Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Dance with Invisible Partners: «Η μεγάλη πρόκληση είναι να κάνεις τα ρομπότ να δακρύσουν»

 

Dance with Invisible Partners

Με έδρα την Αθήνα και την Αμοργό, οι Dance with Invisible Partners, ένα σχήμα κινούμενο ανάμεσα στην electronica, την art pop και τον κινηματογραφικό ήχο, ξεκίνησαν ως ένα ατομικό πρότζεκτ του Κωστή Γαρδίκη.

Την Κυριακή 19 Ιουλίου συμπράττουν συναυλιακά με τους Marva Von Theo και τους Moonmoth στον Λόφο Νυμφών. Συζητώντας με τον Κωστή Γαρδίκη.

Αν δεν κάνω λάθος, οι Dance with Invisible Partners ξεκίνησαν πριν από μια δεκαετία ως ατομικό σου πρότζεκτ και ως «αισθαντικός φόρος τιμής στην πραγματικότητα εντός της πραγματικότητας [κ.ο.κ.]»

Πώς ορίζεις την «πραγματικότητα»;

Η πραγματικότητα είναι για εμένα μία διάσταση μέσα στην οποία λειτουργούμε, εκφραζόμαστε, γελάμε, πονάμε, μισούμε, ερωτευόμαστε.

Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα υπάρχει μία άλλη, εξίσου υπαρκτή, αλλά λιγότερο ορατή και απτή πραγματικότητα, μία ποιητική διάσταση των πραγμάτων:

O κόσμος του μυστηρίου, των σκιών, του ανεξήγητου - ο οποίος και αισθαντικά αλλά και καλλιτεχνικά με ενδιαφέρει απόλυτα.

Η μουσική είναι για εμένα το πεδίο εξερεύνησης αυτού του (μη) τόπου.

Aν ο ορατός «παρτενέρ» στην μουσική σου «εξίσωση» είναι το αναλογικό σύμπαν με ό,τι αυτό κουβαλάει -ιστορικά, πολιτισμικά, συναισθηματικά, υπαρξιακά-, ο «αόρατος» είναι το ψηφιακό. Πού έγκειται η γοητεία την οποία σού ασκεί;

Η μεγάλη γοητεία του ψηφιακού κόσμου είναι η απειλή καταστροφής που εμπεριέχει. Μία καταστροφή που δεν τη θεωρώ a priori αρνητική.

Η ανθρωπότητα έχει αποφασίσει, σχετικώς συνειδητά, την ανταλλαγή της αβεβαιότητας του συναισθήματος με την προβλεψιμότητα των δεδομένων και της προσομοίωσης.

Η μεγάλη πρόκληση του μέλλοντος είναι να κάνεις τα ρομπότ να δακρύσουν - αφού οι άνθρωποι, που κάποτε δακρύζαμε, αποφασίσαμε να γίνουμε ρομπότ.

Χωρίς να τείνω στην πλήρη υιοθέτηση του «Νέο-Λουδισμού», αντιμετωπίζω τις ψηφιακές τεχνολογίες με καχυποψία και σκεπτικισμό, και κυρίως ως εργαλείο διεύρυνσης της καταστολής σε όλα τα επίπεδα. Θα ήθελα ένα σχόλιό σου.

Οπωσδήποτε. Το ίδιο όμως ισχύει για τη φωτιά, τον τροχό, τον ηλεκτρισμό.

Όλα απλά εργαλεία είναι, μία υλοποίηση της ατελείωτης ανθρώπινης φαντασίας. Με το ίδιο κατσαβίδι βιδώνεις την κούνια του μωρού και ξεκοιλιάζεις αυτόν που σε έβρισε στο φανάρι.

Μοιάζουμε να μην μπορούμε να ξεφύγουμε από τα ένστικτα της επιθετικότητας και της καταστροφής.

Aπλά, ο ψηφιακός κόσμος μπορεί να λειτουργήσει ως ένας απόλυτα διεισδυτικός ιός, από τον οποίο νοσείς σε ύστερο χρόνο, ενώ αρχικά δημιουργεί ένα αίσθημα απελευθέρωσης. Μία συνθήκη πολύ ύπουλη.

Για εμένα τα πράγματα είναι απλά. Aν δεν μπορείς να χαθείς στη μαγεία ενός ήλιου που δύει, τότε σταδιακά μετατρέπεσαι σε pixel. Εξάλλου, οι άνθρωποι διψάμε για σκλαβιά. Και πιο πολύ από όλους, οι εξουσιαστές.

Το πρώτο ηχογραφημένο άλμπουμ του σχήματος ηταν το Μαύρο Φως, μουσική από την ομώνυμη θεατρική παράσταση. Ποιο είναι το σημείο τομής της θεατρικής πρακτικής και της μουσικής σύνθεσης και στιχοπλοκίας υπό το πρίσμα σου;

Η εμπειρία μου στο θέατρο, αλλά και στον κινηματογράφο, με ανάγκασε να εγκλείσω τη φαντασία μου στον κόσμο που έχει συλλάβει κάποιος άλλος.

Αυτός ο περιορισμός είναι από τα πιο απελευθερωτικά κομμάτια της δημιουργίας καθώς αναγκάζεσαι να ανακαλύψεις νέους κόσμους μέσα σου σε ένα πλαίσιο συγκεκριμένης αισθητικής.

Σα να έχεις ένα μικρό κομμάτι γης και να σκάβεις να βρεις τι υπάρχει στον πυρήνα εκείνης της γης. Αυτή η προς τα κάτω διεύρυνση είναι ένα εξαιρετικό εφόδιο για την τραγουδοποιϊα.

Το άλμπουμ #artificial συνιστά προϊόν της δημιουργικής αξιοποίησης των προαναφερθεισών ψηφιακών τεχνολογιών, σε συνομιλία με θραύσματα εμβληματικών κειμένων στο πλαίσιο της περιόδου του συλλογικού εγκλεισμού.

Τι «απέσταξες» από τη συγκεκριμένη περίοδο και μέσα από ποια εσωτερική ανάγκη/διαδικασία προέκυψε αυτή η συνομιλία;

Αυτή η -πρωτόλεια- συνομιλία με τα ρομπότ προέκυψε από την ανάγκη επαφής, που στην καραντίνα ήταν πρακτικά αδύνατη.

Ένα ερευνητικό πρότζεκτ για τα όρια της δημιουργίας χωρίς προκατάληψη δυστοπίας, όπως παίζει ένα παιδί που δεν έχει μνήμη με ένα παιχνίδι - μια απόπειρα απάντησης στο αν η ατελείωτη ευτέλεια του κόσμου μπορεί να μεταμορφωθεί σε μουσική.

Αυτό που με εντυπωσίασε, γι αυτό και αποφασίσαμε να κυκλοφορήσουμε το δίσκο, είναι πως η αλληλεπίδραση αυτή είχε και στοιχεία συγκίνησης, κάτι ανεξήγητο.

Ι will trade the air you breathe for my crown είναι από τους πιο καίριους στίχους που έχω διαβάσει, και έχουν γραφτεί από ρομπότ – πράγμα ανεξήγητο.

Και αυτό το ανεξήγητο είναι τόσο στον πυρήνα των Dance with Invisible Partners, όσο και ο σκοτεινός νυχτερινός ουρανός ή τα αναλογικά συνθεσάιζερ.

Με την πάροδο των ετών, το σχήμα απέκτησε συλλογική υπόσταση, καθώς εντάχθηκαν ορατοί/ορατές συνεργάτες/συνεργάτριες. Πώς το γεγονός αυτό εμπλούτισε/διεύρυνε την οπτική σου στη δημιουργία;

Με έναν εντελώς αυθόρμητο τρόπο -και σχετικώς μαγικό για εμένα- δημιουργήθηκε μία ομάδα μουσικών, με τους οποίους πάνω από γίναμε φίλοι και απολαμβάνουμε να μοιραζόμαστε τη μουσική.

Με κοινή βάση αλλά και εντελώς διαφορετικές επιρροές. Αυτό έχει δημιουργήσει μία ρευστή ταυτότητα στο project, το οποίο βρίσκω εξαιρετικά δημιουργικό.

Το πιο πρόσφατο άλμπουμ σας, Nagasaki, το οποίο κυκλοφόρησε στις αρχές του 2025, «στήνει έναν χορό με τις σκιές, τα ουράνια τόξα, τα σύννεφα - και όλες τις ποιότητες που ο πραγματισμός δεν μπορεί να διαφθείρει».

Θα ήθελες να μου μιλήσεις για τις προσωπικές και συλλογικές ποιότητες οι οποίες σε εμπνέουν και να μου εξηγήσεις γιατί δεν μπορούν να διαφθαρούν από τον πραγματισμό;

Πώς μπορείς να βομβαρδίσεις το ουράνιο τόξο; Ή να συντρίψεις την αγάπη;

Είναι κάποια πράγματα που είναι από τη φύση τους άφθαρτα, και εμείς κυνηγάμε την εξουσία και την αθανασία σε στοιχεία εντελώς μηδαμινά μέσα σε αυτό το σοφό απέραντο χάος στο οποίο βρεθήκαμε απρόσκλητοι τουρίστες.

Σκάβουμε, λοιπόν, στο Nagasaki για απομεινάρια τέτοιων ποιοτήτων. Ό τι βρούμε από ό,τι έχει απομείνει.

Σ’ αυτό το άλμπουμ, βρίσκεστε σε «μια αποστολή να ξεθάψετε θραύσματα ομορφιάς από τη Γάζα, το Ντονμπάς, το Ναγκασάκι, το Δίστομο, το Τσέρνομπιλ».

Τι είδους ομορφιά -και τέχνη- ενδέχεται να αναδύονται από τα ερείπια; Είναι τα ερείπια αντανάκλαση της κυρίαρχης εκδοχής του Δυτικού πολιτισμού στις μέρες μας;

Η βασική έμπνευση των Dance with Invisible Partners είναι ο ουρανός της Αμοργού, το βράδυ μετά τον βοριά.

Που βλέπεις πεντακάθαρα τις απεριόριστες διαστάσεις της ομορφιάς  και τη μηδαμινότητα όλων αυτών που μας απασχολούν στην καθημερινότητα. Αν έχεις χαθεί μέσα σε αυτό τον ουρανό πώς είναι δυνατό να μην αναπνέεις μόνο για την αγάπη;

Τα ερείπια, τα οποία όλοι θαυμάζουμε στις πρωτεύουσες του κόσμου, είναι πέτρες που τοποθετήθηκαν με το αίμα ανθρώπων, ζώων και φυτών, αλλά κυρίως με την ύβρη ανθρώπων οι οποίοι πίστευαν πως είναι θεοί. Και με τον ίδιο τρόπο καταστράφηκαν.

Με την έννοια αυτή, τα ερείπια -και ό,τι θαμμένο σε αυτά- έχουν για εμένα μία τεράστια γοητεία.

Είναι μία διαρκής υπενθύμιση της φθοράς, αλλά και αυτού που είναι πραγματικά σημαντικό σε αυτή τη σύντομη απόδρασή μας από το χάος:

Η σύνδεση, η τέχνη, η απόλαυση των μικρών μικρών πραγμάτων, ό,τι ξεφεύγει από το ασφυκτικό όριο ανταλλαγής και χρήσης του πολιτισμού - στοιχεία που απλώνονται τόσο κατακλυσμιαία μπροστά μας που δεν μπορούμε να τα δούμε.

Το invisible, στον τίτλο του project.

Την Κυριακή 19 Ιουλίου συμμετέχετε σε μια συναυλία σε έναν πολύ ξεχωριστό τόπο, μαζί με τους Marva Von Theo και τους Moonmoth.

Ανοιγόμαστε -έστω και ασυνείδητα- ως οντότητες όταν βρισκόμαστε σε τέτοιους χώρους, κατά τη γνώμη σου;

Τα αστέρια είναι η μητέρα μας, καθόλου ποιητικά, απολύτως επιστημονικά και κυριολεκτικά. Όσο πατάμε στη γη και έχουμε το βλέμμα μας στον ουρανό η ποιητική της οντολογίας γίνεται σώμα, χειροπιαστό.

Οι άνθρωποι δεν είμαστε απλά όντα με περιέργεια για το άγνωστο - αναζητούμε το σπίτι μας. Με ένα τηλεσκόπιο, με ένα φιλί, με τη μουσική. Σε αυτή τη συναυλία θα στείλουμε μαζί με αγαπημένες μας μπάντες ένα τηλεγράφημα στο σπίτι.

Ευχαριστώ θερμά τον Κωστή Γαρδίκη (Dance with Invisible Partners) για τη συμβολή του στην κουβέντα και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του σχήματος.

Την Κυριακή 19 Ιουλίου, οι Marva Von Theo, Moonmoth και Dance with Invisible Partners εμφανίζονται ζωντανά στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών - Κέντρο Επισκεπτών Θησείου, Λόφος Νυμφών.

Πόρτες: 20:00. Έναρξη: 20:20.



Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Κάρλα Σιμόν: «Η τέχνη με βοηθάει πολύ να διαχειριστώ το τραύμα και τη σιωπή»

 

Κάρλα Σιμόν (Φωτογραφία: David Ruano)

Η μνήμη, η απώλεια, η ταυτότητα και η κάθαρση συγκροτούν την αφηγηματική «ραχοκοκαλιά» της ημι-αυτοβιογραφικής -και πιο ώριμης- ταινίας της Ισπανίδας Κάρλα Σιμόν, Ρομερία.

Μια σε βάθος συνομιλία με την πολυβραβευμένη σκηνοθέτρια, με αφορμή την κυκλοφορία του φιλμ στα σινεμά από τις 25 Ιουνίου.

Στις περισσότερες ταινίες σου -μικρού ή μεγάλου μήκους- συνυφαίνεις στοιχεία της προσωπικής και της (ευρύτερης) οικογενειακής σου ιστορίας με μυθοπλαστικά, μια επιλογή που τους προσδίδει σπάνια ειλικρίνεια και αμεσότητα.

Πώς ερμηνεύεις αυτήν την επιλογή;

Πρώτα απ’ όλα, σε ευχαριστώ πολύ για τις ερωτήσεις σου και ζητώ συγγνώμη που καθυστέρησα να απαντήσω, καθώς βρίσκομαι εν μέσω μετακόμισης, δουλειάς, ταξιδιών και οικογενειακών υποχρεώσεων.

Δύσκολη ερώτηση, λοιπόν. Συμβαίνει με οργανικό τρόπο.

Βασικά, όταν προσπαθώ να χτίσω μια ιστορία βασισμένη στην προσωπική ζωή μου, είμαι πολύ συνδεδεμένη με αυτήν.

Ζητούμενο, επομένως, είναι να προσπαθήσω να ακούσω προσεκτικά τόσο τα δικά μου συναισθήματα, όσο και εκείνα της οικογένειάς μου, και να βάλω τον εαυτό μου στη θέση όλων των μελών της οικογένειας, για να καταλάβω τις επιλογές τους.

Αυτή η διαδικασία μού επιτρέπει να αποκτώ βαθιά γνώση των χαρακτήρων και των συναισθημάτων τους και επιχειρώ να τους/τα αποτυπώσω με ενσυναίσθηση.

Στις οικογένειες -αλλά και γενικότερα-, καθένας και καθεμία βλέπουν τα πράγματα με τον τρόπο τους. Δεν υπάρχει σωστή και λάθος προσέγγιση.

Το ότι, εξάλλου, αγαπάω αυτούς τους χαρακτήρες επιτρέπει στο κοινό να τους προσεγγίζει με ενσυναίσθηση.

Προέρχομαι από μια πολύ μεγάλη οικογένεια. Λέγεται πως σε τέτοιες οικογένειες οι λύπες επιμερίζονται και οι χαρές πολλαπλασιάζονται. Όμορφη παροιμία και αληθινή.

Όταν μοιράζεσαι δύσκολες καταστάσεις, είναι πιο εύκολο να τις αντιμετωπίσεις.

Το Ρομερία, η πιο πρόσφατη δουλειά σου, είναι, μάλλον, η πιο «αυτοβιογραφική» και ώριμη από κάθε άποψη.

Πρόκειται, πρωτίστως, για μια ταινία σχετικά με την αναζήτηση -και την επαναδιεκδίκηση- της ταυτότητας της πρωταγωνίστριας;

Ναι, σίγουρα.

Προέκυψε από την απογοήτευση την οποία μου προξενούσε το γεγονός ότι δεν ήξερα από πού προερχόμουν.

Το φιλμ μου έδωσε, λοιπόν, την ευκαιρία να δημιουργήσω την εικόνα των γονιών μου και της ερωτικής ιστορίας τους, που μου έλειπε.

Χρησιμοποίησα το σινεμά για να «αναστήσω» τους νεκρούς γονείς μου και να δημιουργήσω μια αφήγηση.

Κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη από μια αφήγηση σχετικά με την καταγωγή του, έτσι δεν είναι; Αυτή δημιουργεί την ταυτότητά μας.

Το ότι, λοιπόν, δεν μπορούσα να ανασυνθέσω την ιστορία των γονιών μου μέσω της αφήγησης άλλων χαρακτήρων, καθώς οι αναμνήσεις τους ήταν στιγματισμένες από το ταμπού του AIDS και της εξάρτησης από την ηρωίνη, μου προκαλούσε θλίψη.

Η δημιουργία της ταινίας υπήρξε, άρα, μια απελευθερωτική διαδικασία και ένιωσα πολύ απελευθερωμένη μετά την ολοκλήρωση της αφήγησης. Όσο πιο κοντά είναι η αφήγηση αυτή στην αλήθεια, τόσο το καλύτερο.

Επέτρεψα, ωστόσο, στον εαυτό μου να επινοήσω και κάποια στοιχεία, γεμίζοντας τα κενά όπου δεν είχα αρκετές πληροφορίες. Κι αυτό είναι εντάξει.

Στην τελική, η μνήμη είναι κάτι πολύ επιλεκτικό και υποκειμενικό.




Είναι η Ρομερία ένα υπαρκτό μέρος, ένας ουτοπικός θύλακας η μια κατάσταση του μυαλού;  

Θα έλεγα πως είναι ένα μυστικιστικό ταξίδι.

Το ίδιο το νόημα της λέξης, άλλωστε, στον ισπανικό Νότο έχει θρησκευτικές και μυστικιστικές υποδηλώσεις. Εν προκειμένω, είναι το ταξίδι που πραγματοποιεί η Μαρίνα, η πρωταγωνίστρια, προκειμένου να ανακαλύψει τις καταβολές της.

Ταυτόχρονα, είναι και μια τοποθεσία, εφόσον εκτυλίσσεται στο Βίγο, όπου οι γονείς της/μου έζησαν την ερωτική ιστορία τους.

Βασικά, όμως, είναι ένα ταξίδι το οποίο της επιτρέπει να συνδεθεί με τους γονείς της, να βρει έναν κοινό χώρο με αυτούς.

Είναι αστείο που αυτή η λέξη στον Βορρά της Ισπανίας σημαίνει «τοπική γιορτή». (Γέλιο).

Κι αυτό έχει σημασία για την ταινία μου, καθώς τελικά αποτελεί έναν εορτασμό της γενιάς των γονιών μου και όλων αυτών των ανθρώπων οι οποίοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη διάρκεια της δικτατορίας του Φράνκο.

Έγιναν ενήλικοι κατά τη μετάβαση στη δημοκρατία, αγκάλιασαν την ελευθερία όσο και όπως μπορούσαν και βίωσαν μια πραγματικά όμορφη νιότη, αλλά δυστυχώς και τις συνέπειες του AIDS και της χρήσης ηρωίνης, τις οποίες αγνοούσαν.

Δεν έχουμε γιορτάσει αρκετά τους συγκεκριμένους ανθρώπους, οι οποίοι άλλαξαν τις αξίες της καθολικής, συντηρητικής ισπανικής κοινωνίας και έφεραν στο προσκήνιο πιο προοδευτικές ιδέες. Γι’ αυτό και είναι σημαντικό να το κάνουμε.

Η ταινία εξερευνά επίσης τα μυστικά, τα ψέματα και την υποκρισία που ταλανίζουν τις περισσότερες οικογένειες.

Κατά τη γνώμη σου, αποτελεί ο κινηματογράφος έναν τρόπο αποκάλυψης -και, κατ’ επέκταση, αντιμετώπισης-, ή μήπως απόκρυψης ή μετονομασίας αυτών των μυστικών, των ψεμάτων και της υποκρισίας;

Πραγματικά καταλαβαίνω γιατί η ιστορία των γονιών μου έμεινε κρυφή.

Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μου δεν μπορούσαν να διαχειριστούν τον θάνατό τους. Ήταν κάτι πολύ επώδυνο γι’ αυτούς/αυτές.

Δεν μπορούσαν να καταλάβουν τίποτα σχετικά με την ηρωίνη και το AIDS, οπότε επέλεξαν τη σιωπή ως τρόπο διαχείρισης του πόνου.

Αστείο πράγμα η μνήμη: δε θυμόμαστε το ίδιο το γεγονός, αλλά την τελευταία φορά κατά την οποία το θυμηθήκαμε.

Μετασχηματίζουμε, λοιπόν, τις αναμνήσεις μας διαρκώς χωρίς να το συνειδητοποιούμε και ανάλογα με το πώς διακείμεθα συναισθηματικά έναντι αυτών.

Όποτε όταν οι παππούδες/γιαγιάδες μου μού μιλούσαν για τους γονείς μου, το έκαναν έτσι ώστε να μπορούν να διαχειριστούν την ανάμνησή τους.

Είναι, επομένως, πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε τον τρόπο λειτουργίας της μνήμης.

Η γενιά των παππούδων/γιαγιάδων μου ήταν επιβαρυμένη με λέξεις οι οποίες δεν της ανήκαν, καθώς και με ενοχή, ντροπή και μια αίσθηση ότι θα έπρεπε να τιμωρηθούν. Υπήρξαν κι εκείνοι θύματα.

Στην Ισπανία, άλλωστε, πολλοί άνθρωποι θεωρούν πως η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα για να αποτρέψει την εισαγωγή της ηρωίνης στη χώρα, επειδή οι νέοι δε θα ασχολούνταν με την πολιτική, αν εθίζονταν στα ναρκωτικά. Κι αυτό βγάζει νόημα.

Πρέπει, λοιπόν, να μιλήσουμε για τις παλαιότερες γενιές υπό ένα άλλο πρίσμα.

Το τραύμα και η σιωπή είναι επίσης διαρκώς παρόντα, όπως έχουμε ήδη συζητήσει. Τα διαχειρίζεσαι αποτελεσματικά, είτε εντός είτε εκτός των ορίων της (δικής σου) τέχνης;

Η τέχνη με βοηθάει πολύ να διαχειριστώ το τραύμα και τη σιωπή. Είναι ένας υγιής και οργανικός τρόπος να τα βάλω σε τάξη.

Το Ρομερία δεν υπήρξε απελευθερωτικό μόνο για μένα, όπως προείπα, αλλά και για την οικογένειά μου, επειδή μάς έδωσε την ευκαιρία να ξαναμιλήσουμε, να θέσουμε τα πάντα επί τάπητος και να στοχαστούμε πάνω σε αυτά με έναν άλλο τρόπο.

Όντας μητέρα, είναι πολύ σημαντικό να συνομιλώ με τα παιδιά μου. Η ιδέα τού να εκφράζουμε τα συναισθήματά μου, η οποία είναι κοινή στις μέρες μας, δεν ήταν και τόσο σε προηγούμενες γενιές.

Είναι με τη σειρά της ένας τρόπος αντιμετώπισης του τραύματος και της σιωπής.




Οι αναμνήσεις από γεγονότα του παρελθόντος σχετικά με τους βιολογικούς γονείς της πρωταγωνίστριας διαφέρουν -ενίοτε σημαντικά- στις αφηγήσεις των διαφόρων χαρακτήρων.

Μήπως τελικά επινοούμε εμείς τις αναμνήσεις ή επινοούμαστε από αυτές;

Συμπληρωματικά σε όσα έχω ήδη αναφέρει σχετικά, δεν είναι τόσο ότι επινοούμε τις αναμνήσεις, όσο ότι αυτές μετασχηματίζονται στο μυαλό μας.

Αν οι γονείς μου ήταν ζωντανοί και τους ρωτούσα πώς ήταν η ερωτική ιστορία τους, πιθανόν δε θα ταίριαζαν οι εκδοχές του καθενός, σε περίπτωση που προσπαθούσα να τις συνθέσω.

Κανενός ανθρώπου οι αναμνήσεις δεν είναι πιστές στην πραγματικότητα ή πολύ αξιόπιστες. Γι’ αυτό και δε χρειάζεται να παίρνουμε τέτοιες ιστορίες πολύ στα σοβαρά.

Από την άλλη, χρειάζεται να τις κρατάμε ζωντανές από γενιά σε γενιά, επειδή αυτές μάς ορίζουν.

Ένας εκπληκτικός γάτος, που λειτουργεί ως ένα είδος ψυχοπομπού, ωθεί την αφήγηση προς τη φαντασιακή μεταμόρφωση της Μαρίνας στην μητέρα της. Θα ήθελες να αναπτύξεις το σκεπτικό πίσω από την επιλογή του γάτου;

Ο γάτος έχει συναισθηματική σημασία, καθώς οι γονείς μου είχαν έναν γάτο, τον Φερνάντεθ, και η μαμά μου έγραφε πολλά γι’ αυτόν στα γράμματα τα οποία έστελνε σε φιλικά πρόσωπα και στην οικογένεια.

Έβγαζε για μένα νόημα πως είχαν έναν γάτο και ότι αυτό αποτελούσε το όχημα μέσω του οποίου η Μαρίνα μεταφερόταν από τον κόσμο της πραγματικότητας σε εκείνον της φαντασίας.

Επίσης, στην παλιά πόλη του Βίγο υπήρχαν πολλά αδέσποτα γατιά. Τα αγαπώ και τα βρίσκω πολύ μυστηριώδη ζώα.

Είναι δύσκολο να τα σκηνοθετείς, ωστόσο, κι είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιώ γατιά επιτυχημένα σε ταινία μου. Επιπλέον, είμαι αλλεργική σ’ αυτά, οπότε δεν μπορώ να κάνω και πολλά μαζί τους στο πλατό!

Το γατί του φιλμ ήρθε από τη Βαρκελώνη, αν και τα γυρίσματα έγιναν στη Γαλικία.

Το Ρομερία κυριαρχείται από τη θάλασσα και το υγρό στοιχείο, γενικότερα. Ποιος είναι ο ρόλος της θάλασσας στη ζωή σου;

Η θάλασσα είναι κάτι το οποίο συνδέω με τους γονείς μου.

Ο πατέρας μου λάτρευε την ιστιοπλοΐα. Οι λίγες φωτογραφίες των γονιών μου που έχω στην κατοχή μου είναι από το ιστιοπλοϊκό σκάφος του πατέρα μου και από την παραλία.

Το Βίγο κατά τη δεκαετία του 1980 ήταν το μέρος όπου έπρεπε κάποιος να πάει, γεμάτο ενδιαφέροντα πολιτιστικά κινήματα, μουσική και πάρτι - και περιτριγυρίζεται από τη θάλασσα.

Μετά από δύο ταινίες μου γυρισμένες στην αγροτική Καταλονία, το Ρομερία έπρεπε να γυριστεί κοντά στη θάλασσα.

Κι ήταν ωραία, επειδή δεν μπορούσα να την ελέγξω. Μια μέρα χρειαζόταν να χρησιμοποιήσουμε drone για τις λήψεις. Δυστυχώς, είχε αέρα και το drone κατέληξε στη θάλασσα. Καταστροφή!

Από άλλες απόψεις, τα γυρίσματα στη θάλασσα ήταν κάτι μαγικό. Και τη λάτρεψα!




Η Llúcia Garcia είναι εντυπωσιακά πειστική ως πρωταγωνίστρια, τόσο ως η Μαρίνα όσο και ως η μητέρα της, αποδίδοντας όλη τη ζεστασιά, τη ζωντάνια, τη αμηχανία και την αθωότητα της ηλικίας του χαρακτήρα - αλλά και τη δική της.

Ποια ήταν η εντύπωσή σου όταν την συνάντησες για πρώτη φορά και πώς διαμορφώθηκε σταδιακά η συνεργασία σας; Δεδομένης της νεαρής ηλικίας της, ήταν πιο εύκολο για σένα να την «πλάσεις» στον ρόλο της Μαρίνας;

Η ανακάλυψη της Λουσία ήταν εκπληκτική. Η επιλογή της ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας.

Υπήρχαν ηθοποιοί κατάλληλες για τον ρόλο της Μαρίνα, και άλλες για τον ρόλο της μητέρας της. Η εύρεση μίας που θα μπορούσε να υποδυθεί και τους δύο χαρακτήρες ήταν πολύ δύσκολη. Είδαμε κάπου 3.000 κοπέλες στο κάστινγκ. Τρελό!

Όταν την πρωτοείδα, συνειδητοποίησα ότι βρισκόταν σε μια πολύ όμορφη ηλικία: έμοιαζε ταυτόχρονα πολύ αθώα και περίεργη για τον κόσμο και ωρίμαζε, καθώς ενηλικιωνόταν.

Επειδή δεν είχε ξαναπαίξει οπουδήποτε, έπρεπε να εξοικειωθεί με τα πάντα.

Πρώτα, της έδωσα τα γράμματα τα οποία έγραφε η μητέρα μου, προκειμένου να καταλάβει την ιστορία.

Ύστερα, αρχίσαμε να αυτοσχεδιάζουμε στιγμές που θα μπορούσαν να έχουν συμβεί πριν την έναρξη της κινηματογραφικής αφήγησης στα 1980.

Έπειτα, αυτοσχεδιάσαμε στιγμές οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν συμβεί κατά τη δεκαετία των 2000, όταν συναντούσε μέλη της ευρύτερης οικογένειας.

Λίγο λίγο, χτίσαμε τις οικογενειακές αναμνήσεις. Αυτό κατέστησε ευκολότερη την προετοιμασία από πλευράς της.

Ακολουθήσαμε το σενάριο, αλλά έδωσα και λίγο χώρο για αυτοσχεδιασμό. Λειτούργησε, επειδή ανήκε στον κόσμο που δημιουργήσαμε από κοινού με την Λουσία.

Ευχαριστώ θερμά την Ainhoa Vilardell (Elastica Films) για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και για την παραχώρηση της φωτογραφίας της σκηνοθέτριας.

Η ταινία της Κάρλα Σιμόν Ρομερία προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 25 Ιουνίου σε διανομή της Weird Wave.



Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Blag Dahlia: «Έχουμε φτάσει στη γραμμή του τερματισμού, κι όμως συνεχίζουμε να ροκάρουμε»

 

Dwarves (Φωτογραφία: KAZ)

Συχνά αυτοπροσδιοριζόμενοι ως «το μόνο πανκ συγκρότημα το οποίο έχει απομείνει», οι Βορειοαμερικανοί Dwarves επιστρέφουν την Τετάρτη 8 Ιουλίου στην Αθήνα στο πλαίσιο της 40ής επετείου τους.

Με αυτήν την αφορμή είχαμε μια απολαυστική συζήτηση με τον «αμετανόητα» προκλητικό frontman του σχήματος, Blag Dahlia.

Αρχικά ένα συγκρότημα γκαράζ ροκ με ψυχεδελικές πινελιές, οι Dwarves υιοθέτησαν αργότερα έναν ήχο πιο προσανατολισμένο στο πανκ.

Τα δύο τελευταία σας άλμπουμ, εξάλλου, επιδεικνύουν μια ποικιλόμορφη, ακόμη και εκλεπτυσμένη ηχητική παλέτα. Πώς προέκυψε αυτή η εξέλιξη;

Οι πρώτες συναυλίες που παρακολούθησα ως έφηβος ήταν πανκ συναυλίες. Εκείνο το πνεύμα προσπαθούσαμε πάντα να μεταδώσουμε.

Ωστόσο, η μουσική την οποία αγαπούσαμε ήταν το γκαράζ ροκ της δεκαετίας του 1960· είχε περισσότερο χαρακτήρα από μεγάλο μέρος της πανκ σκηνής.

Έτσι, όταν μπήκαμε στη διαδικασία να ηχογραφήσουμε, το ύφος μας ήταν εκείνο του γκαράζ ροκ, του ροκαμπίλι, ακόμα και του doo-wop.

Όταν, όμως, αρχίσαμε να παίζουμε ζωντανά, ο ήχος αυτός μάς φάνηκε αδύναμος, οπότε απλώς ανεβάσαμε την ταχύτητα του γκαράζ ροκ μέχρι που μετατράπηκε σε πανκ.

Όταν είχαμε πια φτιάξει το Blood Guts & Pussy, άκουγα μόνο δίσκους χιπ-χοπ, επειδή οι πανκ δίσκοι ήταν υπερβολικά προβλέψιμοι, ενώ οι μέταλ δεν είχαν ποτέ καθόλου «swing».

Καθώς περνούσαν τα χρόνια, η ηχητική μας παλέτα διαρκώς εμπλουτιζόταν, ενώ οι μουσικοί και οι παραγωγοί με τους οποίους συνεργαζόμασταν γίνονταν όλο και καλύτεροι.

Πλέον, οι Dwarves είναι ένα υπέροχο, αταξινόμητο μίγμα ειδών, με έναν τεράστιο «στρατό» συνεργατών από τον οποίο μπορούμε να αντλήσουμε στοιχεία.

Παρ’ όλα αυτά, ανέκαθεν διατηρούσες μια προκλητική, φαινομενικά (αυτο)καταστροφική και υπερσεξουαλικοποιημένη εικόνα/στάση, τόσο πάνω στη σκηνή όσο και έξω από αυτήν.

Ήταν μια επιλογή μελετημένη ή αυθόρμητη, επηρεασμένη από την ιδιοσυγκρασία των μελών του συγκροτήματος;

Όπως συμβαίνει με όλα, πρόκειται για έναν συνδυασμό παραγόντων. Πράγματι είμαστε έτσι από πολλές απόψεις. Από πολλές άλλες, είναι απλώς ένα σόου.

Πρέπει να πλησιάσεις για να καταλάβεις τι συμβαίνει, και το να πλησιάσεις ενέχει κινδύνους.

Ποτέ δε θελήσαμε να γίνουμε οι κολλητοί όλων. Είμαστε ένα πανκ συγκρότημα, ακόμα και ανάμεσα σε άλλα πανκ συγκροτήματα.

Από την άποψη της διάρκειας, το Blood Guts & Pussy, το ντεμπούτο των Dwarves στην Sub Pop, ίσα που μπορεί να χαρακτηριστεί «άλμπουμ». Κρίθηκε, ωστόσο, ιδιαίτερα προκλητικό λόγω της απεικόνισης γυναικείου γυμνού.

Η απεικόνιση επανέρχεται ως μοτίβο και σε άλλα άλμπουμ σας. Έχετε, λοιπόν, επικριθεί πως αντικειμενοποιείτε το γυναικείο σώμα -ακόμα και για σεξισμό-, μια κριτική την οποία τείνω να συμμερίζομαι. Ποια είναι η γνώμη σου σχετικά;

Το γεγονός ότι η γύμνια θεωρείται προσβλητική λέει πολλά για το ροκ εντ ρολ και, ειδικότερα, για τις Η.Π.Α. Γιατί; Όλοι έχουν πουλί ή μουνί, όλοι θέλουν πουλί ή μουνί.

Γιατί να μην μπορείς να πεις τις λέξεις, γιατί να μην μπορείς να δείξεις τις εικόνες;

Οι μουσικοί αυτολογοκρίνονται και στη συνέχεια θεωρούν τους εαυτούς τους πιο σοβαρούς από εκείνους που δεν το κάνουν.

Οι φαν λαμβάνουν μια αποδυναμωμένη εκδοχή των σκέψεων του καλλιτέχνη, ενώ οι επαγγελματίες του μάρκετινγκ και της διαφήμισης είναι ικανοποιημένοι, καθώς η προσέγγιση αυτή είναι πιο ασφαλής.  

Οι Dwarves αποτυπώνουν αυτά τα οποία πραγματικά σκεφτόμαστε στα τραγούδια και στα εξώφυλλά μας. Αν αυτό προκαλεί σοκ, λέει περισσότερα για το πόσο βαρετοί είναι όλοι οι άλλοι παρά για το πόσο προκλητικοί είμαστε εμείς.

«Ναι, είμαι αμετανόητος / Και δεν το μετανιώνω/ Δεν υπάρχει άλλος τρόπος/ Ναι, είμαι αμετανόητος/ Και χαίρομαι που το είπα/ Δεν υπάρχει τίποτα για να σωθεί», τραγουδάς στο Unrepentant από το The Dwarves Are Young and Good Looking.

Ποια είναι η σημασία τού να παραμένει κάποιος αμετανόητος;

Η μετάνοια είναι μια κατεξοχήν χριστιανική έννοια. Δεν οφείλεις να διαπράττεις αμαρτίες, αλλά όλοι το κάνουν· επομένως, οφείλεις τουλάχιστον να νιώθεις άσχημα για όσα έχεις κάνει.

Δε ζητάμε ούτε άδεια, ούτε συγχώρεση. Αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τα λάθη μας και τα απολαμβάνουμε. Μάνατζμεντ; Δεν το χρειαζόμαστε. Αποδοχή, επιτυχία, εμπορικότητα - στ’ αρχίδια μας, ποιος νοιάζεται;

Παραδόξως, αυτή ακριβώς η στάση είναι ο λόγος για τον οποίο ο κόσμος εξακολουθεί να μας αγαπά και που μπορούμε ακόμα να πληρωνόμαστε για να φτιάχνουμε μουσική.

Είναι ο λόγος που συνεχίζουμε να διασκεδάζουμε παίζοντας ζωντανά και ηχογραφώντας δίσκους. Έχουμε φτάσει στη γραμμή του τερματισμού, κι όμως συνεχίζουμε να ροκάρουμε ακάθεκτοι.

Τι θα έσωζες τώρα, αν σου ζητείτο να το κάνεις;

Υποθέτω εκείνη την ανεξαρτησία η οποία συνδυάζεται με το να διευθύνεις τη δική σου δισκογραφική εταιρεία και να κατέχεις τις πρωτότυπες ηχογραφήσεις (masters) και τα δικαιώματα έκδοσης της μουσικής σου.

Ξέρω τόσα συγκροτήματα της εποχής μας που παίρνουν κάτι ψίχουλα από πνευματικά δικαιώματα -ή και τίποτα απολύτως-, με τους δίσκους τους να έχουν εξαντληθεί και κανέναν στην εταιρεία ή στο μάνατζμεντ να μην απαντά στα τηλεφωνήματά τους.

Νόμιζαν ότι ήταν έξυπνοι με εκείνο το συμβόλαιο με τη δισκογραφική, αλλά η μοίρα παίζει σκληρά παιχνίδια, έτσι δεν είναι;

Το μελαγχολικό I Had a Dream από το πιο πρόσφατο άλμπουμ των Dwarves, Keep It Reel, το οποίο θυμίζει τον μακαρίτη Louis Tillett, συγκαταλέγεται στις καλύτερες συνθέσεις σου.

Ποια είναι τα πιο τρελά σου όνειρα και ποιοι οι χειρότεροι εφιάλτες σου στις μέρες μας;

Δεν είμαι εξοικειωμένος με τον Louis Tillett. Με εκείνο το κομμάτι προσπαθούσαμε να διοχετεύσουμε κάτι που να θυμίζει περισσότερο τον HowlinWolf ή τον Rev. Gary Davis.

Κάθε στίχος σε εκείνο το τραγούδι αφορά την υπερβολή: πρώτα το σεξ, μετά τα ναρκωτικά, μετά τη βία, μετά τη θρησκεία, μετά τη φυγή.

Όλα τους πράγματα στα οποία ονειρευόμαστε να έχουμε ό,τι επιθυμούμε, ακόμα κι όταν αυτό έρχεται σε αντίθεση με κάτι άλλο που επίσης θέλουμε.

Όσο για τα όνειρά μου αυτές τις μέρες, είναι τόσο παρακμιακά όσο ποτέ· απλώς δεν έχω την ενέργεια να κάνω τόσα πολλά από αυτά πραγματικότητα!

Αν όντως είστε «το μόνο πανκ συγκρότημα το οποίο έχει απομείνει», όπως συχνά -ίσως με αυτοσαρκαστική διάθεση- υποστηρίζεις, ποιος είναι ο ορισμός σου για το πανκ το 2026;

Έχει μέλλον ή πρόκειται απλώς για ένα μουσειακό έκθεμα, προορισμένο για τους μουσικολόγους του μέλλοντος;

Πλέον αποτελεί ουσιαστικά ένα ξεχωριστό είδος, ενώ όταν ξεκινήσαμε ήταν περισσότερο ένας τρόπος να κάνεις πράγματα. Κάποια στιγμή, το πανκ άρχισε να χαρακτηρίζεται από έντονη κριτική διάθεση και να εστιάζει στην ταυτότητα.

Το χέβι μέταλ εξελίχθηκε στην πιο διασκεδαστική εκδοχή της ροκ μουσικής, αν και, για τα δικά μου αυτιά, και τα δύο είδη είναι σχεδόν αδύνατο να τα ακούσει κανείς.

Ο ορισμός μου για το πανκ ροκ είναι να κάνεις αυτό το οποίο θέλεις και να ζεις τη δική σου ζωή. Όχι να προσπαθείς να εξοστρακίσεις όποιον δε φτάνει τα επίπεδα της απόλυτης ηθικής.

Για τους ανθρώπους της γενιάς μου, ήταν επίσης συνδεδεμένο με τον ηδονισμό, το σεξ, τα ναρκωτικά και τη βία, αλλά δεν είναι απαραίτητο να είναι έτσι. Απλώς έχει περισσότερη πλάκα με αυτόν τον τρόπο...

Μιλώντας για το μέλλον, οι Η.Π.Α., υπό την επικίνδυνη, αλλοπρόσαλλη και μεγαλομανή διακυβέρνηση του Τραμπ, γίνονται μέρα με τη μέρα όλο και πιο δυστοπικές και φασιστικές.

Πώς αντιμετωπίζεται αυτή η τάση, η οποία απειλεί να αποσταθεροποιήσει ολόκληρο τον κόσμο;

Οι Dwarves δεν είναι πολιτικοποιημένο συγκρότημα, οπότε δεν καταπιανόμαστε με τέτοια ζητήματα στη μουσική μας.

Προσωπικά, πάντως, θεωρώ τον Τραμπ το χειρότερο είδος φασίστα: εκείνον που δεν ξέρει καν να γράψει σωστά τη λέξη, πόσο μάλλον να αντιληφθεί ότι είναι ο ίδιος φασίστας.

Η κατάφωρη ανικανότητα αυτού του καθεστώτος με εξοργίζει, γιατί διακυβεύεται η ίδια η τύχη του πλανήτη. Στον βωμό της απληστίας θα θυσιάσουν όλους εμάς, και είναι τόσο ανόητοι που θα καταστρέψουν και τους εαυτούς τους στην πορεία.

Οι παλαιότερες γενιές όντως απογοήτευσαν τις νεότερες σε πολιτικό επίπεδο, αλλά οι Dwarves δε θα σας απογοητεύσουν ποτέ. Είμαστε μια αυτάρκης μονάδα - ένδοξοι, τέλειοι από κάθε άποψη και προικισμένοι σαν επιβήτορες.

Ο χρόνος μπορεί να μας κάνει σοφότερους -ή και όχι-, σίγουρα, όμως, μας φθείρει. Τι σημαίνει σοφία για εσένα;

Πώς διαχειρίζεσαι το πέρασμα του χρόνου και ποια είναι η στάση σου απέναντι στις επετείους - και  συγκεκριμένα έναντι της 40ής επετείου των Dwarves, στο πλαίσιο της οποίας θα εμφανιστείτε ζωντανά στην Αθήνα την Τετάρτη 8 Ιουλίου;

Παίξαμε στην Ελλάδα για πρώτη φορά πριν από λίγα μόλις χρόνια και το λάτρεψα! Οι γάτες στους δρόμους είναι ό,τι καλύτερο· με «υιοθέτησε» μια αδέσποτη στον Παρθενώνα, ήταν κάτι μαγικό.

Ο παππούς μου καταγόταν από ένα από τα νησιά, οπότε όλοι εκεί μοιάζουν σαν πιθανοί συγγενείς.

Τα σαράντα χρόνια των Dwarves υπήρξαν πραγματικά γεμάτα ικανοποίηση,  αν και κατά καιρούς φτάσαμε στα όρια της απόγνωσης.

Έχουμε δώσει πάνω από 1.300 συναυλίες από τότε που ξεκινήσαμε, έχουμε κυκλοφορήσει δεκαοκτώ ολοκληρωμένους δίσκους και μας έχουν πάρει πίπα σε πέντε ηπείρους.

Ήταν τόσο διασκεδαστικό, που μακάρι να μπορούσα να το θυμηθώ.

Αν έχω αποκομίσει κάποια σοφία, είμαι ευγνώμων επειδή εξακολουθώ να παίζω μουσική με τους καλύτερούς μου φίλους:

Τους Rex Everything, Snupac, Ginger, παλιούς αγαπημένους συνεργάτες όπως οι Saltpeter, Fresh Prince of Darkness, Mike Pygmie, HeWhoCanNotBeNamed, Andy Now, και όλους τους υπόλοιπους.

Και θα τα ξαναέκανα όλα από την αρχή.

Οι Dwarves εμφανίζονται ζωντανά την Τετάρτη 8 Ιουλίου στο Gazarte Ground Stage (Βουτάδων 32-34, Γκάζι).