Στον πυρήνα της μια ιστορία αγάπης, με «πινελιές» από το σινεμά του φανταστικού, η μικρού
μήκους ταινία των Μιχάλη Κίμωνα
και Ρωξάνης Κριμίζη The Great
Organ
ήταν από τις πιο συγκροτημένες του
φετινού Φεστιβάλ Δράμας.
Μια
συνάντηση με το ντουέτο
των συνδημιουργών.
Η
μικρού μήκους ταινία σας The
Great
Organ είναι, στον πυρήνα της μια ιστορία
αγάπης. Πόσο, κατά τη γνώμη σας, μάς λείπει η αγάπη ως βίωμα στο κοινωνικό
πεδίο και οι ιστορίες αγάπης στο κινηματογραφικό;
Ρωξάνη
Κριμίζη: Δεν το είχα σκεφτεί, αλλά θεωρώ πως μας λείπουν.
Ως κορίτσι, μου άρεσε
να παρακολουθώ ιστορίες αγάπης στο σινεμά.
Μεγαλώνοντας, και
αφότου άρχισα να ασχολούμαι με τον κινηματογράφο, λογόκρινα τον εαυτό μου. «Love story θα γράψω τώρα, αντί για κάτι πιο
βαθύ, περίεργο ή πολιτικό;» αναρωτιόμουν.
Μιχάλης
Κίμωνας: Κι εγώ μεγάλωσα με το ίδιο κόμπλεξ. Μεγαλώνοντας,
νομίζω ότι το έχουμε ξεπεράσει, και υπαρξιακά.
Σίγουρα μου έλειπε -και
μου λείπει- η αγάπη ως συνωμοσία.
Θα
ήθελες να μου το εξηγήσεις αυτό;
Μ.Κ.: Μου λείπει η
αγάπη όχι ως κοινωνικό συμβόλαιο ή ένα σχεσιακό μοτίβο που συμβαίνει τυχαία ανάμεσα σε δύο, τρία ή περισσότερα άτομα, αλλά
ως η μοναδική πράξη αντίστασης.
Ως συνωμοσία, έχει έναν
στόχο ο οποίος ξεπερνάει τα εμπλεκόμενα σε αυτήν μέρη.
Σε
ποια συνωμοσία εμπλέκονται, λοιπόν, ο Βάιος (Jef Maarawi) και η Ακακία (Θεανώ Μεταξά), το
πρωταγωνιστικό δίδυμο του φιλμ;
Ρ.Κ.: Σε μία
κοσμογονία!
Έχουμε χτίσει έναν
κόσμο, μια κοινωνία όπου οτιδήποτε διαφορετικό αποβάλλεται, υφίσταται
διακρίσεις ή ρομαντικοποιείται.
Δεν πιστεύω πως η λύση
είναι να το συμπεριλάβουμε. Τι είμαι εγώ για να συμπεριλάβω κάποιον; Αυτομάτως,
μια τέτοια στάση με τοποθετεί σε μια θέση στην οποία δε θα έπρεπε να βρίσκομαι.
Αυτοί οι δύο χαρακτήρες
δημιουργούν έναν καινούριο κόσμο όπου όλοι είμαστε ισάξιοι και ο οποίος μάς
εμπεριέχει, δε μας συμπεριλαμβάνει. Συμβολικά, έτσι θα ήθελα να βλέπω και τον
δικό μας κόσμο.
Μ.Κ.: Αντί για τον όρο
«συμπερίληψη», προτιμώ τον όρο «ορατότητα», επειδή και στην ταινία οι
«δεύτεροι» χαρακτήρες είναι σαν να μη βλέπουν τον κόσμο στην ολότητά του.
![]() |
| Θεανώ Μεταξά |
Ωστόσο,
το πρωταγωνιστικό ντουέτο είναι περαιτέρω ιδιαίτερο: ο μεν Βάιος είναι ένα
άτομο στο φάσμα του αυτισμού, η δε Ακακία πάσχει από το σύνδρομο Τουρέτ.
Με
ποιο κριτήριο -αν υπήρξε κάποιο- επιλέχτηκε από εσάς η εστίαση στη συγκεκριμένου τύπου διαφορετικότητα και
πόσο δύσκολη υπήρξε η αποτύπωση και κατόπιν η σκηνοθετική και ερμηνευτική
διαχείρισή της;
Ρ.Κ.: Λειτουργώ εν
μέρει ενστικτωδώς, και μετά καταλαβαίνω γιατί οδηγήθηκα κάπου. Οπότε, σ’ αυτούς
τους χαρακτήρες καταλήξαμε πρωτίστως λόγω ενστίκτου.
Μ.Κ.: Δε γεννήθηκαν
λόγω της νευροδιαφορετικής «παθολογίας» τους. Πρώτα γεννήθηκε η αίσθηση των χαρακτήρων, οι οποίοι έτυχε να φέρουν αυτά τα χαρακτηριστικά.
Ρ.Κ.: Ο Βάιος μάς
οδήγησε στην Ακακία,. Ακολουθήσαμε τη ροή της ιστορίας. Ο σκοπός μας δεν ήταν
να κάνουμε ένα φιλμ για τον αυτισμό.
Πώς
εξελίχθηκε η ιστορία μέσα στον χρόνο, πόσο άλλαξε από την περίοδο της αρχικής
σύλληψής της;
Ρ.Κ.: Γράψαμε το πρώτο draft σε
δύο μήνες. Είχαμε μιλήσει για πολύ λίγα πράγματα: για τον χώρο εργασίας του
Βάιου...
Μ.Κ.: Και για έναν
εξωγήινο οργανισμό, ο οποίος δεν ξέραμε τι θα είναι.
Ρ.Κ.: Έγραψε ο Μιχάλης
μερικές σελίδες και μου τις έστειλε. Συνέχισα προσθέτοντας την Ακακία. Καθένας
από εμάς έγραφε χωρίς προηγουμένως να μιλήσουμε πέραν της γνώσης του αρχικού concept. Ήταν σαν ένα
παιχνίδι.
Και
πώς το σενάριο απέκτησε, τελικά, συνοχή και υπόσταση;
Ρ.Κ.: Ο πυρήνας του
ήταν σε μεγάλο βαθμό εκεί από το πρώτο draft. Κατόπιν, άλλαξαν κάποιες
λεπτομέρειες, όπως ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο εξωγήινος οργανισμός ή
ορισμένοι διάλογοι.
Ο
εξωγήινος οργανισμός που μοιάζει με μάτι και εσείς, μεταξύ σας, τον αποκαλείτε
«πηγή» σίγουρα παραπέμπει στο σινεμά
του φανταστικού. Ποια είναι η σχέση σας με αυτό το σινεμά είτε ως θεατές, είτε
ως συνδημιουργοί;
Ρ.Κ.: Ο κινηματογράφος
είναι για μένα κι ένας τρόπος να κάνω κοσμογονία. Αυτά, δηλαδή, που δεν μπορώ
να ζήσω ή θα ήθελα να ζήσω έχω την ευκαιρία να τα βιώσω μέσω του σινεμά.
Έτσι ξεκίνησα και ως
ηθοποιός: ήθελα να βιώνω όσα δεν μπορούσα να βιώσω στην πραγματικότητα. Μικρή,
περνούσα ώρες ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου δημιουργώντας κόσμους.
Μ.Κ.: Το σινεμά είναι
ίσως η μοναδική τέχνη, λόγω της κινούμενης εικόνας, μέσω της οποίας μπορείς να
φτάσεις καλύτερα στην πραγματικότητα του μυαλού και της φαντασίας.
Υπάρχει μια πραγματικότητα
που όλοι κουβαλάμε στη φαντασία μας. Στα όνειρά μας κατασκευάζουμε κόσμους,
πετάμε, επικοινωνούμε με ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται μακριά - κι αυτό είναι
αρκετά πραγματικό για όσο διαρκεί ο ύπνος μας.
Δεδομένου
ότι η τρέχουσα κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα είναι δυστοπική, ο
κινηματογράφος συνιστά μια διαφυγή, μια διέξοδο. Για εσάς, αποδρούν, τελικά, ο
Βάιος και η Ακακία;
Μ.Κ.: Το θέμα του φιλμ είναι η απόδραση.
Λίγο
μετά την πρώτη τους ερωτική συνεύρεση στο σπίτι της, η Ακακία λέει στον Βάιο «Μυρίζεις σινεμά». Έχει και μυρωδιά το σινεμά;
Ρ.Κ.: Αν ένα έργο
τέχνης -θεατρικό, κινηματογραφικό- δεν ενεργοποιεί όλες σου τις αισθήσεις, δεν
εκπληρώνει τον ρόλο του.
Μ.Κ.: Επαναλαμβάνομαι,
αλλά όλα συμβαίνουν στον εγκέφαλο.
Ρ.Κ.: Μια μυρωδιά
μπορεί να μου επαναφέρει την εικόνα της γιαγιάς μου. Αντίστοιχα, μια κινηματογραφική
εικόνα μπορεί να μου ξυπνήσει μια άλλη μυρωδιά.
Πόσο
γρήγορα κατοίκησε αυτόν τον δομημένο σε ένα τόσο προσωπικό σενάριο -αν και
γραμμένο από δύο ανθρώπους- πραγματικό-μη πραγματικό κόσμο το ομολογουμένως
εκπληκτικό ντουέτο ηθοποιών;
Ρ.Κ.: Δύο άνθρωποι
γεννούν έναν κόσμο τον οποίο κατοικούν δύο άλλοι... Δεν είχα κάνει αυτόν τον
συσχετισμό.
Μ.Κ.: Πολύ γρήγορα,
σχεδόν από την πρώτη ανάγνωση.
Σε πολύ μεγάλο ποσοστό,
εξάλλου, οι χαρακτήρες, όπως εφανίζονται στην οθόνη, δομήθηκαν από τα παιδιά.
Δυσκολεύτηκαν-
διανοητικά, σωματικά, ψυχικά;
Ρ.Κ.: Προκαλεί φόβο
στον ηθοποιό να μπει σε τέτοιους ρόλους, επειδή ελλοχεύει ο κίνδυνος της
απώλειας της ισορροπίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, εισήλθαν με
τρυφερότητα στους ρόλους τους και όχι με λύπηση.
Μ.Κ.: Ήταν, νομίζω, το
ίδιο προσωπικό και για τα παιδιά. Κάθε χαρακτήρας έφερε πολλά στοιχεία από τον
και την ηθοποιό που τους ενσάρκωναν.
Αν και ο Jef είναι
στην πραγματικότητα εξωστρεφής άνθρωπος, κρύβει βαθιά μέσα του μια εσωστρέφεια,
την οποία απέδωσε στο φιλμ.
Για την Θεανώ η
δυσκολία συνίστατο στο ότι έπρεπε, λόγω του ρακόρ, να οργανώσει την
επαναλαμβανόμενη εμφάνιση των τικ της.
Ρ.Κ.: Τόσο ο Jef όσο
και η Θεανώ έχτισαν, βασικά, τους αντίστοιχους χαρακτήρες μέσα από κάποιες
πρόβες, δεν «έπαιζαν» τις σκηνές.
![]() |
| Jef Maarawi |
Όντας
και ηθοποιοί, τι ρόλο παίζει αυτό στον τρόπο με τον οποίο σεναριογραφείτε,
σκηνοθετείτε και καθοδηγείτε άλλους/άλλες ηθοποιούς;
Ρ.Κ.: Δε δημιουργούμε
συνθήκες και στη συνέχεια προσθέτουμε τους χαρακτήρες, Και οι δύο δουλεύουμε
πάνω στους χαρακτήρες, οι οποίοι μάς «πάνε» και στο πλαίσιο της συγγραφής του
σεναρίου.
Μ.Κ.: Αναγκαζόμαστε και
χαιρόμαστε που μπαίνουμε στη θέση του χαρακτήρα. Βλέπουμε πού θέλει να πάει
μετά.
Δε λειτουργούμε ως
σεναριογράφοι, αλλά κυρίως ως κάτοικοι του σύμπαντος.
Ρ.Κ.: Είναι σαν να
έχουμε τα μάτια του κάθε χαρακτήρα.
Πρόκειται
για ένα φιλμ το οποίο εσωτερικά «βράζει», αλλά στην επιφάνεια είναι ήσυχο. Πώς
διαχειριστήκατε αυτήν την αντίφαση;
M.K.: Επειδή η προηγούμενη ταινία μου,
το KIDDO, ήταν πολύ διαλογική,
τώρα με ενδιέφερε να αναζητήσω μια περιοχή απαλότητας και μη καθαρών τομών.
Εκτίμησα
το The
Great
Organ πολύ περισσότερο από το KIDDO.
Είδα εξέλιξη. Κατά τη γνώμη σας υπάρχει εξέλιξη στην καλλιτεχνική δημιουργία; Ή,
τελικά, δεν αλλάζουμε και τόσο, αλλά γινόμαστε οι καλύτερες εκδοχές του εαυτού
μας;
Ρ.Κ.: Με την εμπειρία,
την αυτοπεποίθηση και τον καιρό μπορεί απλώς να αποδεχτείς τον πυρήνα σου και
να αφήσεις αυτό που έχεις μέσα σου να «ανθίσει» και να «μιλησει», χωρίς να το
λογοκρίνεις.
Μ.Κ.: Η εξέλιξη δεν
ταυτίζεται, νομίζω, με την πρόοδο. Με αυτήν την έννοια, σίγουρα εξελίσσεσαι,
μαθαίνεις καλύτερα τα εργαλεία σου και ανακαλύπτεις τον εαυτό σου, αλλά δεν
προοδεύεις, ντε και καλά.
Ρ.Κ.: Στo Φεστιβάλ
Δράμας εκτίμησα την τόλμη των ταινιών του Εθνικού Σπουδαστικού. Με τα χρόνια
ίσως χάνεται αυτή η τόλμη.
Μιας
και μιλήσαμε πολύ για αισθήσεις, ποια ήταν για εσάς η κυρίαρχη αίσθηση από τις
ημέρες του Φεστιβάλ Δράμας;
Ρ.Κ.: Υπάρχει μια
εγγύτητα η οποία σε άλλα φεστιβάλ του εξωτερικού ίσως χάνεται.
Μ.Κ.: Ήταν πολύ
καταπραϋντικό το ότι γνώρισα άτομα -κινηματογραφιστές και κινηματογραφίστριες-
που πάσχουν με παρόμοιο τρόπο, με αρνητικό και θετικό πρόσημο.
Το
Φεστιβάλ του Κλερμόν Φεράν, όπου το The Great
Organ ξεκίνησε το ταξίδι του, ήταν πιο
απρόσωπο;
Ρ.Κ.: Ήταν οργανωμένο
μεν, αλλά πιο χαοτικό. Άλλης κλίμακας. Δε συγκρίνεται με αυτό της Δράμας.
Μ.Κ.: Το παρακολουθούσε
τεράστιο ποσοστό κατοίκων της περιοχής.
Η
μεγάλου μήκους δουλειά σας υπάρχει στα σκαριά;
Ρ.Κ.: Γράφουμε τώρα και
ετοιμαζόμαστε για κατάθεση.
Τι
αίσθηση έχετε;
Ρ.Κ.: Δυσκολευτήκαμε
πολύ για να φτάσουμε σ’ αυτό το στάδιο. Είμαστε, όμως, σε καλό δρόμο.
Εύχομαι
και αυτό το βήμα, προς έναν κόσμο μεγάλου μήκους, να είναι εξίσου σαγηνευτικό
με το προηγούμενο, όπως και ο κόσμος στον οποίο θα μας εισαγάγει.
Ρ.Κ.: Μακάρι!
H μικρού μήκους ταινία
των Μιχάλη Κίμωνα και Ρωξάνης Κριμίζη The Great
Organ
απέσπασε
4 βραβεία στο 49ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας (δείτε
εδώ
και εδώ).
To Σάββατο 3 Οκτωβρίου
προβάλλεται στον κινηματογράφο «CINOBO Όπερα»
(αίθουσα 1, 17:00) στο πλαίσιο των 32ων
«Νυχτών Πρεμιέρας».
Kατόπιν, «ανηφορίζει» στο 67ο Διεθνές Φεστιβάλ
Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (5-15
Νοεμβρίου).





