Δευτέρα 22 Απριλίου 2024

Ron Halinoja (Perkele): «Δεν ήθελα η μουσική να είναι δουλειά για μένα»

 

Perkele (Φωτογραφία: Lysann Junge)

Γεννημένοι στο Γκέτεμποργκ τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990 εν μέσω ανόδου του νεοναζιστικού εξτρεμισμού στην χώρα, οι Σουηδοί Perkele είναι το σημαντικότερο -ίσως- σκανδιναβικό πανκ ροκ συγκρότημα.

Ιδιαιτέρως αγαπητοί -και- στην Ελλάδα, έρχονται για δύο συναυλίες στις 26 και 27 Απριλίου σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αντίστοιχα. Κουβεντιάζοντας με τον Ron Halinoja, εκ των ιδρυτικών μελών της μπάντας.

Πώς ήταν η κατάσταση στην Σουηδία όταν ξεκινήσατε ως πανκ ροκ συγκρότημα;

Ως συγκρότημα ξεκινήσαμε το 1993. Στο παρελθόν άκουγα χέβι μέταλ και θρας μέταλ, έκανα σκέιτ κι έβλεπα πολλές ταινίες που αφορούσαν το σκέιτ.

Ήταν δημοφιλές το πανκ εκείνη την εποχή στην Σουηδία ή κυρίως ακούγατε μπάντες από άλλες ευρωπαϊκές χώρες ή τις Η.Π.Α.;

Το σουηδικό πανκ ροκ άρχισε να γίνεται δημοφιλές στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990.

Πριν, ωστόσο, συμβεί αυτό, άκουγα συγκροτήματα όπως οι Bad Religion, οι Minor Threat, οι Pennywise.

Κάνοντας σκέιτ στην Σουηδία συνάντησα ανθρώπους οι οποίοι άκουγαν και σουηδικό πανκ ροκ, που αναδυόταν.

Προέκυψε ως κάτι πολύ φυσικό ν’ αρχίσω να το ακούω κι εγώ: είχε την ίδια μελωδία, απέπνεε την ίδια ενέργεια, ενώ κι οι στίχοι αφορούσαν σε παρόμοια θέματα - και τους καταλάβαινα καλύτερα.

Παρόλα αυτά, η σουηδική εκδοχή του πανκ ήταν πιο «γυαλισμένη».

Χωρίς ν’ ακουστώ σαρκαστικός και λαμβάνοντας υπόψη τις κυρίαρχες τότε κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στην Σουηδία, αυτό φανταζόμουν. Οπότε, η ενασχόληση με το πανκ θα ήταν μάλλον περιθωριακή δραστηριότητα.

Το πανκ ροκ στην Σουηδία πήγαζε από την ίδια αντίδραση που είχε γεννήσει το γκραντζ, κι απ’ την ανάγκη να δημιουργηθεί ένα στιχουργικά πιο σημαντικό περιεχόμενο. Από αυτούς τους ανθρώπους προήλθε.

Επομένως, οι συγκεκριμένοι άνθρωποι -κι εσύ ανάμεσά τους- θεωρούσατε τους εαυτούς σας πιο πολιτικοποιημένους ή έχοντες επίγνωση της κοινωνικής κατάστασης;

Απολύτως.

Η συνειδητοποίηση προέκυψε με την ακρόαση της μουσικής και των στίχων, που πολλές φορές ήταν κάπως αριστερόστροφοι, και το γεγονός αυτό παρείχε το πρίσμα υπό το το οποίο μπορούσες ν’ αντιληφθείς την κοινωνία.

Επιπλέον, η κατάσταση στην χώρα ήταν κάπως ζόρικη με τους τους νεοναζί στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Συντελείτο ένας μικρής κλίμακας πόλεμος. (Γέλιο).

Το παράξενο ήταν ότι το νεοναζιστικό κίνημα ήταν μια τάση σε μια ιδιαιτέρως διαιρεμένη κοινωνία.

Ένα τμήμα της νεολαίας αισθανόταν πως ανήκε σ’ αυτό το εθνικιστικό κίνημα. Από την άλλη, υπήρχαν οι λάτρεις του πανκ ροκ και άλλοι. Δυο διαφορετικές κουλτούρες.

Άρα, η δημιουργία των Perkele ήταν το μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού, ας πούμε, ένας τρόπος να εκφράσετε τον θυμό σας έναντι της κατάστασης που μόλις μου περιέγραψες.

Σωστά, ακριβώς.

Οι στίχοι των πρώτων ντέμο κασετών μας σχετίζονταν, μάλιστα, πολύ με το νεοναζιστικό κίνημα εκείνης της περιόδου.

Είχα δεχτεί επίθεση από νεοναζί το 1995, νομίζω, με ξυλοκόπησαν κι έριξαν δακρυγόνα στο σπίτι μου. Κατέληξα στο νοσοκομείο. Ήξεραν ποιος είμαι γιατί ήμουν πολύ αθυρόστομος απέναντί τους. Φρικτή εποχή!

Υποθέτω ότι δεν το έβαλες κάτω - ούτε ως άτομο ούτε ως μέλος ενός πανκ ροκ συγκροτήματος.

Σε καμία περίπτωση!

Μιας και το άτομο που με ξυλοκόπησε συνελήφθη, χρησιμοποίησα τα χρήματα τα οποία μου επιδικάστηκαν ως αποζημίωση για την ηχογράφηση και την κυκλοφορία του πρώτου δίσκου μας.

Επομένως, το ξύλο που «έφαγες» απέδωσε «καρπούς».

Ακριβώς! (Γέλιο).

Είναι, πάντως, γεγονός πως πίσω από άτομα όπως αυτό που με ξυλοκόπησε κρύβονται άλλοι. Σκέψου ότι ο συγκεκριμένος ήταν παλιότερα «πάνκης» και συμμεριζόταν τις ίδιες πολιτικές απόψεις.

Τι του συνέβη, λοιπόν;

Όντας «πάνκης», ήθελε να λειτουργεί προκλητικά. Επειδή δεν του αρκούσε να είναι «πάνκης», στράφηκε στην ακρόαση μουσικής white power επηρεαζόμενος από κάποιους φίλους του.

Δεν ήταν εξ αρχής κακός άνθρωπος. Είναι ενδιαφέρον το πώς οι άνθρωποι μπορούν να μεταστραφούν ιδεολογικά.

Κατά την γνώμη μου, όταν κάνεις ρηχές επιλογές -όχι, δηλαδή, επειδή είσαι επαρκώς συνειδητός, αλλά επειδή ακολουθείς μια μόδα-, τότε είναι πολύ εύκολο να μετατοπιστείς πολιτικά από την Αριστερά στον νεοναζισμό.

Το μόνο που σε νοιάζει είναι η διάθεση για πρόκληση, το να «πλακώνεσαι» και η εκδήλωση μιας «μάτσο» συμπεριφοράς.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 αυτό που «μετρούσε» ήταν σε ποια πλευρά ανήκαν οι φίλοι σου. Δεν είχες επαρκή επίγνωση.

Βεβαίως, υπήρχαν και άνθρωποι οι οποίοι ήταν πιο βαθιά μπλεγμένοι, αλλά χρησιμοποιούσαν εκείνους που είχαν πιο βίαιη νοοτροπία.

Έχει αλλάξει, επιδεινωθεί ή επιδεινωθεί με διαφορετικό τρόπο η κοινωνικοπολιτική κατάσταση και ο ακροδεξιός/νεοναζιστικός εξτρεμισμός στην Σουηδία έκτοτε;

Κάποτε, οι σκανδιναβικές χώρες θεωρούνταν πυλώνες ανεκτικότητας, ανοιχτότητας και πολυπολιτισμικής συνύπαρξης. Τι συμβαίνει στις μέρες μας, λοιπόν;

Όσον αφορά στον νεοναζισμό, είναι ένα πολύ περιθωριακό φαινόμενο σήμερα, μια μικρή σέκτα που δεν προσελκύει καινούρια μέλη. Αντιμετωπίζονται ως περίεργοι άνθρωποι που κάνουν περίεργα πράγματα. Χαίρομαι γι’ αυτό.

Υπάρχει, όμως, κι η υπόλοιπη Δεξιά και Ακροδεξιά. Τι γίνεται μ’ αυτή; Δεν ασκεί κοινωνική επίδραση;

Δεν ξέρω. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ενδιαφέρομαι και τόσο για την πολιτική πλέον.

Διαβάζω, βεβαίως, εφημερίδες, ξέρω ποιες είναι οι πεποιθήσεις μου -κι αυτό είναι το σημαντικότερο-, και προσπαθώ να μην εστιάζω υπερβολικά στο τι συμβαίνει.

Για μένα, ό,τι και να ψηφίσεις στις εκλογές είναι -σχεδόν- το ίδιο, με την έννοια πως δεν κάνει κάποια διαφορά.

Η Σουηδία είναι στην «ψυχή» της σοσιαλδημοκρατική, νομίζω. Οπότε, ακόμα κι αν κυριαρχεί η δεξιά πολιτική, παραμένουμε ακόμα σοσιαλδημοκράτες. Έτσι αισθάνομαι.

Εσύ ζεις στην χώρα, οπότε δεν μπορώ να αμφισβητήσω την θετική σου εκτίμηση/αίσθηση βάσει μόνο όσων διαβάζω ή μου μεταφέρουν άλλοι.

Τι γίνεται, αλήθεια, με την σουηδική πανκ ροκ σκηνή στις μέρες μας;

Υπάρχουν όντως πολλές πανκ ροκ μπάντες στην Σουηδία, αλλά οι περισσότερες τραγουδάνε κυρίως στα σουηδικά, επομένως δεν παίζουν και τόσο στο εξωτερικό όσο εμείς, αν κι έχουν μεγάλο εγχώριο κοινό.

Γνωστά συγκροτήματα είναι οι Millencolin και οι The Baboon Show. Eμείς, όμως, ήμασταν από τους πρώτους που βγάλαμε το σουηδικό πανκ ροκ στο εξωτερικό.

Το πανκ ροκ γερνάει, όμως, κι ελπίζω να εμφανιστούν νέες μπάντες, ώστε να μην πεθάνει μαζί μ’ εμάς.

Ή να μην καταλήξει ένα «απολίθωμα», ή σε κάποιο μουσείο.

Ακριβώς. Νομίζω, πάντως, ότι υπάρχουν ποικίλες πανκ ροκ τάσεις στην Σουηδία, αλλά και πολλοί καλοί μουσικοί.

Εξάλλου, επειδή η πανκ ροκ σκηνή περιορίζεται και γερνάει, ερχόμαστε κοντά και παίζουμε παρέα στα φεστιβάλ.

Έχετε καταφέρει να βιοποριστείτε επαρκώς μέσω της μουσικής -και ιδίως της πανκ μουσικής- όλα αυτά τα χρόνια, όσο κι αν κάτι τέτοιο μπορεί -για κάποιους- να φαντάζει αντιφατικό;

Θα μπορούσαμε όντως να ζούμε απ’ την μουσική, αλλά επιλέξαμε να κάνουμε «κανονικές» δουλειές.

Τις καθημερινές πάμε στην δουλειά, και τα Σαββατοκύριακα δίνουμε συναυλίες ή κάνουμε περιοδείες.

Δεν ήθελα η μουσική να είναι δουλειά για μένα, ήθελα κάθε φορά που δίνουμε μια συναυλία να είναι διασκέδαση. Συνεπώς, πρέπει ν’ αποδεχόμαστε κάθε πρόσκληση για συναυλία, αλλά δεν είναι όλες διασκεδαστικές!

Θέλω, εξάλλου, να παράγω την μουσική μου με την καρδιά μου, κι όχι να νιώθω πιεζόμενος πως πρέπει να παραγάγω κάτι.

Πού οφείλεται η αγαπησιάρικη σχέση την οποία έχετε αναπτύξει με το ελληνικό κοινό;

Πρόκειται για κάτι αρκετά αυθόρμητο.

Δεν ξέρω, όμως, γιατί συμβαίνει, αν κι έχω κατά νου μια ερμηνεία. Έχει να κάνει με την αγάπη στους Iron Maiden. Αγαπάμε τους Iron Maiden, και το ελληνικό κοινό αγαπάει τους Iron Maiden, οπότε έχουμε κάτι κοινό.

Ίσως κάπου να παίζουν ρόλο και οι στίχοι, μέσω των οποίων προσπαθούμε να δίνουμε στους ανθρώπους ελπίδα.

Στην Ελλάδα, αν κρίνω από τις συναυλίες μας, οι στίχοι μας σημαίνουν κάτι για τους ανθρώπους. Τους παίρνουν σοβαρά και τους κατανοούν.

Οι Perkele εμφανίζονται λάιβ την Παρασκευή 26 Απριλίου στην Αθήνα (Kύτταρο Live Club) και το Σάββατο 27 Απριλίου στην Θεσσαλονίκη (Πολυχώρος Mylos).



Παρασκευή 19 Απριλίου 2024

Jlin: «Κάθε φορά που συνθέτω κάτι καινούριο, ξεκινώ από το μηδέν»

 

Jlin (Φωτογραφία: Lawrence Agyei)

Μια από τις πιο ταλαντούχες και πολύπλευρες συνθέτριες και περφόρμερ ηλεκτρονικής μουσικής, η Βορειοαμερικανίδα Jlin (Jerrilynn Patton) επισκέπτεται την Αθήνα στις 22 Απριλίου για (άλλη) μια απρόβλεπτη συναυλία.

Συνομιλώντας μαζί της για την μουσική δημιουργία, την Ευρώπη, τις Η.Π.A., τον Φίλιπ Γκλας, την ευαλωτότητα και την ανυπομονησία ενόψει του λάιβ.

Σ’ ευχαριστώ που βρήκες τον χρόνο γι’ αυτήν την διαδικτυακή κουβέντα εν μέσω της περιοδείας σου.

Πώς νιώθεις ταξιδεύοντας και δίνοντας συναυλίες στην Ευρώπη; Υπάρχουν κάποιες διαφορές σε σχέση με τις Η.Π.Α.;

Το ίδιο είναι.

Είμαι πολύ ευγνώμων που άνθρωποι αποφασίζουν να παρακολουθήσουν τις συναυλίες μου υποστηρίζοντάς με, ενώ δεν είναι υποχρεωμένοι να κάνουν κάτι τέτοιο.

Είμαι επίσης ευγνώμων που δέχομαι προσκλήσεις να παίξω σε διάφορους χώρους, ενώ ούτε κι οι υπεύθυνοί τους είναι υποχρεωμένοι να το κάνουν.

Πολιτισμικά μιλώντας, αντιλαμβάνεσαι κάποια διαφορά όσον αφορά στον τρόπο με τον οποίο εισπράττεται ή εκτιμάται η δουλειά ή εσύ η ίδια στην Ευρώπη;

Σίγουρα το διασκεδάζω περισσότερο στην Ευρώπη απ’ ό,τι στις Η.Π.Α.! Γι’ αυτό κι οι Βορειοαμερικανοί καλλιτέχνες έρχονται πρώτα στην Ευρώπη. Οι Η.Π.Α. είναι πίσω σε όλα. Χρειάζονται πέντε χρόνια για να καταλάβουν τι γίνεται, οπότε... (Γέλιο).

Τι είδους άνθρωποι έρχονται στις συναυλίες σου; Ηλικιακά, ας πούμε, είναι ανάμικτα τα κοινά;

Είναι ανάμικτα.

Μια φορά είχε έρθει σε συναυλία μου μια 93χρονη.

Πώς κι έτσι; Εξωπραγματικό μου φαίνεται.

Νομίζω πως σε διαφορετικούς ανθρώπους αρέσουν διαφορετικά πράγματα.

Ακόμα, λοιπόν, κι αν δεν έχουν ξανακούσει την μουσική μου, είναι περίεργοι να βιώσουν κάτι διαφορετικό μουσικά ή ν’ ακούσουν κάτι που πάντα ήθελαν ν’ ακούσουν, αλλά δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να το εξερευνήσουν.

Ή και να θέλουν να συνεχίσουν να το εξερευνούν.

Ήταν η περιέργεια η οποία ώθησε κι εσένα να εμπλακείς στην δημιουργική διαδικασία της σύνθεσης, και κατόπιν ηχογράφησης, μουσικής όταν ήσουν λίγο νεότερη;

Για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δε θεωρούσα ότι είμαι καλή σε κάτι.

Όταν, επομένως, αποφάσισα να εμπλακώ με την μουσική σε επίπεδο πλήρους απασχόλησης, η σχέση μου μ’ αυτή ήταν -και παραμένει- αγάπης και μίσους.

Υπάρχουν πράγματα στην τέχνη σου που λατρεύεις, κι άλλα που δε λατρεύεις, ιδίως αν δε σ’ αρέσει καν η τέχνη σου αυτή καθ’ εαυτήν.

Λατρεύω την σύνθεση, να γράφω. Για μένα, η σύνθεση είναι το πιο «γεμιστικό» βίωμα, γιατί καθετί ξεκινά από έναν κενό χώρο. Από αυτήν την αφετηρία δημιουργώ, και νιώθω καλά έτσι.

Κατά καιρούς δε σου προξενεί και δέος αυτός ο κενός χώρος, τουλάχιστον στην αρχή, πριν σιγά σιγά γεμίσει με πιο απτά μουσικά σχήματα;

Μου προξενεί, αλλά αποτελεί πάντα και πρόκληση. Αλλιώς, θα βαριόμουν να γράφω μουσική. Εισερχόμενη στην διαδικασία δεν ξέρω τι θα αποκομίσω ή αν καν θα υλοποιήσω κάτι ολοκληρωμένο ή μερικά μέτρα μέσα σε μια μέρα.

Όπως και να ’χει, είμαι στο έλεος τού οτιδήποτε συμβεί. Είναι ωραίο αυτό, γιατί δεν έχω τον έλεγχο.

Ωραίο, αλλά και λίγο τρομακτικό: όχι το να μην έχεις τον πλήρη έλεγχο της δημιουργικής διαδικασίας -αυτό θα ήταν παράλογο-, αλλά τον μην έχεις έστω και κάποιον έλεγχο. Δεν είναι;

Μπορεί να γίνει τρομακτικό, μιας και δεν ξέρεις σε τι πράγμα μπλέκεις: δεν ξέρεις πόσο δύσκολο ή εύκολο θα είναι ν’ ανακαλύψεις αυτό που ψάχνεις και να προσπαθήσεις να εξαγάγεις αυτό το οποίο ξέρεις πως βρίσκεται μέσα σου.

Κάθε φορά που συνθέτω κάτι καινούριο, ξεκινώ από το μηδέν. Τίποτα απ’ όσα έκανα την προηγούμενη μέρα δεν έχει σημασία: ούτε τραγούδι, ούτε άλμπουμ, ούτε τίποτα.

Γενικότερα, πριν εισέλθεις στην εκάστοτε δημιουργική διαδικασία, υπάρχει κάποιο κόνσεπτ στο πίσω μέρος του μυαλού σου; Ή πρόκειται για κάτι εξελισσόμενο στην πορεία της σύνθεσης μουσικής;

Είμαι μια διαισθητική δημιουργός, οπότε ό,τι κάνω, αναπτύσσεται καθ’ οδόν.

Μόνο όταν μου ανατίθεται κάτι, όπως συνέβη με το Autobiography του Wayne McGregor, μπαίνω σε μια λογική κόνσεπτ και σχεδιασμού.

Αλλά, συνήθως, δουλεύω μόνη μου και τα πάντα είναι διαισθητικά και αφηρημένα, και πρέπω να βρω τον δρόμο μου μέσα απ’ την διαδικασία. Αυτό είναι καλό, γιατί μ’ αναγκάζει να είμαι καινοτόμος από διαφορετικές απόψεις.

Η μουσική σου αντλεί στοιχεία από πολλά και διαφορετικά είδη και παραδόσεις, τα οποία και οι οποίες φαντάζομαι ότι σ’ ελκύουν και ως ακροάτρια.

Επειδή το προσωπικό μου υπόδειγμα μεταβάλλεται διαρκώς, ναι. Βαριέμαι εύκολα κι αλλάζω διαρκώς. Δεν παραμένω σ’ ένα μέρος για πολύ καιρό.

Μεγαλώνοντας, άκουγες σόουλ, τζαζ, Chicago footwork. Η δουλειά σου χαρακτηρίζεται, ωστόσο, και από μια φιλμική αίσθηση. Είναι φορές που «ακούω» τον Μπέρναρντ Χέρμαν στο βάθος. Για παράδειγμα, στο Summon.

Πρόκειται για έναν συνθέτη που θαυμάζω.

Εκτιμάς τις ταινίες ως θεάτρια, αλλά και ως συνθέτρια κινηματογραφικής μουσικής;

Ναι, και στις δύο περιπτώσεις. Και πολύ μάλιστα.

Με τι είδους φιλμ την «βρίσκεις» ως επί το πλείστον;

Ξέρεις τι μου συμβαίνει; Όταν μου αρέσει κάτι, δε θέλω να το ξαναδώ γιατί θα με τρομάξει.

Μου άρεσαν, για παράδειγμα, οι Ώρες ως ταινία, αλλά πέρασε καιρός μέχρι να την ξαναπαρακολουθήσω. Το ίδιο μου συνέβη και με τον Μαύρο κύκνο. Υπάρχουν πολλά φιλμ τα οποία μου «κάνουν» γιατί με οδηγούν εκεί, σ’ έναν χώρο.

Μ’ αρέσει στ’ αλήθεια το Χωρίς μέτρο (Whiplash). Από τις αγαπημένες μου ταινίες σίγουρα, αν κι αισθάνθηκα τρόμο όταν το έβλεπα. (Γέλιο).

Λατρεύω την ποικιλομορφία την οποία οι επιλογές σου αποκαλύπτουν! Αντανακλάται και στην προτίμησή σου σε κινηματογραφικές μουσικές;

Η μουσική για φιλμ δεν είναι αυτή που ήταν άλλοτε. Οπότε, όταν ακούσεις μια καλή, πρέπει να «γραπωθείς» από αυτήν. Πώς κατάφερνε να συνθέτει μουσική ο Κουίνσι Τζόουνς, για παράδειγμα;

Μπορώ να κινηθώ γιατί διαθέτω ευελιξία, είμαι πολύπλευρη και δε βάζω την εαυτή μου σε «κουτάκια» - ούτε το έχω κάνει ποτέ. Δεν αντιμετωπίζω την μουσική με έναν, δύο ή πέντε τρόπους. Το καθετί στην δημιουργία αποτελεί έναν απεριόριστο χώρο.

Στο Akoma, το πιο πρόσφατο άλμπουμ σου που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο, συνεργάζεσαι με περισσότερους -ίσως- ανθρώπους από ποτέ. Κι όχι συνηθισμένους καλλιτέχνες, αλλά πραγματικές ιδιοφυίες.

Όλοι οι άνθρωποι με τους οποίους συνεργάζομαι ξεπερνούν τα όρια. Με ανορίωτους στην σκέψη τους ανθρώπους θέλω να συνεργάζομαι.

Είναι επίσης πολύ ανθρώπινοι, ευάλωτοι και προσγειωμένοι. Όλοι τους: o Φίλιπ (σημ.: Γκλας), η Μπιορκ, οι Kronos Quartet.

Νιώθεις κι εσύ ευάλωτη.

Είμαστε τόσο «χαλασμένοι» από την κοινωνία που λατρεύουμε τους ανθρώπους σαν να είναι θεοί. Κι αυτό είναι λάθος σ’ όλα τα επίπεδα. Είμαστε τόσο απασχολημένοι με τους ακολούθους του οποιουδήποτε, που ξεχνάμε ότι είναι μια ανθρώπινη ύπαρξη.

Και κανένας τους -κι εγώ δεν αποτελώ εξαίρεση- δεν είναι/δεν είμαι καλύτερος/καλύτερη από σένα. Μισώ το να λατρεύουμε ανθρώπους σαν να είναι θεοί!

Είναι αρρωστημένο.

Πολύ αρρωστημένο! (Γέλιο). Έτσι σου διαφεύγει η τέχνη. Κάθε άνθρωπο με τον οποίο έχω συνεργαστεί τον έχω συναντήσει σε εξατομικευμένο επίπεδο. Μ’ αυτόν τον τρόπο μπορείς ν’ αντλήσεις τα καλύτερα στοιχεία κι απ’ τις δυο πλευρές.

Από πού προέρχεται ο τίτλος του τελευταίου σου άλμπουμ;

Στην γκανέζικη γλώσσα σημαίνει «καρδιά».

Σηματοδοτεί κάτι σε σχέση με το περιεχόμενο του άλμπουμ ή προέκυψε μετά την ολοκλήρωση της ηχογράφησης;

Δυσκολεύτηκα περισσότερο από ποτέ να βρω τίτλο γι’ αυτό το άλμπουμ. Ήξερα πως, αν σταματούσα την αναζήτηση, θα τον έβρισκα ή θα με έβρισκε.

Κι αυτό συνέβη. Ο τίτλος με βρήκε, και μάλιστα με τον πιο αστείο τρόπο, όταν είδα την λέξη γραμμένη σ’ ένα τισέρτ. Είναι πολύ σύνηθες να μου συμβαίνουν τέτοια πράγματα πλέον.

Όταν δεν μπορώ να βρω κάτι, αράζω και περιμένω να έρθει εκείνο να με βρει.

Δεν είσαι ανυπόμονη, άρα.

Μπορώ να γίνω ανυπόμονη. Είναι αστείο που το επισημαίνεις.

Ο Φίλιπ Γκλας μου είπε στην διάρκεια ενός δείπνου:

«Τα πας περίφημα. Το μόνο που χρειάζεται να μάθεις είναι να είσαι υπομονετική, να επιτρέπεις στην εαυτή σου να νιώθει δυσφορία και ν’ “αγκαλιάζεις” τις στιγμές που σε οδηγούν σε αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη προς την οποία θέλεις να κινηθείς».

Οπότε μαθαίνω να είμαι πιο υπομονετική απέναντι στην εαυτή μου.

Στο δημιουργικό πεδίο, τι άλλο θα ήσουν πρόθυμη ν’ «αγκαλιάσεις» ή να εξερευνήσεις;

Δεν ξέρω, πρέπει να με βρει εκείνο. Θα μου πει όταν συναντηθούμε! (Γέλιο).

Περιμένεις την συνάντηση η οποία θα κάνει την διαφορά.

Όλη την ώρα!

Έχουν υπάρξει συναυλίες που έκαναν την διαφορά για σένα ως καλλιτέχνιδα;

Η πρώτη -η οποία άλλαξε τον τρόπο που σκέφτομαι και ακούω την μουσική- ήταν όταν, συνεργαζόμενη με τον Wayne, έβλεπα την χορογραφία και την μουσική να γεννιούνται.

Η δεύτερη περίπτωση αφορά στην συνεργασία μου με την παραγωγό Elaine Martin. Όταν την παρακολουθούσα, με είχε συνταράξει ο τρόπος που άκουγε τα πράγματα.

Δε συμβαίνουν τέτοιες στιγμές διαρκώς, επομένως πρέπει να είσαι παρούσα όταν συμβαίνουν. Κι εγώ ήμουν.

Έχεις κάποιες προσδοκίες ενόψει της συναυλίας σου στο Ωδείο Αθηνών την Δευτέρα 22 Απριλίου;

Ποτέ δεν έχω. Η μονη προσδοκία μου είναι ότι δεν υπάρχει καμία εγγύηση και πως είμαι ευάλωτη. Και το κοινό μου είναι ευάλωτο.                                      

Ευχαριστώ θερμά την Εlena Messinger (Pomegranate Arts) για την πολύτιμη συμβολή της στην διοργάνωση της συνέντευξης.

Η Jlin θα δώσει μια ανεπανάληπτη συναυλία την Δευτέρα 22 Απριλίου (Ωδείο Αθηνών, Αμφιθέατρο «Ιωάννης Δεσποτόπουλος», 20:30) στο πλαίσιο των St Pauls Sessions.

Τρίτη 16 Απριλίου 2024

Grails: «Φτιάχνουμε την μουσική που θα θέλαμε ν’ ακούμε!»

 

Grails (Φωτογραφία: Jonathan Sielaff) 

Με 20 και πλέον χρόνια δημιουργικής διαδρομής, οι Βορειοαμερικανοί Grails, μια από τις πιο ανήσυχες και αταξινόμητες μπάντες στο μουσικό στερέωμα, επιστρέφουν στην Αθήνα στις 19 Απριλίου για μια πολυαναμενόμενη συναυλία.

Συζητώντας με δύο από τα μέλη του συγκροτήματος, τους Alex John Hall και Jesse Bates.

Καλησπέρα, Alex. Ζεις στην Σουηδία. Σε ποια τοποθεσία;

Alex John Hall: Στον Νότο, στο Μάλμε.

Στο πολυπολιτισμικό τμήμα της Σουηδίας.

A.J.H.: Ακριβώς!

Αντί, λοιπόν, να σας ρωτήσω κάτι συμβατικό -που ίσως το κάνω σε λίγα λεπτά-, ας ξεκινήσουμε από τα μέρη όπου καθένας από τους δυο σας ζείτε.

Πώς νιώθεις, Alex, όντας κάτοικος Ευρώπης και Σουηδίας από πολιτισμικής άποψης; Υπάρχουν διαφορές σε σχέση με την βορειοαμερικανική εμπειρία σου;

Α.J.H.: Ζω στην Ευρώπη εδώ και περίπου επτά χρόνια. Πολύς καιρός! Αρχικά έμενα στο Βερολίνο. Η «γεύση» της κουλτούρας και της ζωής εδώ είναι πολύ οικεία.

Η ζωή μου, πάντως, δεν έχει αλλάξει ριζικά αφότου έφυγα από τις Η.Π.Α. Με την ίδια δουλειά ασχολούμαι, την ίδια μουσική ακούω, τα ίδια χόμπι διατηρώ. Απλώς προτιμώ να ζω στην Ευρώπη, νομίζω.

Πιο πολύ για πολτισμικούς λόγους;

A.J.H.: Ναι, η πολιτισμική ατμόσφαιρα στην Ευρώπη μού είναι πιο οικεία. Πιο ισορροπημένη, θα έλεγα.

Όταν έφυγα από τις Η.Π.Α., ήταν η προ-Τραμπ περίοδος, οπότε δεν την βίωσα καθόλου.

Καλύτερα για σένα!

Α.J.H.: Στις Η.Π.Α. οι άνθρωποι ακόμα τσακώνονται για τα αναπαραγωγικά δικαιώματα και την άμβλωση και παλεύουν για τα βασικά δικαιώματα. Στο μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Ευρώπης, αντιθέτως, αυτά τα ζητήματα είναι λυμένα καιρό τώρα.

Jesse Bates: Το ζήτημα με τα αναπαραγωγικά δικαιώματα παραμένει μια τεράστια μάχη στις Η.Π.Α. Καλά κάνεις και το αναφέρεις.

A.J.H.: Πριν από ένα-δυο χρόνια είχε γίνει πολύς λόγος. Δεν πίστευα ότι κάτι τέτοιο θα ήταν ποτέ δυνατό. Βρισκόμαστε στο γαμημένο το 2024, κι αυτό το ζήτημα δε θα λυθεί ποτέ.

Επιβεβαιώνεις την παρανοϊκή πτυχή της βορειοαμερικανικής ζωής, Jesse;

J.B.: Ω, ναι. Είναι εξουθενωτική. Ζούμε την σύζυγό μου, η οποία είναι πολύ φιλελεύθερη, στην πολιτεία του Κολοράντο, κοντά στο Γουαϊόμινγκ, σε περιοχή των κάουμποϊ και των χίπιδων.

Διασκεδαστικός συνδυασμός! Ποτέ δεν ξέρεις με ποιον θα εμπλακείς σε κάποιου είδους διάλογο. Ενδιαφέρουσα περιοχή.

Πώς επιδρά η γεωγραφική απόσταση που σας χωρίζει ως μέλη του ίδιου συγκροτήματος στην συνεργασία σας; Ή δεν την επηρεάζει καθόλου;

A.J.H.: Το συγκρότημα υφίσταται εξ αποστάσεως για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από εκείνο κατά το οποίο ζούσαμε στην ίδια πόλη, στο Πόρτλαντ, και «πεταγόμασταν» ο ένας στο σπίτι του άλλου τα Σαββατοκύριακα.

Έχουμε, επομένως, μάθει να λειτουργούμε έτσι. Επιπλέον, η τεχνολογία βοηθάει, και βρισκόμαστε από κοντά όταν πρόκειται να ξεκινήσουμε κάποια περιοδεία.

Δε νομίζω, πάντως, πως οποιοδήποτε από τα μέλη των Grails ήθελε ποτέ να είναι μέλος μιας μπάντας η οποία θα λειτουργούσε όπως θα νόμιζες ως έφηβος ότι αυτές λειτουργούν.

Ξέρεις, να βρίσκεσαι τρεις μέρες την βδομάδα με τους άλλους, να παίζετε κιθάρα και να νομίζετε πως δημιουργείτε κάτι. Ουδέποτε μας ενδιέφερε η κουλτούρα του «ευγενούς» συγκροτήματος.

J.B.: Μ’ αρέσει να κρατώ την κιθάρα μου και να σε βλέπω, Alex!

A.J.H.: Το ξέρω, είσαι ο μόνος!

Δουλεύετε συλλογικά, αλλά όχι ως «κοινότητα», για να το θέσω έτσι. Πάντως, το να καταφέρνετε να συνεργάζεστε δημιουργικά ανεξαρτήτως της φυσικής απόστασης ή εγγύτητας είναι σημαντικό.

Χωρίς να χρειάζεται να καταφύγω σε συμβατικές ταξινομήσεις -άλλωστε οι Grails τις αψηφούν-, καθοδηγείται η μουσική σας από την ανάγκη σας να εξερευνήσετε νέα πεδία;

A.J.H.: Θα απαντήσεις εσύ, Jesse;

J.B.: Όχι, κάν’ το εσύ!

A.J.H.: Είμαστε μεγάλοι φαν της μουσικής κι έχουμε τέτοια όρεξη για μουσική, ώστε φτιάχνουμε την μουσική την οποία -ειλικρινά- θα θέλαμε να φτιάχνουν άλλοι.

Αν κάποιο άλλο συγκρότημα έκανε κάτι παρόμοιο μ’ εμάς και καλύτερα, πιθανόν θα σταματούσαμε. Φτιάχνουμε την μουσική που θα θέλαμε ν’ ακούμε!

Απάντησα στην ερώτησή σου;

Οποιαδήποτε απάντηση είναι η «σωστή» σε ό,τι σας αφορά. Δε θα σας «επιβάλω» κάποια απάντηση! Συμπεραίνω, επομένως, πως οι μουσικές προτιμήσεις σας είναι ιδιαιτέρως ποικιλόμορφες.

J.B.: Συμμετέχοντας σ’ αυτήν την μπάντα έχω ακούσει πολύ περισσότερα απ’ όσα όταν μεγάλωνα. Ξαφνικά ακούω κάτι εντελώς διαφορετικό, κι αλλάζει το παράδειγμά για μια-δυο βδομάδες.

Όταν πρωτομπήκα στην μπάντα, αγνοούσα την γερμανική, την ιταλική, την τουρκική μουσική που «επέπλεαν» τριγύρω. Γαμώτο! Η εμπλοκή μου σ’ αυτήν διεύρυνε τους ορίζοντές μου.

Από την πλευρά του πατέρα μου έχω ελληνική καταγωγή κι όταν μεγάλωνα είχαμε δίσκους που τιτλοφορούνταν This is Greece ή This is buzuki.

Ακούγεται αρκετά φρικτό. Αν, όμως, λειτούργησε ως ερέθισμα, τότε ίσως και να μην ήταν τόσο.

J.B.: Ανέκαθεν με συνάρπαζε η οργανική πτυχή. Μεγάλωσα στο Άρκανσο, δεν ξέρω αν αντιλαμβάνεσαι τι σημαίνει αυτό.

Ακούγεται κάπως επαρχιακό.

J.B.: Μιλάμε για την Ζώνη της Βίβλου. Δεν μπορούσα, λοιπόν, να εντοπίσω ανθρώπους που να παίζουν τέτοια πράγματα. Τυχαία βρέθηκα αργότερα στην σκηνή του Πόρτλαντ, ακριβώς εκεί όπου ήθελα να είμαι.

Ξεκίνησα με τους Grails έντεκα χρόνια πριν, με το άλμπουμ Deep Politics, νομίζω. Πρόκειται για μια διαδικασία ανακαλύψεων χωρίς τέλος. Έχει πλάκα ότι κάθε μέλος του συγκροτήματος επιστρέφει με κάτι συναρπαστικό για να το μοιραστεί.

Έχω την εντύπωση πως τα άλμπουμ σας, εκτός από προϊόντα μιας διαισθητικής διαδικασίας δημιουργίας, είναι «χτισμένα» γύρω από -ακαθόριστα, ίσως- μουσικά κόνσεπτ.

Έχεις κάτι ευρύτερο κατά νου, Alex, όταν συνθέτεις και όταν κατόπιν ηχογραφείτε ένα άλμπουμ;

A.J.H.: Όχι, το κόνσεπτ πάντα αυτοσυστήνεται. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τον δίσκο που ηχογραφούμε τώρα. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να δουλέψεις πάνω σε όσα σε συναρπάζουν, να τα συνταιριάξεις και υπό μία έννοια αποκτούν συνοχή.

Κάθε φορά το υλικό συνταιριάζεται και σου λέει το ίδιο τι είναι. Δεν ξέρω πώς μπορείς να αποφασίσεις για ένα κόνσεπτ και μετά να εργαστείς προς εκείνη την κατεύθυνση.

Ακούγεται στημένο έτσι.

A.J.H.: Πολύ τεχνητό, ναι.

J.B.: Το υλικό είναι σαν να αποκαλύπτεται. Είναι κουλ. Δουλεύεις πάνω σ’ αυτό, και ξαφνικά εμφανίζεται.

Αποκαλύπτονται κι οι -ευρηματικοί- τίτλοι των άλμπουμ σας με τον ίδιο ακριβώς τρόπο στο τέλος της διαδικασίας;

A.J.H.: Είναι μια πιο εγκεφαλική διαδικασία, αλλά υπάρχει ένα μεγάλο άλμα ανάμεσα στην ιμπρεσιονιστική μουσική και την γλώσσα. Σχεδόν ποτέ δεν αποκαλύπτεται μόνος του, πρέπει να τον βρούμε αφότου έχουμε τελειώσει με όλα τα υπόλοιπα.

J.B.: Οι προσωρινοί τίτλοι είναι πάντα πολύ αστείοι.

A.J.H.: Με τους Grails οι τίτλοι είναι πάντα εκλεπτυσμένοι.

Έχετε γενικά μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην μουσική παρά στους στίχους όσον αφορά στην δημιουργία διαθέσεων και συναισθημάτων; Έχετε ποτέ σκεφτεί ή θα σκεφτόσασταν να συνθέσετε στίχους;

A.J.H.: Όχι, ούτε για μια στιγμή.

Είναι διαφορετική παράδοση. Μεγάλο τμήμα της μουσικής του 20ού αιώνα δεν είχε, άλλωστε, στίχους, ιδίως αν αναφερόμαστε στην αβάν γκαρντ, την πειραματική, την ηλεκτρονική.

Σ’ αυτούς τους κόσμους δεν υπάρχει στιχουργική/τραγουδοποιητική παράδοση. Υπάρχει μεγαλη διαφορά ανάμεσα στον Στοκχάουζεν και τον Ντίλαν. Βρίσκονται σε αντίθετες πλευρές του φάσματος.

Υπάρχει επαρκές κοινό παγκοσμίως και στις Η.Π.Α. που να εκτιμά αυτού του είδους την προσέγγιση στην μουσική, είναι περιορισμένο, ή έτσι κι αλλιώς δε σας νοιάζει καθόλου;

A.J.H.: Πάντα έχουμε περιορισμένη εμπορική απήχηση. Είμαστε μια καλτ μπάντα, κι ανέκαθεν νιώθαμε πολύ άνετα μ’ αυτό.

J.B.: Είναι πολύ απελευθερωτικό. Συζητούσαμε πριν από την τελευταία περιοδεία πόσο καιρό υπάρχει το συγκρότημα, πόσο έχει αλλάξει η μουσική βιομηχανία σ’ αυτό το διάστημα και πόσο τυχεροί είμαστε που κάνουμε αυτό που κάνουμε.

«Πλοηγούμαστε» σ’ έναν πολύ μοναδικό κόσμο. Πιο πολύ μοιάζουμε με μπάντα που φτιάχνει μουσική για ταινίες, όπως λέει ο Emil.

A.J.H.: Συμπληρώνοντας όσα μόλις ανέφερε ο Jesse, αυτό είναι και το μυστικό της μακροζωίας των Grails, έτσι δεν είναι; Αν δεν προσδοκάς να βγάλεις χρήματα, δεν έχεις λόγο να σταματήσεις. Θα μπορούσαμε να συνεχίζουμε για πάντα!

J.B.: Όταν, μάλιστα, εξακολουθείς να δέχεσαι προσκλήσεις για μια ευρωπαϊκή περιοδεία, ασφαλώς και θα συνεχίσεις. Αυτό θέλω να κάνω.

Την Παρασκευή 19 Απριλίου θα βρεθείτε συναυλιακά στην Ελλάδα και στην Αθήνα για τρίτη φορά. Πόση αξία προσδίδετε στις συναυλίες, γενικότερα;

J.B.: Τεράστια! Αυτό είναι το ζητούμενο. Το να κάνεις δίσκους έναντι του να παίζεις λάιβ...

Συμβαδίζουν, βέβαια, αλλά η εμπειρία τού να βρίσκεσαι σε περιοδεία, ιδίως όπως ήταν η τελευταία, είναι κάτι άλλο. Δεν αισθάνθηκα καμία βαριεστημάρα. Όχι ότι είχα νιώσει άλλοτε.

A.J.H.: Η επόμενη περιοδεία μας ξεκινά στην Αθήνα. Οι περιοδείες είναι ένας από τους λόγους που συνεχίζουμε να κάνουμε αυτά που κάνουμε.

Δεν είναι ένα ακόμη σόου, αλλά ο τρόπος που οριοθετούμε τα χρόνια. Έχουμε κάτι να περιμένουμε. Ανυπομονούμε γι’ αυτήν την συναυλία περισσότερο απ’ όσο μπορούμε να το εκφράσουμε με λόγια.

Ευχαριστώ θερμά την Anna Lopez (Temporary Residence) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και για την παραχώρηση της φωτογραφίας που συνοδεύει το κείμενο.

Οι Grails εμφανίζονται λάιβ στο Temple (Ιάκχου 17, Γκάζι) την Παρασκευή 19 Απριλίου. Την συναυλία ανοίγουν οι Mammock.