Μουσικός, συνθέτης και φωτογράφος, ο αλγερινής
καταγωγής Γάλλος Grégory Dargent παρουσιάζει στις 6
Οκτωβρίου στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων το Soleil d’Hiver.
Πρόκειται
για μια οπτικοακουστική περφόρμανς για ούτι, ηλεκτρονικά μέσα,
μαγνητικές ταινίες και προβολές, που καταπιάνεται με τα φαντάσματα
της ατομικής και της συλλογικής μνήμης. Συνομιλώντας με
τον καλλιτέχνη.
Γιος ενός Γάλλου που
εγκατέλειψε την Αλγερία το 1961, αναρωτιέσαι πόσο η εμπειρία του ξεριζωμού
συνέβαλε στην απόφασή σου να ασχοληθείς με το ούτι, προσπαθώντας να αναζητήσεις
τα ίχνη ενός κόσμου τον οποίο κληρονόμησες, αλλά δεν έζησες.
Είναι η τέχνη -και ειδικότερα
η εμβάθυνση στο ούτι- ένας τρόπος να επανασυνδεθείς με τις ρίζες σου ή/και να
τις επαναπροσδιορίσεις;
Αυτό είναι πράγματι το
κεντρικό ερώτημα πίσω από το Soleil
d’Hiver.
Δεν μπορώ να ισχυριστώ
πως επρόκειτο για μια συνειδητή αναζήτηση, αλλά δεν μπορώ παρά να το θέτω υπό
αμφισβήτηση.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά
στοιχεία, για παράδειγμα, ήταν η σιωπή που περιέβαλλε την Αλγερία στην
οικογένειά μου.
Όλοι γνώριζαν ότι οι
παππούδες μου είχαν ζήσει στο Οράν και κατόπιν στο Αλγέρι, και πως ο πατέρας
μου, ο θείος και η θεία μου είχαν μεγαλώσει εκεί. Δεν επρόκειτο για «μυστικό».
Κι όμως, κανείς δε
μιλούσε ποτέ γι’ αυτό. Ίσως εκείνες οι σιωπές να δημιούργησαν για μένα μια
γοητεία, ένα μυστήριο.
Μέσα από τα μάτια της
παιδικής μου ηλικίας, η Αλγερία απέκτησε σχεδόν μυθικές διαστάσεις και, κατ’
επέκταση, το ίδιο συνέβη και με τον αραβικό κόσμο στο σύνολό του.
Ανάμεσα στις πρώτες μου
τηλεοπτικές αναμνήσεις είναι οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί του Ιράκ το 1991 -
εκείνες οι πράσινες εκρήξεις σε μαύρο φόντο τις οποίες έβλεπα κάθε μέρα.
Στη συνέχεια ήρθε η
τρομερή «Μαύρη Δεκαετία» της Αλγερίας, από το 1992 έως το 2002.
Προβαλλόταν συνεχώς στην
τηλεόραση και, στο μυαλό μου, όλα άρχισαν να μπλέκονται μεταξύ τους: η σύγχρονη
πραγματικότητα του αραβικού κόσμου -που πολύ συχνά συνδεόταν με τον
ιμπεριαλισμό- και η σιωπή μέσα στη δική μου οικογένεια.
Νομίζω ότι, ως παιδί, έπλασα έναν τεράστιο φανταστικό κόσμο μέσα από όλα
αυτά.
Ανακάλυψα το ούτι τυχαία,
σε μια πειρατική κασέτα, όταν ήμουν γύρω στα είκοσι. Ερωτεύτηκα τον ήχο του,
νομίζοντας αρχικά ότι άκουγα κιθάρα.
Έψαξα για την ηχογράφηση
και τελικά βρήκα το άλμπουμ: ήταν ένας σόλο δίσκος για ούτι. Δε γνώριζα καν την
ύπαρξη του οργάνου. Πρόκειται για το Le
Foundou
de
Béchar
του ουτίστα Alla.
Μόνο αργότερα έμαθα ότι ήταν Αλγερινός.
Πριν ξαναβρώ τον δίσκο,
δεν είχα αναρωτηθεί ποτέ για την «καταγωγή» αυτής της μουσικής. Ήταν απλώς
μουσική. Ξαφνικά, έγινε η μουσική του «Άλλου».
Κι αυτός ο «Άλλος»
συνδεόταν τόσο με την οικογένειά μου όσο και με τα φρικτά γεγονότα που έβλεπα
να εκτυλίσσονται καθώς μεγάλωνα.
Από τότε, νιώθω να
συνδέομαι με αυτό. Και προσπαθώ να δημιουργήσω κάτι που να είναι ειλικρινές ως
προς αυτήν τη σύνδεση.
Για παράδειγμα, δεν παίζω
παραδοσιακή μουσική στο ούτι. Το κάνω όταν με προσκαλούν, αλλά στη δική μου
δουλειά δεν προσπαθώ να διατηρήσω ή να σεβαστώ κάποια παράδοση.
Από τις πρώτες κιόλας
νότες τις οποίες έπαιξα στο ούτι, συνέθετα. Προσπαθούσα να οδηγήσω το όργανο
κάπου αλλού. Σήμερα, όταν το σκέφτομαι, διακρίνω μια σύνδεση με την κληρονομιά
μου.
Ο πατέρας μου δεν είναι
Άραβας, Καβύλος, Βερβέρος ή Αλγερινός. Είναι παιδί της αποικιοκρατίας. Μεγάλωσε
σε έναν συγκεκριμένο τόπο, πιστεύοντας ότι όλα όσα τον περιέβαλλαν αποτελούσαν
τον πολιτισμό και τον κόσμο του.
Και τότε, μια μέρα, του
είπαν πως δεν ήταν έτσι. Επέστρεψε στη «χώρα του», μόνο και μόνο για να νιώσει
ξένος εκεί.
Ίσως, κάπου μέσα σε όλα
αυτά, να προσπαθώ να δημιουργήσω με το ούτι ένα είδος μουσικής που δεν ανήκει
ούτε στη Δύση ούτε στην Ανατολή, με την -ίσως ουτοπική- ιδέα ότι, τελικά, θα
μπορούσε να ανήκει παντού ταυτόχρονα.
Το έργο σου κινείται στο
μεταίχμιο της παραδοσιακής και της πειραματικής/αυτοσχεδιαστικής μουσικής, της
φωτογραφίας και της εγκατάστασης.
Ποια είναι η πιο
συναρπαστική πτυχή αυτής της διεπιστημονικής προσέγγισης στην καλλιτεχνική
δημιουργία;
Είμαι τυχερός που δεν
αντιμετωπίζω τα εργαλεία τα οποία χρησιμοποιώ ως ιερά. Αυτό μου επέτρεψε, για
παράδειγμα, να παίζω ούτι χωρίς να αισθάνομαι περιορισμένος από πολιτισμικές ή
αισθητικές αναστολές.
Μου αρέσει να χρησιμοποιώ
όποια εργαλεία έχω στη διάθεσή μου.
Συχνά λέω ότι φωτογραφίζω
με τον ίδιο τρόπο που παίζω μουσική. Αυτοσχεδιάζω, αναζητώ το νόημα σε αυτό το
οποίο κάνω, ρισκάρω και προσπαθώ να παραμείνω ειλικρινής ως προς το ποιος
είμαι.
Δεν είμαι παραδοσιακός
καλλιτέχνης. Δεν είμαι μουσικός της πρωτοπορίας. Δεν είμαι φωτογράφος που
κινείται εντός μιας κλασικής παράδοσης. Δεν είμαι σύγχρονος καλλιτέχνης της
αφαίρεσης.
Κι όμως, κατά κάποιον
τρόπο, προσπαθώ να είμαι όλα αυτά ταυτόχρονα.
Με την πάροδο του χρόνου,
αυτή η ποικιλία εργαλείων έχει καταστεί ζωτικής σημασίας για τη δουλειά μου.
Μέχρι τώρα, ελάχιστα έχω χρησιμοποιήσει «λέξεις».
Έτσι, η φωτογραφία έχει
γίνει η λογοτεχνία μου και η μουσική η συναισθηματική μου έκρηξη. Μαζί,
συνθέτουν ένα σύνολο που προσπαθώ να κάνω όσο το δυνατόν πιο συνεκτικό και
βαθύ. Και υπάρχουν συγκρούσεις μέσα σε
αυτήν τη σχέση.
Με συναρπάζουν αυτές οι
συγκρούσεις: ποιο θα υπερισχύσει, το νόημα που μεταφέρει μια εικόνα ή ο ήχος
που τη συνοδεύει; Μήπως η μουσική αγκαλιάζει την εικόνα ή μήπως η εικόνα
εικονοποιεί τον ήχο; Ποιο από τα δύο κερδίζει;
Για κάποιον σαν εμένα,
του οποίου το έργο είναι βαθιά ριζωμένο σε ζητήματα δυϊσμού, αυτές οι εντάσεις
προσφέρουν ένα εξαιρετικά ισχυρό πεδίο εξερεύνησης.
Υπάρχει επίσης μια άλλη
σημαντική διαφορά: εμφανίζομαι μπροστά σε κοινό.
Στο Soleil d’Hiver,
παρόλο που ελέγχω όλες τις εικόνες ζωντανά, αυτές δε δημιουργούνται στην
πραγματικότητα εκείνη τη στιγμή.
Όταν παίζω, ωστόσο, η
μουσική ερμηνεύεται ζωντανά, μπροστά στο κοινό. Είναι κάτι απτό.
Μπορεί να είναι
περισσότερο ή λιγότερο βιωμένη, περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένη. Αυτό είναι
κάτι που με απασχολεί πολύ το τελευταίο διάστημα. Έτσι, το ούτι, όταν παίζεται ζωντανά, γίνεται το παρόν.
Η ηλεκτρονική επεξεργασία
μετατρέπεται σε μια πολύ πρόσφατη ανάμνηση. Οι μαγνητικές ταινίες γίνονται μια
πιο μακρινή ανάμνηση.
Και οι εικόνες μετατρέπονται
σε ένα είδος φασματικής ανάμνησης, την οποία κάθε θεατής ερμηνεύει μέσα από την
προσωπική του ιστορία.
Αυτά τα διαφορετικά
επίπεδα είναι που με συναρπάζουν.
Οι φωτογραφίες του
λευκώματος Soleil d’Hiver
είναι συνήθως κοκκώδεις, κατά κύριο λόγο ασπρόμαυρες, συχνά επεξεργασμένες ή
«παραμορφωμένες», ενίοτε θολές, υπερεκτεθειμένες και εκτός εστίασης, και γενικά
προκαλούν μια αίσθηση ανησυχίας.
Είναι αυτό το προϊόν μιας
ορθολογικής ή μιας διαισθητικής διαδικασίας; Σε ποιον βαθμό καθορίζεται η μνήμη,
στη δική σου περίπτωση, από αυτά τα χαρακτηριστικά ή τις ποιότητες;
Φάντασμα. Νομίζω πως αυτή είναι η αγαπημένη μου λέξη όταν
περιγράφω ορισμένες πτυχές του φωτογραφικού και μουσικού μου έργου.
Για το πρώτο μου βιβλίο,
το H, ταξίδεψα στην αλγερινή Σαχάρα, στις τοποθεσίες των
δεκαεπτά πυρηνικών δοκιμών που πραγματοποίησε εκεί η Γαλλία τη δεκαετία του
1960. Ήξερα ότι, εξήντα χρόνια αργότερα, δε θα έβλεπα τίποτα.
Κι όμως, πήγα εκεί για να
φωτογραφίσω. Φωτογράφισα την απουσία, τη σιωπή και τη μοναξιά, αλλά και τη δική
μου ταυτότητα ως Γάλλου ο οποίος επισκεπτόταν το μέρος. Κατά κάποιον τρόπο,
ήμουν κι εγώ φάντασμα.
Όπως εκείνες οι στιγμές
που νιώθουμε σαν θεατές της ίδιας μας της ζωής, σαν φαντάσματα που αιωρούμαστε
πάνω από τον εαυτό μας.
Για μένα, το έργο μου
αφορά το να μοιράζομαι το πώς αισθάνομαι και πώς προσεγγίζω αυτά τα ερωτήματα.
Και όταν καταπιάνομαι με
ζητήματα που αφορούν την επικράτεια, την οικογένεια, τον πόλεμο, την εξορία και
τον πολιτισμό, το μόνο το οποίο μπορώ να κάνω είναι να αφήσω άφθονο χώρο για
την υποκειμενικότητα του καθενός.
Πιστεύω ότι αυτή η οπτική
γλώσσα το επιτρέπει. Το ασπρόμαυρο δεν είναι η πραγματικότητα. Το θόλωμα δεν
είναι η πραγματικότητα. Οι εικόνες που έχουν καταστραφεί με οξύ δεν είναι η
πραγματικότητα.
Κι όμως, ελπίζω πως
μπορούν να μιλήσουν για τη μνήμη που σβήνει, για τις αναμνήσεις που πλάθει η
φαντασία, και ενίοτε για τον φόβο.
Και ανάμεσα σε αυτές τις
εικόνες, επιλέγω σκόπιμα και ορισμένες οι οποίες είναι πολύ κλασικές, πολύ
καθαρές, πολύ μετωπικές, ώστε να επαναφέρω λίγη πραγματικότητα ανάμεσα σε όλα
αυτά τα φαντάσματα.
Η μνήμη αποτελεί κεντρικό
άξονα στο έργο μου, αν και δεν είναι κάτι το οποίο επέλεξα συνειδητά.
Επιβλήθηκε από μόνη της, μόλις η φωτογραφία έγινε μέρος αυτού που κάνω.
Το
H ξεκίνησε με την ιστορία, την αποικιοκρατία και τη
βόμβα υδρογόνου. Το Soleil
d’Hiver
πραγματεύεται την οικογένειά μου, τους πολέμους, την εξορία, το πένθος και τον
εαυτό μου.
Αυτήν την περίοδο
εργάζομαι πάνω στο Zone
Blanche (Λευκή Ζώνη - προσωρινός τίτλος), το οποίο θα εξερευνήσει τη
μετατραυματική μνήμη, την άρνηση, τη μνημονική αποσύνδεση και την απώλεια
μνήμης που βίωσα κατά τη διάρκεια ενός ατυχήματος, στο οποίο δεκατρείς άνθρωποι
έχασαν τη ζωή τους μπροστά στα μάτια μου.
Με το πέρασμα των χρόνων,
φαίνεται πως κινούμαι από το απείρως μεγάλο προς το απείρως μικρό, διατηρώντας
πάντα το ζήτημα της μνήμης κάπου στο επίκεντρο.
Και αν θέλουμε να το
δούμε από πολιτική σκοπιά, πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι
κοινωνίες μας είναι προβλήματα μνήμης. Ξεχνάμε γρήγορα. Μετασχηματίζουμε τα πράγματα. Πλάθουμε
φαντασιώσεις για το παρελθόν.
Αυτήν τη στιγμή, έχω την
αίσθηση ότι ολόκληρος ο κόσμος είναι στοιχειωμένος από φαντάσματα και
μεταμορφώσεις της μνήμης. Ίσως
να είμαι απλώς προϊόν της εποχής μου.
«Η ζωή του φωτογραφικού φιλμ είναι συναρπαστική. Τα φιλμ έχουν τη δική
τους αίσθηση του χρόνου», γράφεις. Θα ήθελες να αναπτύξεις αυτήν τη σκέψη;
Τι εκτιμάς περισσότερο στο αναλογικό φιλμ;
Ένα ρολό φιλμ είναι σαν
ένα συναρπαστικό χρονολόγιο.
Μέσα σε τριάντα έξι καρέ
μπορεί να συμπυκνώνεται ένα λεπτό ζωής - αν «δω» κάτι και αποφασίσω να το
φωτογραφίσω τριάντα έξι φορές με την ελπίδα να βγάλω «τη» φωτογραφία, κάτι που,
για μένα τουλάχιστον, δεν πετυχαίνει ποτέ!
Ή μπορεί αυτά τα τριάντα
έξι καρέ να καλύπτουν μια περίοδο τριών ετών. Η ιστορία που διηγούμαι σχετικά
με αυτό στο βιβλίο μου είναι πέρα για πέρα αληθινή.
Διαθέτω αρκετές
φωτογραφικές μηχανές και, κάποιες φορές, δε χρησιμοποιώ κάποια από αυτές για
έναν ολόκληρο χρόνο.
Όταν πέθανε η μητέρα μου,
την φωτογράφισα με μια μικρή compact
μηχανή. Αρκετούς μήνες αργότερα, ταξίδευα με πλοίο προς το Αλγέρι και ήθελα να
τελειώσω ένα «παλιό φιλμ», οπότε φωτογράφισα τη θάλασσα.
Όταν τελικά εμφάνισα το
φιλμ, ανακάλυψα τι είχα επιλέξει να φωτογραφίσω με εκείνη τη μηχανή τους
προηγούμενους μήνες. Εκεί είναι η μητέρα μου, ξαπλωμένη μέσα σε ένα λευκό
σάβανο, και αμέσως μετά ο αφρός των κυμάτων της Μεσογείου.
Εκείνο το φιλμ, που μου
πήρε έναν χρόνο για να το ολοκληρώσω, καθόρισε την πορεία μου. Το βιβλίο μου ξεκινά σχεδόν αμέσως με αυτές τις οπτικές
αναλογίες.
Υπάρχει, επίσης, η υλική
υπόσταση του αναλογικού φιλμ, την οποία λατρεύω και ίσως ακόμη και να
χρειάζομαι.
Μου αρέσει που δεν μπορώ
να βλέπω τις φωτογραφίες τις οποίες τραβάω όταν ταξιδεύω. Περπατώ για ώρες, επί
μέρες ολόκληρες, χωρίς να βλέπω ούτε μία εικόνα. Αυτό με βοηθά να αναζητώ
ποιητικούς χώρους όταν φωτογραφίζω ή κινηματογραφώ.
Με την ψηφιακή
φωτογραφία, δε θα είχα ποτέ την πειθαρχία να μην ελέγχω τα πάντα κάθε βράδυ.
Έτσι, φωτογραφίζω μέσα
στη σιωπή και παραμένω «τυφλός» για εβδομάδες, προτού δω τελικά τις εικόνες. Νομίζω πως αυτό με βοηθάει αφάνταστα.
Και επειδή η αναλογική
φωτογραφία απαιτεί χρόνο και χρήμα, νομίζω ότι αναζητώ κάτι βαθύτερο μέσα στις
εικόνες μου. Πρέπει να βυθίζομαι ολοκληρωτικά σε αυτές, καθώς είναι σχετικά
λίγες και η καθεμία γίνεται πολύτιμη. Κι αυτό βοηθάει.
Και αφού το φιλμ
εμφανιστεί, μπορώ ακόμα να επέμβω σε αυτό. Μπορώ να το βυθίσω σε οξύ, να το
αφήσω πεταμένο στο πάτωμα ή να το προστατεύω εμμονικά από τον παραμικρό κόκκο
σκόνης.
Η ψυχική μου κατάσταση
μπορεί να συνεχίσει να επηρεάζει το αντικείμενο. Αυτό το βρίσκω όμορφο.
Έχω την ίδια σχέση με τα
όργανά μου. Το βασικό μου ούτι είναι γεμάτο σημάδια από το μάλλον βίαιο δεξί
μου χέρι και από τις περιοδείες. Το άλλο μου ούτι παραμένει άψογο στο σπίτι.
Γιατί το ένα και όχι το άλλο; Δεν
έχω ιδέα.
Το ζήτημα της ποιότητας
της εικόνας είναι σχεδόν δευτερεύον. Δε με ενδιαφέρουν οι συζητήσεις περί
αναλογικής έναντι ψηφιακής φωτογραφίας. Ωστόσο, η χειρονομία μου παραμένει
καθαρά αναλογική, ακριβώς όπως συμβαίνει και στη μουσική.
Ο πατέρας σου υποψιαζόταν
πως δεν ήσουν «πραγματικός» φωτογράφος -πόσο μάλλον μουσικός ή ουτίστας-, αλλά
αξιωματικός των υπηρεσιών πληροφοριών.
Ποια είναι η πιθανή -έστω
και φανταστική- σύνδεση ανάμεσα στη φωτογραφία και την κατασκοπεία;
Το πιστεύει ακόμα! Ήμουν
το πρώτο άτομο στην οικογένειά μου -και το μόνο- που πήγε στο πανεπιστήμιο.
Έτσι, όταν οι γονείς μου συνειδητοποίησαν ότι ήθελα να γίνω καλλιτέχνης,
δυσκολεύτηκαν πολύ να το καταλάβουν.
Ο πατέρας μου υπηρετούσε
στον στρατό, η μητέρα μου εργαζόταν για τον στρατό, ο θείος μου, η αδελφή μου,
ο παππούς μου... όλοι τους συνδέονταν με τον στρατό. Κι εγώ μεγάλωσα σε
στρατιωτικές βάσεις στη Γερμανία.
Κανείς τους δεν ήταν
ανώτερος αξιωματικός· όλοι τους ανήκαν στο υπαξιωματικό και κατώτερο προσωπικό.
Έτσι, όταν αποφάσισα να
ασχοληθώ με τη μουσική, άρχισα να ενδιαφέρομαι για το ούτι και ξεκίνησα να
ταξιδεύω στον αραβικό κόσμο και αργότερα σε όλη τη Μεσόγειο, οι γονείς μου
αδυνατούσαν απλώς να καταλάβουν τι συνέβαινε.
Και κάποια στιγμή, ο
πατέρας και η μητέρα μου άρχισαν να πιστεύουν αυτήν την ιστορία: ότι ήμουν
μυστικός πράκτορας και πως η μουσική και η φωτογραφία αποτελούσαν την «κάλυψή»
μου στο εξωτερικό.
Ο πατέρας μου μού το είπε
για πρώτη φορά πριν από πέντε χρόνια, μετά τον θάνατο της μητέρας μου.
Πριν από έναν χρόνο, τον
κινηματογράφησα και του πήρα συνέντευξη σχετικά με αυτό, και εξακολουθεί να το
πιστεύει. Επομένως, το H ήταν προφανώς μια αποστολή στην
Αλγερία.
Η παραμονή μου στη Βηρυτό
κατά τις περιόδους των βομβαρδισμών αποτελούσε, αναγκαστικά, μια αποστολή. Η
απέλασή μου από την Αλγερία και η απαγόρευση εισόδου στη χώρα, πριν από τρία
χρόνια, συνδέονταν με τις αποστολές μου.
Οφείλω να ομολογήσω πως
το βρίσκω εξαιρετικά αστείο.
Ό,τι κι αν κάνω, ο
πατέρας μου το ερμηνεύει σαν να είμαι κατάσκοπος, και οφείλω να ομολογήσω πως η
θεωρία αυτή λειτουργεί εκπληκτικά καλά. Κάποια μέρα, ονειρεύομαι να γυρίσω μια
ταινία γι' αυτό.
Μπορώ, φυσικά, να
καταλάβω πώς κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα. Δε διαθέτει ιδιαίτερο καλλιτεχνικό
υπόβαθρο και είναι ένας άνθρωπος ο οποίος δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να
ακολουθήσει ανώτατη εκπαίδευση.
Έτσι, από τη δική του
οπτική γωνία, βλέπει απλώς τον γιο του -που μεγάλωσε ανάμεσα σε στρατιώτες- να
παίρνει μια κάμερα και να ταξιδεύει σε μέρη τα οποία κάποιοι θεωρούν
«επικίνδυνα».
Όταν πήγα στην Αλγερία
για να δημιουργήσω το H, κατά τη διάρκεια τριών ξεχωριστών
ταξιδιών στο Ρεγκάν και το Ταμανρασέτ, ανακρίθηκα δεκαοκτώ φορές από την
αστυνομία και τον στρατό. Κι εκείνοι ανησυχούσαν μήπως κατασκόπευα.
Έτσι, το ζήτημα αυτό
αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε σχέση με τη φωτογραφία.
Φυσικά, είναι πολύ εύκολο
να γίνει αυτή η φανταστική σύνδεση. Αν φωτογραφίζω κάποιον, κατά μία έννοια τον
παρατηρώ. Τον κατασκοπεύω,
ίσως.
Ωστόσο, δουλεύω κυρίως με
φακούς 28mm
και 35mm, οπότε, όταν
φωτογραφίζω κάποιον, συχνά στέκομαι σε απόσταση ενός μέτρου από αυτόν. Αυτό με
καθιστά ιδιαίτερα κακό κατάσκοπο.
Νομίζω, όμως, ότι αυτό
εγείρει ένα σημαντικό ερώτημα σχετικά με τις εικόνες στον κόσμο μας και τη σχέση
την οποία έχει ο καθένας μας με αυτές.
Κατά μία έννοια, η
φωτογραφία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δείξει τι υπάρχει, για να διατηρήσει
μια ακριβή καταγραφή των πραγμάτων. Τις τοποθεσίες των πυρηνικών δοκιμών, για
παράδειγμα.
Ένας κατάσκοπος ή ένας
δημοσιογράφος θα μπορούσε να τις φωτογραφίσει με αυτόν τον τρόπο. Εγώ
φωτογραφίζω για να δείξω ποιος είμαι εκείνη τη στιγμή.
Αν φωτογραφίσω ένα
αραβικό τοπίο με μιναρέδες στο βάθος, τοίχους κατακόκκινους σαν το αίμα και
έναν πράσινο ουρανό -αποτέλεσμα της δράσης οξέος στο φιλμ-, δεν αποτυπώνω αυτό
που υπάρχει εκεί.
Προσπαθώ να δείξω ποιος
είμαι εγώ σε σχέση με αυτό το οποίο υπάρχει εκεί.
Ίσως λοιπόν να είμαι
κατάσκοπος, τελικά. Κατασκοπεύω τον εαυτό μου και μετά δείχνω το αποτέλεσμα σε
άλλους ανθρώπους, με την ελπίδα ότι ίσως αναγνωρίσουν κάτι από τον εαυτό τους
σε αυτό.
Το συγκεκριμένο έργο
αποτελεί καρπό αρκετών περιόδων καλλιτεχνικής φιλοξενίας στη Μέση Ανατολή, τη
Βόρεια Αφρική, τη Γαλλία και την Ελλάδα, καθώς και συναντήσεων με διάφορους καλλιτέχνες
κατά τη διάρκεια αυτής της πορείας.
Πόσο έχει αλλάξει το δικό
σου βλέμμα -προς τα έξω και προς τα μέσα- μέσα από αυτήν τη διαδικασία;
Ήταν μια συναρπαστική
εμπειρία και ένα τεράστιο προνόμιο. Οι συναντήσεις που είχα κατά τη διάρκεια
αυτών των περιόδων φιλοξενίας ήταν καθοριστικές.
Από καλλιτεχνικής άποψης,
κατ’ αρχάς, είχα την αίσθηση ότι «με καταλαβαίνουν». Αυτή η απλή διαπίστωση μου
έδειξε κυρίως πόση πρόοδο πρέπει ακόμη να σημειώσει η χώρα μου σε ορισμένα
ζητήματα.
Στη Γαλλία, παρά την πραγματική
ποικιλομορφία του πληθυσμού μας, το παίξιμο του ουτιού εξακολουθεί να θεωρείται
εξωτικό. Ένας «Γάλλος» ο οποίος παίζει ούτι θεωρείται ακόμη πιο εξωτικός.
Βάζω τη λέξη «Γάλλος» σε
εισαγωγικά, επειδή το ερώτημα του τι σημαίνει να είναι κανείς Γάλλος έχει
εξελιχθεί σε τεράστιο ζήτημα στη χώρα μου.
Ας πούμε ότι -δυστυχώς,
στα μάτια ορισμένων ανθρώπων- πρόκειται για έναν λευκό άνδρα, με χριστιανικό
πολιτισμικό υπόβαθρο, που μιλάει γαλλικά και παίζει ούτι.
Χρειαζόταν να δημιουργήσω
αυτό το ρεπερτόριο μπροστά σε καλλιτέχνες και κοινό για τους οποίους το ίδιο το
ούτι δεν αποτελούσε έκπληξη.
Στη Γαλλία, εξακολουθεί
να υπάρχει μια μορφή οριενταλιστικής προσδοκίας γύρω από αυτό το όργανο. Η Ιστορία
της χώρας μου εξηγεί σε μεγάλο βαθμό αυτήν τη σχεδόν ψυχαναλυτική σχέση με τον
αραβικό κόσμο.
Η αποικιοκρατία παραμένει
ένα τεράστιο και άλυτο ζήτημα στη Γαλλία.
Έτσι, όταν έπαιζα μπροστά
σε αιγυπτιακό ή λιβανέζικο κοινό, βρισκόμουν επιτέλους αντιμέτωπος με την
πραγματικότητα της μουσικής μου. Το ερώτημα δεν ήταν πια αν μπορούσα να κάνω
τον κόσμο να ονειρευτεί, απλώς παίζοντας αυτό το όργανο.
Το πραγματικό ερώτημα
έγινε: τι έχω στ’ αλήθεια να πω με αυτό; Τις χρειαζόμουν εκείνες τις στιγμές.
Και ήταν όλες τους εξαιρετικές.
Φυσικά, υπάρχουν πάντα
και πιο συντηρητικοί άνθρωποι -κάτι απολύτως φυσιολογικό- οι οποίοι θεωρούν ότι
δεν είναι αυτός ο ενδεδειγμένος τρόπος χειρισμού των πραγμάτων. Έχουν και αυτοί
τα δίκια τους, και είχαμε ορισμένες πολύ έντονες συζητήσεις.
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια εκείνων των συναντήσεων συνέβησαν, κατά κύριο
λόγο, όμορφα πράγματα.
Το ερώτημα το οποίο έθετα
στον εαυτό μου σχετικά με τη συγγένεια ανάμεσα σε Λιβανέζους, Αιγύπτιους,
Έλληνες ή Ιρακινούς καλλιτέχνες που κινούνται στον χώρο της αβάν γκαρντ
μουσικής και εμένα -έναν Γάλλο παίκτη του ουτιού προερχόμενο από τη σύγχρονη
τζαζ- επιλύθηκε γρήγορα.
Κινούμαστε ο ένας προς
τον άλλον. Και τίποτα πια δε θα μας εμποδίσει να συναντηθούμε. Πρόκειται για
ψευδοερωτήματα. Μέσω της τέχνης, για άλλη μια φορά, καταργούμε εν μέρει
ορισμένα σύνορα.
Δεν είμαστε όλοι
πολιτισμικά πανομοιότυποι -ευτυχώς-, αλλά έχουμε τόσα πολλά να μοιραστούμε.
Και εκπλήσσομαι συνεχώς
από το ανοιχτό πνεύμα των ανθρώπων που έχω γνωρίσει, τόσο απέναντι στη ζωή όσο
και απέναντι στην τέχνη.
Όταν έπαιζα στο Ιράκ, για
παράδειγμα, μπροστά σε ένα κοινό ορισμένες φορές αρκετά παραδοσιακό, φοβόμουν
ότι τα πράγματα ίσως πήγαιναν άσχημα. Ήταν υπέροχα.
Είναι ένα απλό μάθημα,
αλλά ένα μάθημα που εγώ, ως Γάλλος, οφείλω να υπενθυμίζω συνεχώς στον εαυτό
μου.
Όποτε προκύπτει ο
πειρασμός του σνομπισμού, οφείλω να παραμένω ταπεινός. Αυτό ισχύει στη μουσική
και σε ανθρώπινο επίπεδο, αλλά πιστεύω ότι θα έπρεπε να ισχύει και για τις
χώρες και τις ηπείρους.
Ο κόσμος έχει αλλάξει
δραματικά τα τελευταία χρόνια και χαίρομαι που διανύω αυτήν την πορεία εν μέσω
της συγκεκριμένης συνθήκης.
Την Τρίτη 6
Οκτωβρίου θα εμφανιστείς ζωντανά στην Αθήνα στον χώρο του KET, ο οποίος διακρίνεται
πάντα για τη δημιουργική ανησυχία και τη φιλόξενη ατμόσφαιρά του.
Δεδομένου ότι γνωρίζεις
καλά την πόλη -και την Ελλάδα, γενικότερα-, σε ποιον βαθμό νιώθετε πολιτισμικά
«σαν στο σπίτι σου» όταν επιστρέφεις στη χώρα;
Το KET είναι ένας υπέροχος χώρος, διευθυνόμενος
από υπέροχους και θαρραλέους ανθρώπους. Και μόνο αυτό με κάνει να νιώθω βαθιά
συνδεδεμένος μαζί τους.
Πρέπει να παραδεχτώ ότι,
τελικά, δυστυχώς γνωρίζω ελάχιστα την Ελλάδα.
Έχω βρεθεί εκεί αρκετές
φορές ως μουσικός και έχω γνωρίσει ορισμένες πόλεις μέσα από τις εμφανίσεις και
τις επαφές μου με τον κόσμο.
Ονειρεύομαι, όμως, να
μπορέσω κάποια μέρα να αφιερώσω ουσιαστικό χρόνο εκεί, απλώς και μόνο για να
κατανοήσω λίγο καλύτερα τη χώρα και τους ανθρώπους της.
Αλλά ναι, η Ελλάδα μπορεί
μερικές φορές να μοιάζει με τον τρόπο που νιώθω εσωτερικά.
Διαθέτει μια απίστευτα
έντονη και ζωντανή Ιστορία και γεωγραφία, αποτελώντας σημείο συνάντησης πολλών
διαφορετικών κληρονομιών και πολιτισμών, με αντιφάσεις πολύ εμφανείς. Νιώθω
βαθιά οικειότητα με αυτά τα ερωτήματα.
Στη Γαλλία, δεν είναι
τόσο η γεωγραφία μας που έχει εγείρει αυτά τα ερωτήματα, όσο η αυτοκρατορική
μας Ιστορία. Στην Ελλάδα, αυτά μοιάζουν σχεδόν χαραγμένα στον ίδιο τον τόπο.
Και νομίζω πως αυτό είναι
ένα από τα στοιχεία που με ελκύουν τόσο έντονα στη χώρα σας.
Σε έναν ολοένα πιο ομοιογενή
μονοπολικό κόσμο, ποιες είναι οι προοπτικές, οι πολιτικές δυναμικές και ο
ενδεχόμενος αντίκτυπος των πειραματικών καλλιτεχνικών πρακτικών, τόσο σε
ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο;
Κατ’ αρχάς, παρά τις
προσπάθειές μου να αποστασιοποιηθώ, αναπόφευκτα έχω μια πολύ γαλλική οπτική για
το ζήτημα αυτό. Επομένως, δεν μπορώ πραγματικά να μιλήσω εκ μέρους ανθρώπων σε
άλλα μέρη οι οποίοι αντιμετωπίζουν τα ίδια ζητήματα.
Στη χώρα μου, παρατηρώ
μια αυξανόμενη καλλιτεχνική τυποποίηση και, ενίοτε, μεγαλύτερη εστίαση στη
μορφή παρά στο νόημα. Το μέλλον
προμηνύεται δύσκολο.
Ακόμη και για ανθρώπους
σαν εμάς, που παραμένουμε κάπως προστατευμένοι, διαπιστώνω ότι οι πειραματικές
σκηνές υποκύπτουν σε τάσεις και μόδες και οργανώνονται όλο και περισσότερο γύρω
από ιεραρχικές δομές και τους δικούς τους «αστέρες» - τηρουμένων, βέβαια, των
αναλογιών.
Σιγά σιγά, αυτός ο κόσμος
αρχίζει να υποφέρει από τα ίδια προβλήματα με την κοινωνία εν γένει και με
άλλους καλλιτεχνικούς τομείς.
Από οικονομικής άποψης,
τα πράγματα γίνονται όλο και πιο δύσκολα, καθώς η κερδοφορία μιας εκδήλωσης
αποκτά πλέον ολοένα και μεγαλύτερη σημασία.
Και το ζήτημα της
κερδοφορίας αλλάζει τα πάντα. Διότι, κατά τη γνώμη μου, αν σκεφτούμε με καθαρά
καλλιτεχνικούς, ποιητικούς, πολιτικούς ή συναισθηματικούς όρους, τα έργα αυτά
είναι εξαιρετικά κερδοφόρα.
Συζήτησα γι’ αυτό το
καλοκαίρι με μια γυναίκα από το κοινό, η οποία περίμενε σχεδόν μία ώρα για να
μου μιλήσει μετά από μια παράσταση του Soleil d’Hiver.
Ήρθε να μου πει ότι δεν
της άρεσε απολύτως τίποτα στη δουλειά μου. Φαινόταν σχεδόν θυμωμένη. Εμένα μου
φάνηκε υπέροχο. Την ευχαρίστησα και της είπα πως ο θυμός είναι ένα συναίσθημα
όπως κάθε άλλο.
Τι ήταν αυτό που την είχε
θυμώσει; Ήταν θυμωμένη μαζί μου; Με
τον εαυτό της;
Μιλήσαμε για σχεδόν μία
ώρα. Νομίζω ότι και οι δύο βγήκαμε κερδισμένοι από αυτήν τη συζήτηση. Επομένως,
αν μιλάμε για κερδοφορία, εκείνη και μόνο η γυναίκα δικαιολόγησε το ταξίδι των
800 χιλιομέτρων με το τρένο για να δώσω εκείνη τη συναυλία.
Δυστυχώς, ο κόσμος μας δε
λειτουργεί με βάση αυτούς τους κανόνες. Αν η κερδοφορία σημαίνει να έχεις ένα
μεγάλο κοινό που δαπανά πολλά χρήματα, τότε βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το
κεντρικό παράδοξο των πρακτικών μας.
Η πολιτική χειρονομία βρίσκεται
εκεί. Ταξιδεύω κάπου, μερικές φορές χωρίς να βγάλω καθόλου λεφτά, απλά και μόνο
επειδή η δουλειά πρέπει να υπάρχει. Σε αυτό συνίσταται η αντίθεση με τα συστήματα
τα οποία μας περιβάλλουν.
Προσωπικά, έχω την ανάγκη
οι καλλιτεχνικές χειρονομίες μου να φέρουν νόημα. Αφήγηση, μια θέση, ένα αίτημα,
ένα ερώτημα: όλα αυτά είναι σημαντικά για μένα.
Ένας Γάλλος που κακομεταχειρίζεται
ένα ούτι προκειμένου να μιλήσει για τον πατέρα του ο οποίος εγκατέλειψε την Αλγερία
είναι κάτι πολιτικό. Η ίδια η φύση αυτών των ερωτήσεων είναι πολιτική.
Δεν ευθύνεται ο πατέρας μου
επειδή μεγάλωσε στην Αλγερία, ούτε επειδή στο πλαίσιο της ανατροφής του τού
έλεγαν πως η Αλγερία είναι η πατρίδα του, ούτε επειδή οι Αλγερινοί πάλεψαν για
να ξανακερδίσουν την ανεξαρτησία τους.
Δεν ήταν λάθος του που επέστρεψε
στη Γαλλία και δεν μπορούσε να κατανοήσει την ίδια του τη θλίψη. Η αποικιοκρατία,
η παγκοσμιοποίηση και ο ιμπεριαλισμός δημιούργησαν αυτήν την περφόρμανς.
Και είμαι μονάχα ένα εργαλείο
μέσω του οποίου μπορούν να διατυπωθούν αυτές οι ερωτήσεις, όπως είναι το ούτι και
η κάμερά μου.
Αισθάνομαι αυτήν τη δυναμική
σε πολλά από όσα βλέπω και ακούω επί του παρόντος. Πιστεύω και ελπίζω ότι οι πρακτικές
μας θα εκφραστούν σε αυξανόμενο βαθμό με αυτόν τον τρόπο.
Ευχαριστώ
θερμά τον καλλιτέχνη
για τον χρόνο του και για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού.
Ο Grégory Dargent εμφανίζεται ζωντανά την Τρίτη 6
Οκτωβρίου στο Κέντρο Ελέγχου
Τηλεοράσεων (Κύπρου 91Α & Σικίνου 35Α, Κυψέλη,
Αθήνα). Τη συναυλία ανοίγουν οι Bethnal
Greener.
Πόρτες: 20:30. Έναρξη: 21:00.
GregoryDargent_03%20(1).jpg)
GregoryDargent_02%20(1).jpg)



