Ο πόλεμος που ρήμαξε
τη Βοσνία και το Σαράγεβο είναι ο «καμβάς» των σπαρακτικών
Μαύρων Πεταλούδων, μυθιστορηματικού ντεμπούτου της βοσνιακής
καταγωγής Βρετανίδας συγγραφέως Πρισίλα Μόρις.
Κουβεντιάζοντας
μαζί της με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά
από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
«Έγραψα το
μυθιστορηματικό ντεμπούτο μου ‘Μαύρες Πεταλούδες’ για να κατανοήσω τον πόλεμο
που ρήμαξε τη γενέτειρα της μητέρας μου μεταξύ 1992-1996», γράφεις στην
ιστοσελίδα σου.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι ως
παιδί περνούσες τα καλοκαίρια σου στο Σαράγεβο, ποιες είναι οι πιο έντονες
αναμνήσεις σου από εκείνη την περίοδο;
Η μητέρα μου είναι από το
Σαράγεβο και ο πατέρας μου Άγγλος. Μεγάλωσα στην Αγγλία, αλλά πέρασα τα παιδικά
μου καλοκαίρια στο Σαράγεβο, επισκεπτόμενη τους παππούδες μου από την πλευρά
της μητέρας μου.
Οι πιο έντονες αναμνήσεις
μου περιστρέφονται γύρω από τον γαλανό ουρανό, τα χαμογελαστά πρόσωπα, τις μεγάλες
τολύπες καπνού τσιγάρων και το πολύ φαγητό.
Θυμάμαι να κάθομαι έξω με
ήλιο σ’ ένα μακρύ τραπέζι κάτω από τα δέντρα, τριγυρισμένο από ξαδέλφια,
παππούδες και γιαγιάδες, θείες και θείους που έτρωγαν ψητό αρνί στη σούβλα και
ζεστά ψωμάκια καλαμποκιού αλειμμένα με καϊμάκι.
Θυμάμαι τη μυρωδιά της μούχλας
του διαμερίσματος των παππούδων μου στη νέα συνοικία του Σαράγεβο, το οποίο
είχε ελαιογραφίες και κιλίμια που κάλυπταν κάθε ελεύθερο εκατοστό του τοίχου.
Θυμάμαι τον ενθουσιασμό
της βόλτας με το παιδικό τρενάκι στον ζωολογικό κήπο και του πικνίκ στις πηγές
του ποταμού Μπόσνα.
Θυμάμαι τον πατέρα μου να
κάθεται σε μια στοίβα από κιλίμια στη Μπαστσάρσια, την παλιά οθωμανική καρδιά
του Σαράγεβο, να πίνει καφέ και να παζαρεύει τις τιμές.
Μερικές από τις πιο
πρώιμες, πιο έντονες αναμνήσεις μου είναι από τα βουνά έξω από το Σαράγεβο,
όπου οι παππούδες μου είχαν ένα μικρό πέτρινο εξοχικό.
Θυμάμαι να καβαλάω τους
ώμους του πατέρα μου μέσα από σκοτεινά δάση ψάχνοντας για αρκούδες, να κολυμπάω
σε ορμητικά ποτάμια, να κάνω ηλιοθεραπεία σε ζεστούς βράχους, να τρώω παγωμένο
καρπούζι που είχε κρυώσει στο ποτάμι...
Όλα μου φαίνονταν τόσο
μουντά και γκρίζα όταν επέστρεφα στην Αγγλία.
Και τι κατανόησες για
τους πολέμους οι οποίοι μάστισαν την πρώην Γιουγκοσλαβία, τη Βοσνία και το Σαράγεβο
μέσα από τη διαδικασία συγγραφής αυτού του μυθιστορήματος;
Ήμουν 19 ετών όταν
ξέσπασαν οι πόλεμοι στην πρώην Γιουγκοσλαβία, καθώς οι δημοκρατίες κήρυξαν την
ανεξαρτησία τους η μία μετά την άλλη.
Η Σλοβενία αποσχίστηκε
αρκετά εύκολα το 1991, αλλά συντελέστηκε αιματοχυσία όπου υπήρχαν σερβικές
μειονότητες - δηλαδή στην Κροατία και τη Βοσνία. Οι Σέρβοι, σε μεγάλο βαθμό,
δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τη Γιουγκοσλαβία.
Ο πόλεμος στη Βοσνία ήταν
ιδιαίτερα βάναυσος επειδή εμπλέκονταν τρεις εθνοτικές ομάδες: οι Βόσνιοι
(Μουσουλμάνοι), οι Σέρβοι (Ορθόδοξοι) και οι Κροάτες (Καθολικοί).
Ο όρος «εθνοκάθαρση»
επινοήθηκε κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου. Υπήρξαν στρατόπεδα συγκέντρωσης,
στρατόπεδα βιασμού και η γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα. Ήταν φρικτό.
Θυμάμαι να παρακολουθώ
την πολιορκία του Σαράγεβο να εξελίσσεται κάθε βράδυ στις ειδήσεις του BBC από το σπίτι μου στο νοτιοδυτικό
Λονδίνο.
Σερβοβόσνιοι εθνικιστές
περικύκλωσαν την πόλη και βομβάρδισαν σπίτια, νοσοκομεία, βιβλιοθήκες, τζαμιά
και εκκλησίες από τα βουνά.
Ελεύθεροι σκοπευτές στις
στέγες σκότωναν αμάχους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά καθώς εκείνοι διέσχιζαν
τους δρόμους από κάτω.
Οι τηλεφωνικές γραμμές
και η ταχυδρομική υπηρεσία είχαν διακοπεί, οπότε δεν είχαμε ιδέα αν οι
παππούδες μου ήταν ζωντανοί ή νεκροί.
Το ηλεκτρικό ρεύμα, το
φυσικό αέριο και το νερό κόπηκαν ένα προς ένα.
Ο ολοκληρωτικός
αποκλεισμός σήμαινε ότι ο Ο.Η.Ε. έπρεπε να στέλνει αεροπορικώς τρόφιμα από την
Ιταλία κάθε δέκα ημέρες για να κρατήσει στη ζωή τον πληθυσμό μισού εκατομμυρίου
ανθρώπων.
Ήταν μια βαθιά
συναισθηματική, ενοχλητική, μπερδεμένη περίοδος.
Η οικογένεια της μητέρας
μου ήταν εθνοτικά μικτή - όπως ήταν το ένα τρίτο των οικογενειών του Σαράγεβο
πριν από τον πόλεμο.
Ο παππούς μου ήταν
Σερβοβόσνιος, η γιαγιά μου ήταν Σλοβένα (Καθολική) και ο αδερφός της ήταν
παντρεμένος με Βόσνια.
Ήταν ένα απόλυτο σοκ να
βλέπεις το Σαράγεβο, το οποίο ήταν φημισμένο προπολεμικά για την πολυφωνία, τη
ζεστασιά, τη φιλοξενία, την ανοχή και τον εορτασμό άλλων πολιτισμών, να
βυθίζεται σε τέτοιο διχασμό και σφαγές.
Αρχικά, στο Ηνωμένο
Βασίλειο παρουσιάστηκε ως εμφύλιος πόλεμος.
Μέχρι το τέλος του σχεδόν
τετραετούς πολέμου, ωστόσο, έγινε απολύτως σαφές πως, αν και διαπράχθηκαν
φρικαλεότητες και από τους τρεις εθνικισμούς, ο πόλεμος οφειλόταν σε μεγάλο
βαθμό στη σερβική επιθετικότητα, με την πλήρη υποστήριξη του Μιλόσεβιτς.
Ο Τούτζμαν στην Κροατία
δεν ήταν πολύ καλύτερος, επιδιώκοντας να δημιουργήσει μια Μεγάλη Κροατία. Ο
Ιζετμπέγκοβιτς, ο Βόσνιος πρόεδρος, επίσης δεν ήταν καθόλου άγιος, αλλά η δική
του αντίδραση ήταν κυρίως αμυντική, απαντητική.
Με τις Μαύρες
Πεταλούδες μ’ ενδιέφερε να αναπαραστήσω την
αντιεθνικιστική φωνή μέσω της καλλιτέχνιδας Ζόρα και να συνθέσω μια ερωτική
επιστολή στο μοναδικό, ζεστό, πολυπολιτισμικό Σαράγεβο που γνώριζα ως παιδί.
Ήθελα επίσης πολύ να
δείξω την ομορφιά της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, για να αντισταθμίσω τις εικόνες
πολέμου και καταστροφής τις οποίες έχουν πολλοί στο μυαλό τους όταν σκέφτονται
την περιοχή.
Ένα από τα πολλά που
κατάλαβα μέσα από τη διαδικασία συγγραφής του μυθιστορήματός μου ήταν ότι οι
πόλεμοι σφυρηλάτησαν τις εθνικιστικές ακρότητες και την επιστροφή στη θρησκεία
από όλες τις πλευρές, και όχι το αντίστροφο.
Αυτό εξηγείται με
σαφήνεια στην εξαιρετική εθνογραφία της πολιορκίας από την Κροάτισσα
ανθρωπολόγο Ιβάνα Μάτσεκ, Το Σαράγεβο υπό Πολιορκία, την οποία συνιστώ
ανεπιφύλακτα.
Σε ποιον βαθμό μοιράζεσαι
ή/και έχεις ξεπεράσει το συλλογικό, καθώς και το οικογενειακό τραύμα που
σχετίζεται με τον πόλεμο;
Το τραύμα είναι βαθύ και
ταυτόχρονα κάτι μακρινό για μένα.
Δε μεγάλωσα στην πρώην
Γιουγκοσλαβία. Δεν έζησα τον πόλεμο. Δε μιλάω καν βοσνιακά πέρα από ένα
βασικό επίπεδο, καθώς, δυστυχώς, η μητέρα μου δε θεωρούσε τα σερβοκροατικά
«χρήσιμη» γλώσσα(!)
Ωστόσο, εξακολουθούσα να νιώθω
μια πολύ ισχυρή συναισθηματική σύνδεση με τους παππούδες μου, ειδικά με την
γιαγιά μου, και ο πόλεμος άφησε έναν ταραχώδη συναισθηματικό αντίκτυπο σε όλη
μου την οικογένεια.
Ένας ξάδερφος της μητέρας
μου σκοτώθηκε από ελεύθερο σκοπευτή, ενώ άλλα ξαδέρφια διασκορπίστηκαν παντού:
στις Η.Π.Α., την Αυστρία, την Κένυα και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Πολλά μέλη της βοσνιακής
πλευράς της οικογένειάς μας παρέμειναν στο Σαράγεβο, το οποίο τώρα είναι στην
συντριπτική του πλειονότητα βοσνιακό. Μια κατακερματισμένη οικογένεια.
Η διάρκειας δεκατριών
ετών διαδικασία έρευνας και συγγραφής του βιβλίου έφερε ξανά στο προσκήνιο το
τραύμα.
Ήμουν σε κατάθλιψη και
ανίκανη να γράψω για έναν χρόνο, αφού πέρασα πέντε μήνες στο Σαράγεβο το 2010
συλλέγοντας ιστορίες πολέμου - και τελικά η διαδικασία βοήθησε κάπως στην επούλωση
του τραύματος.
Κάθε φορά που δίνω μια
ομιλία για τις Μαύρες Πεταλούδες, αισθάνομαι πως τιμώ τις ιστορίες
πολέμου τις οποίες ευγενικά μοιράστηκαν μαζί μου οι συγγενείς και οι φίλοι μου
στο Σαράγεβο, και αυτό μου φαίνεται επίσης σαν κάτι θεραπευτικό.
Θεωρείς τη διαδικασία της
γραφής γενικά ως ένα μέσο για την ανακάλυψη/εκ νέου ανακάλυψη του εαυτού, του
ιστορικού υποβάθρου, του κοινωνικού πλαισίου και των στενών σχέσεων ενός
ανθρώπου;
Θεωρώ τη γραφή μια πράξη
δημιουργίας που συχνά περιλαμβάνει πτυχές ανακάλυψης και εκ νέου ανακάλυψης.
Για μένα, η γραφή είναι
ένα βήμα προς τα μέσα για να ανασύρω αναμνήσεις, ανθρώπους, μέρη και πράγματα τα
οποία αντηχούν, στοιχειώνουν και βασανίζουν, προκειμένου να τα αναδείξω. Ακολουθώ το ένστικτό μου και γράφω για ό,τι με καλεί.
Ο τόπος με γοητεύει πολύ -
και το να γράφω για τον τόπο συχνά με οδηγεί σε ανθρώπους, στην ιστορία, τον πολιτισμό,
την πλοκή και ούτω καθεξής.
Η δομή είναι επίσης
εξαιρετικά σημαντική. Αφιέρωσα πολύ χρόνο για να βεβαιωθώ πως η δομή των Μαύρων
Πεταλούδων έμοιαζε αληθινή και είχε το νόημα που ήθελα να έχει.
Ωριμάζεις μέσα από τη
συγγραφή, τόσο ως συγγραφέας όσο και ως άνθρωπος;
Ναι, θα έλεγα ναι.
Σίγουρα έχω ωριμάσει.
«Αφετηρία ήταν η
εμπνευσμένη ιστορία του θείου μου, του Βόσνιου ζωγράφου τοπίων Ντομπρίβογε
Μπελικάσιτς», αναφέρεις επίσης στην ιστοσελίδα σου.
Πράγματι, η Ζόρα, ένας
από τους δύο κύριους χαρακτήρες του μυθιστορήματος, είναι ζωγράφος. Γιατί η
ζωγραφική υπήρξε τόσο κρίσιμο σημείο εκκίνησης ήδη από την αρχική σύλληψη του
μυθιστορήματος;
Η ιστορία του προ-θείου
μου ήταν ο καταλύτης για τις Μαύρες Πεταλούδες. Δεν ήταν μόνο η
ζωγραφική, αλλά ολόκληρη η καλλιτεχνική του ιστορία που ενέπνευσε το
μυθιστόρημα. Θα την περιγράψω εδώ με λίγα λόγια.
Ο Ντομπριβόγιε
Μπελικάσιτς, ή Ντόμπρι εν συντομία, ήταν 68 ετών όταν ξεκίνησε η πολιορκία.
Είχε ένα υπέροχο στούντιο πάνω από την Εθνική Βιβλιοθήκη στο Παλιό Δημαρχείο
του Σαράγεβο.
Τον Αύγουστο του 1992, το
εμβληματικό κτίριο έγινε στόχος εμπρηστικών οβίδων και γρήγορα τυλίχτηκε στις
φλόγες.
Πάνω από 1.5 εκατομμύριο
βιβλία και 300 πίνακες του Ντόμπρι καταστράφηκαν στην πυρκαγιά, η οποία έγινε
σύμβολο του πολιορκημένου Σαράγεβο.
Οι κάτοικοι του Σαράγεβο
αποκαλούσαν «μαύρες πεταλούδες» τις στάχτες που σκοτείνιαζαν τον ουρανό για
μέρες.
Συντετριμμένος, ο Ντόμπρι
πίστευε πως δε θα ζωγράφιζε ποτέ ξανά. Αυτός, η σύζυγός του και η πεθερά του
έφυγαν από το Σεράγεβο με ένα κονβόι του Ερυθρού Σταυρού λίγους μήνες αργότερα.
Δυστυχώς, η πεθερά του
πέθανε στο μακρύ ταξίδι προς την Αγγλία, όπου ζούσαν η κόρη και ο γαμπρός τους.
Μετά από μια περίοδο
ανάρρωσης, ο Ντόμπρι επανασυνδέθηκε με τη φύση και άρχισε να βλέπει τον κόσμο
από την αρχή.
Ζωγράφιζε την ύπαιθρο του
Γουίλτσιρ και πολλά από τα γιουγκοσλαβικά τοπία που είχαν καεί στην πυρκαγιά.
Συνέχισε να ζωγραφίζει για τις επόμενες δύο δεκαετίες της ζωής του, και έγινε
το γηραιότερο μέλος μιας διάσημης λέσχης τέχνης του Μπρίστολ.
Άκουσα για πρώτη φορά την
ιστορία του στην κηδεία του παππού μου στην Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία στο
Νότινγκ Χιλ του Λονδίνου.
Ο παππούς μου δεν
ανάρρωσε ποτέ πραγματικά από τον πόλεμο και πέθανε λίγα χρόνια αφότου ο πατέρας
μου τον έσωσε από το Σαράγεβο το 1993.
Αντιθέτως, η ιστορία του προ-θείου
μου ήταν, για μένα, μια ιστορία ελπίδας. Άκουσα σε αυτήν μια ιστορία για την
τέχνη που θριάμβευσε πάνω στην τραγωδία του πολέμου. Η ζωγραφική του τού
επέτρεψε να ενταχθεί σε μια νέα χώρα σε μεγάλη ηλικία.
Η εικόνα των βιβλίων και
της τέχνης τα οποία καίγονταν, η σκέψη των όμορφων οθωμανικών γεφυρών και
βουνών που ζωγράφιζε και ξαναζωγράφιζε, με κατέκλυσε έντονα. Έπρεπε να το
γράψω.
Αυτή ήταν η στιγμή κατά
την οποία σπάρθηκε ο αρχικός σπόρος των Μαύρων Πεταλούδων.
Υποθέτοντας πως όλοι οι
ανθρώπινοι χαρακτήρες είναι εμπνευσμένοι από πραγματικά πρόσωπα ή ιστορίες για
τις οποίες μπορεί να έχεις ακούσει ή διαβάσει, θέλεις να αναφερθείς στη
διαδικασία μέσω της οποίας συνέθεσες κάθε χαρακτήρα;
Οι περισσότεροι
χαρακτήρες προέρχονται από ανθρώπους που γνώρισα στο Σαράγεβο το 2010.
Για παράδειγμα, η μικρή
Ούνα βασίζεται σε ένα κορίτσι η οποία ζούσε δίπλα στους παππούδες μου στο Σαράγεβο
και ήταν οκτώ ετών όταν ξέσπασε ο πόλεμος.
Το 2010, ήταν είκοσι έξι
ετών και μου έκανε εβδομαδιαία μαθήματα βοσνιακών. Μου διηγήθηκε πολλές από τις
αναμνήσεις της από τον πόλεμο και αρκετές από αυτές συμπεριλήφθηκαν στο βιβλίο.
Ο Μιρσάντ, ο Βόσνιος ιδιοκτήτης
βιβλιοπωλείου με τον οποίο η Ζόρα έχει στενή φιλία, βασίστηκε σε έναν
κορνιζοποιό που μου διηγήθηκε την ιστορία του πολέμου στο μαγαζί του ένα
απόγευμα.
Η Λένκα έχει ως πρότυπο
μια διερμηνέα με την οποία εξακολουθώ να έχω επαφή. Και ούτω καθεξής.
Φυσικά, χρησιμοποιώ τους
πραγματικούς ανθρώπους ως σημεία εκκίνησης και στη συνέχεια, όταν εισαχθούν
στην ιστορία, αρχίζουν να κάνουν και να λένε πράγματα από μόνοι τους.
Η «αληθινή» Ούνα, για
παράδειγμα, δεν έβαψε ποτέ ούτε ένα τεράστιο δέντρο στον ραγισμένο τοίχο του
σαλονιού της!
Η Ζόρα;
Η Ζόρα ήρθε σε μένα
αστραπιαία.
Αρχικά να γράφω με
πρωταγωνιστή έναν άνδρα καλλιτέχνη και, για κάποιον λόγο, απλά δεν
απογειωνόταν. Δυσκολευόμουν να μεταφέρω την ιστορία μακριά από τους προ-θείους
μου και στη σφαίρα της μυθοπλασίας.
Μόλις είχα ξαναδιαβάσει
την Πανούκλα του Αλμπέρ Καμύ, από πολλές απόψεις ένα αρχετυπικό
μυθιστόρημα πολιορκίας. Έκλεισα το βιβλίο και ξαφνικά μια κοκκινομάλλα γυναίκα,
γύρω στα 55, ήρθε προς το μέρος μου.
Αρκετά σημεία της πλοκής
συνδέθηκαν με τον χαρακτήρα της:
Θα χωριζόταν από τον
σύζυγό της στις αρχές του πολέμου και ουσιαστικά θα τον βίωνε μόνη της· θα
έχανε μια πολύ στενή φιλία με τον γείτονά της· κάποιος πολύ κοντινός της
άνθρωπος θα πέθαινε.
Άρχισα να γράφω ξανά το βιβλίο,
αυτήν τη φορά από την οπτική γωνία της Ζόρα. Και τότε, το μυθιστόρημα
πραγματικά απογειώθηκε.
Αν η Ζόρα είναι ένας από
τους κύριους -τραυματισμένους, εύθραυστους, αλλά κάπως ανθεκτικούς- χαρακτήρες
των Μαύρων Πεταλούδων, τότε το Σαράγεβο είναι, σίγουρα, ο άλλος, που
αναδύεται ως μια ζωντανή οντότητα.
Πώς το ζωντάνεψες με
αφηγηματικούς όρους;
Χαίρομαι που το εντόπισες.
Το Σαράγεβο είναι
αναμφίβολα ο άλλος κύριος χαρακτήρας στο μυθιστόρημά μου. Το Μαύρες
Πεταλούδες κατά κάποιον τρόπο αφορά στη σχέση της Ζόρα με την αγαπημένη της
πόλη, καθώς αυτή αλλάζει σχεδόν ανεπανόρθωτα.
Άντλησα έμπνευση από τις
παιδικές μου αναμνήσεις και τις πολλές βόλτες που έκανα στην πόλη το 2010 για
να δώσω μια βαθιά αίσθηση του τόπου και της ατμόσφαιρας.
Απορρόφησα λεπτομέρειες
για την υφή της ζωής υπό πολιορκία όταν έπαιρνα συνεντεύξεις από ανθρώπους και
διάβαζα μαρτυρίες από πρώτο χέρι, όπως επιστολές και ημερολόγια της πολιορκίας,
για να μάθω πώς επέζησαν οι άνθρωποι.
Μου αρέσει να χρησιμοποιώ
και τις πέντε αισθήσεις μου καθώς γράφω, γι’ αυτό υπάρχουν πολλές μυρωδιές,
ήχοι, γεύσεις και υφές στο γράψιμό μου που ζωντανεύουν πραγματικά την πόλη, έτσι
ώστε σχεδόν να αναπνέει.
Ό,τι μου λείπει ως
αναγνώστης, και όχι επειδή προσωπικά δεν το «γνωρίζω» με κάποιον τρόπο (το Σαράγεβο
είναι η αγαπημένη μου πόλη στον κόσμο), είναι μια πιο λεπτομερής αναφορά στις
αιτίες του πολέμου - πάλι με αφηγηματικούς όρους.
Συμβαίνει αυτό επειδή σκόπευες
να εξερευνήσεις την οδυνηρή πρόσφατη Ιστορία υπό το πρίσμα των καθημερινών
ανθρώπων -ανεξαρτήτως εθνικότητας ή/και φιλοσοφικών/θρησκευτικών πεποιθήσεων-
που τη βιώνουν;
Χαίρομαι πολύ που μαθαίνω
πως το Σαράγεβο είναι η αγαπημένη σου πόλη στον κόσμο! Είναι ένα τόσο μοναδικό,
ξεχωριστό, όμορφο μέρος.
Δε σκόπευα να γράψω ένα ιστορικό
βιβλίο, αλλά να αποτυπώσω την καθημερινότητα της ζωής υπό πολιορκία και το πώς
η φυσιολογική, πολιτισμένη ζωή εκτράπηκε σε μια κατάσταση ανομίας και ακραίων
συνθηκών τους πρώτους μήνες του 1992.
Πρόκειται περισσότερο για
μια ανθρωπολογική, παρά για μια ιστορική προσέγγιση.
Ωστόσο, ήταν πολύ
σημαντικό για μένα να καταγράψω με ακρίβεια τη σωστή χρονολογική σειρά των
γεγονότων της πολιορκίας στο βιβλίο μου, ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο
ακριβές ιστορικά.
Καταλαβαίνω την επιθυμία
του αναγνώστη να εξηγηθεί καλύτερα το υπόβαθρο, αλλά σε αυτήν την περίπτωση
ένιωσα επίσης ότι δε θα ταίριαζε με το στιλ αφήγησης του μυθιστορήματός μου.
Η Ζόρα, η πρωταγωνίστρια,
μέσα από τα μάτια της οποίας γίνεται αντιληπτός ο πόλεμος, είναι παγιδευμένη
στη στιγμή. Το μυθιστόρημα αφηγείται σε ενεστώτα χρόνο για λόγους αμεσότητας
που δεν επιτρέπει καμία σκέψη από ένα σημείο στο μέλλον.
Η Ζόρα, όπως ο προ-θείος
μου και πολλοί άνθρωποι από τους οποίους πήρα συνέντευξη, δεν είχαν ιδέα εκείνη
την εποχή τι είχε προκαλέσει τον πόλεμο ή ότι επρόκειτο να έρθει. Ξαφνιάστηκαν.
Η Ζόρα είναι μια
αντιεθνικίστρια Σερβοβόσνια καλλιτέχνις που δεν ενδιαφερόταν για την πολιτική
και πίστευε ακράδαντα στο ιδανικό ενός πλουραλιστικού Σαράγεβο, στο οποίο οι
άνθρωποι ζούσαν ειρηνικά ο ένας δίπλα στον άλλον.
Οι αναγνώστες μπορούν να
ανατρέξουν σε βιβλία Ιστορίας ή να ψάξουν στο διαδίκτυο για να κατανοήσουν το
ιστορικό πλαίσιο, και πραγματικά ελπίζω να το κάνουν, έχοντας διαβάσει το
βιβλίο μου.
Ποιο είναι το μέλλον της
Βοσνίας μέσα σε μια ηθικά και πολιτικά καταρρέουσα Ευρώπη, τουλάχιστον σε
κυβερνητικό/καθεστωτικό επίπεδο στις περισσότερες χώρες, αν λάβουμε υπόψη τον
αυξανόμενο αυταρχισμό και την ισλαμοφοβία;
Ζοφερό, με μια λέξη. Θα
ήθελα πολύ να είμαι πιο θετική και ελπίζω να κάνω λάθος.
Αφιερώνεις το Μαύρες
Πεταλούδες στην μητέρα σου. Τι γνώμη έχει γι’ αυτό;
Είναι πολύ περήφανη.
Ευχαριστώ θερμά
την Μαρία Ζαμπάρα (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια) για την καθοριστική
συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.
Το μυθιστόρημα της
Πρισίλα Μόρις Μαύρες
Πεταλούδες κυκλοφορεί στα ελληνικά από
τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια σε μετάφραση της Μυρτούς
Καλοφωλιά.




