Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Φελίς Τόπη: «Δεν μπορώ να ανεχτώ μία ζωή που δεν έχει σεισμούς»

 


Θεατρικός μονόλογος εμπνευσμένος τόσο από αυτοβιογραφικά βιώματα όσο και από εμπειρίες από τις κοινότητες του μποξ, η Andy παρουσιάζεται μέχρι και τις 31 Μαρτίου στο θέατρο «ΦΙΑΤ».

Κουβεντιάζοντας με την επί σκηνής πρωταγωνίστρια και συν-συγγραφέα του έργου, Φελίς Τόπη.

Ο θεατρικός μονόλογος Andy, ο οποίος παρουσιάζεται στο θέατρο «ΦΙΑΤ» μέχρι και τις 31 Μαρτίου, είναι εμπνευσμένος «από αυτοβιογραφικές ιστορίες και εμπειρίες από τις κοινότητες του box και της street κουλτούρας».

Πώς βιώνεις τον μονόλογο ως θεατρικό είδος, θεατρική σύμβαση και θεατρική εμπειρία; Σε απελευθερώνει, σε κρατάει σε εγρήγορση, σε ταράζει;

Η αλήθεια είναι ότι απολαμβάνω πολύ περισσότερο το να είμαι πάνω στη σκηνή με παρτενέρ. Eίναι το μόνο μου παράπονο σε αυτό το project.

Eπιλέξαμε αυτό το format για να μπορούμε να ταξιδεύουμε με μεγαλύτερη ευκολία στο εξωτερικό και την επαρχία.

Μου φαίνεται πολύ πιο διασκεδαστικό το να μοιράζεσαι τις εμπειρίες. Tο να μιλάει ένας άνθρωπος μόνος του, το να μην ακουμπάνε κάπου οι λέξεις για να έρχονται πίσω μού προκαλεί κάτι σαν θλίψη.

Οπότε ψάχνω συνέχεια με τι θα ανοίξω διάλογο. Ψάχνω συνέχεια έναν παρτενέρ στην αφήγησή μου.

Ο άμεσος στη δομή αυτής της δραματουργίας είναι ο θεατής· εκεί τώρα υπάρχει ο κίνδυνος να γίνεις έρμαιο των διαθέσεων του κοινού, αλλά υπάρχει και η αδρεναλίνη του ότι ο συνομιλητής αυτός αλλάζει κάθε βράδυ.

Είναι βέβαια και ο Γιάννης Διδασκάλου μόνιμος σιωπηλός συναφηγητής πάνω στη σκηνή· ο προπονητής, ο πατέρας, ο σκηνοθέτης.

Καταλήγω, λοιπόν, να μη το διαχειρίζομαι όλο αυτό ως μονόλογο, αλλά ως διάλογο με συνομιλητή υπό μόνιμη αναζήτηση.

Γράψατε το κείμενο από κοινού με τον Γιάννη Διδασκάλου, τον σκηνοθέτη της παράστασης, με τον οποίο σε συνδέει πολύχρονη φιλία. Πώς μια φιλική σχέση μπορεί να εξελιχθεί σε μια παραγωγική επαγγελματική συνεργασία;

Ο Γιάννης ήταν ο εμψυχωτής της πρώτης μου θεατρικής ερασιτεχνικής ομάδας, δεν ήταν δηλαδή ότι γνωριστήκαμε στο σχολείο, στο πάρκο ή σε κάποιο μπαρ.

Συνδεθήκαμε από την αρχή επειδή μιλούσαμε κοινή γλώσσα στο σύμπαν που κινούμαστε τώρα επαγγελματικά.

Είχαμε και κοινές καταβολές, κοινό αξιακό σύστημα, είμαστε και οι δύο παιδιά της επαρχίας, από οικογένειες δεμένες πολύ, που μας στηρίζουν.

Στην πορεία ζήσαμε και εκατό ζωές μαζί, έχουμε πράγματα να αφηγηθούμε πια, έχουμε ιστορίες να μας δένουν, είναι σημαντικό αυτό.

Η μεταξύ μας επικοινωνία μου φαίνεται οργανική και αβίαστη, κάποια πράγματα είναι πια δεδομένα - και καλώς είναι δεδομένα.

Και να διαφωνήσουμε σε κάτι, θα κλείσουμε με δύναμη την πόρτα του δωματίου και μετά θα την ξανανοίξουμε και θα πούμε: «Λέω να παραγγείλω, πεινάς;»

Η Andy θα μπορούσε να είναι και μια μυθολογική ηρωίδα, που όμως δυσκολεύεται να βρει τις λέξεις. Ποια είναι η σχέση σου με τους μύθους - αρχαίους και σύγχρονους;

Εσύ, ως ηθοποιός και συγγραφέας, τις βρίσκεις, τελικά, αυτές τις λέξεις;

Η σύνδεση της συγκεκριμένης ιστορίας με τους αρχαίους μύθους ήταν πρόταση του Γιάννη, έχει μια αδυναμία στην αρχαία μυθολογία.

Η Αταλάντη ήταν η σκέψη του όταν εγώ αναρωτήθηκα αν θα είχε ενδιαφέρον να βρούμε ένα όνομα που να στέκεται και ως τίτλος όπως στις αρχαίες τραγωδίες: Αντιγόνη, Ιφιγένεια, Ηλέκτρα, Μήδεια. 

Η ηρωίδα μας συγκρούεται με τη μοίρα όπως όλοι οι τραγικοί χαρακτήρες, ανοίγει κουβέντες με το θείο, κάπως της άξιζε να έχει το δικό της ηρώο.

Η μόνη μου ένσταση ήταν ότι Αταλάντη δεν θα λεγόταν ένα κορίτσι που κάνει μποξ σε λαϊκή γειτονιά. Και η Αταλάντη έγινε Άντη.

Με αφορά το βάθος στα πράγματα, δεν έχω υπάρξει αερικό, όσο ζηλευτή και αν μου είναι αυτή η συνθήκη ζωής. Είμαι στέρεη, χτίζω.

Η αρχή, η βάση, χτίζεται από τις ρίζες, την ιστορία, τους μύθους, τις βιογραφίες αυτών που τα ζήσανε ήδη, τον τρόπο που γράψανε άλλοι, το προσωπικό βίωμα, ό,τι έχει ο καθένας στα μπαγκάζια. Εκεί είναι το δύσκολο, όταν ψάχνεις στο πορτ μπαγκάζ.

Οι λέξεις έρχονται μετά από αυτήν την προεργασία. Από λέξεις είμαστε καλυμμένοι, θεωρώ ότι -όπως και η αφηγήτρια- τις βρίσκω αβίαστα.

Προπονείσαι ως μποξέρ εδώ και πέντε χρόνια. Τι κοινό έχουν το μποξ και η υποκριτική τόσο ως ψυχοσωματική, όσο και ως διανοητική εμπειρία/άσκηση;

Ξεκίνησα μποξ την περίοδο που αποφάσισα να πάρω απόσταση από το θέατρο, το χρησιμοποίησα δηλαδή ως υποκατάστατο. Αντιλαμβάνομαι τη βάση τους ως κοινή:

Αν χάσεις τη συγκέντρωση σου ένα κλάσμα του δευτερολέπτου στη σκηνή, ο χρόνος διαστέλλεται, αισθάνεσαι πως έχασες ένα τέταρτο πραγματικού χρόνου, σου κόβονται τα πόδια, μπορεί να χάσεις τη σύνδεση με τον θεατή, την ροή αφήγησής σου.

Στον αγώνα, μάλλον θα καταλήξει στο ότι θα φας μπουνιά.

Το τυχερό μου ήταν πως ο προπονητής μου παίζει μποξ, όπως εγώ παίζω θέατρο.

Δίνει οδηγίες συνέχεια στον εαυτό του, διαβάζει τον αντίπαλο όπως εμείς τον θεατή, προκαλεί λάθη και μετά επιστρέφει στο σωστό, πάει να ξεχαστεί να βολευτεί σε έναν ρυθμό και τραβάει το χαλί μόνος του κάτω από τα πόδια του.




Και πόσο έχει αλλάξει την οπτική σου στο θέατρο η ενασχόληση με το συγκεκριμένο άθλημα;

Μου είναι πολύ πιο εύκολο πια να μη φέρω την όποια συναισθηματική μου κατάσταση από την εκάστοτε καθημερινότητα στην σκηνική αφήγηση. Αν δεν έχεις ψυχραιμία και μπεις συναισθηματικά φορτισμένος σε sparring, θα φας ξύλο εγγυημένα.

Και διαβάζω το δωμάτιο πολύ πιο γρήγορα. Υπολογίζω από πού θα έρθει το κροσέ και έχω κάνει ήδη αποφυγή, επιλέγω πιο στοχευμένα με τι ρυθμό θα μπω, τι πρέπει να κάνω για να κρατήσω το ενδιαφέρον.

Το μποξ είναι άθλημα που βασίζεται στο alert και στο show off.

«Ο έρωτας είναι πολιτική θέση», λέει η Andy. Είναι και το θέατρο μια ερωτική χειρονομία με πολιτική διάσταση, κατά τη γνώμη σου;

Αυτό το λέει η αφηγήτρια, όχι η Andy. Η Andy απλά τα ζει, χωρίς να τα σκέφτεται παραπάνω, δεν ξέρει από πολιτικές θέσεις.

Έτσι όπως αντιλαμβάνομαι εγώ τα πράγματα, και ο έρωτας και το θέατρο εκπροσωπούν καταστάσεις που διαρκούν όσο ένα πυροτέχνημα.

Επενδύεις και πιστεύεις θρησκευτικά σε κάτι που θα διαρκέσει μία στιγμή. Αλλά αυτή η μία στιγμή μπορεί να είναι φαντασμαγορική. Σοβαρά ρομαντική διαδικασία. Το κυνήγι πυροτεχνημάτων είναι μια μορφή αντίστασης στο πεζό, στη βαρύτητα.

Αν όλο αυτό γίνεται με τη συνείδηση της επιλογής κατ’ εξακολούθηση, ε ναι, εκπροσωπεί το πώς βλέπεις την ζωή, το πώς υπάρχεις στον κόσμο, είναι πολιτική θέση.

Πόσο σημαντική είναι η επανα-πολιτικοποίηση της καθημερινότητας σε μια εποχή κατά την οποία η εξουσία επιχειρεί να μας πείσει ότι δεν υπάρχει εναλλακτική στο υπάρχον;

Δεν μπορώ να ανεχτώ μία ζωή που δεν έχει σεισμούς, στην οποία ο χρόνος δε διαστέλλεται, η χρονογραμμή της είναι αναμενόμενη, ο δοθείς αλγόριθμος δεν επεξεργάζεται. Το βόλεμα δε με αντιπροσωπεύει. Το «έλα μωρέ τώρα».

Αν ξέρουμε ήδη πως τα πράγματα είναι όπως είναι, και θα μείνουν εκεί αμετακίνητα, ότι έχουμε έρθει να ζήσουμε όλοι την ίδια ιστορία, από πού να βρούμε δηλαδής όρεξη να συνεχίσουμε;

Δεν ξέρω αν επιλέχτηκε ή σας προτάθηκε, πάντως ο χώρος ο οποίος φιλοξενεί την παράσταση δε θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστός. Πώς, κάθε φορά, ως αθλήτρια και ως ηθοποιός, κατορθώνεις να κατοικείς τους χώρους όπου δρας;

Ο χώρος επιλέχθηκε, έψαχνα μήνες. Ψάχναμε μία αποθήκη να είναι όντως σαν γυμναστήριο μποξ, να παρασέρνουμε τον κόσμο σε ταινία με το που μπαίνει να καθίσει, να μην τον κρατάει σε απόσταση κάποια θεατρική σύμβαση.

Ονειρευόμασταν να είναι εκείνη, μικρή σε μια γιγάντια αποθήκη, σαν κλεισμένη μέσα στο γυμναστήριο αιώνες μέχρι να διαχειριστεί αυτό που της συνέβη. Να βγει από εκεί μόνο όταν είναι έτοιμη.

Και βρίσκουμε αυτόν τον χώρο, ο οποίος πέρα από όλα τα άλλα, έχει και αυτήν την reception που είναι σαν booth προπονητή από αμερικάνικη ταινία. Βλέπεις από το παράθυρο μέσα τον Clint Eastwood να διαβάζει εφημερίδα.

Οπότε σε αυτό το ανέβασμα εγώ απλά πατάω στο πραγματικό του χώρου, δε χρειάζεται να κάνω και πολλά, είναι σαν να με έχουν βάλει σε ένα σετ και να με τραβάνε με κάμερες. Κλεψιά.

Το πεδίο της τέχνης (εντός και εκτός εισαγωγικών) είναι, ως γνωστόν, ανθρωποφαγικό. Του (πρωτ)αθλητισμού διαφέρει σε κάποιον βαθμό; Και αν ναι, σε ποιον;

Με την υποκριτική δεν ασχολούμαι καθόλου σε πλαίσιο καριερίστα ή πρωταθλητισμού. Το απέρριψα πολύ γρήγορα μετά τη σχολή, βλέποντας να διαβρώνονται άνθρωποι και να χάνουν τελείως και την επαφή με την τέχνη τους.

Και στον αθλητισμό είμαι ερασιτέχνης, οπότε δεν μπορώ να πάρω θέση για το επαγγελματικό γίγνεσθαι εκεί, δεν κατεβαίνω σε αγώνες στο μποξ.

Με ενδιαφέρει ο συναγωνισμός, το να έχεις γύρω σου ανθρώπους που σε κάνουν να θες να πας κι εσύ παρακάτω. Θέλω να έχω κάτι να θαυμάζω.

Έχουμε καλέσει πολλούς ανθρώπους με τους οποίους θα θέλαμε να ανοίξουμε διάλογο με την πρόταση που κάνουμε με την Andy: καλλιτέχνες τους οποίους εκτιμάμε, φοιτητές της τέχνης που είναι ακόμα στην αρχή και έχουν ματιά πιο άγραφτη και αθώα.

Ονειρευόμαστε να είναι πραγματικό work in progress αυτή η παράσταση, να αλλάζει με τις συναντήσεις.

Ποιες εσωτερικές αντιστάσεις και ηθικές ποιότητες απαιτούνται, σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να μην καταντήσεις σαν αυτό που εχθρεύεσαι;

Νομίζω ότι χρειάζονται βάσεις και σταθερές, οικογένεια, φίλοι καλοί, άνθρωποι να σε κρατάνε στέρεο, να έχεις να επιστρέφεις για να μη χαθείς. Να εξελίσσεσαι, να μετακινείσαι και να ταξιδεύεις, αλλά να έχεις να επιστρέφεις.

Πώς φαντάζεσαι/φαντασιώνεσαι τον εαυτό σου στο απώτερο μέλλον, ως μποξέρ, ηθοποιό, δασκάλα υποκριτικής και casting associate;

Θα ήθελα συνεχίσω να έχω τη δύναμη της ελευθερίας, να μπορώ να επιλέγω τις περιπέτειες που με αφορούν και να έχω όρεξη να παραμένω πυροτεχνουργός.

Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο είναι της Μαίρης Λεονάρδου.

Η παράσταση Andy, σε δραματουργία-κείμενο Γιάννη Διδασκάλου-Φελίς Τόπη, σκηνοθεσία Γιάννη Διδασκάλου με πρωταγωνίστρια την Φελίς Τόπη, παρουσιάζεται στο θέατρο «ΦΙΑΤ» (Φαλήρου 97, Κουκάκι) κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:15 μέχρι και τις 31 Μαρτίου.



Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Χτίζοντας ρωγμές: Μια συζήτηση με συντελεστές της περφόρμανς «Το Κτίσμα»

 


Βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Φραντς Κάφκα, η μουσική περφόρμανς Το Κτίσμα παρουσιάζεται στην Αθήνα στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων τον Μάρτιο και στη Θεσσαλονίκη στο Θέατρο «Αμαλία» τον Απρίλιο.

Μια συζήτηση με τους συντελεστές της, Θύμιο Ατζακά, Σαβίνα Γιαννάτου και Μαρία Λάππα, ενόψει της έναρξης των παραστάσεων στις 20 Μαρτίου.

Η μουσική βρίσκεται στον πυρήνα των ακαδημαϊκών και καλλιτεχνικών ενασχολήσεών σας τόσο ως πανεπιστημιακός καθηγητής, όσο και ως μουσικός, συνθέτης και παραγωγός.

Με ποιους τρόπους σάς ανατροφοδοτεί ως άνθρωπο, καλλιτέχνη και ερευνητή η σχέση με αυτήν και, πιο συγκεκριμένα, με τις ανατολικές παραδόσεις, στις οποίες έχετε μαθητεύσει;

Θύμιος Ατζακάς: Για μένα, η μουσική είναι ένας τρόπος να κατοικώ τον χρόνο, να οργανώνω την προσοχή μου και να επαναδιαπραγματεύομαι τη σχέση μου με τους άλλους.

Ως άνθρωπο, με ανατροφοδοτεί πρωτίστως μέσα από την ενεργητική ακρόαση και τα μοιράσματα, πάντοτε μου ήταν πιο ευχάριστο να μοιράζομαι την μουσική των άλλων με άλλους, να δημιουργώ δίκτυα ενεργών ακροατών και μουσικών.

Μεγάλωσα και διαμορφώθηκα ως αδηφάγος καταναλωτής κάθε είδους μουσικής, έτσι σήμερα αναζητώ την ικανότητα να βιώνω τη μουσική πιο κάθετα, σαν καθημερινή άσκηση παρουσίας:

Με προσγειώνει, με καθαρίζει, με επαναφέρει σε μια αίσθηση ισορροπίας, η οποία, σε εμένα τουλάχιστον, δεν είναι μία αυτονόητη κατάσταση.

Ως μουσικός, ουδέποτε παρέμεινα προσηλωμένος σε μία παράδοση, γι’ αυτό και δε θεωρώ τον εαυτό μου ως ειδήμονα σε καμία από αυτές.

Υπηρέτησα για πολλά χρόνια την παλαιά και κλασική μουσική ως κιθαριστής, ασχολήθηκα εντελώς εμπειρικά με την σύγχρονη πειραματική και αυτοσχεδιαζόμενη μουσική και τα τελευταία δέκα χρόνια δημιουργώ με ερασιτεχνική διάθεση κάποιες πιο παραστατικές συνθέσεις που φλερτάρουν με διάφορα ακούσματα (όπως η ηλεκτροακουστική μουσική και ο σπεκτραλισμός, το ambient, το spoken word κ.ά.).

Παράλληλα,  αναζητώ τρόπους συνύπαρξης μουσικής και περφόρμανς.

Oι ανατολικές παραδόσεις και η αγαπητική μου σχέση με το ούτι με έχουν διδάξει μια άλλη οικονομία του υλικού:

Τη σημασία του συνεχούς ήχου (του «κρατήματος»), της τροπικότητας, της μικροκίνησης στον τονικό χώρο, της λεπτομέρειας του ηχοχρώματος, της σχέσης ανάμεσα σε επανάληψη και μεταμόρφωση.

Αυτή η λογική περνά στη δουλειά μου είτε όταν δουλεύω με εθνογραφικά ίχνη (ηχογραφήσεις πεδίου, αναλογικά αποτυπώματα, βινύλιο), είτε όταν τα φέρνω σε διάλογο με φυσικά όργανα.

Ως ερευνητή και πανεπιστημιακό (Τμήμα Μουσικής Επιστήμης & Τέχνης ΠΑΜΑΚ), με ενδιαφέρει να συνομιλώ με τους φοιτητές μου και να μοιράζομαι μαζί τους την ενσώματη μουσική εμπειρία χτίζοντας γέφυρες που μπορούν να μας μεταφέρουν στις γενεαλογίες και τις ανατομίες του ήχου ή στο πεδίο της μουσικής εθνογραφίας και της εθνομουσικολογίας.

Κατά βάθος, ασκούμαστε παρέα στο να ακούμε τους άλλους με προσοχή και ευκρίνεια αλλά και να πλησιάζουμε στο κέντρο μας για να συναντήσουμε την ησυχία.

Αυτή είναι μία άσκηση που ποτέ δεν είναι αρκετή, γι’ αυτό και παραμένουμε πάντα ασκούμενοι, δάσκαλοι και μαθητές. 

Βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Φραντς Κάφκα, η μουσική περφόρμανς Το Κτίσμα παρουσιάζεται στην Αθήνα στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων τον Μάρτιο και στη Θεσσαλονίκη στο Θέατρο Αμαλία τον Απρίλιο.

Γιατί (να) εξακολουθεί να μας απασχολεί ο Κάφκα και το συγκεκριμένο κείμενό του, έναν και πλέον αιώνα μετά τον θάνατο του συγγραφέα;

Θ.Α.: Ο Κάφκα εξακολουθεί να μας απασχολεί γιατί κατάφερε να πραγματευτεί, με την διάνοια ενός ψυχαναλυτή και τη φόρτιση ενός καλλιτέχνη, έναν εσωτερικό μηχανισμό που σήμερα μοιάζει να ορίζει την καθημερινότητά μας:

Τον ανήσυχο νου που χτίζει καταφύγια για να σωθεί και τελικά παγιδεύεται μέσα τους.

Στο Κτίσμα ο ήρωας-τρωκτικό ζει σε υπόγειους λαβυρίνθους, αφουγκράζεται διαρκώς ήχους και κραδασμούς, και όσο περισσότερο οργανώνει την ασφάλειά του τόσο περισσότερο βυθίζεται στη ξενότητα, την καχυποψία και τον αυτοοικτιρμό.

Η ακοή του δεν είναι απλώς μια οξεία αίσθηση· γίνεται το όριο της ύπαρξής του, ένας μετρητής κινδύνου που δεν ησυχάζει ποτέ.

Έναν αιώνα μετά, οι «κραδασμοί» έχουν πολλαπλασιαστεί: ειδοποιήσεις, ειδήσεις, επιτήρηση, φόβοι, αλγόριθμοι, εσωτερικοί μονόλογοι, μια αθόρυβη αποξένωση του Εγώ από τον Εαυτό.

Χτίζουμε κι εμείς κτίσματα -φίλτρα, ταυτότητες, μικρές ιδιωτικές φωλιές- με την ίδια ελπίδα για γαλήνη και την ίδια δυσκολία να βιώσουμε ενότητα.

Η αρχετυπική ζωόμορφη φιγούρα του έργου εκφράζει μια απολύτως ανθρώπινη φύση: τον θορυβώδη νου και τη μοναχική εγώτητα του μετανεωτερικού ανθρώπου.

Και το ότι το κείμενο μένει ανολοκλήρωτο, κομμένο στη μέση μιας πρότασης, μοιάζει με τη δική μας εποχή: καμία υπόσχεση εκπλήρωσης, μόνο μια ανοιχτή διαδικασία μεταμορφώσεων.

Γι’ αυτό, στη σκηνή, ως συμβάν ήχου-λόγου-σώματος, το Κτίσμα δεν «ερμηνεύεται» απλώς: μάς ζητά να το ακούσουμε - και να αναγνωρίσουμε το δικό μας εσωτερικό τοπίο.

Το δρώμενο συνιστά δημιουργική συνέργεια πέντε ανθρώπων: των Σαβίνας Γιαννάτου, Μαρίας Λάππα, Αλέξανδρου Σεϊταρίδη, Γιώργου Σταυριανάκη και της δικής σας.

Θα θέλατε να μου ιχνηλατήσετε τη διαδρομή του έργου στον χωροχρόνο από την αρχική σύλληψη μέχρι την υπό εξέλιξη υλοποίησή του στο πλαίσιο αυτής της συνέργειας, καθώς και τις τυχόν δυσκολίες ή/και προκλήσεις;

Θ.Α.: Η πρώτη σύλληψη του Κτίσματος ως περφόρμανς ξεκίνησε πριν από δύο χρόνια με μια επίμονη ιδέα: να αντιμετωπίσω το κείμενο όχι ως αναλόγιο θεατρικής ανάγνωσης, αλλά ως μια παρτιτούρα εσωτερικών δονήσεων.

Από εκεί γεννήθηκε η ανάγκη για μια ζωντανή, τετραφωνική ηχητική αρχιτεκτονική με live electronics και live vinyl sampling, ώστε ο θεατής να μπαίνει μέσα στον λαβύρινθο - όχι να τον παρατηρεί απέξω.

Σε δεύτερο στάδιο, κάλεσα τη Σαβίνα Γιαννάτου, γιατί μέσα από τη διαχρονική φιλία και συνεργασία μας ήμουν βέβαιος πως η περσόνα της θα υπηρετούσε με τον καλύτερο τρόπο την ενσάρκωση του καφκικού πλάσματος.

Η φωνή της μπορεί να υπερβεί την κοινή γλώσσα αλλά και το τραγούδι: να γίνει ο ίδιος ο πολύπλοκος μηχανισμός σκέψης του ήρωα.

Η είσοδος της Μαρίας Λάππα άνοιξε το έργο προς την σωματικότητα και την υλικότητα, μέσα από την κινησιολογική της επιμέλεια, την εισαγωγή φυσικών υλικών και μιας Βutoh-λογικής που δεν «εικονογραφεί», αλλά αποκαλύπτει το εσωτερικό τοπίο.

Παράλληλα, πιστεύω πως η Μαρία αφύπνισε -τόσο σε μένα όσο και στην Σαβίνα- την ανάγκη να εξερευνήσουμε αχαρτογράφητες περιοχές του ψυχισμού μας μέσα από την επιτέλεση.

Με τον ευρηματικό Αλέξανδρο Σεϊταρίδη, οι προβολές/video mapping και οι φωτισμοί υπηρετούν ένα μεταβαλλόμενο χώρο που αναπνέει μαζί με τους ήχους και το κείμενο.

Τέλος, ο Γιώργος Σταυριανάκης, μέσα από τη φωτογραφική επιμέλεια/καταγραφή, λειτούργησε ως «δεύτερη μνήμη» της διαδικασίας - ένα βλέμμα που μάς επιστρέφει τι πραγματικά συμβαίνει στις πρόβες και στη σκηνή.

Οι βασικές προκλήσεις είναι να κρατήσουμε την ένταση χωρίς να γίνουμε περιγραφικοί, να ισορροπήσουμε μεταξύ του καταιγιστικού λόγου και της αφαίρεσης και, βέβαια, να περάσουμε καλά επάνω στη σκηνή, να μοιραστούμε τις αγωνίες μας χωρίς να διαμελιστούμε μέσα στους ατελείωτους λαβύρινθους του έργου.




Το κείμενο, πρωταγωνιστής του οποίου είναι ένα ζωόμορφο πλάσμα, «πραγματεύεται τον θορυβώδη νου και τη φοβική εγωκεντρικότητα του σύγχρονου ανθρώπου» που αποζητά την ευχαρίστηση και αποφεύγει τον πόνο.

Σ’ αυτές τις αντιφάσεις περικλείεται η τραγωδία, αλλά ίσως και η ελπίδα του σύγχρονου ανθρώπου; Ή και αλλού;

Θ.Α.: Ναι, αυτές οι αντιφάσεις είναι ο πυρήνας της τραγωδίας:

Το πλάσμα θέλει την ηδονή της ασφάλειας, της αυτάρκειας, της «τακτοποίησης» του κόσμου, αλλά το ίδιο του το σχέδιο το καταδικάζει σε μια ζωή υπερεγρήγορσης που δεν πιάνει ποτέ ρίζες, δεν κατοικεί τη ζωή αλλά μόνο την διεκδικεί μέσα από το φίλτρο της εγώ - συνειδητότητας.

Όσο περισσότερο αποφεύγει τον πόνο, τόσο περισσότερο τον αναπαράγει ως πιθανότητα· ο φόβος γίνεται τρόπος σκέψης, και η εγωκεντρικότητα - όχι ως ναρκισσισμός αλλά ως κλειστό κύκλωμα αυτοπροστασίας - παράγει απομόνωση.

Η τραγωδία δεν είναι ότι υπάρχει απειλή∙ είναι ότι ο νους του ήρωα κατακερματίζεται στην προσπάθειά του να δημιουργήσει επίπλαστους κόσμους όπου η ψευδαίσθηση της απειλής εμφανίζεται ως πραγματική.

Ο εγκέφαλος του, όπως και ο δικός μας, προσλαμβάνει ατελώς τον αντικειμενικό κόσμο μέσα από τις αισθήσεις και άλλους βιολογικούς και εξελικτικούς μηχανισμούς, ως κάτι χωριστό, ως ξενότητα, χωρίς ενσυναίσθηση και χωρίς πίστη στην ενότητα όλων των όντων.

Αλλά η ελπίδα, κατά τη δική μου αίσθηση, δε βρίσκεται απλώς μέσα στην καφκική αντίφαση, ούτε στην εύκολη υπέρβασή της.

Βρίσκεται αλλού: στην πιθανότητα να μείνουμε λίγο μέσα στον θόρυβο χωρίς να τρέξουμε να τον «κλείσουμε», να αντέξουμε τη διάρκεια, να δεχτούμε τη ρωγμή.

Εκεί εμφανίζεται μια μετατόπιση της προσοχής από το «πώς θα σωθώ» από τους επινοημένους εχθρούς στο «πώς θα σχετιστώ» με αυτούς.

Περισσότερο ή λιγότερο, όσες και όσοι συνεργείτε στην εν λόγω μουσική περφόρμανς έχετε επίσης θητεύσει στον αυτοσχεδιασμό.

Ο αυτοσχεδιασμός ενέχει ελευθερία, αλλά προϋποθέτει και μια ορισμένη (αυτό)πειθαρχία/γνώση κανόνων και τρόπων. Πώς κάθε φορά χτίζεται ο δρόμος προς αυτήν την ελευθερία;

Θ.Α.: Ο δρόμος προς την ελευθερία του αυτοσχεδιασμού, για μένα προσωπικά, δε χτίζεται με την κατάργηση των ορίων και την αντικατάστασή τους από νέους διανοητικούς μηχανισμούς, αλλά με τη διερεύνηση των φυσικών αυτών ορίων και με μια ανιδιοτελή, αναστοχαστική εξερεύνηση του ήχου.

Συνεπώς, ο μουσικός-αυτοσχεδιαστής ασκείται συνεχώς στο να ξε-μαθαίνει. Αντί να επιστρατεύει την προϋπάρχουσα γνώση, αφήνεται στην περιέργειά του για το άγνωστο, παραμένοντας εναργής.

Η ελευθερία αυτή δε διεκδικείται· εμφανίζεται αυθόρμητα όταν συνειδητοποιούμε πως δε χρειάζεται να ελέγξουμε τα πάντα - αρκεί να μένουμε συντονισμένοι, με λιγότερες βεβαιότητες, περισσότερη ενεργητική ακρόαση και ένα κοινό πλαίσιο που κρατά τη φόρμα ζωντανή.

Σαβίνα Γιαννάτου.: Εγώ θα ρωτούσα το αντίθετο: πώς από την ελευθερία βρίσκετε τα όρια και τους κώδικες μέσα στον αυτοσχεδιασμό...

Γιατί η αλήθεια είναι ότι η ελευθερία είναι το πρώτο που αποζητά κανείς για να αρχίσει να αυτοσχεδιάζει. Το πώς θα σπάσει δηλαδή τους ήδη υπάρχοντες κανόνες.

Έτσι, με την αυταπάτη της απόλυτης ελευθερίας μπαίνεις μέσα σε έναν κόσμο που έχει επίσης όρια και κανόνες, όπως η κάθε μορφή επικοινωνίας.

Και τα μαθαίνεις με τον ίδιο τρόπο που μαθαίνει κανείς τα όρια σε όλες τις σχέσεις. Επί τόπου.

Mαρία Λάππα: Ο αυτοσχεδιασμός απαιτεί υπέρβαση των οικείων νευρωνικών διαδρομών στις οποίες ο εγκέφαλος τείνει να επαναπαύεται, αναπαράγοντας γνώριμα σχήματα, ασφαλείς ρυθμούς, προβλέψιμες χειρονομίες.

Στον αυτοσχεδιασμό, η φόρμα συγκροτείται, αποδομείται και επανασυντίθεται σε πραγματικό χρόνο. Η γένεση και η κατάρρευσή της συμβαίνουν ταυτόχρονα, μέσα στο ίδιο παρόν.

Σε ένα κοινωνικό και πολιτισμικό πεδίο διαποτισμένο από αυτό που ο Pierre Bourdieu ονόμασε habitus -δηλαδή το σύνολο των εσωτερικευμένων δομών που οργανώνουν την αντίληψη, τη δράση και την επιθυμία- η επινοητικότητα στο «εδώ και τώρα» που επιτάσσει ο αυτοσχεδιασμός προυποθέτει την διερεύνηση και κατανοήση αυτών των ψυχοφυσικών διαδικασιών.

Top of Form

Bottom of Form

Δραστηριoποιείστε στα πεδία του ελεύθερου φωνητικού αυτοσχεδιασμού και της free jazz από το 1992. Υπό ποια έννοια είναι η φωνή εργαλείο αυτοανακάλυψης/αυθυπέρβασης;

Σ.Γ.: Ξεκινάς να τραγουδάς γιατί σε ευχαριστεί.

Σε ευχαριστεί όχι μόνον η διαδικασία αυτή καθ’ εαυτή, ο ήχος δηλαδή, αλλά και το ότι μέσω του τραγουδιού έρχεσαι σε επαφή με άλλους ανθρώπους και τραγουδάς μαζί τους φτιάχνοντας κάτι από κοινού, δημιουργώντας κάτι μαζί. Και μετά έρχεται το κοινό.

Το κοινό, όσο μικρό και αν είναι σε αριθμό, δημιουργεί μία άλλη αίσθηση του εαυτού, στον τραγουδιστή-καλλιτέχνη.

Οι συμπεριφορές των ανθρώπων που σε ακούν είναι διαφορετικές απ’ αυτές όσων δεν σε γνωρίζουν. Η διαφορά της «αποδοχής» των μεν από τους δε είναι τεράστια.

Χτίζεις, δηλαδή, πάνω στο τραγούδι έναν καινούργιο εαυτό, που σε διευκολύνει να επικοινωνείς με τους άλλους σε πολλά επίπεδα.

Άρα, τι να σας πω για την αυτοανακάλυψη μέσω της φωνής; Που στην περίπτωσή μου δεν είναι μόνο μέσω της φωνής αλλά μέσω του επαγγέλματος εξαιτίας της φωνής.

Το θέμα «αυτοσχεδιασμός» βέβαια ανοίγει κάποια πεδία πολύ πιο προσωπικά. Μπαίνεις πολύ περισσότερο σε μια συνειρμική διαδικασία την ώρα που αυτοσχεδιάζεις παρά όταν τραγουδάς μια ήδη υπάρχουσα σύνθεση.

Ο ήχος που παράγεις από το μηδέν, σου δημιουργεί το συναίσθημα και το συναίσθημά σου προκαλεί τον επόμενο ήχο.

Αυτό είναι για μένα η free jazz και είμαι ευγνώμων προς όσους με βοήθησαν να την ανακαλύψω.

Η δυνατότητά μου να μπορώ να υπάρχω και ως περφόρμερ έχει καλλιεργηθεί κυρίως μέσα από τον αυτοσχεδιασμό.

Άρα και εδώ, στο Κτίσμα, η εκφορά του λόγου συνδυάστηκε αρκετά με τα φωνητικά μου «υλικά»... Ακολουθώ οδηγίες οι οποίες όμως είναι αρκετά ανοιχτές, ώστε να χωρέσουν και αυτό που είμαι.

Επί δεκαεπτά έτη, μαθητεύετε αδιάλειπτα στο Butoh. Τι έχετε μάθει για τον εαυτό σας ως άνθρωπο και καλλιτέχνιδα μέσα από αυτήν τη μαθητεία;

M.Λ.: Έμαθα να αντιλαμβάνομαι το ανθρώπινο σώμα ως μια μήτρα μεταμόρφωσης, μέσα στην οποία φυλάσσεται ένα ζωντανό, άχρονο αρχείο. Κατοικώ τον κόσμο μέσα από το σώμα μου.

Η πρόσληψη της πραγματικότητας, οι βαθύτερες και ρηχότερες διεργασίες του συνειδητού και του ασυνείδητου, η σχέση με τον Άλλον και με το κοινωνικό περιβάλλον συγκροτούνται ενσώματα.

Για μένα, το Butoh αποτελεί ένα ριζοσπαστικό καλλιτεχνικό πεδίο που επαναπροσδιορίζει τη σχέση του σώματος με το εκάστοτε φυσικό και κοινωνικό οικοσύστημα που κατοικεί.

Γεννημένο το 1958, σε μια μεταπολεμική Ιαπωνία, το Butoh επιχείρησε μια ρηξικέλευθη τομή στον τρόπο οπτικοποίησης και ορχηστικής απόδοσης του επιτελούντος σώματος, αντηχώντας τα τραυματικά αποτελέσματα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η μεταπολεμική του συνθήκη υπήρξε το ιστορικό του υπόστρωμα.

Ωστόσο, η βαθύτερη τομή που εισήγαγε -η αποδόμηση της θεαματικής μορφής, η απο-ιεράρχηση της δεξιοτεχνίας, η ανάδυση του σώματος ως πεδίου τραύματος και φαντασιακής ανασύνθεσης- του επέτρεψε να λειτουργήσει διαπολιτισμικά.

Στο δυτικό πλαίσιο, όπου το σώμα έχει διαμορφωθεί μέσα από μακρά παράδοση δυϊσμών (σώμα/πνεύμα, φύση/πολιτισμός, λογική/ένστικτο) και από βιοπολιτικούς μηχανισμούς πειθάρχησης και κανονικοποίησης, το Butoh δρα ως πρακτική επαναρύθμισης.

Εισάγει μια αντι-κανονιστική σωματικότητα που εκθέτει την εύθραυστη κατασκευή της ταυτότητας.

Έτσι, συνομιλεί ουσιαστικά και με το δυτικό σώμα, το οποίο φέρει τις δικές του ιστορικές εγγραφές: αποικιακές, καπιταλιστικές, πατριαρχικές, τεχνολογικές.

Η  πρακτική καθίσταται ένας μηχανισμός απο-κωδικοποίησης αυτών των εγγραφών, επιτρέποντας στο σώμα να επανεμφανιστεί ως διαδικασία και όχι ως σταθερή μορφή.

Αυτή η κατανόηση του σώματος ως δυναμικού, ασταθούς και μεταμορφωτικού πεδίου υπήρξε καθοριστική και για τη δική μου καλλιτεχνική διαδρομή, οδηγώντας με σε ουσιαστική συνομιλία με το πεδίο της εικαστικής performance και με τη δουλειά του μέντορά μου, Olivier de Sagazan.

Στο πλαίσιό της, το σώμα προσεγγίζεται ως ύλη υπό συνεχή αναδιαμόρφωση και μέρος αυτής θα ζωντανέψουμε σκηνικά στην παρούσα περφόρμανς.

Στην Αθήνα, η περφόρμανς φιλοξενείται στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων.

Σε τι συνίσταται η συμβολή των μικρότερων, ανεξάρτητων χώρων στην καλλιέργεια και προαγωγή μιας διαφορετικής, όντως συλλογικής, μη καταναλωτικής βίωσης της τέχνης;

Θ.Α.: Οι μικρότεροι, ανεξάρτητοι χώροι λειτουργούν ως κοινότητες και όχι ως μηχανές κατανάλωσης. Δεν πουλάνε απλώς ένα event∙ καλλιεργούν μια σχέση.

Το ΚΕΤ, όπως και κάποιοι άλλοι μικροί χώροι, δίνει ιδιαίτερο βάρος στον πειραματισμό, παλεύοντας να επιβιώσει.

Το καταφέρνει διότι καλλιεργεί συνθήκες εγγύτητας μεταξύ καλλιτεχνών και ακροατών, δίνει δικαίωμα στο ρίσκο και αντιμετωπίζει τους μουσικούς με μία αξιοπρέπεια που σπανίζει σε μεγάλους θεσμικούς φορείς ή σε χώρους με περισσή αίγλη.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η ίδια η μουσική κοινότητα ανταποδίδει αναλόγως προσφέροντας τον καλύτερο εαυτό της.

«Το ζήτημα δεν είναι να κάνουμε πολιτικές ταινίες, αλλά να κάνουμε ταινίες πολιτικά», υποστήριζε ο Γκοντάρ. Πώς εμπεριέχεται το πολιτικώς πράττειν στο modus operandi σας;

Θ.Α.: Εξαρτάται από το ποιος -και με ποια γλώσσα εξουσίας- ορίζει τι είναι «πολιτικό» και τι όχι.

Σήμερα, ο πολιτικός βίος των καλλιτεχνών συχνά ασφυκτιά μέσα σε ταμπέλες, σε ρόλους ορθότητας και σε μια πρωτοφανή συστημική αυτοαναφορικότητα.

Στην πραγματικότητα, είμαστε κι εμείς ποιότητες-εκδηλώσεις αυτού του κοινωνικού γίγνεσθαι, συχνά προβλέψιμοι και ταυτισμένοι με τα ρεύματα της εποχής μας.

Αν υπάρχει πολιτική πράξη στην τέχνη, χωρίς να υποβόσκει εντός της ένας ιδεολογικός ελιτισμός, για μένα βρίσκεται αλλού: στην αυτοπαρατήρηση και στην από - εγω - κέντρωση.

Στο να αναγνωρίζουμε τους περιορισμούς μας στον μηχανισμό της ταυτότητάς μας και να μην τον κάνουμε οχυρό. Να μη χτίζουμε άλλα κτίσματα, αλλά ρωγμές - για να υπάρχει πιθανότητα να αποκτήσουμε νέες συνάψεις.

Ευχαριστώ θερμά τον Θύμιο Ατζακά για τον συντονισμό της συνέντευξης και για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού του Γιώργου Σταυριανάκη.

Ευχαριστώ, επίσης, ιδιαιτέρως τις Σαβίνα Γιαννάτου και Μαρία Λάππα για την ξεχωριστή συμβολή τους.

Η μουσική περφόρμανς Το Κτίσμα παρουσιάζεται στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων (Κύπρου 91Α & Σικίνου 35Α, Κυψέλη) Παρασκευή & Σάββατο, 20, 21, 27 & 28 Μαρτίου 2026 στις 21:00.




Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Χασάν Χάντι: «Δεν μπορείς να απελευθερώσεις σκοτώνοντας»

 


Αδυσώπητη ανατομία μιας χώρας σε πόλεμο και μια γλυκόπικρη ιστορία ενηλικίωσης, το βραβευμένο στις Κάννες ντεμπούτο του Ιρακινού σκηνοθέτη Χασάν Χάντι, Η Τούρτα του Προέδρου, είναι από τις φιλμικές εκπλήξεις της χρονιάς.

Μια συζήτηση μαζί του με αφορμή την κυκλοφορία της ταινίας στους κινηματογράφους.

Πρώην δημοσιογράφος και κατόπιν καθηγητής πανεπιστημίου και σκηνοθέτης, μεγαλώσατε στο Νότιο Ιράκ κατά τη διάρκεια του πολέμου της δεκαετίας του 1990, ενώ ζήσατε και εργαστήκατε στις Η.Π.Α.

Σε ποιον βαθμό η ενηλικίωση κατά τη διάρκεια του πολέμου έχει διαμορφώσει την κινηματογραφική σας ματιά;

Δεν εργάζομαι και δε ζω στις Η.Π.Α. πλέον. Πήγα για να σπουδάσω για το μεταπτυχιακό μου στο NYU και δίδαξα κατά τη διάρκεια των σπουδών μου εκεί.

Στη συνέχεια, επέστρεψα στη Βαγδάτη προκειμένου να προετοιμαστώ για την ταινία και να ξεκινήσω την προ-παραγωγή της. Ζω ακόμα στο Ιράκ, και συγκεκριμένα στη Βαγδάτη.

Κρυβόμουν κάτω από τις σκάλες, δραπετεύοντας από την πόλη στα χωριά και ξυπνώντας με τις σειρήνες αντί για τα ξυπνητήρια. Δυστυχώς, τα παιδικά μου χρόνια ήταν γεμάτα στιγμές τρόμου και κινδύνου.

Ήταν θέμα επιβίωσης. Σε πλαίσιο επιβίωσης, αρχίζεις να βλέπεις τα πράγματα διαφορετικά. Κάνεις διαφορετικές ερωτήσεις και περιμένεις διαφορετικές απαντήσεις. Η σκληρότητα των πολέμων σε ωθεί να σκέφτεσαι έξω από τα συνηθισμένα.

Οι φυσικές/ρεαλιστικές ιστορίες αρχίζουν να μην έχουν πια σημασία. Η ψυχή σου αρχίζει να ψάχνει για κάτι διαφορετικό. Κάτι που σου δίνει ελπίδα και ένα είδος εξήγησης. Αρχίζεις να ψάχνεις περισσότερο για μαγικές λύσεις ή θαύματα.

Νομίζω ότι επηρέασε τον τρόπο ζωής μου και την αντιμετώπιση των δυσκολιών. Επιπλέον, ο πόλεμος, η φτώχεια και η ζωή υπό ένα αυστηρό, βάναυσο καθεστώς δοκιμάζουν την πίστη και τις πεποιθήσεις σου.

Όπως μπορείτε να δείτε, ο πόλεμος στο Ιράν έχει ξεσπάσει και έχει επηρεάσει ολόκληρη την περιοχή, συμπεριλαμβανομένου του Ιράκ.

Αυτός είναι ένας κύκλος βίας. Πρέπει να σταματήσει. Δεν μπορείς να καταπολεμήσεις τη βία προκαλώντας βία. Δεν μπορείς να απελευθερώσεις σκοτώνοντας. Και δεν μπορείς να φέρεις ευημερία επιβάλλοντας κυρώσεις και βομβαρδισμούς.

Δυστυχώς, το βλέμμα μου προς τον κόσμο εξακολουθεί να διαμορφώνεται μέσα από αυτόν τον κύκλο βίας. Ελπίζω να τελειώσει σύντομα. Ωστόσο, δεν είμαι αισιόδοξος.




Με ποιους τρόπους η πολεμοχαρής κυβέρνηση Τραμπ σάς θυμίζει το Ιράκ υπό την κυριαρχία του Σαντάμ;

Δυστυχώς, η αίσθηση είναι πολύ παρόμοια. Όλα συμβαίνουν τόσο γρήγορα και χωρίς προειδοποίηση. Όσο κι αν προετοιμαστείς ψυχικά ή σωματικά, όταν συμβεί σε τραντάζει μέχρι το κόκκαλο και διαταράσσει την ισορροπία σου.

Βρίσκεσαι σε ηθική σύγκρουση και αναρωτιέσαι: Πρέπει να χαίρομαι που μας βομβαρδίζουν για να απαλλαγώ από τον Σαντάμ; Ή μήπως πρέπει να λυπάμαι επειδή η χώρα μου καταλαμβάνεται από ξένο στρατό; Είναι περίπλοκο.

Είναι σαν να έχεις κολλήσει με έναν κακοποιητικό πατέρα, και η μόνη διέξοδος φαίνεται να είναι ένας άγνωστος πατριός να έρθει και να ξυλοκοπήσει τους πάντες στο σπίτι. Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις, μόνο εύκολες ερωτήσεις.

Η Τούρτα του Προέδρου είναι μια αδυσώπητη ανατομία μιας χώρας σε πόλεμο, μια γλυκόπικρη ιστορία ενηλικίωσης και μια μαρτυρία της επιμονής ενός ανθρώπου -εν προκειμένω ενός κοριτσιού- στην επίτευξη του στόχου του, επιβεβλημένου ή μη.

Πόσο απαιτητική ήταν η απεικόνιση των διαφορετικών πτυχών του πολιτικού και κοινωνικού ιστού της ζωής στη χώρα σας, χωρίς να υποβαθμίζεται καμία από αυτές προκειμένου ίσως να γίνετε «αρεστός» στο Δυτικό κοινό;

Δεν μπορείς να σκέφτεσαι πραγματικά το κοινό όταν γυρίζεις μια ταινία, είτε αυτό το κοινό είναι Δυτικό, Ανατολικό ή οτιδήποτε άλλο.

Γυρίζεις ένα φιλμ ή δημιουργείς οποιοδήποτε είδος έργου τέχνης επειδή δεν μπορείς να αντισταθείς στο πάθος και την επιθυμία σου να εκφραστείς.

Επομένως, το πρώτο και πιο σημαντικό κοινό που πρέπει να ευχαριστήσω και να ικανοποιήσω είναι «ο εαυτός μου».

Είναι τόσο εγωιστικό να το λες, αλλά η δημιουργία τέχνης είναι κάπως εγωιστική. Και αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να δημιουργήσεις ένα έργο μοναδικό, εντυπωσιακό και ενδιαφέρον.

Επομένως, η δημιουργία μιας ταινίας είναι πάντα μια διαδικασία από μέσα προς τα έξω, αντί για έξω προς τα μέσα. Ωστόσο, ήταν ένα απαιτητικό ταξίδι να γυρίσω το συγκεκριμένο φιλμ.

Όταν άρχισα να γράφω το σενάριο, υποσχέθηκα στον εαυτό μου να αφήσω στην άκρη την πολιτική μου οπτική και να παραμείνω πιστός και ειλικρινής στις αναμνήσεις μου και στην κοινότητα στην οποία μεγάλωσα.

Η ίδια η ταινία δεν είναι πολιτική. Το πλαίσιο και το περιβάλλον όπου υπάρχουν οι χαρακτήρες είναι, αλλά όχι η ίδια.

Ωστόσο, κάποιοι πιστεύουν ότι προσπαθώ να μεταφέρω κάποιο είδος πολιτικής ατζέντας ή πως το φιλμ προσπαθεί να προβεί σε μια συγκεκριμένη πολιτική δήλωση.

Προσπαθώ να εξηγήσω ότι δεν επιδιώκω κάτι τέτοιο, αλλά έχω αποδεχτεί πως από τη στιγμή που θα απελευθερώσεις το έργο σου στον κόσμο, αυτό δε σου ανήκει πλέον.

Ο χαρακτήρας του σεξουαλικού παραβάτη στην αγορά είναι εντυπωσιακός. Πείτε μου λίγα περισσότερα για αυτήν την επιλογή και τις ευρύτερες συνδηλώσεις της.

Όταν γνώρισα τον χασάπη της ταινίας, αρχικά τον προόριζα για τον χαρακτήρα του Τζασίμ, του ταχυδρόμου. Αλλά όταν του μίλησα, ένιωσα ότι έκρυβε μυστικά στη ζωή του.

Και με κάθε συζήτηση, ανακάλυπτα κάτι καινούργιο γι’ αυτόν. Μιλούσε και συμπεριφερόταν με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Και επειδή ο ίδιος έχει εργαστεί ως χασάπης στο παρελθόν, σκέφτηκα πως αυτό θα ήταν τέλειο για τον χαρακτήρα.

Ακόμα και όταν επρόκειτο να του ταιριάξουμε το κοστούμι του, φορούσε ρούχα που θεωρούσα πολύ καλύτερα από την επιλογή μας. Μετά, αγοράσαμε το πουλόβερ του και αποφασίσαμε ότι θα ήταν το κοστούμι του για τη σκηνή.

Έτσι, την ημέρα του γυρίσματος, εμφανίστηκε σε μια δουλειά την οποία είχε κάνει στο παρελθόν, φορώντας τα δικά του ρούχα. Τότε, το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να δώσω μια φρέσκια πνοή στην κατάσταση, ώστε να αντιδράσει με ειλικρίνεια.




Θεωρείτε την ταινία σας μια ιστορία ενηλικίωσης; Αν ναι, γιατί;

Δεν ξέρω αν είναι ιστορία ενηλικίωσης. Για μένα, είναι περισσότερο μια ρομαντική ταινία.

Αφορά τον πρώτο έρωτα, την πρώτη καψούρα και το μαγικό ταξίδι μαζί στη σκιά του πολέμου, των κυρώσεων και της δικτατορίας. Αφορά στη δύναμη της αγάπης, της φιλίας και της θυσίας.

Και νομίζω ότι η διάσταση της ενηλικίωσης ισχύει μόνο μέχρι ενός σημείου για το φιλμ.

Γιατί επιλέξατε τον χαρακτήρα ενός μικρού κοριτσιού (Μπανίν Άχμαντ Ναΐφ) ως τον πρωταγωνιστικό;

Μεγάλωσα σε ένα σπίτι με έντονη γυναικεία παρουσία.

Παρόλο που ο πατέρας μου ήταν εκεί, οι άνδρες δεν ήταν τόσο παρόντες. Είτε βρίσκονταν σε μέτωπα πολέμου, είτε εγκατέλειπαν τη χώρα, είτε φυλακίζονταν για πολιτικούς λόγους και βασανίζονταν.

Επομένως, βίωσα από πρώτο χέρι το ότι οι γυναίκες και τα παιδιά είναι τα πρώτα θύματα τέτοιων συνθηκών όπως ο πόλεμος, η φτώχεια, ακόμη και η δικτατορία. Κατά τη δική μου αντίληψη, οι γυναίκες ενεργούσαν σαν υπερηρωίδες.

Έγινα μάρτυρας τού πώς οι γυναίκες έπρεπε να σηκώνουν το βάρος και την ευθύνη της ανατροφής των παιδιών, να διατηρούν την οικογένεια ενωμένη και να παρέχουν τα προς το ζην σε όλους.

Τα πέρασαν όλα αυτά σε μια ανδροκρατούμενη και αρρενωπή κοινωνία, όπου τα δικαιώματά τους μπορούν εύκολα να καταπατηθούν και να συνθλιβούν.

Ως σκηνοθέτης, ήταν πιο ενδιαφέρον να αφηγηθώ αυτήν την ιστορία από γυναικεία οπτική γωνία. Η ιδέα ενός μικρού κοριτσιού που φεύγει και αντιμετωπίζει τον κόσμο και την κοινωνία μόνη της ήταν ταυτόχρονα τρομακτική και ενδιαφέρουσα.

Θα σταθώ λίγο στην ερμηνεία της Ουαχίντ Θάμπετ Χρεϊμπάτ, η οποία υποδύεται τον χαρακτήρα της Μπίμπι, της γιαγιάς. Εξαιρετική ηθοποιός. Μιλήστε μου για τη συνεργασία σας.

Η Μπίμπι ήταν εκπληκτική.

Η συνεργασία μαζί της ήταν σαν να δούλευα με μια σούπερ σταρ του Χόλιγουντ που είχε συγκεκριμένες ώρες και ημέρες κατά τις οποίες μπορούσε να εργαστεί και άλλες που ήταν αφοσιωμένη σε άλλες υποθέσεις.

Δεν είχε ξαναπαίξει ποτέ, οπότε ήξερα ότι για να αποκομίσω ακατέργαστη ερμηνεία από αυτήν, όλα γύρω της έπρεπε να φαίνονται αληθινά. Την αποκαλούσαμε «μοναδική», αφού έκανε όλα όσα απαιτούνταν από αυτήν σε μία μόνο λήψη.

Και, μεταφορικά, αντιπροσωπεύει τους βάλτους. Το δέρμα της, οι ρυτίδες και η φωνή της φθίνουν, όπως ακριβώς και οι βάλτοι.

Αυτή η γη πρόκειται να εξαλειφθεί και θέλει να βεβαιωθεί ότι οι κάτοικοί της θα βρουν ένα άλλο μέρος όπου θα μπορούν να ριζώσουν και να αναπτυχθούν.




Στιλιστικά, η Τούρτα του Προέδρου μού θυμίζει πολύ την ιρανική σχολή κινηματογράφου, τόσο όσον αφορά την αξιοποίηση των παιδιών ως καταλυτών της αφήγησης όσο και σε σχέση με την αιχμηρή νεορεαλιστική της ματιά.

Θα λέγατε πως έχετε επηρεαστεί από τον ιρανικό κινηματογράφο και τον νεορεαλισμό γενικότερα;

Έχω επηρεαστεί από μια ποικιλία σκηνοθετών και κινηματογράφου.

Ο νεορεαλισμός ήταν σίγουρα η θική πυξίδα μου όταν γύριζα αυτή την ταινία. Ήξερα ότι θα δούλευα με μη ηθοποιούς και με πραγματικές τοποθεσίες και φιλμ τα οποία έχουν αξιοποιήσει αυτά τα στοιχεία με έχουν επηρεάσει.

Μία από τις ταινίες που επηρέασαν εμένα και το στιλ μου είναι το Τοπίο στην ομίχλη του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Έχει αυτήν την χροιά μαγικού ρεαλισμού με φυσικές παιδικές ερμηνείες και είναι γυρισμένη σε πραγματικές τοποθεσίες.

Ως σκηνοθέτης, προσπαθώ να εντοπίζω τις επιρροές μου και να εμπνέομαι από αυτές, αλλά πάντα αποφεύγω να τις μιμούμαι.

Είναι σαν να επιτρέπεις στον εαυτό σου να επηρεάζεται και να εμπνέεται από τους άλλους, αλλά τελικά θέλω να διατηρήσω τη φωνή μου πρωτότυπη και μοναδική.

Μερικές φορές μπορεί να αποτύχω ή να πετύχω, αλλά ανεξάρτητα από αυτό, πάντα προσπαθώ.

Πώς θα περιγράφατε τη σύγχρονη πολιτική και πολιτιστική κατάσταση στο Ιράκ;

Νομίζω ότι η σύγχρονη πολιτική και πολιτιστική κατάσταση στο Ιράκ έχει προοδεύσει. Το ερώτημα παραμένει: Mε ποιο κόστος; Και, άξιζε τον κόπο; Ίσως ναι, ίσως όχι, αλλά θα έλεγα πως η χώρα έχει κάνει βήματα μπροστά.

Για πρώτη φορά στην Ιστορία μας έχουμε πρώην προέδρους και πρωθυπουργούς που είναι ακόμα εν ζωή και δε δολοφονήθηκαν, οι οποίοι μετέφεραν ειρηνικά την εξουσία στους διαδόχους τους μέσω εκλογών, ως επί το πλείστον ελεύθερων και διαφανών.

Ωστόσο, πρέπει να αναφέρω ότι η κριτική του παρελθόντος δε σημαίνει πως δεν αναλογιζόμαστε το παρόν.

Το Ιράκ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα και ζητήματα, μερικά από τα οποία είναι αποτέλεσμα των κυρώσεων, του πολέμου και της περιόδου της δικτατορίας.

Η Τούρτα του Προέδρου χαρακτηρίστηκε ως «αποκάλυψη», συγκέντρωσε βραβεία σε κορυφαία φεστιβάλ και έλαβε θερμές κριτικές από κριτικούς και κοινό σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένου και αυτού των 31ων Νυχτών Πρεμιέρας.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;

Όταν βρέθηκα στη σκηνή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, ο Παναχί κοίταξε το βραβείο μου, είπε ότι είχε λάβει το ίδιο πριν από περίπου τριάντα χρόνια και πως ήταν πολύ δύσκολο γι’ αυτόν να κάνει άλλη ταινία κατόπιν.

Γι’ αυτό είναι σημαντικό να μην ενδίδουμε στην πίεση τού να κάνουμε απλώς ένα ακόμη φιλμ, όπως και να ’χει.

Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι πρόκειται για ένα ακόμη ιρακινό πρότζεκτ που λαμβάνει χώρα σε μια άλλη περίοδο η οποία δεν είναι γνωστή, ιδωμένο υπό προσωπικό πρίσμα.

Ευχαριστώ θερμά την Leah Chen Baker (Films Boutique) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον σκηνοθέτη.

Η ταινία του Χασάν Χάντι Η Τούρτα του Προέδρου προβάλλεται από τις 5 Μαρτίου στους κινηματογράφους σε διανομή του Cinobo.