Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Blag Dahlia: «Έχουμε φτάσει στη γραμμή του τερματισμού, κι όμως συνεχίζουμε να ροκάρουμε»

 

Dwarves (Φωτογραφία: KAZ)

Συχνά αυτοπροσδιοριζόμενοι ως «το μόνο πανκ συγκρότημα το οποίο έχει απομείνει», οι Βορειοαμερικανοί Dwarves επιστρέφουν την Τετάρτη 8 Ιουλίου στην Αθήνα στο πλαίσιο της 40ής επετείου τους.

Με αυτήν την αφορμή είχαμε μια απολαυστική συζήτηση με τον «αμετανόητα» προκλητικό frontman του σχήματος, Blag Dahlia.

Αρχικά ένα συγκρότημα γκαράζ ροκ με ψυχεδελικές πινελιές, οι Dwarves υιοθέτησαν αργότερα έναν ήχο πιο προσανατολισμένο στο πανκ.

Τα δύο τελευταία σας άλμπουμ, εξάλλου, επιδεικνύουν μια ποικιλόμορφη, ακόμη και εκλεπτυσμένη ηχητική παλέτα. Πώς προέκυψε αυτή η εξέλιξη;

Οι πρώτες συναυλίες που παρακολούθησα ως έφηβος ήταν πανκ συναυλίες. Εκείνο το πνεύμα προσπαθούσαμε πάντα να μεταδώσουμε.

Ωστόσο, η μουσική την οποία αγαπούσαμε ήταν το γκαράζ ροκ της δεκαετίας του 1960· είχε περισσότερο χαρακτήρα από μεγάλο μέρος της πανκ σκηνής.

Έτσι, όταν μπήκαμε στη διαδικασία να ηχογραφήσουμε, το ύφος μας ήταν εκείνο του γκαράζ ροκ, του ροκαμπίλι, ακόμα και του doo-wop.

Όταν, όμως, αρχίσαμε να παίζουμε ζωντανά, ο ήχος αυτός μάς φάνηκε αδύναμος, οπότε απλώς ανεβάσαμε την ταχύτητα του γκαράζ ροκ μέχρι που μετατράπηκε σε πανκ.

Όταν είχαμε πια φτιάξει το Blood Guts & Pussy, άκουγα μόνο δίσκους χιπ-χοπ, επειδή οι πανκ δίσκοι ήταν υπερβολικά προβλέψιμοι, ενώ οι μέταλ δεν είχαν ποτέ καθόλου «swing».

Καθώς περνούσαν τα χρόνια, η ηχητική μας παλέτα διαρκώς εμπλουτιζόταν, ενώ οι μουσικοί και οι παραγωγοί με τους οποίους συνεργαζόμασταν γίνονταν όλο και καλύτεροι.

Πλέον, οι Dwarves είναι ένα υπέροχο, αταξινόμητο μίγμα ειδών, με έναν τεράστιο «στρατό» συνεργατών από τον οποίο μπορούμε να αντλήσουμε στοιχεία.

Παρ’ όλα αυτά, ανέκαθεν διατηρούσες μια προκλητική, φαινομενικά (αυτο)καταστροφική και υπερσεξουαλικοποιημένη εικόνα/στάση, τόσο πάνω στη σκηνή όσο και έξω από αυτήν.

Ήταν μια επιλογή μελετημένη ή αυθόρμητη, επηρεασμένη από την ιδιοσυγκρασία των μελών του συγκροτήματος;

Όπως συμβαίνει με όλα, πρόκειται για έναν συνδυασμό παραγόντων. Πράγματι είμαστε έτσι από πολλές απόψεις. Από πολλές άλλες, είναι απλώς ένα σόου.

Πρέπει να πλησιάσεις για να καταλάβεις τι συμβαίνει, και το να πλησιάσεις ενέχει κινδύνους.

Ποτέ δε θελήσαμε να γίνουμε οι κολλητοί όλων. Είμαστε ένα πανκ συγκρότημα, ακόμα και ανάμεσα σε άλλα πανκ συγκροτήματα.

Από την άποψη της διάρκειας, το Blood Guts & Pussy, το ντεμπούτο των Dwarves στην Sub Pop, ίσα που μπορεί να χαρακτηριστεί «άλμπουμ». Κρίθηκε, ωστόσο, ιδιαίτερα προκλητικό λόγω της απεικόνισης γυναικείου γυμνού.

Η απεικόνιση επανέρχεται ως μοτίβο και σε άλλα άλμπουμ σας. Έχετε, λοιπόν, επικριθεί πως αντικειμενοποιείτε το γυναικείο σώμα -ακόμα και για σεξισμό-, μια κριτική την οποία τείνω να συμμερίζομαι. Ποια είναι η γνώμη σου σχετικά;

Το γεγονός ότι η γύμνια θεωρείται προσβλητική λέει πολλά για το ροκ εντ ρολ και, ειδικότερα, για τις Η.Π.Α. Γιατί; Όλοι έχουν πουλί ή μουνί, όλοι θέλουν πουλί ή μουνί.

Γιατί να μην μπορείς να πεις τις λέξεις, γιατί να μην μπορείς να δείξεις τις εικόνες;

Οι μουσικοί αυτολογοκρίνονται και στη συνέχεια θεωρούν τους εαυτούς τους πιο σοβαρούς από εκείνους που δεν το κάνουν.

Οι φαν λαμβάνουν μια αποδυναμωμένη εκδοχή των σκέψεων του καλλιτέχνη, ενώ οι επαγγελματίες του μάρκετινγκ και της διαφήμισης είναι ικανοποιημένοι, καθώς η προσέγγιση αυτή είναι πιο ασφαλής.  

Οι Dwarves αποτυπώνουν αυτά τα οποία πραγματικά σκεφτόμαστε στα τραγούδια και στα εξώφυλλά μας. Αν αυτό προκαλεί σοκ, λέει περισσότερα για το πόσο βαρετοί είναι όλοι οι άλλοι παρά για το πόσο προκλητικοί είμαστε εμείς.

«Ναι, είμαι αμετανόητος / Και δεν το μετανιώνω/ Δεν υπάρχει άλλος τρόπος/ Ναι, είμαι αμετανόητος/ Και χαίρομαι που το είπα/ Δεν υπάρχει τίποτα για να σωθεί», τραγουδάς στο Unrepentant από το The Dwarves Are Young and Good Looking.

Ποια είναι η σημασία τού να παραμένει κάποιος αμετανόητος;

Η μετάνοια είναι μια κατεξοχήν χριστιανική έννοια. Δεν οφείλεις να διαπράττεις αμαρτίες, αλλά όλοι το κάνουν· επομένως, οφείλεις τουλάχιστον να νιώθεις άσχημα για όσα έχεις κάνει.

Δε ζητάμε ούτε άδεια, ούτε συγχώρεση. Αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τα λάθη μας και τα απολαμβάνουμε. Μάνατζμεντ; Δεν το χρειαζόμαστε. Αποδοχή, επιτυχία, εμπορικότητα - στ’ αρχίδια μας, ποιος νοιάζεται;

Παραδόξως, αυτή ακριβώς η στάση είναι ο λόγος για τον οποίο ο κόσμος εξακολουθεί να μας αγαπά και που μπορούμε ακόμα να πληρωνόμαστε για να φτιάχνουμε μουσική.

Είναι ο λόγος που συνεχίζουμε να διασκεδάζουμε παίζοντας ζωντανά και ηχογραφώντας δίσκους. Έχουμε φτάσει στη γραμμή του τερματισμού, κι όμως συνεχίζουμε να ροκάρουμε ακάθεκτοι.

Τι θα έσωζες τώρα, αν σου ζητείτο να το κάνεις;

Υποθέτω εκείνη την ανεξαρτησία η οποία συνδυάζεται με το να διευθύνεις τη δική σου δισκογραφική εταιρεία και να κατέχεις τις πρωτότυπες ηχογραφήσεις (masters) και τα δικαιώματα έκδοσης της μουσικής σου.

Ξέρω τόσα συγκροτήματα της εποχής μας που παίρνουν κάτι ψίχουλα από πνευματικά δικαιώματα -ή και τίποτα απολύτως-, με τους δίσκους τους να έχουν εξαντληθεί και κανέναν στην εταιρεία ή στο μάνατζμεντ να μην απαντά στα τηλεφωνήματά τους.

Νόμιζαν ότι ήταν έξυπνοι με εκείνο το συμβόλαιο με τη δισκογραφική, αλλά η μοίρα παίζει σκληρά παιχνίδια, έτσι δεν είναι;

Το μελαγχολικό I Had a Dream από το πιο πρόσφατο άλμπουμ των Dwarves, Keep It Reel, το οποίο θυμίζει τον μακαρίτη Louis Tillett, συγκαταλέγεται στις καλύτερες συνθέσεις σου.

Ποια είναι τα πιο τρελά σου όνειρα και ποιοι οι χειρότεροι εφιάλτες σου στις μέρες μας;

Δεν είμαι εξοικειωμένος με τον Louis Tillett. Με εκείνο το κομμάτι προσπαθούσαμε να διοχετεύσουμε κάτι που να θυμίζει περισσότερο τον HowlinWolf ή τον Rev. Gary Davis.

Κάθε στίχος σε εκείνο το τραγούδι αφορά την υπερβολή: πρώτα το σεξ, μετά τα ναρκωτικά, μετά τη βία, μετά τη θρησκεία, μετά τη φυγή.

Όλα τους πράγματα στα οποία ονειρευόμαστε να έχουμε ό,τι επιθυμούμε, ακόμα κι όταν αυτό έρχεται σε αντίθεση με κάτι άλλο που επίσης θέλουμε.

Όσο για τα όνειρά μου αυτές τις μέρες, είναι τόσο παρακμιακά όσο ποτέ· απλώς δεν έχω την ενέργεια να κάνω τόσα πολλά από αυτά πραγματικότητα!

Αν όντως είστε «το μόνο πανκ συγκρότημα το οποίο έχει απομείνει», όπως συχνά -ίσως με αυτοσαρκαστική διάθεση- υποστηρίζεις, ποιος είναι ο ορισμός σου για το πανκ το 2026;

Έχει μέλλον ή πρόκειται απλώς για ένα μουσειακό έκθεμα, προορισμένο για τους μουσικολόγους του μέλλοντος;

Πλέον αποτελεί ουσιαστικά ένα ξεχωριστό είδος, ενώ όταν ξεκινήσαμε ήταν περισσότερο ένας τρόπος να κάνεις πράγματα. Κάποια στιγμή, το πανκ άρχισε να χαρακτηρίζεται από έντονη κριτική διάθεση και να εστιάζει στην ταυτότητα.

Το χέβι μέταλ εξελίχθηκε στην πιο διασκεδαστική εκδοχή της ροκ μουσικής, αν και, για τα δικά μου αυτιά, και τα δύο είδη είναι σχεδόν αδύνατο να τα ακούσει κανείς.

Ο ορισμός μου για το πανκ ροκ είναι να κάνεις αυτό το οποίο θέλεις και να ζεις τη δική σου ζωή. Όχι να προσπαθείς να εξοστρακίσεις όποιον δε φτάνει τα επίπεδα της απόλυτης ηθικής.

Για τους ανθρώπους της γενιάς μου, ήταν επίσης συνδεδεμένο με τον ηδονισμό, το σεξ, τα ναρκωτικά και τη βία, αλλά δεν είναι απαραίτητο να είναι έτσι. Απλώς έχει περισσότερη πλάκα με αυτόν τον τρόπο...

Μιλώντας για το μέλλον, οι Η.Π.Α., υπό την επικίνδυνη, αλλοπρόσαλλη και μεγαλομανή διακυβέρνηση του Τραμπ, γίνονται μέρα με τη μέρα όλο και πιο δυστοπικές και φασιστικές.

Πώς αντιμετωπίζεται αυτή η τάση, η οποία απειλεί να αποσταθεροποιήσει ολόκληρο τον κόσμο;

Οι Dwarves δεν είναι πολιτικοποιημένο συγκρότημα, οπότε δεν καταπιανόμαστε με τέτοια ζητήματα στη μουσική μας.

Προσωπικά, πάντως, θεωρώ τον Τραμπ το χειρότερο είδος φασίστα: εκείνον που δεν ξέρει καν να γράψει σωστά τη λέξη, πόσο μάλλον να αντιληφθεί ότι είναι ο ίδιος φασίστας.

Η κατάφωρη ανικανότητα αυτού του καθεστώτος με εξοργίζει, γιατί διακυβεύεται η ίδια η τύχη του πλανήτη. Στον βωμό της απληστίας θα θυσιάσουν όλους εμάς, και είναι τόσο ανόητοι που θα καταστρέψουν και τους εαυτούς τους στην πορεία.

Οι παλαιότερες γενιές όντως απογοήτευσαν τις νεότερες σε πολιτικό επίπεδο, αλλά οι Dwarves δε θα σας απογοητεύσουν ποτέ. Είμαστε μια αυτάρκης μονάδα - ένδοξοι, τέλειοι από κάθε άποψη και προικισμένοι σαν επιβήτορες.

Ο χρόνος μπορεί να μας κάνει σοφότερους -ή και όχι-, σίγουρα, όμως, μας φθείρει. Τι σημαίνει σοφία για εσένα;

Πώς διαχειρίζεσαι το πέρασμα του χρόνου και ποια είναι η στάση σου απέναντι στις επετείους - και  συγκεκριμένα έναντι της 40ής επετείου των Dwarves, στο πλαίσιο της οποίας θα εμφανιστείτε ζωντανά στην Αθήνα την Τετάρτη 8 Ιουλίου;

Παίξαμε στην Ελλάδα για πρώτη φορά πριν από λίγα μόλις χρόνια και το λάτρεψα! Οι γάτες στους δρόμους είναι ό,τι καλύτερο· με «υιοθέτησε» μια αδέσποτη στον Παρθενώνα, ήταν κάτι μαγικό.

Ο παππούς μου καταγόταν από ένα από τα νησιά, οπότε όλοι εκεί μοιάζουν σαν πιθανοί συγγενείς.

Τα σαράντα χρόνια των Dwarves υπήρξαν πραγματικά γεμάτα ικανοποίηση,  αν και κατά καιρούς φτάσαμε στα όρια της απόγνωσης.

Έχουμε δώσει πάνω από 1.300 συναυλίες από τότε που ξεκινήσαμε, έχουμε κυκλοφορήσει δεκαοκτώ ολοκληρωμένους δίσκους και μας έχουν πάρει πίπα σε πέντε ηπείρους.

Ήταν τόσο διασκεδαστικό, που μακάρι να μπορούσα να το θυμηθώ.

Αν έχω αποκομίσει κάποια σοφία, είμαι ευγνώμων επειδή εξακολουθώ να παίζω μουσική με τους καλύτερούς μου φίλους:

Τους Rex Everything, Snupac, Ginger, παλιούς αγαπημένους συνεργάτες όπως οι Saltpeter, Fresh Prince of Darkness, Mike Pygmie, HeWhoCanNotBeNamed, Andy Now, και όλους τους υπόλοιπους.

Και θα τα ξαναέκανα όλα από την αρχή.

Οι Dwarves εμφανίζονται ζωντανά την Τετάρτη 8 Ιουλίου στο Gazarte Ground Stage (Βουτάδων 32-34, Γκάζι).



Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Banda Entopica: «Ντόπιο είναι ό,τι σε κάνει να νιώθεις σπίτι σου»

 


Με ιδιαίτερη αγάπη για τη μουσική των Βαλκανίων και γνωστό για τις εκρηκτικές συναυλίες του, το συγκρότημα δρόμου Banda Entopica εμφανίζεται ζωντανά τη δεύτερη μέρα του 27ου Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ Αθήνας (Σάββατο 4 Ιουλίου).

Ενόψει του Φεστιβάλ, μοιράζεται σκέψεις και εμπειρίες σταράτες.

Ως σχήμα γεννηθήκατε στη Θεσσαλονίκη, στους δρόμους της οποίας κάνατε τα πρώτα σας συναυλιακά «βήματα». Με ποια ακούσματα μεγαλώσατε;

Όλοι έχουμε στη βάση μας την παραδοσιακή και τη βαλκανική μουσική. Από εκεί και πέρα, ο καθένας έχει και τη δική του αγάπη: πανκ, ροκ, ρέγκε και πολλά ακόμα. Η μουσική είναι ωραία, γενικώς!

Από πολιτισμικής άποψης, πόσο καθοριστική υπήρξε η Θεσσαλονίκη -και ο ευρύτερος βαλκανικός ορίζοντας- στο «σμίλεμα» των μουσικών προσανατολισμών σας;

Η Θεσσαλονίκη είναι η βάση μας. Είναι η πόλη που μας έμαθε να παίζουμε μαζί, να ζούμε στον δρόμο και να νιώθουμε αυτό που είμαστε.

Τι αποκομίσατε από τις πρώτες «δρομίσιες» εμφανίσεις σας, και πώς, κατόπιν, μετουσιώσατε και εξελίξατε αυτό το βίωμα στο πλαίσιο εκείνων που ακολούθησαν, σε πιο «συμβατικούς», πια, συναυλιακούς χώρους;

Μάθαμε την αμεσότητα του κόσμου και την ενέργεια του δρόμου. Αυτό το βίωμα το κρατήσαμε μαζί μας και μας οδήγησε στις σκηνές, στα φεστιβάλ και σε όμορφα ταξίδια σε όλη την Ευρώπη.

Ποια είναι, για εσάς, τα απαραίτητα συστατικά της «ιδανικής» συναυλίας;

Η ενέργεια και το χαμόγελό μας... και φυσικά ο κόσμος! Αν αυτά συναντηθούν, όλα τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους.

Αντιμετωπίζετε την παράδοση ως κάτι ζωντανό. Πόσο χειραφετητική είναι, για εσάς, η (επαν)οικειοποίηση και ανανοηματοδότηση παραδοσιακών τρόπων - εν προκειμένω μουσικών;

Για εμάς, η παράδοση είναι ζωντανή και πρέπει να εξελίσσεται. Μας δίνει τα εργαλεία και εμείς προσπαθούμε να την κάνουμε δική μας - με σεβασμό, αλλά και με τη δική μας ματιά.

Αντιλαμβάνεστε τους εαυτούς ως αφηγητές (μουσικών) ιστοριών, ερμηνευτές, διάμεσους, συνθέτες, κάτι άλλο - ή και όλα μαζί;

«Είμαστε και εμείς... αλλά είστε και εσείς...»

Ο ένας τραβάει τον άλλον και όλοι μαζί δημιουργούμε κάτι μοναδικό.

Η μουσική σας αποπνέει μια ενέργεια βακχική. Από πού πηγάζει αυτή η ενέργεια;

Από τη χαρά που έχουμε όταν παίζουμε μαζί. Από τον κόσμο που τραγουδάει, χορεύει και γίνεται ένα μαζί μας. Εκεί γεννιέται όλη αυτή η ενέργεια.

Πρόσφατα, τόσο εσείς και όσο και οι PAGAN, ένα εκλεκτό (συν)αδελφικό σας σχήμα, δεχτήκατε επιθέσεις από σκοταδιστικούς πολιτικοθρησκευτικούς κύκλους, τις οποίες αντιπαρήλθατε αιχμηρά και με παρρησία.

Την αγάπη μας και τα φιλιά μας στους φίλους μας PAGAN! Όλοι μαζί μπορούμε να κάνουμε έναν κόσμο καλύτερο.

Ψυχραιμία, θάρρος και δύναμη.

Πού αποδίδετε το βάθεμα της συντηρητικοποίησης -αν όχι και ευθέως εκφασισμού- της ελληνικής κοινωνίας; Και πόσο σημαντικό -αν όχι και απαραίτητο- είναι, τελικά, η μουσική να ενοχλεί, εκτός από το να ψυχαγωγεί;

Βλέπουμε γύρω μας έναν φόβο για το διαφορετικό. Η μουσική, όμως, είναι ελευθερία, είναι το φως.

Αποτελεί, κατά τη γνώμη σας, -και αν ναι, γιατί- η καλλιτεχνική δημιουργία πεδίο άσκησης πολιτικής μέσα από τα εκφραστικά μονοπάτια που κάθε φορέας/κοινωνός της επιλέγει;

Δυστυχώς ή ευτυχώς, σήμερα σχεδόν όλα στη ζωή έχουν πολιτικοποιηθεί. Άρα ναι, και η μουσική είναι μια πολιτική πράξη.

Όσοι μας ακολουθούν το γνωρίζουν· όσοι όχι, μπορούν να το καταλάβουν. Ο στόχος μας είναι να χτίζουμε γέφυρες ανάμεσα στους λαούς.

Επιστρέφοντας στο -και εμπνεόμενος από το- όνομα του σχήματος, τι είναι, τελικά, «ντόπιο» στις μέρες μας - αισθητικά, ψυχικά, υπαρξιακά;

Ντόπιο είναι ό,τι σε κάνει να νιώθεις σπίτι σου. Οι άνθρωποί σου, οι μουσικές σου, οι ιστορίες που κουβαλάς και αυτές που γράφεις στον δρόμο.

Ταξιδεύουμε συνέχεια, γνωρίζουμε διαφορετικούς τόπους και ανθρώπους, αλλά τελικά καταλαβαίνουμε πως όλοι έχουμε κάτι κοινό. Για εμάς, αυτό είναι το «εντόπικο».

Καλή συνέχεια στο κοινό μας ταξίδι, λοιπόν!

Οι Banda Entopica εμφανίζονται ζωντανά τη δεύτερη μέρα (Σάββατο 4 Ιουλίου) του 27ου Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ Αθήνας (3-5 Ιουλίου, Άλσος Γουδή).

Τα μέλη του σχήματος είναι οι:

Βασίλης Μαλεγκάνος (κρουστά), Κωνσταντίνα Κιούλου (φωνητικά), Χρήστος Κυριαζής (κλαρινέτο, σαξόφωνο), Αργύρης Καραγκούνης (τρομπέτα), Νίκος Φωτάκης (ακορντεόν), Γιάννης Γκουντάνος (μηχανικός ήχου).



Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Ροδρίγο Ρέι Ρόσα: «Θα χαθούμε όταν σταματήσουμε να γράφουμε»

 


Παραβολή για την πολιτική κατάσταση της Κεντρικής και Λατινικής Αμερικής, την εξουσία, τον έλεγχο και την ελευθερία, η εφιαλτική νουβέλα του Γουατεμαλανού Ροδρίγο Ρέι Ρόσα, Μυστική φυλακή, παραμένει πιο επίκαιρη από ποτέ.

Μια συνάντηση με τον γλυκομίλητο συγγραφέα -και κάτοικο Αθήνας- στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ ΛΕΑ, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά.

Θα ήθελα να ξεκινήσω από το γεγονός ότι η νουβέλα σου Μυστική φυλακή κυκλοφόρησε πριν από 30 και πλέον χρόνια.

Tην έγραψα το 1991.

Πώς νιώθεις, λοιπόν, που ένα βιβλίο σου καθίσταται διαθέσιμο σε κάποια γλώσσα μετά από τόσο καιρό;

Ασφαλώς πολύ ευτυχής.

Χωρίς να έχω τέτοια πρόθεση, φιλοτεχνούσα μια πραγματικότητα στο πλαίσιο της οποίας ο έλεγχος του νου ήταν πολύ παρών. Η φαντασία τού τότε μιλάει, όμως, πολύ για το σήμερα.

Εκείνη την εποχή, το ζήτημα του ελέγχου ήταν ένα ερώτημα, στις μέρες μας είναι ένα γεγονός: ξέρουμε πως βρισκόμαστε υπό ένα τέτοιο καθεστώς.

Αντλείτο αυτή η αίσθηση από τη γουατεμαλανή εμπειρία σου εκείνης της περιόδου, ή και την πραγματικότητα της Κεντρικής και της Λατινικής Αμερικής;

Η τοποθεσία είναι πολύ γουατεμαλανή.

Ήξερα ότι υπήρχαν μυστικές φυλακές που χρησιμοποιούνταν από τον στρατό για τον βασανισμό πολιτικών αντιφρονούντων.

Κατά τα άλλα, η φαντασία μου επηρεαζόταν από άλλα βιβλία.

Το Σχέδιο διαφυγής του Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες, ένα μυθιστόρημα το οποίο μιλούσε για πειράματα του νου, ήταν πιθανότατα η μεγαλύτερη επιρροή μου.

Όταν άρχισα να γράφω τη Μυστική φυλακή, δε γνώριζα τι ιστορία θα γράψω τελικά. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι θα υπήρχε ένας άνδρας δεμένος σε ένα δέντρο.

Βρισκόμουν στο Μαρόκο και ξαφνικά ένα βράδυ, στη διάρκεια του Ραμαζανιού, αυτή η εικόνα ήρθε στο μυαλό μου. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί είχα καπνίσει λίγο κιφ. (Γέλιο).

Αποφάσισα, λοιπόν, πως έπρεπε να ανακαλύψω ποιος είναι ο άνδρας και γιατί βρίσκεται εκεί.

Η συγγραφή είναι, εξάλλου, ένας τρόπος σκέψης. Δεν μπορείς να σκεφτείς χωρίς λέξεις. Η συγγραφή και η ομιλία είναι οι μόνοι τρόποι με τους οποίους μπορείς πραγματικά να σκεφτείς. Μου αρέσει να διαβάζω φιλοσοφία.

Την έχεις σπουδάσει κιόλας;

Ποτέ δε σπούδασα τίποτα. Λιγάκι κινηματογράφο μόνο, προκειμένου εξασφαλίσω φοιτητική βίζα για τη Νέα Υόρκη, αλλά τον εγκατέλειψα.

Δεν ήταν για σένα.

Μια τέτοια σπουδή ήταν αδύνατη χωρίς πολλά λεφτά.

Εξακολουθώ, ωστόσο, να λατρεύω την ανάγνωση φιλοσοφίας.

«Το να γράφει κανείς σημαίνει να συνδυάζει τις αναμνήσεις», υποστηρίζει ο αφηγητής της νουβέλας, ο άνδρας που είναι δεμένος στο δέντρο. Είναι για σένα, η συγγραφή ένας τρόπος ανάκλησης ή δημιουργίας αναμνήσεων;

Η συγκεκριμένη περικοπή περιέγραφε το πώς μάθαινα να γράφω. Είχε, επομένως, αυτοβιογραφικό χαρακτήρα.

Οι αναμνήσεις είναι επίσης δημιουργήματα. Το να γράφεις σημαίνει, άρα, να επινοείς τις ίδιες σου τις αναμνήσεις. Κι όταν ξεκινάς να γράφεις, αυτό συμβαίνει με αυτόματο τρόπο.

Ποιος θα μπορούσε να είναι ο αφηγητής;

Και οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες είμαι εγώ. Ένας καλός, ένας κακός.

Επηρεάζεται η αντίληψη της ταυτότητας του αφηγητή από τον εκάστοτε αναγνώστη;

Συνήθως έχω έναν-δυο αναγνώστες κατά νου. Σαν οδηγούς. Σαν φάρους. Θελω να φτάσω σε αυτούς.

Στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο Πολ Μπόουλς, ένας πολύ καλός αναγνώστης. Δε χρειαζόταν να του εξηγήσω το οτιδήποτε, απλώς να κάνω τη δουλειά μου. Να του δείξω. Ήθελα να του αρέσει αυτό που έκανα. Του αφιέρωσα τη νουβέλα, κιόλας.

Ένιωθες, ήξερες πώς θα εξελισσόταν η μεταξύ σας σχέση με την πάροδο του χρόνου σε προσωπικό επίπεδο, στο πλαίσιο της λογοτεχνικής συνεργασίας και κατόπιν ως παρακαταθήκη;

Στην αρχή είχα την αίσθηση ότι επρόκειτο για έναν απόμακρο άνθρωπο και πίστευα πως δε θα είχαμε τίποτα κοινό.

Αλλά μετά μου είπε ότι του άρεσε πολύ ο Μπόρχες -ο αγαπημένος μου εκείνη την εποχή- και παρακολουθούσε τι συνέβαινε στη Γουατεμάλα, κι έτσι βρήκαμε κοινό έδαφος.

Στη συνέχεια με ρώτησε -θυμάμαι- αν μου αρέσει το Μαρόκο, και με προέτρεψε να το επισκεφτώ. Μου έδωσε μάλιστα κι έναν χάρτη της χώρας. Μετά το ταξίδι μου, είχαμε πλέον πολλά να συζητήσουμε.

«Δε νομίζω ότι μπορεί ο οποιοσδήποτε να πει στον οποιονδήποτε πώς να γράψει. Αλλά μπορώ να σου πω ποια είναι η γνώμη μου για όσα γράφεις», μου ανέφερε. Ήταν μια πολύ αργή διαδικασία.

Το γεγονός, όμως, ότι μετέφραζε τα γραπτά μου μού άνοιξε τις πόρτες της λογοτεχνίας και δε διερωτώμουν πλέον αν μπορούσα να το κάνω ή όχι.

Αισθανόσουν υποχρεωμένος.

Παρακινημένος. Θεωρούσα πως ήμουν σε καλό δρόμο. Τα πράγματα γίνονταν πιο εύκολα επειδή ήξερα τι ήθελα. Πριν γνωρίσω τον Μπόουλς, δεν είχα ιδέα, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα περισσότερα εικοσάχρονα.

Τι νομίζεις ότι έχεις κληρονομήσει από τον Μπόουλς εκτός από τα χειρόγραφα και τη βιβλιοθήκη του;

Το να γράφω για χάρη της συγγραφής, κι όχι προσδοκώντας την εμπορική επιτυχία, η οποία δεν έχει σημασία. Όσο για την κριτική επιτυχία, δεν πρέπει να την πολυπαίρνεις στα σοβαρά - είτε είναι καλή είτε κακή:

Αν είναι καλή, επειδή μπορεί να θεωρήσεις πως είσαι σημαντικότερος απ’ ό,τι στην πραγματικότητα. Αν είναι κακή, επειδή μπορεί να σε καταστρέψει.

Το σημαντικό είναι κρατάς αποστάσεις, να προσπαθείς να κάνεις το καλύτερο δυνατόν και να διατηρείς την ακεραιότητά σου.

Όταν γνώρισα τον Πολ, δεν ήταν πετυχημένος. Τα βιβλία του εκδίδονταν, λάμβανε καλές κριτικές -αλλά και κακές-, έγινε όμως περισσότερο γνωστός μετά την ταινία του Μπερτολούτσι.

Έχεις κατά καιρούς ζήσει σε πολλές χώρες και πόλεις. Πώς αυτό έχει επηρεάσει την προσωπικότητα, την οπτική σου στη συγγραφή και στον κόσμο - καλά ή κακά;

Κυρίως καλά, ακόμα και στη Γουατεμάλα όπου νιώθω ξένος. Τρέφω μεγάλο θαυμασμό για τον πολιτισμό των Μάγια, αλλά κι ανάμεσά τους είμαι ένα αουτσάιντερ. Αισθάνομαι σχεδόν εξίσου ξένος στην Ελλάδα και στη Γουατεμάλα.

Στην ουσία, η εθνική υπερηφάνεια και ο πατριωτισμός είναι κάπως κωμικά.

Ακόμα και επικίνδυνα.

Πολύ επικίνδυνα, σίγουρα. Αλλά και κωμικά, όπως προείπα, με την έννοια ότι ο ένας άνθρωπος θεωρεί πως είναι καλύτερος από τον άλλο. Ζώντας σε διαφορετικά μέρη, αντιλαμβάνεσαι αυτήν την κωμική διάσταση της εθνικής περηφάνειας.

Θαυμάζω πολύ τον ελληνικό τρόπο ζωής, αλλά όταν γίνεται εθνικιστικός, δε θέλω να είμαι κομμάτι του.

Όντας απέξω, αυτό με διευκολύνει να παρατηρώ. Κι είναι η δουλειά μου.

Από πού πηγάζει η τρυφερότητά σου για τις αυτόχθονες κοινότητες και τον αυτόχθονα πολιτισμό των Μάγια;

Κατά μία έννοια, από βιβλία.

Όταν ως έφηβος διάβαζα, πάντα ήθελα να ταξιδέψω στα μέρη όπου εκτυλίσσονταν οι ιστορίες, συμπεριλαμβανομένων της Γουατεμάλας και της Βόρειας Αφρικής. Αυτό δε συνέβη σε σχέση με την Ελλάδα.

Τα βιβλία μού άνοιξαν την όρεξη να δω τα πραγματικά μέρη. Η λογοτεχνία μάς επηρεάζει με περισσότερους τρόπους, δημιουργεί τη φαντασία μας. Ιδίως όταν είμαστε παιδιά και ο εγκέφαλός μας διαμορφώνεται.

Ένας θείος μου μάς πήγαινε κάθε Σαββατοκύριακο στη θάλασσα και μας αφηγείτο αρχαιοελληνική μυθολογία.

Αισθάνθηκα πολύ κοντά στην Ελλάδα όταν έφτασα στη χώρα, επειδή όλη η μυθολογία ήταν εκεί έξω. Διάβασε τα ονόματα των δρόμων! Είναι σαν βιβλίο.

Οι κυρίαρχοι μύθοι του παρόντος έχουν, πάντως, ριζικά αλλάξει.

Ναι, πιο πολύ μιλάω για το φαντασιακό στοιχείο. Ζώντας εδώ μπορείς, λοιπόν, να φανταστείς τους μύθους ξανά.

Όσον αφορά στην αυτόχθονα κουλτούρα των Μάγια, ήθελες και να αποκαταστήσεις τις ιστορίες τους;

Μόνο αφότου επέστρεψα στη Γουατεμάλα μετά από είκοσι χρόνια απουσίας μπόρεσα να δημιουργήσω φιλίες με αυτόχθονες. Δεν είναι και τόσο εύκολο.

Κρατούν κι εκείνοι τις αποστάσεις τους, όπως ο Μπόουλς κρατούσε από σένα αρχικά.

Ασφαλώς. Και δικαιολογημένα.

Με σαγηνεύει το ότι ζούμε στην ίδια χώρα, αλλά ο τόπος τους είναι διαφορετικός.

Στην πραγματικότητα, στη Γουατεμάλα λειτουργούν δύο νομικά συστήματα. Σύμφωνα με την ισχύουσα συμφωνία, επιτρέπεται στους Μάγια να έχουν το δικό τους δικαιικό σύστημα.

Αν, λοιπόν, διαπράξεις ένα αδίκημα μπορείς να δικαστείς βάσει του εθνικού δικαίου ή του δικαιικού συστήματος των Μάγια.

Ποιο είναι το αυστηρότερο;

Εξαρτάται. Στο πλαίσιο του συστήματος των Μάγια η αντιμετώπιση του αδικηματία είναι πολύ καλύτερη.

Πρώτον, δεν έχουν φυλακές. Μπορεί να υποστείς ξυλοδαρμό - λιγάκι. (Γέλιο).Και η απόδοση δικαιοσύνης έχει επανορθωτικό κι όχι τιμωρητικό χαρακτήρα.

Αν, για παράδειγμα, σκοτώσεις κάποιον, πρέπει να πληρώσεις για την κηδεία του θύματος και να αποζημιώσεις την οικογένεια, όχι να έρθεις σε επαφή με τις αρχές.

Αν ένα παιδί κλέψει μια αγελάδα, πρέπει να την επιστρέψει στον ιδιοκτήτη της ή να του πληρώσει τα χρήματα που θα του είχε αποφέρει, κι ο πατέρας του να το δείρει δημοσίως για εκπαιδευτικούς λόγους.

Αυτή η λογική είναι λειτουργική σε μικρότερες κοινότητες, όπου εφαρμόζονται οι αρχές της άμεσης δημοκρατίας και οι εκπρόσωποι του δήμου (στα ελληνικά) εκλέγονται κάθε χρόνο και πρέπει να εγκαταλείψουν τη δουλειά τους.

Η θέση τους δεν είναι έμμισθη κι όσοι την κατέχουν προσέχουν να μην είναι άδικοι, επειδή μπορεί την επόμενη χρονιά να έχει ο γείτονας εξουσία. Η ψήφος δεν είναι μυστική. Όλα αυτά τα έμαθα από την εμπειρία μου.

Αν και η Γουατεμάλα είναι από τις βιαιότερες χώρες στον κόσμο και πολύ ρατσιστική, στις περιοχές των Μάγια τα ποσοστά των δολοφονιών είναι μηδενικά.

Ζούμε, ωστόσο, σε έναν αυξανόμενα και ανησυχητικά εμπόλεμο κόσμο.

Λένε ορισμένοι ότι είναι βάρβαρο να ξυλοκοπείς ανθρώπους δημοσίως. Είναι λιγότερο βάρβαρο αυτό που κάνει το σύστημα;

Όταν ο κόσμος μας -σε Ανατολή, Δύση, Βορρά και Νότο- γίνεται ολοένα και περισσότερο μια φυλακή -μυστική ή και όχι-, μπορεί η λογοτεχνία να λειτουργήσει χειραφετητικά ή ως μορφή αντίστασης;

Η λογοτεχνία δημιουργεί έναν κόσμο μέσα μας όπου είμαστε ελεύθεροι. Για τους Δυτικούς, η ανάγνωση λογοτεχνίας είναι μια μορφή διαλογισμού.

Θα χαθούμε όταν σταματήσουμε να γράφουμε. Τότε, θα σταματήσουμε και να σκεφτόμαστε. Και η σκέψη γεννά την ελευθερία. Τι άλλο είναι η ελευθερία από την ελευθερία της σκέψης και της επιλογής - ακόμα κι όταν είσαι δεμένος;

Η συνέντευξη με τον Ροδρίγο Ρέι Ρόσα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ ΛΕΑ (8-23 Ιουνίου 2026).

Ευχαριστώ θερμά την Ισμήνη Κουρούπη (Εκδόσεις Καστανιώτη) για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό της και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγγραφέα.

Η νουβέλα του Ροδρίγο Ρέι Ρόσα Μυστική φυλακή κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση του Κώστα Αθανασίου.



Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

The Kilimanjaro Darkjazz Ensemble: «Είμαστε μάγοι του χάους»

 


Συνυφαίνοντας την τζαζ, την ambient, την electronica και το post-rock με μια κινηματογραφική αισθητική, οι εξ Ολλανδίας The Kilimanjaro Darkjazz Ensemble είναι ένα συναρπαστικό γκρουπ.

Ενόψει της συναυλίας τους τη Δευτέρα 6 Ιουλίου στο πλαίσιο των φετινών Φ hill Sessions, κουβεντιάζουμε με τέσσερα από τα μέλη των TKDE.

Τα ονόματα τόσο των The Kilimanjaro Darkjazz Ensemble, όσο και των The Mount Fuji Doomjazz Corporation, αποπνέουν μια τρυφερότητα για τις πολιτισμικές παραδόσεις της Άπω Ανατολής και της Αφρικής.

Σε ποιον βαθμό η επιλογή αυτή αντικατοπτρίζει στην πραγματικότητα ένα τέτοιο ενδιαφέρον;

Hilary Jeffery: Δεν ήμουν στο συγκρότημα όταν γεννήθηκε το όνομα «Kilimanjaro». Πάντα υπέθετα ότι είχε κάποια σχέση με το άλμπουμ του Miles Davis, Filles de Kilimanjaro, το οποίο δανείστηκα από τη βιβλιοθήκη ως παιδί και με επηρέασε.

Οι  The Mount Fuji Doomjazz Corporation δημιουργήθηκαν ως ένα πιο ελεύθερο και ανοιχτό αντίστοιχο των The Kilimanjaro Darkjazz Ensemble.

Προσωπικά, λατρεύω τη μουσική από την Ιαπωνία, όπως τη μουσική της αυλής Γκαγκάκου και το φλάουτο Σακουχάτσι.

Νομίζω πως όλοι ανυπομονούμε να παίξουμε στο Φεστιβάλ «Fuji Rock», αν και δε μας έχουν κλείσει ακόμα...

Jason Köhnen: Αρχικά, το «Kilimanjaro» ήταν μια επιλογή για το όνομα του συγκροτήματος, αλλά υπήρχε ήδη ένα soundsystem ονομαζόμενο «Kilimanjaro», οπότε μετά είχα τη λέξη Darkjazz να ίπταται για κάποιο χρονικό διάστημα.

Στη συνέχεια, έγιναν οι Kilimanjaro Darkjazz, με την προσθήκη του «Ensemble», αναφερόμενο στον τρόπο με τον οποίο οι τζαζ μπάντες αποκαλούσαν την κολεκτίβα τους.

Οι ΤMDFC πήραν το όνομά τους ως ένα παιχνιδιάρικο αντίστοιχο των TKDE. Δεν είμαι σίγουρος ποιος αποφάσισε για το όρος Φούτζι, αλλά θα μπορούσε να ήταν οποιοδήποτε άλλο διάσημο βουνό.

Γενικά, αγκαλιάζετε/εμβαθύνετε σε ποικίλα πολιτισμικά/μουσικά σύμπαντα όταν συνθέτετε/ερμηνεύετε, έστω και σε ασυνείδητο επίπεδο;

H.J.: Όλα τα μέλη του συγκροτήματος ενδιαφέρονται για όλα τα είδη μουσικής από όλο τον κόσμο, και σίγουρα αυτό έχει αντίκτυπο στον τρόπο που δημιουργούμε μουσική, συνειδητά και ασυνείδητα.

Σε κάθε περίπτωση, η τζαζ, ανεξάρτητα και πέρα ​​από οποιαδήποτε επίθετα, βρίσκεται στον πυρήνα της μουσικής σας, παράλληλα με τα στοιχεία post-rock.

Τι αποκομίζετε από τη σχέση σας με την τζαζ, τόσο ως ακροατές όσο και ως συνθέτες/ερμηνευτές;

H.J.: Η «τζαζ» είναι αρχικά μια αφροαμερικανική παράδοση στην οποία δεν ανήκω πραγματικά, όντας λευκός Άγγλος - αλλά αγαπώ όλους τους μεγάλους καλλιτέχνες όπως ο Charles Mingus, ο Duke Ellington, η Billie Holiday και ούτω καθεξής...

Υπάρχει επίσης μια παράδοση στην Αγγλία που συνδέεται με τον δικό της τρόπο με αυτή τη μουσική.

Πρόσφατα κυκλοφόρησα το Green Prism, ένα άλμπουμ με μουσική από μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες αυτής της σκηνής - τον Keith Tippett.

Νιώθω άμεσα συνδεδεμένος με αυτόν τον κόσμο και μέσα από ανθρώπους όπως ο Keith και ο Paul Dunmall έμαθα αρχικά την ελευθερία του αυτοσχεδιασμού, η οποία είναι απαραίτητη για όλες τις μορφές «τζαζ».

Charlotte Cegarra: Η τζαζ και τα μπλουζ άρχισαν να με ενδιαφέρουν γύρω στα δέκα. Προέρχομαι από οικογένεια μουσικών, αλλά στο σπίτι άκουγα κυρίως γαλλική και διεθνή ποπ.

Ο πατέρας μου με μύησε στα μπλουζ (είχαμε κάποιες συλλογές), τα οποία βίωσα ως κάτι βαθιά ενστικτώδες:

Ως έναν τρόπο υπέρβασης των συντριπτικών προβλημάτων μέσα από επαναλαμβανόμενα μουσικά «μάντρα», την ελευθερία και τον αυτοσχεδιασμό πέρα ​​από κανόνες.

Μάθαινα επίσης κλασικό πιάνο. Ο δάσκαλός μου ήταν πολύ αυστηρός και δυσκολευόμουν με τη θεωρία και την απομνημόνευση, αν και είχα ήδη αρχίσει να συνθέτω. Τα μπλουζ τα οποία περιέγραφε μου φάνηκαν μαγικά.

Αργότερα, η τζαζ μπήκε στη ζωή μου μέσα από τους δίσκους της μητέρας μου - η Ella Fitzgerald, που έπαιζε σε δείπνα με φίλους. Την θεωρούσα εξαιρετική.

Στα δεκαπέντε μου, ένας φίλος μού είπε ότι είχα τη φωνή της Billie Holiday. Ρώτησα: «Ποια είναι αυτή;» Αυτή ήταν η πραγματική μου είσοδος στην τζαζ.

Το Strange Fruit με εντυπωσίασε βαθιά και στη συνέχεια πέρασα πολύ χρόνο σε βιβλιοθήκες εξερευνώντας τη μουσική, ειδικά τον John Coltrane.

Στη μουσικολογία, βρήκα το τμήμα τζαζ ανυπόφορο: υπερβολικά ακαδημαϊκό, εστιασμένο στο μέτρημα των μέτρων και την ανάλυση, ενώ εγώ δυσκολευόμουν με τη δομή και πίστευα ότι η μουσική πρέπει να είναι ενστικτώδης.

Οι jam sessions στο Παρίσι με απομάκρυναν επίσης από τον συγκεκριμένο χώρο.

Δεν ένιωσα ποτέ πλήρως νομιμοποιημένη στον χώρο της τζαζ. Είμαι λευκή και Γαλλίδα, δε γνωρίζω τα στάνταρντ και δε θέλω να ακούγομαι αμήχανη ή σαν να μην ανήκω εκεί.

Γι’ αυτόν τον λόγο, το να ενταχθώ στα είκοσι πέντε μου σε ένα συγκρότημα όπως οι TKDE, το οποίο αυτοαποκαλείται «σκοτεινή τζαζ» ενώ συνδυάζει είδη χωρίς να διεκδικεί την ιδιοκτησία, μου φάνηκε σημαντικό.

Ταυτόχρονα, ανακάλυπτα το breakcore, την electronica, το ambient, το experimental και όλα τα είδη σκοτεινής μουσικής..

Για μένα, οι TKDE έγινε ένας χώρος ελευθερίας όπου ο αυτοσχεδιασμός καθοδηγεί και ο ήχος αφηγείται ιστορίες.

Η μουσική σας έχει επίσης μια πολύ κινηματογραφική αίσθηση. Μάλιστα, οι TKDE γεννήθηκαν αρχικά από την ανάγκη σας να συνθέτετε μουσική για βωβές ταινίες.

Πώς μετατρέπετε την κινηματογραφική σας εμπειρία ως θεατές σε κινηματογραφικά ηχοτοπία;

H.J.: Η μουσική μας είναι από πολλές απόψεις ένα soundtrack για τις εσωτερικές ταινίες που βιώνουμε εμείς και το κοινό μας. Θα θέλαμε πολύ να συνθέσουμε μουσική και για πραγματικά φιλμ και είμαστε ανοιχτοί σε προσφορές.

J.K.: Η «κινηματογραφική» μουσική απαιτεί από τη φύση της κάποιου είδους οπτική απεικόνιση, είτε υπαρκτή είτε φανταστική.

Αν μπορώ να αφεθώ στα όνειρα ακούγοντας μουσική και αυτή δημιουργεί εικόνες στο μυαλό μου, τότε η μουσική λειτουργεί για μένα.

Όταν μια μουσική επένδυση ανεβάζει τον πήχη σε μια σκηνή σε μια ταινία, τότε συνήθως είναι ένα αρκετά καλό μουσικό κομμάτι.

Eelco Bosman: Κάθε φορά που φτιάχνω μουσική, τα οπτικά στοιχεία εμφανίζονται στον εσωτερικό μου κινηματογράφο. Και κάθε φορά που βλέπω μια ταινία, η μουσική εμφανίζεται στα εσωτερικά μου αυτιά.

Υπάρχει λοιπόν πάντα μια μικρή συναισθησία εκεί, υποθέτω; Δεν μπορώ να καταλάβω με ποιους τρόπους ακριβώς επηρεάζουν το ένα το άλλο, αλλά είναι προφανές ότι το κάνουν.

C.C.: Κάθε άνθρωπος είναι ο ηθοποιός της δικής του ταινίας. Είναι ωραίο να τις σκέφτεσαι όλες αυτές αναμεμειγμένες, και να δημιουργούν μια πολυδιάστατη ταινία. Αυτές οι ταινίες έχουν soundtrack.

Ξέρω πως η μουσική μας μιλάει στον ακροατή με αυτή την έννοια και μου αρέσει να πιστεύω ότι η μουσική μας είναι ένα πολυδιάστατο soundtrack για το εσωτερικό φιλμ όλων.

Τι σας ελκύει στον βωβό κινηματογράφο, και ιδιαίτερα στον γερμανικό εξπρεσιονισμό;

H.J.: Λατρεύω πράγματι τις παλιές γερμανικές ταινίες τις οποίες έχω δει, αλλά νομίζω πως πλέον έχουν χρησιμοποιηθεί υπερβολικά ως τρόπος πώλησης εισιτηρίων για συναυλίες.

Το «ζωντανό soundtrack σε μια βωβή εξπρεσιονιστική ταινία» έχει γίνει ένα βαρετό κλισέ και δε με ενδιαφέρει καθόλου.

Μένω στο Βερολίνο, όπου γυρίστηκαν αρχικά μερικές από αυτές τις ταινίες.

Αυτές τις μέρες βλέπουμε μεγάλα ονόματα, όπως ο Jeff Μills ή ορχήστρες, να ηχογραφούν ζωντανά soundtrack για ταινίες όπως το Metropolis και το Nosferatu.

Εγώ δεν πηγαίνω, ωστόσο, σε τέτοιες συναυλίες, έχουν γίνει μια εμπορική επιχείρηση η οποία δεν έχει καμία σχέση με την αρχική μορφή τέχνης.

Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι προτιμώ να βλέπω βουβές ταινίες χωρίς ήχο, τότε είναι «βουβές»!

Το 2007, ιδρύθηκαν οι Τhe Mount Fuji Doomjazz Corporation, το alter ego/side project των TKDE.

Ποια μονοπάτια θέλατε να εξερευνήσετε μέσω αυτού του συγκροτήματος που δεν είχατε εξερευνήσει ή δε θα θέλατε να εξερευνήσετε στο πλαίσιο των TKDE;

H.J.: Η αρχική ιδέα προέκυψε όταν οργάνωσα μια συναυλία στο χώρο OT301 στο Άμστερνταμ με τίτλο The Electric Wizard Meets Miles On Mars.

Αναφερόμουν προφανώς στη σπουδαία doom μπάντα (με την οποία παίξαμε στο ίδιο λάιβ στο Βερολίνο, πριν από αρκετά χρόνια) και τον Miles Davis, φυσικά.

Η ιδέα ήταν να έχουμε μουσικούς που έπαιξαν με τους TKDE -όπως τον Jason, τον Eelco, εμένα και την τσελίστρια Nina Hitz-, καθώς και μερικούς καλεσμένους, όπως τον Bruce Coates (σαξόφωνο), για να παίξουμε τη δική μας μορφή ελεύθερου αυτοσχεδιασμού βασισμένου στο doom.

Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με τα πιο δομημένα τραγούδια και συνθέσεις που έπαιζαν οι TKDE.

Τελικά, ο διανθισμένος με το doom αυτοσχεδιασμός έγινε μέρος των ζωντανών εμφανίσεων των TKDE, γεγονός το οποίο δυσκόλευε τη διάκριση.

Αποφασίσαμε να κρατήσουμε ζωντανά και τα δύο πρότζεκτ, ώστε να μπορούμε να εξερευνήσουμε ελεύθερα όλες τις πιθανές παραλλαγές της μουσικής μας.

Το Here Be Dragons, το δεύτερο άλμπουμ των TKDE, αποκαλύπτει ένα έντονο ενδιαφέρον για το μυστικιστικό και το αποκρυφιστικό. Θα θέλατε να αναλύσετε τη σχέση σας με ό,τι βρίσκεται πέρα ​​από τη λογική;

C.C.: Όταν ήμουν ακόμα στην κοιλιά της μητέρας μου, ο παππούς μου πέθανε. Έτσι, παρευρέθηκα στην πρώτη μου κηδεία -μια σημαντική- ενώ ήμουν ακόμα έμβρυο.

Η μητέρα μου πάντα αγαπούσε να περνάει χρόνο στα νεκροταφεία, ειδικά στο Περ Λασέζ στο Παρίσι. Η μουσική μπορεί να βοηθήσει στο πέρασμα στην άλλη πλευρά από την αρχή της ανθρωπότητας. Οι TKDE είναι ο ιδανικός κόσμος για αυτό.

J.K.: Το Here Be Dragons για μένα ήταν η μύηση στη σχολή των μυστηρίων χωρίς να το συνειδητοποιώ. Κοιτάζοντας πίσω στο πέρασμα των χρόνων, υπάρχουν τόσα πολλά μικρά ενδεικτικά σημάδια πως υπήρχε κάτι το οποίο άνθιζε ή αφυπνιζόταν.

Αναφορές στον Σενέκα, τον Ερμητισμό και αποσπάσματα άλλων (παγκόσμιων) διδασκαλιών φαίνεται να υπάρχουν σε αυτό το άλμπουμ. Ελπίζω ότι αυτός είναι και ένας λόγος που ασκεί έντονη έλξη στους ακροατές.

E.B.: Είμαι ένας μάγος του χάους. Στην πραγματικότητα, νομίζω πως όλα τα μέλη της μπάντας είναι μάγοι του χάους, είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι!

C.C.: Ναι, όντως συμφωνώ. Είμαστε μάγοι του χάους. Η ζωή μου είναι συχνά χαοτική παρεμπιπτόντως, ενώ λαχταρώ την ισορροπία.

Οι συναυλίες μας με βοηθούν να βρω αυτή τη διακριτική, μοναδική στιγμή όπου όλα φαίνονται ευθυγραμμισμένα μέσα στην καταιγίδα. Μου φαίνεται ότι το συγκρότημα μπορεί κάπως να τιθασεύσει το χάος μαζί.

Το 2011 κυκλοφόρησε το πρώτο επίσημο live άλμπουμ σας, I Foresee The Dark Ahead, If I Stay. Δυστυχώς, ο τίτλος του αποτυπώνει τέλεια το πνεύμα της εποχής. Πώς καταφέρατε να παράγετε έναν τόσο οικείο ήχο σε ζωντανό περιβάλλον;

J.K.: Δεν κάναμε κάτι συγκεκριμένο για τον ήχο. Τα τραγούδια είναι μια συλλογή από ζωντανές ηχογραφήσεις σε διαφορετικά χρόνια και σε διαφορετικές χώρες.

Υποθέτω ότι το θετικό είναι πως καταφέραμε να δημιουργήσουμε έναν οικείο ήχο ζωντανά.

E.B.: Ηχογραφήσαμε όλες τις ζωντανές μας εμφανίσεις τότε (οπότε υπάρχει ένα τεράστιο θησαυροφυλάκιο).

Θυμάμαι ότι ήταν αρκετά δύσκολο να διαλέξουμε συγκεκριμένες εκδοχές για αυτή τη live συλλογή, καθώς όλες ήταν αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους, καθώς έχουμε την τάση να αυτοσχεδιάζουμε αρκετά όταν παίζουμε ζωντανά.

Ο οικείος ήχος ήταν πάντα εκεί, όμως.

C.C.: Απλώς συνδεόμαστε σε ένα επίπεδο πέρα ​​από κάθε λογική. Δεν το ελέγχουμε.

Το From the stairwell σηματοδότησε την τελευταία σας κυκλοφορία πριν από τη διάλυσή σας ως συγκρότημα. Γιατί χωρίσατε και τι σας έφερε ξανά κοντά περίπου δώδεκα χρόνια αργότερα;

H.J.: Στο τέλος το συγκρότημα δε διαλύθηκε! Απλώς έκανε μια παύση.

Πόσο έχετε εξελιχθεί -ακόμη και αλλάξει- ως καλλιτέχνες/καλλιτέχνιδες στο μεταξύ; Έχει αντικατοπτριστεί αυτή η εξέλιξη στο νέο υλικό πάνω στο οποίο πιθανώς εργάζεστε;

J.K.: Νομίζω πως είναι αυτονόητο ότι έχουμε εξελιχθεί, ως μουσικοί αλλά και ως άτομα. Το γεγονός ότι είμαστε ξανά ενωμένοι και έχουμε συνεχίσει το ταξίδι λέει πολλά για εμάς ως ομάδα. Είμαστε ακόμα οι ίδιοι άνθρωποι, αλλά και πολύ διαφορετικοί.

C.C.: Γράφω πολύ για κύκλους αυτόν τον καιρό, βρίσκοντας ελπίδα στο σκοτάδι. Αυτή η επανένωση μού δίνει ελπίδα.

Η μουσική την οποία συνθέτουμε αγγίζει μερικά πολύ θεμελιώδη στοιχεία της ανθρωπότητας, κατά την άποψή μου: θλίψη, χάος, αναγέννηση κ.λπ.

Τη Δευτέρα 6 Ιουλίου θα εμφανιστείτε στην Αθήνα στο πλαίσιο των Φ hill Sessions, σχεδόν κάτω από τη σκιά της Ακρόπολης. Πώς συνδέεστε με το ελληνικό πλαίσιο, πολιτισμικό ή άλλο;

H.J.: Ο λόφος όπου παίζουμε είναι το σπίτι μιας μυθικής χελώνας η οποία παίζει κλαρινέτο και ελπίζουμε ότι θα εμφανιστεί για να παίξει μαζί μας στη συναυλία!

J.K.: Καθώς το όνομά μου φαίνεται να προέρχεται από την Ελλάδα, ήμουν μεγάλος θαυμαστής της ελληνικής μυθολογίας όταν ήμουν παιδί - ο Ιάσονας και οι Αργοναύτες, ο Μινώταυρος, η Μέδουσα, ο Δαίδαλος, ο Ίκαρος.

Μια απίστευτη πηγή έμπνευσης κατά τη διάρκεια της ζωής μου.

Ευχαριστώ θερμά τα μέλη του γκρουπ, Eelco Bosman, Charlotte Cegarra, Hilary Jeffery και Jason Köhnen, για τη συμμετοχή τους στη διαδικασία της συνέντευξης και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγκροτήματος.

Οι The Kilimanjaro Darkjazz Ensemble εμφανίζονται ζωντανά τη Δευτέρα 6 Ιουλίου, 21:00,  στο Θέατρο «Δόρας Στράτου» στο πλαίσιο των Φ hill Sessions.