Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Maruja: Το post-punk συναντά τη free jazz στο Gazarte την Παρασκευή 24 Απριλίου

 

Maruja (Φωτογραφία: Αργύρης Λιόσης)

«Γεννημένοι από έναν τόπο πνευματικότητας και διαμαρτυρίας», όπου το post-punk συναντά τη free jazz σε ένα ραπ υπόστρωμα με στίχους κοφτούς και πολιτικοποιημένους, οι Βρετανοί Maruja είναι μια μπάντα χαρισματική.

Αποτελούμενοι από τους Matt Buonaccorsi (μπάσο), Joe Carroll (σαξόφωνο), Jacob Hayes (ντραμς) και Harry Wilkinson (φωνητικά και κιθάρα), σχηματίζονται στο Μάντσεστερ το 2014.

Μετά από μια σειρά εξαιρετικά επιτυχημένων EPs, κυκλοφορούν το 2025 το πρώτο τους άλμπουμ, Pain to Ρower, ένα από τα πιο εκρηκτικά και ολοκληρωμένα ντεμπούτα των τελευταίων χρόνων.

«Κάνε τον πόνο δύναμη, εμπιστεύσου την αγάπη/ Να είσαι σταθερός με τον εαυτό σου, βάλε εμπιστοσύνη/ Να είσαι δυο φορές ο ωκεανός, δυο φορές η στεριά/ Να είσαι δυο φορές το νερό για τους γιους και τις κόρες σου», μάς ενθαρρύνουν στο Look down on us.

«Είναι οι διαφορές μας οι οποίες μάς κάνουν όμορφες/όμορφους», γιορτάζουν στο Saoirse. Και μάλλον δεν πρόκειται για μια (νέο)φιλελεύθερη πομφόλυγα, αλλά για μια υπαρξιακά βιωμένη παραδοχή από πλευράς τους.

«Ετούτη η ζωή είναι προσωρινή, γιατί αγκιστρώνεσαι στη νιότη; / Τα αντικείμενα σε βαραίνουν, δεν μπορείς να εγκαταλείψεις ό,τι είναι καινούριο/ Η επικοινωνία εμπνέει ελπίδα, η ταπεινοφροσύνη ελέγχει την περηφάνεια σου/ Δε χρειάζεται να φοράς μάσκες», επισημαίνουν στο Born to die.

«Η αλληλεγγύη δεν είναι ποτέ άπιαστη», ελπίζουν στο Trenches.

Το Zaytoun -άλλη μια σύνθεση από το Pain to Power- ως λέξη στα αραβικά σημαίνει τόσο το ελιόδεντρο όσο και την ελιά ως καρπό.

Ταυτόχρονα, στο Look down on us τραγουδούν, «Υπάρχει γενοκτονία σε αφθονία, όλες/όλοι στρέψαμε το βλέμμα μας από την άλλη», υπαινισσόμενοι την ηθική συνενοχή της Δύσης στη γενοκτονία των Παλαιστίνιων από το ισραηλινό κράτος.

«Πονάει όταν πρέπει να διαλέξεις/ Το μικρότερο από τα δυο κακά, οποιοδήποτε θα αποδείξει/ Πως κοινωνικά είμαστε απαθείς, τι απέμεινε να χάσουμε; / Ακόμα φοβόμαστε όσα αγαπάμε, κι αυτή είναι η σκληρή αλήθεια», μάς προσγειώνουν στο  Bloodsport.

Σκληρές αλήθειες, καταιγιστικούς χορευτικούς ρυθμούς και μια ενδόμυχη αισιοδοξία για έναν κόσμο πέρα από την αφομοίωση, την υποταγή και το κέρδος, θα μοιραστούν για άλλη μια φορά οι Maruja την Παρασκευή 24 Απριλίου στο Gazarte - Ground Stage (Βουτάδων 32-34, Γκάζι).

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

The Necks: «Είμαστε ευγενικοί ανατρεπτικοί»

 

The Necks (Φωτογραφία: Dawid Laskowski)

Το αυστραλιανό τρίο The Necks, ένα από τα πιο επιδραστικά σχήματα της σύγχρονης αυτοσχεδιαστικής μουσικής, επιστρέφει στην Αθήνα για μια διήμερη residency την Τρίτη 28 και την Τετάρτη 29 Απριλίου.

Ενόψει του απρόβλεπτου συναυλιακού δρωμένου, συνομιλούμε με δύο από τα μέλη του γκρουπ, τους Lloyd Swanton (μπάσο) και Tony Buck (ντραμς).

Στο πρωτοποριακό της δοκίμιο του 1967, Η αισθητική της σιωπής, η Σούζαν Σόνταγκ έγραφε: «Η ιστορία της τέχνης είναι μια ακολουθία πετυχημένων παραβάσεων».

Ως συγκρότημα που συνειδητά -αν όχι «καταστατικά»- αψηφά την κατηγοριοποίηση, πόσο αντιπαραθετική είναι η σχέση σας με τις ορθοδοξίες/δόγματα - καλλιτεχνικής, μουσικής, πολιτικής ή άλλης φύσης;

Lloyd Swanton: Νομίζω ότι είμαστε ευγενικοί ανατρεπτικοί.

Μου αρέσει να πιστεύω πως έχουμε οδηγήσει τους ανθρώπους να αλλάξουν διακριτικά την αντίληψή τους για τον ηχητικό κόσμο γύρω μας και έχουμε διευρύνει τη σκέψη τους στην κατεύθυνση μιας πιο εμβυθιστικής συναυλιακής εμπειρίας.

Θέλω, όμως, να πιστεύω ότι το έχουμε κάνει σαγηνευτικά, με καλλιτεχνικούς τρόπους.

Tony Buck: Δε νομίζω πως όταν σχηματίσαμε το συγκρότημα ή αναπτύξαμε τον τρόπο με τον οποίο παίζουμε, προσπαθούσαμε συνειδητά να κάνουμε κάτι. Απλώς ακολουθούσαμε τη διαίσθησή μας.

Προσωπικά, δεν έχω ποτέ προσπαθήσει συνειδητά να σκεφτώ κατηγορίες όταν συνθέτω μουσική.

Επιπλέον, κατά τη γνώμη μου, το έργο σας περιστρέφεται γύρω από τον χρόνο, τον οποίο ως επί το πλείστον εκτείνετε στα απώτατα (αφηγηματικά) όριά του.

Σε μια εποχή που, σύμφωνα με την κυρίαρχη καπιταλιστική ηθική, «ο χρόνος είναι χρήμα», πώς αντιλαμβάνεστε και βιώνετε τον χρόνο, ιδίως σχεδόν τέσσερις δεκαετίες από την κυκλοφορία του πρώτου σας ηχογραφημένου έργου, Sex;

L.S.: Παράξενο που το ρωτάς αυτό! Αυτήν τη στιγμή διαβάζω το βιβλίο The Clock Mirage: Our Myth of Measured Time του μαθηματικού Joseph Mazur, σχετικά με το πώς αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο.

Ειλικρινά, μεγάλο μέρος του αποτελείται από μαθηματικές και επιστημονικές έννοιες οι οποίες μου διαφεύγουν κατά πολύ.

Καθώς, όμως, το διαβάζω, έχω μεγάλη επίγνωση τού πώς έχουμε αλλάξει τις αντιλήψεις των ανθρώπων -συμπεριλαμβανομένων των δικών μας αντιλήψεων- για το πέρασμα του χρόνου.

Νομίζω ότι έχουμε επίσης καταφέρει να προσφέρουμε μια εναλλακτική λύση στην ηθική «ο χρόνος είναι χρήμα» που αναφέρεις, η οποία διέπει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο λειτουργίας της μουσικής βιομηχανίας.

Στα χαρτιά, δεν υπάρχει τίποτα ιδιαίτερα εμπορικό και προωθήσιμο σε ένα συγκρότημα που ηχογραφεί μεμονωμένα κομμάτια διάρκειας μίας και πλέον ώρας, δεν παίζει ποτέ τις «επιτυχίες» του σε συναυλίες, στην πραγματικότητα παίζει κομμάτια εντελώς αυτοσχέδια, άρα εντελώς απρόβλεπτα, και πάλι, συχνά διάρκειας περίπου μίας ώρας.

Αλλά, με κάποιο τρόπο, έχουμε υπάρξει μετριοπαθώς πετυχημένοι κάνοντας ακριβώς αυτό!

T.B.: Δεν είμαι σίγουρος ότι έχουμε κουβεντιάσει γι’ αυτό τόσο πολύ ως ομάδα, αλλά προσπαθώ να παίξω με την ψυχολογική αντίληψη των ανθρώπων για αυτό που ακούν, για πόσο καιρό το ακούν και από πού αντιλαμβάνονται τις αλλαγές στη μουσική.

Αυτό φαίνεται να έχει επίδραση στην αντίληψη των ανθρώπων για το πέρασμα του χρόνου, γεγονός το οποίο μπορεί να τους κάνει να διολισθήσουν σε μια εναλλακτική αίσθηση αντίληψης με κάθε είδους τρόπους.

Αισθάνομαι πως η συγκεκριμένη συνθήκη μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να νιώσουν βυθισμένοι στον ήχο και την ενέργεια μέσα στο δωμάτιο - σαν μια στοχαστική, αλλά εξαιρετικά άγρυπνη αίσθηση του χρόνου και του χώρου.

Το άλμπουμ Sex περιλαμβάνει ένα κομμάτι διάρκειας λίγο κάτω από μία ώρα που ερμηνεύουν και τα τρία μέλη των The Necks, οι οποίοι αυτοσχεδιάζουν πάνω σε ένα μοτίβο δύο μέτρων. Γιατί του δώσατε αυτόν τον συγκεκριμένο τίτλο;

LS: Η απάντηση είναι πολύ πεζή, δυστυχώς! Δουλεύαμε πάνω στο κομμάτι για αρκετές μέρες και ο μηχανικός ηχογράφησης, ο Michael Webster, θεώρησε ότι θα ήταν καλύτερο να βάλει ετικέτα στο κουτί όπου ήταν αποθηκευμένη η κασέτα δύο ιντσών.

Είπε: «Λοιπόν, πώς θα ονομάσουμε αυτό το κομμάτι;». Ένας από εμάς -δε θυμάμαι καν ποιος- απάντησε με αδιάφορο ύφος: «Aπλά πείτε το ‘Sex».

Έτσι λοιπόν, αυτός έγινε ο προσωρινός τίτλος του, κι όμως συνηθίσαμε τόσο πολύ να το ονομάζουμε έτσι, που καθώς διαμορφωνόταν, απλά δεν μπορούσαμε να το αποφύγουμε όταν έπρεπε να πάρουμε μια απόφαση για τον τίτλο του.

Παραμένει ακόμα η κυκλοφορία μας με τις περισσότερες πωλήσεις κατά πολύ.

Δεν μπορώ παρά να σκέφτομαι -δεδομένου ότι δεν προσφέρουμε ηχητικά δείγματα, επειδή δεν υπάρχει τρόπος ένα σύντομο απόσπασμα να μεταφέρει το πραγματικό νόημα του να ακούς πώς ξεδιπλώνονται τα κομμάτια μας- ότι οι υποψήφιοι πελάτες απλώς επιλέγουν τον τίτλο που ο οποίος τους κάνει την πιο έντονη εντύπωση!

Το Aether, το όγδοο άλμπουμ σας,  που το 2012 προστέθηκε στο μητρώο του National Film and Sound Archive’s Sounds of Australia, είναι η πρώτη ηχογράφηση του 21ου αιώνα η οποία συμπεριλήφθηκε σε αυτό.

Πώς νιώθετε για την αναγνώριση από θεσμικούς φορείς;

L.S.: Δεν είναι αυτός ο λόγος που παίζουμε τη μουσική μας, αλλά είναι πάντα εξαιρετικά ικανοποιητικό να αναγνωρίζεσαι επίσημα.

Δεν υπήρξε ποτέ δύσκολο για εμάς.

Όλο το σαραντάχρονο ταξίδι ήταν απλώς χαρούμενο και ικανοποιητικό, αλλά εξακολουθούμε να βιώνουμε ένα πολύ ωραίο συναίσθημα όταν λαμβάνουμε κάποιο είδος αναγνώρισης για τη μοναδικότητα αυτού το οποίο έχουμε δημιουργήσει.

Το Aether είναι ένα από τα αγαπημένα μου, οπότε χάρηκα ιδιαίτερα που επιλέχτηκε να συμπεριληφθεί αυτή η κυκλοφορία στο μητρώο, από όλα τα άλμπουμ μας.

Το Mindset είναι το πρώτο σας άλμπουμ το οποίο κυκλοφορεί σε βινύλιο. Τι βρίσκετε πιο ενδιαφέρον και τι λιγότερο συναρπαστικό στις διαφορετικές μορφές που χρησιμοποιείτε περιστασιακά - από CD σε βινύλιο και σε mp3;

L.S.: Είμαι εντελώς λάτρης των CD.

Δεν μπορώ να ενθουσιαστώ καθόλου με την ψηφιακή τεχνολογία και το streaming, αν και για τη δουλειά, προφανώς πρέπει να χρησιμοποιώ πολύ την ψηφιακή τεχνολογία. Είναι πολύ βολικό, αλλά μέχρι εκεί φτάνει η έλξη για μένα.

Εξακολουθώ να λατρεύω τους όμορφους δίσκους LP σε gatefold μορφή. 

Είναι ένα απίστευτο πολιτιστικό αντικείμενο, αλλά στα 65 μου χρόνια ΜΙΣΩ που πρέπει να μεταφέρω βαριά κουτιά με αυτούς σε όλο τον κόσμο για να τους πουλήσω σε συναυλίες!

Νομίζω ότι το CD έχει εξαιρετική μορφή. Υπέροχος ήχος, και παρόλο που δεν είναι τόσο «άλμπουμ» όσο ένας 12ιντσος δίσκος LP, δεν παύει να είναι αντικείμενο.

Και ένα CD με κάποια παράξενα όμορφη μουσική είναι κάτι το οποίο μπορεί να σου δωρίσει ο παράξενος θείος σου (δηλαδή εγώ) για τα γενέθλιά σου.

Ποιος θέλει έναν download code για τα γενέθλιά του, ανεξάρτητα από το τι υπέροχη μουσική συνεπάγεται;

T.B.: Μερικές φορές τα κομμάτια καταλήγουν να είναι πιο κατάλληλα για το ένα μέσο από το άλλο, συνήθως με βάση το πόσο μεγάλα ή σύντομα είναι.

Έχοντας πει αυτό, υπάρχει ένα είδος εμπορικού κινήτρου για την κυκλοφορία βινυλίου στις μέρες μας, και όπως είπε ο Lloyd, η συσκευασία των δίσκων LP είναι από μόνη της ένα πολύ ωραίο, καλλιτεχνικό αντικείμενο.

Όπως ορθώς επισημάνθηκε σε ένα σχόλιο στη σελίδα σας στο Bandcamp, «[Το ‘Unfold’ είναι] σαν ένα πυρετώδες όνειρο, δυσοίωνο αλλά... ελκυστικό».

Πόσο χώρο καταλαμβάνει η διαδικασία του ονείρου στις συλλογικές δημιουργικές σας προσπάθειες;

L.S.: Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τα όνειρα έχουν κάποια επιρροή, σε υποσυνείδητο επίπεδο.

Τα όνειρα είναι, άλλωστε, ο τρόπος του εγκεφάλου να δοκιμάζει νέες νευρωνικές οδούς με σκοπό την πιθανή χρήση τους στoν ξύπνιο. Ο ύπνος είναι μια ενεργή κατάσταση.

Αλλά, εξ ορισμού, θα ήταν δύσκολο να αποδώσουμε οτιδήποτε συγκεκριμένο στη μουσική μας σε όνειρα που μπορεί να είχαμε δει.

Μόλις σήμερα, στις αναμνήσεις μου στο Facebook εμφανίστηκε μια ανάρτησή μου από πέρσι, όπου έγραφα για ένα όνειρο στο οποίο το αυστραλιανό κοινοβούλιο ψήφισε νόμο ο οποίος επέτρεπε σε γιους και κόρες των πολιτικών να δαγκώνουν ανθρώπους.

Στο μνημειώδες -όχι μόνο από άποψη διάρκειας- τελευταίο σας άλμπουμ, Disquiet, τονίζεται «η αίσθηση κοινής ευθύνης μεταξύ των μουσικών, στην απόλυτη δέσμευσή τους στον αυτοσχεδιασμό, [και] μεταξύ του έργου και του κοινού του».

Θα θέλατε να σχολιάσετε την έννοια της «κοινής ευθύνης» και επίσης τις πιθανές «απαιτήσεις»/προσδοκίες που μπορεί να έχετε από το κοινό σας;

L.S.: Ίσως αυτό να ήταν κάτι το οποίο σκέφτηκε ένας από τους εκπροσώπους δημοσίων σχέσεων μας, επειδή δε θυμάμαι να το έχουμε πει, αλλά είναι μια καλή ερώτηση.

Νιώθω ότι ως παίκτες έχουμε ευθύνη ο ένας απέναντι στον άλλον να προσφέρουμε δημιουργικές και συναρπαστικές δυνατότητες κάθε βράδυ, για να συνεργαστούμε ο ένας με τον άλλον.

Έχουμε επίσης την ευθύνη να «κουβαλήσουμε» έναν από εμάς αν δεν έχει τόσο καλή βραδιά, και να προσπαθήσουμε να παρέχουμε κάποια πλαίσια που του επιτρέπουν να ακμάσει ανεξάρτητα, ώστε το έργο να εξακολουθεί να αποτελεί καλλιτεχνική επιτυχία.

Όσον αφορά τις απαιτήσεις ή τις προσδοκίες από το κοινό, το μόνο το οποίο ζητάμε είναι βασικός σεβασμός· να βυθίζεται στη μουσική μας χωρίς να διαταράσσει τη ροή της.

T.B.: Το Disquiet περιλαμβάνει τέσσερα κομμάτια τα οποία, ενώ στην πλειονότητά τους βασίστηκαν σε αυτοσχεδιασμούς «στο στούντιο», διαμορφώθηκαν και βελτιστοποιήθηκαν κατά τη διαδικασία της overdubbing και της μίξης.

Στο τέλος, λοιπόν, μοιάζουν περισσότερο με μελετημένα, σμιλεμένα κομμάτια παρά με «ελεύθερα αυτοσχεδιαστικά».

Στις 28 και 28 Απριλίου επιστρέφετε στην Αθήνα για μια διήμερη residency στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» στο πλαίσιο της Scenius Series, μετά τη θριαμβευτική προηγούμενη επίσκεψή σας. Τι μπορεί να συμβεί αυτήν τη φορά;

L.S.: Λοιπόν, την πρώτη μας φορά στην Αθήνα, η αίθουσα του Ωδείου ήταν sold out, με πάνω από 600 άτομα στο κοινό, οπότε δεν ξέρω τι να περιμένω τώρα!

T.B.: Η πρώτη μας επίσκεψη στην Αθήνα και η περφόρμανς στην αίθουσα του Ωδείου ήταν μια καταπληκτική εμπειρία, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι ήταν η πρώτη μας φορά στη χώρα.

Δε θα προσπαθήσουμε, ωστόσο, να αναδημιουργήσουμε αυτό το θριαμβευτικό γεγονός, κάτι που θα ήταν λάθος.

Θα το προσεγγίσουμε, όπως όλες τις συναυλίες μας, με μια φρέσκια στάση και θα προσπαθήσουμε να ανταποκριθούμε στη νέα κατάσταση με όσο το δυνατόν πιο ανοιχτό συλλογικό μυαλό!

Ευχαριστώ θερμά τους Lloyd Swanton και Tony Buck για τη συμμετοχή τους στη συνέντευξη.

Οι The Necks είναι οι: Chris Abrahams (πιάνο), Lloyd Swanton (μπάσο) και Tony Buck (ντραμς).

Οι The Necks εμφανίζονται ζωντανά την Τρίτη 28 και την Τετάρτη 29 Απριλίου στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» (Πλατεία Αγ. Γεωργίου Καρύτση 8, Αθήνα) στις 21:00, στο πλαίσιο της Scenius Series.



Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Grisha Goryachev: «Αν σου αρέσει η μουσική, είναι δύσκολο να μη σου αρέσει το φλαμένκο»

 

Grisha Goryachev (Φωτογραφία: Motohiro Asano)

Ρωσικής καταγωγής, κάτοικος Η.Π.Α. και βαθιά επηρεασμένος από τον Πάκο ντε Λουθία και την παράδοση του φλαμένκο, ο Grisha Goryachev είναι από τους σπουδαιότερους κιθαρίστες του είδους παγκοσμίως.

Τον συναντήσαμε λίγο πριν τις ζωντανές εμφανίσεις του στο πλαίσιο του 39ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κιθάρας Αθήνας (18 & 19 Απριλίου).

Ο πατέρας σου, δεξιοτέχνης της κλασικής κιθάρας κι ο ίδιος, ήταν ο άνθρωπος που πρώτος σε έστρεψε στη μουσική, και συγκεκριμένα στην ενασχόληση με την κιθάρα. Πότε οικειoποιήθηκες αυτόν τον προσανατολισμό ως δική σου ανάγκη;

Ως παιδί, άκουγα τον πατέρα μου να εξασκείται στην κιθάρα και με υπνώτιζε ο ήχος της - τόσο καθησυχαστικός και δελεαστικός ταυτόχρονα.

Στα έξι μου άρχισα να παρακολουθώ κανονικά μαθήματα. Έπαιζα κλασικό ρεπερτόριο, κυρίως ισπανικής προέλευσης, και ήμουν καλός σ’ αυτό.

Το 1986, όμως, άκουσα για πρώτη φορά μια συναυλία του Πάκο ντε Λουθία. Κατόπιν, αποφάσισα ότι το φλαμένκο ήταν η κλίση μου. Το ένιωθα στο σώμα μου, απλώς δεν το είχα ξανακούσει μέχρι τότε.

Έκτοτε, άρχισε η πρόοδός μου, καθώς ξεκίνησα να μαθαίνω το φλαμένκο, κυρίως με το αυτί.

Συμμετείχα στις πρώτες μου συναυλίες όταν ήμουν περίπου οκτώ χρονών. Μέχρι τα εννιά είχα εμφανιστεί ζωντανά σόλο.

Εκείνη την περίοδο η κιθάρα ήταν ακόμα κάτι καινούριο για μένα, ήταν το «ναρκωτικό» μου. Ήμουν εθισμένος σ’ αυτήν, αλλά δεν την αντιλαμβανόμουν ως καριέρα μέχρι που ξεκίνησα να κάνω πολλές περιοδείες.

Ως παιδί ακόμα.

Όταν έγινα έντεκα, συνειδητοποίησα πως η κιθάρα ήταν η μοίρα μου και ότι θα ασχολούμουν με αυτήν για την υπόλοιπη ζωή μου.

Είναι σαν να ερωτεύεσαι. Δεν το συνειδητοποιείς αμέσως, αλλά συμβαίνει.

Ωριμάζει μέσα σου.

Ωριμάζει, αλλά κάπου στο βάθος.

Έχασες κάτι ως παιδί, ακριβώς επειδή είχες ξεκινήσει μια καριέρα από τόσο νεαρή ηλικία;

Το να είσαι παιδί-θαύμα είναι και ευλογία και κατάρα.

Ευλογία, επειδή βίωσα μια πολύ ενδιαφέρουσα ζωή γνωρίζοντας σπουδαίους ανθρώπους και τόπους και εμφανιζόμενος στην Τηλεόραση και το Ραδιόφωνο.

Κατάρα, επειδή συνεπαγόταν την ανάληψη πολλών ευθυνών από πλευράς μου, ιδίως μετά την κατάρρευση της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Οι γονείς μου έχασαν τις δουλειές τους, οπότε ήμουν ο μόνος ο οποίος έφερνε λεφτά στην οικογένεια.

Επιπλέον, λόγω των συχνών ταξιδιών έπρεπε να εγκαταλείψω τα μαθήματα στο σχολείο.

Έτσι, παρακολουθούσα μαθήματα κατ’ οίκον, με τον ρυθμό μου, και εμφανιζόμουν στο σχολείο για τις εξετάσεις. Ευτυχώς, ο διευθυντής έδειχνε κατανόηση.

Εξαιτίας των συνθηκών, δεν έκανα παρέα με παιδιά της ηλικίας μου, κι αυτό διαμόρφωσε όλη μου τη ζωή. Αισθάνομαι λίγο κοινωνικά αμήχανος, επειδή ποτέ δε βίωσα τη φυσιολογική παιδική ηλικία.

Η κατοπινή πορεία σου σε αποζημίωσε, ωστόσο, υποθέτω. Δεν ξέρω σε ποιον βαθμό.

Πάντα υπάρχουν συμβιβασμοί. Αλλά δε μετανιώνω για την επιλογή μου. Ήταν αναγκαία για μένα, μια ευλογία.

Ευλογία ήταν κι η συνάντησή σου με τον ήρωά σου, τον Πάκο ντε Λουθία. Δεν έχουμε όλοι οι άνθρωποι την ευκαιρία να γνωρίσουμε τους ήρωες/τις ηρωίδες μιας από κοντά.

Υπάρχουν φήμες πως σπούδασα με τον Πάκο ντε Λουθία και ότι έπαιξα με αυτόν. Δεν ισχύουν. Απλώς τον συνάντησα.

Το 1994 επισκέφτηκα για πρώτη φορά στην Ισπανία στο πλαίσιο ενός ρωσικού προγράμματος. Έπαιζα σε μια από τις συναυλίες στη Μαδρίτη και μια φίλη του Πάκο ντε Λουθία ήταν στο κοινό. Ήταν Δεκέμβριος, κοντά στα γενέθλιά του.

Μου είπε πως ο μαέστρος βρισκόταν στην Ισπανία και μου πρότεινε να τον συναντήσω. Δε χρειαζόταν να το προτείνει για δεύτερη φορά.

Πήγα στο σπίτι του και τον άκουσα να εξασκείται. Ηχογραφούσε καινούριο δίσκο εκείνη την εποχή.

Με εντυπωσίασε το ότι ήδη με είχε παρακολουθήσει στην Τηλεόραση. Του έπαιξα, λοιπόν, τη σύνθεσή του την οποία είχα παίξει σ’ εκείνη τη συναυλία.

Ένιωσα ευλογημένος, ήταν μια σουρεαλιστική κατάσταση για μένα να παίζω για εκείνον. Καθόταν στην ίδια απόσταση που κάθεσαι εσύ τώρα. Μόνο καλά λόγια είχε να πει για μένα, ενώ εγώ αναζητούσα την κριτική.

Απέπνεε μια ζεστασιά. Γνωρίζοντάς τον από κοντά, άλλαξε ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζα τους καλλιτέχνες. Τους θεωρούσα ανέγγιχτους, σαν θεούς. Είναι άνθρωποι, όμως, κι αυτό είναι όμορφο.

Τον ευγνωμονώ για όσα έκανε για μένα. Είναι ο νούμερο ένα κιθαρίστας του φλαμένκο. Δε θαυμάζω άλλον κιθαρίστα όπως τον Πάκο.

Σου έδωσε κάποια σημαντική συμβουλή;

Μου πρότεινε να πάω στην Ισπανία και να συναναστραφώ με τους τσιγγάνους, για να βιώσω τη γεύση και το πνεύμα του φλαμένκο.

Το έχω κάνει εν μέρει, αλλά ποτέ δεν είχα την ευκαιρία να παραμείνω επί μακρόν στην Ισπανία. Εκείνη την εποχή, εξάλλου, ήμουν πολύ φτωχός.

Κατόπιν, μετανάστευσα στις Η.Π.Α.

Είναι αλήθεια πως σε ενθάρρυνε να ακολουθήσεις το μονοπάτι της μετανάστευσης;

Όχι μόνο με ενθάρρυνε, αλλά και με βοήθησε με μια όμορφη συστατική επιστολή, χάρη στην οποία το Αλλοδαπών αμέσως μου παραχώρησε βίζα.

Πώς βίωσες τη μετάβαση από την πρώην Σοβιετική Ένωση στις Η.Π.Α. μέσω του φλαμένκο;

Οι Η.Π.Α. με καλοδέχτηκαν. Νομίζω ότι, γενικά, οι Αμερικανοί είναι πολύ καλοί άνθρωποι. Ταυτόχρονα, η μετάβαση υπήρξε ένα πολιτισμικό σοκ.

Όχι κι όλοι οι Αμερικανοί.

Προφανώς.

Ως κανόνας, όμως, είναι φιλόξενοι και αυθεντικά καλοί άνθρωποι.

Αυτό το οποίο με εντυπωσίασε, όμως, ήταν πως, ενώ είχα ήδη μια καριέρα στη Ρωσία και ήξερα ότι μπορούσα να παίξω, όταν έφτασα στις Η.Π.Α. κανένας δε με ήξερε.

Αυτό ήταν σημαντικό μάθημα όσον αφορά στον εγωισμό μου και στο να συνειδητοποιήσω πως ένα μεγάλο μέρος της επιτυχίας στην καριέρα μας οφείλεται στην τύχη και την επιμονή. Δεν αρκούν το ταλέντο ή η δουλειά.

Με προσγείωσε, επομένως, κι έτσι έκανα καριέρα για δεύτερη φορά. Στην αρχή, όμως, ήταν δύσκολο να γίνω γνωστός. Πάλεψα, αλλά τα κατάφερα.

Επιπλέον, είμαι μοναχικός άνθρωπος, άρα μ’ αρέσει να είμαι μόνος μου. Δε συναντώ συχνά άλλους ανθρώπους. Μόνο όταν πρέπει κι όταν το επιθυμώ. Όχι διαρκώς, όμως.

Οπότε, δεν έχει σημασία πού μένω. Μπορώ να ζήσω οπουδήποτε, επειδή είμαι αυτάρκης. Θέλω να πάω στο δωμάτιό μου, να εξασκηθώ στην κιθάρα, κι αυτό με κάνει ευτυχισμένο.

Διδάσκεις κιόλας. Τι θέλεις να ενσταλάξεις μέσω της διδασκαλίας;

Παραδίδω ιδιωτικά μαθήματα. Λόγω του περιορισμένου δείγματος μαθητών/μαθητριών μου, δεν μπορώ να συνάγω συμπεράσματα.

Υπάρχει, όμως, πολύ ταλέντο στους ηλικιακά νέους ανθρώπους στις μέρες μας, νομίζω. Θα γίνουν οι καλύτεροι κιθαρίστες της γενιάς τους, τουλάχιστον από τεχνικής άποψης.

Αυτή είναι η μια διάσταση, η άλλη είναι η εσωτερική «φωτιά».

Μεγαλώνοντας, η κιθάρα ήταν το παιχνίδι μου, το αγαπημένο μου χόμπι.

Τώρα, η κιθάρα έχει να ανταγωνιστεί με πολλά άλλα πράγματα: το κινητό, το smartphone, τα βιντεοπαιχνίδια.

Πολλά νεαρά άτομα δεν αναπτύσσουν, λοιπόν, το ίδιο ενδιαφέρον για την κιθάρα όπως άλλα στο παρελθόν. Αυτά, όμως, που το κάνουν γίνονται σπουδαία. Δεν υπάρχει «φωτιά» για τον καθένα πια.

Ίσως οι νέοι άνθρωποι δεν αλληλεπιδρούν τόσο όσο στο παρελθόν. Αυτό γίνεται διαδικτυακά.

Πρόκειται για μια θλιβερή πραγματικότητα, η οποία επιδεινώθηκε στη διάρκεια της λεγόμενης περιόδου των «λοκντάουν» και δεν έχει αλλάξει έκτοτε. Έχει επέλθει μια ανθρωπολογική μεταβολή.

Το έχω παρατηρήσει.

Για να εμπνεύσω τους ανθρώπους, δεν τους διδάσκω τι να κάνουν, αλλά προσπαθώ να τους θέτω ερωτήματα και τους ζητάω να ακούν τους εαυτούς τους και, κυρίως, να μου πουν τι είδους ιστορία θέλουν να αφηγηθούν μέσω της τέχνης τους.

Αυτό τους «ανοίγει» και τους συνδέει με την πραγματική κλίση τους.

Τι συνδέει το ελληνικό κοινό με την τέχνη σου; Πώς εξηγείς τη ζεστασιά του; Είναι και ζήτημα μεσογειακού πλαισίου/ταμπεραμέντου;

Παίζω φλαμένκο όσο καλύτερα μπορώ.

Κατά τη γνώμη μου, συνδέονται με την ενέργεια, τα συναισθήματα και τη θλίψη του φλαμένκο. Η καρδιά τα νιώθει αμέσως αυτά. Είναι αληθινή μουσική, βασισμένη σε αληθινό πόνο και ευτυχία. Την αποκαλώ «μουσική της γης».

Η κλασική είναι, ίσως, η μουσική του Παραδείσου. Κατασκευάζουμε συνθέσεις που κάποτε είναι υπερβολικά τέλειες. Το φλαμένκο δεν είναι τέλειο, είναι αληθινό. Παίζεις φλαμένκο γιατί βρίσκεται μέσα σου και πρέπει να βγει.

Οι άνθρωποι διαισθάνονται την αλήθεια και την ειλικρίνεια αυτής της μουσικής. Λίγοι μένουν ασυγκίνητοι. Σε κάποιους δεν αρέσει καν η μουσική. Αν, όμως, σου αρέσει η μουσική, είναι δύσκολο να μη σου αρέσει το φλαμένκο.

Είναι η αλήθεια, η ειλικρίνεια και η θλίψη του φλαμένκο ένας τρόπος να πολεμήσουμε τη θλίψη και τη σκοτεινιά του κόσμου στον οποίο ζούμε;

Πάντα υπήρχε και θα υπάρχει ανθρώπινος πόνος. Είναι τέτοια η ανθρώπινη φύση, που πάντα θα υπάρχουν πόλεμοι και άλλες καταστροφές, ανθρωπογενείς, αλλά και φυσικές.

Η μουσική ανέκαθεν χρησιμοποιείτο για την αντιμετώπιση αρνητικών καταστάσεων και το φλαμένκο, στην πρωτότυπη εκδοχή του, ήταν η μουσική των Τσιγγάνων της Ισπανίας που εργάζονταν στα ορυχεία και βίωναν δύσκολη ζωή, μέσα στη φτώχεια.

Χρειάζονταν μια διέξοδο, και η μουσική τούς κρατούσε ζωντανούς. Η μουσική είναι πάντα συγκροτητικό στοιχείο όσων υποφέρουν.

Η πολιτική και οι πόλεμοι διαχωρίζoυν. Εύκολα χειραγωγούμαστε από τα νέα που ακούμε. Δεν πιστεύω σε τίποτα από αυτά. Ελπίζω η τέχνη μου να θεραπεύει τους ανθρώπους και να τους φέρνει κοντά

Για μένα, οι άνθρωποι είναι πρωτίστως άνθρωποι. Τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους έπονται. Η μουσική είναι μια οικουμενική γλώσσα η οποία μας φέρνει κοντά και μια εμπειρία όπου όλοι συμμετέχουμε.

Δε ρωτώ ποιος βρίσκεται στο κοινό. Είμαι απλώς ένας περφόρμερ. Εισπράττω την ενέργεια του κοινού και την ανταποδίδω.

Η μουσική είναι το μόνο που μπορεί να κάνει τον κόσμο ευκολότερα βιώσιμο. Ας ελπίσουμε πως με αυτήν οι άνθρωποι δε θα θέλουν να πολεμήσουν.

Προφανώς, δεν παίζω για τους ανθρώπους της εξουσίας! Είμαι ανίσχυρος, από αυτήν την άποψη. (Γέλιο).

Ευχαριστώ θερμά τo τιμ του Grisha Goryachev και τον ίδιο για την πολύτιμη συμβολή τους στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Ο Grisha Goryachev συμμετέχει στο πλαίσιο του 39ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κιθάρας Αθήνας στις ακόλουθες συναυλίες στο Ωδείον Αθηνών (Ρηγίλλης & Βασιλέως Γεωργίου Β’ 17-19):

Σάββατο, 18 Απριλίου, 19:30, αίθουσα «Ιωάννης Δεσποτόπουλος»

• Grisha Goryachev

• Rosenberg Trio (Stochelo & Mozes Rosenberg, Matheus Nikolaiewsky)

Κυριακή, 19 Απριλίου, 19:30, αίθουσα «Ιωάννης Δεσποτόπουλος»

• Project Rodrigo.