Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

Ζαν-Πολ Σαλομέ: «Η κινηματογράφηση παραμένει κάτι χειροποίητο»

 


Αιχμηρό σχόλιο για τη μετανάστευση, τη μοναξιά, την ανάγκη για αναγνώριση, το γνήσιο και το πλαστό, η ταινία του Ζαν-Πολ Σαλομέ Ο Παραχαράκτης αναπλάθει τη ζωή του «Σεζάν του πλαστού χρήματος», Μπογιάρσκι, στη μεταπολεμική Γαλλία.

Συζητώντας με τον σκηνοθέτη με αφορμή την έξοδο του φιλμ στα σινεμά στις 25 Ιουνίου.

Πέραν του συναρπαστικού χαρακτήρα της ιστορίας καθαυτής, η ζωή και η προσωπικότητα του Μπογιάρσκι, τις οποίες αναπλάθετε στον Παραχαράκτη, είναι επίσης εξαιρετικά πολύπλευρες. Έχω διαβάσει πως ταυτίζεστε με τη μοναξιά του.

Θα θέλατε να αναλύσετε την έννοια της μοναξιάς ως σημείου εκκίνησης κάθε καλλιτεχνικoύ/κινηματογραφικού εγχειρήματος και της υπέρβασής της ως του τελικού επιθυμητού προορισμού;

Το να είσαι καλλιτέχνης και να εργάζεσαι στον κινηματογράφο σημαίνει, ενίοτε, ότι είσαι μόνος.

Συνεπάγεται τον στοχασμό πάνω σε ένα εγχείρημα, την εύρεση μιας ιδέας και τη συγγραφή ενός σεναρίου - ακόμη κι αν η διαδικασία αυτή γίνεται μερικές φορές σε ομάδα δύο ή τριών ατόμων.

Έπειτα, ακολουθούν τα γυρίσματα της ταινίας· ακόμα και με πενήντα άτομα στο πλατό, ακόμα και όταν περιβάλλεσαι από άλλους, συχνά είσαι μόνος,

Κι αυτό διότι ως σκηνοθέτης είσαι εσύ εκείνος που αποφασίζει, που δημιουργεί την ταινία και που έχει τον τελικό λόγο, λαμβάνοντας τις αποφάσεις ακόμα και με τη βοήθεια των συνεργατών.

Η έννοια της μοναξιάς στον κινηματογράφο μου φαίνεται σημαντική και έχω μάθει να ζω με αυτήν.

Είναι, για εσάς, το σινεμά μια πρακτική τόσο χειροποίητη όσο και η «πλαστογράφηση» χαρτονομισμάτων;

Είναι αλήθεια πως υπάρχει κάτι κοινό.

Η δημιουργία ταινιών σημαίνει τη δημιουργία του πραγματικού από το τεχνητό, ή του τεχνητού από το πραγματικό και παραμένει μια χειροποίητη διαδικασία. Πρέπει πάντα να αυτοσχεδιάζεις.

Ακόμα και σε μια παραγωγή μεγάλου προϋπολογισμού με μεγάλο συνεργείο -όπως συνέβη με τον Παραχαράκτη- όλα μπορούν να σταματήσουν επειδή ένα αυτοκίνητο δεν παίρνει μπροστά ή μια πόρτα δεν ανοίγει σωστά, και χρειάζεσαι κάποιον για να το επισκευάσει.

Έτσι, συχνά περιλαμβάνει λίγο μαστόρεμα, κι αυτό την κάνει διασκεδαστική.

Ανεξάρτητα από το πόσο πολύ προετοιμάζεσαι ή πόσο προηγμένη είναι η τεχνολογία, η κινηματογράφηση παραμένει μια διαδικασία μαστορέματος, στοχασμού και αυτοσχεδιασμού. Με λίγα λόγια, κάτι χειροποίητο.

Το Ο Παραχαράκτης εξερευνά ακόμα τις έννοιες του «γνήσιου» και του «πλαστού».

Στην πραγματικότητα -αλλά και στην τέχνη- πόσο εύκολο είναι αυτές να διαχωριστούν, ιδίως στον καιρό της Τεχνητής Νοημοσύνης και των «fake news»;

Το να κάνεις ένα φιλμ σημαίνει να πάρεις μια αληθινή ιστορία και να δημιουργήσεις μια ιστορία που μοιάζει αληθινή, μερικές φορές διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα.

Ο Παραχαράκτης δεν είναι μια βιογραφική ταινία για μια ιστορική προσωπικότητα της οποίας η πραγματική ιστορία θα γινόταν ενοχλητική, αν κάποιος άρχιζε να την παραποιεί.

Ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο -το θέμα μιας ταινίας-, αλλά αυτή είναι η δική μου οπτική για τον Μπογιάρσκι. Είναι ο δικός μου Μπογιάρσκι.

Αν κάποιος άλλος σκηνοθέτης είχε γυρίσει μια ταινία γι αυτόν, τα πράγματα θα ήταν και πάλι διαφορετικά.

Ήξερα αμέσως τι με γοήτευε στην αληθινή ιστορία -τα στοιχεία που ήθελα να τονίσω και αυτά στα οποία ήθελα να προσπαθήσω να παραμείνω πιστός-, αλλά σε κάποιο σημείο, η μυθοπλασία ανέλαβε τα ηνία:

Αυτό δεν είναι ένα ντοκιμαντέρ· δεν είμαι ντοκιμαντερίστας. Ήθελα να αφηγηθώ αυτήν την ιστορία υπό από το πρίσμα της μυθοπλασίας και του κινηματογράφου.

Το καλύτερο κομπλιμέντο το οποίο έλαβα προήλθε από την κόρη του Μπογιάρσκι, την Άννα Μπογιάρσκι, που βλέπουμε στην ταινία ως παιδί και έφηβη, και τώρα είναι 77 ετών.

Μετά την κυκλοφορία της ταινίας, μου είπε: «Δεν είναι όλα αλήθεια, αλλά όλα είναι σωστά».




Το φιλμ έχει επίσης να κάνει με την ανάγκη για αναγνώριση η οποία, όταν συγκρούεται με τη νομιμότητα, μπορεί να είναι σχεδόν αδύνατο να πραγματωθεί. Πόσο σημαντικό είναι κάθε άνθρωπος να αναγνωρίζεται για ό,τι αξίζει;

Η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός άνδρα ο οποίος γίνεται παραχαράκτης επειδή θέλει να στηρίξει την οικογένειά του και δεν μπορεί να εργαστεί στο επάγγελμα που επιθυμεί - του μηχανικού.

Στη συνέχεια, ανακαλύπτει μια καλλιτεχνική χροιά στον εαυτό του ως παραχαράκτη. Ωστόσο, όπως κάθε καλλιτέχνης, τελικά λαχταρά την αναγνώριση που ξεπερνά τα χρήματα.

Αυτό είναι κάτι το οποίο κατανοώ αρκετά καλά, επειδή κι εγώ ο ίδιος έχω βρεθεί σε αυτήν τη θέση ως σκηνοθέτης - διαφορετικά, αλλά με ορισμένες ομοιότητες.

Όταν ήμουν πολύ νεότερος, έκανα ταινίες που άρεσαν στο κοινό και σημείωσαν τεράστια επιτυχία, αλλά δεν έλαβαν καμία αναγνώριση από τους κριτικούς ή τη βιομηχανία.

Κάποια στιγμή, επέλεξα να αλλάξω κατεύθυνση και να εξερευνήσω άλλα είδη θεμάτων, ώστε να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο έβλεπαν οι άλλοι εμένα και το έργο μου.

Επομένως, κατανοώ πλήρως το ζήτημα της αναγνώρισης και το θεωρώ σημαντικό.

Εκ προθέσεως ή όχι, ο Παραχαράκτης λέει πολλά για τη μεταπολεμική εποχή στην οποία εκτυλίσσεται, όσο και για το σήμερα, ιδίως σε σχέση με τη θεσμική και κοινωνική μεταχείριση των μεταναστ(ρι)ών.

Θελήσατε συνειδητά να αναδείξετε την ασυμβατότητα μεταξύ των μεγαλόπνοων ιδεωδών της «Ελευθερίας, Ισότητας, Αδελφοσύνης» με τη βιωμένη πραγματικότητα των «τριτοκοσμικών» μεταναστ(ρι)ών σε Ευρώπη και Γαλλία;

Αυτό ήταν πράγματι μέρος του θέματος της ταινίας. Επικεντρώνεται σε έναν Πολωνό μετανάστη στη μεταπολεμική εποχή, μια περίοδο κατά την οποία η Γαλλία καλωσόρισε διαδοχικά κύματα μετανάστευσης Πολωνών, Ιταλών και Ισπανών.

Πάντα υπήρχε δυσκολία με την ενσωμάτωση: έρχονταν για να εκτελέσουν μια συγκεκριμένη εργασία και τα πράγματα περιπλέκονταν μόλις έβγαιναν από αυτό το πλαίσιο.

Ο Μπογιάρσκι ήρθε στη Γαλλία κατά τη διάρκεια του πολέμου και έμεινε επειδή ερωτεύτηκε μια Γαλλίδα και την παντρεύτηκε.

Αν και η εκπαίδευσή του θα έπρεπε να τον οδηγήσει σε καριέρα μηχανικού, δεν έγινε ποτέ μηχανικός, κυρίως επειδή ήταν Πολωνός. Αυτό το γεγονός έλεγε πολλά τότε και παραμένει επίκαιρο μέχρι σήμερα.

Ενσάρκωσε ο, για άλλη μια φορά εξαιρετικός, Ρεντά Κατέμπ τον υπαρξιακά/πολιτισμικά «Άλλο», αν και δεν είναι πολωνικής, αλλά αραβικής καταγωγής;

Τι ειδικότερα αναζητούσατε στον χαρακτήρα του Μπογιάρσκι και γιατί ήταν ο Ρεντά Κατέμπ ο πιο κατάλληλος υποψήφιος γιαυτόν τον ρόλο;

Έγραψα την ταινία για τον Ρεντά. Επικοινώνησα μαζί του πριν καν ξεκινήσω το σενάριο για να δω αν ενδιαφερόταν για την ιστορία και αν ήταν πρόθυμος να συμμετάσχει. Απάντησε αμέσως «Ναι», και μετά άρχισα να γράφω.

Ήταν ένας πολύπλοκος χαρακτήρας και πίστευα ότι το κοινό θα μπορούσε να ταυτιστεί μαζί του, επειδή ο Ρεντά είναι ένας ταλαντούχος, εξαιρετικά φίνος ηθοποιός, με τον οποίο ονειρευόμουν από καιρό να συνεργαστώ.

Έχει επίσης τη σωματική διάπλαση που ταίριαζε με την εικόνα που φανταζόμουν πως θα μπορούσε να έχει για τον Μπογιάρσκι ένας θεατής.

Ομολογουμένως, δεν είναι Πολωνός, αλλά οι αλγερινές ρίζες του και το μεταναστευτικό του υπόβαθρο βρήκαν απήχηση στο κοινό.

Πιστεύω ότι οι θεατές συνδέθηκαν με αυτό, επιτρέποντας μια ισχυρότερη ταύτιση με τον χαρακτήρα του Μπογιάρσκι.

Αισθάνθηκα πως ήταν πιο ενδιαφέρον να δουλέψω μέσα από το φίλτρο ενός ηθοποιού με διαφορετικό υπόβαθρο που βρίσκεται στη Γαλλία διατηρώντας αυτό το υπόβαθρο, όπως ακριβώς είχε συμβεί κάποτε στον Μπογιάρσκι.

Νομίζω ότι το κοινό το ένιωσε πραγματικά.




Ο μυθοπλαστικός χαρακτήρας του Επιθεωρητή Ματεΐ (ίσως και το πραγματικό πρόσωπο) είναι επίσης ενδιαφέρων. Φαίνεται να τρέφει κρυφό θαυμασμό για τη δεξιοτεχνία του Μπογιάρσκι. Τι νομίζετε;

Αυτός ο χαρακτήρας υπήρχε όντως. Το όνομά του δεν ήταν Ματεΐ, αλλά Εμίλ Μπεναμπού, και κυνηγούσε τον Μπογιάρσκι για δώδεκα ή δεκατρία χρόνια. Έτρεφε θαυμασμό για αυτόν.

Σε μια συνέντευξή της, η σύζυγός του είχε πει πως ο Μπεναμπού ήταν γεμάτος θαυμασμό, εντυπωσιασμένος, ακόμη και εμμονικός.

Ωστόσο, μόλις γνώρισε και συνέλαβε τον Μπογιάρσκι, ευχόταν να είχε περισσότερο χρόνο να τον συναντήσει.

Έτσι, επινοήσαμε μερικές σκηνές που δε συνέβησαν στην πραγματικότητα- συμπεριλαμβανομένης εκείνης στο μπαρ, η οποία φαίνεται να έχει απήχηση σε πολλούς θεατές και να τους αφήνει μια διαρκή εντύπωση.

Ήταν σημαντικό για αυτούς τους δύο χαρακτήρες να έχουν χρόνο να μιλήσουν.

Σε κάθε περίπτωση, ο Επιθεωρητής έτρεφε βαθύ θαυμασμό για αυτόν τον άνθρωπο, τον οποίο θεωρούσε εξαιρετικά λαμπρό και πολύ έξυπνο. Τον ίδιο θαυμασμό έτρεφε και ο Μπογιάρσκι για τον Επιθεωρητή.

Για πολλά χρόνια, ο Μπογιάρσκι ήταν το «μαύρο πρόβατο» και ο νούμερο ένα δημόσιος κίνδυνος για την Τράπεζα της Γαλλίας. Σήμερα, τυγχάνει θεϊκής αναγνώρισης.

Υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους παραχαράκτες όλων των εποχών λόγω της εφευρετικότητάς του, της εμμονής του με την τελειότητα και του ότι τα χαρτονομίσματα της Τράπεζας της Γαλλίας ήταν τα δυσκολότερα στην παραχάραξη εκείνη την εποχή.

Από γραφιστικής άποψης ήταν εξαιρετικά περίπλοκα, η χρωματική παλέτα ήταν πολύ εκτεταμένη και όλες οι τεχνικές που χρησιμοποιούνταν τότε ήταν μοναδικές.

Συγκριτικά, το δολάριο έχει αλλάξει ελάχιστα. Δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου χρώμα -μόνο ασπρόμαυρο με μια πινελιά πράσινου- και το σχέδιο είναι εξαιρετικά απλό.

Αυτό σίγουρα δεν ισχύει για τα χαρτονομίσματα που κατάφερε να πλαστογραφήσει ο Μπογιάρσκι.

Ευχαριστώ θερμά την Katell Magat (Time Art Agency) για την πολύτιμη συνδρομή της στον προγραμματισμό και την υλοποίηση της συνέντευξης.

Ο Παραχαράκτης πραγματοποίησε την ελληνική πρεμιέρα του στο πλαίσιο του 26ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου Ελλάδος.

Η φωτογραφία του σκηνοθέτη είναι του Βαγγέλη Πατσιαλού.

Η ταινία του Ζαν-Πολ Σαλομέ Ο Παραχαράκτης προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 25 Ιουνίου σε διανομή της Rosebud.21.



Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Drew Daniel: «Θέλουμε μουσική φτιαγμένη από θόρυβο, και θόρυβο που διακόπτει τη μουσική»

 

Matmos

Προερχόμενο από τις Η.Π.Α., το ντουέτο πειραματικής ηλεκτρονικής μουσικής των Matmos (Drew Daniel και M.C. Schmidt) μετατρέπει το κοινότοπο σε απολαυστική -και ενίοτε ανησυχητική- μουσική εμπειρία.

Λίγες μέρες πριν την πολυαναμενόμενη συναυλία τους στην Αθήνα την Κυριακή 28 Ιουνίου, κουβεντιάζουμε επί παντός του επιστητού με τον Drew Daniel.

Οι Matmos πήραν το όνομά τους από μια λίμνη από διαβολική γλίτσα που παρουσιάζεται στην ταινία επιστημονικής φαντασίας του Roger Vadim, Barbarella.

Ποια είναι η σύνδεση μεταξύ της αγάπης σας για αυτήν την ταινία, την επιστημονική φαντασία ως είδος, τον κινηματογράφο γενικότερα και την προσέγγισή σας στη δημιουργία τέχνης;

Drew Daniel: Είδα την Barbarella όταν ήμουν παιδί - ίσως πολύ μικρός για να δω ένα τόσο σεξουαλικά φορτισμένο φιλμ.

Όσο ανόητη κι αν είναι αυτή η ταινία από πολλές απόψεις, το ουτοπικό σεξουαλικό και πολιτικό όραμά της μου άρεσε πραγματικά:

H camp στάση απέναντι στον πόλεμο και τη σεξουαλικότητα ως πρωτόγονες συμπεριφορές που μπορούσαν να αντικατασταθούν από την τεχνολογία ήταν ξεκαρδιστική και ταυτόχρονα ανατρεπτική.

Νομίζω πως αυτές οι πρώτες αναμνήσεις της αισθητηριακής εμπειρίας του ταξιδιού σε ένα «αλλού» μου κόλλησαν και επιδεινώθηκαν όταν είδα το Liquid Sky όταν ήμουν λίγο μεγαλύτερος.

Θα έλεγα ότι, προς το παρόν, ο Martin (σημ.: M.C. Schmidt) είναι αυτός στο συγκρότημα ο οποίος διαβάζει πραγματικά πολλή επιστημονική φαντασία.

Εκτός από τον Philip K. Dick και την Octavia Butler, δε διαβάζω και πολύ επιστημονική φαντασία πλέον.

Αλλά η αίσθηση ενός ολοκληρωμένου κόσμου από νέους ήχους, εικόνες, ρούχα, τρόπους ύπαρξης (συμπεριλαμβανομένων των σεξουαλικών τρόπων ύπαρξης) που επιβάλλει η επιστημονική φαντασία είναι αισθητικά εμπνευστικό, ακόμη και τώρα.

Μιλώντας για τέχνη, είστε διάσημοι για το ότι μετατρέπετε το ταπεινό -ακόμα και το κοινότοπο- σε μια συχνά εξαιρετική, αταξινόμητη, ανησυχητική και κατά καιρούς απολαυστική ηχητική εμπειρία/αμάλγαμα.

Υπάρχει ανάταση στο κοινότοπο - ίσως και ποίηση;

D.D.: Ναι, χαίρομαι που το πρόσεξες.

Η παρόρμηση να δημιουργηθεί ένας ηχητικός «άλλος κόσμος» ο οποίος είναι πολύ συνηθισμένος στην ηλεκτρονική μουσική πλέον είναι από πολλές απόψεις αυτό που οι ώριμοι Matmos έχουν καταλήξει να αντιστρέψουν και να απορρίψουν:

Τείνουμε να εστιάζουμε σε ό,τι είναι ήδη παρόν, εδώ και τώρα, γύρω μας καθημερινά στον οικιακό χώρο και να φανταζόμαστε πως αυτές οι εμπειρίες του πλυσίματος ρούχων ή της αντιμετώπισης ενός μεγάλου σωρού από πλαστικά σκουπίδια θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πύλη προς έναν άλλο κόσμο μέσα στον ήδη δοσμένο.

Ακούγοντας επισταμένως ή δίνοντας προσοχή σε ήσυχους ήχους ή ενισχύοντάς τους και αποξενώνοντάς τους, μπορεί να απελευθερωθεί κάτι αποθηκευμένο ως ένα είδος κινητικής ενέργειας μέσα στην καθημερινή ζωή.

Music or Noise? (Μουσική ή Θόρυβος;) «αναρωτιέστε» στο Return to Archive. Πώς διαχειρίζεστε αυτό το υποτιθέμενο «δίλημμα»;

D.D.: Θέλουμε μουσική φτιαγμένη από θόρυβο, και θόρυβο που διακόπτει τη μουσική, και να γίνει ο θόρυβος πηγή μουσικής, παίρνοντας τη μουσική και υποβαθμίζοντάς την σε θόρυβο: όλες οι σχέσεις είναι πιθανές.

Νομίζω ότι τελευταία υπάρχει μια πιο βίαιη ταλάντωση εκκρεμούς πέρα ​​δώθε μέσα σε μεμονωμένα τραγούδια ή μεταξύ άλμπουμ.

Σίγουρα, το άλμπουμ Return to Archive στη Folkways είναι αυτό που έχει επενδύσει περισσότερο στον θόρυβο ως πηγή, και η συμμετοχή της Evicshen και του Aaron Dilloway προωθεί αυτήν την πιθανότητα ένα βήμα παραπέρα.

Ανεξάρτητα από και πέρα ​​από οποιαδήποτε περαιτέρω χαρακτηριστικά, στην ουσία είστε μια πειραματική δημιουργική οντότητα.

Πώς ορίζετε τον πειραματισμό, σε ποιο βαθμό τον αντιλαμβάνεστε ως πολιτική πρόταση/δήλωση και με ποιους τρόπους διαμορφώνεται από το ακαδημαϊκό σας υπόβαθρο, χωρίς ωστόσο να γίνεται απλώς μια πνευματική άσκηση;

D.D.: Το πιο πραγματικά «πειραματικό» άλμπουμ μας ήταν το The Marriage of True Minds, στον βαθμό που πραγματοποιήσαμε παραψυχολογικά πειράματα και φτιάξαμε μουσική από τα αποτελέσματα.

Αν, όμως, το ακούσεις, το τελικό προϊόν απέχει πολύ από ένα είδος «μαύρου κουτιού» στην προσέγγιση του πειραματισμού.

Έτσι, η εννοιολογική διάσταση της διαδικασίας μας είναι πολύ σημαντική για την αιτιώδη αλυσίδα που ξεκινά τα άλμπουμ και τα τραγούδια, αλλά δεν είναι απαραίτητα εμφανής φτάνοντας στο τελικό αποτελέσμα.

Δεν ακουγόμαστε πάντα σαν «πειραματική μουσική», αν αυτή ορίζεται από τις πρωτοποριακές πρακτικές των μέσων του 20ού αιώνα που εδραίωσαν ένα συγκεκριμένο σύνολο προσδοκιών και σιωπηρών κανόνων:

David Tudor, John Cage, Nam June Paik, Charlotte Moorman, Tod Dockstader, Christian Wolf, Pauline Oliveros.

Σεβόμαστε αυτήν την παράδοση, αλλά από την απαραίτητη απόσταση, και δε θα ισχυριζόμασταν ότι αποτελούμε μέρος της υπό οποιαδήποτε άμεση έννοια.

Διασκεδάζουμε και βελτιώνουμε τα αποτελέσματα μέχρι να μας ακουστούν «καλά» - αυτό δεν είναι πειραματική μουσική με την αυστηρή έννοια. Και είναι εντάξει!

Το A Chance to Cut Is a Chance to Cure είναι ταυτόχρονα μακάβριο και παιχνιδιάρικο - μια ισορροπία η οποία κυριαρχεί στο μεγαλύτερο μέρος του έργου σας.

Πώς τη διατηρείτε καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας σας; Είναι οι ρήξεις -στη ζωή, καθώς και στην τέχνη- θεραπευτικές;

D.D.: Έχω σίγουρα δημιουργήσει μοτίβα ή δομές συγχορδιών ή τόνους που αποτελούν ένα είδος αυτο-καταπραϋντικής μορφής ακουστικής θεραπείας.

Ωστόσο, από τη στιγμή κατά την οποία κάτι γίνεται πρώτη ύλη για τους Matmos, πρέπει να υπερβαίνει τον εγωισμό μου.

Πρέπει να λειτουργήσει και για τον Martin, που έχει επικαλυπτόμενα αλλά ξεχωριστά γούστα, και συχνά είναι αρκετά επικριτικός απέναντι σε πράγματα, αν αυτά επιμένουν να είναι «όμορφα».

Δεν του αρέσει ούτε η drone μουσική, οπότε υπάρχουν πράγματα τα οποία μπορεί να κάνω σόλο ή να τα βάλω στους σόλο δίσκους μου, που απλά δε θα μπουν σε κυκλοφορία των Matmos.

Νομίζω πως χρησιμοποιώ την The Soft Pink Truth (το σόλο έργο μου) ως πηγή προσωπικής έκφρασης συναισθημάτων, ενώ οι Matmos είναι πιο διαλογικοί- αν και η διαλογική συνθήκη είναι επίσης θεραπευτική.

Αυτά πληρώνεις για να βιώσεις τη θεραπεία!

Το The Civil War θα μπορούσε να περιγραφεί ως «folktronica», με την έννοια ότι ενσωματώνει φολκ στοιχεία σε ένα ηλεκτρονικό μουσικό πλαίσιο. Πώς συνδέεστε με τις βορειοαμερικανικές πολιτισμικές σας ρίζες;

D.D.: Είναι ένα πραγματικά ενδιαφέρον και επίκαιρο θέμα.

Τι είναι η «αμερικανική» μουσική και γιατί να παίξουμε μαζί της τώρα;

Ο τρόπος με τον οποίο ένα τραγικό και εγκληματικό παρελθόν που περιελάμβανε δουλεία και απαγωγές έφερε Αφρικανούς στις Η.Π.Α., και οι συγκρούσεις και οι αναμείξεις οι οποίες προέκυψαν από αυτό αποτελούν παράδειγμα ενός ακούσιου και βαθιά θετικού αποτελέσματος ενός γεγονότος που δεν θα έπρεπε να είχε συμβεί.

Έτσι, ακούγοντας ένα όργανο όπως το μπάντζο, πρέπει να ακούσεις σε αυτό τόσο τη μουσική των Απαλλαχίων την οποία έπαιζαν οι Άγγλοι, Ιρλανδοί και Σκωτσέζοι μετανάστες, όσο και τους αφρικανικούς ρυθμούς, τα μοτίβα και τις μελωδίες που έρχονταν στα πλοία τα οποία μετέφεραν σκλάβους.

Οι Η.Π.Α. είναι καλύτερες όταν μπορούν να ενεργοποιήσουν αυτές τις συζητήσεις με έναν ανοιχτό τρόπο.

Προς το παρόν, στην εποχή του Τραμπ, υπάρχουν τόση απληστία, άγνοια και προσποίηση που είναι δύσκολο να συσχετιστεί κάποιος με το «αμερικανικό» ιδανικό ως ζωντανή ή πραγματική παράδοση.

Αλλά ελπίζω ότι με τον καιρό η κατάρρευση της πολιτικής μας τάξης θα ανοίξει νέες δυνατότητες για το πώς σχετιζόμαστε με τα πράγματα που έχουμε κληρονομήσει.

Νομίζω ότι στους Matmos είναι κάτι για το οποίο αμφιταλαντευόμαστε όσον αφορά στο να είμαστε σαφείς.

Επίσης, ο Μartin κατάγεται από την Καλιφόρνια και εγώ μεγάλωσα στο Κεντάκι, επομένως προερχόμαστε από πολύ διαφορετικά μέρη της χώρας, με διαφορετικές μουσικές υποκουλτούρες. Κανείς δε μιλάει εκ μέρους των Η.Π.Α.

Το The Rose Has Teeth in the Mouth of a Beast είναι ένας φόρος τιμής στους/στις ΛΟΑΤΚΙΑ+ ήρωες/ηρωίδες σας. Γιατί νιώσατε την ανάγκη να αναδείξετε αυτές τις αναφορές;

D.D.: Κατά έναν περίεργο τρόπο, μπορεί να είναι μια παρενέργεια των συνεντεύξεων. Επειδή είμαστε ομοφυλόφιλοι, μάς ρωτούν για το τι σημαίνει αυτό ή/και πώς μπορεί να συνδέεται με όσα κάνουμε μουσικά.

Έτσι σκεφτήκαμε, γιατί να μη φτιάξουμε κάτι εξαιρετικά διδακτικό και άμεσο σχετικά με αυτό, αλλά να το διασκεδάσουμε κιόλας;

Ειλικρινά, αυτό το άλμπουμ ήταν εμπνευσμένο από την ανάγνωση ενός βιβλίου για την εννοιολογική τέχνη της Lucy Lippard το οποίο απαριθμούσε όλα αυτά τα κλασικά έργα εννοιολογικής τέχνης.

Σκέφτηκα έναν σωρό τίτλους που θα συνέδεαν ένα κουίρ άτομο με ένα αντικείμενο ή μια ενέργεια.

Έτσι, κατέληξα στο Roses and Teeth for Ludwig Wittgenstein ως τίτλο τραγουδιού προτού υπάρξει ένα τραγούδι ή ένα άλμπουμ το οποίο θα το συνόδευε, και μετά συνθέσαμε περισσότερα τραγούδια και το άλμπουμ απλώς προέκυψε.

Ήταν πολύ διασκεδαστικό που το φτιάξαμε, και φυσικά η λίστα θα μπορούσε να συνεχιστεί επ’ αόριστον.

Υπάρχουν πολλοί κουίρ ήρωες και ηρωίδες τους οποίους/τις οποίες πρέπει να γιορτάσουμε. Χαίρομαι που γνωρίσαμε τον James Bidgood και ερμηνεύσαμε αυτό το τραγούδι ως μια ευγενική σερενάτα, με το Anohni να τραγουδάει.

Το Supreme Balloon είναι ένα vintage, spaced-out ποπ αριστούργημα. Το επικό ομώνυμο κομμάτι, επηρεασμένο από τον Terry Riley, ειδικότερα, θα μπορούσε εύκολα να είναι outtake του A Rainbow in Curved Air.

Τι είναι ποπ, κατά τη γνώμη σου, και τι πιστεύεις για τον Terry Riley;i

D.D.: Είχαμε την μεγάλη τιμή να παίξουμε μουσική με τον Terry Riley πολλές φορές: στη Ρώμη στη Santa Cecilia και στο Λος Άντζελες στην Όπερα του Λος Άντζελες, και επίσης κάναμε ένα τραγούδι μαζί του στο σπίτι του (πριν μετακομίσει στην Ιαπωνία).

Η μουσική του Terry είναι όμορφη, συγκλονιστική, funky, μυστικιστική, χρονοστρεβλωτική... πραγματικά ένα πρότυπο για το πώς να ζεις μια ζωή γεμάτη δημιουργική δέσμευση και εξερεύνηση.

Η έννοια της μουσικής συνθεσάιζερ μακράς μορφής είναι κάτι που έχει περισσότερες ρίζες στις ακουστικές πρακτικές του Μartin και στη γενική του τεχνογνωσία σχετικά με τους συνθεσάιζερ και τους sequencers και τον τρόπο λειτουργίας τους.

Είμαι περισσότερο πειραματιστής αλλά λιγότερο έμπειρος με αυτά τα εργαλεία..

Έχουμε επανέλθει κατά καιρούς σε αυτήν την εποχή ως σημείο αναφοράς, χειριζόμενοι κομμάτια από τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 από τον Boguslaw Schaeffer, για παράδειγμα.

Tελευταία, δουλεύουμε πάνω σε μερικές διασκευές τραγουδιών του Piero Umiliani.

Αυτή η εποχή του πειραματισμού και της αποτίναξης των περιορισμών εξακολουθεί να είναι εμπνευστική.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη καταλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερο χώρο στην καθημερινότητά μας.

Πώς μπορεί να μεταμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε, βιώνουμε και απολαμβάνουμε τη μουσική, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο η μουσική -πειραματική ή όχι- συλλαμβάνεται και παράγεται;

D.D.: Δε θέλω να αποκλείσω κανένα εργαλείο με βιαστικό και απότομο τρόπο.

Είναι, ωστόσο, πολύ δύσκολο να ενθουσιαστεί κάποιος με την Τεχνητή Νοημοσύνη, δεδομένης της αρπακτικής στάσης απέναντι στην ανθρώπινη δημιουργικότητα που τείνουν να υιοθετούν οι οικονομικοί παράγοντες οι οποίοι την ενθαρρύνουν.

Η ιδέα ότι οι άνθρωποι κατασκευάζουν σκέψη και δημιουργούν μηχανές είναι πολύ παλιά και συναρπαστική. Θα αμφισβητήσει πολλές από τις ιδέες μας σχετικά με την πρωτοτυπία, την οικειοποίηση, την ιδιοκτησία και την κοινή χρήση του πολιτισμού.

Νομίζω πως έχει ανατρέψει πολλές από τις πάγιες αξίες οι οποίες υποστήριζαν την κουλτούρα του sampling και τις πρώιμες άμυνες της τεχνολογικά εκφραστικής μουσικής (την κατηγορία ότι τα ντραμς θα έβλαπταν τους ανθρώπους ντράμερ, κ.λπ.)

Προσωπικά, δε μου αρέσει να δουλεύω με ήχο παραγόμενο από Τεχνητή Νοημοσύνη επειδή μου αρέσει να δημιουργώ ήχους.

Αυτό, όμως, έχει να κάνει και με το πρόβλημα των εργαλείων δημιουργίας μουσικής που βασίζονται σε άμεσες κινήσεις, τα οποία ως επί το πλείστον εκπέμπουν έναν επιβλαβή μέσο όρο προϋπαρχόντων ειδών:

Ζητάς, λοιπόν, ένα τραγούδι house μουσικής για την υποβολή της φορολογικής σου δήλωσης και παίρνεις κάτι που είναι ο μέσος όρος 200 άλλων τραγουδιών house μουσικής. Αυτό δεν είναι και τόσο ενδιαφέρον για μένα - ακόμα.

Αλλά είναι ακόμα νωρίς. Μου αρέσει αυτό που κάνουν τα DadaBots και το Wobbly έχει παρουσιάσει μερικές ενδιαφέρουσες μελέτες περιπτώσεων για ανθρώπους που χρησιμοποιούν δημιουργικά την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Είμαι λοιπόν σκεπτικιστής, αλλά όχι σκληροπυρηνικός.

Είναι η Τραμπική, δυστοπική Βόρεια Αμερική μια πολιτιστική ερημιά ή υπάρχουν και θύλακες αντίστασης; Αν ναι, πού εντοπίζονται;

D.D.: Εκατομμύρια από εμάς απεχθανόμαστε τον Τραμπ και όλοι σκεφτόμαστε πολύ παρόμοια πράγματα γι’ αυτόν, λαχταρώντας την απουσία του, περιμένοντας να περάσει αυτή η στιγμή ή φανταζόμενοι ενεργά εναλλακτικές λύσεις.

Δεν είναι ότι το 100% της Αμερικής τον αγαπάει με οποιονδήποτε τρόπο: δες όλες τις απόπειρες δολοφονίας.

Έχει κάνει περίπου το 30% της χώρας να πιστεύει μανιωδώς όλα όσα λέει, αλλά σε συνδυασμό με το 25% που θα ψηφίσει όποιον υπόσχεται μια καλύτερη οικονομική κατάσταση, αυτό είναι αρκετό για να κερδίσει τις εκλογές.

Είναι, λοιπόν, μια γκροτέσκα, άσχημη εποχή.

Είναι λυπηρό και ντροπιαστικό για εμάς, αλλά μοιραίο για τους ανθρώπους τους οποίους η ICE σκοτώνει στους δρόμους ή αγνοούνται στα στρατόπεδα κράτησης.

Βλέπω αντίσταση σε χάρντκορ σκηνές, μέταλ σκηνές, πανκ συναυλίες, σε αναγνώσεις ποίησης, σε εκδηλώσεις για ανθρώπους που νοιάζονται για τις τέχνες ή τις ανθρωπιστικές επιστήμες, σε noise συναυλίες, σε τζαζ συναυλίες, στο DMV.

Αλλά είναι απογοητευτικό και τρομακτικό όταν πετάς στην άλλη άκρη της Αμερικής, πρέπει να σκοτώσεις την ώρα σου στο αεροδρόμιο και ξαφνικά βλέπεις αυτές τις ορδές οι οποίες έχουν υποστεί πλύση εγκεφάλου και συνειδητοποιείς πως υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι που εξακολουθούν να αγαπούν αυτόν τον τύπο.

Βλέπεις φωτογραφίες από γιαγιούλες να κρατούν πλακάτ τα οποία γράφουν ότι υποστηρίζουν την απέλαση των γειτόνων τους. Είναι ένας γαμημένος εφιάλτης.

Και αυτή η εποχή δε θα τελειώσει με την αποχώρηση του Τραμπ, επειδή εκατομμύρια συμπολίτες μου την ήθελαν και φάνηκαν να την απολαμβάνουν ως θέαμα. Η αντιμετώπιση μιας τέτοιας πραγματικότητας δεν είναι εύκολη.

Την Κυριακή 28 Ιουνίου επιστρέφετε στην Αθήνα στο πλαίσιο της Scenius Series για μια ιδιαίτερη συναυλία. Πώς νιώθετε όταν ταξιδεύετε στην Ευρώπη;

D.D.: Aυτό που κυρίως σκέφτομαι είναι: «Επιτέλους θα φάμε νόστιμο φαγητό και θα βρεθούμε κοντά σε έξυπνους ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι και τόσο χάλια».

Ανυπομονώ να επιστρέψω στην Αθήνα!

Ευχαριστώ θερμά τον Drew Daniel για την ενθουσιώδη ανταπόκρισή του στο αίτημά μου και τον M.C. Schmidt για την υποστήριξή του στη διαδικασία.

Οι Matmos (Drew Daniel και M.C. Schmidt) εμφανίζονται ζωντανά στην Αθήνα την Κυριακή 28 Ιουνίου στο ΠΛΥΦΑ (Κορυτσάς 39, Βοτανικός), 21:00, στο πλαίσιο της Scenius Series.

Opening act: Jay Class Dubs.