Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

The Kilimanjaro Darkjazz Ensemble: «Είμαστε μάγοι του χάους»

 


Συνυφαίνοντας την τζαζ, την ambient, την electronica και το post-rock με μια κινηματογραφική αισθητική, οι εξ Ολλανδίας The Kilimanjaro Darkjazz Ensemble είναι ένα συναρπαστικό γκρουπ.

Ενόψει της συναυλίας τους τη Δευτέρα 6 Ιουλίου στο πλαίσιο των φετινών Φ hill Sessions, κουβεντιάζουμε με τέσσερα από τα μέλη των TKDE.

Τα ονόματα τόσο των The Kilimanjaro Darkjazz Ensemble, όσο και των The Mount Fuji Doomjazz Corporation, αποπνέουν μια τρυφερότητα για τις πολιτισμικές παραδόσεις της Άπω Ανατολής και της Αφρικής.

Σε ποιον βαθμό η επιλογή αυτή αντικατοπτρίζει στην πραγματικότητα ένα τέτοιο ενδιαφέρον;

Hilary Jeffery: Δεν ήμουν στο συγκρότημα όταν γεννήθηκε το όνομα «Kilimanjaro». Πάντα υπέθετα ότι είχε κάποια σχέση με το άλμπουμ του Miles Davis, Filles de Kilimanjaro, το οποίο δανείστηκα από τη βιβλιοθήκη ως παιδί και με επηρέασε.

Οι  The Mount Fuji Doomjazz Corporation δημιουργήθηκαν ως ένα πιο ελεύθερο και ανοιχτό αντίστοιχο των The Kilimanjaro Darkjazz Ensemble.

Προσωπικά, λατρεύω τη μουσική από την Ιαπωνία, όπως τη μουσική της αυλής Γκαγκάκου και το φλάουτο Σακουχάτσι.

Νομίζω πως όλοι ανυπομονούμε να παίξουμε στο Φεστιβάλ «Fuji Rock», αν και δε μας έχουν κλείσει ακόμα...

Jason Köhnen: Αρχικά, το «Kilimanjaro» ήταν μια επιλογή για το όνομα του συγκροτήματος, αλλά υπήρχε ήδη ένα soundsystem ονομαζόμενο «Kilimanjaro», οπότε μετά είχα τη λέξη Darkjazz να ίπταται για κάποιο χρονικό διάστημα.

Στη συνέχεια, έγιναν οι Kilimanjaro Darkjazz, με την προσθήκη του «Ensemble», αναφερόμενο στον τρόπο με τον οποίο οι τζαζ μπάντες αποκαλούσαν την κολεκτίβα τους.

Οι ΤMDFC πήραν το όνομά τους ως ένα παιχνιδιάρικο αντίστοιχο των TKDE. Δεν είμαι σίγουρος ποιος αποφάσισε για το όρος Φούτζι, αλλά θα μπορούσε να ήταν οποιοδήποτε άλλο διάσημο βουνό.

Γενικά, αγκαλιάζετε/εμβαθύνετε σε ποικίλα πολιτισμικά/μουσικά σύμπαντα όταν συνθέτετε/ερμηνεύετε, έστω και σε ασυνείδητο επίπεδο;

H.J.: Όλα τα μέλη του συγκροτήματος ενδιαφέρονται για όλα τα είδη μουσικής από όλο τον κόσμο, και σίγουρα αυτό έχει αντίκτυπο στον τρόπο που δημιουργούμε μουσική, συνειδητά και ασυνείδητα.

Σε κάθε περίπτωση, η τζαζ, ανεξάρτητα και πέρα ​​από οποιαδήποτε επίθετα, βρίσκεται στον πυρήνα της μουσικής σας, παράλληλα με τα στοιχεία post-rock.

Τι αποκομίζετε από τη σχέση σας με την τζαζ, τόσο ως ακροατές όσο και ως συνθέτες/ερμηνευτές;

H.J.: Η «τζαζ» είναι αρχικά μια αφροαμερικανική παράδοση στην οποία δεν ανήκω πραγματικά, όντας λευκός Άγγλος - αλλά αγαπώ όλους τους μεγάλους καλλιτέχνες όπως ο Charles Mingus, ο Duke Ellington, η Billie Holiday και ούτω καθεξής...

Υπάρχει επίσης μια παράδοση στην Αγγλία που συνδέεται με τον δικό της τρόπο με αυτή τη μουσική.

Πρόσφατα κυκλοφόρησα το Green Prism, ένα άλμπουμ με μουσική από μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες αυτής της σκηνής - τον Keith Tippett.

Νιώθω άμεσα συνδεδεμένος με αυτόν τον κόσμο και μέσα από ανθρώπους όπως ο Keith και ο Paul Dunmall έμαθα αρχικά την ελευθερία του αυτοσχεδιασμού, η οποία είναι απαραίτητη για όλες τις μορφές «τζαζ».

Charlotte Cegarra: Η τζαζ και τα μπλουζ άρχισαν να με ενδιαφέρουν γύρω στα δέκα. Προέρχομαι από οικογένεια μουσικών, αλλά στο σπίτι άκουγα κυρίως γαλλική και διεθνή ποπ.

Ο πατέρας μου με μύησε στα μπλουζ (είχαμε κάποιες συλλογές), τα οποία βίωσα ως κάτι βαθιά ενστικτώδες:

Ως έναν τρόπο υπέρβασης των συντριπτικών προβλημάτων μέσα από επαναλαμβανόμενα μουσικά «μάντρα», την ελευθερία και τον αυτοσχεδιασμό πέρα ​​από κανόνες.

Μάθαινα επίσης κλασικό πιάνο. Ο δάσκαλός μου ήταν πολύ αυστηρός και δυσκολευόμουν με τη θεωρία και την απομνημόνευση, αν και είχα ήδη αρχίσει να συνθέτω. Τα μπλουζ τα οποία περιέγραφε μου φάνηκαν μαγικά.

Αργότερα, η τζαζ μπήκε στη ζωή μου μέσα από τους δίσκους της μητέρας μου - η Ella Fitzgerald, που έπαιζε σε δείπνα με φίλους. Την θεωρούσα εξαιρετική.

Στα δεκαπέντε μου, ένας φίλος μού είπε ότι είχα τη φωνή της Billie Holiday. Ρώτησα: «Ποια είναι αυτή;» Αυτή ήταν η πραγματική μου είσοδος στην τζαζ.

Το Strange Fruit με εντυπωσίασε βαθιά και στη συνέχεια πέρασα πολύ χρόνο σε βιβλιοθήκες εξερευνώντας τη μουσική, ειδικά τον John Coltrane.

Στη μουσικολογία, βρήκα το τμήμα τζαζ ανυπόφορο: υπερβολικά ακαδημαϊκό, εστιασμένο στο μέτρημα των μέτρων και την ανάλυση, ενώ εγώ δυσκολευόμουν με τη δομή και πίστευα ότι η μουσική πρέπει να είναι ενστικτώδης.

Οι jam sessions στο Παρίσι με απομάκρυναν επίσης από τον συγκεκριμένο χώρο.

Δεν ένιωσα ποτέ πλήρως νομιμοποιημένη στον χώρο της τζαζ. Είμαι λευκή και Γαλλίδα, δε γνωρίζω τα στάνταρντ και δε θέλω να ακούγομαι αμήχανη ή σαν να μην ανήκω εκεί.

Γι’ αυτόν τον λόγο, το να ενταχθώ στα είκοσι πέντε μου σε ένα συγκρότημα όπως οι TKDE, το οποίο αυτοαποκαλείται «σκοτεινή τζαζ» ενώ συνδυάζει είδη χωρίς να διεκδικεί την ιδιοκτησία, μου φάνηκε σημαντικό.

Ταυτόχρονα, ανακάλυπτα το breakcore, την electronica, το ambient, το experimental και όλα τα είδη σκοτεινής μουσικής..

Για μένα, οι TKDE έγινε ένας χώρος ελευθερίας όπου ο αυτοσχεδιασμός καθοδηγεί και ο ήχος αφηγείται ιστορίες.

Η μουσική σας έχει επίσης μια πολύ κινηματογραφική αίσθηση. Μάλιστα, οι TKDE γεννήθηκαν αρχικά από την ανάγκη σας να συνθέτετε μουσική για βωβές ταινίες.

Πώς μετατρέπετε την κινηματογραφική σας εμπειρία ως θεατές σε κινηματογραφικά ηχοτοπία;

H.J.: Η μουσική μας είναι από πολλές απόψεις ένα soundtrack για τις εσωτερικές ταινίες που βιώνουμε εμείς και το κοινό μας. Θα θέλαμε πολύ να συνθέσουμε μουσική και για πραγματικά φιλμ και είμαστε ανοιχτοί σε προσφορές.

J.K.: Η «κινηματογραφική» μουσική απαιτεί από τη φύση της κάποιου είδους οπτική απεικόνιση, είτε υπαρκτή είτε φανταστική.

Αν μπορώ να αφεθώ στα όνειρα ακούγοντας μουσική και αυτή δημιουργεί εικόνες στο μυαλό μου, τότε η μουσική λειτουργεί για μένα.

Όταν μια μουσική επένδυση ανεβάζει τον πήχη σε μια σκηνή σε μια ταινία, τότε συνήθως είναι ένα αρκετά καλό μουσικό κομμάτι.

Eelco Bosman: Κάθε φορά που φτιάχνω μουσική, τα οπτικά στοιχεία εμφανίζονται στον εσωτερικό μου κινηματογράφο. Και κάθε φορά που βλέπω μια ταινία, η μουσική εμφανίζεται στα εσωτερικά μου αυτιά.

Υπάρχει λοιπόν πάντα μια μικρή συναισθησία εκεί, υποθέτω; Δεν μπορώ να καταλάβω με ποιους τρόπους ακριβώς επηρεάζουν το ένα το άλλο, αλλά είναι προφανές ότι το κάνουν.

C.C.: Κάθε άνθρωπος είναι ο ηθοποιός της δικής του ταινίας. Είναι ωραίο να τις σκέφτεσαι όλες αυτές αναμεμειγμένες, και να δημιουργούν μια πολυδιάστατη ταινία. Αυτές οι ταινίες έχουν soundtrack.

Ξέρω πως η μουσική μας μιλάει στον ακροατή με αυτή την έννοια και μου αρέσει να πιστεύω ότι η μουσική μας είναι ένα πολυδιάστατο soundtrack για το εσωτερικό φιλμ όλων.

Τι σας ελκύει στον βωβό κινηματογράφο, και ιδιαίτερα στον γερμανικό εξπρεσιονισμό;

H.J.: Λατρεύω πράγματι τις παλιές γερμανικές ταινίες τις οποίες έχω δει, αλλά νομίζω πως πλέον έχουν χρησιμοποιηθεί υπερβολικά ως τρόπος πώλησης εισιτηρίων για συναυλίες.

Το «ζωντανό soundtrack σε μια βωβή εξπρεσιονιστική ταινία» έχει γίνει ένα βαρετό κλισέ και δε με ενδιαφέρει καθόλου.

Μένω στο Βερολίνο, όπου γυρίστηκαν αρχικά μερικές από αυτές τις ταινίες.

Αυτές τις μέρες βλέπουμε μεγάλα ονόματα, όπως ο Jeff Μills ή ορχήστρες, να ηχογραφούν ζωντανά soundtrack για ταινίες όπως το Metropolis και το Nosferatu.

Εγώ δεν πηγαίνω, ωστόσο, σε τέτοιες συναυλίες, έχουν γίνει μια εμπορική επιχείρηση η οποία δεν έχει καμία σχέση με την αρχική μορφή τέχνης.

Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι προτιμώ να βλέπω βουβές ταινίες χωρίς ήχο, τότε είναι «βουβές»!

Το 2007, ιδρύθηκαν οι Τhe Mount Fuji Doomjazz Corporation, το alter ego/side project των TKDE.

Ποια μονοπάτια θέλατε να εξερευνήσετε μέσω αυτού του συγκροτήματος που δεν είχατε εξερευνήσει ή δε θα θέλατε να εξερευνήσετε στο πλαίσιο των TKDE;

H.J.: Η αρχική ιδέα προέκυψε όταν οργάνωσα μια συναυλία στο χώρο OT301 στο Άμστερνταμ με τίτλο The Electric Wizard Meets Miles On Mars.

Αναφερόμουν προφανώς στη σπουδαία doom μπάντα (με την οποία παίξαμε στο ίδιο λάιβ στο Βερολίνο, πριν από αρκετά χρόνια) και τον Miles Davis, φυσικά.

Η ιδέα ήταν να έχουμε μουσικούς που έπαιξαν με τους TKDE -όπως τον Jason, τον Eelco, εμένα και την τσελίστρια Nina Hitz-, καθώς και μερικούς καλεσμένους, όπως τον Bruce Coates (σαξόφωνο), για να παίξουμε τη δική μας μορφή ελεύθερου αυτοσχεδιασμού βασισμένου στο doom.

Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με τα πιο δομημένα τραγούδια και συνθέσεις που έπαιζαν οι TKDE.

Τελικά, ο διανθισμένος με το doom αυτοσχεδιασμός έγινε μέρος των ζωντανών εμφανίσεων των TKDE, γεγονός το οποίο δυσκόλευε τη διάκριση.

Αποφασίσαμε να κρατήσουμε ζωντανά και τα δύο πρότζεκτ, ώστε να μπορούμε να εξερευνήσουμε ελεύθερα όλες τις πιθανές παραλλαγές της μουσικής μας.

Το Here Be Dragons, το δεύτερο άλμπουμ των TKDE, αποκαλύπτει ένα έντονο ενδιαφέρον για το μυστικιστικό και το αποκρυφιστικό. Θα θέλατε να αναλύσετε τη σχέση σας με ό,τι βρίσκεται πέρα ​​από τη λογική;

C.C.: Όταν ήμουν ακόμα στην κοιλιά της μητέρας μου, ο παππούς μου πέθανε. Έτσι, παρευρέθηκα στην πρώτη μου κηδεία -μια σημαντική- ενώ ήμουν ακόμα έμβρυο.

Η μητέρα μου πάντα αγαπούσε να περνάει χρόνο στα νεκροταφεία, ειδικά στο Περ Λασέζ στο Παρίσι. Η μουσική μπορεί να βοηθήσει στο πέρασμα στην άλλη πλευρά από την αρχή της ανθρωπότητας. Οι TKDE είναι ο ιδανικός κόσμος για αυτό.

J.K.: Το Here Be Dragons για μένα ήταν η μύηση στη σχολή των μυστηρίων χωρίς να το συνειδητοποιώ. Κοιτάζοντας πίσω στο πέρασμα των χρόνων, υπάρχουν τόσα πολλά μικρά ενδεικτικά σημάδια πως υπήρχε κάτι το οποίο άνθιζε ή αφυπνιζόταν.

Αναφορές στον Σενέκα, τον Ερμητισμό και αποσπάσματα άλλων (παγκόσμιων) διδασκαλιών φαίνεται να υπάρχουν σε αυτό το άλμπουμ. Ελπίζω ότι αυτός είναι και ένας λόγος που ασκεί έντονη έλξη στους ακροατές.

E.B.: Είμαι ένας μάγος του χάους. Στην πραγματικότητα, νομίζω πως όλα τα μέλη της μπάντας είναι μάγοι του χάους, είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι!

C.C.: Ναι, όντως συμφωνώ. Είμαστε μάγοι του χάους. Η ζωή μου είναι συχνά χαοτική παρεμπιπτόντως, ενώ λαχταρώ την ισορροπία.

Οι συναυλίες μας με βοηθούν να βρω αυτή τη διακριτική, μοναδική στιγμή όπου όλα φαίνονται ευθυγραμμισμένα μέσα στην καταιγίδα. Μου φαίνεται ότι το συγκρότημα μπορεί κάπως να τιθασεύσει το χάος μαζί.

Το 2011 κυκλοφόρησε το πρώτο επίσημο live άλμπουμ σας, I Foresee The Dark Ahead, If I Stay. Δυστυχώς, ο τίτλος του αποτυπώνει τέλεια το πνεύμα της εποχής. Πώς καταφέρατε να παράγετε έναν τόσο οικείο ήχο σε ζωντανό περιβάλλον;

J.K.: Δεν κάναμε κάτι συγκεκριμένο για τον ήχο. Τα τραγούδια είναι μια συλλογή από ζωντανές ηχογραφήσεις σε διαφορετικά χρόνια και σε διαφορετικές χώρες.

Υποθέτω ότι το θετικό είναι πως καταφέραμε να δημιουργήσουμε έναν οικείο ήχο ζωντανά.

E.B.: Ηχογραφήσαμε όλες τις ζωντανές μας εμφανίσεις τότε (οπότε υπάρχει ένα τεράστιο θησαυροφυλάκιο).

Θυμάμαι ότι ήταν αρκετά δύσκολο να διαλέξουμε συγκεκριμένες εκδοχές για αυτή τη live συλλογή, καθώς όλες ήταν αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους, καθώς έχουμε την τάση να αυτοσχεδιάζουμε αρκετά όταν παίζουμε ζωντανά.

Ο οικείος ήχος ήταν πάντα εκεί, όμως.

C.C.: Απλώς συνδεόμαστε σε ένα επίπεδο πέρα ​​από κάθε λογική. Δεν το ελέγχουμε.

Το From the stairwell σηματοδότησε την τελευταία σας κυκλοφορία πριν από τη διάλυσή σας ως συγκρότημα. Γιατί χωρίσατε και τι σας έφερε ξανά κοντά περίπου δώδεκα χρόνια αργότερα;

H.J.: Στο τέλος το συγκρότημα δε διαλύθηκε! Απλώς έκανε μια παύση.

Πόσο έχετε εξελιχθεί -ακόμη και αλλάξει- ως καλλιτέχνες/καλλιτέχνιδες στο μεταξύ; Έχει αντικατοπτριστεί αυτή η εξέλιξη στο νέο υλικό πάνω στο οποίο πιθανώς εργάζεστε;

J.K.: Νομίζω πως είναι αυτονόητο ότι έχουμε εξελιχθεί, ως μουσικοί αλλά και ως άτομα. Το γεγονός ότι είμαστε ξανά ενωμένοι και έχουμε συνεχίσει το ταξίδι λέει πολλά για εμάς ως ομάδα. Είμαστε ακόμα οι ίδιοι άνθρωποι, αλλά και πολύ διαφορετικοί.

C.C.: Γράφω πολύ για κύκλους αυτόν τον καιρό, βρίσκοντας ελπίδα στο σκοτάδι. Αυτή η επανένωση μού δίνει ελπίδα.

Η μουσική την οποία συνθέτουμε αγγίζει μερικά πολύ θεμελιώδη στοιχεία της ανθρωπότητας, κατά την άποψή μου: θλίψη, χάος, αναγέννηση κ.λπ.

Τη Δευτέρα 6 Ιουλίου θα εμφανιστείτε στην Αθήνα στο πλαίσιο των Φ hill Sessions, σχεδόν κάτω από τη σκιά της Ακρόπολης. Πώς συνδέεστε με το ελληνικό πλαίσιο, πολιτισμικό ή άλλο;

H.J.: Ο λόφος όπου παίζουμε είναι το σπίτι μιας μυθικής χελώνας η οποία παίζει κλαρινέτο και ελπίζουμε ότι θα εμφανιστεί για να παίξει μαζί μας στη συναυλία!

J.K.: Καθώς το όνομά μου φαίνεται να προέρχεται από την Ελλάδα, ήμουν μεγάλος θαυμαστής της ελληνικής μυθολογίας όταν ήμουν παιδί - ο Ιάσονας και οι Αργοναύτες, ο Μινώταυρος, η Μέδουσα, ο Δαίδαλος, ο Ίκαρος.

Μια απίστευτη πηγή έμπνευσης κατά τη διάρκεια της ζωής μου.

Ευχαριστώ θερμά τα μέλη του γκρουπ, Eelco Bosman, Charlotte Cegarra, Hilary Jeffery και Jason Köhnen, για τη συμμετοχή τους στη διαδικασία της συνέντευξης και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγκροτήματος.

Οι The Kilimanjaro Darkjazz Ensemble εμφανίζονται ζωντανά τη Δευτέρα 6 Ιουλίου, 21:00,  στο Θέατρο «Δόρας Στράτου» στο πλαίσιο των Φ hill Sessions.



Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

Ζαν-Πολ Σαλομέ: «Η κινηματογράφηση παραμένει κάτι χειροποίητο»

 


Αιχμηρό σχόλιο για τη μετανάστευση, τη μοναξιά, την ανάγκη για αναγνώριση, το γνήσιο και το πλαστό, η ταινία του Ζαν-Πολ Σαλομέ Ο Παραχαράκτης αναπλάθει τη ζωή του «Σεζάν του πλαστού χρήματος», Μπογιάρσκι, στη μεταπολεμική Γαλλία.

Συζητώντας με τον σκηνοθέτη με αφορμή την έξοδο του φιλμ στα σινεμά στις 25 Ιουνίου.

Πέραν του συναρπαστικού χαρακτήρα της ιστορίας καθαυτής, η ζωή και η προσωπικότητα του Μπογιάρσκι, τις οποίες αναπλάθετε στον Παραχαράκτη, είναι επίσης εξαιρετικά πολύπλευρες. Έχω διαβάσει πως ταυτίζεστε με τη μοναξιά του.

Θα θέλατε να αναλύσετε την έννοια της μοναξιάς ως σημείου εκκίνησης κάθε καλλιτεχνικoύ/κινηματογραφικού εγχειρήματος και της υπέρβασής της ως του τελικού επιθυμητού προορισμού;

Το να είσαι καλλιτέχνης και να εργάζεσαι στον κινηματογράφο σημαίνει, ενίοτε, ότι είσαι μόνος.

Συνεπάγεται τον στοχασμό πάνω σε ένα εγχείρημα, την εύρεση μιας ιδέας και τη συγγραφή ενός σεναρίου - ακόμη κι αν η διαδικασία αυτή γίνεται μερικές φορές σε ομάδα δύο ή τριών ατόμων.

Έπειτα, ακολουθούν τα γυρίσματα της ταινίας· ακόμα και με πενήντα άτομα στο πλατό, ακόμα και όταν περιβάλλεσαι από άλλους, συχνά είσαι μόνος,

Κι αυτό διότι ως σκηνοθέτης είσαι εσύ εκείνος που αποφασίζει, που δημιουργεί την ταινία και που έχει τον τελικό λόγο, λαμβάνοντας τις αποφάσεις ακόμα και με τη βοήθεια των συνεργατών.

Η έννοια της μοναξιάς στον κινηματογράφο μου φαίνεται σημαντική και έχω μάθει να ζω με αυτήν.

Είναι, για εσάς, το σινεμά μια πρακτική τόσο χειροποίητη όσο και η «πλαστογράφηση» χαρτονομισμάτων;

Είναι αλήθεια πως υπάρχει κάτι κοινό.

Η δημιουργία ταινιών σημαίνει τη δημιουργία του πραγματικού από το τεχνητό, ή του τεχνητού από το πραγματικό και παραμένει μια χειροποίητη διαδικασία. Πρέπει πάντα να αυτοσχεδιάζεις.

Ακόμα και σε μια παραγωγή μεγάλου προϋπολογισμού με μεγάλο συνεργείο -όπως συνέβη με τον Παραχαράκτη- όλα μπορούν να σταματήσουν επειδή ένα αυτοκίνητο δεν παίρνει μπροστά ή μια πόρτα δεν ανοίγει σωστά, και χρειάζεσαι κάποιον για να το επισκευάσει.

Έτσι, συχνά περιλαμβάνει λίγο μαστόρεμα, κι αυτό την κάνει διασκεδαστική.

Ανεξάρτητα από το πόσο πολύ προετοιμάζεσαι ή πόσο προηγμένη είναι η τεχνολογία, η κινηματογράφηση παραμένει μια διαδικασία μαστορέματος, στοχασμού και αυτοσχεδιασμού. Με λίγα λόγια, κάτι χειροποίητο.

Το Ο Παραχαράκτης εξερευνά ακόμα τις έννοιες του «γνήσιου» και του «πλαστού».

Στην πραγματικότητα -αλλά και στην τέχνη- πόσο εύκολο είναι αυτές να διαχωριστούν, ιδίως στον καιρό της Τεχνητής Νοημοσύνης και των «fake news»;

Το να κάνεις ένα φιλμ σημαίνει να πάρεις μια αληθινή ιστορία και να δημιουργήσεις μια ιστορία που μοιάζει αληθινή, μερικές φορές διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα.

Ο Παραχαράκτης δεν είναι μια βιογραφική ταινία για μια ιστορική προσωπικότητα της οποίας η πραγματική ιστορία θα γινόταν ενοχλητική, αν κάποιος άρχιζε να την παραποιεί.

Ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο -το θέμα μιας ταινίας-, αλλά αυτή είναι η δική μου οπτική για τον Μπογιάρσκι. Είναι ο δικός μου Μπογιάρσκι.

Αν κάποιος άλλος σκηνοθέτης είχε γυρίσει μια ταινία γι αυτόν, τα πράγματα θα ήταν και πάλι διαφορετικά.

Ήξερα αμέσως τι με γοήτευε στην αληθινή ιστορία -τα στοιχεία που ήθελα να τονίσω και αυτά στα οποία ήθελα να προσπαθήσω να παραμείνω πιστός-, αλλά σε κάποιο σημείο, η μυθοπλασία ανέλαβε τα ηνία:

Αυτό δεν είναι ένα ντοκιμαντέρ· δεν είμαι ντοκιμαντερίστας. Ήθελα να αφηγηθώ αυτήν την ιστορία υπό από το πρίσμα της μυθοπλασίας και του κινηματογράφου.

Το καλύτερο κομπλιμέντο το οποίο έλαβα προήλθε από την κόρη του Μπογιάρσκι, την Άννα Μπογιάρσκι, που βλέπουμε στην ταινία ως παιδί και έφηβη, και τώρα είναι 77 ετών.

Μετά την κυκλοφορία της ταινίας, μου είπε: «Δεν είναι όλα αλήθεια, αλλά όλα είναι σωστά».




Το φιλμ έχει επίσης να κάνει με την ανάγκη για αναγνώριση η οποία, όταν συγκρούεται με τη νομιμότητα, μπορεί να είναι σχεδόν αδύνατο να πραγματωθεί. Πόσο σημαντικό είναι κάθε άνθρωπος να αναγνωρίζεται για ό,τι αξίζει;

Η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός άνδρα ο οποίος γίνεται παραχαράκτης επειδή θέλει να στηρίξει την οικογένειά του και δεν μπορεί να εργαστεί στο επάγγελμα που επιθυμεί - του μηχανικού.

Στη συνέχεια, ανακαλύπτει μια καλλιτεχνική χροιά στον εαυτό του ως παραχαράκτη. Ωστόσο, όπως κάθε καλλιτέχνης, τελικά λαχταρά την αναγνώριση που ξεπερνά τα χρήματα.

Αυτό είναι κάτι το οποίο κατανοώ αρκετά καλά, επειδή κι εγώ ο ίδιος έχω βρεθεί σε αυτήν τη θέση ως σκηνοθέτης - διαφορετικά, αλλά με ορισμένες ομοιότητες.

Όταν ήμουν πολύ νεότερος, έκανα ταινίες που άρεσαν στο κοινό και σημείωσαν τεράστια επιτυχία, αλλά δεν έλαβαν καμία αναγνώριση από τους κριτικούς ή τη βιομηχανία.

Κάποια στιγμή, επέλεξα να αλλάξω κατεύθυνση και να εξερευνήσω άλλα είδη θεμάτων, ώστε να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο έβλεπαν οι άλλοι εμένα και το έργο μου.

Επομένως, κατανοώ πλήρως το ζήτημα της αναγνώρισης και το θεωρώ σημαντικό.

Εκ προθέσεως ή όχι, ο Παραχαράκτης λέει πολλά για τη μεταπολεμική εποχή στην οποία εκτυλίσσεται, όσο και για το σήμερα, ιδίως σε σχέση με τη θεσμική και κοινωνική μεταχείριση των μεταναστ(ρι)ών.

Θελήσατε συνειδητά να αναδείξετε την ασυμβατότητα μεταξύ των μεγαλόπνοων ιδεωδών της «Ελευθερίας, Ισότητας, Αδελφοσύνης» με τη βιωμένη πραγματικότητα των «τριτοκοσμικών» μεταναστ(ρι)ών σε Ευρώπη και Γαλλία;

Αυτό ήταν πράγματι μέρος του θέματος της ταινίας. Επικεντρώνεται σε έναν Πολωνό μετανάστη στη μεταπολεμική εποχή, μια περίοδο κατά την οποία η Γαλλία καλωσόρισε διαδοχικά κύματα μετανάστευσης Πολωνών, Ιταλών και Ισπανών.

Πάντα υπήρχε δυσκολία με την ενσωμάτωση: έρχονταν για να εκτελέσουν μια συγκεκριμένη εργασία και τα πράγματα περιπλέκονταν μόλις έβγαιναν από αυτό το πλαίσιο.

Ο Μπογιάρσκι ήρθε στη Γαλλία κατά τη διάρκεια του πολέμου και έμεινε επειδή ερωτεύτηκε μια Γαλλίδα και την παντρεύτηκε.

Αν και η εκπαίδευσή του θα έπρεπε να τον οδηγήσει σε καριέρα μηχανικού, δεν έγινε ποτέ μηχανικός, κυρίως επειδή ήταν Πολωνός. Αυτό το γεγονός έλεγε πολλά τότε και παραμένει επίκαιρο μέχρι σήμερα.

Ενσάρκωσε ο, για άλλη μια φορά εξαιρετικός, Ρεντά Κατέμπ τον υπαρξιακά/πολιτισμικά «Άλλο», αν και δεν είναι πολωνικής, αλλά αραβικής καταγωγής;

Τι ειδικότερα αναζητούσατε στον χαρακτήρα του Μπογιάρσκι και γιατί ήταν ο Ρεντά Κατέμπ ο πιο κατάλληλος υποψήφιος γιαυτόν τον ρόλο;

Έγραψα την ταινία για τον Ρεντά. Επικοινώνησα μαζί του πριν καν ξεκινήσω το σενάριο για να δω αν ενδιαφερόταν για την ιστορία και αν ήταν πρόθυμος να συμμετάσχει. Απάντησε αμέσως «Ναι», και μετά άρχισα να γράφω.

Ήταν ένας πολύπλοκος χαρακτήρας και πίστευα ότι το κοινό θα μπορούσε να ταυτιστεί μαζί του, επειδή ο Ρεντά είναι ένας ταλαντούχος, εξαιρετικά φίνος ηθοποιός, με τον οποίο ονειρευόμουν από καιρό να συνεργαστώ.

Έχει επίσης τη σωματική διάπλαση που ταίριαζε με την εικόνα που φανταζόμουν πως θα μπορούσε να έχει για τον Μπογιάρσκι ένας θεατής.

Ομολογουμένως, δεν είναι Πολωνός, αλλά οι αλγερινές ρίζες του και το μεταναστευτικό του υπόβαθρο βρήκαν απήχηση στο κοινό.

Πιστεύω ότι οι θεατές συνδέθηκαν με αυτό, επιτρέποντας μια ισχυρότερη ταύτιση με τον χαρακτήρα του Μπογιάρσκι.

Αισθάνθηκα πως ήταν πιο ενδιαφέρον να δουλέψω μέσα από το φίλτρο ενός ηθοποιού με διαφορετικό υπόβαθρο που βρίσκεται στη Γαλλία διατηρώντας αυτό το υπόβαθρο, όπως ακριβώς είχε συμβεί κάποτε στον Μπογιάρσκι.

Νομίζω ότι το κοινό το ένιωσε πραγματικά.




Ο μυθοπλαστικός χαρακτήρας του Επιθεωρητή Ματεΐ (ίσως και το πραγματικό πρόσωπο) είναι επίσης ενδιαφέρων. Φαίνεται να τρέφει κρυφό θαυμασμό για τη δεξιοτεχνία του Μπογιάρσκι. Τι νομίζετε;

Αυτός ο χαρακτήρας υπήρχε όντως. Το όνομά του δεν ήταν Ματεΐ, αλλά Εμίλ Μπεναμπού, και κυνηγούσε τον Μπογιάρσκι για δώδεκα ή δεκατρία χρόνια. Έτρεφε θαυμασμό για αυτόν.

Σε μια συνέντευξή της, η σύζυγός του είχε πει πως ο Μπεναμπού ήταν γεμάτος θαυμασμό, εντυπωσιασμένος, ακόμη και εμμονικός.

Ωστόσο, μόλις γνώρισε και συνέλαβε τον Μπογιάρσκι, ευχόταν να είχε περισσότερο χρόνο να τον συναντήσει.

Έτσι, επινοήσαμε μερικές σκηνές που δε συνέβησαν στην πραγματικότητα- συμπεριλαμβανομένης εκείνης στο μπαρ, η οποία φαίνεται να έχει απήχηση σε πολλούς θεατές και να τους αφήνει μια διαρκή εντύπωση.

Ήταν σημαντικό για αυτούς τους δύο χαρακτήρες να έχουν χρόνο να μιλήσουν.

Σε κάθε περίπτωση, ο Επιθεωρητής έτρεφε βαθύ θαυμασμό για αυτόν τον άνθρωπο, τον οποίο θεωρούσε εξαιρετικά λαμπρό και πολύ έξυπνο. Τον ίδιο θαυμασμό έτρεφε και ο Μπογιάρσκι για τον Επιθεωρητή.

Για πολλά χρόνια, ο Μπογιάρσκι ήταν το «μαύρο πρόβατο» και ο νούμερο ένα δημόσιος κίνδυνος για την Τράπεζα της Γαλλίας. Σήμερα, τυγχάνει θεϊκής αναγνώρισης.

Υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους παραχαράκτες όλων των εποχών λόγω της εφευρετικότητάς του, της εμμονής του με την τελειότητα και του ότι τα χαρτονομίσματα της Τράπεζας της Γαλλίας ήταν τα δυσκολότερα στην παραχάραξη εκείνη την εποχή.

Από γραφιστικής άποψης ήταν εξαιρετικά περίπλοκα, η χρωματική παλέτα ήταν πολύ εκτεταμένη και όλες οι τεχνικές που χρησιμοποιούνταν τότε ήταν μοναδικές.

Συγκριτικά, το δολάριο έχει αλλάξει ελάχιστα. Δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου χρώμα -μόνο ασπρόμαυρο με μια πινελιά πράσινου- και το σχέδιο είναι εξαιρετικά απλό.

Αυτό σίγουρα δεν ισχύει για τα χαρτονομίσματα που κατάφερε να πλαστογραφήσει ο Μπογιάρσκι.

Ευχαριστώ θερμά την Katell Magat (Time Art Agency) για την πολύτιμη συνδρομή της στον προγραμματισμό και την υλοποίηση της συνέντευξης.

Ο Παραχαράκτης πραγματοποίησε την ελληνική πρεμιέρα του στο πλαίσιο του 26ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου Ελλάδος.

Η φωτογραφία του σκηνοθέτη είναι του Βαγγέλη Πατσιαλού.

Η ταινία του Ζαν-Πολ Σαλομέ Ο Παραχαράκτης προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 25 Ιουνίου σε διανομή της Rosebud.21.