκανα πολλή έρευνα -ίσως υπερβολικά πολλή- γύρω από την αυτοκτονία, μόνο και μόνο για να μάθω ότι δεν είναι γενετικά «κληρονομική» και να συνειδητοποιήσω πως δεν ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα με θέμα την αυτοκτονία, αλλά το αντίθετο:

Έναν ύμνο στη ζωή.

Η παρόρμηση για αυτοκτονία δεν κληρονομείται· ίσως η κατάθλιψη να κληρονομείται. Αυτό που «αντιγράφεται» είναι τα ακραία πρότυπα συμπεριφοράς για τη διαφυγή από ένα συγκεκριμένο πρόβλημα:

Ο πατέρας μου το έκανε έτσι, η θεία μου το έκανε έτσι, ο γείτονας το έκανε έτσι...

Η άνυδρη, τραχιά και αφιλόξενη αγροτική ενδοχώρα της Ισπανίας, όπου διαδραματίζεται το μυθιστόρημά σου, παρέχει το ηθικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο και λειτουργεί ως μυθιστορηματικός χαρακτήρας αυτός καθαυτός, προσδίδοντας στο έργο σου μια χροιά «νεο-γουέστερν».

Πράγματι, το τοπίο αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο στο Εδώ δεν συμπαθούν τους ξένους, ένα είδος συμπρωταγωνιστή στο πλευρό της Άντζι.

Ο συγγραφέας Μιγκέλ Ντελίμπες έλεγε πως για να γράψεις ένα μυθιστόρημα χρειάζονται τρία στοιχεία: ένας άνδρας ή μια γυναίκα, ένα πάθος και ένα τοπίο.

Η τραχύτητα του τοπίου του ισπανικού Νότου, διάσπαρτου με λιόδεντρα, προσφέρει το ιδανικό σκηνικό για μια ιστορία που είναι, στην ουσία της, γεμάτη πάθος.

Μου αρέσουν τα γουέστερν.

Αν και, στην πραγματικότητα, το γουέστερν αποτελεί τη θεμελιώδη αφήγηση των Η.Π.Α. -με όλο το έπος των πρωτοπόρων και την άφιξή τους σε μια αδάμαστη φύση-, νομίζω ότι ορισμένες από τις βασικές του αρχές εμφανίζονται και στο μυθιστόρημά μου:

Οι τυχοδιώκτες και οι περαστικοί, η δύναμη της φύσης, η μοναξιά, η αυθαιρεσία της εξουσίας, η εκδίκηση. Και το σαλούν, όπου οι ντόπιοι σμίγουν για να πιουν παρέα.

Τι είναι, λοιπόν, αυτό το οποίο σου κεντρίζει κυρίως το ενδιαφέρον σε ετούτο το απομονωμένο σύμπαν;

Η αίσθηση της ελευθερίας και της αυτογνωσίας.

Ευχαριστώ θερμά την Teresa Pintó (Agencia Literaria Carmen Balcells) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και για την παραχώρηση της φωτογραφίας της συγγραφέως.

H φωτογραφία της Όλγα Μερίνο είναι της Marta Calvo.

Το μυθιστόρημα της Όλγα Μερίνο Εδώ δεν συμπαθούν τους ξένους κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση της Μαρίας Παλαιολόγου.



Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Τζαν Κάρσον: «Εξακολουθούμε να βιώνουμε την κληρονομιά της σύγκρουσης στη Β. Ιρλανδία»

 


Έντονα αυτοβιογραφικό, με «πινελιές» μαγικού ρεαλισμού και εκτυλισσόμενο στη Βόρεια Ιρλανδία την περίοδο των «Ταραχών» το μυθιστόρημα της Τζαν Κάρσον Οι Αρπαγές εξερευνά τα ζητήματα της απώλειας, του ανήκειν και της λύτρωσης.

Η προ μηνών κυκλοφορία του στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Βακχικόν μάς έδωσε την ευκαιρία για μια συνομιλία με την συγγραφέα.

Το Οι Αρπαγές, το δεύτερο βιβλίο σας που κυκλοφορεί στα ελληνικά, εξερευνά τα ζητήματα της απώλειας, του ανήκειν και της λύτρωσης μέσα από την ιστορία της εντεκάχρονης Χάνα, της οποίας οι συμμαθητές αρρωσταίνουν και πεθαίνουν από μια μυστηριώδη ασθένεια.

Λαμβάνοντας υπόψη τη θεολογική προέλευση του τίτλου και την προτεσταντική σας ανατροφή, σε ποιον βαθμό η θρησκεία σάς έχει καθορίσει ως άτομο και ως συγγραφέα;

Είναι ένα τεράστιο ερώτημα, δύσκολο να απαντηθεί χωρίς να γράψει κανείς ολόκληρο βιβλίο. Κι αυτός είναι εν μέρει ο λόγος για τον οποίο έγραψα το Οι Αρπαγές.

Η ιστορία της Χάνα μοιάζει πολύ με τη δική μου και οι εμπειρίες της από τη φονταμενταλιστική ευαγγελική προτεσταντική κουλτούρα είναι σχεδόν πανομοιότυπες με εκείνες που βίωσα μεγαλώνοντας σε μια μικρή αγροτική κοινότητα της Βόρειας Ιρλανδίας, τις δεκαετίες του 1980 και του 1990.

Πάντα έσπευδα να κάνω τη διάκριση ανάμεσα στη θρησκεία -την οποία αντιλαμβάνομαι ως μια προσέγγιση πιο κανονιστική και συχνά περισσότερο εδραζόμενη σε δόγματα για τη ρύθμιση της ζωής με βάση πνευματικές διδασκαλίες- και την πίστη, την οποία εκλαμβάνω ως ένα είδος προσωπικής σύνδεσης με το θείο.

Ελπίζω το Οι Αρπαγές να δείχνει πως είναι δυνατόν να αμφισβητήσει κάποιος τους περιορισμούς και την υποκρισία που συνδέονται με τη φονταμενταλιστική θρησκευτική πρακτική, διατηρώντας παράλληλα μια αίσθηση προσωπικής πίστης.

Είμαι ευγνώμων για ορισμένους από τους τρόπους με τους οποίους η ανατροφή μου με διαμόρφωσε ως συγγραφέα.

Το γεγονός ότι μεγάλωσα έχοντας τη Βίβλο ως λογοτεχνικό κείμενο κεντρικής σημασίας στη ζωή μου, μου χάρισε από νωρίς μια εκτίμηση για τη γλώσσα, τη λειτουργική και την αφηγηματική μορφή - και ειδικότερα για την παραβολή και τον μαγικό ρεαλισμό.

Ωστόσο, όπως διαπιστώνει η Χάνα στο Οι Αρπαγές, δεν ήταν εύκολο να μεγαλώσει κάποια σε αυτήν την κοινότητα ως γυναίκα με ιδέες και την επιθυμία να τις εκφράσει.

Το να είναι κάποιος καλλιτέχνης ήταν επίσης πολύ δύσκολο να συμφιλιωθεί με τις πεποιθήσεις αυτής της κοινότητας.

Δε συμμετέχω πλέον σε καμία οργανωμένη μορφή θρησκευτικής πρακτικής, αλλά θα έλεγα ότι έχω διατηρήσει κάποια μορφή πίστης, και πιστεύω πως αυτό με ωθεί να αναζητώ μικρές στιγμές του θαυμαστού και του θείου όταν γράφω.

Ελπίζω να προσδίδει επίσης χάρη στον τρόπο με τον οποίο γράφω για τον κόσμο.

Με ποιους τρόπους -τόσο εποικοδομητικούς όσο και καταστροφικούς- έχει επηρεάσει η θρησκεία (τόσο ο Καθολικισμός όσο και ο Προτεσταντισμός) τη νοοτροπία του μέσου Ιρλανδού και της ιρλανδικής κοινωνίας στο σύνολό της;

Καταρχάς, δεν υφίσταται κάτι σαν «μέση ιρλανδική νοοτροπία».

Πρόκειται για ένα νησί βαθιά διχασμένο ανάμεσα σε πολλές διαφορετικές παρατάξεις και κοσμοθεωρίες, επομένως θα ήταν πραγματικά αφελές να επιχειρήσει κάποιος μια γενίκευση σχετικά με το πώς η θρησκεία έχει επηρεάσει το σύνολο του πληθυσμού.

Στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, μέχρι πολύ πρόσφατα, η Καθολική Εκκλησία ασκούσε τεράστιο έλεγχο στο εκπαιδευτικό σύστημα, την υγειονομική περίθαλψη, τα δικαιώματα των γυναικών κ.λπ.

Το γεγονός αυτό διαμόρφωσε τη βιωματική εμπειρία των περισσότερων πολιτών, τόσο σε πολιτικό όσο και σε πολιτισμικό επίπεδο.

Στη Βόρεια Ιρλανδία, η οποία αποτελεί τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου, η Καθολική Εκκλησία εξακολουθούσε να ασκεί μεγάλη επιρροή στους πιστούς Καθολικούς, ωστόσο υπήρχε ανέκαθεν μεγαλύτερος διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους.

Μεγάλωσα στη Βόρεια Ιρλανδία, σε μια προτεσταντική κοινότητα όπου οι οικιστικές περιοχές και τα σχολικά συστήματα ήταν διαχωρισμένα.

Το σχολικό σύστημα εδώ παραμένει διαχωρισμένο σε ποσοστό άνω του 90% μέχρι σήμερα, με μόλις το 10% των παιδιών μας να φοιτά σε μικτά σχολεία και όχι σε σχολεία χαρακτηριζόμενα ως προτεσταντικά ή καθολικά.

Το μεγαλύτερο μέρος της κρατικής κατοικίας παραμένει εξίσου διαχωρισμένο με βάση τις θρησκευτικές ή κοινοτικές διακρίσεις.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους αυτή η κατάσταση έχει επηρεάσει την αντίληψή μας για τον κόσμο, εκ των οποίων ελάχιστοι είναι θετικοί.

Για μένα, η πιο ύπουλη συνέπεια είναι το γεγονός πως πολλοί άνθρωποι μεγαλώνουν χωρίς να γνωρίζουν καμία εμπειρία ή κοσμοθεωρία διαφορετική από τη δική τους.

Η άγνοια μπορεί πολύ γρήγορα να οδηγήσει στον φόβο, ακόμη και στο μίσος, διασφαλίζοντας ότι οι παλιές προκαταλήψεις θα εξακολουθήσουν να υφίστανται στη Βόρεια Ιρλανδία.

Το μυθιστόρημά σας διαδραματίζεται την περίοδο των λεγόμενων «Ταραχών», σε ένα μικρό χωριό της Βόρειας Ιρλανδίας.

Γιατί αποφασίσατε να το τοποθετήσετε σε αυτό το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο και ποιες είναι οι δικές σας αναμνήσεις από εκείνη την εποχή;

Όπως προαναφέρθηκε, τοποθέτησα το μυθιστόρημα σε εκείνη τη χρονική στιγμή επειδή το 1993 είχα περίπου την ίδια ηλικία με τη Χάνα και ήταν μια περίοδος που θυμόμουν καθαρά.

Στην πραγματικότητα, πολλά από τα γεγονότα και τις πολιτισμικές αναμνήσεις των δικών μου πρώτων εφηβικών χρόνων περιλαμβάνονται στο Οι Αρπαγές.

Ήταν επίσης ενδιαφέρον να γράψω για τη Βόρεια Ιρλανδία, καθώς η περίοδος 1993-1994 σηματοδοτεί την έναρξη της ειρηνευτικής διαδικασίας που θα οδηγούσε τελικά στη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής.

Ήθελα, λοιπόν, να αξιοποιήσω το αίσθημα ελπίδας και αισιοδοξίας το οποίο μόλις άρχιζε να γίνεται εμφανές.

Τέλος, επέλεξα να τοποθετήσω την ιστορία στα μέσα της δεκαετίας του 1990, καθώς δεν ήθελα η Χάνα ή κάποιος από τους συμμαθητές της να έχουν πρόσβαση στο Διαδίκτυο.

Ήταν σημαντικό το γεγονός ότι εκείνοι, όπως κι εγώ, ζούσαν σε μια κατάσταση που θύμιζε γυάλα, χωρίς να έχουν επίγνωση ότι ο τρόπος ζωής τους διέφερε από εκείνον των ανθρώπων σε άλλα μέρη της χώρας ή, μάλλον, του κόσμου.

Κατά τη γνώμη σας, έχει αντιμετωπιστεί το συλλογικό τραύμα ή έχει απλώς καταπιεστεί; Και ποιες είναι οι προοπτικές για την ιρλανδική κοινωνία στο σύνολό της;

Χρειάζονται δεκαετίες, αν όχι περισσότερο, για να ανακάμψει μια κοινωνία από ένα βίαιο τραύμα, και εμείς εξακολουθούμε να βιώνουμε την κληρονομιά της σύγκρουσης εδώ στη Βόρεια Ιρλανδία.

Συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε ορισμένα από τα σοβαρότερα προβλήματα ψυχικής υγείας στην Ευρώπη, ενώ περισσότεροι άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους από αυτοκτονία στα χρόνια τα οποία ακολούθησαν τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής του 1998, απ’ ό,τι κατά τη διάρκεια ολόκληρης της περιόδου των Ταραχών.

Είναι αρκετά σαφές πως υπάρχουν ορισμένα ζητήματα που πρέπει ακόμη να αντιμετωπιστούν.

Θα υποστήριζα ότι νομοθετικές και διαρθρωτικές αλλαγές -όπως η πλήρης ενοποίηση του σχολικού συστήματος στη Βόρεια Ιρλανδία, σε συνδυασμό με τη στρατηγική χρηματοδότηση για την υποστήριξη της ψυχικής υγείας και την προγραμματισμένη απομάκρυνση των «τειχών της ειρήνης» τα οποία εξακολουθούν να διαχωρίζουν τις καθολικές από τις προτεσταντικές περιοχές του Μπέλφαστ- θα συνέβαλλαν ουσιαστικά στην αντιμετώπιση ορισμένων από τα θεμελιώδη ζητήματα που εξακολουθούν να επηρεάζουν τη χώρα, δεκαετίες μετά τη Συμφωνία Ειρήνης.

Και πάλι, δυσκολεύομαι να μιλήσω για τον αντίκτυπο των μέτρων τα οποία πρέπει να λάβουμε στον Βορρά, όσον αφορά τις επιπτώσεις τους στην Ιρλανδία στο σύνολό της.

Πρόκειται επί του παρόντος για δύο διαφορετικές χώρες, με δύο διαφορετικά συστήματα πολιτικής, εκπαίδευσης και υγείας.

Ωστόσο, είναι ενθαρρυντικό να βλέπουμε συζητήσεις -που διευκολύνονται από το Υπουργείο Εξωτερικών και Εμπορίου της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Shared Island»- να εξετάζουν πώς μπορούμε να καλλιεργήσουμε καλύτερες σχέσεις και να συνεργαστούμε στενά πέρα ​​από τα σύνορα.

Αν και το μυθιστόρημα δεν εξιστορείται -τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος του- από την κεντρική ηρωίδα, περιστρέφεται γύρω από αυτήν ή φιλτράρεται μέσα από τη δική της οπτική.

Ποια είναι η πιο συναρπαστική πλευρά της παιδικής ηλικίας και της πρώιμης εφηβείας, τόσο στη μυθοπλασία όσο και στην καθημερινή ζωή;

Οι αφηγητές/αφηγήτριες παιδιά αποτελούν πραγματικό δώρο. Επιτρέπουν στον συγγραφέα να αμφισβητήσει συστήματα και πεποιθήσεις υπό το πρίσμα της αθωότητας, αντί για τον κυνισμό ή την αυστηρή κριτική.

Υπάρχουν διάφορα σημεία στο Οι Αρπαγές όπου η Χάνα θέτει ερωτήματα τα οποία θα φάνταζαν υπερβολικά «ενημερωμένα» αν προέρχονταν από έναν ενήλικα χαρακτήρα.

Ίσως να υπήρξα και λίγο τεμπέλα, παρουσιάζοντας τη Χάνα ως 11χρονη το 1993.

Είμαστε σχεδόν συνομήλικες και, καθώς πρόκειται για μια περίοδο -τόσο της προσωπικής μου ζωής όσο και της Ιστορίας της χώρας- τόσο πλούσια και φορτισμένη με αναμνήσεις, μού φάνηκε φυσικό να τοποθετήσω το βιβλίο σε αυτήν.

Εκείνο το καλοκαίρι, ανάμεσα στο δημοτικό και το γυμνάσιο, είναι μια τόσο έντονη περίοδος για τα παιδιά, καθώς ισορροπούν στο κατώφλι της ενηλικίωσης.

Μπορώ ακόμα να θυμηθώ με κάθε λεπτομέρεια τι φορούσα, τι έτρωγα, τι άκουγα και τι έβλεπα στην τηλεόραση. Αυτό έκανε την έρευνα εξαιρετικά εύκολη όσον αφορά την αποτύπωση των εμπειριών της Χάνα.

Η Χάνα συνομιλεί συχνά με τους νεκρούς συμμαθητές της. Ωστόσο, δε μαθαίνουμε ποτέ αν πρόκειται για ένα χαρισματικό παιδί ή αν αυτές οι «συναντήσεις» είναι αποκύημα της φαντασίας της.

Αυτή η «πινελιά» μαγικού ρεαλισμού αποτελεί μέρος της γοητείας του μυθιστορήματος. Τι απολαμβάνετε περισσότερο στον μαγικό ρεαλισμό, από άποψη ύφους;

Ανέκαθεν ήμουν οπαδός του μαγικού ρεαλισμού. Νομίζω ότι απλώς διαθέτω υπερβολικά ζωηρή φαντασία.

Με ελκύουν συγγραφείς όπως οι Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και Σαλμάν Ράσντι, οι οποίοι χρησιμοποίησαν μαγικά στοιχεία για να εξετάσουν καίρια ζητήματα της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας των χωρών τους.

Για μένα, η Βόρεια Ιρλανδία φαντάζει ως το ιδανικό σκηνικό για μαγικό ρεαλισμό, με το μεθυστικό της μείγμα θρησκείας και πολιτικής, καθώς και τη βαθιά της ρίζα στον μύθο και τη λαογραφία.

Τα φανταστικά στοιχεία στις ιστορίες μου αναγκάζουν τον αναγνώστη να δει ένα κομμάτι της ιστορίας ή μια πτυχή του πολιτισμού που γνωρίζει εξαιρετικά καλά υπό ένα νέο πρίσμα.

Όσον αφορά τη Βόρεια Ιρλανδία, όπου η Ιστορία μπορεί συχνά να φαντάζει κουραστική και υπερβολικά συζητημένη, η ικανότητα προσέγγισης με φρέσκια ματιά μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη.

Μου αρέσει επίσης η αμφισημία την οποία προσδίδει ο μαγικός ρεαλισμός σε μια ιστορία.

Πολλές από τις εικόνες και τις μεταφορές εδώ αφήνονται στην ερμηνεία του αναγνώστη. Πιστεύω ότι αυτός είναι ένας εξαιρετικός τρόπος να σεβαστεί κάποιος τη νοημοσύνη του αναγνώστη και να τον προσκαλέσει να αλληλεπιδράσει με το κείμενο.

Και τέλος, σε έναν κόσμο σπαρασσόμενο από πολέμους, γενοκτονίες, αυξανόμενο αυταρχισμό -τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή- και διευρυνόμενη ανισότητα, ποιο είναι το νόημα της συγγραφής, αν δε συνοδεύεται και από κοινωνική δράση;

Πρόκειται για ένα ερώτημα με ιδιαίτερη φόρτιση. Φαίνεται να προϋποθέτει ότι η συγγραφή δεν αποτελεί μορφή κοινωνικού ακτιβισμού.

Θα υποστήριζα πως ένα βιβλίο που θέτει σημαντικά ερωτήματα και ωθεί τον αναγνώστη να σκεφτεί -ή ίσως και να επανεξετάσει- τις απόψεις ή τις πολιτικές του πεποιθήσεις, συχνά θα έχει πολύ μεγαλύτερη εμβέλεια και αντίκτυπο από μια μεμονωμένη πράξη φυσικού ακτιβισμού, με την παραδοσιακή έννοια του όρου.

Ο ακτιβισμός μπορεί -και οφείλει- να εκδηλώνεται με πάρα πολλές διαφορετικές μορφές.

Ευχαριστώ θερμά την Βίκυ Πορφυρίδου, μεταφράστρια του βιβλίου, για την πολύτιμη συμβολή της στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα της Τζαν Κάρσον Οι Αρπαγές κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Βακχικόν σε μετάφραση της Βίκυς Πορφυρίδου.



Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Γιουριέτ Ρομέρο: «Οι φυλακές αποτελούν καθρέφτη του ποιοι είμαστε ως κοινωνία»

 


Βγαλμένη από την πραγματικότητα των φτωχών, μαύρων, περιθωριοποιημένων Αφρο-Κολομβιανών γυναικών, η συλλογή διηγημάτων της Κολομβιανής Γιουριέτ Ρομέρο, Οι Επισκέπτριες, κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora.

Μια συνομιλία με την πολλά υποσχόμενη συγγραφέα.

Το Οι Επισκέπτριες, λογοτεχνικό σου ντεμπούτο, είναι ουσιαστικά ένα διεπιστημονικό πολυμεσικό εγχείρημα το οποίο περιλαμβάνει την ανά χείρας συλλογή διηγημάτων, μια τηλεοπτική σειρά και μια ταινία.

Γιατί αποφάσισες να το δομήσεις με αυτόν τον τρόπο;

Πάντα ήθελα να γυρίσω μια ταινία βασισμένη σε αυτή την ιδέα. Άρχισα να την επεξεργάζομαι και σταδιακά να την υλοποιώ το 2017, κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους των σπουδών μου στο πανεπιστήμιο.

Εκείνο το έτος αφιέρωσα ελάχιστο χρόνο στη συγγραφή, καθώς συνέβαιναν πολλά παράλληλα: αποφοίτησα και άρχισα να εργάζομαι σε διάφορα τηλεοπτικά πρότζεκτ.

Το 2019 ταξίδεψα στην Ισπανία για να παρακολουθήσω ένα θερινό σεμινάριο δημιουργικής γραφής στο Πανεπιστήμιο Κομπλουτένσε της Μαδρίτης.

Είχα ήδη γράψει μία ή δύο ιστορίες και όσα έμαθα εκεί με βοήθησαν να δομήσω το βιβλίο και να σημειώσω σημαντική πρόοδο.

Αυτή η εκπαιδευτική εμπειρία λειτούργησε ως μέρος του κινήτρου για να ξεκινήσω τη συγγραφή του βιβλίου. Στο μεταξύ, η ιδέα της δημιουργίας μιας ταινίας έχανε τη δυναμική της λόγω των προκλήσεων που συνεπάγεται η κινηματογραφική παραγωγή.

Το 2020, χάρη σε μια επιχορήγηση από την κυβέρνηση της Κολομβίας, ολοκλήρωσα το βιβλίο· στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού μου, διαμόρφωσα το εγχείρημα ως μια διαμεσική προσπάθεια η οποία περιλάμβανε ένα βιβλίο, μια σειρά και μια ταινία.

Ελπίζουμε ότι η ταινία θα κάνει πρεμιέρα την ερχόμενη χρονιά.

«Στις κοινωνίες μας, οι φυλακές έχουν χρώμα και κοινωνική τάξη. Δεν είναι απλώς χώροι νομικής τιμωρίας, αλλά μια βάναυση αντανάκλαση της ανισότητας», γράφεις. Πράγματι, οι ηρωίδες σου είναι φτωχές, μαύρες και Αφρο-Κολομβιανές.  

Με ποιους τρόπους οι φυλακές δεν αποτελούν μόνο «αντανάκλαση της ανισότητας», αλλά και πεδίο αντιπαράθεσης και αγώνα στο πλαίσιο της Κολομβίας;

Ναι, στην Κολομβία και, υποθέτω, σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, πιστεύω πως οι φυλακές αποτελούν καθρέφτη του ποιοι είμαστε ως κοινωνία.

Στην ουσία τους, διαχωρίζονται από ένα ταξικό σύστημα που, σε δομικό επίπεδο, καλλιεργεί τον βαθιά ριζωμένο ρατσισμό και τον μισογυνισμό. Το σωφρονιστικό σύστημα λειτουργεί εντός ενός πατριαρχικού πλαισίου· αυτό είναι γεγονός.

Τι σημαίνει να είναι κάποιος ελεύθερος σε έναν θεμελιωδώς ανελεύθερο κόσμο; Αποτελεί η λογοτεχνία μια άσκηση ελευθερίας;

Σκέφτομαι μερικές φορές ότι η ελευθερία είναι μύθος. Στο βιβλίο, ήθελα να θίξω το πώς, για τις γυναίκες, η ίδια η γέννηση μπορεί να αποτελεί μια φυλακή.

Η παγκόσμια αντίληψη για τη γυναικεία φύση αποτελεί από μόνη της μια μορφή εγκλεισμού και, τέλος πάντων, ας δούμε τι συμβαίνει στον κόσμο:

Εκείνες τις υπερσυντηρητικές τάσεις που προτείνουν την επιστροφή των γυναικών σε καθεστώς πολίτη δεύτερης κατηγορίας, μια θέση που υποτίθεται ότι είχαμε ξεπεράσει.

Για μένα προσωπικά, η γραφή υπήρξε πάντα ένας ασφαλής χώρος όπου μπορώ να υπάρχω πέρα ​​από ταμπέλες και προσδοκίες· φυσικά, οι προκαταλήψεις οι οποίες έχουν διαμορφωθεί μέσα μου παραμένουν, αλλά τουλάχιστον νιώθω ελεύθερη.

Σε ποιον βαθμό ταυτίζεσαι προσωπικά με τις φωνές και την καθαρά σωματική υπόσταση των ηρωίδων σου, με τους αγώνες, τις αντιφάσεις και τις χαρές τους;

Κάθε μία από τις γυναίκες που εμφανίζονται στο βιβλίο ενέχει ένα κομμάτι του εαυτού μου.

Αυτό δε συμβαίνει μόνο επειδή πρόκειται για γυναίκες οι οποίες έχουν υποστεί φυλετική κατηγοριοποίηση, και έχουν μεγαλώσει σε συνθήκες φτώχειας (κάποιες από αυτές, όπως κι εγώ).

Αλλά και επειδή έχουν επηρεαστεί από την πραγματικότητα του να είναι «επισκέπτριες» και να ζουν μέσα σε αόρατες φυλακές, όπως η οικογένεια, ο έρωτας κ.ά.

Δυστυχώς, οι χαρακτήρες αυτοί αντικατοπτρίζουν τον τρόπο με τον οποίο έβλεπα, μεγαλώνοντας, τις γυναίκες της οικογένειας και της γειτονιάς μου.

«Αυτή η συλλογή ιστοριών γεννήθηκε από τη βαθιά μου ανησυχία για τον κόσμο, για την ίδια τη φύση, όταν ανακάλυψα, ως επισκέπτρια, ότι είμαι καταδικασμένη να φροντίζω όποιον άντρα βρεθεί στη ζωή μου», ισχυρίζεσαι περαιτέρω.

Με ποια έννοια είναι η φροντίδα βάρος;

Η φροντίδα ενός άλλου ανθρώπου μπορεί να αποτελεί προνόμιο σε μια πραγματικότητα όπου κάτι τέτοιο θεωρείται δεδομένο.

Η παροχή φροντίδας δεν είναι απλώς μια πράξη με την κυριολεκτική έννοια, εμπεριέχει επίσης τη διαρκή σκέψη για τους άλλους.

Το σύστημα, στη σημερινή του μορφή, είναι έτσι δομημένο ώστε οι γυναίκες να αναλαμβάνουν αυτόν τον ρόλο αυτόματα.

Γι’ αυτό, από την παιδική μας ηλικία, ακούμε φράσεις όπως «ετοίμασε το φαγητό» ή «τακτοποίησε το σπίτι», οι οποίες δε θα ακουστούν ποτέ για τα αγόρια.

Υπό αυτήν την έννοια, η φροντίδα μετατρέπεται σε βάρος, δεδομένου ότι δεν υπάρχει περιθώριο επιλογής.

Θα ήθελες να αναπτύξεις τις ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις της έννοιας της «αναμονής», είτε πρόκειται για αναμονή σε κάποια ουρά είτε υπό μια πιο μεταφορική έννοια;

Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια πόλη που δεν είχε τρεχούμενο νερό και, από παιδί ακόμα, άκουγα το ίδιο πράγμα: ότι πρέπει να περιμένουμε να έρθει το κράτος να το φτιάξει.

Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, άκουγα: «Κάποια μέρα θα ζούμε σε μια πιο ασφαλή πόλη».

Στην πραγματικότητα, η αναμονή διαποτίζει την καθημερινότητά μας σε τέτοιο βαθμό, που φαντάζει φυσιολογική σε κάθε τομέα της ζωής.

Όταν έχεις ραντεβού με γιατρό, η αναμονή είναι ο κανόνας, αν το ραντεβού σου ήταν για τις 7:00, μπορεί να εξεταστείς τελικά στις 11:00 το πρωί, επειδή και σε άλλα δέκα άτομα είχαν πει την ίδια ώρα.

Αν πας να διεκπεραιώσεις κάποια γραφειοκρατική διαδικασία, πρέπει να περιμένεις επειδή το σύστημα έχει καταρρεύσει. Περιμένεις να επανέλθει το ρεύμα μετά από διακοπή.

Αν έχεις κάποιον συγγενή στη φυλακή, πρέπει να περιμένεις να οριστεί ημερομηνία ακρόαση, μια διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει χρόνια.

Πιστεύω ότι οι λαοί της Λατινικής Αμερικής βρίσκονται σε μια διαρκή, συστηματική αναμονή καθ’ όλη τη διάρκεια της Ιστορίας τους, και φυσικά ήθελα να αποτυπώσω αυτήν την ιδέα στο βιβλίο.

Πώς δουλεύεις τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στους διαλόγους και τους μονολόγους του βιβλίου σου;

Ο χειρισμός του διαλόγου σε αυτό το βιβλίο αποτελεί άμεσο πρότυπο για τον τρόπο με τον οποίο δουλεύεται ένας διάλογος στο πλαίσιο ενός σεναρίου, με όλο τον ρεαλισμό και την εγκράτεια που απαιτούνται στη μεγάλη οθόνη.

Ο Αμπελάρδο δε λα Εσπριέγια, ακροδεξιός λαϊκιστής υποστηριζόμενος από τον Τραμπ, εξελέγη πρόσφατα πρόεδρος της Κολομβίας σε μια εκλογική διαδικασία αμφισβητούμενη, αλλά χαρακτηριζόμενη από προσέλευση-ρεκόρ.

Πώς ερμηνεύεις την ανησυχητική επιστροφή των πολιτικών φαντασμάτων της Ακροδεξιάς και του φασισμού στη Λατινική Αμερική και σε παγκόσμια κλίμακα; Τι συμβαίνει ειδικότερα στην Κολομβία;

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο θεωρώ ανησυχητική την τρέχουσα συγκυρία.

Ακριβώς επειδή έβλεπα την άνοδο ενός προοδευτικού εγχειρήματος στην εξουσία ως μια δημοκρατική πρόοδο, η τρέχουσα ενίσχυση της ακροδεξιάς συνιστά, κατά τη γνώμη μου, ένα βαθύ πισωγύρισμα.

Την αντιλαμβάνομαι ως άμεση απειλή για τα δικαιώματα των γυναικών και των πληθυσμών που διαφοροποιούνται εθνοτικά ή ως προς τον σεξουαλικό προσανατολισμό, ομάδες των οποίων οι κατακτήσεις θα μπορούσαν να περιοριστούν ή ακόμα και να ανατραπούν.

Και σε ποιον βαθμό επηρεάζει η κοινωνικοπολιτική μετατόπιση την οπτική σου στη συγγραφή;

Είναι αναπόφευκτο ότι αυτό το πλαίσιο θα επηρεάσει το έργο μου ως συγγραφέα.

Οι πολιτιστικές πολιτικές δεν είναι ποτέ ουδέτερες, οι προτεραιότητες στη χρηματοδότηση, τα αφηγήματα που προωθούνται και οι φωνές οι οποίες βρίσκουν βήμα διαμορφώνονται όλα από ιδεολογικές αποφάσεις.

Το έργο μου πιθανότατα θα κληθεί να αναμετρηθεί με αυτές τις νέες πολιτιστικές ατζέντες, όπως, άλλωστε, συμβαίνει ήδη.

Τείνω να ολοκληρώνω πολλές από τις συνεντεύξεις των τελευταίων δύο χρόνων (μετά την 7η Οκτωβρίου 2023 και την έναρξη μιας γενοκτονίας μεγάλης κλίμακας κατά των Παλαιστινίων από το ισραηλινό κράτος) με ένα επιτακτικό ερώτημα:

Γιατί εξακολουθεί να έχει σημασία η ενασχόληση με την τέχνη, σε οποιαδήποτε μορφή, σε έναν κόσμο σπαρασσόμενο από πολέμους και γενοκτονίες;

Διότι η τέχνη και ο πολιτισμός δεν αποτελούν καταφύγιο αποκομμένο από την πραγματικότητα, είναι δυνάμεις που συμβάλλουν στη διαμόρφωση ιδεολογιών, συλλογικών φαντασιακών και τρόπων κατανόησης της πραγματικότητας.

Οι ιστορίες που αφηγούμαστε επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία θυμάται, δικαιολογεί ή αμφισβητεί τη βία.

Σε έναν κόσμο που σημαδεύεται από πολέμους και γενοκτονίες, οφείλουμε να συνεχίσουμε να γράφουμε, να δημιουργούμε ταινίες και να παράγουμε έργα τέχνης.

Όχι για να δώσουμε οριστικές απαντήσεις, αλλά για να διατηρήσουμε μια κριτική ματιά απέναντι στα γεγονότα και να αντισταθούμε στην επιβολή μιας μοναδικής, εξίσου βίαιης αφήγησης.

Όταν κυριαρχεί μία και μόνο εκδοχή της Iστορίας, ένα τμήμα της κοινωνίας καθίσταται αόρατο.

Ευχαριστώ θερμά το τιμ των Εκδόσεων Carnívora για την καθοριστική συμβολή του στον προγραμματισμό της συνέντευξης, τη μετάφραση των απαντήσεων της συγγραφέως στα ελληνικά και την παραχώρηση της φωτογραφίας της.

Η συλλογή διηγημάτων της Γιουριέτ Ρομέρο Οι Επισκέπτριες κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora σε μετάφραση της Δέσποινας Δρακάκη.



Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

Αλεχάντρο Παλόμας: «Δε θα γίνουμε ποτέ ελεύθεροι, αν δεν αισθανθούμε ελεύθεροι»

 

Αλεχάντρο Παλόμας (Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη)

Εμπνευσμένο από την επώδυνη προσωπική του εμπειρία, το μυθιστόρημα του Ισπανού συγγραφέα Αλεχάντρο Παλόμας, Αυτά δεν λέγονται, είναι ένας σπαρακτικός και συνάμα ακριβής στοχασμός για τη σεξουαλική κακοποίηση στην παιδική ηλικία.

Μια ειλικρινής συνομιλία με τον Αλεχάντρο Παλόμας στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ ΛΕΑ.

Το μυθιστόρημά σου Αυτά δεν λέγονται είναι τόσο οδυνηρά ειλικρινές, υπερ-αναλυτικό και γεμάτο αυτεπίγνωση, που συχνά δεν άντεχα να το διαβάζω και, κατά συνέπεια, το άφηνα στην άκρη προτού συνεχίσω τη διαδικασία.

Εσύ, πόσο συχνά έχεις βιώσει απροθυμία να γράψεις και πώς την έχεις ξεπεράσει;

Είτε το πιστεύεις είτε όχι, δεν ένιωσα ποτέ απροθυμία να το γράψω. Απλώς αποφάσισα να το κάνω, και δε σταμάτησα ποτέ.

Για μένα, η συγγραφή του ήταν κάπως εύκολη. Δεν ξέρω γιατί, αλλά δε με δυσκόλεψε καθόλου. Κυλούσε πολύ φυσικά.

Δε χρειάστηκε επιπλέον προσπάθεια σε σχέση με την υπόλοιπη δουλειά μου, οπότε υποθέτω ότι το στάδιο της «υπέρβασης» είχε ήδη ολοκληρωθεί.

Μπόρεσα να το γράψω επειδή το είχα ξεπεράσει. Είχα ξεπεράσει όλα όσα αναφέρω στο βιβλίο και γι’ αυτό ήμουν, ουσιαστικά, έτοιμος να το γράψω. Έτσι, το έγραψα.

Δεν υπήρχε αμφιβολία, δεν υπήρχε κανένα ερώτημα. Υπήρχε απλώς αυτή η θέληση να τα πω.

«Είμαστε σε μεγάλο βαθμό αυτό που ρωτάμε και, σε μεγαλύτερο ίσως βαθμό, είμαστε οι ερωτήσεις που αποσιωπούμε», επισημαίνεις.

Είναι η διατύπωση των σωστών ερωτημάτων δείγμα ωριμότητας; Τι συμβαίνει -κυρίως σε εμάς τους ίδιους- όταν δεν το κάνουμε;

Επισκέπτομαι πολλά λύκεια στην Ισπανία, αλλά και σε άλλες χώρες, και λέω πάντα τα ίδια πράγματα στους μαθητές:

«Αυτό το οποίο σε καθορίζει δεν είναι οι απαντήσεις που δίνεις, αλλά οι ερωτήσεις τις οποίες θέτεις».

Πιστεύω πραγματικά ότι οι ερωτήσεις που θέτουμε είναι εκείνες οι οποίες μας καθορίζουν ουσιαστικά, διότι ορίζουν την περιέργειά μας, καθώς και τη διάθεσή μας να γνωρίσουμε τον κόσμο και τον ίδιο μας τον εαυτό.

Λοιπόν, τι συμβαίνει σε εμάς τους ίδιους όταν δεν το κάνουμε; Και δεν αναφέρομαι στην άγνοια για τον κόσμο και για όσα συμβαίνουν σε αυτόν, αλλά για όσα συμβαίνουν μέσα μας.

Αυτό είναι τρομερό. Όταν δε νιώθουμε περιέργεια για τον εαυτό μας, αυτό είναι θάνατος.

«Άρχισα να είμαι συγγραφέας την ημέρα που έπαψα να είμαι παιδί και μετατράπηκα σε επιζώντα», ισχυρίζεσαι.

Ευτυχώς, η αφήγηση ιστοριών και η λογοτεχνία σε βοήθησαν να επιβιώσεις. Γιατί ενέχουν εκ φύσεως αυτήν τη δυνατότητα;

Δεν ξέρω γιατί ενέχουν εκ φύσεως αυτήν τη δυνατότητα. Ξέρω πως τη φέρουν -τουλάχιστον στη δική μου περίπτωση-, αλλά ακόμα το επεξεργάζομαι. Ακόμα δεν έχω αυτή την απάντηση.

Ξέρω ότι έτσι έχουν τα πράγματα και ξέρω πως, όσο μπορώ να εξηγώ στον εαυτό μου τι μου συμβαίνει και να το μοιράζομαι με τους αναγνώστες, συνεχίζω να ζω. Συνεχίζω να επιβιώνω.

Είναι ένας τρόπος να αισθάνομαι ότι δεν είμαι ο μόνος στον κόσμο - κάτι που όλοι χρειαζόμαστε.

Παραδόξως, είμαι ένας άντρας ο οποίος αναζητά διαρκώς τη μοναχικότητα και την απομόνωση, αλλά, από την άλλη, εξακολουθώ να τα μοιράζομαι αυτά. Εξακολουθώ να μοιράζομαι αυτήν την αναζήτηση.

Ξέρω ότι είναι αντιφατικό, αλλά έτσι έχουν τα πράγματα. Έχω ανάγκη να είμαι μόνος και να νιώθω μοναξιά, αλλά από την άλλη, νιώθω την ανάγκη να το πω στους ανθρώπους, να το πω στον κόσμο, να το μοιραστώ μαζί του.

Δεν ξέρω αν θα ήθελα να είμαι έτσι, αν δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα να το μοιραστώ με τον κόσμο μέσα από τη γραφή μου.

«Είμαστε το άθροισμα αυτών που υπήρξαμε και αυτών που δεν μπορέσαμε να γίνουμε», συνήθιζε να σου λέει η γιαγιά σου. Πώς θα αξιολογούσες αυτήν την «ισορροπία» στη δική σου περίπτωση;

Αυτό είναι, στην ουσία, αυτό που είμαι εγώ και το οποίο είμαστε όλοι μας.

Στις μέρες μας ακούμε συνεχώς για το «carpe diem» - ότι δηλαδή «το παρελθόν δεν υπάρχει», «το μέλλον δεν υπάρχει», «πρέπει να ζεις στο παρόν» και πως δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Δε συμφωνώ με αυτό.

Είμαστε όλα όσα έχουμε υπάρξει μέχρι τώρα, και όλα όσα έχουμε υπάρξει μέχρι τώρα μάς έχουν κάνει αυτό που είμαστε σήμερα - και έχω πλήρη επίγνωση αυτού.

Όταν ζω, όταν γράφω, όταν σκέφτομαι, όταν νιώθω. Αυτές είναι οι ρίζες μου. Αυτές είναι οι κατευθυντήριες γραμμές μου, τόσο σε συναισθηματικό όσο και σε νοητικό επίπεδο, και με εμπλουτίζουν σημαντικά.

Αυτή η συνειδητοποίηση με εμπλουτίζει πολύ και μου προσφέρει ασφάλεια. Και πάνω απ’ όλα, μου χαρίζει ηρεμία, αυτό ακριβώς που χρειάζομαι.

«Θα σου επιτεθούν επειδή είσαι ελεύθερος άνθρωπος ακόμα κι όταν σου έχουν στερήσει την ελευθερία», έγραφε η Οριάνα Φαλλάτσι στο Ένας άντρας, ένα βιβλίο που αγαπάς.

Τι σημαίνει να είμαστε «ελεύθεροι» σε έναν θεμελιωδώς ανελεύθερο κόσμο;

Kαλή ερώτηση.

Για μένα, το να είσαι ελεύθερος σημαίνει να νιώθεις ελεύθερος, επειδή δεν είμαστε ελεύθεροι. Δεν είμαστε ελεύθεροι και δε θα γίνουμε ποτέ ελεύθεροι, αν δεν αισθανθούμε ελεύθεροι.

Νιώθουμε μέσα μας τη δυνατότητα -την ικανότητα ή την προοπτική- να είμαστε ελεύθεροι, να νιώθουμε ελεύθεροι.

Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να αισθανόμαστε ότι μπορούμε να «είμαστε». Διαφορετικά, δε θα λειτουργήσει ποτέ αντίστροφα. Αυτό εννοώ όταν μιλάω για το να είσαι ελεύθερος. Μιλάω για το να νιώθεις ελεύθερος

Κάθε φορά που πηγαίνω στην ψυχαναλύτριά μου, της λέω πάντα πως δεν μπορώ να φύγω από αυτόν τον κόσμο χωρίς να έχω αισθανθεί αυτό -ή να έχω βιώσει αυτό το συναίσθημα, έστω και για δύο δευτερόλεπτα-, αυτήν την αίσθηση της ελευθερίας·

Αναφέρομαι, όμως, στην αίσθηση της ελευθερίας, όχι στην επίγνωση ​​της ελευθερίας.

Το αίσθημα ότι δε χρωστάς τίποτα σε κανέναν, ότι δε χρειάζεται να ανταποκριθείς στις προσδοκίες κανενός, πως μπορείς να νιώθεις ό,τι θέλεις χωρίς να αισθάνεσαι πως σε παρατηρεί κάποια «ανώτερη», εξαιρετική συνείδηση.

Και με αυτήν, εννοώ τον Θεό.

«Η αγάπη και η καλοσύνη είναι μορφές αντίστασης», σχολίασε ο David Byrne κατά τη διάρκεια της πρόσφατης συναυλίας του στην Αθήνα.

Με ποια έννοια οι σχέσεις αγάπης και η καλοσύνη, ως υπαρξιακή επιλογή, μπορούν να μας επανασυνδέσουν με τις καλύτερες πτυχές της καταρρέουσας ανθρωπινότητάς μας;

Η αγάπη και η καλοσύνη είναι μορφές αντίστασης - ναι, αυτό είναι αλήθεια.

Πρόκειται για καλή θεωρία, αλλά είναι πολύ δύσκολο να εφαρμοστεί στην καθημερινή ζωή. Γι’ αυτό ακριβώς αποτελούν μορφές αντίστασης: επειδή ο εύκολος δρόμος είναι να νιώθεις μίσος και οργή.

Αισθάνομαι πολλή οργή, γιατί κοιτάζω τον κόσμο και σκέφτομαι: αν αυτό είναι που κάναμε με τον κόσμο και τη ζωή, τότε δεν αξίζει να είμαστε εδώ.

Όπως ο τρόπος που μεταχειριζόμαστε τα μη ανθρώπινα ζώα, για παράδειγμα, ή ο τρόπος με τον οποίο μεταχειριζόμαστε τα δάση μας, τις θάλασσές μας, τον αέρα, τη φύση.

Δε μου αρέσει η λέξη «φύση», επειδή είμαστε μέρος της και μιλάμε γι’ αυτήν σαν να μην ανήκουμε σε αυτήν, σαν να είμαστε κάπως αποκομμένοι από αυτήν.

Ωστόσο, αν είσαι ευγενικός και γεμάτος αγάπη, είναι αλήθεια ότι ζεις τη ζωή νιώθοντας, κατά κάποιον τρόπο, πως ο κόσμος μπορεί να είναι ένα μέρος γεμάτο αγάπη και καλοσύνη.

Όμως αυτήν τη στιγμή, βλέποντας όσα συμβαίνουν γύρω μου, δυσκολεύομαι να το φανταστώ ή να το πράξω.

Είναι δύσκολο για μένα, αλλά νομίζω ότι έχει δίκιο. Έχει δίκιο, επειδή έτσι αισθάνεται.

Η μητέρα μου πέθανε πριν από σχεδόν δύο χρόνια από καρκίνο. Αν και δεν είμαι συγγραφέας, εκείνη ήταν η πρώτη -και συχνά η πιο επιμελής- αναγνώστρια των συνεντεύξεών μου, διορθώνοντας ακόμα και τα πιο μικρά λάθη.

Τώρα που έφυγε, έχω μείνει ορφανός και από την καλύτερη αναγνώστριά μου. Για ποιον γράφεις κατά κύριο λόγο μετά την απώλεια της μητέρας σου;

Δεν ξέρω. Υπάρχει κάποιος εκεί για τον οποίο γράφω. Κάποιος τον οποίο δε γνωρίζω, νομίζω.

Το υπέροχο σε όλο αυτό είναι ότι φοβόμουν πολύ πως, όταν η μητέρα μου δε θα ήταν πια εδώ, δε θα είχα σε ποιον να γράφω. Το θέμα είναι ότι δε γράφω πια σε κάποιον, τώρα που εκείνη λείπει. Γράφω έχοντάς την στο πλευρό μου.

Είναι σαν μια διαδικασία συγγραφής «τεσσάρων χεριών» και δεν έχω νιώσει ποτέ τόσο μεγάλη συντροφιά την ώρα κατά την οποία γράφω, γιατί την αισθάνομαι δίπλα μου.

Της μιλάω και συζητώ μαζί της διάφορα πράγματα, οπότε η διαδικασία έχει αποκτήσει έναν κάπως συλλογικό χαρακτήρα.

Η γραφή μου αποτελεί πλέον κάποιου είδους άσκηση, επειδή γράφω και ταυτόχρονα σχολιάζω μαζί της αυτά τα οποία γράφω - και αυτό είναι πραγματικά κάτι διαφορετικό.

Και ποιο είναι το νόημα τού να γράφει κάποιος -και να διαβάζει- γενικότερα, σε έναν κόσμο σπαρασσόμενο από πολέμους και γενοκτονίες;

Και πάλι, η απάντηση είναι: δεν ξέρω. Είναι πράγματα που συνεχίζω να αναρωτιέμαι.

Είναι ένα ερώτημα το οποίο συνεχίζω να θέτω στον εαυτό μου και υποθέτω πως γι’ αυτό γράφω: επειδή προσπαθώ, μέσα από τη γραφή, να το κατανοήσω και να φτάσω στην απάντηση.

Ή ας πούμε «κάποια απάντηση», τουλάχιστον. Όχι την απάντηση -γιατί η απάντηση δεν υπάρχει ούτε πρόκειται ποτέ να υπάρξει-, αλλά προσπαθώ τουλάχιστον να νιώσω ότι βρίσκομαι κάπως κοντά στην απάντηση που χρειάζομαι.

Πιστεύω ότι ο κόσμος -ή ο ανθρώπινος κόσμος, για να είμαστε ακριβέστεροι- ανέκαθεν μαστιζόταν από πολέμους και γενοκτονίες. Αρκεί να ρίξεις μια ματιά στην Ιστορία μας ως ανθρώπινο γένος.

Πάντα υπήρχαν συγγραφείς, πάντα υπήρχαν αναγνώστες, καθώς και αυτή η ανάγκη να αφηγούμαστε ιστορίες και να έχουμε τη συνείδηση ​​πως η φαντασία θα μας σώσει.

Καταφεύγουμε διαρκώς στη δυνατότητα της φαντασίας, στο να φανταζόμαστε πράγματα και να τα κάνουμε πραγματικότητα.

Ίσως αυτό το οποίο δε γνωρίζουμε είναι ότι, όποτε φανταζόμαστε πράγματα, προβαίνουμε σε κάποιου είδους επίκληση, καθώς τα περισσότερα από όσα γράφουν οι συγγραφείς μυθοπλασίας γίνονται, με την πάροδο του χρόνου, πραγματικότητα.

Αρκεί να διαβάσεις τον Ιούλιο Βερν, για παράδειγμα, ή να δεις τη σειρά Years and Years, για να διαπιστώσεις πως ακριβώς αυτό βιώνουμε τώρα.

Ίσως, λοιπόν, αυτό που κάνουν οι συγγραφείς είναι να προβλέπουν τι πρόκειται να έρθει ή να συμβεί.

Η συνέντευξη με τον Αλεχάντρο Παλόμας πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ ΛΕΑ (8-23 Ιουνίου 2026).

Ευχαριστώ θερμά την Ελμίρα Μυρεσιώτη (Εκδόσεις Opera) για την πολύτιμη συνδρομή της στην υλοποίησή της, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγγραφέα. Η φωτογραφία είναι της Σίσσυς Μόρφη.

Το μυθιστόρημα του Αλεχάντρο Παλόμας Αυτά δεν λέγονται κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Opera σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Γκολφινοπούλου.