Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Σοφία Χιλλ: «Aκόμα κι αν όλα είναι χαμένα, πρέπει να ελπίζεις»

 

Σοφία Χιλλ (Φωτογραφία: Άγγελος Χιλλ)

Μια συνάντηση με την σπουδαία ηθοποιό και ωραίο άνθρωπο, Σοφία Χιλλ, με αφορμή το ανέβασμα της ξαναδουλεμένης εκδοχής της Ιψενικής Νόρας, σε σκηνοθεσία Θεόδωρου Τερζόπουλου, στο Θέατρο Άττις μέχρι και τις 5 Απριλίου.

Συναντιόμαστε μετά από άλλη μια παράσταση της Νόρας. Πώς νιώθετε συνήθως μετά την ολοκλήρωση μιας παράστασης; Ή δεν υπάρχει αυτό το «συνήθως»;

Συνήθως αισθάνομαι ανακούφιση και ησυχία, ιδίως αν έχει συντελεστεί μια ενεργειακή ένωση με το κοινό.

Υπάρχουν, όμως, και φορές που νιώθω ότι όλα είναι «λοξά», πως δεν έχει «κουμπώσει» η αγαπητική σχέση με αυτό, ούτε έχει προκύψει η ενεργειακή ανταλλαγή. Τότε, αισθάνομαι λίγο παράξενα. Αναρωτιέμαι...

... Μήπως φταίω κι εγώ λίγο;

Σίγουρα φταίω. Το κοινό δε φταίει ποτέ, παρότι κι αυτό είναι μια πολύ ζωντανή οντότητα, κάθε βράδυ διαφορετική.

Με τα χρόνια, ωστόσο, οφείλεις ως ηθοποιός να το ακούς, να το αντιλαμβάνεσαι και να συστηθείς σε αυτό, ώστε να πραγματοποιηθεί ο διάλογος.

Η αγαπητική σχέση, στην οποία μόλις αναφερθήκατε, είναι επιλογή από πλευράς σας, συνειδητά ή ασυνείδητα;

Βεβαίως.

Θυμάμαι τα πρώτα χρόνια που βγήκα στο θέατρο, υπήρχαν διάφορες θεωρίες σχετικά με το κοινό, ακόμα και πως είναι εχθρός μας.

Προσωπικά, ερωτεύομαι πάντα το κοινό, ενώ μπορεί να τοποθετώ στην πρώτη σειρά ακόμα και τους νεκρούς.

Όπως είναι ένας έρωτας τον οποίο φαντάζεσαι και δεν τον έχεις ζήσει στην πραγματικότητα, έτσι και στο θέατρο θέλεις να επικοινωνήσεις σε πολύ υψηλό επίπεδο.

Σ’ αυτήν την πρώτη σειρά κάποιου θεάτρου -συμβολικά ή και κυριολεκτικά-, ποια θα ήταν μερικά από τα πρόσωπα -ζωντανά ή νεκρά- που θα θέλατε να βρίσκονται, ακόμα και άνθρωποι από άλλες φάσεις ζωής;

Άνθρωποι από άλλες φάσεις ζωής, ζωντανοί ή νεκροί, με τους οποίους δεν επικοινωνούμε για κάποιους λόγους. Μπορεί να είναι συγγραφείς ή ποιητές που αγαπήσαμε, άνθρωποι οι οποίοι έχουν επηρεάσει αυτό που είμαστε τώρα.

Στη συγκεκριμένη κατηγορία συγκαταλέγονται και οι γονείς σας, έτσι δεν είναι;

Οπωσδήποτε!

Ήταν και το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώσατε αγαπητικό, στοργικό και τρυφερό;

Υπήρχε έρωτας. Το βλέμμα της μητέρας μου, ιδίως, διέθετε την ποιότητα του ανθρώπου που έχει ερωτευτεί όλα της τα παιδιά. Και ήμασταν επτά, οπότε αυτό δεν ήταν εύκολο.

Το βλέμμα του πατέρα, πώς ήταν;

Δεν τον έζησα πολύ τον πατέρα μου, αλλά από την μητέρα μου πήραμε όλοι έρωτα.

Οι δύο τους έζησαν τον τρελό έρωτα ή υπήρχαν και στιγμές ασυμβατότητας;

Υπήρχαν. Η μητέρα μου μού έλεγε, «Δεν μπορείς να ενώσεις τη Δύση με την Ανατολή».  Εκείνη αντιπροσώπευε την Ανατολή. Όταν την πρωτογνώρισε, ο πατέρας μου τής έλεγε, «Είσαι ο Καβάφης μου».

Εκείνη, πώς τον αποκαλούσε;

Μου είχε πει ότι ο πατέρας μου τής έμοιαζε με τον Χριστό, έτσι ξανθός, ψηλός και γαλανομάτης που ήταν!

Υπήρχε αλληλοσεβασμός μεταξύ τους και μια σχέση με υψηλές δονήσεις.

Ο γάμος τους, ωστόσο, δεν κράτησε, σε αντίθεση με τη σχέση. Έβλεπαν τα πράγματα με άλλη ελαφρότητα, όντας παιδιά των δεκαετιών του 1960-70. Βίωσαν τη γνωριμία τους ως μια περιπέτεια. Αυτήν την αίσθηση θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια.

Στο ξεκίνημα της θεατρικής διαδρομής σας, βιώσατε επίσης αυτήν την αίσθηση της περιπέτειας, της εξερεύνησης, της ανάγκης για ανακάλυψη;

Δε σταματάει ποτέ.

Γι’ αυτό και, όταν βρήκα το Θέατρο Άττις, είχα πολλούς λόγους να «κουμπώσω». Πρόκειται για ένα εργαστήρι, ένα πεδίο έρευνας και η σκηνή γίνεται μια πλατφόρμα όπου μπορείς να ανέβεις και να παίξεις με τα υλικά σου.

Αυτό δεν το είχα ξανασυναντήσει στην Ελλάδα.

Ερωτευτήκατε το Άττις με την πρώτη ματιά, με την πρώτη συνεργασία;

Έτσι συνέβη. Όταν βρίσκω κάτι στο οποίο αξίζει να δοθώ, πέφτω με τη μούρη σ’ αυτό.

Στην αρχή, πάντως, το να συμπράττετε στην υλοποίηση του καλλιτεχνικού οράματος του Θεόδωρου Τερζόπουλου θα πρέπει να υπήρξε μια εκφοβιστική εμπειρία, εντός και εκτός εισαγωγικών.

Όταν πρωτοείδα παράσταση στο Άττις, ένιωσα ένα χτυποκάρδι, ότι κάτι μου συνέβαινε. Κι όταν ο Τερζόπουλος μού πρότεινε να αναλάβω μεγάλο ρόλο, προσπάθησα να το αποφύγω, αλλά τελικά δεν το απέφυγα.

Δεν αποφεύγετε τις ευθύνες τις οποίες συνεπάγεται μια επιλογή, ακόμα κι αν είναι αυθόρμητη ή παρορμητική.

Δεν αποφεύγω τις ευθύνες, ανασκουμπώνομαι.

Σταδιακά, αισθανθήκατε πιο επαρκής ως ηθοποιός σε αυτό το πλαίσιο;

Δεν ξέρω τι ένιωθα, ούτε καταλάβαινα τι ακριβώς συνέβαινε, επειδή επρόκειτο για κάτι μεγάλο.

Προσπαθούσα να ανταποκριθώ, ακόμα και σωματικά. Είχα «λιώσει» στην άσκηση, σε βαθμό που στο λεωφορείο μου πρόσφεραν να κάτσω, επειδή νόμιζαν πως ήμουν μεγαλύτερης ηλικίας!

Την επόμενη ημέρα στο θέατρο, ωστόσο, ήμουν άνετη, γιατί αυτήν την απόφαση είχα πάρει.

Σιγά σιγά χτιζόταν κι η αυτοπεποίθησή σας, ή είστε γενικά άνθρωπος με αυτοπεποίθηση;

Είχα αυτοπεποίθηση και πίστη σε αυτό το οποίο έκανα.

Προβάλλοντας τον εαυτό σας στο μέλλον, τον βλέπατε περισσότερο συνδεδεμένο με αυτό το Θέατρο, με αυτόν τον άνθρωπο, με αυτόν τον τρόπο γραφής;

Δεν έβλεπα τον εαυτό μου στο μέλλον, ούτε ως παιδί. «Άνοιγε» ο χρόνος, και ζούσαμε σε οικογενειακό επίπεδο πολύ τη στιγμή. Βιώναμε το τώρα με πολλή ένταση και χαρά.

Ακόμα και σήμερα, δεν μπορώ να τον δω στο μέλλον, κι αυτό μου έχει δημιουργήσει πολλά προβλήματα. Από τότε που απέκτησα τον γιο μου τον Άγγελο προσπαθώ να έχω ένα σχέδιο, αλλά και πάλι μόνο στα πολύ βασικά. Μ’ αρέσει το στοιχείο της έκπληξης.

Χωρίς να τον έχω γνωρίσει προσωπικά, ο Τερζόπουλος μού δίνει εντύπωση ανθρώπου σεμνού και χαμηλών τόνων.

Είναι πολύ σεμνός. Μεγάλωσε σε πολυμελή οικογένεια, έζησε έντονα παιδικά χρόνια, άνοιξε τον δρόμο του μόνος του, μόνος του έφυγε από την Ελλάδα. Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος «γειώθηκε» πολύ νωρίς.

Και αναγνωρίστηκε αρκετά ευρύτερα, πολύ όψιμα.

Στην Ελλάδα, κυρίως. Όταν πρωτομπήκα στο Άττις, ο Τερζόπουλος ήταν ήδη γνωστός στο εξωτερικό και οι παραστάσεις του Θεάτρου συμμετείχαν σε μεγάλα διεθνή φεστιβάλ και μπροστά σε μεγάλο κοινό.

Δεν ταίριαζε, όμως, με τα εδώ δεδομένα. Στην Ελλάδα, λοιπόν, διεξαγόταν μία πάλη. Υπήρξαν παραστάσεις στις οποίες ήρθαν λίγοι άνθρωποι. Ίσως -για εκείνη την εποχή- να ήταν πολλοί.

«Νηρηίδα», «αρχέγονη ρίζα» και «μαγική φωνή», σάς έχει αποκαλέσει η Κλειώ Φανουράκη, σκηνοθέτρια της ταινίας Ξα Μου, όπου πρωταγωνιστείτε, σε συνέντευξή της στην Αγγελική Στελλάκη.

Με ποιο στοιχείο της φύσης θα μπορούσατε να παρομοιάσετε τον εαυτό σας;

Ίσως η εξωτερική μου εμφάνιση παραπέμπει σε Νηρηίδα, ίσως και η αισιοδοξία και η ελαφρότητα που μου αρέσει να διατηρώ. Πολλές φορές, όμως, μπορεί μέσα μου να αισθάνομαι και τριακοσίων ετών.

Τη μαγική φωνή την καλλιεργείτε και τη φροντίζετε ήδη από την πρώιμη ενασχόλησή σας με το τραγούδι.

Στο σπίτι, από την πλευρά του πατέρα μου είχα μπαρόκ και οπερετικά ακούσματα. Απλώς στο Άττις δοκίμασα και άλλα είδη με τα οποία δεν ήμουν εξοικειωμένη ως φοιτήτρια.

Οι υπόλοιποι άνθρωποι -κυρίως οι ηλικιακά μεγαλύτεροι και οι όχι εν ζωή- που πέρασαν από το Άττις, πόσο σάς βοήθησαν στα πρώτα σας βήματα; Βιώσατε το κλίμα ως υποστηρικτικό;

Η Σοφία Μιχοπούλου υπήρξε μια καθοριστική μορφή.

Μου θύμιζε ελιά μανιάτικη, μια πέτρα. Ήταν ένα στέρεο, φυσικό, αναγνωρίσιμο και απόλυτα αναγνώσιμο και καθαρό σημείο αναφοράς. Μου δημιουργούσε ασφάλεια, ησυχία και οικειότητα. Η Σοφία αποτέλεσε μια εγγύηση για εμένα.

Μοιράστηκα και το καμαρίνι μαζί της επί αρκετά χρόνια, καθώς συνήθως ήμασταν δυο κορίτσια στις παραστάσεις, η Σοφία και εγώ. Οι δύο Σοφίες! (Γέλιο).

Ήταν ένας πολύ διακριτικός, ανεξάρτητος άνθρωπος, καθόλου παρεμβατικός.

Κατά τις κατοπινές δεκαετίες στο Άττις, έχετε νιώσει κάποια ανασφάλεια -ακόμα και φόβο- σε σχέση με την υποκριτική επάρκειά σας σ’ αυτό το σύμπαν, στην οποία αναφέρθηκα και νωρίτερα;

Τον πρώτο καιρό αισθανόμουν πως έχω εκτεθεί. Με τα χρόνια, όμως, συνειδητοποίησα ότι στο θέατρο, όπως και σε άλλες μορφές τέχνης, το μεγάλο μάθημα είναι η έκθεση.

Όσο μεγαλώνω, γίνομαι πιο ψύχραιμη. Όπως συμβαίνει και στη ζωή, έτσι και όσον αφορά στο θέατρο λέω «Δεν πειράζει» σε σχέση με κάτι το οποίο δεν πήγε καλά. Συγχωρώ τον εαυτό μου που είναι μικρός και δεν τα κάνει όλα «σωστά».

Παρακολουθώντας την ξαναδουλεμένη θεατρική εκδοχή της Νόρας, η οποία παρουσιάζεται στο Άττις μέχρι και τις 5 Απριλίου, συνειδητοποίησα πόσο (πρωτο)φεμινιστικό κείμενο θα μπορούσε να θεωρηθεί.

Έχει να κάνει με τη γυναικεία χειραφέτηση, ότι δηλαδή μια γυναίκα αποφασίζει να πάει κόντρα σε αυτό που ήταν προκαθορισμένο.

Το ενδιαφέρον, ωστόσο, με όλα τα μεγάλα κείμενα, όπως και με τις αρχαίες τραγωδίες, είναι πως πηγαίνουν πέρα από τα φύλα. Αφορούν στο ον, στον άνθρωπο, είναι βαθιά ανθρωποκεντρικά.

Με αυτήν την έννοια, η Νόρα θα μπορούσε να είναι και άντρας. Γι’ αυτό και τα οντολογικά έργα υπερβαίνουν το κοινωνικό πλαίσιο.

Εκτίμησα, εξάλλου, την αφαιρετική προσέγγιση, γεγονός κρίσιμο και αναγκαίο πλέον σε όλα τα επίπεδα - αισθητικό, πολιτικό, υπαρξιακό.

Έτσι μπορείς να κινηθείς κοντά σε ή γύρω από την ουσία. Αλλιώς, σε «τρώει» ο υπερκαταναλωτισμός.

Πώς καταλήξαμε να είμαστε καταναλωτές και να μην έχουμε πια τον χρόνο και τον χώρο να εμβαθύνουμε, να στοχαστούμε, να ζήσουμε, να υπάρξουμε; Φοβερό!

Η διάθεση και το μοίρασμα του χρόνου είναι δυνητικά αγχογόνος διαδικασία;

Αν δεν «ανοίγει» ο χρόνος στο τώρα, είμαστε πραγματικά για λύπηση, όντως δε ζούμε τη ζωή. Όταν ζεις στο τώρα, ο χρόνος διευρύνεται, είναι αιώνιος.

Το θέατρο σού δίνει τη δυνατότητα να είσαι 100% στο εδώ. Οι ασθένειες, ο πόνος, οι απώλειες μεταφέρονται στη σκηνή και όλα μεταμορφώνονται.

Μπορεί, έστω και για εβδομήντα λεπτά, να μεταμορφωθεί και η ζοφερή κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, εγχώρια και διεθνής;

Ξαφνικά ανοίγει ένας χώρος ο οποίος δεν κουβαλάει το άγχος και τα προβλήματα της καθημερινότητας. Δεν τα χωράει.

Εσάς, όμως, δεν παύουν να σάς απασχολούν. Είστε άνθρωπος που ανησυχεί για το τρέχον κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι.

Οι καλλιτέχνες ήταν πάντα οι άνθρωποι οι οποίοι μιλούσαν, διαμαρτύρονταν και υπερασπίζονταν το δίκιο που πίστευαν. Τώρα, ίσως ζούμε μια αρκετά συντηρητική εποχή της τέχνης.

Γίναμε κι εμείς φίλοι και ομοτράπεζοι της εξουσίας; Μάς αγαπάνε; Δεν ξέρω.

Δε σας «κόβω», πάντως, για συνδαιτυμόνα της εξουσίας.

Η εξουσία είναι κάτι που απεχθάνομαι. Στο σπίτι υπέφερα έχοντας, ως γονιός, έναν ρόλο πιο εξουσιαστικό, επειδή κι η μητέρα μου ήταν ένας πολύ ελεύθερος και δημοκρατικός άνθρωπος.

Και στο θέατρο, αντίστοιχα, είναι πάρα πολύ εύκολο ο σκηνοθέτης ή ο δάσκαλος να ασκήσουν εξουσία στον ή στην ηθοποιό επί σκηνής, που είναι πολύ ευάλωτος/-η και σου δίνεται ψυχή τε και σώματι. Είμαι πολύ μακριά από κάτι τέτοιο.

Δεν υπάρχει μία αρχή, η οποία πολλές φορές είναι και κακοποιητική. Όσο πρέπει η ομάδα να υπακούει τον μέντορα, αυτόν που σέρνει το «κάρο», άλλο τόσο πρέπει και εκείνος να υπακούει τον βοηθό ή τον άνθρωπο που φτιάχνει τον καφέ.

Ελπίζετε, γενικά, ως άνθρωπος;

Aκόμα κι αν όλα είναι χαμένα, πρέπει να ελπίζεις, γιατί έρχονται κι οι νέοι. Τι βλέμμα θα τους δώσεις;

Βλέπεις τους ανθρώπους της Παλαιστίνης. Θα έπρεπε να βιώνουν την απελπισία. Κι όμως, βρίσκουν την ελπίδα.

Κατά περιόδους, τροφοδοτούν και τον υπόλοιπο κόσμο με δύναμη και κουράγιο. Θέλω, λοιπόν, να ελπίζω ότι θα έρθει μια μεγάλη άνοιξη.

Ευχαριστώ θερμά την Σοφία Χιλλ για τον χρόνο της και για την ουσιαστική κουβέντα.

Ευχαριστώ, επίσης, τον Άγγελο Χιλλ για τη φωτογραφία του που συνοδεύει το κείμενο.

Η παράσταση Νόρα, σε σκηνοθεσία Θεόδωρου Τερζόπουλου και με πρωταγωνίστρια την Σοφία Χιλλ, παρουσιάζεται στο Θέατρο Άττις (Λεωνίδου 7, Μεταξουργείο) μέχρι και τις 5 Απριλίου.

Ημέρες και Ώρες παραστάσεων:

Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 21.15.

Κυριακή στις 19.15.

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Φελίς Τόπη: «Δεν μπορώ να ανεχτώ μία ζωή που δεν έχει σεισμούς»

 


Θεατρικός μονόλογος εμπνευσμένος τόσο από αυτοβιογραφικά βιώματα όσο και από εμπειρίες από τις κοινότητες του μποξ, η Andy παρουσιάζεται μέχρι και τις 31 Μαρτίου στο θέατρο «ΦΙΑΤ».

Κουβεντιάζοντας με την επί σκηνής πρωταγωνίστρια και συν-συγγραφέα του έργου, Φελίς Τόπη.

Ο θεατρικός μονόλογος Andy, ο οποίος παρουσιάζεται στο θέατρο «ΦΙΑΤ» μέχρι και τις 31 Μαρτίου, είναι εμπνευσμένος «από αυτοβιογραφικές ιστορίες και εμπειρίες από τις κοινότητες του box και της street κουλτούρας».

Πώς βιώνεις τον μονόλογο ως θεατρικό είδος, θεατρική σύμβαση και θεατρική εμπειρία; Σε απελευθερώνει, σε κρατάει σε εγρήγορση, σε ταράζει;

Η αλήθεια είναι ότι απολαμβάνω πολύ περισσότερο το να είμαι πάνω στη σκηνή με παρτενέρ. Eίναι το μόνο μου παράπονο σε αυτό το project.

Eπιλέξαμε αυτό το format για να μπορούμε να ταξιδεύουμε με μεγαλύτερη ευκολία στο εξωτερικό και την επαρχία.

Μου φαίνεται πολύ πιο διασκεδαστικό το να μοιράζεσαι τις εμπειρίες. Tο να μιλάει ένας άνθρωπος μόνος του, το να μην ακουμπάνε κάπου οι λέξεις για να έρχονται πίσω μού προκαλεί κάτι σαν θλίψη.

Οπότε ψάχνω συνέχεια με τι θα ανοίξω διάλογο. Ψάχνω συνέχεια έναν παρτενέρ στην αφήγησή μου.

Ο άμεσος στη δομή αυτής της δραματουργίας είναι ο θεατής· εκεί τώρα υπάρχει ο κίνδυνος να γίνεις έρμαιο των διαθέσεων του κοινού, αλλά υπάρχει και η αδρεναλίνη του ότι ο συνομιλητής αυτός αλλάζει κάθε βράδυ.

Είναι βέβαια και ο Γιάννης Διδασκάλου μόνιμος σιωπηλός συναφηγητής πάνω στη σκηνή· ο προπονητής, ο πατέρας, ο σκηνοθέτης.

Καταλήγω, λοιπόν, να μη το διαχειρίζομαι όλο αυτό ως μονόλογο, αλλά ως διάλογο με συνομιλητή υπό μόνιμη αναζήτηση.

Γράψατε το κείμενο από κοινού με τον Γιάννη Διδασκάλου, τον σκηνοθέτη της παράστασης, με τον οποίο σε συνδέει πολύχρονη φιλία. Πώς μια φιλική σχέση μπορεί να εξελιχθεί σε μια παραγωγική επαγγελματική συνεργασία;

Ο Γιάννης ήταν ο εμψυχωτής της πρώτης μου θεατρικής ερασιτεχνικής ομάδας, δεν ήταν δηλαδή ότι γνωριστήκαμε στο σχολείο, στο πάρκο ή σε κάποιο μπαρ.

Συνδεθήκαμε από την αρχή επειδή μιλούσαμε κοινή γλώσσα στο σύμπαν που κινούμαστε τώρα επαγγελματικά.

Είχαμε και κοινές καταβολές, κοινό αξιακό σύστημα, είμαστε και οι δύο παιδιά της επαρχίας, από οικογένειες δεμένες πολύ, που μας στηρίζουν.

Στην πορεία ζήσαμε και εκατό ζωές μαζί, έχουμε πράγματα να αφηγηθούμε πια, έχουμε ιστορίες να μας δένουν, είναι σημαντικό αυτό.

Η μεταξύ μας επικοινωνία μου φαίνεται οργανική και αβίαστη, κάποια πράγματα είναι πια δεδομένα - και καλώς είναι δεδομένα.

Και να διαφωνήσουμε σε κάτι, θα κλείσουμε με δύναμη την πόρτα του δωματίου και μετά θα την ξανανοίξουμε και θα πούμε: «Λέω να παραγγείλω, πεινάς;»

Η Andy θα μπορούσε να είναι και μια μυθολογική ηρωίδα, που όμως δυσκολεύεται να βρει τις λέξεις. Ποια είναι η σχέση σου με τους μύθους - αρχαίους και σύγχρονους;

Εσύ, ως ηθοποιός και συγγραφέας, τις βρίσκεις, τελικά, αυτές τις λέξεις;

Η σύνδεση της συγκεκριμένης ιστορίας με τους αρχαίους μύθους ήταν πρόταση του Γιάννη, έχει μια αδυναμία στην αρχαία μυθολογία.

Η Αταλάντη ήταν η σκέψη του όταν εγώ αναρωτήθηκα αν θα είχε ενδιαφέρον να βρούμε ένα όνομα που να στέκεται και ως τίτλος όπως στις αρχαίες τραγωδίες: Αντιγόνη, Ιφιγένεια, Ηλέκτρα, Μήδεια. 

Η ηρωίδα μας συγκρούεται με τη μοίρα όπως όλοι οι τραγικοί χαρακτήρες, ανοίγει κουβέντες με το θείο, κάπως της άξιζε να έχει το δικό της ηρώο.

Η μόνη μου ένσταση ήταν ότι Αταλάντη δεν θα λεγόταν ένα κορίτσι που κάνει μποξ σε λαϊκή γειτονιά. Και η Αταλάντη έγινε Άντη.

Με αφορά το βάθος στα πράγματα, δεν έχω υπάρξει αερικό, όσο ζηλευτή και αν μου είναι αυτή η συνθήκη ζωής. Είμαι στέρεη, χτίζω.

Η αρχή, η βάση, χτίζεται από τις ρίζες, την ιστορία, τους μύθους, τις βιογραφίες αυτών που τα ζήσανε ήδη, τον τρόπο που γράψανε άλλοι, το προσωπικό βίωμα, ό,τι έχει ο καθένας στα μπαγκάζια. Εκεί είναι το δύσκολο, όταν ψάχνεις στο πορτ μπαγκάζ.

Οι λέξεις έρχονται μετά από αυτήν την προεργασία. Από λέξεις είμαστε καλυμμένοι, θεωρώ ότι -όπως και η αφηγήτρια- τις βρίσκω αβίαστα.

Προπονείσαι ως μποξέρ εδώ και πέντε χρόνια. Τι κοινό έχουν το μποξ και η υποκριτική τόσο ως ψυχοσωματική, όσο και ως διανοητική εμπειρία/άσκηση;

Ξεκίνησα μποξ την περίοδο που αποφάσισα να πάρω απόσταση από το θέατρο, το χρησιμοποίησα δηλαδή ως υποκατάστατο. Αντιλαμβάνομαι τη βάση τους ως κοινή:

Αν χάσεις τη συγκέντρωση σου ένα κλάσμα του δευτερολέπτου στη σκηνή, ο χρόνος διαστέλλεται, αισθάνεσαι πως έχασες ένα τέταρτο πραγματικού χρόνου, σου κόβονται τα πόδια, μπορεί να χάσεις τη σύνδεση με τον θεατή, την ροή αφήγησής σου.

Στον αγώνα, μάλλον θα καταλήξει στο ότι θα φας μπουνιά.

Το τυχερό μου ήταν πως ο προπονητής μου παίζει μποξ, όπως εγώ παίζω θέατρο.

Δίνει οδηγίες συνέχεια στον εαυτό του, διαβάζει τον αντίπαλο όπως εμείς τον θεατή, προκαλεί λάθη και μετά επιστρέφει στο σωστό, πάει να ξεχαστεί να βολευτεί σε έναν ρυθμό και τραβάει το χαλί μόνος του κάτω από τα πόδια του.




Και πόσο έχει αλλάξει την οπτική σου στο θέατρο η ενασχόληση με το συγκεκριμένο άθλημα;

Μου είναι πολύ πιο εύκολο πια να μη φέρω την όποια συναισθηματική μου κατάσταση από την εκάστοτε καθημερινότητα στην σκηνική αφήγηση. Αν δεν έχεις ψυχραιμία και μπεις συναισθηματικά φορτισμένος σε sparring, θα φας ξύλο εγγυημένα.

Και διαβάζω το δωμάτιο πολύ πιο γρήγορα. Υπολογίζω από πού θα έρθει το κροσέ και έχω κάνει ήδη αποφυγή, επιλέγω πιο στοχευμένα με τι ρυθμό θα μπω, τι πρέπει να κάνω για να κρατήσω το ενδιαφέρον.

Το μποξ είναι άθλημα που βασίζεται στο alert και στο show off.

«Ο έρωτας είναι πολιτική θέση», λέει η Andy. Είναι και το θέατρο μια ερωτική χειρονομία με πολιτική διάσταση, κατά τη γνώμη σου;

Αυτό το λέει η αφηγήτρια, όχι η Andy. Η Andy απλά τα ζει, χωρίς να τα σκέφτεται παραπάνω, δεν ξέρει από πολιτικές θέσεις.

Έτσι όπως αντιλαμβάνομαι εγώ τα πράγματα, και ο έρωτας και το θέατρο εκπροσωπούν καταστάσεις που διαρκούν όσο ένα πυροτέχνημα.

Επενδύεις και πιστεύεις θρησκευτικά σε κάτι που θα διαρκέσει μία στιγμή. Αλλά αυτή η μία στιγμή μπορεί να είναι φαντασμαγορική. Σοβαρά ρομαντική διαδικασία. Το κυνήγι πυροτεχνημάτων είναι μια μορφή αντίστασης στο πεζό, στη βαρύτητα.

Αν όλο αυτό γίνεται με τη συνείδηση της επιλογής κατ’ εξακολούθηση, ε ναι, εκπροσωπεί το πώς βλέπεις την ζωή, το πώς υπάρχεις στον κόσμο, είναι πολιτική θέση.

Πόσο σημαντική είναι η επανα-πολιτικοποίηση της καθημερινότητας σε μια εποχή κατά την οποία η εξουσία επιχειρεί να μας πείσει ότι δεν υπάρχει εναλλακτική στο υπάρχον;

Δεν μπορώ να ανεχτώ μία ζωή που δεν έχει σεισμούς, στην οποία ο χρόνος δε διαστέλλεται, η χρονογραμμή της είναι αναμενόμενη, ο δοθείς αλγόριθμος δεν επεξεργάζεται. Το βόλεμα δε με αντιπροσωπεύει. Το «έλα μωρέ τώρα».

Αν ξέρουμε ήδη πως τα πράγματα είναι όπως είναι, και θα μείνουν εκεί αμετακίνητα, ότι έχουμε έρθει να ζήσουμε όλοι την ίδια ιστορία, από πού να βρούμε δηλαδής όρεξη να συνεχίσουμε;

Δεν ξέρω αν επιλέχτηκε ή σας προτάθηκε, πάντως ο χώρος ο οποίος φιλοξενεί την παράσταση δε θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστός. Πώς, κάθε φορά, ως αθλήτρια και ως ηθοποιός, κατορθώνεις να κατοικείς τους χώρους όπου δρας;

Ο χώρος επιλέχθηκε, έψαχνα μήνες. Ψάχναμε μία αποθήκη να είναι όντως σαν γυμναστήριο μποξ, να παρασέρνουμε τον κόσμο σε ταινία με το που μπαίνει να καθίσει, να μην τον κρατάει σε απόσταση κάποια θεατρική σύμβαση.

Ονειρευόμασταν να είναι εκείνη, μικρή σε μια γιγάντια αποθήκη, σαν κλεισμένη μέσα στο γυμναστήριο αιώνες μέχρι να διαχειριστεί αυτό που της συνέβη. Να βγει από εκεί μόνο όταν είναι έτοιμη.

Και βρίσκουμε αυτόν τον χώρο, ο οποίος πέρα από όλα τα άλλα, έχει και αυτήν την reception που είναι σαν booth προπονητή από αμερικάνικη ταινία. Βλέπεις από το παράθυρο μέσα τον Clint Eastwood να διαβάζει εφημερίδα.

Οπότε σε αυτό το ανέβασμα εγώ απλά πατάω στο πραγματικό του χώρου, δε χρειάζεται να κάνω και πολλά, είναι σαν να με έχουν βάλει σε ένα σετ και να με τραβάνε με κάμερες. Κλεψιά.

Το πεδίο της τέχνης (εντός και εκτός εισαγωγικών) είναι, ως γνωστόν, ανθρωποφαγικό. Του (πρωτ)αθλητισμού διαφέρει σε κάποιον βαθμό; Και αν ναι, σε ποιον;

Με την υποκριτική δεν ασχολούμαι καθόλου σε πλαίσιο καριερίστα ή πρωταθλητισμού. Το απέρριψα πολύ γρήγορα μετά τη σχολή, βλέποντας να διαβρώνονται άνθρωποι και να χάνουν τελείως και την επαφή με την τέχνη τους.

Και στον αθλητισμό είμαι ερασιτέχνης, οπότε δεν μπορώ να πάρω θέση για το επαγγελματικό γίγνεσθαι εκεί, δεν κατεβαίνω σε αγώνες στο μποξ.

Με ενδιαφέρει ο συναγωνισμός, το να έχεις γύρω σου ανθρώπους που σε κάνουν να θες να πας κι εσύ παρακάτω. Θέλω να έχω κάτι να θαυμάζω.

Έχουμε καλέσει πολλούς ανθρώπους με τους οποίους θα θέλαμε να ανοίξουμε διάλογο με την πρόταση που κάνουμε με την Andy: καλλιτέχνες τους οποίους εκτιμάμε, φοιτητές της τέχνης που είναι ακόμα στην αρχή και έχουν ματιά πιο άγραφτη και αθώα.

Ονειρευόμαστε να είναι πραγματικό work in progress αυτή η παράσταση, να αλλάζει με τις συναντήσεις.

Ποιες εσωτερικές αντιστάσεις και ηθικές ποιότητες απαιτούνται, σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να μην καταντήσεις σαν αυτό που εχθρεύεσαι;

Νομίζω ότι χρειάζονται βάσεις και σταθερές, οικογένεια, φίλοι καλοί, άνθρωποι να σε κρατάνε στέρεο, να έχεις να επιστρέφεις για να μη χαθείς. Να εξελίσσεσαι, να μετακινείσαι και να ταξιδεύεις, αλλά να έχεις να επιστρέφεις.

Πώς φαντάζεσαι/φαντασιώνεσαι τον εαυτό σου στο απώτερο μέλλον, ως μποξέρ, ηθοποιό, δασκάλα υποκριτικής και casting associate;

Θα ήθελα συνεχίσω να έχω τη δύναμη της ελευθερίας, να μπορώ να επιλέγω τις περιπέτειες που με αφορούν και να έχω όρεξη να παραμένω πυροτεχνουργός.

Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο είναι της Μαίρης Λεονάρδου.

Η παράσταση Andy, σε δραματουργία-κείμενο Γιάννη Διδασκάλου-Φελίς Τόπη, σκηνοθεσία Γιάννη Διδασκάλου με πρωταγωνίστρια την Φελίς Τόπη, παρουσιάζεται στο θέατρο «ΦΙΑΤ» (Φαλήρου 97, Κουκάκι) κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:15 μέχρι και τις 31 Μαρτίου.



Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Χτίζοντας ρωγμές: Μια συζήτηση με συντελεστές της περφόρμανς «Το Κτίσμα»

 


Βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Φραντς Κάφκα, η μουσική περφόρμανς Το Κτίσμα παρουσιάζεται στην Αθήνα στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων τον Μάρτιο και στη Θεσσαλονίκη στο Θέατρο «Αμαλία» τον Απρίλιο.

Μια συζήτηση με τους συντελεστές της, Θύμιο Ατζακά, Σαβίνα Γιαννάτου και Μαρία Λάππα, ενόψει της έναρξης των παραστάσεων στις 20 Μαρτίου.

Η μουσική βρίσκεται στον πυρήνα των ακαδημαϊκών και καλλιτεχνικών ενασχολήσεών σας τόσο ως πανεπιστημιακός καθηγητής, όσο και ως μουσικός, συνθέτης και παραγωγός.

Με ποιους τρόπους σάς ανατροφοδοτεί ως άνθρωπο, καλλιτέχνη και ερευνητή η σχέση με αυτήν και, πιο συγκεκριμένα, με τις ανατολικές παραδόσεις, στις οποίες έχετε μαθητεύσει;

Θύμιος Ατζακάς: Για μένα, η μουσική είναι ένας τρόπος να κατοικώ τον χρόνο, να οργανώνω την προσοχή μου και να επαναδιαπραγματεύομαι τη σχέση μου με τους άλλους.

Ως άνθρωπο, με ανατροφοδοτεί πρωτίστως μέσα από την ενεργητική ακρόαση και τα μοιράσματα, πάντοτε μου ήταν πιο ευχάριστο να μοιράζομαι την μουσική των άλλων με άλλους, να δημιουργώ δίκτυα ενεργών ακροατών και μουσικών.

Μεγάλωσα και διαμορφώθηκα ως αδηφάγος καταναλωτής κάθε είδους μουσικής, έτσι σήμερα αναζητώ την ικανότητα να βιώνω τη μουσική πιο κάθετα, σαν καθημερινή άσκηση παρουσίας:

Με προσγειώνει, με καθαρίζει, με επαναφέρει σε μια αίσθηση ισορροπίας, η οποία, σε εμένα τουλάχιστον, δεν είναι μία αυτονόητη κατάσταση.

Ως μουσικός, ουδέποτε παρέμεινα προσηλωμένος σε μία παράδοση, γι’ αυτό και δε θεωρώ τον εαυτό μου ως ειδήμονα σε καμία από αυτές.

Υπηρέτησα για πολλά χρόνια την παλαιά και κλασική μουσική ως κιθαριστής, ασχολήθηκα εντελώς εμπειρικά με την σύγχρονη πειραματική και αυτοσχεδιαζόμενη μουσική και τα τελευταία δέκα χρόνια δημιουργώ με ερασιτεχνική διάθεση κάποιες πιο παραστατικές συνθέσεις που φλερτάρουν με διάφορα ακούσματα (όπως η ηλεκτροακουστική μουσική και ο σπεκτραλισμός, το ambient, το spoken word κ.ά.).

Παράλληλα,  αναζητώ τρόπους συνύπαρξης μουσικής και περφόρμανς.

Oι ανατολικές παραδόσεις και η αγαπητική μου σχέση με το ούτι με έχουν διδάξει μια άλλη οικονομία του υλικού:

Τη σημασία του συνεχούς ήχου (του «κρατήματος»), της τροπικότητας, της μικροκίνησης στον τονικό χώρο, της λεπτομέρειας του ηχοχρώματος, της σχέσης ανάμεσα σε επανάληψη και μεταμόρφωση.

Αυτή η λογική περνά στη δουλειά μου είτε όταν δουλεύω με εθνογραφικά ίχνη (ηχογραφήσεις πεδίου, αναλογικά αποτυπώματα, βινύλιο), είτε όταν τα φέρνω σε διάλογο με φυσικά όργανα.

Ως ερευνητή και πανεπιστημιακό (Τμήμα Μουσικής Επιστήμης & Τέχνης ΠΑΜΑΚ), με ενδιαφέρει να συνομιλώ με τους φοιτητές μου και να μοιράζομαι μαζί τους την ενσώματη μουσική εμπειρία χτίζοντας γέφυρες που μπορούν να μας μεταφέρουν στις γενεαλογίες και τις ανατομίες του ήχου ή στο πεδίο της μουσικής εθνογραφίας και της εθνομουσικολογίας.

Κατά βάθος, ασκούμαστε παρέα στο να ακούμε τους άλλους με προσοχή και ευκρίνεια αλλά και να πλησιάζουμε στο κέντρο μας για να συναντήσουμε την ησυχία.

Αυτή είναι μία άσκηση που ποτέ δεν είναι αρκετή, γι’ αυτό και παραμένουμε πάντα ασκούμενοι, δάσκαλοι και μαθητές. 

Βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Φραντς Κάφκα, η μουσική περφόρμανς Το Κτίσμα παρουσιάζεται στην Αθήνα στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων τον Μάρτιο και στη Θεσσαλονίκη στο Θέατρο Αμαλία τον Απρίλιο.

Γιατί (να) εξακολουθεί να μας απασχολεί ο Κάφκα και το συγκεκριμένο κείμενό του, έναν και πλέον αιώνα μετά τον θάνατο του συγγραφέα;

Θ.Α.: Ο Κάφκα εξακολουθεί να μας απασχολεί γιατί κατάφερε να πραγματευτεί, με την διάνοια ενός ψυχαναλυτή και τη φόρτιση ενός καλλιτέχνη, έναν εσωτερικό μηχανισμό που σήμερα μοιάζει να ορίζει την καθημερινότητά μας:

Τον ανήσυχο νου που χτίζει καταφύγια για να σωθεί και τελικά παγιδεύεται μέσα τους.

Στο Κτίσμα ο ήρωας-τρωκτικό ζει σε υπόγειους λαβυρίνθους, αφουγκράζεται διαρκώς ήχους και κραδασμούς, και όσο περισσότερο οργανώνει την ασφάλειά του τόσο περισσότερο βυθίζεται στη ξενότητα, την καχυποψία και τον αυτοοικτιρμό.

Η ακοή του δεν είναι απλώς μια οξεία αίσθηση· γίνεται το όριο της ύπαρξής του, ένας μετρητής κινδύνου που δεν ησυχάζει ποτέ.

Έναν αιώνα μετά, οι «κραδασμοί» έχουν πολλαπλασιαστεί: ειδοποιήσεις, ειδήσεις, επιτήρηση, φόβοι, αλγόριθμοι, εσωτερικοί μονόλογοι, μια αθόρυβη αποξένωση του Εγώ από τον Εαυτό.

Χτίζουμε κι εμείς κτίσματα -φίλτρα, ταυτότητες, μικρές ιδιωτικές φωλιές- με την ίδια ελπίδα για γαλήνη και την ίδια δυσκολία να βιώσουμε ενότητα.

Η αρχετυπική ζωόμορφη φιγούρα του έργου εκφράζει μια απολύτως ανθρώπινη φύση: τον θορυβώδη νου και τη μοναχική εγώτητα του μετανεωτερικού ανθρώπου.

Και το ότι το κείμενο μένει ανολοκλήρωτο, κομμένο στη μέση μιας πρότασης, μοιάζει με τη δική μας εποχή: καμία υπόσχεση εκπλήρωσης, μόνο μια ανοιχτή διαδικασία μεταμορφώσεων.

Γι’ αυτό, στη σκηνή, ως συμβάν ήχου-λόγου-σώματος, το Κτίσμα δεν «ερμηνεύεται» απλώς: μάς ζητά να το ακούσουμε - και να αναγνωρίσουμε το δικό μας εσωτερικό τοπίο.

Το δρώμενο συνιστά δημιουργική συνέργεια πέντε ανθρώπων: των Σαβίνας Γιαννάτου, Μαρίας Λάππα, Αλέξανδρου Σεϊταρίδη, Γιώργου Σταυριανάκη και της δικής σας.

Θα θέλατε να μου ιχνηλατήσετε τη διαδρομή του έργου στον χωροχρόνο από την αρχική σύλληψη μέχρι την υπό εξέλιξη υλοποίησή του στο πλαίσιο αυτής της συνέργειας, καθώς και τις τυχόν δυσκολίες ή/και προκλήσεις;

Θ.Α.: Η πρώτη σύλληψη του Κτίσματος ως περφόρμανς ξεκίνησε πριν από δύο χρόνια με μια επίμονη ιδέα: να αντιμετωπίσω το κείμενο όχι ως αναλόγιο θεατρικής ανάγνωσης, αλλά ως μια παρτιτούρα εσωτερικών δονήσεων.

Από εκεί γεννήθηκε η ανάγκη για μια ζωντανή, τετραφωνική ηχητική αρχιτεκτονική με live electronics και live vinyl sampling, ώστε ο θεατής να μπαίνει μέσα στον λαβύρινθο - όχι να τον παρατηρεί απέξω.

Σε δεύτερο στάδιο, κάλεσα τη Σαβίνα Γιαννάτου, γιατί μέσα από τη διαχρονική φιλία και συνεργασία μας ήμουν βέβαιος πως η περσόνα της θα υπηρετούσε με τον καλύτερο τρόπο την ενσάρκωση του καφκικού πλάσματος.

Η φωνή της μπορεί να υπερβεί την κοινή γλώσσα αλλά και το τραγούδι: να γίνει ο ίδιος ο πολύπλοκος μηχανισμός σκέψης του ήρωα.

Η είσοδος της Μαρίας Λάππα άνοιξε το έργο προς την σωματικότητα και την υλικότητα, μέσα από την κινησιολογική της επιμέλεια, την εισαγωγή φυσικών υλικών και μιας Βutoh-λογικής που δεν «εικονογραφεί», αλλά αποκαλύπτει το εσωτερικό τοπίο.

Παράλληλα, πιστεύω πως η Μαρία αφύπνισε -τόσο σε μένα όσο και στην Σαβίνα- την ανάγκη να εξερευνήσουμε αχαρτογράφητες περιοχές του ψυχισμού μας μέσα από την επιτέλεση.

Με τον ευρηματικό Αλέξανδρο Σεϊταρίδη, οι προβολές/video mapping και οι φωτισμοί υπηρετούν ένα μεταβαλλόμενο χώρο που αναπνέει μαζί με τους ήχους και το κείμενο.

Τέλος, ο Γιώργος Σταυριανάκης, μέσα από τη φωτογραφική επιμέλεια/καταγραφή, λειτούργησε ως «δεύτερη μνήμη» της διαδικασίας - ένα βλέμμα που μάς επιστρέφει τι πραγματικά συμβαίνει στις πρόβες και στη σκηνή.

Οι βασικές προκλήσεις είναι να κρατήσουμε την ένταση χωρίς να γίνουμε περιγραφικοί, να ισορροπήσουμε μεταξύ του καταιγιστικού λόγου και της αφαίρεσης και, βέβαια, να περάσουμε καλά επάνω στη σκηνή, να μοιραστούμε τις αγωνίες μας χωρίς να διαμελιστούμε μέσα στους ατελείωτους λαβύρινθους του έργου.




Το κείμενο, πρωταγωνιστής του οποίου είναι ένα ζωόμορφο πλάσμα, «πραγματεύεται τον θορυβώδη νου και τη φοβική εγωκεντρικότητα του σύγχρονου ανθρώπου» που αποζητά την ευχαρίστηση και αποφεύγει τον πόνο.

Σ’ αυτές τις αντιφάσεις περικλείεται η τραγωδία, αλλά ίσως και η ελπίδα του σύγχρονου ανθρώπου; Ή και αλλού;

Θ.Α.: Ναι, αυτές οι αντιφάσεις είναι ο πυρήνας της τραγωδίας:

Το πλάσμα θέλει την ηδονή της ασφάλειας, της αυτάρκειας, της «τακτοποίησης» του κόσμου, αλλά το ίδιο του το σχέδιο το καταδικάζει σε μια ζωή υπερεγρήγορσης που δεν πιάνει ποτέ ρίζες, δεν κατοικεί τη ζωή αλλά μόνο την διεκδικεί μέσα από το φίλτρο της εγώ - συνειδητότητας.

Όσο περισσότερο αποφεύγει τον πόνο, τόσο περισσότερο τον αναπαράγει ως πιθανότητα· ο φόβος γίνεται τρόπος σκέψης, και η εγωκεντρικότητα - όχι ως ναρκισσισμός αλλά ως κλειστό κύκλωμα αυτοπροστασίας - παράγει απομόνωση.

Η τραγωδία δεν είναι ότι υπάρχει απειλή∙ είναι ότι ο νους του ήρωα κατακερματίζεται στην προσπάθειά του να δημιουργήσει επίπλαστους κόσμους όπου η ψευδαίσθηση της απειλής εμφανίζεται ως πραγματική.

Ο εγκέφαλος του, όπως και ο δικός μας, προσλαμβάνει ατελώς τον αντικειμενικό κόσμο μέσα από τις αισθήσεις και άλλους βιολογικούς και εξελικτικούς μηχανισμούς, ως κάτι χωριστό, ως ξενότητα, χωρίς ενσυναίσθηση και χωρίς πίστη στην ενότητα όλων των όντων.

Αλλά η ελπίδα, κατά τη δική μου αίσθηση, δε βρίσκεται απλώς μέσα στην καφκική αντίφαση, ούτε στην εύκολη υπέρβασή της.

Βρίσκεται αλλού: στην πιθανότητα να μείνουμε λίγο μέσα στον θόρυβο χωρίς να τρέξουμε να τον «κλείσουμε», να αντέξουμε τη διάρκεια, να δεχτούμε τη ρωγμή.

Εκεί εμφανίζεται μια μετατόπιση της προσοχής από το «πώς θα σωθώ» από τους επινοημένους εχθρούς στο «πώς θα σχετιστώ» με αυτούς.

Περισσότερο ή λιγότερο, όσες και όσοι συνεργείτε στην εν λόγω μουσική περφόρμανς έχετε επίσης θητεύσει στον αυτοσχεδιασμό.

Ο αυτοσχεδιασμός ενέχει ελευθερία, αλλά προϋποθέτει και μια ορισμένη (αυτό)πειθαρχία/γνώση κανόνων και τρόπων. Πώς κάθε φορά χτίζεται ο δρόμος προς αυτήν την ελευθερία;

Θ.Α.: Ο δρόμος προς την ελευθερία του αυτοσχεδιασμού, για μένα προσωπικά, δε χτίζεται με την κατάργηση των ορίων και την αντικατάστασή τους από νέους διανοητικούς μηχανισμούς, αλλά με τη διερεύνηση των φυσικών αυτών ορίων και με μια ανιδιοτελή, αναστοχαστική εξερεύνηση του ήχου.

Συνεπώς, ο μουσικός-αυτοσχεδιαστής ασκείται συνεχώς στο να ξε-μαθαίνει. Αντί να επιστρατεύει την προϋπάρχουσα γνώση, αφήνεται στην περιέργειά του για το άγνωστο, παραμένοντας εναργής.

Η ελευθερία αυτή δε διεκδικείται· εμφανίζεται αυθόρμητα όταν συνειδητοποιούμε πως δε χρειάζεται να ελέγξουμε τα πάντα - αρκεί να μένουμε συντονισμένοι, με λιγότερες βεβαιότητες, περισσότερη ενεργητική ακρόαση και ένα κοινό πλαίσιο που κρατά τη φόρμα ζωντανή.

Σαβίνα Γιαννάτου.: Εγώ θα ρωτούσα το αντίθετο: πώς από την ελευθερία βρίσκετε τα όρια και τους κώδικες μέσα στον αυτοσχεδιασμό...

Γιατί η αλήθεια είναι ότι η ελευθερία είναι το πρώτο που αποζητά κανείς για να αρχίσει να αυτοσχεδιάζει. Το πώς θα σπάσει δηλαδή τους ήδη υπάρχοντες κανόνες.

Έτσι, με την αυταπάτη της απόλυτης ελευθερίας μπαίνεις μέσα σε έναν κόσμο που έχει επίσης όρια και κανόνες, όπως η κάθε μορφή επικοινωνίας.

Και τα μαθαίνεις με τον ίδιο τρόπο που μαθαίνει κανείς τα όρια σε όλες τις σχέσεις. Επί τόπου.

Mαρία Λάππα: Ο αυτοσχεδιασμός απαιτεί υπέρβαση των οικείων νευρωνικών διαδρομών στις οποίες ο εγκέφαλος τείνει να επαναπαύεται, αναπαράγοντας γνώριμα σχήματα, ασφαλείς ρυθμούς, προβλέψιμες χειρονομίες.

Στον αυτοσχεδιασμό, η φόρμα συγκροτείται, αποδομείται και επανασυντίθεται σε πραγματικό χρόνο. Η γένεση και η κατάρρευσή της συμβαίνουν ταυτόχρονα, μέσα στο ίδιο παρόν.

Σε ένα κοινωνικό και πολιτισμικό πεδίο διαποτισμένο από αυτό που ο Pierre Bourdieu ονόμασε habitus -δηλαδή το σύνολο των εσωτερικευμένων δομών που οργανώνουν την αντίληψη, τη δράση και την επιθυμία- η επινοητικότητα στο «εδώ και τώρα» που επιτάσσει ο αυτοσχεδιασμός προυποθέτει την διερεύνηση και κατανοήση αυτών των ψυχοφυσικών διαδικασιών.

Top of Form

Bottom of Form

Δραστηριoποιείστε στα πεδία του ελεύθερου φωνητικού αυτοσχεδιασμού και της free jazz από το 1992. Υπό ποια έννοια είναι η φωνή εργαλείο αυτοανακάλυψης/αυθυπέρβασης;

Σ.Γ.: Ξεκινάς να τραγουδάς γιατί σε ευχαριστεί.

Σε ευχαριστεί όχι μόνον η διαδικασία αυτή καθ’ εαυτή, ο ήχος δηλαδή, αλλά και το ότι μέσω του τραγουδιού έρχεσαι σε επαφή με άλλους ανθρώπους και τραγουδάς μαζί τους φτιάχνοντας κάτι από κοινού, δημιουργώντας κάτι μαζί. Και μετά έρχεται το κοινό.

Το κοινό, όσο μικρό και αν είναι σε αριθμό, δημιουργεί μία άλλη αίσθηση του εαυτού, στον τραγουδιστή-καλλιτέχνη.

Οι συμπεριφορές των ανθρώπων που σε ακούν είναι διαφορετικές απ’ αυτές όσων δεν σε γνωρίζουν. Η διαφορά της «αποδοχής» των μεν από τους δε είναι τεράστια.

Χτίζεις, δηλαδή, πάνω στο τραγούδι έναν καινούργιο εαυτό, που σε διευκολύνει να επικοινωνείς με τους άλλους σε πολλά επίπεδα.

Άρα, τι να σας πω για την αυτοανακάλυψη μέσω της φωνής; Που στην περίπτωσή μου δεν είναι μόνο μέσω της φωνής αλλά μέσω του επαγγέλματος εξαιτίας της φωνής.

Το θέμα «αυτοσχεδιασμός» βέβαια ανοίγει κάποια πεδία πολύ πιο προσωπικά. Μπαίνεις πολύ περισσότερο σε μια συνειρμική διαδικασία την ώρα που αυτοσχεδιάζεις παρά όταν τραγουδάς μια ήδη υπάρχουσα σύνθεση.

Ο ήχος που παράγεις από το μηδέν, σου δημιουργεί το συναίσθημα και το συναίσθημά σου προκαλεί τον επόμενο ήχο.

Αυτό είναι για μένα η free jazz και είμαι ευγνώμων προς όσους με βοήθησαν να την ανακαλύψω.

Η δυνατότητά μου να μπορώ να υπάρχω και ως περφόρμερ έχει καλλιεργηθεί κυρίως μέσα από τον αυτοσχεδιασμό.

Άρα και εδώ, στο Κτίσμα, η εκφορά του λόγου συνδυάστηκε αρκετά με τα φωνητικά μου «υλικά»... Ακολουθώ οδηγίες οι οποίες όμως είναι αρκετά ανοιχτές, ώστε να χωρέσουν και αυτό που είμαι.

Επί δεκαεπτά έτη, μαθητεύετε αδιάλειπτα στο Butoh. Τι έχετε μάθει για τον εαυτό σας ως άνθρωπο και καλλιτέχνιδα μέσα από αυτήν τη μαθητεία;

M.Λ.: Έμαθα να αντιλαμβάνομαι το ανθρώπινο σώμα ως μια μήτρα μεταμόρφωσης, μέσα στην οποία φυλάσσεται ένα ζωντανό, άχρονο αρχείο. Κατοικώ τον κόσμο μέσα από το σώμα μου.

Η πρόσληψη της πραγματικότητας, οι βαθύτερες και ρηχότερες διεργασίες του συνειδητού και του ασυνείδητου, η σχέση με τον Άλλον και με το κοινωνικό περιβάλλον συγκροτούνται ενσώματα.

Για μένα, το Butoh αποτελεί ένα ριζοσπαστικό καλλιτεχνικό πεδίο που επαναπροσδιορίζει τη σχέση του σώματος με το εκάστοτε φυσικό και κοινωνικό οικοσύστημα που κατοικεί.

Γεννημένο το 1958, σε μια μεταπολεμική Ιαπωνία, το Butoh επιχείρησε μια ρηξικέλευθη τομή στον τρόπο οπτικοποίησης και ορχηστικής απόδοσης του επιτελούντος σώματος, αντηχώντας τα τραυματικά αποτελέσματα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η μεταπολεμική του συνθήκη υπήρξε το ιστορικό του υπόστρωμα.

Ωστόσο, η βαθύτερη τομή που εισήγαγε -η αποδόμηση της θεαματικής μορφής, η απο-ιεράρχηση της δεξιοτεχνίας, η ανάδυση του σώματος ως πεδίου τραύματος και φαντασιακής ανασύνθεσης- του επέτρεψε να λειτουργήσει διαπολιτισμικά.

Στο δυτικό πλαίσιο, όπου το σώμα έχει διαμορφωθεί μέσα από μακρά παράδοση δυϊσμών (σώμα/πνεύμα, φύση/πολιτισμός, λογική/ένστικτο) και από βιοπολιτικούς μηχανισμούς πειθάρχησης και κανονικοποίησης, το Butoh δρα ως πρακτική επαναρύθμισης.

Εισάγει μια αντι-κανονιστική σωματικότητα που εκθέτει την εύθραυστη κατασκευή της ταυτότητας.

Έτσι, συνομιλεί ουσιαστικά και με το δυτικό σώμα, το οποίο φέρει τις δικές του ιστορικές εγγραφές: αποικιακές, καπιταλιστικές, πατριαρχικές, τεχνολογικές.

Η  πρακτική καθίσταται ένας μηχανισμός απο-κωδικοποίησης αυτών των εγγραφών, επιτρέποντας στο σώμα να επανεμφανιστεί ως διαδικασία και όχι ως σταθερή μορφή.

Αυτή η κατανόηση του σώματος ως δυναμικού, ασταθούς και μεταμορφωτικού πεδίου υπήρξε καθοριστική και για τη δική μου καλλιτεχνική διαδρομή, οδηγώντας με σε ουσιαστική συνομιλία με το πεδίο της εικαστικής performance και με τη δουλειά του μέντορά μου, Olivier de Sagazan.

Στο πλαίσιό της, το σώμα προσεγγίζεται ως ύλη υπό συνεχή αναδιαμόρφωση και μέρος αυτής θα ζωντανέψουμε σκηνικά στην παρούσα περφόρμανς.

Στην Αθήνα, η περφόρμανς φιλοξενείται στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων.

Σε τι συνίσταται η συμβολή των μικρότερων, ανεξάρτητων χώρων στην καλλιέργεια και προαγωγή μιας διαφορετικής, όντως συλλογικής, μη καταναλωτικής βίωσης της τέχνης;

Θ.Α.: Οι μικρότεροι, ανεξάρτητοι χώροι λειτουργούν ως κοινότητες και όχι ως μηχανές κατανάλωσης. Δεν πουλάνε απλώς ένα event∙ καλλιεργούν μια σχέση.

Το ΚΕΤ, όπως και κάποιοι άλλοι μικροί χώροι, δίνει ιδιαίτερο βάρος στον πειραματισμό, παλεύοντας να επιβιώσει.

Το καταφέρνει διότι καλλιεργεί συνθήκες εγγύτητας μεταξύ καλλιτεχνών και ακροατών, δίνει δικαίωμα στο ρίσκο και αντιμετωπίζει τους μουσικούς με μία αξιοπρέπεια που σπανίζει σε μεγάλους θεσμικούς φορείς ή σε χώρους με περισσή αίγλη.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η ίδια η μουσική κοινότητα ανταποδίδει αναλόγως προσφέροντας τον καλύτερο εαυτό της.

«Το ζήτημα δεν είναι να κάνουμε πολιτικές ταινίες, αλλά να κάνουμε ταινίες πολιτικά», υποστήριζε ο Γκοντάρ. Πώς εμπεριέχεται το πολιτικώς πράττειν στο modus operandi σας;

Θ.Α.: Εξαρτάται από το ποιος -και με ποια γλώσσα εξουσίας- ορίζει τι είναι «πολιτικό» και τι όχι.

Σήμερα, ο πολιτικός βίος των καλλιτεχνών συχνά ασφυκτιά μέσα σε ταμπέλες, σε ρόλους ορθότητας και σε μια πρωτοφανή συστημική αυτοαναφορικότητα.

Στην πραγματικότητα, είμαστε κι εμείς ποιότητες-εκδηλώσεις αυτού του κοινωνικού γίγνεσθαι, συχνά προβλέψιμοι και ταυτισμένοι με τα ρεύματα της εποχής μας.

Αν υπάρχει πολιτική πράξη στην τέχνη, χωρίς να υποβόσκει εντός της ένας ιδεολογικός ελιτισμός, για μένα βρίσκεται αλλού: στην αυτοπαρατήρηση και στην από - εγω - κέντρωση.

Στο να αναγνωρίζουμε τους περιορισμούς μας στον μηχανισμό της ταυτότητάς μας και να μην τον κάνουμε οχυρό. Να μη χτίζουμε άλλα κτίσματα, αλλά ρωγμές - για να υπάρχει πιθανότητα να αποκτήσουμε νέες συνάψεις.

Ευχαριστώ θερμά τον Θύμιο Ατζακά για τον συντονισμό της συνέντευξης και για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού του Γιώργου Σταυριανάκη.

Ευχαριστώ, επίσης, ιδιαιτέρως τις Σαβίνα Γιαννάτου και Μαρία Λάππα για την ξεχωριστή συμβολή τους.

Η μουσική περφόρμανς Το Κτίσμα παρουσιάζεται στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων (Κύπρου 91Α & Σικίνου 35Α, Κυψέλη) Παρασκευή & Σάββατο, 20, 21, 27 & 28 Μαρτίου 2026 στις 21:00.