Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Σταύρος Λάντσιας: «Η μουσική με έχει βοηθήσει να ακούω περισσότερο»

 


Διακεκριμένος τζαζ πιανίστας και συνθέτης, ο Σταύρος Λάντσιας, με ένα εκλεκτό επιτελείο μουσικών, παρουσιάζει την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου στο πλαίσιο των Φ hill Sessions την καινούρια δουλειά του, Waving Hands.

Κουβεντιάζοντας μαζί του ενόψει του λάιβ.

Eίστε διακεκριμένος τζαζ πιανίστας και συνθέτης. Ποια υπήρξαν τα αφετηριακά ερεθίσματα που σας έστρεψαν σε αυτήν την κατεύθυνση;

Σίγουρα οι δίσκοι του πατέρα μου, που είχε μια μεγάλη συλλογή από βινύλια με πολλά είδη μουσικής. Και οι πρώτοι μουσικοί που γνώρισα, που μαζί με τους δασκάλους μου στο Ωδείο και στο σχολείο λειτούργησαν ουσιαστικά σαν μέντορες.

Νομίζω ότι πολύ νωρίς κατάλαβα πως η μουσική δεν είναι μόνο κάτι που μαθαίνεις, αλλά κυρίως κάτι που ανακαλύπτεις μέσα από τους ανθρώπους.

Πόσο έχει μεταβληθεί η αντίληψή σας για τη μουσική, γενικότερα, την τζαζ, ειδικότερα, και τον εαυτό σας ως μουσικό εντός και εκτός σκηνής με την πάροδο των χρόνων;

Εμπιστεύομαι περισσότερο τον εαυτό μου να εκφράζομαι χωρίς φίλτρα και να μη φοβάμαι το βάρος της παράδοσης της jazz, με όλους τους σπουδαίους μουσικούς που προϋπήρξαν.

Επιθυμώ να ακούγεται η δική μου φωνή, ακόμη κι αν αυτή δε χωράει εύκολα σε μια συγκεκριμένη κατηγορία.

Έχοντας υπάρξει μάρτυρας της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974, όπως κατά καιρούς έχετε δηλώσει, με πoιους τρόπους έχει η ενεργός εμπλοκή σας με τη μουσική συμβάλει στην αποτύπωση και υπέρβαση αυτού του τραύματος;

Δεν ξέρω αν θα χρησιμοποιούσα τη λέξη «υπέρβαση». Κάποια πράγματα που ζεις σε μικρή ηλικία δεν τα ξεπερνάς ακριβώς. Τα κουβαλάς και με τα χρόνια αλλάζει ο τρόπος που τα κοιτάζεις.

Η μουσική με βοήθησε περισσότερο να μη χρειάζεται να τα εξηγώ. Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορώ ή δεν θέλω να τα κάνω αφήγημα.

Μπορούν, όμως, να υπάρχουν μέσα σε μια ατμόσφαιρα, σε μια μελωδία, σε μια αρμονία.

Το Beyond, για παράδειγμα, γεννήθηκε από αυτή την ανάγκη να κοιτάζω προς την άλλη πλευρά του Πενταδακτύλου και να φαντάζομαι τι υπάρχει πέρα από αυτό.

Δεν προσπάθησα ποτέ να κάνω μια «μουσική του 1974». Προτιμώ ό,τι έχω ζήσει να περνάει στη μουσική με έναν πιο ασυνείδητο τρόπο. Αν κάτι είναι πραγματικά δικό σου, τελικά θα βγει χωρίς να χρειάζεται να το πιέσεις.

Οι συνθέσεις σας έχουν μια διακριτή κινηματογραφική ατμόσφαιρα, ποιότητα και χροιά. Σκέφτεστε «κινηματογραφικά» όταν συνθέτετε;

Ναι, αλλά όχι με την έννοια ότι σκέφτομαι απαραίτητα μια συγκεκριμένη ταινία ή μια συγκεκριμένη σκηνή. Περισσότερο σκέφτομαι εικόνες και καταστάσεις.

Ίσως επειδή η μουσική μου είναι ορχηστρική, έχω ανάγκη να αφήνω χώρο στη φαντασία του ακροατή.

Δε θέλω να του πω ακριβώς τι πρέπει να δει. Εύχομαι ακούγοντας τη μουσική μου ο ακροατής να μπορεί να κλείσει τα μάτια και να φανταστεί τη δική του ιστορία, να δει τις δικές του εικόνες.

Ποιοι είναι οι σκηνοθέτες και οι συνθέτες κινηματογραφικής μουσικής (πέραν του Ένιο Μορικόνε) οι οποίοι έχουν αφήσει το πιο ισχυρό χνάρι πάνω σας και γιατί;

Μου αρέσουν οι Dave Grusin, Ryuichi Sakamoto, Gabriel Yared, Thomas Newman και πολλοί άλλοι.

Με ενδιαφέρει περισσότερο ένας κινηματογραφικός συνθέτης όταν δεν γράφει απλώς μουσική για να συνοδεύσει την εικόνα, αλλά όταν η μουσική μπορεί να σταθεί και μόνη της. Αυτό είναι κάτι που εκτιμώ πολύ.

Πλημμυρισμένη από γλύκα, ευγένεια και θετικότητα, η πιο πρόσφατη κυκλοφορία σας, το άλμπουμ Waving Hands, είναι διαποτισμένη από το βίωμα της πατρότητας.

Σε ποιον βαθμό η μέχρι τώρα ενασχόλησή σας με τη μουσική σάς κάνει καλύτερο πατέρα και σε ποιον η ίδια η πατρότητα σάς «ανοίγει» ως μουσικό;

Νομίζω ότι η μουσική με έχει βοηθήσει να ακούω περισσότερο.

Και αυτό είναι πολύ σημαντικό και ως πατέρας. Να ακούω πραγματικά τα παιδιά μου, να παρατηρώ χωρίς να βιάζομαι να δώσω απαντήσεις και να αποδέχομαι ότι κάθε άνθρωπος έχει τον δικό του τρόπο να εκφράζεται.

Από την άλλη, η πατρότητα με έχει κάνει πιο ανοιχτό ως μουσικό. Με έχει φέρει πιο κοντά στο συναίσθημα και σε πράγματα που παλιότερα ίσως προσπαθούσα περισσότερο να ελέγξω.

Στο Waving Hands υπάρχει περισσότερη απλότητα, περισσότερη χαρά και ίσως λιγότερη ανάγκη να αποδείξω κάτι.

Τελικά, νομίζω ότι αυτά τα δύο συναντιούνται. Η μουσική με βοηθά να είμαι πιο παρών ως πατέρας και τα παιδιά μου με βοηθούν να είμαι πιο ανοιχτός ως μουσικός.

Magic Room: Υπάρχει περιθώριο για λίγη μαγεία στους απομαγευμένους, πολεμικούς, πολωμένους καιρούς μας; Κι αν ναι, σε τι συνίσταται;

Ναι, νομίζω ότι υπάρχει. Ίσως μάλιστα να τη χρειαζόμαστε περισσότερο όταν οι εποχές είναι δύσκολες.

Για μένα η «μαγεία» δεν είναι κάτι θεαματικό.

Μπορεί να είναι μια μουσική που σε σταματάει για λίγο, μια στιγμή επικοινωνίας με έναν άλλον άνθρωπο, ένα παιδί που γελάει, ή το να βρίσκονται οκτώ μουσικοί σε έναν χώρο και ξαφνικά να συμβαίνει κάτι που κανείς δεν είχε σχεδιάσει.

Ίσως τελικά η μαγεία να βρίσκεται ακριβώς σε αυτές τις μικρές στιγμές που δεν μπορούμε να ελέγξουμε.

Στο Waving Hands διασκευάζετε ένα μικρό «σπάραγμα» της Σονάτας του Σεληνόφωτος. Ποια είναι η ώρα της ημέρας (ή της νύχτας) κατά την οποία η δημιουργική σας δύναμη απογειώνεται;

Δε νομίζω πως έχω συγκεκριμένη ώρα. Υπάρχουν στιγμές που μια ιδέα μπορεί να έρθει το πρωί, ενώ άλλες φορές μπορεί να εμφανιστεί αργά το βράδυ. Αυτό που έχω καταλάβει είναι ότι η δημιουργικότητα χρειάζεται περισσότερο χώρο παρά χρόνο.

Μερικές φορές μια ιδέα μπορεί να υπάρχει μέσα σου για πολύ καιρό και να περιμένει απλώς την κατάλληλη στιγμή για να εμφανιστεί. Και τότε μπορεί να έρθει πολύ φυσικά.

Στις 21 Ιανουαρίου παρουσιάσατε το εν λόγω άλμπουμ στο Βασιλικό Θέατρο Καλών Τεχνών των Βρυξελλών, στο πλαίσιο του εναρκτήριου γκαλά της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ε.Ε.

Αισθάνεστε σαν καλλιτεχνικός «πρεσβευτής» της Κύπρου διεθνώς; Ή πιστεύετε πως, αναγνωρίζοντας και τιμώντας τα όποια πολιτισμικά ριζώματά της, πρέπει η μουσική να υπερβαίνει κάθε είδους στεγανά;

Δεν ξέρω αν θα χρησιμοποιούσα τη λέξη «πρεσβευτής». Είμαι Κύπριος και φυσικά ένα κομμάτι της καταγωγής μου υπάρχει στη μουσική μου, είτε το επιδιώκω είτε όχι.

Χαίρομαι, όμως, όταν η μουσική μου μπορεί να ταξιδεύει και να συνδέεται με ανθρώπους έξω από την Κύπρο.

Για μένα η μουσική δε χρειάζεται να εξηγεί από πού προέρχεται για να επικοινωνήσει. Μπορεί να ξεκινά από έναν πολύ συγκεκριμένο τόπο και ταυτόχρονα να αφορά ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με αυτόν.

Ίσως αυτή να είναι και η δύναμη της μουσικής: να κρατάς τις ρίζες σου χωρίς να περιορίζεσαι από αυτές.

Eκτός από συνθέτης και πιανίστας, διδάσκετε και μουσική. Πώς αντιλαμβάνεστε την έννοια της διδασκαλίας και τι αποκομίζετε από την αλληλεπίδρασή σας με φερέλπιδες καλλιτέχνες/καλλιτέχνιδες νεότερων γενεών;

Η διδασκαλία για μένα δεν είναι μονόδρομος. Φυσικά μεταδίδεις πράγματα που έχεις μάθει μέσα από την εμπειρία σου, αλλά ταυτόχρονα παρατηρείς πώς σκέφτεται και πώς ακούει ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε διαφορετικό σημείο από εσένα.

Και αυτό τελικά με κρατάει κι εμένα σε εγρήγορση. Όταν διδάσκεις, δεν μπορείς να θεωρείς ότι τα πράγματα έχουν τελειώσει ή ότι τα γνωρίζεις όλα.

Πέραν της πατρότητας, τι σας γεμίζει περισσότερο με αισιοδοξία για το μέλλον; Και τι, αντιθέτως, σάς φοβίζει;

Με γεμίζει αισιοδοξία η περιέργεια των ανθρώπων και κυρίως των νέων ανθρώπων. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να μάθουν, να δημιουργήσουν, να ακούσουν κάτι διαφορετικό και να επικοινωνήσουν, υπάρχει ελπίδα.

Αυτό που με φοβίζει περισσότερο είναι η αδιαφορία. Όχι τόσο το ότι διαφωνούμε, αλλά το να σταματήσουμε να ενδιαφερόμαστε πραγματικά ο ένας για τον άλλον και να κλειστούμε ο καθένας στον δικό του κόσμο.

Ίσως γι’ αυτό θεωρώ σημαντική τη μουσική. Σε αναγκάζει, έστω για λίγο, να ακούσεις.

Ευχαριστώ θερμά την Χριστιάννα Φινέ (Goodheart Productions) για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του καλλιτέχνη.

Μαζί με ένα εκλεκτό επιτελείο μουσικών, ο Σταύρος Λάντσιας παρουσιάζει την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου στο Θέατρο «Δόρα Στράτου» στο πλαίσιο των Φ hill Sessions την καινούρια δουλειά του, Waving Hands.

Οι πόρτες ανοίγουν στις 20.00. Ώρα Έναρξης: 21.15.




Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

«Μια στιγμή στη ζωή της»: Συζητώντας με τον Νικόλα Κωστή και την Τζωρτζίνα Λιώση

 

Τζωρτζίνα Λιώση

Το πορτρέτο της Μυρτούς, μιας νεαρής γυναίκας διχασμένης ανάμεσα στα «θέλω» και τα «πρέπει» της, σκιαγραφεί ο Νικόλας Κωστής στην «Νταρντενική» μικρού μήκους ταινία του, Μια στιγμή στη ζωή της.

Το φιλμ απέσπασε τα Βραβεία Σκηνοθεσίας και Γυναικείας Ερμηνείας (εξαιρετική η Τζωρτζίνα Λιώση) στο πλαίσιο του Εθνικού Σπουδαστικού του φετινού Φεστιβάλ Δράμας. Συναντώντας τον Νικόλα και την Τζωρτζίνα.

Στη Δράμα μου είχες πει ότι εκτίμησες το γεγονός πως κάθε ταινία του φετινού Εθνικού Σπουδαστικού κουβαλούσε την αλήθεια της.

Ποια είναι, στην περίπτωση του Μια στιγμή στη ζωή της, η αλήθεια την οποία περισσότερο θέλατε να εξερευνήσετε και να αναδείξετε;

Νικόλας Κωστής: Η αλήθεια που θέλαμε να εξερευνήσουμε υπήρχε σε μεγάλο βαθμό ήδη μέσα μου.

Περνάω κάτι αντίστοιχο με όσα περνάει η Μυρτώ, η ηρωίδα, καθώς ο πατέρας μου πάσχει από τη νόσο του Πάρκινσον και χρειάζεται καθημερινή επαγγελματική φροντίδα.

Ήθελα, λοιπόν, να εκφράσω το συναίσθημα ενός ανθρώπου που βρίσκεται σε μια στιγμή της ζωής του κατά την οποία επιθυμεί να κάνει το «άλμα», αλλά κάτι τον εμποδίζει.

Από την άλλη, όμως, φέρει και μια ευθύνη απέναντι στον άνθρωπο τον οποίο φροντίζει, οπότε βιώνει έναν συνδυασμό συναισθημάτων.

Το σημαντικό, ωστόσο, είναι πως η Μυρτώ τελικά πηγαίνει στην οντισιόν για την παράσταση του Θείου Βάνια. Κι αυτό είναι ελπιδοφόρο.

Τζωρτζίνα Λιώση: Έχω χάσει τους παππούδες μου και την μία γιαγιά μου, έχω δει ανθρώπους να νοσούν και να «φεύγουν».

Έχω δει, επίσης, και τον κλοιό εκείνων οι οποίοι προσπαθούν να προστατεύσουν τον ασθενή, να είναι δίπλα του και ταυτόχρονα να συνεχίσουν να έχουν μια ζωή.

Συζητώντας, λοιπόν, με τον Νικόλα γιατί έχει ανάγκη να κάνει την ταινία και αντλώντας από τα βιώματά μου κατάλαβα πολύ καλά για ποιο ζήτημα ήθελε να μιλήσει.


Τζωρτζίνα Λιώση


Σε δυσκόλεψε σεναριακά το γεγονός ότι καταπιάστηκες με έναν γυναικείο χαρακτήρα;

Ν.Κ.: Μια κοπέλα δυσκολεύεται, ακόμα, περισσότερο, Επιπλέον, έχει μέσα της το ένστικτο της φροντίδας.

Η Τζωρτζίνα κουβαλάει την αγνότητα που απαιτεί ο χαρακτήρας τον οποίο υποδύεται, κι αυτό το συνειδητοποίησα μέσα από τις λιγοστές πρόβες. Χωρίς αυτήν δε θα υπήρχε η ταινία. Δεν μπορώ να φανταστώ άλλη ηθοποιό να λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο.

Εσύ, από την πλευρά σου, πόσο εύκολα εντάχθηκες στο προϋπάρχον σεναριακό πλαίσιο;

Τ.Λ.: Ως ηθοποιός, η αναζήτηση νημάτων τα οποία με συνδέουν με έναν χαρακτήρα είναι το πρώτο πράγμα που προσπαθώ να κάνω.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, εκτός από τα προσωπικά μου βιώματα, ο τρόπος προσέγγισης του Νικόλα μού επέτρεψε να «ανθίσω».

Δύο άνθρωποι απογυμνωμένοι από ένα κοινό όραμα δεν μπορούν να πάνε πουθενά. Το ότι, επομένως, συνεννοηθήκαμε με τον Νικόλα ως προς τι ήθελε να πει μου επέτρεψε να είμαι ο καλύτερός μου εαυτός.

Δε θα αρκούσαν τα βιώματά μου αν δεν μπορούσα να «αναπνεύσω» μέσα στο σενάριο, φέρνοντας αυτό το αποτέλεσμα.

Ν.Κ.: Φαντάσου πως τα γυρίσματα διήρκεσαν δυόμισι μέρες, αλλά ήταν εντατικά. Υπήρξαμε, εξάλλου, τυχεροί που συνεργαστήκαμε με την Μυρτώ Αλικάκη, η οποία συντόνισε τα πάντα άψογα.

Τις εξωτερικές λήψεις τις γυρίσαμε σε ένα take. Το δεύτερο πιο πολύ το έκανα για τον ηχολήπτη. Κι όχι επειδή υπήρχε πίεση, απλώς ένιωθα ότι «το έχουμε», και πηγαίναμε παρακάτω.

Η Μυρτώ δεν ηρεμεί ποτέ, όπως μας λέει και η ίδια σε μια κομβική ατάκα του φιλμ. Πώς καταφέρνουμε να ηρεμήσουμε, τελικά, υπό τις δεδομένες ευρύτερες συνθήκες;

Τ.Λ.: Για μένα το ζόρι είναι να αποδεχτείς την κατάσταση, κι αυτό μου το είπε ο ψυχολόγος μου.

Μιλούσα για κάτι το οποίο με απασχολούσε και με βασάνιζε και του ζητούσα συγγνώμη επειδή με έπιαναν τα κλάματα. Μου είπε, λοιπόν: «Τι πειράζει που έχεις ανάγκη να βάλεις τα κλάματα όταν συζητάς γι’ αυτό;»

Από τότε συνειδητοποίησα πως τις στιγμές κατά τις οποίες πάω να ξεχειλίσω από συναίσθημα, που κατακλύζομαι από όσα μου συμβαίνουν, παίρνω μια ανάσα και λέω: «Οκ, τώρα δεν είμαι καλά». Κι αυτό με απελευθερώνει πάρα πολύ και με ηρεμεί.

Δίνω, έτσι, χώρο στον εαυτό μου να παραδεχτεί ότι αυτό το οποίο του συμβαίνει με υπερβαίνει.

Ν.Κ.: Αυτό που λέει η Τζωρτζίνα το έκανε με τα μάτια της στο τέλος της ταινίας. Είναι σαν να αφήνεται. Μετά, έρχεται κι η μαγεία του σινεμά.

Εκτός από μαγεία, τι άλλο είναι το σινεμά;

Ν.Κ.: Υπάρχει η μαγεία του σεναρίου, του μοντάζ, της προβολής. Πολλές μαγείες!

Μ’ αρέσει μια ατάκα του Νίκου Νικολαΐδη: «Κάνουμε σινεμά για να ξαναζήσουμε αυτά που έχουμε ζήσει ή για να ζήσουμε αυτά που δε ζήσαμε».

Τ.Λ.: Πάρα πολύ ωραία!

Ν.Κ.: «Έχει σημασία να κάνεις κάτι όταν ξέρεις τι θες, αλλά δεν ξέρεις πώς γίνεται», είχε πει ο Γιώργος Πανουσόπουλος. Για μένα, αυτό είναι τρομερό κίνητρο.

Στο φιλμ έκανα αυτό το οποίο άρεσε σε εμένα, βγήκα από την παγίδα του τι θα άρεσε στο κοινό.

Εμπιστεύομαι το μοντάζ. Κάτι έχεις στο μυαλό σου, και κάτι άλλο γεννιέται στη διάρκειά του.

Ο Γκοντάρ έλεγε ότι το μοντάζ είναι η αγαπημένη του τέχνη. Λατρεύω τη Νουβέλ Βαγκ και το Γουικέντ είναι ο λόγος που αποφάσισα να ασχοληθώ με το σινεμά.

Για σένα, Τζωρτζίνα, πού συνίσταται η μαγεία -ή το ότι άλλο- του σινεμά;

Τ.Λ.: Μου αρέσει να λέω ιστορίες και να παίζω. Η υποκριτική με διατηρεί συνδεδεμένη με μια παιδικότητα. Όταν λέω σε φίλους μου πως έχω να πάω στη δουλειά, είμαι χαρούμενη γι’ αυτό.

Μέσα από όσα μου χαρίζονται ανακαλύπτω και κομμάτια του εαυτού μου. Καλούμαι, δηλαδή, να ανατρέξω σε προηγούμενες στιγμές ή εκδοχές του εαυτού μου. Αυτό περικλείεται στην ατάκα του Νικολαΐδη.


Τζωρτζίνα Λιώση


Ο Τσέχοφ και ο Θείος Βάνιας του πώς εμπλέκονται σ’ αυτήν τη μαγεία;

Ν.Κ.: Έχω δει αρκετά θεατρικά τα τελευταία χρόνια, αλλά δεν είμαι ειδικός στο θέατρο. Το συγκεκριμένο έργο με συγκινεί πάρα πολύ, και συνδέεται με όσα περνάει η ηρωίδα.

Εσένα, τι σου γεννάει ο Τσέχοφ;

Τ.Λ.: Η επιλογή του συγκεκριμένου αποσπάσματος από τον Θείο Βάνια φωτίζει ακόμα καλύτερα την ιστορία που θέλαμε να πούμε. Σαν να επαυξάνει την ήδη υπάρχουσα ζωή την οποία βλέπουμε.

Ν.Κ.: Προσπάθησα να διατηρήσω μια αφηγηματική οικονομία και ο παραλληλισμός με το έργο του Τσέχοφ ταίριαξε πολύ ωραία, πολλαπλασιάζοντας, όπως λέει και η Τζωρτζίνα, τα όσα βιώνει η ηρωίδα.

Είναι μια ταινία πολυεπίπεδη και ταυτόχρονα κοινωνικά γειωμένη όσο -δυστυχώς- λίγες εγχώριες μικρού μήκους δουλειές. Θεωρείτε ότι λείπει -και αν ναι, γιατί- αυτή η διάσταση;

Ν.Κ.: Μια κοπέλα η οποία αντιμετωπίζει αυτό το πρόβλημα και παράλληλα θέλει να υλοποιήσει τα όνειρά της έχει αρκετή στήριξη; Αυτό είναι ένα πολιτικό σχόλιο που διατυπώνεται μέσα από την ταινία.

Ζούμε σε μια χώρα όπου οι άνω των 70 είναι ένα τεράστιο ποσοστό και απουσιάζει η πολιτική στήριξης και φροντίδας των ηλικιωμένων.

Το ότι μια θεραπεία για τη νόσο του Πάρκινσον θα δοθεί σε ορισμένο αριθμό ασθενών ανάλογα με το budget το οποίο μπορούν να διαθέσουν είναι κάτι που με απασχολεί ηθικά.

Εσύ, Τζωρτζίνα, εντοπίζεις κάποιο έλλειμμα στη σύνδεση των (μικρού μήκους) ταινιών με την ευρύτερη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα;

Τ.Λ.: Συμφωνώ με τον Νικόλα. Τι συμβαίνει σε ένα σπίτι όταν υπάρχει κάποιος άνθρωπος ο οποίος δεν μπορεί να μείνει μόνος του, κι ο άλλος πρέπει να δουλέψει για να φέρει φαγητό, άρα να λείψει κάποιες ώρες;

Άλυτος γρίφος και ντόμινο που δημιουργεί ένα μη λειτουργικό «οικοσύστημα». Δε βγαίνουν τα μαθηματικά.

Μέσα σε αυτό το χάος, προσπαθείς να χωρέσεις και κάτι το οποίο αγαπάς. Περνάει μια ακόμα μέρα και είσαι ζωντανός; Δεν αρκεί αυτό. Είναι δυσβάσταχτη συνθήκη.

Ν.Κ.: Πιστεύω, πάντως, ότι φέτος -σε αντίθεση με πέρυσι- υπήρξαν περισσότερες ταινίες που προσπάθησαν να πουν κάτι βαθύτερο για την τρέχουσα συνθήκη, χωρίς να υποτιμώ την οποιαδήποτε δουλειά.

Μετά την επιτυχημένη πρεμιέρα του φιλμ στη Δράμα και τις προγραμματισμένες προβολές του στο πλαίσιο των 32ων «Νυχτών Πρεμιέρας» και στη συνέχεια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, τι έπεται;

Ν.Κ : Η βράβευση είναι μια ευγενική υπενθύμιση πως είμαστε στον σωστό δρόμο.

Το έχουμε στείλει σε ορισμένα φεστιβάλ. Ελπίζουμε να το πάρουν σε κάποιο, κι ας μην είναι στην πρώτη δεκάδα των καλύτερων!

Ευχαριστώ τον Νικόλα Κωστή και την Τζωρτζίνα Λιώση για την ουσιαστική κουβέντα και τον Νικόλα για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού.

Η ταινία του Νικόλα Κωστή Μια στιγμή στη ζωή της έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο πλαίσιο του Εθνικού Σπουδαστικού του 49ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.

Κέρδισε τα Βραβεία Σκηνοθεσίας (Νικόλας Κωστής) και Γυναικείας Ερμηνείας (Τζωρτζίνα Λιώση).




Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Franz Treichler (The Young Gods): «Είμαι ενάντια στη συνθηκολόγηση»

 

The Young Gods

Πρωτοπόροι του industrial rock, οι Ελβετοί The Young Gods εμφανίζονται ζωντανά για πρώτη φορά στην Ελλάδα την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου στη σκηνή του Gazarte.

Με αυτήν την αφορμή, έχουμε μια εγκάρδια συνομιλία με το ιδρυτικό μέλος τους, κιθαρίστα και πολυπράγμονα καλλιτέχνη, Franz Treichler.

Αν και ξέρω ότι η επιλογή του ονόματος του συγκροτήματος δε συνδέεται με τη θρησκεία, ποια είναι τα αισθήματά σου γι’ αυτήν;

Ποια είναι η θρησκεία μου, εννοείς;

Καθόλου. Πώς βλέπεις το ζήτημα της θρησκείας, της πίστης, της πνευματικότητας - της μεταφυσικής, γενικότερα; Πιο πολύ σε φιλοσοφικό επίπεδο.

Βασικά, νομίζω ότι οι άνθρωποι είναι νεαροί θεοί και νεαρές θεές. Δεν έχουμε ανάγκη του θεούς, επειδή έχουμε μέσα μας αυτό το δυναμικό και βρισκόμαστε στη Γη για να μάθουμε πράγματα, να βιώσουμε την ανάταση και να ανταλλάξουμε τις εμπειρίες μας.

Είχα καθολική ανατροφή, αλλά σταμάτησα να πηγαίνω στην εκκλησία όταν ήμουν έντεκα ή δώδεκα χρονών, νομίζω. Δεν μπορούσα να σχετιστώ με το δόγμα.

Αν και έμαθα κάποια καλά πράγματα μέσα από τη θρησκευτική μου ανατροφή, αυτό που βλέπω να παράγουν οι θρησκείες στο παρελθόν και στο παρόν είναι πόλεμοι και μισαλλοδοξία.

Οπότε προτιμάς να μένεις μακριά τους.

Απολύτως!

Καλό είναι να μάθεις κάποιες βασικές θρησκευτικές αρχές. Όταν, όμως, οι θρησκείες πέσουν στα χέρια ανθρώπων οι οποίοι αποζητούν την εξουσία, εκφυλίζονται όπως και οτιδήποτε άλλο.

Υπήρξε για σένα η μουσική -κυρίως το πανκ- ένας τρόπος αυτοέκφρασης, ανακάλυψης και εξερεύνησης του εαυτού σου;

Όταν ήμουν πολύ νέος, στάθηκα τυχερός επειδή είχα έναν μεγαλύτερο αδερφό που έφερνε στο σπίτι μουσική των όψιμων σίξτις. Ήταν τα πρώτα βινύλια τα οποία άκουσα ποτέ - κυρίως ψυχεδελική μουσική.

Είχα, λοιπόν, την εντύπωση πως είχα κι άλλα μεγαλύτερα αδέρφια ανά τον κόσμο, που μιλούσαν μια μουσική γλώσσα την οποία καταλάβαινα.

Πολλές φορές καθόμουν, λοιπόν, στο σαλόνι του σπιτιού ακούγοντας αυτούς τους δίσκους, γεγονός που με βοήθησε να ωριμάσω.

Σε μια τέτοια ηλικία είναι καλό να έχεις ερεθίσματα τα οποία δεν είναι συντηρητικά.

Έτσι, όταν ξέσπασε το πανκ στα τέλη της δεκαετίας του 1970, αγκάλιασα την ενέργειά του, επειδή θεωρούσα ότι το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής της εποχής γινόταν απρόσιτο. Το ροκ είχε απομακρυνθεί πολύ από τους ανθρώπους.

Είχε γίνει ελιτίστικο.

Θα μπορούσες να το πεις.

Στο πλαίσιο του πανκ, ο καθένας μπορούσε να παίξει ή να ανέβει στη σκηνή και να τραγουδήσει. Ή, βασικά, να παρτάρει! (Γέλιο).

Το εγκατέλειψες, όμως. Τι «απέσταξες» από αυτό -μουσικά και πολιτισμικά- ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης σε εξέλιξη; Ο αρχικός ήχος των The Young Gods, πάντως, δεν είχε πολλή σχέση με το πανκ.

Για δυο-τρία χρόνια το πανκ κίνημα ήταν κάτι καλό. Κατόπιν, ωστόσο, έγινε μόδα.

Το DIY πνεύμα, η πίστη σε και το πάθος για ό,τι κάνω είναι αυτά τα οποία πιθανόν παραμένουν μέσα μου από εκείνη την εποχή.

Σάμπλαρα, εξάλλου, υλικό από πανκ μπάντες, επειδή αυτές μου άρεσαν.

Ανατρέχοντας, πάντως, στη γέννηση του ήχου των The Young Gods, ήταν ένας συνδυασμός της ψυχεδελικής μουσικής που άκουγα στα πρώιμα σέβεντις, της πανκ ενέργειας και της επιρροής των πρώιμων ευρωπαϊκών industrial συγκροτημάτων.

Η επιρροή των Neubauten είναι από τις πιο αισθητές.

Ασφαλώς. Μάς είχαν προσκαλέσει πολλές φορές να παίξουμε μαζί τους και ήταν πάντα πολύ καλοί απέναντί μας. Ήταν φαντασική μπάντα επί σκηνής - κι ακόμα είναι.

Θα ήθελα, ωστόσο, να επιστρέψουμε λίγο στη διαδικασία του σάμπλινγκ. Πώς αποφάσισες να εμπλακείς σ’ αυτήν;

Ήταν μια κάπως οραματική, αλλά και πρακτική επιλογή.

Πριν τους The Young Gods, συμμετείχα σε μια άλλη μπάντα, η οποία διαλύθηκε εξαιτίας διαφορετικών φιλοδοξιών και καλλιτεχνικών κατευθύνσεων.

Είχα κουραστεί να συμβιβάζομαι σχετικά με το περιεχόμενο της μουσικής. Οπότε, όταν το πρώτο φτηνό σάμπλινγκ βγήκε στην αγορά, μπορούσα να προσποιηθώ ότι ήμουν ένα συγκρότημα!

Φαντάσου πως μιλάμε για σαράντα χρόνια πριν. Τότε δεν υπήρχαν υπολογιστές, αποθηκευτική μνήμη στα διάφορα μηχανήματα ή ψηφιοποίηση. Ούτε καν midi πρωτόκολλα.

Περνούσα, λοιπόν, ώρες ακούγοντας βινύλια, εξάγοντας λούπες από ντραμς ή κιθαριστικές εισαγωγές και συνθέτοντας ηχητικά κολάζ με μια τετρακάναλη κασέτα. Το αποτέλεσμα ακουγόταν σαν να είχε ήδη υποστεί κάποια παραγωγή.

Εκείνη την εποχή, αν ήθελες να έχεις έναν καλό ήχο, έπρεπε να πας σε ακριβό στούντιο. Έτσι, άδειαζα και ανακύκλωνα υλικό το οποίο είχε ήδη ηχογραφηθεί. Ήταν κι αυτή μια κάπως πανκ στάση.

Έπειτα, δεν ήθελα βέβαια να είμαι μόνος μου στη σκηνή κι έτσι ζήτησα από τον συγκάτοικό μου και συνιδρυτικό μέλος των The Young Gods, Cesare Pizzi, να βάλει ένα χεράκι.

Στην αρχή ήθελε να με βοηθάει μόνο στα τεχνικά ζητήματα, μετά κάναμε μια συναυλία μόνο οι δυο μας και στη συνέχεια αποφασίσαμε πως θα ήταν καλό να έχουμε έναν ντράμερ, επειδή θα συνδεόταν οργανικά με τα μηχανήματα.

Έτσι ξεκινήσαμε.

Ένα μέρος του κοινού μάς μισούσε, επειδή ήταν αμφιλεγόμενο και σκανδαλώδες να παίζεις ροκ χωρίς να χρησιμοποιείς λάιβ κιθάρα.

Θα ένιωθε ίσως εξαπατημένο ακούγοντας -αλλά όχι βλέποντας- κιθάρες.

Θα εκπλήσσονταν τουλάχιστον!

Μετά τα πρώτα δύο άλμπουμ -ιδίως το δεύτερο, για μένα-, ορόσημα του είδους, συνέχισες να εξερευνάς άλλες κατευθύνσεις, περισσότερο προσανατολισμένες στην ηλεκτρονική μουσική. Το Second Nature σηματοδοτεί αυτήν την περίοδο.

Μίλησέ μου γι’ αυτήν τη δημιουργική ανησυχία.

Τα πρώτα άλμπουμ των The Young Gods έγιναν αποκλειστικά με τη χρήση samples από κιθάρες, κλασική μουσική, αλλά και μουσική από καμπαρέ.

Κατόπιν, σκεφτήκαμε να κάνουμε μουσική που να αποτελεί φόρο τιμής στα γκρουπ τα οποία αγαπούσαμε: Stooges, Doors, Pink Floyd.

Από την αρχή, ωστόσο, ενδιαφερόμουν για την ηλεκτρονική μουσική.

Κι όταν πια οι υπολογιστές είχαν γίνει πολύ προσιτοί και καθώς ενδιαφερόμασταν πολύ για την καινούρια τεχνολογία, ήταν σημείο των καιρών να προκαλέσουμε τους εαυτούς μας να σκεφτούμε και συνθέσουμε μουσική διαφορετικά.

Στα πολύ μεταγενέστερα χρόνια, ως συγκρότημα καταπιαστήκατε και με άλλον έναν γίγαντα της σύγχρονης μουσικής, τον Terry Riley. Θα ήθελες να μου μιλήσεις για τη σχέση σου με τη μουσική του, την οποία τόσο οραματικά προσέγγισες;

Το In C, ιδίως, είναι ένα ορόσημο με όλες τις λούπες, τις επαναλήψεις και τα πολυρυθμικά στοιχεία του που γεννήθηκαν από το «τρελό» μυαλό ενός μαστουρωμένου νεαρού συνθέτη στα πρώιμα σίξτις.

Όταν, το 2019, μάς προσέγγισε μια πολυμελής μπάντα πνευστών προτείνοντάς μας να το παίξουμε μαζί σε ένα τεράστιο εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο, το θεώρησα σπουδαία ιδέα. Δεν ήταν δική μας απόφαση ως The Young Gods.

Αυτή ήταν η πρώτη μου εμπειρία εκτέλεσης του In C. Μου άρεσε ο ημι-αυτοσχεδιαστικός χαρακτήρας της και το γεγονός πως κάθε μουσικός γινόταν μαέστρος. Ήταν μια συλλογική διαδικασία.

Μετά από αυτήν την εμπειρία, ερωτευτήκαμε το In C και θελήσαμε να συνθέσουμε την δική μας εκδοχή. Κι έτσι συνέβη, οργανικά.

Το πιο πρόσφατο άλμπουμ σας, Appear Disappear, είναι επίσης σπουδαίο. Είναι ένα είδος σύνοψης της καριέρας σας ως μπάντας; Πώς το βιώνεις;

Σύνοψη; Αν το καταλαβαίνω σωστά, σημαίνει κάποιος είδος περίληψης.

Ναι - τόσο μουσικά, όσο και στιλιστικά.

Ασφαλώς και υπάρχουν στοιχεία από λες τις περιόδους των The Young Gods, αλλά παουσιασμένα με έναν πολύ σύγχρονο τρόπο.

Πολύ λείο και μεθυστικό!

Ηλεκτρονικά, ζωντανά ντραμς, ζωντανές κιθάρες, σαμπλαρισμένες κιθάρες. Κανένας περιορισμός. Καλή, θετική ενέργεια, θα έλεγα.

Γιατί αισθάνεσαι «σαν συστηματοποιημένος», όπως αναφέρεται σε μια από τις συνθέσεις του άλμπουμ;

Στις μέρες μας πρέπει να είσαι συνδεδεμένος για να αποτελείς μέρος της κοινωνίας. Σε ορισμένες χώρες δεν μπορείς να πληρώσεις με μετρητά.

Όντως!

Πρέπει να ανοίγεις το τηλέφωνο ή τον υπολογιστή σου για να κάνεις τις καθημερινές δουλειές. Γίνεσαι όλο και περισσότερο μέρος ενός συστήματος. Ήμασταν πιο ελεύθεροι όταν τα τηλέφωνα ήταν στερεωμένα στον τοίχο.

Μου αρέσει η τεχνολογία, πάντως. Αλλά όχι όταν αναγκάζομαι να τη χρησιμοποιώ.

Μιας και αναφέρθηκες στην τεχνολογία, σε προβληματίζει, σε ενθουσιάζει ή σε τρομάζει η αμφιλεγόμενη Τεχνητή Νοημοσύνη;

Η Τεχνητή Νοημοσύνη σίγουρα μπορεί να βοηθήσει, αλλά στα χέρια της βιομηχανίας αποτελεί απλώς ένα μέσο για να βγάλουν ακόμη περισσότερα χρήματα εις βάρος όλων.

Ως μουσικός, δεν τη χρησιμοποιώ για δύο λόγους. Καταστρέφει τον πλανήτη από οικολογική άποψη.

Αγαπώ, εξάλλου, τη δημιουργική διαδικασία, τον χρόνο που αφιερώνω στην αναζήτηση και την ανάπτυξη ιδεών. Δε θέλω να αφήσω αυτό το κομμάτι της δουλειάς σε μια μηχανή.

Η διαδικασία είναι απολαυστική. Η σύνταξη μιας εντολής μπορεί να είναι δημιουργική, αλλά μέχρι τώρα τη βρίσκω βαρετή.

Ζούμε σε έναν ζοφερό κόσμο, γενικά - πόλεμοι και γενοκτονίες μαίνονται. Πιστεύεις ότι η τέχνη μπορεί να μας κρατήσει ψυχικά υγιείς - και σε εγρήγορση;

Ναι, αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους ασχολούμαι με την τέχνη. Η τέχνη μπορεί να μας βοηθήσει να αναπτύξουμε την ανθρωπιά μας.

Το να είσαι άνθρωπος - ένα σπάνιο εγχείρημα στις μέρες μας.

Λέω πως είμαι ενάντια στη συνθηκολόγηση.

Πρέπει να πιστέψουμε στη δύναμή μας, δεν πρέπει να υποκύψουμε. Γι’ αυτό δεχόμαστε καταιγισμό αρνητικών ειδήσεων. Μας κάνουν να νιώθουμε άχρηστοι και θύματα.

Ανυπομονώ να παρακολουθήσω τη συναυλία σας τον Οκτώβριο, εδώ στην Αθήνα, για να μοιραστώ λίγη από την ενέργεια και την ανθρωπιά σας. Νομίζω ότι δεν έχετε δώσει ποτέ συναυλία στην πόλη.

Πρώτη φορά στην Ελλάδα! Ανυπομονώ κι εγώ πάρα πολύ. Μετά από τόσο καιρό... Είναι απίστευτο που δεν είχε γίνει ποτέ πριν. Ποτέ δεν είναι αργά, όμως!

Μοιάζει να πέρασε μια ολόκληρη ζωή από τότε που ξεκινήσατε - αλλά, πράγματι, ποτέ δεν είναι αργά!

Είμαστε όλοι νεαροί θεοί.

Από δημιουργικής άποψης, εξακολουθείς να είσαι ένας τέτοιος. Τα λέμε τον Οκτώβριο, λοιπόν. Να είσαι καλά, να παραμένεις δημιουργικός και σε ευχαριστώ πολύ για τη συζήτηση!

Παρακαλώ. Εύχομαι τα καλύτερα σε εσένα και τους αγαπημένους σου. Τα λέμε τον Οκτώβριο.

Ευχαριστώ θερμά τον Christian Fighera (Two Gentlemen) από το μάνατζμεντ του καλλιτέχνη για την πολύτιμη συμβολή του στον προγραμματισμό της συνέντευξης.

Οι The Young Gods εμφανίζονται ζωντανά στο Gazarte - Ground Stage (Βουτάδων 32-34, Γκάζι) την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου.