Εκ
των σημαντικότερων σύγχρονων Βαλκάνιων και Κεντροευρωπαίων συγγραφέων
και μια από τις πιο διαυγείς αντιεθνικιστικές φωνές, ο Σέρβος
Ντράγκαν Βέλικιτς φιλοτεχνεί στο μυθιστόρημά του Μποναβία το πορτρέτο μιας γενιάς
σε αναζήτηση νέου δρόμου.
Μια
σε βάθος συνομιλία μαζί του με αφετηρία την κυκλοφορία
στα ελληνικά του βιβλίου του από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.
Πώς ορίζετε την τέχνη και
τι σηματοδοτεί για εσάς η συγγραφή ως διαδικασία;
Ακόμη και άνθρωποι πολύ πιο έξυπνοι από εμένα δεν έχουν καταφέρει
να ορίσουν την τέχνη.
Προσωπικά, πιστεύω πως οτιδήποτε εκφράζεται με λόγια στο
πλαίσιο της
ανάλυσης δεν προσεγγίζει την ουσία της.
Μπορούμε μόνο να περιγράψουμε ορισμένα
στοιχεία ενός έργου
τέχνης, να μιλήσουμε για την επιρροή που έχει πάνω μας και την εντύπωση που μας
αφήνει.
Ως εκ τούτου, η ανάλυση ταυτίζεται και με την
προσωπική ερμηνεία των αναγνωστών, των ακροατών ή των θεατών ενός έργου
τέχνης.
Ο καλλιτέχνης μοιράζεται την εικόνα και την
εμπειρία του για τον κόσμο, και αυτό μοιάζει με σπόρο που
είτε βρίσκει είτε δε βρίσκει γόνιμο έδαφος.
Όσον αφορά τώρα τη γραφή ως διαδικασία, πρόκειται περισσότερο για μια διαδικασία σκέψης, συναισθήματος και ενσυναίσθησης, και τη μεταφορά της σε λέξεις.
Όπως κάθε μετάφραση, έτσι
και η μετάφραση
του εσωτερικού κόσμου σε λέξεις μπορεί να είναι περισσότερο ή
λιγότερο επιτυχημένη,
θα έλεγα όμως ότι ποτέ δεν είναι εντελώς ακριβής. Όλα αυτά αποτελούν κυνήγι μιας χίμαιρας.
Πώς βιώνετε το σύγχρονο
Βελιγράδι πολιτισμικά και πολιτικά;
Η πόλη ως σκηνικό για τα μυθιστορήματά μου είναι παρούσα από το πρώτο
μου βιβλίο,
το Via
Pula μέχρι και αυτό το τελευταίο, το Βιεννέζικο μυθιστόρημα.
Εκτός από το Βελιγράδι και την Πούλα, με καθορίζουν επίσης η Βιέννη και η Βουδαπέστη.
Όλα αυτά είναι μέρη στα οποία έχω ζήσει και τίποτα δεν είναι πιο λογικό από το να
κινούνται οι χαρακτήρες μου μέσα σ’ αυτούς τους χώρους τους οποίους γνωρίζω καλά. Όμως, τα περισσότερά μου χρόνια τα έχω περάσει στο Βελιγράδι, στην πόλη όπου γεννήθηκα και
ζω.
Σήμερα, υπό την κυριαρχία μιας συμμορίας η οποία αποτελείται από τα κορυφαία στελέχη του κυβερνώντος
κόμματος, το Βελιγράδι είναι μια πόλη υπό κατοχή. Ολόκληρη η Σερβία είναι μια
χώρα που
βρίσκεται σε νάρκωση εδώ και 15 χρόνια.
Εδώ οι άνθρωποι λιμοκτονούν, κυριολεκτικά σκοτώνοντας ο ένας τον άλλον
επειδή δεν μπορούν να πληρώσουν τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος.
Και όλοι
βλέπουν αυτό το ριάλιτι στο οποίο το καθεστώς του Αλεξάνταρ Βούτσιτς έχει μετατρέψει τη χώρα,
ώστε οι πολίτες
της ποτέ να μην αντιληφθούν σε τι συνθήκες ζουν.
Γενικά, είμαστε μάρτυρες της απίστευτης χειραγώγησης που κυριαρχεί στα μέσα ενημέρωσης. Τα μέσα ενημέρωσης παράγουν
γεγονότα. Η ποσότητα συγκάλυψης, ψεμάτων και υποκρισίας με την οποία διαμορφώνεται η
κοινή γνώμη είναι τρομερή και πολύ επικίνδυνη.
Αλλά αυτό δεν ισχύει μόνο για τη Σερβία και την ευρωπαϊκή περιφέρεια, επειδή η
κατάσταση δεν είναι καλύτερη ούτε και στον «ανεπτυγμένο» κόσμο.
Η πολιτική των Βρυξελλών έχει το δικό της επιτελείο μέσων ενημέρωσης, και αλήθειες διαφορετικές
από εκείνες τις επίσημες μπορούν να μεταδοθούν μόνο μέσα από λιγότερο διαδεδομένα, ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης.
Το 1984 του Όργουελ, το οποίο συνηθίζαμε να
συσχετίζουμε με το Ανατολικό
Μπλοκ, είναι δυστυχώς ένα παγκόσμιο φαινόμενο.
Όμως, σε πείσμα όλων των δεινών, το Βελιγράδι ήταν πάντα και εξακολουθεί να είναι μια πόλη με απίστευτη ενέργεια, και πάντα αναρωτιέμαι από πού
προέρχεται αυτό το πνεύμα, αυτό το χιούμορ, αυτή η δημιουργικότητα.
Πώς διαχειρίζεστε το πέρασμα του χρόνου και σε ποιον βαθμό έχει αντίκτυπο στο συγγραφικό στιλ και στις θεματικές ανησυχίες σας;
Είναι δεδομένο ότι ένα άτομο αλλάζει με την πάροδο του χρόνου,
και επομένως ο συγγραφέας μέσα στον άνθρωπο αλλάζει επίσης.
Τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να συμβαίνει.
Η εμπειρία μας για τον κόσμο αλλάζει, νέα θέματα αναδύονται και
κάποια παλιά διαλύονται και χάνονται. Κάποια, όμως, παραμένουν εμμονικά.
Στην περίπτωσή μου είναι το ανάγλυφο της πόλης και τα ανθρώπινα πεπρωμένα μέσα σ΄ αυτήν, σε μια συγκεκριμένη χρονική
εποχή. Το
να αποτυπώσω
μια στιγμή - της ανθρώπινης ύπαρξης και της ύπαρξης της πόλης.
Ωστόσο, η σκέψη και η εμπειρία μου
σχετικά με όλα
αυτά έχουν αλλάξει με την πάροδο των ετών. Υποθέτω ότι είναι φυσιολογικό η ζωή
να μας αλλάζει. Θέλω να ελπίζω προς το καλύτερο.
«Zωή δίχως ποίηση δεν υπάρχει»,
διακηρύσσετε στο μυθιστόρημά σας Μποναβία. Πώς σχετίζεστε με
την ποίηση;
Είμαι ένας ποιητής που γράφει
μυθιστορήματα. Λατρεύω τη ελλειπτικότητα της ποίησης. Ενώ γράφω ένα νέο
μυθιστόρημα, διαβάζω εντατικά τους αγαπημένους μου ποιητές, από τον Ντέρεκ
Γουόλκοτ και τον Ζμπίγκνιου Χέρμπερτ, μέχρι τον Μπρόντσκι και τον Παστερνάκ.
Ωστόσο, ο πιο σημαντικός
ποιητής για μένα είναι ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Κάθε ποίημά του είναι ένα
μυθιστόρημα από μόνο του.
Αυτήν τη στιγμή γράφω ένα
μυθιστόρημα στο οποίο ο Καβάφης είναι παρών με έμμεσο τρόπο. Ο προσωρινός
τίτλος του είναι Εν τω μηνί Αθύρ, που
είναι ο τίτλος ενός από τα ποιήματά του.
«Γιατί όταν βάζεις στην άκρη το παρελθόν, χάνεται από το οποτικό πεδίο
και το μέλλον», επισημαίνεται
στο ίδιο. Αποτελεί πρόκληση η υπέρβαση ενός τραυματικού παρελθόντος, όπως
συμβαίνει στην περίπτωση των Βαλκανίων;
Αυτό το απόσπασμα είναι δήλωση ενός λογοτεχνικού
χαρακτήρα, όχι δική μου. Και ειπώθηκε σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο.
Το τραυματικό παρελθόν έχει μια εντελώς
διαφορετική σημασία, την οποία εμείς από την πρώην Γιουγκοσλαβία επιβεβαιώνουμε συνεχώς.
Δηλαδή, ο άνθρωπος μπορεί να θυμάται το τραγικό παρελθόν ανανεώνοντας το τραύμα του, καλλιεργώντας το και χτίζοντας την εικόνα του σαν εικόνα ενός θύματος, με όλο του το μέλλον να
συγκροτείται γύρω
από αυτό. Αυτό δεν είναι καλό.
Το να σκέφτεσαι «ποιος το ξεκίνησε πρώτος» δεν
οδηγεί πουθενά, γιατί όλοι το ξεκίνησαν πρώτοι κάποια στιγμή. Το πρόβλημα είναι
όταν θυμάσαι μόνο τις δικές σου πληγές, όχι των άλλων.
Θέλω να πω ότι, για την πλειοψηφία, το «τραυματικό παρελθόν»
απαιτεί έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο σκέψης.
Στην περίπτωσή μας, αυτό δε σημαίνει να
τροφοδοτείς το μίσος σου επαναλαμβάνοντας αυτό που έκαναν κάποιοι άνθρωποι σε
εμάς, τους Σέρβους, αλλά να κατανοείς πως υπάρχουν κοινωνιοπαθείς, κλέφτες και
δειλοί σε κάθε κοινωνία, και ότι δεν πρόκειται για το τι έκανε ένας λαός σε
έναν άλλο, αλλά για το τι είναι ικανοί να κάνουν οι άνθρωποι σε άλλους
ανθρώπους.
Να στέκεσαι στο πλευρό των θυμάτων, ανεξαρτήτως
εθνικότητας. Και να κάνεις τα πάντα για να διασφαλίσεις πως τέτοια πράγματα δε θα
ξανασυμβούν.
Να εκλέγονται πολιτικοί που οδηγούν σε ένα
αληθινό μέλλον, και όχι οι χειριστικοί που, τροφοδοτώντας το μίσος και τον
φόβο για τον άλλο, παραμένουν στην εξουσία και συνεχίζουν την λεηλασία και την καταστροφή της χώρας.
Ποια είναι η κληρονομιά
της κομμουνιστικής περιόδου στην πρώην Γιουγκοσλαβία;
Η κληρονομιά αυτής της εποχής είναι εκατοντάδες επιτυχημένα εργοστάσια, δωρεάν
υγειονομική περίθαλψη και εκπαίδευση, δικαίωμα ψήφου για
τις γυναίκες,
μόρφωση
ενός πλήθους ημι-αναλφάβητων μεταπολεμικά ανθρώπων, η προσπάθεια να σκεφτόμαστε
όχι με όρους εθνικότητας αλλά με όρους κοινωνικής τάξης, θέρετρα για φοιτητές
και εργάτες...
Όλα όσα καταστράφηκαν στην μετακομμουνιστική
περίοδο. Δε θα πω ότι ήταν ιδανική, επειδή δεν υπάρχει ιδανική κοινωνία.
Από τη σημερινή, όμως,
προοπτική της διάλυσης
και της καταστροφής όλων των κρατών που προέκυψαν μετά την κατάρρευση της
Γιουγκοσλαβίας -εξαιρώ τη Σλοβενία- και τη σύμπραξη σε όλα
αυτά τα κράτη της
πολιτικής με τη μαφία, η εποχή του Τίτο μοιάζει με τη Χρυσή Εποχή του Περικλή.
Δεν ήμουν Τιτοϊστής κατά τη διάρκεια της ζωής του
-κάθε άλλο-,
αλλά όταν σήμερα βλέπω γκράφιτι που λένε, «Δεν
μπορείτε ούτε ν’
ασπρίσετε αυτά που έχτισε ο Τίτο», συμφωνώ απόλυτα μ’ αυτό.
«Τίποτα δεν είναι τόσο σπουδαίο που να μην μπορείς και να το αφήσεις
πίσω σου», αναλογίζεται η Μάριγια. Tι έχετε αφήσει πίσω σας
καθ’ οδόν και τι έχετε ανακαλύψει εκ νέου;
Το Μποναβία είναι ένα μυθιστόρημα για τις
αναχωρήσεις,
για υπαρξιακές καταρρεύσεις, για τις δοκιμασίες οι οποίες συνοδεύουν τους χαρακτήρες που έχουν
αποφασίσει να αλλάξουν ριζικά τη ζωή τους.
Το Μποναβία -το οποίο μεταφράζεται ως «Καλό δρόμο», «Καλό ταξίδι»-
είναι αυτό που λένε ο ένας στον άλλο οι χαρακτήρες σε αυτό το μυθιστόρημα, όμως
είναι κάτι που συχνά
λένε και στον εαυτό
τους.
Για μερικούς από αυτούς, το ταξίδι είναι ένα
είδος διαφυγής. Τρέχουν μακριά από υποχρεώσεις, από το κράτος, την κοινωνία, τη
ζωή, και στην πραγματικότητα, όλοι τρέχουν μακριά προσπαθώντας
να ξεφύγουν από τον
εαυτό τους.
Το ταξίδι είναι το άλλοθί τους, είναι ένα «εισιτήριο τριών ημερών», μια δικαιολογία για ένα ανύπαρκτο
ταξιδιωτικό σχέδιο.
Πιστεύω ότι κάθε συγγραφέας ο οποίος αναστοχάζεται τη ζωή του μέσα από τη συγγραφή -και
στο Μποναβία
φτάνω αυτήν τη διαδικασία στα άκρα- είναι λίγο πολύ διάχυτος σε όλους τους
χαρακτήρες του.
Σ’ αυτό το πλαίσιο μπορώ και του λόγου μου να επαναλάβω τα λόγια του Φλωμπέρ,
που είπε: «Η Μαντάμ
Μποβαρύ είμαι εγώ».
«Η λέξη Αυστριακός δεν προσδιορίζει τόσο την εθνικότητα όσο έναν
χαρακτήρα που προέκυψε μέσα από ιζήματα πολλών γενεών στην Κεντρική Ευρώπη», ισχυρίζεστε. Θα θέλατε να το
εξηγήσετε;
Στην πραγματικότητα, αυτός ο όρος αναφέρεται στον χαρακτήρα ενός μέρους της κοινωνίας και στο συμπαγές σύστημα κρατικής γραφειοκρατίας που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της Αυτοκρατορίας των
Αψβούργων.
Και κάθε αυτοκρατορία έχει τη δύναμη και την εξουσία που διέπονται από αλαζονεία.
Όταν η Αυτοκρατορία κατέρρευσε,
το αντανακλαστικό
για
την διατήρηση
της εξουσίας και των ανέσεων παρέμεινε, αλλά και εκείνου του είδους μικροαστικής τάξης
πραγμάτων που
επιβιώνει στα βαλς του
Στράους και στα σοκολατάκια Μότσαρτ.
Είναι υπέροχο να είσαι φιλοξενούμενος στη Βιέννη,
να απολαμβάνεις τις υπέροχες προσόψεις, τους καθαρούς δρόμους και τα πάρκα.
Ως ξένος, μπορείς να είσαι ένας πολύ σεβαστός κηπουρός, νοσοκόμος,
φροντιστής...
Αλλά δεν είναι επιθυμητό να ανέβεις την κοινωνική
τους κλίμακα πέρα από το μέτρο που έχουν θέσει
οι ίδιοι για τους άλλους και
τους διαφορετικούς.
Φυσικά, αυτή είναι μια τρομερή γενίκευση,
και προσωπικά έχω
υπέροχους φίλους στη Βιέννη, ανθρώπους που δεν ανήκουν στην κατηγορία που περιγράφω, απλώς εξηγώ τον όρο «τυπικά Αυστριακός», τον οποίο χρησιμοποιούν οι ίδιοι οι Αυστριακοί.
Τον άκουσα από αυτούς. Αναφέρεται κυρίως στην
κρατική γραφειοκρατία και τη μικροαστική τάξη.
Με ποια έννοια είναι η
Βιέννη «η βαλκανική σούπα μέσα σε γερμανική
κατσαρόλα»;
Η Βιέννη είναι γεμάτη
από Βαλκάνιους
που ζουν εκεί. Και ως
επί το πλείστον όλοι τους υιοθετούν ορισμένους επιθυμητούς τρόπους
συμπεριφοράς, χωρίς
τους οποίους είναι δύσκολο να επιβιώσει κανείς στο περιβάλλον
αυτής της πόλης.
Εδώ πρόκειται κατ’ ουσίαν
για τη θετική πλευρά της αυστριακής επιρροής στα
«άγρια» Βαλκάνια.
Ωστόσο, στην πράξη, τα πράγματα είναι λίγο
διαφορετικά, επειδή στην περίπτωση της Βιέννης υπάρχει μια σχετική
απόκλιση από την αυστηρά γερμανική τάξη και πειθαρχία στην κοινωνία.
Στο Βιεννέζικο
μυθιστόρημα, το
τελευταίο μου βιβλίο, το οποίο βασίζεται στην προσωπική μου εμπειρία με την αυστριακή γραφειοκρατία, αναφέρομαι
στο νομικό σύστημα
της χώρας, που είναι φτιαγμένο
και ραμμένο στα μέτρα των
προνομιούχων,
και στο οποίο ένα άτομο μπορεί να κηρυχθεί παράφρονας σε πολύ σύντομο χρονικό
διάστημα, και όπου απλές προφορικές δηλώσεις αρκούν για την επιβολή του
μέτρου
κράτησης.
Ειδικά αν πρόκειται για αλλοδαπό, τον
«άλλο» και
διαφορετικό ως προς
το έθνος, τον συναισθηματικό κόσμο ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό.
Η αυστηρή γραφειοκρατία των Αψβούργων έθρεψε ένα
ιδιαίτερο πνεύμα, το τροφοδότησε με φόβους και ανησυχίες, με την ανάγκη για
τάξη και συμμετρία, για την αναγνώριση των καθημερινών τελετουργιών ως
συντεταγμένων χωρίς τις οποίες η ύπαρξη θα βυθιζόταν στο χάος.
Και για να διατηρηθεί η ειρήνη και η τάξη, κάθε
άτομο είναι υποχρεωμένο να καταχωρήσει την εν λευκώ του δήλωση υποταγής, χωρίς την οποία δεν είναι
εφικτή η άψογη
λειτουργία του κρατικού μηχανισμού.
Εδώ, η γραφειοκρατία έχει παρέμβει στον γενετικό
κώδικα. Το σύστημα λειτουργεί χάρη σε ένα τέλειο δίκτυο ελέγχου.
Και αυτό είναι πολύ κοντά σ’ εκείνο που
χαρακτηρίζει τη νοοτροπία του μικροαστού, επειδή η πιο σημαντική
νοητική του διεργασία
συνήθως
λειτουργεί μέσω της
αγωνίας του
για το πώς τον
βλέπουν οι άλλοι.
«Η οικογένεια είναι ένας αχυρώνας,
ένα βρωμερό εκκολαπτήριο του εγκλήματος. Οι οικογενειακοί μύθοι
είναι ένας σωρός από ψέματα», γράφει ο Μάρκο. Είναι και
τα έθνη δυνητικά εγκληματικές οντότητες;
Ναι, είναι το ίδιο
πράγμα.
Όταν ένα έθνος τρέφεται
με μύθους και κολακευτικά ψέματα, αντί να ασχοληθεί με τα γεγονότα του
παρελθόντος του, τότε δημιουργείται ένα πλήθος που είναι εξαιρετικά ευάλωτο στη
χειραγώγηση, τόσο την πολιτική όσο και τη μιντιακή.
Το βλέπουμε αυτό σε όλο
τον κόσμο, και η Σερβία δεν αποτελεί εξαίρεση. Το πρόβλημα είναι ότι η Σερβία
τρέφεται εντατικά με αυτό το δηλητήριο τα τελευταία 35 χρόνια.
Αρχικά, ήταν απαραίτητο
για να κρυφτούν οι χαμένοι πόλεμοι και το ματωμένο ίχνος που έμεινε στη Βοσνία
και την Κροατία.
Στη συνέχεια, έπρεπε να
κρυφτεί η απουσία αποτελεσματικών πολιτικών αποφάσεων και η οικονομική
κατάρρευση της χώρας.
Σήμερα, «ηγέτης» της
Σερβίας είναι ένας άνθρωπος που δεν έχει ούτε μια μέρα εργασίας στο ενεργητικό
του και του οποίου η μόνη ασχολία υπήρξε η συμμετοχή σε μια ομάδα οπαδών.
Σιγά σιγά, απομάκρυνε
όλους όσοι αντιλαμβάνονται την αποτυχία του και περιέβαλε τον εαυτό του με
ανθρώπους χειρότερους από τον εαυτό του.
Κατόπιν, έπρεπε να
συγκεντρώσει χρήματα για ένα κάπως αξιοπρεπές ποσό συντάξεων και μισθών, και σ’
αυτό το σημείο ήρθε να τον συνδράμει η διεθνής μαφία, αλλά και η Ευρώπη.
Η Ευρώπη χρειάζεται έναν
διεφθαρμένο πολιτικό στην περιφέρειά της, σε μια χώρα όπου μπορούν εύκολα να
ξεπλυθούν χρήματα και να εξορυχθεί λίθιο.
Έτσι, βήμα βήμα, τα
τελευταία 35 χρόνια φτάσαμε σε αδιέξοδο. Οι άνθρωποι έχουν χάσει και την πίστη
και την ελπίδα τους.
Τώρα, οι φοιτητές μας
επιστρέφουν σ’ αυτές, αλλά το καθεστώς απαντά με μασκοφόρους μπράβους, ενώ η
αστυνομία παρακολουθεί αμέτοχη τον ξυλοδαρμό ειρηνικών διαδηλωτών χωρίς να
αντιδρά.
Υπάρχουν απειλές, οι
ανυπάκουοι απολύονται, ο πολιτισμός έχει μείνει χωρίς χρηματοδότηση τα
τελευταία δύο χρόνια, ενώ η κυβέρνηση, με τη βοήθεια των κολάκων της, επινοεί
κάποια δικά της προγράμματα χρηματοδότησης...
Θα μπορούσα να συνεχίσω
έτσι για ώρες, αλλά καταλάβατε τί εννοώ.. Και όλα αυτά ξεκίνησαν με μύθους και
ψέματα.
Πώς βλέπετε την Ευρώπη
και τα Βαλκάνια στις μέρες μας και ποια, κατά τη γνώμη σας, είναι τα βασικά
χαρακτηριστικά ενός (σπουδαίου) ευρωπαϊκού -και βαλκανικού- μυθιστορήματος;
Δε νομίζω ότι υπάρχουν
κάποια γενικά χαρακτηριστικά, αν δεν υπολογίσουμε το γεγονός ότι η
λεγόμενη «ελαφριά» λογοτεχνία πουλάει πολύ περισσότερο
από τη σοβαρή λογοτεχνία.
Εκτός από τη σύγχρονη σερβική λογοτεχνία, η λογοτεχνία
την οποία παρακολουθώ πολύ στενά είναι
η κροατική, όπου υπάρχουν τουλάχιστον δέκα σοβαροί
συγγραφείς.
Αυτό το οποίο μπορεί ίσως να θεωρηθεί ως ένα είδος σύνδεσης
-όχι μόνο στη λογοτεχνία, αλλά και στο θέατρο- είναι ο προσανατολισμός προς μια προσωπική εμπειρία του κόσμου και την αυτομυθοπλασία/
αυτοαναφορικότητα,
καθώς
και προς την
καταγραφή των γεγονότων,
που συχνά αλληλοεπιδρά με τ’ άλλα
στοιχεία.
Όσο για την Ευρώπη και τα Βαλκάνια, νομίζω ότι
ολόκληρος ο κόσμος βρίσκεται σε μεγάλο αναβρασμό.
Μου φαίνεται πως κάποιες μεγάλες αλλαγές είναι
προ των πυλών, αλλά τι είδους και πότε θα συμβούν - πιστεύω ότι αυτό κανείς δεν μπορεί να το
προβλέψει.
Ευχαριστώ
θερμά τον Ντράγκαν
Βέλικιτς για τον χρόνο του και
για την θέρμη με την οποία αγκάλιασε τις ερωτήσεις μου.
Ευχαριστώ
ιδιαιτέρως την Ισμήνη
Κουρούπη και τον Γρηγόρη Μπέκο
(Εκδόσεις Καστανιώτη) για την πολύτιμη συμβολή τους στην υλοποίηση της συνέντευξης.
Ευχαριστώ,
τέλος, από καρδιάς την Ισμήνη Ραντούλοβιτς για τη μετάφραση των απαντήσεων του συγγραφέα στα
ελληνικά.
To μυθιστόρημα
του Ντράγκαν Βέλικιτς Μποναβία
κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση του Χρήστου Γκούβη.

