Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Laura Agnusdei: «Ο καπιταλισμός μάς οδηγεί σε μαζική εξαφάνιση, χρειαζόμαστε αλλαγή τώρα»

 

Laura Agnusdei (Φωτογραφία: Matilde Piazzi)

Σαξοφωνίστρια και συνθέτρια ηλεκτροακουστικής μουσικής, η πολυσχιδής Ιταλίδα Laura Agnusdei εμφανίζεται ζωντανά, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στη σκηνή του Κέντρου Ελέγχου Τηλεοράσεων την Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου.

Μαζί της, η εγχώρια κολεκτίβα Free Piece of Tape. Συνομιλώντας με την καλλιτέχνιδα.

Με έδρα την Μπολόνια, είσαι σαξοφωνίστρια και συνθέτρια ηλεκτροακουστικής μουσικής. Είναι η ενασχόλησή σου με το σαξόφωνο σε συνεχή συνομιλία με τις ηλεκτροακουστικές σου πρακτικές;

Απολύτως. Το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς μου εξακολουθεί να περιλαμβάνει το παίξιμο σαξοφώνου μου σε διάλογο με τη χρήση τεχνολογίας όπως: συνθεσάιζερ, sampler, παραγωγή λογισμικού...

Το Night/Lights, το ντεμπούτο άλμπουμ σου, «είναι μια μελωδική ηλεκτροακουστική μουσική. Μιλάει για τη μοναξιά και την αγάπη, την απώλεια και την ανακάλυψη, τον φόβο και την ελπίδα. Μιλάει για το σκοτάδι που μετατρέπεται σε φως», σύμφωνα με τα λόγια σου.

Πώς ένιωσες μετά την κυκλοφορία του;

Η υλοποίηση του πρώτου μου σόλο EP ήταν ένα σημαντικό βήμα για μένα. Με έκανε πιο σίγουρη για τις ικανότητές μου στη σύνθεση της δικής μου μουσικής. Πριν από αυτό, είχα πάντα συνεργατικά μουσικά projects.

Κατόπιν, άρχισα να βλέπω τον εαυτό μου ως συνθέτρια με την προσωπική της προσέγγιση στους ήχους.

Με εντυπωσιάζει ιδιαίτερα το εξώφυλλο. Είναι η Emilie Josso το άτομο πίσω από αυτό; Είναι εμπνευσμένο από την ιδέα του άλμπουμ;

Η Emilie Josso είναι Γαλλίδα εικονογράφος, η οποία έμενε στο σπίτι μου όσο σπούδαζα στην Ολλανδία. Το Night/Lights κυκλοφόρησε από την αγγλική δισκογραφική εταιρεία The Tapeworm, που διαχειρίζεται ο Philip Marshall.

Ο Philip μού είπε ότι θα ήθελε πολύ να έχει ένα σχέδιο για το εξώφυλλο και η Emilie μού έδωσε εκείνο το έργο της το οποίο ήταν μια θέα από το σπίτι μου, το ίδιο μέρος όπου γράφτηκε κυρίως η μουσική σε εκείνο το EP.

«Τα όνειρά μου πέφτουν κάτω/ σαν άγγελοι τσακισμένοι, χωρίς φτερά/ τρέξτε τρέξτε, /ξεμένω/ τόσο σκοτεινό το φεγγάρι είναι λεμόνι», τραγουδάς στο EP Goro, ένα ακόμη σημείο καμπής στην πορεία σου.

Ποια είναι τα πιο ζωντανά όνειρά σου;

Αρχικά ανατεθείσα από την Maple Death και τον εκδοτικό οίκο κόμικς Canicola Edizioni, η μουσική του Goro είναι άμεσα εμπνευσμένη από το ντεμπούτο του Ιταλού συγγραφέα Pastoraccia, Quasi Nessuno Ha Riso Ad Alta Voce.

Σε πρώτο χρόνο, μεταφράστηκε ζωντανά ως μια περφόρμανς και ηχητική εγκατάσταση.

Οι στίχοι τους οποίους παραθέτεις μιλούν για την ιστορία αυτού του graphic novel, και συγκεκριμένα αυτό το κομμάτι αφορά τον χαρακτήρα της Μatilde, που έχει πάθος για τα λεμόνια, όπως κι εγώ.

Το Flowers Are Blooming In Antarctica, το τελευταίο σου άλμπουμ, είναι «ένας βαθύς διαχρονικός στοχασμός πάνω στη σχέση μας με τον πλανήτη Γη, τις οικολογικές συγκρούσεις οι οποίες προκύπτουν και τη γοητεία που ασκούν οι μη ανθρώπινες μορφές ζωής».

Ανθρώπινες και μη ανθρώπινες μορφές ζωής, βρισκόμαστε αυτήν τη στιγμή σε βιολογικά, υπαρξιακά και κοινωνικοπολιτικά σταυροδρόμια, σε έναν κόσμο στα πρόθυρα ενός τρίτου παγκόσμιου πολέμου. Τι απαιτείται για μια αλλαγή πορείας;

Αυτό το οποίο απαιτείται είναι το θάρρος να οραματιστούμε έναν ολοκαίνουργιο κόσμο, ένα νέο κοινωνικό σύστημα όπου θα σταματήσουμε να υπερεκμεταλλευόμαστε τον πλανήτη μας και τους εαυτούς μας.

Πρέπει να αντιμετωπίσουμε το γεγονός ότι ο καπιταλισμός μάς οδηγεί σε μαζική εξαφάνιση και χρειαζόμαστε αλλαγή τώρα. Είναι ήδη πολύ αργά.

Οι πηγές έμπνευσης περιλαμβάνουν το Ways Of Being του James Bridle, το Codex Seraphinianus του Luigi Serafini και τον «στοχασμό της κλιματικής φαντασίας που προμηνύει την επιστημονική φαντασία» του J.G. Ballard.

Πώς συνέκλιναν αυτά τα σημεία αναφοράς με τη μουσική;

Όταν φτιάχνω μουσική, συχνά σκέφτομαι τους ήχους ως σύνθεση ενός φανταστικού σεναρίου. Δεν είναι κάτι που έχει σχεδιαστεί συνειδητά και ο σαφής ορισμός αυτού του σεναρίου έρχεται συχνά όταν ολοκληρωθεί το κομμάτι.

Έτσι, διάβαζα Ballard και Bridle όσο συνέθετα το άλμπουμ, και όλα βγήκαν πολύ φυσικά, ενώ το Serafini είναι περισσότερο μια οπτική αναφορά για το artwork.

Στο βινύλιο υπάρχει επίσης ένα κείμενο που απεικονίζει την ιδέα του άλμπουμ: soundtrack για έναν κόσμο του μέλλοντος (2087) όπου η Ιταλία είναι μια τροπική χώρα.

Το Ways of Being είναι ένα βιβλίο για τη νοημοσύνη των μη ανθρώπινων μορφών ζωής, ένας ισχυρός στοχασμός πάνω στα όρια του ανθρωποκεντρισμού.

Eίναι γεμάτο με δυνατές ιστορίες και ανέκδοτα και χρησιμοποίησα μερικές από αυτές για να βρω ονόματα για τα κομμάτια.

Το άλμπουμ σου συνοδεύεται από έργα τέχνης, εικόνες και ένα εικονογραφημένο βιβλίο του Daniele Castellano. Εμπνευσμένος από τους ήχους σου, ο καλλιτέχνης μετέτρεψε τα θέματα και την αφήγηση του άλμπουμ σε εικόνες.

Πώς εξελίχθηκε αυτή η συνεργασία; Θεωρείς την τέχνη μια ολιστική, διεπιστημονική διαδικασία;

Το Flowers Are Blooming In Antarctica είναι η πρώτη κυκλοφορία της Opale, μιας σειράς που επιμελήθηκε ο Maple Death και ο εκδοτικός οίκος Canicola Edizioni.

Κάθε κυκλοφορία της Opale συνοδεύεται από την παράλληλη παραγωγή ενός δίσκου βινυλίου και ενός εικονογραφημένου βιβλίου.

Όταν τελείωσα το άλμπουμ μου και το έστειλα στην Maple Death, ο Jonathan Clancy, ο άνθρωπος πίσω από την δισκογραφική εταιρεία, με ρώτησε με ποιον καλλιτέχνη θα ήθελα να συνεργαστώ.

Επέλεξα τον Daniele Castellano, επειδή η τέχνη του μου θύμισε τον Codex Seraphinianus.

Έκανε καταπληκτική δουλειά μεταφράζοντας όλες τις ιδέες και τις εμπνεύσεις της μουσικής σε εκπληκτικές εικόνες, δημιουργώντας το βιβλίο 2087: Flowers Are Blooming in Antarctica, το οποίο είναι επίσης ένα ημερολόγιο για το έτος 2087 και έχει τις ίδιες ημέρες και αριθμό με το 2025, το έτος κυκλοφορίας και του άλμπουμ.

Ό,τι μου έκανε εντύπωση στην τέχνη του Daniele ήταν αυτή η πτυχή της «οικοδόμησης του κόσμου», η δύναμη της δημιουργίας εναλλακτικών πραγματικοτήτων. Υπό αυτήν την έννοια ήταν εύκολο να συνεργαστούμε, με διεπιστημονικό τρόπο.

Αυτό που προσπαθούσα να πετύχω με τη μουσική μου για αυτό το άλμπουμ ήταν πολύ παρόμοιο.

Την Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου θα βρεθείτε στη σκηνή του Κέντρου Ελέγχου Τηλεοράσεων (KET) στην Αθήνα, μαζί με την κολεκτίβα Free Piece of Tape. Είναι η πρώτη σου περφόρμανς στο KET;

Πώς αξιολογείς τη σημασία των ανεξάρτητων χώρων τέχνης στην καλλιέργεια ενός διαφορετικού, λιγότερο καταναλωτικού και πιο συλλογικού ήθους βίωσης της τέχνης - και της μουσικής, ειδικότερα;

Ναι, θα είναι η πρώτη φορά που θα εμφανιστώ στην Ελλάδα και είμαι πολύ χαρούμενη γι’ αυτό.

Πιστεύω ότι ο ρόλος χώρων όπως το KET είναι καθοριστικός για να διατηρηθεί ζωντανή η πειραματική μουσική.

Η λέξη «πειραματική» τα λέει όλα: χρειαζόμαστε χώρο και χρόνο για να δοκιμάσουμε, να θέσουμε νέες συνθήκες για να δημιουργήσουμε νέους ήχους.

Αυτό είναι δυνατό μόνο σε μέρη τα οποία δε διαχειρίζονται άνθρωποι που επικεντρώνονται στο κέρδος ή/και την ψυχαγωγία.

Και πώς ορίζεις την «underground» μουσική στις μέρες μας, δεδομένου του συνεχούς αγώνα της ενάντια στην εμπορευματοποίηση και την αφομοίωση;

Η underground μουσική συχνά σημαίνει τέχνη που παραμένει πιστή στην νοοτροπία του «Κάν’ το μόνος σου».

Μουσική η οποία δημιουργείται από την επείγουσα ανάγκη να επικοινωνηθεί κάτι, ακόμα κι αν δεν υπάρχει κάποια μεγάλη δισκογραφική εταιρεία υπεύθυνη για τη διανομή και την προώθησή του.

Νομίζω ότι το να είσαι underground καλλιτέχνης είναι πολύ πιο βολικό από άποψη ελευθερίας έκφρασης και δυνατότητας πειραματισμού και εξέλιξης:

Δεν έχεις τίποτα να χάσεις, έχεις τα πάντα να εφεύρεις όσον αφορά το πώς να καταστήσεις αυτό που κάνεις βιώσιμο ή πώς να το επικοινωνήσεις.

Με κάποιον τρόπο φτιάχνεις τους δικούς σου κανόνες, και αυτό είναι περισσότερο ευλογία, παρά μειονέκτημα.

Ευχαριστώ θερμά την Laura Agnusdei για την παραχώρηση της φωτογραφίας της.

Η Laura Agnusdei εμφανίζεται ζωντανά στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων (Κύπρου 91Α & Σικίνου 35Α, Κυψέλη) την Παρασκευή 27 Φεβρουαριου, 21:00. Μαζί της, οι Free Piece of Tape.

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

«Αρμπάιτ»: Μια συζήτηση με τους Γιώργο Παλούμπη και Αντώνη Τσιοτσιόπουλο

 

Φωτογραφία: Ελίνα Γιουνανλή

Μια από τις καλύτερες και πιο άρτια ερμηνευμένες παραστάσεις της θεατρικής χρονιάς, το Αρμπάιτ των Γιώργου Παλούμπη και Αντώνη Τσιοτσιόπουλου επιστρέφει στη σκηνή του Θεάτρου Σταθμός από τις 21 Φεβρουαρίου.

Μια συνάντηση με τους δημιουργούς της.

Συναντόμαστε μια ημέρα μετά τη δολοφονία πέντε εργατριών του εργοστασίου παραγωγής μπισκότων και δημητριακών «Βιολάντα». Θα ήθελα να ακούσω τυχόν σκέψεις και σχόλιά σας.

Αντώνης Τσιοτσιόπουλος: Είναι θλιβερό να ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία οι συνθήκες εργασίας είναι τέτοιες, που επιτρέπουν να γίνονται ατυχήματα όπως το συγκεκριμένο.

Είναι θλιβερό να δουλεύουν άνθρωποι στις 4 τα ξημερώματα χωρίς τους στοιχειώδεις κανόνες ασφαλείας.

Γιώργος Παλούμπης: Οδηγείσαι στη σκέψη ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι μη υπολογίσιμοι.

Δυστυχώς, όλο και πιο διευρυνόμενες κατηγορίες εργαζομένων, κοινωνικών στρωμάτων και πληθυσμών εντάσσονται στους αναλώσιμους.

Γ.Π.: Δεν ξέρω αν ποτέ υπήρχε μια εποχή κατά την οποία δεν ίσχυε αυτό. Ο κόσμος μας δημιουργεί συνεχώς ανισότητες, που συνεχίζουν να υπάρχουν. Αυτό είναι το θέμα του Αρμπάιτ.

Με συγκινούν άνθρωποι οι οποίοι ίσως αναγκάστηκαν να επιλέξουν κάποιες δουλειές, κι όμως τις κάνουν με μεράκι.

Πώς εξισορροπείται ή υπερβαίνεται η συνθήκη του καταναγκασμού αν ή όταν φιλτράρεται μέσα από το μεράκι;

Γ.Π.: Αφ’ ενός, το μεράκι είναι ένα από τα καλά στοιχεία του ανθρώπινου χαρακτήρα. Αφ’ ετέρου, είναι ίσως ο μόνος τρόπος να ανταποκριθείς σε μια δουλειά που δεν επέλεξες.

Το μεράκι σε βοηθάει να την αγαπήσεις, κι έτσι να την κάνεις με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ώστε να νιώθεις κι εσύ καλά με τον εαυτό σου.

Μπορεί, λοιπόν, να υπερβεί το μεράκι τον καταναγκασμό; Όχι, αλλά σου δίνει δύναμη για να τον αντέξεις.

Α.Τ.: Συμφωνώ με τον Γιώργο, αλλά πρέπει να δημιουργηθούν οι συνθήκες για να κάνεις καλά τη δουλειά σου.

Αν, για παράδειγμα, αναγκάζεσαι να σκάβεις δρόμους, πρέπει να σκάβεις συγκεκριμένες ώρες την ημέρα και ημέρες την εβδομάδα. Όταν ξεπερνάς τις αντοχές σου και γυρνάς σπίτι σου κουρέλι...

Ξεζουμίζεσαι, καταρρέεις και εντέλει πεθαίνεις. Και τότε δεν μπορείς να διεκδικήσεις τίποτα - ούτε συλλογικά, ούτε ατομικά.

Α.Τ.: Μιλάμε για το οκτάωρο, που το έχουν διαλύσει. Σε ένα γραφείο το οκτάωρο είναι εντάξει, αλλά σε χειρωνακτικές εργασίες; Όχι. Εκεί πρέπει να δουλεύεις τρίωρο και να πληρώνεσαι αναλόγως.

Γ.Π.: Στο Αρμπάιτ μιλάμε για εργαζόμενες οι οποίες είναι υπό καθεστώς καταναγκασμού και αδικημένες.

Γιατί εστιάσατε στην έμφυλη διάσταση της εργασίας ή του έμφυλου εργασιακού καταναγκασμού;

Γ.Π.: Επειδή, ούτως ή άλλως, οι γυναίκες βρίσκονται σε πιο αδικημένη θέση.

Επιπλέον, υπάρχει και μια πιο αντικειμενική συνθήκη που οδήγησε σ’ αυτήν την επιλογή: η παράσταση ήταν αποτέλεσμα εξετάσεων σχολής, κι οι σπουδάστριες ήταν μονο γυναίκες.

Πώς κύλησε η διαδικασία;

Γ.Π.: Μάς άρεσε και μάς γέμιζε όλες και όλους. Την πιστεύαμε ως παράσταση, επρόκειτο για δικά μας κείμενα, που τα αγαπήσαμε. Τα πονέσαμε τα κορίτσια τα οποία συμμετέχουν.

Υπάρχει ένα παράλληλο «αρμπάιτ» εκεί: νέες κοπέλες ηθοποιοί.

Όλες είναι στα πρώτα βήματα ή στα πρώτα χρόνια ενασχόλησής τους με την υποκριτική;

Γ.Π.: Όλες. Θέλαμε να στηρίξουμε και το κείμενο και εκείνες. Το πρώτο ανέβασμα της παράστασης καθυστέρησε, ωστόσο, έναν χρόνο, επειδή αργήσαμε να μιλήσουμε στον Μάνο Καρατζογιάννη του Θεάτρου Σταθμός κι είχε κλείσει το πρόγραμμά του.

Στο μεταξύ, ξαναδουλέψαμε τους θεματικούς άξονες και τη μουσική επένδυση κι έτσι, ως παράσταση, ήταν πλέον πολύ πιο ολοκληρωμένη.

Τι εξυπηρετεί δραματουργικά η σπονδυλωτή δομή της αφήγησης;

Γ.Π.: Στο πλαίσιο εξετάσεων είναι εξυπηρετικό από πρακτικής άποψης να υπάρχει μια τέτοια δομή, ώστε να αναδεικνύεται ο/η ηθοποιός σε διαφορετικούς ρόλους.

Από την άλλη, γουστάραμε να γράψουμε ιστορίες. Ένας θεματικός άξονας όπως η εργασία αναδεικνύεται, εξάλλου, με μεγαλύτερο πλούτο αν αποτυπωθεί μέσα σε διαφορετικά εργασιακά περιβάλλοντα.

Πώς μοιράσατε μεταξύ σας τη συγγραφική δουλειά; Ήταν κάτι τόσο απλό και φυσικό;

A.T.: Με τον Γιώργο συνήθως «στήνουμε» μαζί το έργο, την ιστορία, τους χαρακτήρες, τη δομή.

Κατόπιν, γράφω το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου και τους διαλόγους και στη συνέχεια, μαζί με τον Γιώργο, το «ξαναπερνάμε» και του δίνουμε την τελική του μορφή. Λειτουργεί αυτή η συνθήκη, κυλάει όμορφα και φυσικά.

Δεν είναι εύκολο, όμως.

Α.Τ.: Καθόλου εύκολο. Με τον Γιώργο έχουμε την «άπλα» όταν κάτι δε μας αρέσει, να μη μας αρέσει από κοινού.

Όσον αφορά στο Αρμπάιτ, έγραφε καθένας τη δικιά του ιστορία, τη διαβάζαμε, τη διορθώναμε και καταλήγαμε.

Ο λόγος των ηθοποιών μετρούσε;

Γ.Π.: Όποια αμφιβολία έχουν οι ηθοποιοί, τη συζητάμε, επειδή μάς ανησυχεί όταν υπάρχει.


Φωτογραφία: Ελίνα Γιουνανλή


Γεφυρώνεται κυρίως το αντιληπτικό και λιγότερο το ηλικιακό χάσμα μέσω της θεατρικής συνεργασίας;

Γ.Π.: Γεφυρώνεται. Άλλοι ηθοποιοί είναι πιο ανήσυχοι και ενεργοί πολιτικά, άλλοι όχι.

Απλώς, στην επιλογή των ηθοποιών έχουμε πάντα κατά νου να συνεννοούμαστε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Σε όλες τις δουλειές που έχουμε κάνει συμφωνούμε, πάνω κάτω, με τους/τις ηθοποιούς σε επίπεδο κοσμοθεωρίας.

Αυτό συνέβη και στην περίπτωση του Αρμπάιτ, και μάλιστα απ’ την αρχή. Οι επτά ηθοποιοί της παράστασης είναι κατά πολύ λαϊκά κορίτσια, τα οποία έχουν γεννηθεί χωρίς «πλάτες».

Ένα αγεφύρωτο χάσμα θα αποτελούσε, πάντως, τροχοπέδη στην εξέλιξη της διαδικασίας, έτσι δεν είναι είναι;

Γ.Π.: Θα δημιουργούσε δυσκολία, ναι. Αλλά κάτι τέτοιο δε συμβαίνει συχνά, επειδή ακριβώς έχουμε τον νου μας.

Το Αρμπάιτ είναι μια παράσταση που παρακολουθείται σχεδόν απνευστί. Πώς επιτυγχάνεται η αίσθηση του ρυθμού;

Γ.Π.: H αίσθηση του ρυθμού κατακτιέται και με τις παραστάσεις και με τον καιρό.

Τόσο τα Ανεξάρτητα Κράτη όσο και το Αρμπάιτ δεν είναι χτισμένα κατά τρόπο ώστε ο ρυθμός να «τρέχει» σύμφωνα με τον χρόνο, αλλά βάσει της αλήθειας τού τι συμβαίνει την εκάστοτε στιγμή.

Αν η αλήθεια του κειμένου είναι γρήγορη, γρήγορος είναι και ο ρυθμός. Σε κάθε περίπτωση, αν το κείμενο είναι αληθινό, έχει ρυθμό. Η αλήθεια είναι ένας εσωτερικός μετρονόμος.

Ο ρυθμός προκύπτει από την πρόβα την οποία κάνεις πάνω στην κάθε σκηνή του έργου. Αν έχουμε χάσει κάτι σε παραστάσεις, αυτό συμβαίνει επειδή έχουμε χάσει σε επίπεδο αλήθειας, άρα και ρυθμού.

Κι εσύ, Αντώνη, αναζητάς την ίδια αλήθεια κάθε φορά που γράφεις/γράφετε.

Α.Τ.: Μόνο.

Και υποκριτικά, αντίστοιχα;

Α.Τ.: Η φυσική τάση, είτε συγγραφικά είτε υποκριτικά, είναι προς την αλήθεια, να μπορεί κάποιος να πει, «Αυτό θα μπορούσε να συμβεί».

Ακόμα κι ένα ποιητικό κείμενο να πάρεις στα χέρια σου, η τάση πρέπει πάντα να είναι προς τον ρεαλισμό. Ηχούν τα λόγια που εκφέρονται «κανονικά»; Βγαίνουν από έναν άνθρωπο;

Δύσκολο και διαρκές στοίχημα.

Α.Τ.: Είμαστε ακόμα μακριά από το να το κερδίσουμε στη δουλειά μας. Αυτό, όμως, σε ωθεί να κάνεις το επόμενο εγχείρημα πιο αληθινό.

Κάθε χρόνο, συμμετέχεις, Αντώνη, (και) σε ουκ ολίγες ταινίες, κυρίως -αλλά όχι μόνο- μικρού μήκους. Δε γίνεται αυτό κάποια στιγμή βιολογικά κουραστικό και ψυχοφθόρο; Ή κάθε καινούρια εμπλοκή σε αναζωογονεί/ανατροφοδοτεί;

Α.Τ.: Επειδή με έχετε βαρεθεί, μάλλον θα σταματήσω!

Η συμμετοχή στις μικρού μήκους έχει ξεκινήσει από μια ανάγκη μου να εκπαιδευτώ στο σινεμά. Στην Ελλάδα, δεν υπήρχε άλλος τρόπος να μάθω. Οπότε, οι πολύ πρώτες μικρού και μεγάλου μήκους όπου συμμετείχα ήταν αποτέλεσμα αυτής της ανάγκης.

Από ένα σημείο και μετά, προκύπτει από την ανάγκη και το χρέος μου να βοηθήσω όσο μπορώ. Αν κάποιος σκηνοθέτης μου προτείνει να παίξω στην ταινία του, προσπαθώ να αντιληφθώ αν μπορώ να δω τον εαυτό μου σ’ αυτήν.

Εφόσον καταφέρω να βρω κοινά με τον σκηνοθέτη, σίγουρα θα πω «ναι» στην πρότασή του.

Το έχω παρακάνει, βέβαια. Έχουν ξεπεράσει τις σαράντα οι εμφανίσεις μου σε μικρού μήκους φιλμ. Βλέπω, όμως, την υποκριτική και με αθλητικούς όρους.

Να μη χάνεις τη φόρμα σου;

Α.Τ.: Με την έννοια του ρεκόρ. (Γέλιο).

Όπως και να ’χει, με συγκινούν άνθρωποι οι οποίοι -όπως εσείς- έχουν φτάσει όπου έχουν φτάσει, κι όμως διαθέτουν τον εαυτό τους και τον χρόνο τους και σε άλλα άτομα πέραν ενός στενού κύκλου συνεργατών/συνεργατριών.

Α.Τ.: Πώς θα γνωριστείς με τον άλλο; Στο μπαρ; Όχι. Μέσα από τη δουλειά. Έχουν προκύψει φίλοι και συνεργάτες μέσα από τέτοιες διαδικασίες, επειδή βρήκαμε έναν κοινό τόπο.

Αν δεν είχα ανταποκριθεί σε μια πρόταση, θα είχα χάσει έναν φίλο ή έναν συνεργάτη. Ανεξαρτήτως της επιτυχίας του αποτελέσματος, μ’ αρέσει να μπαίνω στη διαδικασία της δουλειάς μ’ έναν άνθρωπο, επειδή έτσι τον γνωρίζω πολύ καλύτερα.

Η αποδοχή από ένα ευρύτερο κοινό, πόσο απασχολεί τον καθένα από εσάς;

Γ.Π.: Δε μου είναι αδιάφορη, επειδή η δουλειά πρέπει να είναι βιώσιμη. Κι όταν -εντός ή εκτός εισαγωγικών- μπλέκουμε με μεγάλους θεατρικούς χώρους, πρέπει να έχουμε κόσμο.

Αλλιώς, πολύ απλά, η παράσταση θα κατέβει. Κι αν συμβεί κάτι τέτοιο, πάει χαράμι ο κόπος.

Από εκεί και πέρα, είναι ωραίο να σου λένε «μπράβο». Μια βράβευση μου προκαλεί αμηχανία. Όχι ότι δε χαίρομαι, αλλά δεν είναι ο σκοπός μου.

Το κυριότερο, λοιπόν, είναι η βιωσιμότητα μιας παράστασης σε σχέση με τους αριθμούς.

Με «καίει», εξάλλου, το να κάνει η παράσταση τη δουλειά που είναι να κάνει, το να είναι ο κόσμος είναι μέσα στην ιστορία. Όταν δε συμβαίνει, κι όμως ακούω θετικά σχόλια μετά, σχεδόν δε μ’ ενδιαφέρουν.

Μ’ ενδιαφέρει να σώσω ό,τι δεν πάει καλά και με στενοχωρεί όταν μια δουλειά δεν επικοινωνεί με το κοινό όσο θα έπρεπε.

Η αποδοχή ή η επιτυχία μιας παράστασης δε σημαίνει, πάντως, τίποτε για την επόμενη.

Εσένα, Αντώνη, σε αφορά η αποδοχή - δημιουργικά και ψυχικά;

Α.Τ.: Είμαι πολύ κοντά σε όσα λέει ο Γιώργος.

Η αποδοχή σε κάνει να πας παρακάτω. Χωρίς αυτήν, ακόμα και σε μια ερωτική σχέση, σταματάς.

Γ.Π.: Αν δεν υπάρχει αποδοχή, σημαίνει πως κάτι δεν κάνεις σωστά ή δεν αφορά αυτό που κάνεις το κοινό.

Μετά από την πολύχρονη εμπλοκή σας στο καλλιτεχνικό πεδίο, αισθάνεστε ότι κάτι έχετε καταφέρει, πως έχετε υπερβεί την αίσθηση του αναγκασμού ή της κάλυψης της βιοτικής μέριμνας και γουστάρετε αυτό το οποίο κάνετε;

Γ.Π.: Το γουστάρουμε και μας τρέφει.

Δεν κάνεις θέατρο για να βγάλεις λεφτά, ούτε ξεκινάς με τη σιγουριά πως θα σε ζήσεις από αυτό. Αν η αρχική φλόγα παραμένει αναμμένη, συνεχίζεις να βρίσκεις λόγους να την ανανεώνεις.

Αισθάνομαι ότι κάτι έχω καταφέρει, αλλά ποτέ, δυστυχώς, με ασφάλεια και σιγουριά. Ίσως σ’ αυτήν την ανασφάλεια έγκειται η περιπέτεια του θεάτρου.

Πρέπει να φροντίζεις τα θεμέλια της συγκεκριμένης δουλειάς, επειδή, από στιγμή σε στιγμή, μπορεί να κατεδαφιστούν.

Α.Τ.: Η ανασφάλεια είναι ίδιον του θεάτρου. Σε ζορίζει, αλλά πάντα σε ωθεί στο να αναζητήσεις το επόμενο βήμα. Αν δεν την επιζητούσαμε, ίσως να κάναμε μια άλλη δουλειά. Μπορεί να μας κουράζει, αλλά μας κρατάει πιο ενεργούς και νέους.

Η παράσταση Αρμπάιτ, σε κείμενο και σκηνοθεσία Γιώργου Παλούμπη και Αντώνη Τσιοτσιόπουλου, επιστρέφει στη σκηνή του Θεάτρου Σταθμός (Βίκτωρος Ουγκώ 55, Μεταξουργείο) από το Σάββατο 21 Φεβρουαρίου.

Παραστάσεις: κάθε Σάββατο στις 18:00 και Κυριακή στις 21:15.

Ερμηνεύουν: Σοφία Ακασοπούλου, Ελευθερία Αράκη, Θεοδώρα Βαλομάνδρα, Βίκυ Εδιάρογλου, Εύα Θεολόγη, Άννα Μαρίνου, Μαρίτσα Φωτιάδου.

Φωτογραφία: Ελίνα Γιουνανλή


Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Πρισίλα Μόρις: «Ακολουθώ το ένστικτό μου και γράφω για ό,τι με καλεί»

 


Ο πόλεμος που ρήμαξε τη Βοσνία και το Σαράγεβο είναι ο «καμβάς» των σπαρακτικών Μαύρων Πεταλούδων, μυθιστορηματικού ντεμπούτου της βοσνιακής καταγωγής Βρετανίδας συγγραφέως Πρισίλα Μόρις.

Κουβεντιάζοντας μαζί της με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

«Έγραψα το μυθιστορηματικό ντεμπούτο μου ‘Μαύρες Πεταλούδες’ για να κατανοήσω τον πόλεμο που ρήμαξε τη γενέτειρα της μητέρας μου μεταξύ 1992-1996», γράφεις στην ιστοσελίδα σου.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι ως παιδί περνούσες τα καλοκαίρια σου στο Σαράγεβο, ποιες είναι οι πιο έντονες αναμνήσεις σου από εκείνη την περίοδο;

Η μητέρα μου είναι από το Σαράγεβο και ο πατέρας μου Άγγλος. Μεγάλωσα στην Αγγλία, αλλά πέρασα τα παιδικά μου καλοκαίρια στο Σαράγεβο, επισκεπτόμενη τους παππούδες μου από την πλευρά της μητέρας μου.

Οι πιο έντονες αναμνήσεις μου περιστρέφονται γύρω από τον γαλανό ουρανό, τα χαμογελαστά πρόσωπα, τις μεγάλες τολύπες καπνού τσιγάρων και το πολύ φαγητό.

Θυμάμαι να κάθομαι έξω με ήλιο σ’ ένα μακρύ τραπέζι κάτω από τα δέντρα, τριγυρισμένο από ξαδέλφια, παππούδες και γιαγιάδες, θείες και θείους που έτρωγαν ψητό αρνί στη σούβλα και ζεστά ψωμάκια καλαμποκιού αλειμμένα με καϊμάκι.

Θυμάμαι τη μυρωδιά της μούχλας του διαμερίσματος των παππούδων μου στη νέα συνοικία του Σαράγεβο, το οποίο είχε ελαιογραφίες και κιλίμια που κάλυπταν κάθε ελεύθερο εκατοστό του τοίχου.

Θυμάμαι τον ενθουσιασμό της βόλτας με το παιδικό τρενάκι στον ζωολογικό κήπο και του πικνίκ στις πηγές του ποταμού Μπόσνα.

Θυμάμαι τον πατέρα μου να κάθεται σε μια στοίβα από κιλίμια στη Μπαστσάρσια, την παλιά οθωμανική καρδιά του Σαράγεβο, να πίνει καφέ και να παζαρεύει τις τιμές.

Μερικές από τις πιο πρώιμες, πιο έντονες αναμνήσεις μου είναι από τα βουνά έξω από το Σαράγεβο, όπου οι παππούδες μου είχαν ένα μικρό πέτρινο εξοχικό.

Θυμάμαι να καβαλάω τους ώμους του πατέρα μου μέσα από σκοτεινά δάση ψάχνοντας για αρκούδες, να κολυμπάω σε ορμητικά ποτάμια, να κάνω ηλιοθεραπεία σε ζεστούς βράχους, να τρώω παγωμένο καρπούζι που είχε κρυώσει στο ποτάμι...

Όλα μου φαίνονταν τόσο μουντά και γκρίζα όταν επέστρεφα στην Αγγλία.

Και τι κατανόησες για τους πολέμους οι οποίοι μάστισαν την πρώην Γιουγκοσλαβία, τη Βοσνία και το Σαράγεβο μέσα από τη διαδικασία συγγραφής αυτού του μυθιστορήματος;

Ήμουν 19 ετών όταν ξέσπασαν οι πόλεμοι στην πρώην Γιουγκοσλαβία, καθώς οι δημοκρατίες κήρυξαν την ανεξαρτησία τους η μία μετά την άλλη.

Η Σλοβενία ​​αποσχίστηκε αρκετά εύκολα το 1991, αλλά συντελέστηκε αιματοχυσία όπου υπήρχαν σερβικές μειονότητες - δηλαδή στην Κροατία και τη Βοσνία. Οι Σέρβοι, σε μεγάλο βαθμό, δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τη Γιουγκοσλαβία.

Ο πόλεμος στη Βοσνία ήταν ιδιαίτερα βάναυσος επειδή εμπλέκονταν τρεις εθνοτικές ομάδες: οι Βόσνιοι (Μουσουλμάνοι), οι Σέρβοι (Ορθόδοξοι) και οι Κροάτες (Καθολικοί).

Ο όρος «εθνοκάθαρση» επινοήθηκε κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου. Υπήρξαν στρατόπεδα συγκέντρωσης, στρατόπεδα βιασμού και η γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα. Ήταν φρικτό.

Θυμάμαι να παρακολουθώ την πολιορκία του Σαράγεβο να εξελίσσεται κάθε βράδυ στις ειδήσεις του BBC από το σπίτι μου στο νοτιοδυτικό Λονδίνο.

Σερβοβόσνιοι εθνικιστές περικύκλωσαν την πόλη και βομβάρδισαν σπίτια, νοσοκομεία, βιβλιοθήκες, τζαμιά και εκκλησίες από τα βουνά.

Ελεύθεροι σκοπευτές στις στέγες σκότωναν αμάχους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά καθώς εκείνοι διέσχιζαν τους δρόμους από κάτω.

Οι τηλεφωνικές γραμμές και η ταχυδρομική υπηρεσία είχαν διακοπεί, οπότε δεν είχαμε ιδέα αν οι παππούδες μου ήταν ζωντανοί ή νεκροί.

Το ηλεκτρικό ρεύμα, το φυσικό αέριο και το νερό κόπηκαν ένα προς ένα.

Ο ολοκληρωτικός αποκλεισμός σήμαινε ότι ο Ο.Η.Ε. έπρεπε να στέλνει αεροπορικώς τρόφιμα από την Ιταλία κάθε δέκα ημέρες για να κρατήσει στη ζωή τον πληθυσμό μισού εκατομμυρίου ανθρώπων.

Ήταν μια βαθιά συναισθηματική, ενοχλητική, μπερδεμένη περίοδος.

Η οικογένεια της μητέρας μου ήταν εθνοτικά μικτή - όπως ήταν το ένα τρίτο των οικογενειών του Σαράγεβο πριν από τον πόλεμο.

Ο παππούς μου ήταν Σερβοβόσνιος, η γιαγιά μου ήταν Σλοβένα (Καθολική) και ο αδερφός της ήταν παντρεμένος με Βόσνια.

Ήταν ένα απόλυτο σοκ να βλέπεις το Σαράγεβο, το οποίο ήταν φημισμένο προπολεμικά για την πολυφωνία, τη ζεστασιά, τη φιλοξενία, την ανοχή και τον εορτασμό άλλων πολιτισμών, να βυθίζεται σε τέτοιο διχασμό και σφαγές.

Αρχικά, στο Ηνωμένο Βασίλειο παρουσιάστηκε ως εμφύλιος πόλεμος.

Μέχρι το τέλος του σχεδόν τετραετούς πολέμου, ωστόσο, έγινε απολύτως σαφές πως, αν και διαπράχθηκαν φρικαλεότητες και από τους τρεις εθνικισμούς, ο πόλεμος οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στη σερβική επιθετικότητα, με την πλήρη υποστήριξη του Μιλόσεβιτς.

Ο Τούτζμαν στην Κροατία δεν ήταν πολύ καλύτερος, επιδιώκοντας να δημιουργήσει μια Μεγάλη Κροατία. Ο Ιζετμπέγκοβιτς, ο Βόσνιος πρόεδρος, επίσης δεν ήταν καθόλου άγιος, αλλά η δική του αντίδραση ήταν κυρίως αμυντική, απαντητική.

Με τις Μαύρες Πεταλούδες μ’ ενδιέφερε να αναπαραστήσω την αντιεθνικιστική φωνή μέσω της καλλιτέχνιδας Ζόρα και να συνθέσω μια ερωτική επιστολή στο μοναδικό, ζεστό, πολυπολιτισμικό Σαράγεβο που γνώριζα ως παιδί.

Ήθελα επίσης πολύ να δείξω την ομορφιά της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, για να αντισταθμίσω τις εικόνες πολέμου και καταστροφής τις οποίες έχουν πολλοί στο μυαλό τους όταν σκέφτονται την περιοχή.

Ένα από τα πολλά που κατάλαβα μέσα από τη διαδικασία συγγραφής του μυθιστορήματός μου ήταν ότι οι πόλεμοι σφυρηλάτησαν τις εθνικιστικές ακρότητες και την επιστροφή στη θρησκεία από όλες τις πλευρές, και όχι το αντίστροφο.

Αυτό εξηγείται με σαφήνεια στην εξαιρετική εθνογραφία της πολιορκίας από την Κροάτισσα ανθρωπολόγο Ιβάνα Μάτσεκ, Το Σαράγεβο υπό Πολιορκία, την οποία συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Σε ποιον βαθμό μοιράζεσαι ή/και έχεις ξεπεράσει το συλλογικό, καθώς και το οικογενειακό τραύμα που σχετίζεται με τον πόλεμο;

Το τραύμα είναι βαθύ και ταυτόχρονα κάτι μακρινό για μένα.

Δε μεγάλωσα στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Δεν έζησα τον πόλεμο. Δε μιλάω καν βοσνιακά πέρα ​​από ένα βασικό επίπεδο, καθώς, δυστυχώς, η μητέρα μου δε θεωρούσε τα σερβοκροατικά «χρήσιμη» γλώσσα(!)

Ωστόσο, εξακολουθούσα να νιώθω μια πολύ ισχυρή συναισθηματική σύνδεση με τους παππούδες μου, ειδικά με την γιαγιά μου, και ο πόλεμος άφησε έναν ταραχώδη συναισθηματικό αντίκτυπο σε όλη μου την οικογένεια.

Ένας ξάδερφος της μητέρας μου σκοτώθηκε από ελεύθερο σκοπευτή, ενώ άλλα ξαδέρφια διασκορπίστηκαν παντού: στις Η.Π.Α., την Αυστρία, την Κένυα και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Πολλά μέλη της βοσνιακής πλευράς της οικογένειάς μας παρέμειναν στο Σαράγεβο, το οποίο τώρα είναι στην συντριπτική του πλειονότητα βοσνιακό. Μια κατακερματισμένη οικογένεια.

Η διάρκειας δεκατριών ετών διαδικασία έρευνας και συγγραφής του βιβλίου έφερε ξανά στο προσκήνιο το τραύμα.

Ήμουν σε κατάθλιψη και ανίκανη να γράψω για έναν χρόνο, αφού πέρασα πέντε μήνες στο Σαράγεβο το 2010 συλλέγοντας ιστορίες πολέμου - και τελικά η διαδικασία βοήθησε κάπως στην επούλωση του τραύματος.

Κάθε φορά που δίνω μια ομιλία για τις Μαύρες Πεταλούδες, αισθάνομαι πως τιμώ τις ιστορίες πολέμου τις οποίες ευγενικά μοιράστηκαν μαζί μου οι συγγενείς και οι φίλοι μου στο Σαράγεβο, και αυτό μου φαίνεται επίσης σαν κάτι θεραπευτικό.

Θεωρείς τη διαδικασία της γραφής γενικά ως ένα μέσο για την ανακάλυψη/εκ νέου ανακάλυψη του εαυτού, του ιστορικού υποβάθρου, του κοινωνικού πλαισίου και των στενών σχέσεων ενός ανθρώπου;

Θεωρώ τη γραφή μια πράξη δημιουργίας που συχνά περιλαμβάνει πτυχές ανακάλυψης και εκ νέου ανακάλυψης.

Για μένα, η γραφή είναι ένα βήμα προς τα μέσα για να ανασύρω αναμνήσεις, ανθρώπους, μέρη και πράγματα τα οποία αντηχούν, στοιχειώνουν και βασανίζουν, προκειμένου να τα αναδείξω. Ακολουθώ το ένστικτό μου και γράφω για ό,τι με καλεί.

Ο τόπος με γοητεύει πολύ - και το να γράφω για τον τόπο συχνά με οδηγεί σε ανθρώπους, στην ιστορία, τον πολιτισμό, την πλοκή και ούτω καθεξής.

Η δομή είναι επίσης εξαιρετικά σημαντική. Αφιέρωσα πολύ χρόνο για να βεβαιωθώ πως η δομή των Μαύρων Πεταλούδων έμοιαζε αληθινή και είχε το νόημα που ήθελα να έχει.

Ωριμάζεις μέσα από τη συγγραφή, τόσο ως συγγραφέας όσο και ως άνθρωπος;

Ναι, θα έλεγα ναι. Σίγουρα έχω ωριμάσει.

«Αφετηρία ήταν η εμπνευσμένη ιστορία του θείου μου, του Βόσνιου ζωγράφου τοπίων Ντομπρίβογε Μπελικάσιτς», αναφέρεις επίσης στην ιστοσελίδα σου.

Πράγματι, η Ζόρα, ένας από τους δύο κύριους χαρακτήρες του μυθιστορήματος, είναι ζωγράφος. Γιατί η ζωγραφική υπήρξε τόσο κρίσιμο σημείο εκκίνησης ήδη από την αρχική σύλληψη του μυθιστορήματος;

Η ιστορία του προ-θείου μου ήταν ο καταλύτης για τις Μαύρες Πεταλούδες. Δεν ήταν μόνο η ζωγραφική, αλλά ολόκληρη η καλλιτεχνική του ιστορία που ενέπνευσε το μυθιστόρημα. Θα την περιγράψω εδώ με λίγα λόγια.

Ο Ντομπριβόγιε Μπελικάσιτς, ή Ντόμπρι εν συντομία, ήταν 68 ετών όταν ξεκίνησε η πολιορκία. Είχε ένα υπέροχο στούντιο πάνω από την Εθνική Βιβλιοθήκη στο Παλιό Δημαρχείο του Σαράγεβο.

Τον Αύγουστο του 1992, το εμβληματικό κτίριο έγινε στόχος εμπρηστικών οβίδων και γρήγορα τυλίχτηκε στις φλόγες.

Πάνω από 1.5 εκατομμύριο βιβλία και 300 πίνακες του Ντόμπρι καταστράφηκαν στην πυρκαγιά, η οποία έγινε σύμβολο του πολιορκημένου Σαράγεβο.

Οι κάτοικοι του Σαράγεβο αποκαλούσαν «μαύρες πεταλούδες» τις στάχτες που σκοτείνιαζαν τον ουρανό για μέρες.

Συντετριμμένος, ο Ντόμπρι πίστευε πως δε θα ζωγράφιζε ποτέ ξανά. Αυτός, η σύζυγός του και η πεθερά του έφυγαν από το Σεράγεβο με ένα κονβόι του Ερυθρού Σταυρού λίγους μήνες αργότερα.

Δυστυχώς, η πεθερά του πέθανε στο μακρύ ταξίδι προς την Αγγλία, όπου ζούσαν η κόρη και ο γαμπρός τους.

Μετά από μια περίοδο ανάρρωσης, ο Ντόμπρι επανασυνδέθηκε με τη φύση και άρχισε να βλέπει τον κόσμο από την αρχή.

Ζωγράφιζε την ύπαιθρο του Γουίλτσιρ και πολλά από τα γιουγκοσλαβικά τοπία που είχαν καεί στην πυρκαγιά. Συνέχισε να ζωγραφίζει για τις επόμενες δύο δεκαετίες της ζωής του, και έγινε το γηραιότερο μέλος μιας διάσημης λέσχης τέχνης του Μπρίστολ.

Άκουσα για πρώτη φορά την ιστορία του στην κηδεία του παππού μου στην Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία στο Νότινγκ Χιλ του Λονδίνου.

Ο παππούς μου δεν ανάρρωσε ποτέ πραγματικά από τον πόλεμο και πέθανε λίγα χρόνια αφότου ο πατέρας μου τον έσωσε από το Σαράγεβο το 1993.

Αντιθέτως, η ιστορία του προ-θείου μου ήταν, για μένα, μια ιστορία ελπίδας. Άκουσα σε αυτήν μια ιστορία για την τέχνη που θριάμβευσε πάνω στην τραγωδία του πολέμου. Η ζωγραφική του τού επέτρεψε να ενταχθεί σε μια νέα χώρα σε μεγάλη ηλικία.

Η εικόνα των βιβλίων και της τέχνης τα οποία καίγονταν, η σκέψη των όμορφων οθωμανικών γεφυρών και βουνών που ζωγράφιζε και ξαναζωγράφιζε, με κατέκλυσε έντονα. Έπρεπε να το γράψω.

Αυτή ήταν η στιγμή κατά την οποία σπάρθηκε ο αρχικός σπόρος των Μαύρων Πεταλούδων.

Υποθέτοντας πως όλοι οι ανθρώπινοι χαρακτήρες είναι εμπνευσμένοι από πραγματικά πρόσωπα ή ιστορίες για τις οποίες μπορεί να έχεις ακούσει ή διαβάσει, θέλεις να αναφερθείς στη διαδικασία μέσω της οποίας συνέθεσες κάθε χαρακτήρα;

Οι περισσότεροι χαρακτήρες προέρχονται από ανθρώπους που γνώρισα στο Σαράγεβο το 2010.

Για παράδειγμα, η μικρή Ούνα βασίζεται σε ένα κορίτσι η οποία ζούσε δίπλα στους παππούδες μου στο Σαράγεβο και ήταν οκτώ ετών όταν ξέσπασε ο πόλεμος.

Το 2010, ήταν είκοσι έξι ετών και μου έκανε εβδομαδιαία μαθήματα βοσνιακών. Μου διηγήθηκε πολλές από τις αναμνήσεις της από τον πόλεμο και αρκετές από αυτές συμπεριλήφθηκαν στο βιβλίο.

Ο Μιρσάντ, ο Βόσνιος ιδιοκτήτης βιβλιοπωλείου με τον οποίο η Ζόρα έχει στενή φιλία, βασίστηκε σε έναν κορνιζοποιό που μου διηγήθηκε την ιστορία του πολέμου στο μαγαζί του ένα απόγευμα.

Η Λένκα έχει ως πρότυπο μια διερμηνέα με την οποία εξακολουθώ να έχω επαφή. Και ούτω καθεξής.

Φυσικά, χρησιμοποιώ τους πραγματικούς ανθρώπους ως σημεία εκκίνησης και στη συνέχεια, όταν εισαχθούν στην ιστορία, αρχίζουν να κάνουν και να λένε πράγματα από μόνοι τους.

Η «αληθινή» Ούνα, για παράδειγμα, δεν έβαψε ποτέ ούτε ένα τεράστιο δέντρο στον ραγισμένο τοίχο του σαλονιού της!

Η Ζόρα;

Η Ζόρα ήρθε σε μένα αστραπιαία.

Αρχικά να γράφω με πρωταγωνιστή έναν άνδρα καλλιτέχνη και, για κάποιον λόγο, απλά δεν απογειωνόταν. Δυσκολευόμουν να μεταφέρω την ιστορία μακριά από τους προ-θείους μου και στη σφαίρα της μυθοπλασίας.

Μόλις είχα ξαναδιαβάσει την Πανούκλα του Αλμπέρ Καμύ, από πολλές απόψεις ένα αρχετυπικό μυθιστόρημα πολιορκίας. Έκλεισα το βιβλίο και ξαφνικά μια κοκκινομάλλα γυναίκα, γύρω στα 55, ήρθε προς το μέρος μου.

Αρκετά σημεία της πλοκής συνδέθηκαν με τον χαρακτήρα της:

Θα χωριζόταν από τον σύζυγό της στις αρχές του πολέμου και ουσιαστικά θα τον βίωνε μόνη της· θα έχανε μια πολύ στενή φιλία με τον γείτονά της· κάποιος πολύ κοντινός της άνθρωπος θα πέθαινε.

Άρχισα να γράφω ξανά το βιβλίο, αυτήν τη φορά από την οπτική γωνία της Ζόρα. Και τότε, το μυθιστόρημα πραγματικά απογειώθηκε.

Αν η Ζόρα είναι ένας από τους κύριους -τραυματισμένους, εύθραυστους, αλλά κάπως ανθεκτικούς- χαρακτήρες των Μαύρων Πεταλούδων, τότε το Σαράγεβο είναι, σίγουρα, ο άλλος, που αναδύεται ως μια ζωντανή οντότητα.

Πώς το ζωντάνεψες με αφηγηματικούς όρους;

Χαίρομαι που το εντόπισες.

Το Σαράγεβο είναι αναμφίβολα ο άλλος κύριος χαρακτήρας στο μυθιστόρημά μου. Το Μαύρες Πεταλούδες κατά κάποιον τρόπο αφορά στη σχέση της Ζόρα με την αγαπημένη της πόλη, καθώς αυτή αλλάζει σχεδόν ανεπανόρθωτα.

Άντλησα έμπνευση από τις παιδικές μου αναμνήσεις και τις πολλές βόλτες που έκανα στην πόλη το 2010 για να δώσω μια βαθιά αίσθηση του τόπου και της ατμόσφαιρας.

Απορρόφησα λεπτομέρειες για την υφή της ζωής υπό πολιορκία όταν έπαιρνα συνεντεύξεις από ανθρώπους και διάβαζα μαρτυρίες από πρώτο χέρι, όπως επιστολές και ημερολόγια της πολιορκίας, για να μάθω πώς επέζησαν οι άνθρωποι.

Μου αρέσει να χρησιμοποιώ και τις πέντε αισθήσεις μου καθώς γράφω, γι’ αυτό υπάρχουν πολλές μυρωδιές, ήχοι, γεύσεις και υφές στο γράψιμό μου που ζωντανεύουν πραγματικά την πόλη, έτσι ώστε σχεδόν να αναπνέει.

Ό,τι μου λείπει ως αναγνώστης, και όχι επειδή προσωπικά δεν το «γνωρίζω» με κάποιον τρόπο (το Σαράγεβο είναι η αγαπημένη μου πόλη στον κόσμο), είναι μια πιο λεπτομερής αναφορά στις αιτίες του πολέμου - πάλι με αφηγηματικούς όρους.

Συμβαίνει αυτό επειδή σκόπευες να εξερευνήσεις την οδυνηρή πρόσφατη Ιστορία υπό το πρίσμα των καθημερινών ανθρώπων -ανεξαρτήτως εθνικότητας ή/και φιλοσοφικών/θρησκευτικών πεποιθήσεων- που τη βιώνουν;

Χαίρομαι πολύ που μαθαίνω πως το Σαράγεβο είναι η αγαπημένη σου πόλη στον κόσμο! Είναι ένα τόσο μοναδικό, ξεχωριστό, όμορφο μέρος.

Δε σκόπευα να γράψω ένα ιστορικό βιβλίο, αλλά να αποτυπώσω την καθημερινότητα της ζωής υπό πολιορκία και το πώς η φυσιολογική, πολιτισμένη ζωή εκτράπηκε σε μια κατάσταση ανομίας και ακραίων συνθηκών τους πρώτους μήνες του 1992.

Πρόκειται περισσότερο για μια ανθρωπολογική, παρά για μια ιστορική προσέγγιση.

Ωστόσο, ήταν πολύ σημαντικό για μένα να καταγράψω με ακρίβεια τη σωστή χρονολογική σειρά των γεγονότων της πολιορκίας στο βιβλίο μου, ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο ακριβές ιστορικά.

Καταλαβαίνω την επιθυμία του αναγνώστη να εξηγηθεί καλύτερα το υπόβαθρο, αλλά σε αυτήν την περίπτωση ένιωσα επίσης ότι δε θα ταίριαζε με το στιλ αφήγησης του μυθιστορήματός μου.

Η Ζόρα, η πρωταγωνίστρια, μέσα από τα μάτια της οποίας γίνεται αντιληπτός ο πόλεμος, είναι παγιδευμένη στη στιγμή. Το μυθιστόρημα αφηγείται σε ενεστώτα χρόνο για λόγους αμεσότητας που δεν επιτρέπει καμία σκέψη από ένα σημείο στο μέλλον.

Η Ζόρα, όπως ο προ-θείος μου και πολλοί άνθρωποι από τους οποίους πήρα συνέντευξη, δεν είχαν ιδέα εκείνη την εποχή τι είχε προκαλέσει τον πόλεμο ή ότι επρόκειτο να έρθει. Ξαφνιάστηκαν.

Η Ζόρα είναι μια αντιεθνικίστρια Σερβοβόσνια καλλιτέχνις που δεν ενδιαφερόταν για την πολιτική και πίστευε ακράδαντα στο ιδανικό ενός πλουραλιστικού Σαράγεβο, στο οποίο οι άνθρωποι ζούσαν ειρηνικά ο ένας δίπλα στον άλλον.

Οι αναγνώστες μπορούν να ανατρέξουν σε βιβλία Ιστορίας ή να ψάξουν στο διαδίκτυο για να κατανοήσουν το ιστορικό πλαίσιο, και πραγματικά ελπίζω να το κάνουν, έχοντας διαβάσει το βιβλίο μου.

Ποιο είναι το μέλλον της Βοσνίας μέσα σε μια ηθικά και πολιτικά καταρρέουσα Ευρώπη, τουλάχιστον σε κυβερνητικό/καθεστωτικό επίπεδο στις περισσότερες χώρες, αν λάβουμε υπόψη τον αυξανόμενο αυταρχισμό και την ισλαμοφοβία;

Ζοφερό, με μια λέξη. Θα ήθελα πολύ να είμαι πιο θετική και ελπίζω να κάνω λάθος.

Αφιερώνεις το Μαύρες Πεταλούδες στην μητέρα σου. Τι γνώμη έχει γι’ αυτό;

Είναι πολύ περήφανη.

Ευχαριστώ θερμά την Μαρία Ζαμπάρα (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια) για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα της Πρισίλα Μόρις Μαύρες Πεταλούδες κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια σε μετάφραση της Μυρτούς Καλοφωλιά.