Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Καουτέρ Αντιμί: «Ο ρόλος της λογοτεχνίας είναι να κρατά την ανθρωπότητα σε εγρήγορση»

 


Συνυφαίνοντας αριστοτεχνικά τη μικροϊστορία και τη μακροϊστορία, το βαθιά προσωπικό και το οδυνηρά συλλογικό, τα μυθιστορήματα της αλγερινής καταγωγής Γαλλίδας συγγραφέως Καουτέρ Αντιμί εξερευνούν τη μνήμη και τη σιωπή.

Με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου της, Η εχθρική χαρά, στα ελληνικά, επιχειρούμε μια πιο συνολική κουβέντα μαζί της.

Και τα τρία μυθιστορήματά σου τα οποία έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά συνυφαίνουν αριστοτεχνικά τη μικροϊστορία και τη μακροϊστορία, το βαθιά προσωπικό και το οδυνηρά συλλογικό.

Μήπως η επιλογή σου να γίνεις συγγραφέας πηγάζει από την ανάγκη να αποκαταστήσεις τη μνήμη των συγγενών σου, καθώς και να ανακτήσεις τις δικές σου αναμνήσεις από τα πρώτα σου χρόνια στην Αλγερία;

Η επιλογή μου να γράφω δεν πηγάζει τόσο από μια συνειδητή επιθυμία «αποκατάστασης», όσο από την ανάγκη να καλύψω τα κενά.

Στην Αλγερία, μεγαλώσαμε μέσα σε μια απέραντη σιωπή: εκείνη των γονιών μας, που ήθελαν να μας προστατέψουν από τη βία της «μαύρης δεκαετίας» ή από το αποικιακό παρελθόν.

Για τη γενιά μου, η μνήμη είναι υλικό κατακερματισμένο. Το να γράφεις σημαίνει να αναζητάς αυτά τα θραύσματα, να τα λειαίνεις και να επιχειρείς να οικοδομήσεις μια αφήγηση εκεί όπου κάποτε υπήρχε μόνο το κενό ή η λήθη.

Είναι ο τρόπος μου να ανακτήσω τη δική μου ιστορία και εκείνη των αγαπημένων μου προσώπων.

«Το να γράφεις είναι σαν να δίνεις μια παράσταση», επισημαίνεις στο προσφατα μεταφρασμένο στα ελληνικά μυθιστόρημά σου, Η εχθρική χαρά. Με ποια έννοια;

Όταν λέω πως η γραφή είναι μια παράσταση, έχω κατά νου την ολοκληρωτική εμπλοκή του σώματος.

Για μένα, η γραφή δεν είναι απλώς μια διανοητική πράξη· είναι κάτι το οποίο διαπερνά και το σώμα.

Στο Η εχθρική χαρά, αυτό συνδέεται με την ιδέα ότι το κείμενο οφείλει να «στέκεται» σωματικά μπροστά στον αναγνώστη, με έναν επείγοντα χαρακτήρα και μια ένταση που παραπέμπουν στη θεατρική σκηνή.

«Η γραφή απαιτεί περιπλάνηση. (...) Ο ρυθμός του σώματος είναι ο ίδιος με τον ρυθμό του κειμένου», σχολιάζεις στη συνέχεια. Αντικατοπτρίζεται άραγε η αλήθεια ενός κειμένου στον ρυθμό του και αντιστρόφως;

Απολύτως. Για μένα, ο ρυθμός είναι η πρωταρχική αλήθεια ενός βιβλίου.

Μια πρόταση μπορεί να είναι γραμματικά ορθή, αλλά αν δε διαθέτει τον δικό της ρυθμό, εκείνη τη συγκεκριμένη ανάσα που υπαγορεύει τον ρυθμό της ιστορίας, ακούγεται ψεύτικη. Σε αυτόν ακριβώς τον ρυθμό ενυπάρχει το ειλικρινές συναίσθημα.

«Ποτέ δεν έβρισκα τις λέξεις που ήθελα. Μεγάλωσα μέσα στη σιωπή. Έκλαψα μέσα στη σιωπή. Γέλασα μέσα στη σιωπή. Τι είναι οι λέξεις και σε ποιον ανήκουν;» αναρωτιέται απελπισμένος ο Ταρέκ στο Με άνεμο κακό.

Σε ποιον ανήκουν οι λέξεις; Βρίσκεις τη σιωπή εκφοβιστική ή και ενδυναμωτική;

Ο Ταρέκ και η Λεϊλά, στο Με άνεμο κακό εκφράζουν το αίσθημα της αποστέρησης που βιώνουν όσοι δεν απέκτησαν ποτέ φωνή ή όσοι είδαν τη γλώσσα τους να τους αφαιρείται.

Η σιωπή ήταν το πρώτο μου τοπίο· μεγάλωσα παρατηρώντας περισσότερο απ’ ό,τι μιλώντας.

Αυτή η σιωπή μπορεί να προκαλεί δέος, καθώς εμπεριέχει όλα όσα είναι ανείπωτα, αλλά αποτελεί και δύναμη: είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομείται η φαντασία.

Η γραφή αφορά ακριβώς στην οικειοποίηση των λέξεων, ώστε να μην ανήκουν πλέον μόνο στους «άλλους», αλλά σε εκείνους που ήταν επί μακρόν καταδικασμένοι στη σιωπή.

Η Εχθρική χαρά ξεκινά με ένα απόφθεγμα του εμβληματικού Αλγερινού συγγραφέα Kατέμπ Γιασίν, το οποίο θυμίζει παράξενα τον Aλμπέρ Καμύ. Τι είναι αυτό που σε εμπνέει περισσότερο σε αυτούς τους συγγραφείς;

Διακρίνεις κάποιες ομοιότητες;

Αν και συχνά συγκρίνονται λόγω του δεσμού τους με αυτόν τον τόπο, η δική μου σχέση μαζί τους είναι ριζικά διαφορετική.

Όταν διαβάζω τον Kατέμπ Γιασίν, αισθάνομαι μια δύναμη να διαπερνά τη σάρκα μου. Είναι συγγραφέας από τον τόπο μου· κυλάει στο αίμα μου. Τον Καμύ τον διαβάζω ως Γάλλο συγγραφέα.

Ο ένας αποτελεί τη ρίζα μου, ο άλλος μια λογοτεχνική γενεαλογία. Ωστόσο, αυτό που βρίσκω ιδιαίτερα ενδιαφέρον σχετικά με τον Καμύ είναι η υποδοχή του· είναι συναρπαστική, επειδή υπερβαίνει πλήρως το λογοτεχνικό πλαίσιο.

Σε αυτό το μυθιστόρημα, δύο αφηγήσεις βρίσκονται σε διαρκή διάλογο: η προαναφερθείσα μικρο-ιστορία και (ο δικός σου στοχασμός πάνω στην) ιστορία της Μπάγια.

Γιατί επέλεξες να εμβαθύνεις στην ιστορία της; Επειδή αντιπροσωπεύει την «κατάρρευση πριν από τη χαρά»;

Η Μπάγια αποτελεί μορφή αντίστασης μέσα από το χρώμα. Επέλεξα την ιστορία της επειδή για πολύ καιρό παρέμενε εγκλωβισμένη στο αποικιοκρατικό βλέμμα της «ναΐφ» τέχνης.

Για μένα, αντιπροσωπεύει μια χαρά η οποία αρνείται να σβήσει, παρά τις δυσκολίες.

Όσο για το «αντι-αρχείο», αυτό αποτελεί το ίδιο το εγχείρημα της λογοτεχνίας: εκεί όπου το επίσημο αρχείο ταξινομεί, ιεραρχεί και ενίοτε διαγράφει, η λογοτεχνία αφηγείται την ιστορία «από τα κάτω».

Επικεντρώνεται σε λεπτομέρειες οι οποίες μπορεί να φαντάζουν ασήμαντες και αποδίδει φωνή στο προσωπικό και το οικείο, απέναντι στον βρυχηθμό των μεγάλων εθνικών αφηγήσεων.

Ζεις στη Γαλλία τα τελευταία 18 χρόνια. Υπήρξαν στοιχεία του αλγερινού σου «εαυτού» που έπρεπε να αποβάλεις ή να επανεξετάσεις, προκειμένου να μπορέσεις να προσαρμοστείς στη νέα πραγματικότητα;

Η διαμονή μου στη Γαλλία τα τελευταία 18 χρόνια αναπόφευκτα άλλαξε την οπτική μου, αλλά δε θα έλεγα πως χρειάστηκε να «αποβάλω» τον αλγερινό μου εαυτό.

Αντιθέτως, την έχει οξύνει και έχω καταφέρει να αποκτήσω μεγάλη απόσταση. Συχνά νιώθω ότι το Παρίσι είναι το γραφείο μου, ενώ η Αλγερία το εργαστήριό μου.

Γιατί τα γαλλικά είναι η μόνη γλώσσα στην οποία «σκέφτεσαι, ονειρεύεσαι και πλάθεις ιστορίες»;

Τα γαλλικά είναι η γλώσσα στην οποία γράφω. Δεν τα επέλεξα εγώ, αλλά η χρήση τους δε μου προκαλεί δυσκολία: τα αραβικά ήταν η πρώτη μου γλώσσα, μετά τα αντικατέστησαν τα γαλλικά και στη συνέχεια επανήλθαν τα αραβικά.

Πιστεύω πως έχω πλέον συμφιλιωθεί με αυτό το ζήτημα.

Υπό το πρίσμα της συνεχιζόμενης γενοκτονίας των Παλαιστινίων από το ισραηλινό κράτος και της ηθικά αποτρόπαιης συνενοχής των περισσότερων δυτικών ελίτ σε αυτήν, ποιος είναι ο ρόλος -και το μέλλον- της λογοτεχνίας;

Ο ρόλος της λογοτεχνίας είναι να κρατά την ανθρωπότητα σε εγρήγορση. Δεν μπορεί να σταματήσει τις βόμβες, αλλά μπορεί να αποτρέψει τη διαγραφή ονομάτων και προσώπων.

Eίναι να αποτελεί έναν φρουρό, ένα αρχείο ικανό να αψηφήσει τη λήθη και να μαρτυρά, ακούραστα, την ύπαρξη του «άλλου» - ιδίως όταν επιχειρείται να απογυμνωθεί αυτός ο άλλος από κάθε ίχνος ανθρωπιάς.

Συνιστώ ανεπιφύλακτα το πιο πρόσφατο βιβλίο του Ρασίντ Μπενζίν, Ο άνθρωπος που διάβαζε βιβλία.

Ευχαριστώ θερμά την Άλκηστη Τριμπέρη (Εκδόσεις Πόλις) για την πολύτιμη συνδρομή της στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Τα μυθιστορήματα της Καουτέρ Αντιμί Τα πλούτη μας, Με άνεμο κακό και Η εχθρική χαρά κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση των Έφης Κορομηλά (τα δύο πρώτα) και Μυρτούς Ταπεινού, αντίστοιχα.



Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Lars Rudolph: “Resisting means to focus on the beauty of humans, nature, culture”

 


Based on László Krasznahorkai’s multilayered novel The Melancholy of Resistance, the iconic film Werckmeister Harmonies by the prematurely lost Béla Tarr is being re-released in Greek cinemas.

On this occasion, we speak with its male lead, the acclaimed German stage and film actor Lars Rudolph.

A relatively inexperienced film actor back then, you were chosen as the male lead in Béla Tarr’s masterful Werckmeister Harmonies. To this day, this role has probably been your most accomplished and definitely most memorable.

First of all, who János Valuska actually was?

Thank you for your interesting questions.

On the one hand, János Valuska is a man delivering mail and newspapers in a small town.

On the other, as you delve into László Krasznahorkai’s beautiful novel, he becomes a sort of an angel.

I don’t know if he even understands humanity, but he nevertheless is a very innocent, young, good person.

He’s in conversation with the music professor György Eszter -played by the late Peter Fitz- about the German organist, music theorist, and composer of the Baroque era Andreas Werckmeister and the chromatic system that he had invented.

He’s also a very passive human being, not actively engaged in politics.

To what extent has incarnating him shaped your outlook on acting?

After Werckmeister Harmonies was finished, I had the chance to travel to festivals and to participate in castings, even for Hollywood films. I was still a very young, inexperienced actor, though.

I had nevertheless worked with other directors in theatre, such as Frank Castorf. I had also received the prize for the Best Young Actor in Germany for my debut film, Jan Ralske’s Not A Love Song.

I learned a lot about acting step by step, through workshops with American film coaches. Later on, I also played in theatre in Berlin and in Zurich under the direction of Christoph Marthaler.

So, little by little I somehow became an actor.

How would you describe Tarr as a director on set as well as outside it?

I’d like to tell you how I initially met Béla.

He was teaching in the Film School in Berlin. I was a young actor at the time, working with many colleagues in the School.

During the shooting for a scene in a film, there was in the script a brutal fight between the character played by me and the one impersonated by a woman actress.

By accident, I hit her very hard and broke the membrane of her left ear. She had to go to the doctor. All of the other students blamed me for this. I was very sorry.

Béla was in the audience and he was the only person who told me that it wasn’t my fault and that she was in part responsible because she was very stiff as an actress. “If you are a good actor, you can play with an accident,” he explained me.

He was in fact watching me the whole time during the shooting. I could tell from the way he was watching that he wanted me to play in this student film.

Maybe two years later, he called me and told me: “Lars, I have a script for you. The day I found you was when I knew that I could a write a film with Krasznahorkai. You are Valuska,” he concluded.  

When we started filming, I didn’t know anything about Béla and his films.

The shooting of Werckmeister Harmonies actually commenced on a cold winter day in Budapest with the hospital scene, where the mob beats up the elderly patients in a psychiatry ward.

According to Béla, there weren’t enough film rolls for the shooting. “Glue these rolls together!” I urged him. “Lars, don’t you know my movies?” he asked me. “No, I don’t,” I responded honestly. “We cannot go home!” But we went home. I was very angry.

Before resuming the shooting, I watched Sátántangó. Then, I understood his films.

It took us a few months to start over and the whole process lasted three years because of several issues: many camera people were drunk, one producer committed suicide. I think I flew to Budapest around forty times.

After my initial anger at Béla, we didn’t fight. He was a kind person and always nice to me and to the rest of the crew. He had a lot of patience. “Just walk, Lars, don’t do anything. Just be Valuska,” he was instructing me. I tried to, and made it.


Lars Rudolph


The film is based on László Krasznahorkai’s novel The Melancholy of Resistance, “a comedy of apocalypse, a book about a God that not only failed but didn’t even turn up for the exam,” according to James Wood.

How did you read the book at the time and to what extent has this reading evolved ever since?

I first read the novel during the preparation and loved it very much. After Béla died, I participated in some readings of the book with my music group in Berlin. The opening passage was incredible, as were the many colors the lead character has.

May the novel -as well as the film- be approached as a critique of authoritarianism and the pitfalls -even failure- of revolution?

I think it’s a critique on that. Béla, Krasznahorkai and Valuska believed in individual responsibility.

See how Valuska cared about the old men in the psychiatry ward or about his newspapers, was terrified by the aggression of the mob and ended up powerless and locked up in a mental institution.

Béla loved Thomas Bernhardt’s world and Valuska believed in the relationship with one’s family, friends, those you can talk to and also with the audience.

Béla also loved teaching, especially during the last fifteen years of his life. “Watch what’s there, watch the slow movement,” he used to teach his students. He launched the “Film Factory” program in Sarajevo in 2013.

His funeral was held in February in Budapest. Eight gravediggers shoveled the coffin into the Earth. Time didn’t exist for, maybe, ten minutes. You just heard the sound the Earth while receiving the coffin.

On the same night, we had a celebration only with his students. I wasn’t acquainted with all of them, but it was very beautiful to get to know them on that occasion.

From an existential, historic and political perspective, why may resistance be melancholic?

In Krasznahorkai’s novel there are all these weird, aggressive men following a secret order for destruction. Resisting to that, it’s just a melancholic and sad way of being and eventually becoming crazy.

As you read in the news, in Europe there’s still a right-wing, conservative and anti-foreign sentiment. You go crazy if you listen to the news all day long, especially in these times of psychotic politics.

Europe has, nevertheless, always been a mix of people who come and go, and change. That’s the interesting thing about people, art and ideas: they evolve and change.

Resisting means to focus on the beauty of humans, nature, birds, animals, culture.

At the moment I’m in the Alps with friends, walking all day until we are drained of our powers.


Hanna Schygulla, Lars Rudolph


To my mind, the whale is an unbearably sad -and probably infinitely wise- creature. What does it signify, according to you?

The whale contains a spirit that somehow changes the people, the town and the country. In one respect, this change is deadly and destructive, in another it signals the birth of new ideas.

The whale itself is a very peaceful animal, though, and symbolizes the beauty of a strange, unknown nature. So, a whale found in a town creates a more intense sensation compared to the one it would create if living by the seaside.

How do you define “arthouse cinema” in the era of AI both in European context, and on a global scale? Is controversial AI a tool of liberation -or experimentation, at least- or of submission?

There’s a lot of beauty in the movies, in the history of men and women. The art of storytelling is so incredible, almost as perfect as a beautiful flower.

I sometimes use AI to ask things. I know there’s a million of jobs going down the drain because of it.

The human race will probably die one day in the same way it was born. We will not live forever. As I’m getting old, I’m lucky that I will not witness the end happening.

You’re, nevertheless, turning 60 in August. Looking back on a modest career spanning more than 4 decades, what have you enjoyed the most, what has -perhaps- eluded you and what would you wish to explore more fully in the future?

Being a trumpet player and a musician myself, I do a lot of improvised music these days. I’ve also joined a theatrical group in Berlin which starts in September.

I’m still engaged in film and TV series, as well, when I like the role, the character that I’m offered. Luckily, I like the characters most of the time.

Heartfelt thanks to Lars Rudolph for his time and for granting me the permission to use his photograph.

Béla Tarr’s film Werckmeister Harmonies is being screened in Greek cinemas starting July 16, in a re-release by the newly established distribution company “Amarcord”.



Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Λαρς Ρούντολφ: «Αντίσταση σημαίνει να εστιάζεις στην ομορφιά των ανθρώπων, της φύσης, του πολιτισμού»

 


Βασισμένη στο πολυεπίπεδο μυθιστόρημα του Λάσλο Κρασναχορκάι, Η μελαγχολία της αντίστασης, η εμβληματική ταινία του πρόωρα χαμένου Μπέλα Ταρ, Οι αρμονίες Βερκμάιστερ, κυκλοφορεί σε επανέκδοση στους κινηματογράφους.

Με αυτήν την αφορμή κουβεντιάζουμε με τον πρωταγωνιστή της, τον καταξιωμένο Γερμανό ηθοποιό του θεάτρου και του σινεμά, Λαρς Ρούντολφ.

Όντας τότε σχετικά άπειρος ηθοποιός του κινηματογράφου, επιλέχθηκες για τον πρωταγωνιστικό ανδρικό ρόλο στο αριστουργηματικό Οι αρμονίες Βερκμάιστερ του Μπέλα Ταρ.

Μέχρι σήμερα, ο ρόλος αυτός υπήρξε ίσως ο πιο ολοκληρωμένος και, αναμφίβολα, ο πιο αξιομνημόνευτος της πορείας σου. Καταρχάς, ποιος ήταν στην πραγματικότητα ο Γιάνος Βάλουσκα;

Σε ευχαριστώ για τις ενδιαφέρουσες ερωτήσεις σου.

Από τη μία, ο Γιάνος Βάλουσκα είναι ένας άνδρας που διανέμει αλληλογραφία και εφημερίδες σε μια μικρή πόλη.

Από την άλλη, καθώς εμβαθύνεις στο υπέροχο μυθιστόρημα του Λάσλο Κρασναχορκάι, Η μελαγχολία της αντίστασης, μεταμορφώνεται σε ένα είδος αγγέλου.

Δεν ξέρω αν καταλαβαίνει καν την ανθρώπινη φύση, ωστόσο είναι ένας πολύ αθώος, νέος και καλός άνθρωπος.

Συνομιλεί με τον καθηγητή μουσικής Γκιόργκι Έστερ -τον οποίο υποδύεται ο αείμνηστος Πέτερ Φιτς- για τον Γερμανό οργανίστα, θεωρητικό της μουσικής και συνθέτη της εποχής του Μπαρόκ, Aντρέας Βερκμάιστερ, καθώς και για το χρωματικό σύστημα που εκείνος είχε επινοήσει.

Είναι επίσης ένας πολύ παθητικός άνθρωπος, μη ενεργά εμπλεκόμενος στην πολιτική.

Σε ποιον βαθμό η ενσάρκωσή του διαμόρφωσε την οπτική σου στην υποκριτική;

Μετά την ολοκλήρωση της ταινίας Οι αρμονίες Βερκμάιστερ, είχα την ευκαιρία να ταξιδέψω σε φεστιβάλ και να συμμετάσχω σε οντισιόν, ακόμη και για ταινίες του Χόλιγουντ. Ωστόσο, ήμουν ακόμη ένας πολύ νέος και άπειρος ηθοποιός.

Είχα, πάντως, συνεργαστεί με άλλους σκηνοθέτες στο θέατρο, όπως ο Φρανκ Κάστορφ. Είχα επίσης λάβει το βραβείο Καλύτερου Νέου Ηθοποιού στη Γερμανία για το κινηματογραφικό ντεμπούτο μου, το Not A Love Song του Γιαν Ράλσκε.

Έμαθα πολλά για την υποκριτική βήμα προς βήμα, μέσα από εργαστήρια με Αμερικανούς εκπαιδευτές υποκριτικής. Αργότερα, έπαιξα επίσης στο θέατρο, στο Βερολίνο και τη Ζυρίχη, υπό τη διεύθυνση του Κριστόφ Μαρτάλερ.

Έτσι, σιγά-σιγά, κατά κάποιον τρόπο έγινα ηθοποιός.

Πώς θα περιέγραφες τον Tαρ ως σκηνοθέτη, τόσο στο πλατό όσο και εκτός αυτού;

Θα ήθελα να σου πω πώς γνώρισα αρχικά τον Μπέλα.

Δίδασκε στη Σχολή Κινηματογράφου του Βερολίνου. Εκείνη την εποχή ήμουν νέος ηθοποιός και συνεργαζόμουν με πολλούς συναδέλφους στη Σχολή.

Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων μιας σκηνής ταινίας, το σενάριο προέβλεπε έναν άγριο καβγά ανάμεσα στον χαρακτήρα τον οποίο υποδυόμουν εγώ και σε εκείνον που ενσάρκωνε μια ηθοποιός.

Κατά λάθος, την χτύπησα πολύ δυνατά και της έσπασα το τύμπανο του αριστερού αυτιού. Χρειάστηκε να πάει στον γιατρό. Όλοι οι άλλοι συμφοιτητές με κατηγόρησαν γι’ αυτό. Λυπήθηκα πολύ.

Ο Μπέλα βρισκόταν ανάμεσα στους θεατές και ήταν ο μόνος ο οποίος μου είπε ότι δεν έφταιγα εγώ, αλλά πως εκείνη έφερε μέρος της ευθύνης, καθώς ήταν πολύ άκαμπτη ως ηθοποιός.

«Αν είσαι καλός ηθοποιός, μπορείς να διαχειριστείς ένα απρόοπτο», μου εξήγησε.

Στην πραγματικότητα, με παρακολουθούσε καθ’ όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων. Καταλάβαινα από τον τρόπο που με κοιτούσε ότι ήθελε να παίξω σε αυτήν τη φοιτητική ταινία.

Ίσως δύο χρόνια αργότερα, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: «Λαρς, έχω ένα σενάριο για σένα. Την ημέρα κατά την οποία σε βρήκα, κατάλαβα πως μπορούσα να γράψω μια ταινία με τον Kρασναχορκάι. Εσύ είσαι ο Βάλουσκα», κατέληξε.

Όταν ξεκινήσαμε τα γυρίσματα, δεν ήξερα τίποτα για τον Μπέλα και τα φιλμ του.

Τα γυρίσματα της ταινίας Οι αρμονίες Βερκμάιστερ ξεκίνησαν, στην πραγματικότητα, μια κρύα χειμωνιάτικη μέρα στη Βουδαπέστη με τη σκηνή του νοσοκομείου, όπου το εξαγριωμένο πλήθος ξυλοκοπά τους ηλικιωμένους ασθενείς σε μια ψυχιατρική πτέρυγα.

Σύμφωνα με τον Μπέλα, δεν υπήρχαν αρκετά ρολά φιλμ για τα γυρίσματα.

«Κόλλησε αυτά τα ρολά μεταξύ τους!» τον παρότρυνα. «Λαρς, δεν ξέρεις τις ταινίες μου;» με ρώτησε. «Όχι, δεν τις ξέρω», απάντησα ειλικρινά. «Δεν μπορούμε να πάμε σπίτι!» Κι όμως, πήγαμε σπίτι. Ήμουν πολύ θυμωμένος.

Πριν την επανέναρξη των γυρισμάτων, είδα το Sátántangó. Τότε κατάλαβα τις ταινίες του.

Χρειάστηκαν μερικοί μήνες για να ξεκινήσουμε από την αρχή και όλη η διαδικασία διήρκεσε τρία χρόνια λόγω διαφόρων προβλημάτων: πολλοί οπερατέρ ήταν μεθυσμένοι, ενώ ένας παραγωγός αυτοκτόνησε.

Νομίζω ότι ταξίδεψα αεροπορικώς στη Βουδαπέστη γύρω στις σαράντα φορές.

Μετά τον αρχικό μου θυμό για τον Μπέλα, δεν τσακωθήκαμε. Ήταν άνθρωπος καλόκαρδος και φερόταν πάντα ευγενικά σε μένα και στο υπόλοιπο συνεργείο. Διέθετε μεγάλη υπομονή.

«Απλώς περπάτα, Λαρς, μην κάνεις τίποτα άλλο. Απλώς γίνε ο Βάλουσκα», μου έλεγε. Προσπάθησα και τα κατάφερα.


Λαρς Ρούντολφ


Η ταινία βασίζεται στο μυθιστόρημα του Λάσλο Κρασναχορκάι Η μελαγχολία της αντίστασης - «μια κωμωδία της αποκάλυψης, ένα βιβλίο για έναν Θεό που όχι μόνο απέτυχε, αλλά δεν εμφανίστηκε καν στην εξέταση», σύμφωνα με τον Τζέιμς Γουντ.

Πώς διάβασες το βιβλίο εκείνη την εποχή και σε ποιον βαθμό έχει εξελιχθεί αυτή η ανάγνωση έκτοτε;

Διάβασα το μυθιστόρημα για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας και το αγάπησα πολύ.

Μετά τον θάνατο του Μπέλα, συμμετείχα σε κάποιες αναγνώσεις του βιβλίου με το μουσικό μου σχήμα στο Βερολίνο. Το εναρκτήριο απόσπασμα ήταν εξαιρετικό, όπως και οι πολλές αποχρώσεις του χαρακτήρα του πρωταγωνιστή.

Μπορεί το μυθιστόρημα -όπως και η ταινία- να προσεγγιστούν ως κριτική του αυταρχισμού και των παγίδων -ή ακόμα και της αποτυχίας- της επανάστασης;

Νομίζω ότι αποτελούν κριτική επ’ αυτού. Ο Μπέλα, ο Κρασναχορκάι και ο Βάλουσκα πίστευαν στην ατομική ευθύνη.

Δες πώς ο Βαλούσκα νοιαζόταν για τους ηλικιωμένους στην ψυχιατρική πτέρυγα ή για τις εφημερίδες του, πώς τρομοκρατήθηκε από την επιθετικότητα του όχλου και πώς κατέληξε ανήμπορος και έγκλειστος σε ψυχιατρικό ίδρυμα.

Ο Μπέλα αγαπούσε τον κόσμο του Τόμας Μπέρνχαρντ και ο Βάλουσκα πίστευε στη σχέση με την οικογένεια, τους φίλους, τους ανθρώπους με τους οποίους μπορείς να μιλήσεις, καθώς και με το κοινό.

Ο Μπέλα αγαπούσε επίσης τη διδασκαλία, ιδίως κατά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής του.

«Παρατηρήστε τι υπάρχει εκεί, παρατηρήστε την αργή κίνηση», προέτρεπε τους μαθητές του. Το 2013 εγκαινίασε το πρόγραμμα «Film Factory» στο Σαράγεβο.

Η κηδεία του τελέστηκε τον Φεβρουάριο στη Βουδαπέστη. Οκτώ νεκροθάφτες έσπρωξαν το φέρετρο στο χώμα. Ο χρόνος έπαψε να υπάρχει για καμιά δεκαριά λεπτά. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος του χώματος καθώς δεχόταν το φέρετρο.

Την ίδια βραδιά, κάναμε μια γιορτή μόνο με τους μαθητές του. Δεν τους γνώριζα όλους, αλλά ήταν πολύ όμορφο να τους γνωρίσω με εκείνη την αφορμή.

Από υπαρξιακή, ιστορική και πολιτική σκοπιά, γιατί η αντίσταση μπορεί να είναι μελαγχολική;

Στο μυθιστόρημα του Κρασναχορκάι υπάρχουν όλοι αυτοί οι παράξενοι, επιθετικοί άνδρες που ακολουθούν μια μυστική εντολή καταστροφής.

Η αντίσταση σε αυτήν συνιστά απλώς έναν μελαγχολικό και θλιβερό τρόπο ύπαρξης, ο οποίος τελικά οδηγεί στην τρέλα.

Όπως διαβάζεις στις ειδήσεις, στην Ευρώπη εξακολουθεί να υπάρχει ένα δεξιό, συντηρητικό και ξενοφοβικό κλίμα. Τρελαίνεσαι αν ακούς ειδήσεις όλη μέρα, ειδικά σε αυτούς τους καιρούς της ψυχωτικής πολιτικής.

Ωστόσο, η Ευρώπη υπήρξε ανέκαθεν ένα μίγμα ανθρώπων που έρχονται, φεύγουν και αλλάζουν. Αυτό είναι το ενδιαφέρον στοιχείο σχετικά με τους ανθρώπους, την τέχνη και τις ιδέες: εξελίσσονται και αλλάζουν.

Αντίσταση σημαίνει να εστιάζεις στην ομορφιά των ανθρώπων, της φύσης, των πουλιών, των ζώων και του πολιτισμού.

Αυτήν τη στιγμή βρίσκομαι στις Άλπεις με φίλους και περπατάμε όλη μέρα, μέχρι να εξαντληθούν οι δυνάμεις μας.


Χάνα Σιγκούλα, Λαρς Ρούντολφ


Κατά τη γνώμη μου, η φάλαινα του φιλμ είναι ένα πλάσμα αφόρητα θλιμμένο - και πιθανότατα απείρως σοφό. Εσύ, τι πιστεύεις ότι συμβολίζει;

Η φάλαινα φέρει μέσα της ένα πνεύμα το οποίο, με κάποιον τρόπο, μεταμορφώνει τους ανθρώπους, την πόλη και τη χώρα. Από τη μία πλευρά, αυτή η αλλαγή είναι θανάσιμη και καταστροφική· από την άλλη, σηματοδοτεί τη γέννηση νέων ιδεών.

Ωστόσο, η ίδια η φάλαινα είναι ένα πολύ ήρεμο ζώο και συμβολίζει την ομορφιά μιας παράξενης, άγνωστης φύσης.

Έτσι, μια φάλαινα η οποία βρίσκεται μέσα σε μια πόλη προκαλεί εντονότερη αίσθηση σε σύγκριση με εκείνη που θα προκαλούσε αν ζούσε κοντά στη θάλασσα.

Πώς ορίζεις τον «κινηματογράφο τέχνης» στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, τόσο στο ευρωπαϊκό πλαίσιο όσο και σε παγκόσμια κλίμακα;

Αποτελεί η αμφιλεγόμενη τεχνητή νοημοσύνη εργαλείο απελευθέρωσης -ή, τουλάχιστον, πειραματισμού- ή υποταγής;

Υπάρχει πολλή ομορφιά στις ταινίες, στην ιστορία των ανθρώπων. Η τέχνη της αφήγησης είναι τόσο εκπληκτική, σχεδόν τόσο τέλεια όσο ένα όμορφο λουλούδι.

Καμιά φορά χρησιμοποιώ την τεχνητή νοημοσύνη για να ρωτήσω διάφορα πράγματα. Ξέρω ότι εξαιτίας της χάνονται εκατομμύρια θέσεις εργασίας.

Το ανθρώπινο γένος πιθανότατα θα σβήσει κάποια μέρα με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο γεννήθηκε. Δε θα ζήσουμε για πάντα. Καθώς γερνάω, είμαι τυχερός που δε θα γίνω μάρτυρας αυτού του τέλους.

Ωστόσο, τον Αύγουστο γίνεσαι 60.

Ανατρέχοντας σε μια σεμνή πορεία εκτεινόμενη σε περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, τι έχεις απολαύσει περισσότερο, τι -ίσως- σου διέφυγε και τι θα ήθελες να εξερευνήσεις πληρέστερα στο μέλλον;

Ως τρομπετίστας και μουσικός ο ίδιος, ασχολούμαι πολύ με τον αυτοσχεδιασμό στη μουσική αυτόν τον καιρό. Επίσης, έχω ενταχθεί σε μια θεατρική ομάδα στο Βερολίνο, η οποία ξεκινά τη δραστηριότητά της τον Σεπτέμβριο.

Συνεχίζω να ασχολούμαι με τον κινηματογράφο και τις τηλεοπτικές σειρές, όταν μου αρέσουν ο ρόλος ή ο χαρακτήρας που μου προτείνονται. Ευτυχώς, τις περισσότερες φορές οι χαρακτήρες μού αρέσουν.

Ευχαριστώ θερμά τον Λαρς Ρούντολφ για τον χρόνο του, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Η ταινία του Μπέλα Ταρ Οι αρμονίες Βερκμάιστερ προβάλλεται από τις 16 Ιουλίου στους κινηματογράφους σε επανέκδοση από τη νεοσύστατη εταιρεία διανομής «Amarcord».



Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Ερίκ Σακούρ: «Δε με ενδιαφέρει η αλήθεια, αλλά η αληθινή ομοιότητα»

 

Ερίκ Σακούρ (Φωτογραφία: Justine Latour)

Μια τρυφερή «ωδή» στην αγάπη με φόντο τη γαλλόφωνη λεβαντίνικη κοινότητα της Αιγύπτου, το μυθιστόρημα του αιγυπτιακής καταγωγής Καναδού Ερίκ Σακούρ Όσα ξέρω για σένα είναι ένα από τα πιο στέρεα ντεμπούτα των τελευταίων ετών.

Συναντήσαμε τον συγγραφέα στην Αθήνα στο πλαίσιο της παρουσίασης του βιβλίου του, και μιλήσαμε εκτενώς για την εφηβεία και τη διαχρονική σημασία της.

Διαβάζοντας το μυθιστορηματικό σου ντεμπούτο Όσα ξέρω για σένα, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι, αν και πρωτοεμφανιζόμενος, τα κατάφερες εξαιρετικά.

Σε ευχαριστώ.

Αναρωτιόμουν πώς θα μπορέσω να αφηγηθώ την όμορφη ιστορία που έχω στο μυαλό μου με τον καλύτερο τρόπο όταν δεν το έχω σπουδάσει, ούτε το έχω κάνει ποτέ.

Λίγο πριν ξεκινήσει η συνάντησή μας πληροφορήθηκα, μάλιστα, ότι αποφάσισες να εγκαταλείψεις μια πολύ ασφαλέστερη -και πιθανόν πιο προσοδοφόρα- καριέρα στον οικονομικό τομέα για χάρη της συγγραφής. Γιατί;

Ενάμιση χρόνο μετά την πρώτη κυκλοφορία του βιβλίου, δε θα ήθελα να αναλογίζομαι εκ των υστέρων πως απλά άφησα το «τρένο» να περάσει.

Είναι μερικές φορές που χρωστάς κάτι στον εφηβικό εαυτό σου, αυτόν που ήσουν στα δεκαπέντε σου.

Πολλές φορές θέλω να θυμάμαι τους φόβους και τις προτιμήσεις εκείνων των χρόνων. Τι θα έλεγε εκείνος ο εαυτός αν του αποκάλυπτα ότι τώρα συνομιλώ με έναν Έλληνα δημοσιογράφο για το βιβλίο μου; Θα τρόμαζε, θα ένιωθε πολλή ευτυχία, περηφάνεια;

Είναι, νομίζω, σημαντικό να παραμένεις πιστός στον άνθρωπο ο οποίος υπήρξες εκείνο τον καιρό.

Ο αφηγητής υποστηρίζει ότι, στην καλύτερη περίπτωση, οι λέξεις αποτελούν ένα σύμπτωμα, ενώ στη χειρότερη ένα πρόσχημα. Τι σημαίνουν οι λέξεις για σένα, αρχικά ως αναγνώστη και -σταδιακά- ως συγγραφέα;

Ειλικρινά, ουδέποτε ονειρευόμουν να γίνω μυθιστοριογράφος.

Το όνειρό μου ως παιδί ήταν να ανοίξω το ραδιόφωνο και να ακούσω έναν αγαπημένο τραγουδιστή να τραγουδάει ένα τραγούδι τους οποίου του στίχους θα είχα συνθέσει. Ήθελα να γίνω στιχουργός, δεν ήξερα όμως πώς, ούτε γνώριζα κάποιο όργανο.

Αν, λοιπόν, ήθελα να κρατήσω τις λέξεις στη ζωή μου, τι άλλο θα μπορούσα να κάνω; Η συγγραφή ενός μυθιστορήματος ήταν, επομένως, ένα καλό εναλλακτικό σχέδιο. Η συγγραφή ήταν για μένα πάντα ένας τρόπος να βάζω τις λέξεις στη σωστή σειρά.

Όταν ήμουν έφηβος, ένιωθα πολύ ειρηνεμένος και ανακουφισμένος γράφοντας, και από την άποψη των συναισθημάτων είχα σχηματίσει την εντύπωση πως είχα βιώσει τα πάντα, αν και αυτό δεν ίσχυε.

Σε αυτήν την ηλικία έχεις ερωτευτεί, έχεις -σε πολλές περιπτώσεις- βιώσει θλίψη, έχεις υπάρξει ευτυχισμένος, αλλά και απελπισμένος, με μεγαλύτερη ένταση από ό,τι σε όλη την υπόλοιπη ζωή σου.

Με ενδιαφέρει, επομένως, η συγκεκριμένη περίοδος στη ζωή ενός ανθρώπου. Κι ένα από τα συμβάντα που με εξέπληξαν όσον αφορά την πορεία του βιβλίου ήταν πως κάποια από τα βραβεία τα οποία έλαβε προέρχονταν από άτομα εφηβικής ηλικίας.

Κι εσύ, πάντως, νέος άνθρωπος είσαι από ηλικιακής άποψης, συγκρινόμενος με άλλους συγγραφείς, οπότε δε με εκπλήσσει και τόσο το ότι το βιβλίο σου έχει απήχηση σε νεαρά άτομα.

Ένα από τα μέλη μιας νεανικής επιτροπής, απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου, είχε δηλώσει πως είχαν επιλέξει το βιβλίο επειδή ήταν μια τόσο όμορφη «ωδή» στην αγάπη.

Όντως αφορά σε σχέσεις αγάπης, γενικώς και ειδικώς.

Ποτέ δεν τολμούσα να το πω ότι ήθελα να γράψω μια ερωτική ιστορία, όμως.

Γιατί;

Το βιβλίο είναι γραμμένο στα γαλλικά. Με ρωτούσαν, λοιπόν, οι Γάλλοι δημοσιογράφοι αν ήθελα να επανεφεύρω το λεβαντίνικο μυθιστόρημα. Δεν ήξερα καν τι είναι το λεβαντίνικο μυθιστόρημα! Και δεν ήθελα να ακουστώ ανόητος.

Όταν, ωστόσο, ο συγκεκριμένος έφηβος έδωσε αυτήν την απάντηση, αισθάνθηκα πως μου επιτρεπόταν να εκφραστώ έτσι.

Σε κάθε περίπτωση, παραμένει ένας φόρος τιμής σε μια χώρα -στη χώρα καταγωγής σου-, όπου, πάντως, ουδέποτε έχεις ζήσει. Γιατί, λοιπόν, θέλησες να τοποθετήσεις την αφήγησή σου στο αιγυπτιακό πλαίσιο;

Έχω βρεθεί στην Αίγυπτο γύρω στις δεκαπέντε με είκοσι φορές. Η Αίγυπτος την οποία βλέπω στις επισκέψεις μου δεν έχει καμία σχέση με εκείνη που περιγράφω στο βιβλίο μου, επειδή ως χώρα έχει αλλάξει πολύ.

Πρώτα απ’ όλα, η Αίγυπτος του μυθιστορήματός μου είναι εκείνη της κυρίως χριστιανικής και γαλλόφωνης λεβαντίνικης κοινότητας, η οποία προέρχεται από την Συρία και τον Λίβανο.

Και οι δύο γονείς μου μιλούσαν γαλλικά πριν μάθουν αραβικά.

Μεγάλωσα με τις ιστορίες που άκουγα στα ατέλειωτα οικογενειακά τραπέζια ή, αργότερα, από τον πατέρα μου σχετικά, για παράδειγμα, με την γιαγιά μου, που ψώνιζε από ένα μαγαζί με την επιγραφή «Όλα για την γυναίκα» (στα γαλλικά).

Αν επισκεφτείς το Κάιρο σήμερα, δεν μπορείς να φανταστείς πως είχε και αυτές τις πτυχές. Τις είχε, όμως.

Ήθελα, λοιπόν, να ανασυστήσω την Αίγυπτο όπου είχα μεγαλώσει.

Στον πυρήνα, ωστόσο, του λογοτεχνικού σου εγχειρήματος είναι η αναδημιουργία του κλίματος αγάπης, στο οποίο έχουμε ήδη αναφερθεί, ανεξαρτήτως του είδους ή του χαρακτήρα της κάθε σχέσης.

Σε ευχαριστώ που το επισημαίνεις. Έχεις δίκιο. Είναι ένα βιβλίο για την αγάπη. Τη γλυκιά αγάπη μεταξύ της Μίρα και του Ταρέκ, την απαγορευμένη ανάμεσα στον Ταρέκ και τον Αλί, την αδερφική μεταξύ του Ταρέκ και της Νεσρίν.

Αν ζητείτο από την τεχνητή νοημοσύνη να συνοψίσει το βιβλίο μου, θα αναφερόταν στη χαμένη αγάπη ή στον θάνατο. Εγώ, όμως, ήθελα να προσθέσω μια «πινελιά» χιούμορ, λίγη τρυφερότητα, αλλά και λίγη αγάπη.

Μας λείπουν αυτές οι σχέσεις αγάπης στις μέρες μας, κατά τη γνώμη σου; Tις έχουμε εντονότερη ανάγκη;

Ίσως. Ειλικρινά, όταν έγραψα το βιβλίο, αισθάνθηκα ότι είναι πολύ παλιομοδίτικο: αγάπη, η παλιά Αίγυπτος, οι παραδόσεις. Αλλά αν ο έφηβος από εκείνη την επιτροπή εντόπισε το στοιχείο της αγάπης, τότε ίσως υπάρχουν καλές στιγμές μπροστά μας.

Μου αρέσει η ιδέα να προσφέρω ανακούφιση στους ανθρώπους μέσα από τη γραφή μου, αν και δεν είναι αυτή η πρόθεσή μου.

Αντλείς πολλά από το υπόβαθρό σου. Όσα μπορείς να ανακαλέσεις, τουλάχιστον. Παρόλα αυτά, συνθέτεις μυθοπλασία. Πώς, λοιπόν, λειτουργεί η μνημονική διαδικασία για σένα, μιας και δεν έχεις ζήσει στην Αίγυπτο;

Δε με ενδιαφέρει η αλήθεια, αλλά η αληθινή ομοιότητα.

Κάποιος, κάποτε μου πρότεινε να γράψω για τη ζωή του, επειδή ήταν απίστευτη. «Γιατί να θέλει κάτι τέτοιο;» αναρωτήθηκα. Είναι ήδη τόσο δύσκολο να γράφεις κάτι πιστευτό από το αναγνωστικό κοινό.

Η μυθοπλασία δεν ενδιαφέρεται για την αλήθεια, αλλά για κάτι το οποίο, διαβάζοντάς το, πιστεύεις ότι είναι αληθινό. Εκεί έγκειται η μαγεία της λογοτεχνίας. Μου αρέσει όταν οι άνθρωποι πιστεύουν αυτό που έχω γράψει.

Όταν μερικές εβδομάδες νωρίτερα ήμουν σε μια βιβλιοθήκη, η βιβλιοθηκονόμος με ρώτησε: «Είσαι συγγραφέας;» «Ναι», απάντησα. «Άρα δεν είσαι πλέον γιατρός;» απόρησε. «Ποτέ δεν υπήρξα», διευκρίνισα. Οι άνθρωποι κάνουν προβολές, όμως.

«Υπάρχουν πολύ λίγοι πραγματικοί ενήλικες. Κανείς δεν αποτινάσσει ποτέ εντελώς τους αρχικούς του φόβους, τα εφηβικά του κόμπλεξ, την ανεκπλήρωτη ανάγκη του να πάρει εκδίκηση για τις πρώτες του ταπεινώσεις», ισχυρίζεται ο αφηγητής.

Πότε ενηλικιωνόμαστε, τελικά; Ή μήπως η ίδια η έννοια της ενηλικίωσης είναι μια αυταπάτη;

Εμπνεύστηκα αυτό το παράθεμα από το τραγούδι της Σελίν Ντιόν On ne change pas.

Στην πραγματικότητα, δεν αλλάζεις ποτέ. Είσαι πάντα το ίδιο παιδί, με τους ίδιους φόβους, τις ίδιες αμφιβολίες. Ίσως αναζητάς το γονεϊκό βλέμμα που δεν εισέπραξες ποτέ, ίσως ως παιδί βίωσες πράγματα τα οποία δε θα έπρεπε να έχεις βιώσει.

Η εσωτερική μάχη την οποία δίνεις ως ενήλικας είναι η ίδια που έδινες ως παιδί. Οπότε ναι, δε νομίζω ότι αλλάζουμε ποτέ. Γι’ αυτό και η συγκεκριμένη περίοδος της ζωής μας είναι σημαντική.

Είναι, τελικά, το ζητούμενο να παραμένουμε, ως άνθρωποι, προσανατολισμένοι στις δυνατότητες που διανοίγει η παιδική ηλικία;

Δεν είναι και πολύ συνηθισμένο να περνάω μια ολόκληρη συνέντευξη ανατρέχοντας στη συγκεκριμένη περίοδο. Ακούγοντας, όμως, τις ερωτήσεις σου, συνειδητοποίησα πως πολλές από τις προθέσεις μου συνδέονταν με αυτήν.

Είναι, λοιπόν, σημαντικό να παραμένουμε συνεπείς στον εαυτό μας.

Ευχαριστώ θερμά την Ντόρα Τσακνάκη (Εκδόσεις Μεταίχμιο) για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό της διά ζώσης συνέντευξης με τον συγγραφέα, στο πλαίσιο της πρόσφατης επίσκεψής του σε Αθήνα και Χανιά.

Την ευχαριστώ, επίσης, για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγγραφέα.

Το μυθιστόρημα του Ερίκ Σακούρ Όσα ξέρω για σένα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Στέλας Ζουμπουλάκη.