Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Λίντια Ντίμκοφσκα: «Όταν οι καιροί είναι τραγικοί, υπάρχει καλό υλικό για λογοτεχνία»

 


Εκτυλισσόμενο κυρίως στην Κύπρο και τη Βόρεια Μακεδονία, το μυθιστόρημα της Λίντια Ντίμκοφσκα Μοναδικός αριθμός ταυτοποίησης καταπιάνεται με τις έννοιες της αποξένωσης, της ταυτότητας, του τραύματος, της ουτοπίας και της δυστοπίας.

Συναντηθήκαμε με την συγγραφέα στην Αθήνα, όπου βρέθηκε πρόσφατα για την παρουσίαση του βιβλίου της.

«Στη μυθοπλασία όλα είναι πραγματικότητα, στην πραγματικότητα όλα είναι μυθοπλασία», αναφέρεις στην πρώτη σελίδα του μυθιστορήματός σου, Μοναδικός αριθμός ταυτοποίησης.

Αυτή είναι η προσέγγισή σου στη συγγραφική διαδικασία εν γένει;

Ζούμε σε ένα κόσμο ο οποίος είναι πραγματική μυθοπλασία! Δυστυχώς, δε χρειάζεται να φανταστούμε και πολλά. (Γέλιο).

Όταν γράφω, πάντα θέλω να μπαίνω στο πετσί των χαρακτήρων μου: να ζω όπως ζουν, να νιώθω όπως νιώθουν. Να είμαι αυθεντική, ρεαλιστική.

Όχι, όμως, και υπερβολικά ρεαλιστική.

Αντιλαμβάνομαι τη λογοτεχνία ως μια παράλληλη πραγματικότητα. Πρέπει να γράφουμε κατά τέτοιον τρόπο ώστε το αναγνωστικό κοινό να μάς πιστεύει.

Υπό αυτήν την έννοια, λοιπόν, η λογοτεχνία πρέπει να ηχεί ως αυτοβιογραφία, αλλά στην πραγματικότητα να είναι μυθοπλασία.

Πάντα, ωστόσο, υπάρχει μια συγκεκριμένη αφετηρία συνδεόμενη είτε με τον εξωτερικό κόσμο, είτε με τον εσωτερικό.

Συνεπώς, ποια είναι η σύνδεσή σου με την πραγματικότητα με την οποία καταπιάνεσαι στο βιβλίο, δεδομένου ότι δεν έχεις κάποιους δεσμούς -όχι, τουλάχιστον, που να γνωρίζω- με την Κύπρο ή το Κυπριακό;

Δεν έχω κανέναν δεσμό με την Κύπρο.

Όταν, όμως, την επισκέφτηκα για πρώτη φορά, με σόκαραν τα όσα συνέβησαν το 1974 όταν ήμουν τριών χρονών. Ήξερα, βέβαια, από την Ιστορία για τον πόλεμο και τη διαίρεση του νησιού.

Συμβαίνουν, όμως, τόσα στον κόσμο, τα οποία μπορεί να μη γνωρίζεις.

Ούτε και να σε ενδιαφέρουν.

Όταν, όμως, συνειδητοποίησα τι είχε συμβεί και γνώρισα ανθρώπους από την Κύπρο που μοιράστηκαν μαζί μου την οικογενειακή τους ιστορία, η Κύπρος εξελίχθηκε σε μια εμμονή για μένα.

Ζώντας επί πολλά χρόνια με την Κύπρο στο μυαλό μου, αναρωτιόμουν πώς να διαχειριστώ αυτήν την εμμονή και την ιστορία που ωρίμαζε μέσα μου.

Οπότε, έκρινα ότι πρέπει να γράψω το μυθιστόρημα. Το ερώτημα, όμως, ήταν πώς θα συνέδεα την Κύπρο με τη ζωή και τους χώρους της πρώην Γιουγκοσλαβίας, πώς θα ήμουν αυθεντική;

Χωρίς, μάλιστα, να έχεις το απαιτούμενο βιωματικό υπόβαθρο.

Έπρεπε, λοιπόν, να κάνω μεγάλη έρευνα για το μυθιστόρημα.

Κι αυτή ήταν η πιο συναρπαστική διαδικασία, επειδή ερευνώντας, έμπαινα στο πετσί των ανθρώπων και της χώρας, προκειμένου να επιβεβαιώσω τις γνώσεις μου και να μην υποπέσω σε κάποιο λάθος σημαντικό για τους Κύπριους.

Πρόκειται, ωστόσο, για έργο μυθοπλασίας, οπότε σου «επιτρέπεται» να επινοήσεις μια πραγματικότητα.

Όταν γράφω έργα μυθοπλασίας, θέλω, ωστόσο, να συνταιριάζω τη φανταστική και την ντοκιμαντερίστικη διάσταση. Επομένως, πρέπει η ντοκιμαντερίστικη διάσταση τουλάχιστον να πλησιάζει πολύ την πραγματικότητα.

Αφού ολοκλήρωσα τη συγγραφή του βιβλίου, αισθάνθηκα πολλή ανακούφιση, καθώς η εμμονή μου ήταν πολύ δυνατή.

Υπάρχουν κάποιες αναλογίες ανάμεσα στη διαίρεση της Κύπρου και την κατάρρευση της πρώην Γιουγκοσλαβίας - πιο πολύ σε επίπεδο τραυμάτων παρά από την άποψη των ιστορικών συμβάντων;

Θα μπορούσες να το πεις.

Για μένα, είναι πολύ σημαντική η εξερεύνηση του τραύματος του μετανάστη, του πρόσφυγα, και η διαχείρισή του από τα παιδιά του, τη νέα γενιά, που το κληρονομούν.

Στο μυθιστόρημα, ο κυπριακής καταγωγής Νίκος, ο πατέρας, δε μιλάει για το τραύμα του, γι’ αυτό και δεν μπορεί να του ξεφύγει.

Ο τρόπος, λοιπόν, με τον οποίο η κόρη του το διαχειρίζεται είναι πιο σημαντικός για μένα. Εκείνη αναζητά τις οικογενειακές ρίζες και τις παραδόσεις του.

Το Κυπριακό στο βιβλίο μου είναι, επομένως, πιο σημαντικό ως η προσωπική ιστορία της κόρης του.

Η σιωπή και η απροθυμία διαχείρισης τραυματικών και επιτακτικών ζητημάτων συνιστούν βασικό άξονα του μυθιστορήματος.

Πόσο σημαντική είναι η ανάδειξη και η εξερεύνηση του στοιχείου της σιωπής - αφηγηματικά και ευρύτερα κοινωνικά; Ή και τρομακτική;

Η σιωπή είναι, στην πραγματικότητα, τρομακτική, επειδή στο βιβλίο μου η σιωπή είναι απολύτως συνδεδεμένη με την αποξένωση.

Αν ο Νίκος δεν ήταν τόσο αποξενωμένος από την οικογένειά του, θα μιλούσε για την Κύπρο. Αλλά δε νιώθει αγαπητός από αυτήν, γι’ αυτό και δε μιλάει για το παρελθόν του. Η αποξένωσή του είναι, άρα, πολύ πιο σημαντική για μένα.

Αν ως οικογένεια μιλούσαν μεταξύ τους, θα έβρισκαν μια διέξοδο. Δεν ήθελα, όμως, κάτι τέτοιο. Θα φάνταζε χολιγουντιανό.

Ήθελα το αναγνωστικό κοινό να παραμείνει στρεσαρισμένο όλη την ώρα, να θυμώσει, ακόμα και να κλάψει, και παράλληλα να καταδείξω την αποξένωση, που αποτελεί μια μεταφορά για τον κόσμο μας.

Και κυριαρχεί, παγκοσμίως.

Γι’ αυτό και δημιούργησα την ερμοτοπιά, σαν μια παράλληλη πραγματικότητα η οποία αποτελεί συνέπεια της αποξένωσης του νεοφιλελεύθερου κόσμου μας.

Συνεπώς, η επιβεβλημένη αποξένωση είναι πιο πολύ συστημικής φύσης. Κι αυτή η παράλληλη πραγματικότητα παρουσιάζεται σαν «success story».

Ο Νίκος μπορεί να διαθέτει έναν μοναδικό αριθμό ταυτοποίησης -αρχικά στην πρώην Γιουγκοσλαβία, κατόπιν στη Βόρεια Μακεδονία- που πιστοποιεί ότι με κάποιον τρόπο υπάρχει, αλλά ταυτόχρονα δείχνει πως είναι ξένος.

Το τραγικό είναι ότι οι Αρχές τον αναγνωρίζουν, όχι όμως και η σύζυγός του.

Γιατί έπρεπε να είναι τόσο κακιά και πικρόχολη απέναντί του;

Στο βαλκανικό και ευρύτερα στο νοτιοευρωπαϊκό πλαίσιο η μητέρα ως έννοια είναι πολύ εξιδανικευμένη. Ήθελα, λοιπόν, να υπονομεύσω αυτό το ταμπού.

Ο Νίκος μπορεί να θεωρηθεί θύμα ενδοοικογενειακής βίας και δεν έχει πού να πάει, όπως αντίστοιχα συμβαίνει σε γυναίκες-θύματα ενδοοικογενειακής βίας.

Εκτός από την «ερμοτοπιά», η οποία, ακόμα κι αν εκληφθεί ως μια εναλλακτική κοινότητα ή αντι-κοινότητα, δε νοηματοδοτείται με πλήρως θετικό τρόπο. Κι εκεί μόνος σου είσαι, απλώς αλλιώς.

Ήθελα να δημιουργήσω το αντίθετο μιας κοινότητας στην οποία οι άνθρωποι καταφεύγουν προκειμένου να ζήσουν μαζί - μια κοινότητα όπου πηγαίνουν για να είναι μόνοι.

Ίσως να βιώνουν κατάθλιψη, δεν ξέρω. Πάντως, όταν δημιούργησα αυτήν την κοινότητα, χρησιμοποίησα πολλά στοιχεία από την πραγματικότητά μας, αλλά και από τη φαντασία μου.

Μιλώντας για κοινότητες, αισθάνεσαι μέλος μιας φανταστικής ή πραγματικής κοινότητας καλλιτεχνών σε διεθνές επίπεδο; Κι αν ναι, σε βοηθάει αυτό ως άνθρωπο και ως συγγραφέα;

Όταν γράφω, είμαι απολύτως μόνη. Κι έτσι πρέπει - πώς αλλιώς θα μπορούσα να γράψω;

Αλλά σαφώς ως συγγραφείς συγκροτούμε κοινότητες. Στην πρώην Γιουγκοσλαβία κάνουμε λόγο για λογοτεχνία της περιοχής, η οποία οριοθετείται από τη Σλοβενία μέχρι τη Βόρεια Μακεδονία.

Δε μιλάμε για γιουγκοσλαβική λογοτεχνία ή λογοτεχνία της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Πηγαίνουμε σε φεστιβάλ στην περιοχή, αλληλομεταφραζόμαστε, δημιουργούμε επίσημες ενώσεις συγγραφέων.

Μερικές φορές βιώνουμε μια αίσθηση συντροφικότητας και κοινότητας, άλλες όχι. Οι συγγραφείς είμαι περίπλοκα πλάσματα, ξέρεις, και η αίσθηση τού ανήκειν είναι σχετική.

Είσαι και ποιήτρια. Πόσο σημαντική είναι η ποίηση στις μέρες μας; Μήπως είναι πολυτέλεια, όταν ως κοινωνίες και ως άτομα έχουμε τόσες ζωτικές ελλείψεις; Ή έχουμε κάτι να αντλήσουμε, να μάθουμε, να επωφεληθούμε από αυτήν;

Η ποίηση παραμένει παρούσα στη ζωή μας. Κι εκεί μπορούμε να μιλήσουμε για τη διαμόρφωση κοινοτήτων ποιητών και αναγνωστικού κοινού.

Στη Σλοβενία και τη Βόρεια Μακεδονία, για παράδειγμα, αυτή η κοινότητα είναι αρκετά μεγάλη. Νέοι άνθρωποι συμμετέχουν σε βραδιές ποίησης και εκδίδουν βιβλία ποίησης.

Δεν πιστεύω, λοιπόν, ότι η ποίηση ή η λογοτεχνία έχουν πεθάνει. Στις μέρες μας, η λογοτεχνία μπορεί να βρει άλλους τρόπους να φτάσει στο αναγνωστικό κοινό. Πρέπει να έχουμε ανοιχτό μυαλό.

Σε κάθε εποχή θα υπάρχουν συγγραφείς και αναγνωστικό κοινό. Δεν είμαι πολύ απαισιόδοξη ως προς αυτό.

Ζούμε, πάντως, σε πραγματικά αποκρουστικούς καιρούς. Φοβάσαι κι εσύ για το μέλλον; Και πώς το αντιμετωπίζεις υπό το πρίσμα της κλίσης σου;

Ζούμε σε έναν φρικτό κόσμο.

Όταν, όμως, οι καιροί είναι περίπλοκοι, ακόμα και τραγικοί, υπάρχει καλό υλικό για λογοτεχνία. (Γέλιο).

Ως συγγραφέας, πάντα χρειάζομαι μια απόσταση από όσα συμβαίνουν στο παρόν. Τα γνωρίζω, όμως, και δεν είμαι ευτυχισμένη στον κόσμο όπου ζούμε.

Είναι απαίσιο να έχουμε πολέμους και αγώνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα στον 21ο αιώνα. Όλα θα έπρεπε να έχουν ήδη επιλυθεί.

Ελπίζω, τουλάχιστον, να μάθουμε κάτι από την Ιστορία η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη τώρα. Δεν είμαι και πολύ αισιόδοξη, αλλά ίσως η επόμενη γενιά κάνει κάτι περισσότερο απ’ όσα κάναμε εμείς.

Ευχαριστώ θερμά την Μαργαρίτα Καλιαμούτου (Εκδόσεις Βακχικόν) για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό της διά ζώσης συνέντευξης με την συγγραφέα.

Το μυθιστόρημα της Λίντια Ντίμκοφσκα Μοναδικός αριθμός ταυτοποίησης κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Βακχικόν σε μετάφραση του Σωτήρη Μηνά.



Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Η πειραματική μουσική στο προσκήνιο: Συζητώντας για το expAИD Festival (6-7 Ιουνίου)

 

Ον Off Studio


Το διήμερο expAИD Festival (6-7 Ιουνίου) είναι καρπός της σύμπραξης 4 ανεξάρτητων αθηναϊκών χώρων αφιερωμένων στην ηλεκτροακουστική, πειραματική και αυτοσχεδιαστική μουσική.

Ενόψει του Φεστιβάλ, μάς μιλούν η συνθέτρια, performer και αυτοσχεδιάστρια Νεφέλη Σταματογιαννοπούλου και η ηχολήπτρια, συνθέτρια, sound designer και performer Triggered Vefa (Μαρία Κόλια).

Στην πρώτη μας επικοινωνία, Νεφέλη, μου έγραψες ότι το expAИD Festival προέκυψε από μια ιδέα σου μετά από μια δύσκολη περίοδο. Ποια ήταν αυτή η ιδέα και πώς σταδιακά εξελίχθηκε, εμβαθύνθηκε και διευρύνθηκε;

Το να ζεις στην Αθήνα και να διατηρείς έναν χώρο ελευθερίας, που είναι ζωτικής σημασίας για την εξέλιξη της έρευνας, της σκέψης και της δημιουργίας, είναι αρκετά δύσκολο, παρότι για μένα αποτελεί αναγκαιότητα.

Μπορεί να σε οδηγήσει σε πολύ όμορφες καταστάσεις και να γνωρίσεις φωτισμένα πρότζεκτ και ανθρώπους, αλλά επίσης να προκαλέσει μεγάλη ματαίωση και στρες.

Όλα αυτά συνήθως -ευτυχώς όχι πάντα, και εύχομαι να συμβαίνει όλο και λιγότερο- μπορούν να οδηγήσουν, για παράδειγμα, σε ασθένειες.

Το ζήτημα, όμως, είναι πώς αντιμετωπίζονται αυτές οι δυσκολίες και πώς μπορούμε να ενωθούμε όσοι, όσες και όσα πιστεύουμε σε αυτό, ώστε να προχωρήσουμε παραπέρα.

Επικοινώνησα αυτήν την ιδέα αρχικά ως μια απλή και όμορφη σκέψη, χωρίς πολλή μελέτη αλλά ούτε και πίεση, στον αγαπημένο μου φίλο και συνεργάτη, Δήμο Βρύζα, που διατηρεί το Stress.Studio.

Συμφωνήσαμε να «παίξουμε» αυτό το όμορφο παιχνίδι -το expAИD Festival, δηλαδή- μαζί με τους αγαπημένους μας Δημήτρη Αλεξάκη και Φωτεινή Μπάνου από το KET, καθώς και τον Γιώργο Βαρουτά από το Underflow και φυσικά όλα τα πλάσματα που εμπλέκονται στους χώρους.

Πρόκειται για ανθρώπους με τους οποίους συνεργαζόμαστε εδώ και πολλά χρόνια και έχουμε συχνά ανταλλάξει προβληματισμούς και σκέψεις.

Είναι κάτι που, είμαι βέβαιη, όλοι μας είχαμε φανταστεί ότι κάποια στιγμή θα μπορούσε να συμβεί.

Δυστυχώς, αφορμή για την εκκίνησή του ήταν μια μεγάλη πτώση. Τώρα, όμως, θέλω να ελπίζω πως κοιτάμε προς τα πάνω.

Νομίζω ότι μόνο μέσα από μια κοινή πορεία, αλληλεγγύη και πίστη μπορούμε να προχωρήσουμε και να δημιουργήσουμε κάτι ουσιαστικό και -γιατί όχι- και με ηρεμία..

«Είμαστε ανεξάρτητοι αθηναϊκοί χώροι αφιερωμένοι στη σύγχρονη ηλεκτροακουστική, πειραματική και αυτοσχεδιαστική μουσική. Υπάρχουμε έξω από τα όρια του επίσημου πολιτιστικού χάρτη», δηλώνετε στο μανιφέστο του Φεστιβάλ.

Πώς διαχειρίζεστε τις πολλαπλές προκλήσεις -και ματαιώσεις- τής, εντός ή εκτός εισαγωγικών, ανεξαρτησίας σας;

Η ανεξαρτησία δεν είναι για εμάς μια ταυτότητα που επιλέξαμε για να διαφοροποιηθούμε, αλλά μια συνθήκη μέσα στην οποία μάθαμε να υπάρχουμε και να δημιουργούμε.

Φυσικά, αυτή η συνθήκη συνοδεύεται από πολλές δυσκολίες: οικονομική επισφάλεια, εξάντληση, αβεβαιότητα, περιορισμένους πόρους και συχνά την αίσθηση ότι σημαντικές καλλιτεχνικές πρακτικές παραμένουν αόρατες ή υποτιμημένες.

Υπάρχουν στιγμές ματαίωσης, γιατί η φροντίδα ενός ανεξάρτητου χώρου απαιτεί καθημερινή δουλειά, η οποία συχνά δε φαίνεται.

Παρ’ όλα αυτά, η ανεξαρτησία μάς προσφέρει κάτι πολύτιμο:

Την ελευθερία να διαμορφώνουμε το περιεχόμενο, τον χρόνο και τους τρόπους με τους οποίους εργαζόμαστε, χωρίς να χρειάζεται να προσαρμόζουμε τη σκέψη ή την καλλιτεχνική μας έρευνα σε εξωτερικές προσδοκίες.

Για εμάς, ανεξαρτησία δε σημαίνει απομόνωση. Αντιθέτως, σημαίνει τη δυνατότητα να δημιουργούμε δίκτυα αλληλεγγύης, συνεργασίας και ανταλλαγής γνώσης ανάμεσα σε ανθρώπους και κοινότητες που μοιράζονται παρόμοιες ανησυχίες.


Νεφέλη Σταματογιαννοπούλου


Πόσο θελκτικές είναι οι «σειρήνες» του μέινστριμ;

Δεν τις αντιμετωπίζω ως κάτι εχθρικό, ούτε ως κάτι που πρέπει να απορριφθεί εκ προοιμίου. Το ερώτημα δεν είναι αν κάτι είναι μεγάλο ή μικρό, θεσμικό ή ανεξάρτητο.

Το ερώτημα είναι αν μπορεί να υποστηρίξει ουσιαστικά την καλλιτεχνική πράξη χωρίς να αλλοιώσει τον λόγο ύπαρξής της.

Αν υπάρχουν γέφυρες που επιτρέπουν σε πιο πειραματικές και ερευνητικές πρακτικές να αποκτήσουν μεγαλύτερη ορατότητα χωρίς να χάσουν την αυτονομία τους, τότε αυτές οι συναντήσεις έχουν ενδιαφέρον.

Αυτό που προσπαθούμε να προστατεύσουμε δεν είναι μια ιδέα «καθαρότητας» της ανεξαρτησίας, αλλά τον χώρο της ελευθερίας.

Τη δυνατότητα να παίρνουμε ρίσκα, να αποτυγχάνουμε, να δοκιμάζουμε, να αναθεωρούμε και να δημιουργούμε με όρους που γεννιούνται από πραγματικές καλλιτεχνικές ανάγκες και όχι από την ανάγκη της συνεχούς προβολής ή επιβεβαίωσης.

Και τελικά, αυτό είναι το οποίο μάς κρατά ενεργούς: η πίστη ότι η αξία ενός έργου ή μιας κοινότητας δεν καθορίζεται από το μέγεθος της απήχησής της, αλλά από το βάθος της σχέσης που μπορεί να δημιουργήσει με τους ανθρώπους οι οποίοι τη συναντούν.

«Η ανεξαρτησία μας δεν είναι μόνο ζήτημα κλίμακας ή καθεστώτος, αλλά πρώτα απ’ όλα ζήτημα συνθηκών παραγωγής», συμπληρώνετε. Θα ήθελες να αναφερθείς στην κρισιμότητα των «συνθηκών παραγωγής»;

Οι συνθήκες παραγωγής είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα πιο κρίσιμα και ταυτόχρονα λιγότερο ορατά ζητήματα στον χώρο της τέχνης.

Συχνά, συζητάμε για το τελικό αποτέλεσμα -την παράσταση, τη συναυλία, την έκθεση, το φεστιβάλ-, αλλά πολύ λιγότερο για το πώς αυτή/αυτό κατέστη δυνατό να υπάρξουν.

Για εμάς, οι συνθήκες παραγωγής δεν αφορούν μόνο τους οικονομικούς πόρους, αλλά και τον χρόνο, τον χώρο, τη φροντίδα, την πρόσβαση σε μέσα, τη δυνατότητα πειραματισμού.

Κυρίως, τις ανθρώπινες σχέσεις που υποστηρίζουν μια δημιουργική διαδικασία.

Στον χώρο της πειραματικής, ηλεκτροακουστικής και αυτοσχεδιαστικής μουσικής, όπου η έρευνα αποτελεί συχνά αναπόσπαστο μέρος του ίδιου του έργου, η πίεση για άμεσα, μετρήσιμα ή εμπορικά αποτελέσματα μπορεί να λειτουργήσει περιοριστικά.

Χρειάζεται χρόνος για να αναπτυχθούν ιδέες, να προκύψουν συνεργασίες, να υπάρξει ακόμη και το δικαίωμα της αποτυχίας. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, η καλλιτεχνική δημιουργία κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια διαρκή παραγωγή περιεχομένου.

Όταν μιλάμε, λοιπόν, για ανεξαρτησία ως ζήτημα συνθηκών παραγωγής, εννοούμε την προσπάθεια να διαμορφώσουμε περιβάλλοντα όπου η καλλιτεχνική έρευνα μπορεί να αναπνέει.

Περιβάλλοντα τα οποία δε βασίζονται αποκλειστικά στην ταχύτητα, την ανταγωνιστικότητα ή την αδιάκοπη ορατότητα, αλλά αφήνουν χώρο για πειραματισμό, διάλογο και ουσιαστική συνάντηση.

Αυτό είναι κάτι που προσπαθούμε να καλλιεργούμε τόσο μέσα από τους χώρους μας,  όσο και μέσα από το expAИD Festival.

Ταυτόχρονα, θεωρώ ότι οι συνθήκες παραγωγής είναι και ένα πολιτικό ζήτημα.

Καθορίζουν ποιοι μπορούν να δημιουργήσουν, υπό ποιες προϋποθέσεις, ποιοι έχουν πρόσβαση σε πόρους και ποιοι μένουν εκτός.

Γι’ αυτό και η συζήτηση γύρω από αυτές δεν αφορά μόνο τους καλλιτέχνες, αλλά συνολικά το πώς αντιλαμβανόμαστε την πολιτιστική παραγωγή και τη θέση της μέσα στην κοινωνία.

Για μένα, η ουσιαστική ανεξαρτησία δεν είναι η αυτάρκεια ούτε η αποκοπή από θεσμούς ή δομές.

Είναι η δυνατότητα να διατηρείς την καλλιτεχνική σου ακεραιότητα και να δημιουργείς τις κατάλληλες συνθήκες ώστε άνθρωποι, ιδέες και πρακτικές να μπορούν να εξελιχθούν με ουσιαστικό και βιώσιμο τρόπο.

Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο, αλλά και το πιο σημαντικό διακύβευμα σήμερα.


Stress.Studio


«Δεν είμαστε ούτε διακοσμητικό περιθώριο ούτε προθάλαμος των ‘πραγματικών’ σκηνών. Είμαστε οι χώροι όπου νέες γλώσσες ακούγονται για πρώτη φορά», επισημαίνετε. Σε τι συνίσταται μια «νέα γλώσσα», για εσάς;

Όταν μιλάμε για «νέες γλώσσες», δεν αναφερόμαστε απαραίτητα σε κάτι εντελώς πρωτόγνωρο ή σε μια αγωνιώδη αναζήτηση του καινούργιου για το καινούργιο.

Για εμάς, μια νέα γλώσσα γεννιέται όταν αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε, συνδέουμε και εκφράζουμε την εμπειρία μας μέσα από τον ήχο, το σώμα, την τεχνολογία, τον χώρο ή τη συλλογική πράξη.

Στον χώρο της νέας, πειραματικής και αυτοσχεδιαστικής μουσικής, αλλά και των πολυμεσικών τεχνών, οι νέες γλώσσες συχνά εμφανίζονται πολύ πριν αποκτήσουν όνομα ή αναγνώριση ή ακόμα και τάση.

Προκύπτουν μέσα από διαδικασίες έρευνας, από συναντήσεις ανθρώπων με διαφορετικά υπόβαθρα, από τη διάθεση να αμφισβητηθούν καθιερωμένες φόρμες και ιεραρχίες και να δημιουργηθούν νέες.

Μπορεί να είναι ένας νέος τρόπος ακρόασης, μια διαφορετική σχέση ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό, μια ξεχωριστή χρήση της τεχνολογίας και άλλων μέσων ή ακόμη και ένας νέος τρόπος συνύπαρξης μέσα σε έναν καλλιτεχνικό χώρο.

Αυτό που μας ενδιαφέρει δεν είναι τόσο η καινοτομία ως αυτοσκοπός, αλλά η δυνατότητα να ανοίγονται νέοι τρόποι σκέψης και αντίληψης.

Xώροι όπως το Oν Off Studio, το Stress.Studio, το KET, το Underflow και κάποιοι άλλοι ανεξάρτητοι πυρήνες δημιουργίας λειτουργούν συχνά ως εργαστήρια όπου οι ιδέες μπορούν να δοκιμαστούν πριν αποκτήσουν μια πιο σταθερή μορφή.

Εκεί, υπάρχει ο χρόνος, η εγγύτητα και η ελευθερία να συμβεί κάτι που δε γνωρίζουμε εκ των προτέρων αν θα πετύχει ή πού θα οδηγήσει.

Γι’ αυτό και θεωρώ ότι οι «νέες γλώσσες» δεν αφορούν μόνο το αισθητικό αποτέλεσμα.

Αφορούν και τους τρόπους με τους οποίους οργανώνουμε τις κοινότητές μας, συνεργαζόμαστε, μοιραζόμαστε γνώση και φανταζόμαστε διαφορετικές μορφές πολιτιστικής παραγωγής.

Είναι νέες μορφές σχέσης τόσο με την τέχνη όσο και μεταξύ μας.

Όταν λέμε πως δεν είμαστε το διακοσμητικό περιθώριο ούτε ο προθάλαμος των «πραγματικών» σκηνών, εννοούμε ακριβώς αυτό:

Ότι πολλές από τις ιδέες, τις πρακτικές και τις αισθητικές που αργότερα αναγνωρίζονται ως σημαντικές γεννιούνται πρώτα σε μικρούς, ανεξάρτητους αλλά σημαντικούς, κατά την Ιστορία, χώρους.

Σε χώρους όπου υπάρχει η ελευθερία να ακούσεις κάτι το οποίο δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί, κάτι που βρίσκεται ακόμη σε διαδικασία γέννησης. Και αυτή η στιγμή της αναζήτησης είναι, για εμάς, εξίσου σημαντική με το ίδιο το έργο.


Triggered Vefa (Μαρία Κόλια)


«Με υπόβαθρο στη χημεία, τη μουσική τεχνολογία και την ηχοληψία, το έργο της διερευνά τη σχέση μεταξύ ήχου, οικολογίας, τεχνολογίας και πολιτικής», διαβάζω για σένα, Μαρία. Ποιο είναι το «νήμα» το οποίο συνέχει αυτά τα διακριτά πεδία;

Για μένα είναι η περιέργεια για το πώς αλληλοεπιδρούν συστήματα που εκ πρώτης όψεως φαίνονται ασύνδετα.

Η χημεία ήταν το πρώτο μου πτυχίο, όμως κάποια στιγμή ένιωσα την ανάγκη να αξιοποιήσω αυτήν τη γνώση πιο δημιουργικά, μέσα από τη μουσική και τον ήχο.

Η χημεία με έμαθε να παρατηρώ διαδικασίες μετασχηματισμού και σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος, ενώ ο ήχος και η μουσική μού έδωσαν έναν τρόπο να τις βιώνω και να τις εκφράζω αισθητικά.

Ένας τρόπος με τον οποίο επικοινωνούν η χημεία και ο ήχος είναι η ηχοποίηση (sonification), όπου χημικά δεδομένα μεταφράζονται σε ηχητικές παραμέτρους και μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία για μια μουσική σύνθεση.

Παράλληλα, η ηχοληψία και η μουσική τεχνολογία παρέχουν το τεχνικό και θεωρητικό υπόβαθρο για την ηχογράφηση, επεξεργασία, μίξη και σύνθεση ήχου.

Στο ερευνητικό μου έργο έχω ασχοληθεί με ηχοτοπία, ηλεκτρονικά, αισθητήρες, προγραμματισμό και μουσική σύνθεση/performance.

Με ενδιαφέρει να εξερευνώ πώς η επιστήμη, η τεχνολογία, η τέχνη και η πολιτική που βρίσκονται πίσω από όλα αυτά, αλληλοεπηρεάζονται και πώς αυτές οι σχέσεις μπορούν να γίνουν αντιληπτές μέσα από τον ήχο και τη μουσική.

Όσον αφορά την πολιτική, θεωρώ πως συνδέεται με οτιδήποτε κάνουμε.

Οι επιλογές, οι ανησυχίες και οι τρόποι έκφρασής μας διαμορφώνονται πάντα μέσα σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο.

Γι’ αυτό με ενδιαφέρει η τέχνη όχι μόνο ως αισθητική εμπειρία, αλλά και ως χώρος όπου μπορούμε να επεξεργαστούμε, να μοιραστούμε και να εκφράσουμε συλλογικά τα ζητήματα τα οποία μας καταπιέζουν και μας απασχολούν.

Σημασία έχει επίσης το πώς και το πού παρουσιάζουμε την τέχνη μας: οι συνεργασίες, οι χώροι και οι κοινότητες που δημιουργούμε.

Θα ήθελες να μου μιλήσεις για το συναφές πρότζεκτ σου «Oceanic ClimateScapes»;

Το Oceanic ClimateScapes είναι μια  πειραματική περφόρμανς η οποία διερευνά το creative sonification (δημιουργική ηχοποίηση) ως μέσο κατανόησης και ενσυναίσθησης απέναντι στις οικολογικές αλλαγές που συμβαίνουν στα θαλάσσια περιβάλλοντα. 

Η περφόρμανς αντιστοιχίζει τέσσερις φυσικοχημικές παραμέτρους (pH, αλατότητα, θερμοκρασία και στάθμη νερού) σε ηχητικούς μετασχηματισμούς οι οποίοι εφαρμόζονται σε θαλάσσια ηχοτοπία, καταγεγραμμένα με υδρόφωνα στην Ελληνική Τάφρο, σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Έρευνας Κητωδών «Πέλαγος».

Κατά τη διάρκεια της περφόρμανς, αισθητήρες συνδεδεμένοι σε ένα κύκλωμα Arduino  συλλέγουν δεδομένα σε πραγματικό χρόνο από ένα δοχείο με υγρό, τα οποία μετασχηματίζουν τα θαλάσσια ηχοτοπία μέσω διαδικασιών sonification και αλγοριθμικής σύνθεσης.

Με έναν τρόπο, τα ίδια τα κλιματικά δεδομένα λειτουργούν ως «μαέστρος» του έργου.

Αν και το sonification-ηχοποίηση έχει τις ρίζες του στην ντετερμινιστική αναπαράσταση δεδομένων με τη μορφή  ήχου, με ενδιαφέρει η στιγμή όπου το επιστημονικό δεδομένο αποκτά και μια αισθητική διάσταση, δημιουργώντας μια δομημένη μουσική σύνθεση και οδηγώντας σε  νέους τρόπους ακρόασης.

Το έργο επιχειρεί να αναδείξει πώς η ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή μεταβάλλει τα οικοσυστήματα, μέσα από μια ηχητική αναλογία όπου και τα ίδια τα φυσικά ηχοτοπία αλλοιώνονται και απομακρύνονται από την αρχική τους μορφή.


Underflow Record Store & Art Gallery


Συμμετέχεις στο πειραματικό queerfem dream-punk συγκρότημα Rabbithole, το οποίο πρόσφατα εμφανίστηκε στο Κηπάκι της Τσαμαδού στο lineup μιας benefit συναυλίας για το Punk Against Capitalism.

Πού συγκλίνουν πανκ και ηλεκροακουστική μουσική, για σένα;

Παρότι αισθητικά μοιάζουν να ανήκουν σε διαφορετικούς κόσμους, θα έλεγα πως τόσο η πανκ όσο και η ηλεκτροακουστική μουσική συγκλίνουν στη δημιουργία μουσικής γλώσσας μέσω της αμφισβήτησης καθιερωμένων και εμπορικών δομών.

Η πανκ το πετυχαίνει κυρίως κοινωνικοπολιτικά.

Γεννήθηκε μέσα από DIY χώρους και από μια ανάγκη αντίδρασης σε κυρίαρχες κοινωνικές, πολιτικές και μουσικές συνθήκες, δίνοντας έμφαση περισσότερο στην ενέργεια και την έκφραση, παρά στην τεχνική αρτιότητα.

Η ηλεκτροακουστική μουσική, από την άλλη, αμφισβητεί παραδοσιακές αντιλήψεις για τη μουσική σύνθεση, όπου η μελωδία και η αρμονία αποτελούν τον κεντρικό δομικό άξονα.

Αντί να βασίζεται αποκλειστικά στο τονικό σύστημα και στη γραμμική ανάπτυξη της μουσικής, υπάρχει έντονος πειραματισμός με τον ήχο ως πρωτογενές υλικό που μπορεί να παραχθεί (για παράδειγμα μέσω synthesizer), να ηχογραφηθεί, να αναλυθεί και να μετασχηματιστεί με  τεχνολογικά μέσα φτιάχνοντας μια ολόκληρη μουσική σύνθεση.

Δηλαδή η υφή, το ηχόχρωμα και η επεξεργασία του ήχου αποκτούν ισότιμο ρόλο στη σύνθεση.

Με αυτή την έννοια, η ηλεκτροακουστική μουσική «επαναστατικοποιεί» το εσωτερικό της μουσικής γλώσσας, ενώ η πανκ επεμβαίνει περισσότερο στους χώρους, τις σχέσεις και τις κοινωνικές δομές μέσα στις οποίες η μουσική παράγεται και βιώνεται.

Και τα δύο μπορούν να δημιουργήσουν χώρους συλλογικότητας και να δώσουν χώρο σε πιο underground καλλιτεχνικές φωνές.

Και γιατί όχι, μπορούν να συνδυαστούν, παίρνοντας στοιχεία το ένα από το άλλο και δημιουργώντας νέες μουσικές μορφές και πρακτικές.

Πόσο καίρια είναι η έμφυλη διάσταση στην καλλιτεχνική πρακτική σου;

Η έμφυλη διάσταση είναι επίσης σημαντική για μένα, όχι απαραίτητα ως θεματολογία κάθε έργου, αλλά επειδή, όπως είπα, θεωρώ ότι η τέχνη δεν είναι ποτέ αποκομμένη από το κοινωνικοπολιτικό της πλαίσιο.

Με ενδιαφέρει η δημιουργία κοινοτήτων οι οποίες αμφισβητούν τα στερεότυπα μέσα από τη μουσική και την τέχνη.

Η φεμινιστική ενδυνάμωση μέσα από DIY χώρους ήταν αυτή που με έφερε κοντά με άλλ@ καλλιτέχν@ και οδήγησε στη δημιουργία των Rabbithole.

Επίσης, ο χώρος της τεχνολογίας του ήχου, της ηχοληψίας, της μουσικής παραγωγής και των πειραματικών σκηνών παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανδροκρατούμενος.

Γι’ αυτό θεωρώ καίρια την ενίσχυση της ορατότητας και της ενδυνάμωσης fem-queer φωνών και πρακτικών, ώστε να μπορούν να εκφράζουν και να διαμορφώνουν τον δικό τους λόγο γύρω από τις εμπειρίες και τις καταπιέσεις τις οποίες βιώνουν.

Την Κυριακή 7 Ιουνίου μάς «καλημερίζεις» στο Ον Off Studio, στο πλαίσιο του expAИD Festival. Κρύβουν μαγεία οι «μικρές» ώρες; Σε εμπνέουν, τόσο δημιουργικά όσο και ιδιοσυγκρασιακά;

Ακόμα και σε μια μεγαλούπολη η οποία έχει θόρυβο όλη τη μέρα, αυτές είναι οι ώρες που συνήθως κοιμάται και βρίσκεται σε μετάβαση.

Δεν ξέρω αν θα το χαρακτήριζα «μαγεία», σίγουρα όμως ενέχουν μια ησυχία η οποία βοηθά τη φαντασία, τη δημιουργία και την ακρόαση, εσωτερική και εξωτερική.


ΚΕΤ (Φωτογραφία: Δημήτρης Αλεξάκης)


Ζούμε, χωρίς αμφιβολία, σε καιρούς γενικευμένης καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Είναι η συλλογική συνειδητή βίωση και υλοποίηση τέχνης, ανεξαρτήτως μορφής, μια μορφή αντίστασης;

Πιστεύω πως ναι,  μπορεί να είναι.

Σε μια εποχή όπου η κυρίαρχη λογική μάς ωθεί διαρκώς προς την κοινωνική αποξένωση, τον ατομικισμό, την ιδέα ότι η αξία μας και η ευημερία μας μετριούνται από τόσο «παράγουμε» και  την εμπορευματοποίηση σχεδόν κάθε πτυχής της ζωής, η συλλογική δημιουργία και η κοινή εμπειρία της τέχνης ανοίγουν έναν διαφορετικό τρόπο ύπαρξης.

Δε θεωρώ πως η τέχνη από μόνη της αρκεί για να αλλάξει τις υλικές συνθήκες της πραγματικότητας.

Μπορεί, όμως, όταν γεννιέται και εκφράζεται μέσω DIY χώρων και γενικότερα  κοινοτήτων από τα  κάτω, να δημιουργήσει τόπους συνάντησης, φαντασίας, κριτικής σκέψης, αλληλεγγύης και γενικότερα συνύπαρξης πέρα από τα πλαίσια της καπιταλιστικής  σήψης. 

Αυτό, από μόνο του, έχει πολιτική σημασία.

Ευχαριστώ θερμά τις Νεφέλη Σταματογιαννοπούλου και Triggered Vefa (Μαρία Κόλια) για τη συμβολή τους σ’ αυτόν τον δημιουργικό διάλογο.

 

Ακολουθεί το πλήρες πρόγραμμα του διημέρου:

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

19:30

Stress.Studio (Θεμιστοκλέους 42, Εξάρχεια)

Θεανώ Τσέλιου

Νομίζω Σίγουρα (Θεανώ Μεταξά, Πιτσί)

Πόρτες: 19:30

Συναυλίες: 20:00–21:00

 

21:30

Underflow Record Store & Art Gallery (Καλλιρόης 39, Κουκάκι)

Yorgas Helmet (Γιώργος Καραμανωλάκης)

Acte Vide (Δανάη Στεφάνου, Γιάννης Κοτσώνης)

Πόρτες: 21:30

Συναυλίες: 22:00–23:00

 

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

05:30

Ov Off Studio (Φειδιππίδου 22, Αμπελόκηποι)

Triggered Vefa (Μαρία Κόλια)

Flood The Zone - Στράτος Στεριανός, Σεραΐνα Παπαγεωργίου

Πόρτες: 05:30

Συναυλίες: 06:00–07:30

 

19:30

Electro Duo - Δημήτρης Λώλης, Στέλιος Τσίλογλου-Ιγνατιάδης

Γιώργος Κατσάνος

Πόρτες: 19:30

Συναυλίες: 20:00–21:00

 

21:30

ΚΕΤ (Κύπρου 91Α, Κυψέλη)

Cyborgutt 2.0 - φø

Impro - Βίκη Στείρη, Μαρίσσα Μπίλη, Πετρίνα Γιαννάκου, Πέτρος Κολοτούρος, Jeph Vanger

Πόρτες: 21:30

Συναυλίες: 22:00–23:00

Εισιτήρια

25€ - Ενιαίο εισιτήριο για όλες τις συναυλίες

https://www.more.com/gr-el/tickets/music/expaddiimero-festibal-peiramatikis-mousikis

12€ - Είσοδος ανά χώρο

10€ - Μειωμένο (φοιτητές, ΑμεΑ, άνεργοι)

Με το ενιαίο εισιτήριο των 25€ εξασφαλίζεται η πρόσβαση σε όλες τις συναυλίες, σε όλους τους χώρους.



Αμέρισσα Μπάστα: «Με εξοργίζει η αδιαφορία απέναντι στους πιο ευάλωτους»

 


Με πρωταγωνίστρια την Λένα (Ελίνα Τσιορμπατζή), μια νεαρή γυναίκα που προσπαθεί να βρει τα πατήματά της σε ασφυκτικές συνθήκες, οι Μικρές Ανάσες, το μεγάλο μήκους ντεμπούτο της Αμέρισσας Μπάστα, είναι από τις πιο στέρεες ελληνικές ταινίες της χρονιάς.

Κουβεντιάζοντας με την σκηνοθέτρια με αφορμή την έξοδο του φιλμ στους κινηματογράφους στις 4 Ιουνίου.

Δε βιοπορίζεσαι από το σινεμά. Τι πυροδοτεί, τροφοδοτεί και συντηρεί, λοιπόν, τη μακροχρόνια ενασχόλησή σου με αυτό πέρα από και παρά τις όποιες προκλήσεις, ματαιώσεις, αλλά και χαρές;

Πράγματι, εργάζομαι στο χώρο του βιβλίου, τον οποίο αγαπώ επίσης πάρα πολύ. Κάνω ταινίες γιατί αγαπώ τον κινηματογράφο, γιατί το θέλω και το χρειάζομαι πολύ.

Δεν ξέρω προσωπικά κάποιον σκηνοθέτη ή σκηνοθέτιδα κινηματογράφου που ζει μόνο από αυτό, όλοι και όλες όσες ξέρω έχουν και κάποια παράλληλη ενασχόληση.

Είμαστε μια μικρή αγορά, ο κόσμος δεν πηγαίνει αρκετά στις αίθουσες πλέον και επίσης παίρνει τουλάχιστον 5-7 χρόνια να γίνει μια ταινία, οπότε είναι μάλλον μονόδρομος το να κάνεις και κάτι ακόμα παράλληλα.

Οι Μικρές Ανάσες, πρώτη σου μεγάλου μήκους ταινία, επισφραγίζει μια αξιοσημείωτη και συνεπή διαδρομή στο πεδίο τής μικρού μήκους δημιουργίας.

Ποιος είναι, για σένα, ο ρόλος της ανάσας, του λαχανιάσματος, του καρδιοχτυπιού σε αφηγηματικό επίπεδο;

Η ανάσα, το λαχάνιασμα και ο παλμός μας είναι οι πιο άμεσες εκφράσεις της ανθρώπινης κατάστασης.

Στις Μικρές Ανάσες λειτουργούν όχι μόνο κυριολεκτικά, αλλά και αφηγηματικά: αποτυπώνουν την αγωνία, την επιθυμία, την προσπάθεια των ηρώων να συνεχίσουν όταν όλα μοιάζουν να καταρρέουν.

Με ενδιαφέρει ο τρόπος που το σώμα «μιλάει» πριν από τις λέξεις· πολλές φορές μια ανάσα ή ακόμα και μια σιωπή μπορεί να αποκαλύψουν περισσότερα από έναν διάλογο.

Αντλώντας από την παράδοση του κοινωνικού ρεαλισμού, οι Μικρές Ανάσες είναι ένα φιλμ γειωμένο στο ελλαδικό παρόν, με πρωταγωνίστρια την Λένα, μια νεαρή γυναίκα που προσπαθεί να βρει τα πατήματά της σε ασφυκτικές συνθήκες.

Μου θύμισε αρκετά την Ροζέτα από τη σπαρακτική ομώνυμη ταινία των αδερφών Νταρντέν. Αποτελεί για σένα συνειδητό σημείο αναφοράς; Τι σε γοητεύει περισσότερο στον κοινωνικό ρεαλισμό;

Η Ροζέτα είναι σίγουρα μια ταινία αναφοράς για μένα, όπως και συνολικά το έργο των Νταρντέν. Η αγαπημένη μου ταινία τους βέβαια είναι Το παιδί με το ποδήλατο!

Αυτό που αγαπώ στον κοινωνικό ρεαλισμό είναι ότι κρατάει πάντα στο επίκεντρο τον άνθρωπο. Στις μικρές καθημερινές του μάχες, στις αντιφάσεις, στην προσπάθεια να σταθεί όρθιος μέσα σε δύσκολες συνθήκες.


Ελίνα Τσιορμπατζή


Tι συμπυκνώνει η επιλογή μιας γυναίκας ως του κεντρικού χαρακτήρα και πώς διεύθυνες την ταλαντούχα και πολλά υποσχόμενη Ελίνα Τσιορμπατζή στην πρώτη της μεγάλου μήκους εμφάνιση;

Συνέβη η συγκεκριμένη ιστορία να έχει έναν γυναικεία χαρακτήρα στο επίκεντρο - δεν είναι προϋπόθεση για να πω μια ιστορία, ήταν ωστόσο κάτι με το οποίο μπορούσα ευκολότερα να σχετιστώ.

Η Ελίνα έχει αμεσότητα, εκφραστικότητα και δύναμη, κράτησε όλη την ταινία πάνω της χωρίς να υπάρχει καμία σκηνή όπου δεν είναι στο επίκεντρο, με την κάμερα να την ακολουθεί συνεχώς.

Παρότι η εμπειρία της ήταν μικρή, νιώθω ότι κατάφερε να μπει εντελώς μέσα στο χαρακτήρα και να είναι η Λένα.

Πέραν της πρωταγωνίστριας, όλοι χαρακτήρες έχουν τον απαιτούμενο κινηματογραφικό χρόνο για να αναπτυχθούν επαρκώς. Είναι, για σένα, το σινεμά άσκηση δημοκρατίας και ελευθερίας;

Θα μπορούσες να το πεις και έτσι. Είναι επιθυμία μας να έχουν όλοι οι χαρακτήρες χρόνο και χώρο να υπάρξουν, ανεξάρτητα με το αν έχουν κεντρικό ρόλο.

Προσωπικά, δε μου αρέσουν οι χαρακτήρες που είναι μόνο άσπροι ή μαύροι, θέλω να έχουν τη δυνατότητα να φαίνονται και να φέρονται ως κανονικοί, ολόκληροι άνθρωποι.

Αυτό απαιτεί όχι μόνο να δίνουμε χρόνο, αλλά και τη δυνατότητα να ξετυλίξουν τα δικά τους μοναδικά εκφραστικά μέσα.

Η πόλη, εν προκειμένω οι γειτονιές του κέντρου της Αθήνας, είναι ο αφανής, αλλά αισθητός χαρακτήρας του φιλμ. Ποια είναι η σχέση σου με αυτήν τόσο ως κάτοικος, όσο και ως σκηνοθέτρια;

Αγαπώ την Αθήνα πάρα πολύ. Δεν έχω μεγαλώσει εδώ, αλλά πάντα ένιωθα ότι είναι το σπίτι μου. Είναι μια πόλη που μπορεί να γίνει πολύ σκληρή, είναι η αλήθεια.

Παράλληλα, όμως, είναι μια ανεξάντλητη πόλη· πάντα μπορείς να ανακαλύψεις κάτι καινούργιο - μια γειτονιά, ένα ηλιοβασίλεμα, μια μαγική θέα, ένα νέο στέκι.

Έχω επιχειρήσει και παλιότερα να αποτυπώσω κινηματογραφικά διαφορετικές γειτονιές της, με τις μικρού μήκους ταινίες μου, πάντα είναι κάτι που με εμπνέει δημιουργικά.

Στις Μικρές Ανάσες  θέλαμε η πόλη να μη λειτουργεί απλώς ως φόντο, αλλά ως ένας ζωντανός οργανισμός ο οποίος καθορίζει σε έναν βαθμό τη διαδρομή της ηρωίδας.

Οι δρόμοι, οι πλατείες, το σκληρό καλοκαιρινό φως και οι αντιθέσεις της πόλης αντανακλούν σε μεγάλο βαθμό τη δική της εσωτερική κατάσταση.

Η Αθήνα είναι γεμάτη αντιφάσεις: σκληρότητα και τρυφερότητα, εγκατάλειψη και ομορφιά, μοναξιά και συλλογικότητα. Αυτές οι αντιφάσεις είναι που με ενδιαφέρουν κινηματογραφικά και οι οποίες, πιστεύω, συντείνουν στη μοναδική της διάσταση.




Η ταινία κινείται σε πολλούς άξονες (ενδοοικογενειακές/ερωτικές/φιλικές σχέσεις, έκτρωση, εργασιακή εκμετάλλευση, κοινωνικός ρατσισμός, έμφυλες ταυτότητες), αλλά ποτέ δε χάνει τον ρυθμό ή τη στόχευσή της. Πώς τα κατάφερες;

Υπήρχε η κεντρική ιστορία, αυτή μιας νέας γυναίκας που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα μια απόλυση και μια απρόσμενη εγκυμοσύνη, γύρω από την οποία χτίστηκε το σύμπαν της ταινίας.

Είναι σίγουρα πολλά τα θέματα που προκύπτουν, όμως είναι έτσι και η πραγματική ζωή τις περισσότερες φορές, ειδικά για τα παιδιά τα οποία δεν προέρχονται από προνομιακό περιβάλλον.

Το καλοδουλεμένο, από κοινού με τον Δημήτρη Νάκο, σενάριο αναδεικνύει και υπηρετεί τη συχνά αντιφατική αλήθεια των ηρώων/ηρωίδων. Πόσο προωθητική υπήρξε η προϋπάρχουσα προσωπική και καλλιτεχνική σχέση με τον Δημήτρη;

Με τον Δημήτρη ζούμε και δημιουργούμε μαζί εδώ και δεκαπέντε χρόνια, η σχέση μας μετράει τα ίδια χρόνια με την ενασχόλησή μου με τον κινηματογράφο - εκείνος είχε ξεκινήσει νωρίτερα.

Ήμασταν από την αρχή συντονισμένοι, υπάρχει κατανόηση, αλληλοϋποστήριξη και μια αδιαπραγμάτευτη και παντοτινή κοινή αγάπη για τον κινηματογράφο.

Η μουσική, και κυρίως οι στίχοι των τραγουδιών που ακούγονται, λειτουργεί εξίσου προωθητικά/επικουρικά ως προς την αφήγηση. Με ποιo κριτήριο επιλέχθηκε;

Είναι κομμάτια που εκφράζουν την ψυχική κατάσταση της Λένας, την οργή της, την απογοήτευσή της και την ελπίδα της. Μερικές φορές υπογραμμίζει και μερικές φορές προοικονομεί τις εξελίξεις.

Επίσης, είναι το ασφαλές καταφύγιο της από το θόρυβο που υπάρχει γύρω της. Ακούγοντας τα και ως σύνολο, νιώθω ότι είναι ένα soundtrack της καλοκαιρινής Αθήνας, που αντανακλά όλα τα συναισθήματα της ταινίας.


Τζέο Πακίτσας


«Λες να τα καταφέρουμε;» αναρωτιέται η Λένα απευθυνόμενη στον Στέλιο. Στο φιλμ καταφάσκεις, μέσω των χαρακτήρων σου, έστω και αβέβαια/εύθραυστα. Ως κοινωνίες και άνθρωποι, πώς πιστεύεις ότι θα «τα καταφέρουμε»;

Είναι σημαντικό για μένα να υπάρχει μια ακτίδα ελπίδας. Το έχω και η ίδια ανάγκη ως άνθρωπος βάσει ιδιοσυγκρασίας και είναι ορατό -αναγκαστικά- σε κάθε δουλειά μου.

Εάν υπάρχει μια πιθανότητα να τα καταφέρουμε, είναι με το να είμαστε πιο ενωμένοι, να στρέψουμε ξανά το βλέμμα ο ένας προς τον άλλον και να αντισταθούμε στην απομόνωση και την αδιαφορία που μας επιβάλλει η καθημερινότητα.

Τι σε φοβίζει, τι σε εξοργίζει και τι σε γεμίζει περισσότερο ελπίδα στο παρόν και στο -κοντινό- μέλλον;

Με φοβίζει η κανονικοποίηση της βίας και της ανισότητας. Το πόσο εύκολα συνηθίζουμε πράγματα που κάποτε θα μας σόκαραν, είτε αφορούν περιθωριοποίηση ανθρώπων, είτε περιβαλλοντική καταστροφή, είτε τη διάβρωση βασικών δικαιωμάτων.

Με εξοργίζει η αδιαφορία απέναντι στους πιο ευάλωτους και η αίσθηση ότι αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι ως αριθμοί ή στατιστικά στοιχεία.

Αυτό το οποίο μπορεί να μου δώσει ελπίδα είναι ότι, πού και πού, γνωρίζω ανθρώπους οι οποίοι νοιάζονται.

Βλέπω νέους να διεκδικούν έναν δικαιότερο κόσμο, κοινότητες που οργανώνονται, ανθρώπους οι οποίοι επιλέγουν τη φροντίδα, τη συνεργασία και την αλληλεγγύη, ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες.

Ίσως η ελπίδα να μη βρίσκεται στις μεγάλες αφηγήσεις ή στις θεαματικές αλλαγές, αλλά σε μικρές καθημερινές πράξεις που επιμένουν να υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Οι Μικρές Ανάσες έκαναν την παγκόσμια πρεμιέρα τους στο 66ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Ευχαριστώ θερμά την σκηνοθέτρια για τον χρόνο τον οποίο μου διέθεσε, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας της.

Η ταινία της Αμέρισσας Μπάστα Μικρές Ανάσες προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 4 Ιουνίου σε διανομή της Feelgood Entertainment.