Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

Ράτι Τσιτελάντζε: «Η ελευθερία δεν έχει και τόση σημασία χωρίς εσωτερική γαλήνη»



Μετά από έντεκα χρόνια οικιακού εγκλεισμού σε ένα χωριό στη Γεωργία, η Αντελίνα, μια νεαρή τρανς γυναίκα, εξασφαλίζει άσυλο στην Αυστρία. Την πορεία της προς την ελευθερία ιχνηλατεί το ντοκιμαντέρ Τραγούδι δίχως σπίτι

Συζητώντας με τον σκηνοθέτη του, Ράτι Τσιτελάντζε, με αφορμή την προβολή της δουλειάς του στο 28ο ΦΝΘ.

Είσαι ηθοποιός και σκηνοθέτης γεωργιανής καταγωγής που ζεις στις Η.Π.Α. Ποια είναι η οπτική σου μπροστά και πίσω από την κάμερα;

Κατάγομαι από ένα μικρό γεωργιανό χωριό το οποίο συνορεύει με την Τουρκία.

Πάντα ήθελα να ταξιδέψω, να δω τον κόσμο πέρα ​​από αυτό και να βιώσω πολλά στη ζωή, επειδή μεγάλωσα χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και χωρίς πολλά εκτός του μικρού μου κόσμου.

Όσο περισσότερο ταξιδεύω και όσο περισσότερα βλέπω, όμως, τόσο πιο σημαντικός γίνεται ο εσωτερικός μου κόσμος. Αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου ως σκηνοθέτη που δεν επικεντρώνεται μόνο στον εξωτερικό κόσμο, αλλά και στο εσωτερικό σύμπαν.

Νιώθεις εξίσου αποξενωμένος στην υπερσυντηρητική Γεωργία και στην ολοένα και πιο φασιστική Βόρεια Αμερική; Αν όχι, πού εντοπίζεις τη διαφορά;

Νομίζω ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η πρόσβαση στο διαδίκτυο προκαλούν ολοένα και μεγαλύτερη ανάμιξη πολιτισμών. Αυτό φέρνει ομορφιά, φυσικά, αλλά αναπόφευκτα και τους δικούς του κινδύνους.

Αισθάνομαι αποξενωμένος και στα δύο μέρη, αν και με διαφορετικούς τρόπους. Η διαφορά έγκειται στη φύση της αποξένωσης και σε αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί χωρίς σοβαρές συνέπειες. Υποθέτω πως αυτό λέει πολλά.

Γυρισμένο στη διάρκεια μιας δεκαετίας, το Τραγούδι δίχως σπίτι αναπτύσσει και διευρύνει την αφήγηση της αναγνωρισμένης μικρού μήκους ταινίας σου, Prisoner of Society.

Γιατί ήταν ηθικά, υπαρξιακά και πολιτικά επιτακτικό, τόσο για εσένα όσο και για την πρωταγωνίστρια σου, την νεαρή τρανς γυναίκα Αντελίνα, να ολοκληρώσετε αυτό το ντοκιμαντέρ ενάντια σε όλες τις αντιξοότητες;

Η μικρού μήκους ταινία ήταν υποψήφια για το βραβείο της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου και, χάρη στην απήχησή της, η Αντελίνα εξασφάλισε άσυλο στην Αυστρία.

Στην αρχή, πίστευα ότι ήταν ένα ευτυχές τέλος, αλλά η ζωή, όπως και η ταυτότητά μας, σπάνια είναι τόσο απλή.

Όταν πήγα στις Η.Π.Α., ένιωσα χαμένος: σαν το παρελθόν μου να μην υπήρχε, σαν να είχα έρθει σε αυτόν τον ξένο κόσμο για πρώτη φορά, σαν να μην είχα μέλλον, χαμένος κάπου ανάμεσα στη μετάβαση και τη μετάφραση.

Είχα μια ειλικρινή συζήτηση με την Αντελίνα σχετικά με την πολυπλοκότητα της μετανάστευσης και το ξεκίνημα μιας νέας ζωής.

Κατάλαβα πως έπρεπε να κάνω αυτό το φιλμ ανεξάρτητα από τις δυσκολίες και με κάθε κόστος, επειδή ένιωσα ότι ήταν απαραίτητο να μιλήσω για την πολυπλοκότητα της μετανάστευσης.

Η Αντελίνα είναι επίσης η σεναριογράφος του ντοκιμαντέρ. Γιατί ήταν κρίσιμο για εκείνη να αναλάβει αυτόν τον ρόλο; Προκειμένου να εδραιώσει τον έλεγχό της πάνω στην ίδια της την αφήγηση και, τελικά, στη ζωή της;

Πριν γνωρίσω την Αντελίνα, είχα γυρίσει μόνο ταινίες μυθοπλασίας.

Όταν, όμως, της μίλησα και διάβασα τα ημερολόγιά της, συνειδητοποίησα ότι αυτή η ιστορία μπορούσε να υπάρξει μόνο σε μορφή ντοκιμαντέρ, προκειμένου να δικαιώσει τη ζωή της και τον ακατέργαστο και υπέροχο εσωτερικό της κόσμο.

Για την Αντελίνα, η γραφή βασίζεται στη μεταμορφωτική δύναμη της αυτοέκφρασης.

Η συγγραφή δεν είναι μόνο ένα μέσο επιβίωσης, αλλά και μια πηγή ελπίδας, ένας τρόπος να βοηθήσουμε τους άλλους να καταλάβουν πως άνθρωποι σαν την Αντελίνα υπάρχουν σε αυτόν τον κόσμο και ότι, κόντρα σε όλες τις πιθανότητες, υπάρχει φως στο τέλος του τούνελ.

Στην αρχή του ντοκιμαντέρ, η Αντελίνα ακούγεται να σε προσκαλεί να την επισκεφθείς μόνος σου με την κάμερά σου. Υπό ποιες συνθήκες μπορεί η κάμερα να γίνει όπλο στα χέρια των καταπιεσμένων;

Η δύναμη της έκφρασης και του μοιράσματος είναι πιο σημαντική και πιο ισχυρή από ποτέ. Δε νομίζω ότι είναι πάντα απαραίτητο αυτό να συμβαίνει μέσω μιας συγκεκριμένης μορφής τέχνης.

Στην περίπτωσή μας, όμως, η κινηματογράφηση και η έκφραση μέσω του κινηματογράφο είναι πολύτιμες για μένα.

Μέσα από την τέχνη του σινεμά, το Τραγούδι δίχως σπίτι είναι μια βαθιά προσωπική πράξη ανυπακοής ενάντια στην άνοδο των οπισθοδρομικών δυνάμεων παγκοσμίως.

Η σχέση της Αντελίνα με τη μητέρα της, κατά καιρούς αντιφατική και συγκρουσιακή, αλλά κυρίως σπαρακτικά τρυφερή, είναι από τα κύρια πλεονεκτήματα της ταινίας.

Και οι δύο φαίνεται να βιώνουν τον εγκλεισμό με παρόμοιο τρόπο. Είναι αυτό ακριβές;

Στην αρχή, ήθελα να κάνω ένα φιλμ μόνο για τη ζωή της Αντελίνα, αλλά όταν γνώρισα τη μητέρα της, ένιωσα τόση ζεστασιά, αγάπη και εσωτερική πολυπλοκότητα που κατάλαβα ότι έπρεπε να είναι μέρος της ταινίας.

Με τον καιρό, η ζωή της έμοιαζε όλο και περισσότερο με της Αντελίνα, και αναπόφευκτα έγινε ένας καθρέφτης της προηγούμενης ζωής της Αντελίνα, ενώ παράλληλα αντηχούσε το παρόν.

Ο πατέρας, από την άλλη πλευρά, αποτελεί μια ζωντανή εκδήλωση του πατριαρχικού μοντέλου. Τι γίνεται με τους νεαρούς άνδρες στη Γεωργία; Δεν παρεκκλίνουν, έστω και λίγο, από αυτό το πρότυπο;

Δε μου αρέσει να μιλάω για τους ανθρώπους ως ομάδες, αλλά μάλλον ως άτομα. Ταυτόχρονα, ο πατέρας αντιπροσωπεύει την πλειοψηφία της γεωργιανής κοινωνίας. Είναι και ο ίδιος «αιχμάλωτος της κοινωνίας». Απορρίπτει το παιδί του για να επιβιώσει.

Από την άλλη πλευρά, η μητέρα επιλέγει να αγαπάει και χάνει τα πάντα. Έτσι, κατ’ εμέ η μητέρα αντιπροσωπεύει όλους όσους υπερασπίζονται το σωστό και τους αγαπημένους τους, ανεξάρτητα από τις συνέπειες.




Η ταινία σου ουσιαστικά μιλάει για την ελευθερία. Σε ποιον βαθμό είναι εφικτή η ελευθερία σε έναν θεμελιωδώς ανελεύθερο κόσμο, και ειδικά όταν το ταραγμένο παρελθόν κάποιου συνεχίζει να τον στοιχειώνει;

Σαν ένα μικροσκοπικό ψάρι που απελευθερώνεται από ένα ενυδρείο στον απέραντο ωκεανό, η ιστορία της Αντελίνα μάς υπενθυμίζει πως η αληθινή ελευθερία είναι κάτι περισσότερο από το να διασχίζεις απλώς ένα σύνορο.

Η ίδια η ελευθερία δεν έχει και τόση σημασία χωρίς εσωτερική γαλήνη.

Το Τραγούδι δίχως σπίτι είναι κομψά γυρισμένο σε ασπρόμαυρο και έγχρωμο στυλ. Ποια κριτήρια υπαγόρευσαν τη χρήση εκάστου των δύο;

Από παιδί ζωγραφίζω και η φόρμα είναι πολύ σημαντική για μένα.

Μέσα από το χρώμα, την ατμόσφαιρα και τον ήχο, στόχος μου είναι να μεταφέρω όχι μόνο τον εξωτερικό κόσμο της Αντελίνα, αλλά και το βάθος του εσωτερικού της κόσμου καθώς ξαναχτίζει μια αίσθηση εαυτού.

Το ασπρόμαυρο αντιπροσωπεύει όχι μόνο το παρελθόν, αλλά και μια απλούστερη ζωή, αν και σκληρή. Τα ζωντανά χρώματα αντιπροσωπεύουν τον νέο κόσμο, γεμάτο υπέροχες δυνατότητες, αλλά ταυτόχρονα πολύπλοκο και συντριπτικό.

Το ντοκιμαντέρ σου θα παρουσιαστεί σε διεθνή πρεμιέρα στο πλαίσιο του τμήματος Film Forward του 28ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Αυτό το τμήμα συνήθως φιλοξενεί πειραματικά/καινοτόμα έργα.

Τι σημαίνει η έννοια του «πειραματισμού» στον σύγχρονο κινηματογράφο;

Όταν ο Γιώργος Κρασσακόπουλος, Επικεφαλής Προγραμματισμού στο ΦΝΘ, μοιράστηκε τις σκέψεις του για την ταινία και γιατί ανήκει στο τμήμα Film Forward, τόσο εγώ όσο και η παραγωγός, Όλγκα Σλουσάρεβα, συγκινηθήκαμε βαθιά.

Ήταν πολύ συγκινητικό για εμάς, ειδικά επειδή το φιλμ γυρίστηκε με τόσο προσωπικό και μοναχικό τρόπο. Σημαίνει πολλά να ακούσουμε πόσο βαθιά η ανάγνωσή του απηχούσε τις δικές μας προθέσεις.

Αναγνώρισε όχι μόνο τα επείγοντα θέματα της ταινίας, τα οποία είναι ζωτικής σημασίας, αλλά και την ισχυρή κινηματογραφική της φωνή.

Αυτό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για εμάς, επειδή η μορφή του φιλμ διαμορφώθηκε μέσα από μια πολύ διαισθητική και προσεκτική αναζήτηση του σωστού ρυθμού και συναισθηματικής υφής.

Για μένα, πειραματισμός σημαίνει ανοιχτότητα· ανοιχτότητα σε νέες αφηγηματικές δομές, νέες σχέσεις μεταξύ πραγματικότητας και κινηματογραφικής έκφρασης και νέους τρόπους να εμπλέκεσαι με την πραγματικότητα χωρίς να την υποβαθμίζεις.

 Στο Τραγούδι δίχως σπίτι, αυτό σήμαινε τη δημιουργία ενός χώρου όπου η ιστορία της Αντελίνα θα μπορούσε να ξεδιπλωθεί με ειλικρίνεια και δύναμη, και με μια μορφή η οποία πηγάζει από την εμπειρία της αντί να επιβάλλεται σε αυτήν.

Ο πειραματισμός στον σύγχρονο κινηματογράφο δεν αφορά απλώς το σπάσιμο κανόνων ή την υιοθέτηση αντισυμβατικών μορφών.

Για μένα, πρόκειται για την ανακάλυψη μιας μορφής που είναι βαθιά προσωπική για εσένα και αντανακλά ειλικρινά τον εσωτερικό σου κόσμο.

Ευχαριστώ θερμά την  Όλγκα Σλουσάρεβα, παραγωγό του φιλμ, για την πολύτιμη συμβολή της στην υλοποίηση της συνέντευξης και για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού.

Το ντοκιμαντέρ του Ράτι Τσιτελάντζε Τραγούδι δίχως σπίτι προβάλλεται, σε διεθνή πρεμιέρα, στο πλαίσιο του διαγωνιστικού τμήματος Film Forward του 28ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (5-15 Μαρτίου).

Προβολές: Σάββατο 14 Μαρτίου (αίθουσα Παύλος Ζάννας, 21:00) και Κυριακή 15 Μαρτίου (αίθουσα Παύλος Ζάννας, 13:00).




Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Ανμαρί Τζάσιρ: «Η Παλαιστίνη είναι η μόνη σταθερά στη ζωή μου»

 

Ανμαρί Τζάσιρ (Φωτογραφία: Άρης Ράμμος)

Παθιασμένη όσο και οι ταινίες της, η Ανμαρί Τζάσιρ είναι από τις πιο καταξιωμένες Παλαιστίνιες σκηνοθέτριες.

Συνομιλώντας μαζί της με αφορμή την αθηναϊκή πρεμιέρα του πιο πρόσφατου φιλμ της, Παλαιστίνη 36, την Παρασκευή 13 Μαρτίου στον κινηματογράφο Τριανόν.

Έχουμε συναντηθεί διά ζώσης μόνο μία φορά, όταν παρευρέθηκες στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την παρουσίαση της ταινίας σου, Όταν σε είδα. Πόσο έχεις αλλάξει από τότε και τι έχει παραμείνει το ίδιο;

Γεια σου, Γιάννη. Χαίρομαι που επικοινωνώ ξανά μαζί σου. Πολλά έχουν αλλάξει από τότε.

Έγινα μητέρα, έχασα αγαπημένα μου πρόσωπα και εμείς, ως Παλαιστίνιοι, βρεθήκαμε να ζούμε τη γενοκτονία του ίδιου μας του λαού. Η ζωή έχει αλλάξει πολύ. Όσο για αυτό το οποίο παραμένει το ίδιο: η πειθαρχία στην άσκηση της ελπίδας.

Αν και γεννήθηκες στην Παλαιστίνη, έζησες ελάχιστα εκεί στα πρώιμα χρόνια της ζωής σου, έχοντας περάσει την παιδική και νεανική σου ηλικία στη Σαουδική Αραβία, προτού μετακομίσεις στις Η.Π.Α. για σπουδές.

Στην πραγματικότητα, έχω περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου στην Παλαιστίνη: εκεί ζω τώρα και είναι το μέρος στον κόσμο όπου έχω ζήσει περισσότερο από οπουδήποτε αλλού.

Τα παιδικά μου χρόνια στη Σαουδική Αραβία με έχουν επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό, και ο χρόνος που πέρασα στις Η.Π.Α. ήταν επίσης ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μου.

Ωστόσο, η Παλαιστίνη είναι η μόνη σταθερά στη ζωή μου, το μόνο μέρος στο οποίο επέστρεφα πάντα.

Πώς βίωσες την περίοδο που υπήρξες Παλαιστίνια της Διασποράς, ειδικά στο βορειοαμερικανικό πολιτιστικό/πολιτικό περιβάλλον, και πώς σε έχει βοηθήσει ο κινηματογράφος να επαναπροσδιορίσεις το πλαίσιο της ταυτότητάς σου;

Ως κάποια που ζει στην Παλαιστίνη, δε θεωρώ τον εαυτό μου μέρος της Διασποράς.

Ωστόσο, πιστεύω ότι όλοι οι Παλαιστίνιοι είναι πρόσφυγες: μέχρι να αποκτήσουμε την ελευθερία μας, όλοι μας είμαστε πρόσφυγες, ανεξάρτητα από το πού ζούμε - είτε εντός, είτε εκτός Παλαιστίνης.

Είσαι ένθερμη υποστηρίκτρια του ανεξάρτητου κινηματογράφου εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες.

Τι σημαίνει να είσαι ανεξάρτητη σκηνοθέτρια όσον αφορά στο καλλιτεχνικό όραμα, την πολιτική δέσμευση και την αυτονομία χρηματοδότησης στις μέρες μας;

Η ανεξαρτησία είναι συνδεδεμένη με την ελευθερία. Πιστεύω πως πρέπει να αγωνιστούμε γι’ αυτήν την ελευθερία ως καλλιτέχνες, ως κινηματογραφιστές και ως άνθρωποι.

Σημαίνει ότι πρέπει να αγωνιστούμε για το όραμά μας, να έχουμε πίστη στους ανθρώπους με τους οποίους συνεργαζόμαστε - η συνεργατική φύση της δουλειάς μας είναι μέρος αυτού.

Προερχόμενη από έναν τόπο που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ξένη χρηματοδότηση, είναι επίσης εξαιρετικά σημαντικό να επιμείνουμε στην ανεξαρτησία και τη χρηματοδότηση χωρίς απολύτως κανέναν καλλιτεχνικό όρο.

Στις μέρες μας, υπάρχει η αίσθηση ότι ο ανεξάρτητος κινηματογράφος απειλείται περισσότερο από ποτέ, και πολλές ταινίες που ονομάζονται ανεξάρτητες δεν απειλούνται.

Η τελευταία, εύστοχα τιτλοφορημένη και πιο πολιτικά φορτισμένη ταινία σου, Παλαιστίνη 36, αφηγείται την αραβική εξέγερση του 1936-1939 ενάντια στη βρετανική αποικιακή κυριαρχία στην Παλαιστίνη κατά την περίοδο της Εντολής.

Γιατί επέλεξες να εμβαθύνεις σ’ αυτήν την περίοδο;

Πώς θα μπορούσα να μην το κάνω; Είναι η ιστορία των καταβολών μας. Όλα όσα αφορούν αυτήν τη στιγμή είναι εκρηκτικά, απολύτως κρίσιμα για την κατανόηση του κόσμου σήμερα και σχετικά με τη ζωή μας.

Το 1936 σηματοδοτεί την έναρξη της μεγαλύτερης και μακροβιότερης εξέγερσης κατά της τριακονταετούς βρετανικής κυριαρχίας στη χώρα μου.

Αυτή η εξέγερση με επικεφαλής τους αγρότες ήταν η αρχή ενός οργανωμένου εθνικού κινήματος για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης - και είναι ένα κίνημα που δεν έχει τελειώσει ποτέ.

«Η ιστορία θα είναι ευγενική μαζί μου γιατί εγώ σκοπεύω να τη γράψω», δήλωνε κάποτε αλαζονικά ο Τσόρτσιλ. Στο Παλαιστίνη 36, ωστόσο, δεν είναι ο νικητής ο οποίος γράφει την Ιστορία/ιστορία.

Μέσα από την αφήγησή σου, οι καταπιεσμένοι Παλαιστίνιοι ανακτούν τη φιμωμένη φωνή τους.

Απολύτως. Και είναι η ιστορία του κόσμου πραγματικά - ότι μια ομάδα αλαζόνων ηλίθιων έγραψαν Ιστορία.

Όταν παρουσιάσαμε την ταινία για πρώτη φορά στο Ηνωμένο Βασίλειο, συνέβησαν δύο απίστευτα πράγματα: το ένα είναι πως πήγαμε στο βρετανικό κοινοβούλιο για να προβάλουμε την ταινία και να κάνουμε μια συζήτηση.

Το μόνο το οποίο σκεφτόμουν ήταν ότι στεκόμουν στα ίδια τα δωμάτια, περπατώντας στους διαδρόμους, όπου ελήφθησαν εκατό φρικτές αποφάσεις για να βλάψουν και να χειραγωγήσουν τον λαό μου.

Ένα πορτρέτο του Λόρδου Μπάλφουρ ήταν σε έναν τοίχο. Σε ένα άλλο δωμάτιο, του θείου του Λόρδου Πιλ ή κάτι τέτοιο.

Όταν κάναμε πρεμιέρα στο φεστιβάλ κινηματογράφου BFI του Λονδίνου, είπα στη σκηνή: «Πριν από ενενήντα χρόνια, οι Βρετανοί ήρθαν στη γη μας. Τώρα είμαστε εδώ, για να σας πούμε από τη δική μας οπτική γωνία την ιστορία εκείνων των χρόνων».




Θα ήθελες να αναλύσεις τον ρόλο του κινηματογράφου, ιδίως του σύγχρονου παλαιστινιακού κινηματογράφου, ως εργαλείου για την επανεγγραφή της Ιστορίας/ιστορίας υπό το πρίσμα των καταπιεσμένων και ως μέσου συλλογικής ενδυνάμωσης;

Είναι πολύ σημαντικό ένας λαός να βλέπει τον εαυτό του στην οθόνη και να απορρίπτουμε την ιδέα ότι ο κινηματογράφος είναι για τους προνομιούχους, για όσους έχουν εξουσία ή για ανθρώπους μακριά.

Είμαστε εμείς σε αυτήν την οθόνη, είναι οι ζωές μας, οι ιστορίες μας - αυτό είναι απίστευτα ενδυναμωτικό.

Κυρίως επειδή οι ζωές μας διαγράφονται συνεχώς. Η ίδια μας η ύπαρξη αποτελεί απειλή για τόσους πολλούς ανθρώπους. Οι ιστορίες μας, η Ιστορία μας, η αγάπη μας και η ανθεκτικότητά μας.

Όλα αυτά απειλούνται κάθε μέρα από τότε που γεννήθηκα. Η παλαιστινιακή τέχνη λέει «όχι» ξανά και ξανά - δε θα εξαφανιστούμε. Ποτέ. Δε θα επιτρέψουμε σε κανέναν να μας το κάνει αυτό.

Ποιο κοινό είχες κυρίως κατά νου όταν γύριζες αυτήν τη μεγάλου μήκους ταινία, τη μόνη η οποία έχει γυριστεί στην Παλαιστίνη από τις 7 Οκτωβρίου και τη μεγάλης κλίμακας γενοκτονία που ακολούθησε;

Έχω πάντα κατά νου το παλαιστινιακό κοινό πρώτα και κύρια:

Ο κινηματογράφος είναι εκεί όπου μιλάμε ο ένας στον άλλον, αμφισβητούμε ο ένας τον άλλον, ενωνόμαστε συλλογικά για να δημιουργήσουμε, να παρακολουθήσουμε, για να τιμήσουμε τους προγόνους μας και τους μάρτυρές μας, αλλά και να επικρίνουμε και να αμφισβητήσουμε τις αποφάσεις μας.

Είναι ο χώρος όπου υπερασπιζόμαστε τη ζωή.

Όπως ήταν αναμενόμενο, το Παλαιστίνη 36 έχει απαγορευτεί στο Ισραήλ. Πώς ερμηνεύεις την αυξανόμενη φασιστικοποίηση τόσο των ισραηλινών κρατικών μηχανισμών όσο και της αντίστοιχης κοινωνίας;

Για άλλη μια φορά, οι άνθρωποι απειλούνται, και τα συστήματα απειλούνται, όταν αμφισβητείται η εξουσία.

Οι Παλαιστίνιοι είναι σαν θαλάσσια φυτά κάτω από το νερό - κύματα έρχονται και παρέρχονται και εμείς προσπαθούμε να κρατηθούμε εκεί που βρισκόμαστε.

Μερικές φορές το νερό είναι πιο ήρεμο από άλλα, άλλοτε είναι παλιρροϊκό κύμα. Έτσι βλέπω τον φασισμό: αρνούμαστε να τον αφήσουμε να μας τραβήξει έξω και να μας πετάξει μακριά. Aντέχουμε κάθε κύμα.

Δεν είναι μόνο το ισραηλινό κράτος που υιοθετεί και επιβάλλει ολοένα και πιο αυταρχικά μέτρα κατά του παλαιστινιακού πληθυσμού.

Το ίδιο ισχύει και για τα περισσότερα δυτικά κράτη, τα οποία τείνουν να ποινικοποιούν ακόμη και τον φιλοπαλαιστινιακό λόγο. Γιατί;

Είναι μια καλή ερώτηση. Γιατί;

Ίσως επειδή είμαστε ένας επαναστατικός λαός, ένας λαός που έχει απορρίψει τον έλεγχο για εκατοντάδες και εκατοντάδες χρόνια - είναι στο αίμα μας. Είμαστε ένας ελεύθερος λαός, ανεξάρτητα από το ποια κατοχή αντιμετωπίζουμε αυτήν τη στιγμή.

Από την άλλη, ένας επίσης αυξανόμενος αριθμός πολιτών ανά τον κόσμο, συχνά ενάντια στην επίσημη πολιτική των αντίστοιχων κυβερνήσεων, εκδηλώνει την αλληλεγγύη του προς τους Παλαιστίνιους και την παλαιστινιακή υπόθεση, αγανακτισμένος από τη γενοκτονία.

Μπορεί αυτή η καθυστερημένη κινητοποίηση της βάσης να ερμηνευτεί ως ένδειξη αλλαγής παραδείγματος, ακόμη και στον κόσμο του κινηματογράφου;

Το ελπίζω. Πραγματικά. Νιώσαμε πιο μόνοι από ποτέ κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας.

Με πληγώνει το γεγονός ότι όλος ο κόσμος παρακολουθούσε την εξόντωσή μας για περισσότερα από δύο χρόνια και δεν έκανε απολύτως τίποτα - δεν θα μπορέσω ποτέ να εκφράσω πλήρως το πώς ήταν αυτό για εμάς.

Και ναι, αυτές οι διαμαρτυρίες αυξήθηκαν, οι άνθρωποι ήρθαν σε επαφή, κάποιοι πήραν θέση - και τους είδαμε. Τους είδαμε και τους γνωρίζουμε. Ο τρόπος με τον οποίο αυτοί οι άνθρωποι επέμειναν να σπάσουν αυτή την θανατηφόρα σιωπή. Έχει νόημα.

Και τέλος, κατά τη γνώμη σου, θα επουλωθεί ποτέ το τραύμα που προκλήθηκε στους Παλαιστίνιους από την βάναυση ισραηλινή κατοχή και εκδηλώθηκε μέσα από χιλιάδες καθημερινές τραγωδίες ή απλώς θα αλλάζει διαρκώς μορφές;

Δεν ξέρω αν μπορώ να απαντήσω σε αυτήν την ερώτηση τώρα. Είναι πολύ επώδυνη. Πραγματικά δεν ξέρω πώς μπορούν οι άνθρωποι να γιατρευτούν από τέτοια βαρβαρότητα. Πραγματικά δεν ξέρω. Σε ευχαριστώ, αγαπητέ Γιάννη.

Ευχαριστώ θερμά την Aya Saleh Samaha (Innovatus Advertising) για την πολύτιμη συμβολή της στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Μετά την ελληνική πρεμιέρα της στο πλαίσιο του 66ου ΦΚΘ, η ταινία της Ανμαρί Τζάσιρ Παλαιστίνη 36 πραγματοπoιεί την αθηναϊκή την Παρασκευή 13 Μαρτίου (19:30 & 22:00) στον κινηματογράφο Τριανόν (Κοδριγκτώνος 22, Κυψέλη).



Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Σαουσάν Καούντ: «Η τέχνη και η πολιτική συχνά τέμνονται»

 


Διαποτισμένο από συντριπτική μελαγχολία, το Αφήνοντας τη Γάζα της Παλαιστίνιας Σαουσάν Καούντ είναι ένα ντοκιμαντέρ για το τραύμα της εξορίας μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας που μεταναστεύει από τη Γάζα στη Ρωσία.

Κουβεντιάζοντας με την σκηνοθέτρια λίγο πριν την ευρωπαϊκή πρεμιέρα του φιλμ της στο πλαίσιο του 28ου ΦΝΘ.

Γεννημένη στη Νάμπλους και κάτοικος της Ραμάλα, είσαι έμπειρη σκηνοθέτρια και επίσης λέκτορας πανεπιστημίου. Τι σε έστρεψε κατ’ αρχήν στο ντοκιμαντέρ;

Το ενδιαφέρον μου για τη σκηνοθεσία ντοκιμαντέρ ξεκίνησε πριν από περίπου είκοσι πέντε χρόνια, όταν εργαζόμουν στη δημοσιογραφία κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Ιντιφάντα.

Εκείνη την εποχή, ένιωθα ότι οι προσωπικές ιστορίες ήταν ο πιο ειλικρινής τρόπος για να κατανοήσουμε και να εκφράσουμε την πραγματικότητα που ζούσαμε.

Το ντοκιμαντέρ έγινε ένας τρόπος για μένα να ξεπεράσω τα δεδομένα των ειδήσεων και να εξερευνήσω την ανθρώπινη πλευρά αυτών των εμπειριών.

Αργότερα, πέρασα δώδεκα χρόνια διδάσκοντας στο πανεπιστήμιο και ίδρυσα τη δική μου εταιρεία παραγωγής στην Παλαιστίνη, την Mashahid for Art & Film Production.

Μέσω της εργασίας μου σε πολιτιστικά ιδρύματα όπως η Κινηματογραφική Λέσχη Παλαιστίνης και το Παλαιστινιακό Ινστιτούτο Κινηματογράφου, έχω παραμείνει στενά συνδεδεμένη με την παλαιστινιακή πολιτιστική σκηνή.

Για μένα, το ντοκιμαντέρ είναι τόσο μια δημιουργική γλώσσα όσο και μια προσωπική αναγκαιότητα.

Στο πλαίσιο της Παλαιστίνης είναι επίσης ένας τρόπος να διατηρήσουμε τις ιστορίες και να αναλογιστούμε την ταυτότητά μας και τη συλλογική μας μνήμη.

Σπούδασες μίντια και εργάστηκες ως ανταποκρίτρια στη Μόσχα για αρκετά χρόνια. Πώς συνδέεσαι με τη ρωσική πολιτιστική, πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα και πόσο έχει επηρεάσει την οπτική σου στον κινηματογράφο;

Σπούδασα τηλεοπτική δημοσιογραφία στη Ρωσία και αργότερα κινηματογραφική παραγωγή στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Τα χρόνια που πέρασα στη Μόσχα είχαν ισχυρό αντίκτυπο πάνω μου, όχι μόνο ακαδημαϊκά αλλά και πολιτισμικά.

Ο ρωσικός πολιτισμός, η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος άνοιξαν έναν διαφορετικό τρόπο θεώρησης της αφήγησης, ειδικά το βάθος που δόθηκε στις ανθρώπινες εμπειρίες και την ιστορική μνήμη.

Μετά τις σπουδές μου, εργάστηκα ως ανταποκρίτρια για το κανάλι MBC στην Ιερουσαλήμ, κάτι το οποίο με επανέφερε στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της περιοχής.

Με την πάροδο του χρόνου, άρχισα να ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα για ιστορίες που συνδέουν την Παλαιστίνη και τη Ρωσία, καθώς αυτές απηχούν μέρη του προσωπικού μου ταξιδιού.

Αυτές οι εμπειρίες διαμόρφωσαν την οπτική μου ως σκηνοθέτριας.

Μου επέτρεψαν να δω ιστορίες υπό πολλαπλά πολιτισμικά πρίσματα και να προσεγγίσω τη δημιουργία ντοκιμαντέρ με βαθύτερη επίγνωση της Ιστορίας, της ταυτότητας και των προσωπικών αφηγήσεων.

Το Αφήνοντας τη Γάζα, το τελευταίο σου ντοκιμαντέρ το οποίο προβάλλεται στο πλαίσιο του 28ου ΦΝΘ, αφηγείται την ιστορία της οικογένειας Ασούρ, που εγκαταλείπει τη Γάζα για μια νέα ζωή στο Βόλγκογκραντ της Ρωσίας.

Πώς και πότε συνάντησες για πρώτη φορά αυτήν την οικογένεια -τον Γασάν, την Ρωσίδα σύζυγό του, Άννα, και τις κόρες τους, Ντούνια και Λίζα- και πόσο ανοιχτή ήταν στο να μοιραστεί την οδυνηρή ιστορία της;

Γνώρισα για πρώτη φορά την οικογένεια Aσούρ μέσα από ένα σύντομο βίντεο που μοιράστηκε η Ντούνια στο διαδίκτυο.

Σε αυτό, μίλησε για τον εκτοπισμό, τον φόβο της για το μέλλον και την αβεβαιότητα για το αν το επόμενο βήμα θα ήταν η επιβίωση ή ο θάνατος.

Με άγγιξε επίσης βαθιά επίσης μια μικρή λεπτομέρεια: μίλησε για τις γάτες που αναγκάστηκαν να αφήσουν πίσω όταν έφυγαν από το σπίτι τους, ενώ κατάφεραν να πάρουν τον σκύλο τους, τον Γκούτσι.

Αυτές οι προσωπικές στιγμές αποκάλυψαν την ανθρώπινη πλευρά μιας πολύ μεγαλύτερης τραγωδίας.

Είναι ενδιαφέρον ότι αρχικά άκουσα για την ιστορία της Ντούνια μέσω της κόρης μου, Νάταλι, η οποία ζούσε στον Καναδά εκείνη την εποχή.

Είχε δει το βίντεο της Ντούνια και μου το είχε πει, καθώς είχαν σπουδάσει μαζί στο Εθνικό Ωδείο Μουσικής «Edward Said». Αυτή η προσωπική επαφή έκανε την ιστορία να μοιάζει ακόμα πιο κοντινή.

Στην αρχή, δεν ήξερα αν αυτό θα γινόταν ταινία. Όταν ξεκινήσαμε τα γυρίσματα μέσω της ομάδας μας στη Γάζα, η πρόθεσή μου ήταν απλώς να καταγράψω την ιστορία από μια ανθρώπινη οπτική γωνία.

Αργότερα, αφού η οικογένεια μεταφέρθηκε στη Ρωσία με τη βοήθεια του ρωσικού Υπουργείου Άμυνας, τους συνάντησα στο Βόλγκογκραντ. Χρειάστηκε χρόνος μέχρι να νιώσουμε όλοι άνετα να μετατρέψουμε την εμπειρία τους σε φιλμ.

Από πολλές απόψεις, η ίδια η διαδικασία των γυρισμάτων έγινε ένας χώρος συναισθηματικής απελευθέρωσης.

Η οικογένεια αισθάνθηκε πως η κοινοποίηση της ιστορίας της θα μπορούσε να δώσει φωνή σε πολλούς Παλαιστίνιους που έζησαν παρόμοιες εμπειρίες κατά τη διάρκεια του πολέμου.




Η Άννα παρομοιάζει τη Γάζα με το Στάλινγκραντ, με την έννοια ότι και οι δύο πόλεις και οι κάτοικοί τους είναι ανθεκτικοί και έχουν πολεμήσει/πολεμούν τον φασισμό, στο παρελθόν και στο παρόν, αντίστοιχα.

Συμμερίζεσαι την παρατήρησή της; Είναι ο γενοκτονικός σιωνισμός ο φασισμός του σήμερα;

Στο ντοκιμαντέρ, προσπαθώ να δώσω χώρο στους χαρακτήρες να εκφράσουν τα δικά τους συναισθήματα και ερμηνείες για την πραγματικότητα που έχουν βιώσει.

Η σύγκριση της Άννας προέρχεται από το προσωπικό της υπόβαθρο και την κατανόησή της για την Ιστορία, ιδιαίτερα της μνήμης του Στάλινγκραντ και την ανθεκτικότητα η οποία συνδέεται με αυτό.

Ως σκηνοθέτρια, ο ρόλος μου δεν είναι να επιβάλω μία μόνο ερμηνεία, αλλά να καταγράφω τις βιωματικές εμπειρίες των ανθρώπων στην ιστορία.

Αυτό που αντικατοπτρίζει το φιλμ είναι η ευρύτερη πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν οι Παλαιστίνιοι εδώ και δεκαετίες - εκτοπισμό, κατοχή και επαναλαμβανόμενους κύκλους βίας.

Για πολλούς Παλαιστίνιους, ο πιο πρόσφατος πόλεμος στη Γάζα έμοιαζε με μια ακραία συνέχεια αυτής της ιστορίας.

Μέσα από την ιστορία της οικογένειας, η ταινία αγγίζει θέματα επιβίωσης, απώλειας και αντοχής.

Η εμπειρία τους είναι βαθιά προσωπική, αλλά αντανακλά επίσης την ευρύτερη κατάσταση την οποία βιώνουν πολλοί Παλαιστίνιοι από το 1948 και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν σήμερα.

Διαποτισμένο από μια συντριπτική μελαγχολία, το Αφήνοντας τη Γάζα είναι μια ταινία για το τραύμα της εξορίας (που «βρίσκει συνεχώς νέες μορφές»), τη δύναμη του ανήκειν και της μνήμης και την ανάγκη για επιστροφή στην πατρίδα.

Θα ήθελες να αναλύσεις τη δυσκολία -καθώς και την αναγκαιότητα- της αντιμετώπισης και διαχείρισης αυτών των εννοιών σε κινηματογραφικό πλαίσιο;

Η εξορία δεν είναι μόνο μια σωματική κατάσταση· είναι επίσης μια συναισθηματική και ψυχολογική συνθήκη που συνεχίζει να μεταμορφώνεται με την πάροδο του χρόνου.

Στο Αφήνοντας τη Γάζα, με ενδιέφερε να εξερευνήσω πώς ο εκτοπισμός δεν τελειώνει όταν οι άνθρωποι εγκαταλείπουν έναν τόπο. Συνεχίζεται μέσα από τη μνήμη, μέσα από το αίσθημα του ανήκειν και μέσα από τη συνεχή επίγνωση του τι έχει χαθεί.

Η αντιμετώπιση αυτών των θεμάτων σε μια ταινία είναι ταυτόχρονα δύσκολη και απαραίτητη.

Είναι δύσκολη επειδή το τραύμα είναι βαθιά προσωπικό και δεν μπορεί πάντα να εκφραστεί εύκολα, ειδικά για ανθρώπους που εξακολουθούν να βιώνουν τις συνέπειές του.

Ταυτόχρονα, ο κινηματογράφος προσφέρει έναν χώρο όπου αυτές οι εμπειρίες μπορούν να μοιραστούν με ειλικρίνεια και ευαισθησία.

Για μένα, η πρόκληση ήταν να παραμείνω κοντά στην ανθρώπινη διάσταση της ιστορίας. Αντί να μιλάει για την εξορία με αφηρημένους όρους, το φιλμ παρακολουθεί την καθημερινή ζωή, τα συναισθήματα και τις αναμνήσεις μιας οικογένειας.

Μέσα από την εμπειρία τους, αρχίζουμε να κατανοούμε πώς η εξορία προσπαθεί να αναδιαμορφώσει την ταυτότητα, αλλά και πώς η μνήμη και η επιθυμία για επιστροφή παραμένουν ισχυρές δυνάμεις στη ζωή των ανθρώπων.




Το Αφήνοντας τη Γάζα είναι βαθιά πολιτικό. Κατά τη γνώμη σου, ταιριάζει η πολιτική στην τέχνη; Πρέπει οι καλλιτέχνες να μιλούν ανοιχτά για την πολιτική, όταν αισθάνονται την ανάγκη να το κάνουν;

Πιστεύω ότι η τέχνη είναι ένας τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι εκφράζουν τις ιστορίες τους, τις ανησυχίες τους και τις πραγματικότητες που βιώνουν. Είναι πολύ δύσκολο να διαχωρίσεις την τέχνη από το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο στο οποίο δημιουργείται.

Ως καλλιτέχνες, είμαστε μέρος του κόσμου γύρω μας και το έργο μας αναπόφευκτα αντανακλά τις εμπειρίες και τα ερωτήματα που διαμορφώνουν τη ζωή μας.

Για μένα, κάθε ταινία την οποία κάνω συνδέεται με ένα κομμάτι της δικής μου ανθρώπινης φύσης.

Ο κινηματογράφος, όπως και άλλες μορφές τέχνης, είναι μια γλώσσα μέσω της οποίας οι κοινωνίες επικοινωνούν τις αναμνήσεις, τους αγώνες και τις ελπίδες τους.

Υπό αυτή την έννοια, η τέχνη και η πολιτική συχνά τέμνονται, ειδικά όταν ασχολούνται με τις εμπειρίες ανθρώπων που ζουν μέσα σε συγκρούσεις ή ιστορικές αλλαγές.

Ταυτόχρονα, βλέπω τον ρόλο μου ως σκηνοθέτριας πρωτίστως στο να ακούω και να δίνω χώρο στις ιστορίες των άλλων.

Οι ταινίες δε μιλούν μόνο εκ μέρους μου. Αντικατοπτρίζουν τις φωνές και τις εμπειρίες των ανθρώπων των οποίων τις ζωές καταγράφουμε.

Το 2013, συνίδρυσες τη Mashahid for Art & Film Production. Έχει η λέξη «mashahid» συγκεκριμένη σημασία; Ποιοι ήταν οι στόχοι της εταιρείας, σε ποιο βαθμό έχουν υλοποιηθεί και τι απομένει να επιτευχθεί;

Η λέξη «mashahid» στα αραβικά σημαίνει «σκηνές» ή «στιγμές μαρτυρίας», γεγονός που αντικατοπτρίζει την ιδέα της παρατήρησης και της αποτύπωσης της πραγματικότητας μέσω του κινηματογράφου.

Όταν συνίδρυσα τη Mashahid for Art & Film Production το 2013, η πρόθεσή μου ήταν να βοηθήσω στη δημιουργία ενός χώρου για την παραγωγή ντοκιμαντέρ στην Παλαιστίνη.

Η Παλαιστίνη είναι ένα μέρος γεμάτο ιστορίες, αλλά ιστορικά είχαμε περιορισμένες κινηματογραφικές υποδομές και πόρους.

Μέσω της Mashahid, ήθελα να ενθαρρύνω την παραγωγή ντοκιμαντέρ και να ανοίξω έναν δρόμο για τους νεότερους κινηματογραφιστές να εξερευνήσουν αυτή τη μορφή αφήγησης.

Η εμπειρία μου στη διδασκαλία των μίντια και της κινηματογραφικής παραγωγής στο πανεπιστήμιο επηρέασε επίσης αυτό το όραμα, καθώς είδα πόσοι φοιτητές ήταν πρόθυμοι να εκφράσουν τις ιδέες τους, αλλά δεν είχαν ευκαιρίες και υποστήριξη.

Ένας από τους στόχους μας ήταν να εμπνεύσουμε νέους κινηματογραφιστές να προσεγγίσουν τον κινηματογράφο ως μια δημιουργική γλώσσα για την αφήγηση των δικών τους ιστοριών και όχι μόνο ως ένα μέσο προσανατολισμένο στις ειδήσεις.

Έχουμε προσπαθήσει να συμβάλουμε σε μια αυξανόμενη κατανόηση του ντοκιμαντέρ ως καλλιτεχνικής μορφής που μπορεί να διαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι παλαιστινιακές ιστορίες καταγράφονται και κοινοποιούνται στον κόσμο.

Υπάρχουν ακόμη πολλά τα οποία πρέπει να γίνουν, αλλά η δημιουργία αυτού του χώρου για δημιουργική αφήγηση ιστοριών ήταν ένα σημαντικό βήμα.

Ο προσχεδιασμένος πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν βρίσκεται σε εξέλιξη, όπως και ο αυξημένος εποικιστικός επεκτατισμός και η κρατικά υποστηριζόμενη βία εναντίον Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη.

Πώς βλέπεις την ευρύτερη κατάσταση στη Μέση Ανατολή; Ποια μπορεί να είναι η διέξοδος;

Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή είναι εξαιρετικά περίπλοκη και βαθιά οδυνηρή για πολλούς ανθρώπους που ζουν στην περιοχή.

Ως καταγόμενη από την Παλαιστίνη, βλέπω πώς οι απλοί άνθρωποι είναι συχνά αυτοί που επωμίζονται το μεγαλύτερο βάρος της σύγκρουσης και της αστάθειας.

Ως σκηνοθέτρια, η δουλειά μου επικεντρώνεται περισσότερο στην ανθρώπινη διάσταση αυτών των πραγματικοτήτων παρά στην πολιτική ανάλυση.

Πιστεύω ότι οι ιστορίες, ο πολιτισμός και ο διάλογος μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στο να βοηθήσουν τους ανθρώπους να κατανοήσουν ο ένας τον άλλον πέρα ​​από τις πολιτικές αφηγήσεις.

Αυτό στο οποίο ελπίζω, όπως πολλοί άνθρωποι στην περιοχή, είναι ένα μέλλον όπου οι κοινωνίες μπορούν να επικεντρωθούν στην οικοδόμηση και όχι στην καταστροφή.

Η ειρήνη, η αξιοπρέπεια και η δικαιοσύνη για τους ανθρώπους είναι απαραίτητες προϋποθέσεις, αν θέλουμε να φανταστούμε ένα πιο σταθερό και ανθρώπινο μέλλον για την περιοχή.

Το ντοκιμαντέρ της Σαουσάν Καούντ Αφήνοντας τη Γάζα, προβάλλεται, σε ευρωπαϊκή πρεμιέρα, στο πλαίσιο της ενότητας Ανοιχτοί Ορίζοντες του 28ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (5-15 Μαρτίου 2026), παρουσία της σκηνοθέτριας.

Πρεμιέρα: Παρασκευή 6 Μαρτίου (αίθουσα Φρίντα Λιάππα, 17:00). Επαναληπτική προβολή: Σάββατο 7 Μαρτίου (κινηματογράφος Μακεδονικόν, 15:00).

Το ντοκιμαντέρ θα είναι επίσης διαθέσιμο στη διαδικτυακή πλατφόρμα του Φεστιβάλ.



Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Ελευθερία Αγγελίτσα: «Μόνο σε περιβάλλοντα ασφάλειας μπορεί ο άνθρωπος να ανθίσει»

 

Φωτογραφία: Μike Rafail @thatlongblackcloud

Γέννημα-θρέμμα της Θεσσαλονίκης και του ΚΘΒΕ, η Ελευθερία Αγγελίτσα είναι μια από τις πιο αξιόλογες θεατρικές ηθοποιούς της νεότερης γενιάς.

Μια συνάντηση μαζί της, με αφορμή τη συμμετοχή της στην Ιεροτελεστία, σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, μια παράσταση για την απώλεια, το πένθος και τη λύτρωση, που συνεχίζεται με επιτυχία στο Εθνικό Θέατρο.

Μιας και συναντιόμαστε με βασική αφορμή την παράσταση Ιεροτελεστία σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, η οποία συνεχίζεται στο Εθνικό Θέατρο, σε ποιον βαθμό αποτελεί για σένα η θεατρική/υποκριτική εμπειρία μια ιεροτελεστία;

Σίγουρα η θεατρική πράξη αποτελεί για μένα κάποιου είδους ιεροτελεστία.

Ο βαθμός ιερότητάς της εξαρτάται από τους ανθρώπους που την επιτελούν, από την έγνοια και τη φροντίδα σε σχέση μ’ αυτό που φτιάχνουν. Το πώς «κουμπώνουν» οι άνθρωποι είναι, άλλωστε, το στοιχείο το οποίο καθιστά μια παράσταση ζωντανή.

Και η ίδια η ζωή μας, πάντως, η ικανότητά μας να ζούμε στο τώρα είναι μιας μορφής ιεροτελεστία.

Ποια ήταν η κινητήρια εσωτερική ανάγκη που σε οδήγησε στην υποκριτική;

Ήταν μάλλον μια σειρά από τυχαία γεγονότα.

Η σχέση, ωστόσο, με το αντικείμενο είναι δυναμική, και κάθε φορά ανακαλύπτω διαφορετικούς λόγους για τους οποίους το έχω επιλέξει.

Με αφορά πολύ η επικοινωνία και με τους «συμπαίκτες» μου και με τους θεατές, καθώς και η εξερεύνηση του εαυτού μου και των άλλων ανθρώπων μέσω της ανάγνωσης: όχι μόνο θεατρικών, αλλά και λογοτεχνικών και ποιητικών έργων.

Έτσι μαθαίνω καλύτερα τον εαυτό μου και τους γύρω σου, κι αυτό με κάνει καλύτερο άνθρωπο.

Πιθανότατα και καλύτερη ηθοποιό.

Το ελπίζω!

Εσύ το νιώθεις αυτό, ότι δηλαδή από παράσταση σε παράσταση, από ρόλο σε ρόλο διευρύνεις τα όποια όριά σου;

Σίγουρα ανακαλύπτω περισσότερα πράγματα για μένα, κι αυτό ίσως εμπλουτίζει τους κόσμους που μπορώ να κατοικήσω.

Επίσης, μού προσφέρει μεγαλύτερη αίσθηση ελευθερίας και διαθεσιμότητας σε σχέση με το «λάθος» και την «αποτυχία». Το να μη φοβάσαι να «αποτύχεις» μπροστά σε ανθρώπους είναι πολύ σημαντικό.

Πόσο εύκολα έχεις ξεπεράσει το όποιο «λάθος», την όποια «αποτυχία»;

Αν υπάρχει ασφάλεια, εμπιστοσύνη και καλή πρόθεση έναντι των ανθρώπων με τους οποίους συνυπάρχεις, το να οδηγείσαι ενστικτωδώς σε άλλη κατεύθυνση από αυτήν που έχεις συνηθίσει είναι απολαυστικό.

Μιας και η Ιεροτελεστία, αν και όχι παραγωγή της Ορχήστρας των Μικρών Πραγμάτων, με την όποια έχεις ξαναϋπάρξει, ωστόσο εντάσσεται υπό την ευρύτερη «ομπρέλα» της, αυτό σε έκανε να νιώσεις μεγαλύτερη ασφάλεια;

Μέσα από τη συνεργασία μου με τους ανθρώπους της Ορχήστρας, τους οποίους εκτιμώ και η συνεννόησή μας είναι ειλικρινής, έχει επιβεβαιωθεί το ότι μόνο σε περιβάλλοντα ασφάλειας μπορεί ο άνθρωπος να ανθίσει.

Τόσο με τον Χρήστο Θεοδωρίδη όσο και με την Ξένια Θεμελή, τους πυρήνες της Ορχήστρας, όπως και με τον Γιώργο Κισσανδράκη, ο οποίος επί χρόνια συνεργάζεται μαζί τους, νιώθω πολύ όμορφα.

Το κείμενο της παράστασης σού ήταν γνωστό πριν εμπλακείς;

Καθόλου. Δεν ήξερα ούτε τον συγγραφέα του. Η πρώτη μου επαφή με το κείμενο υπήρξε όταν ο Χρήστος μού έδωσε ένα δείγμα του. Με τάραξε. Κι όταν κάτι σε ταράζει, υπάρχει νόημα από πίσω, κι αξίζει να ασχοληθείς μ’ αυτό.

Τι σε τάραξε περισσότερο;

Η «ανθρωπίλα» με την οποία εκφράζονται οι άνθρωποι σε καθεμιά από τις ιστορίες για τις απώλειες που βιώνουν και τους ίδιους τους εαυτούς τους. Με απλό τρόπο, το κείμενο γίνεται έντονα επιδραστικό.

Όλοι -περισσότερο ή λιγότερο- έχουμε έρθει σε επαφή με τον θάνατο και σίγουρα κανείς μας δε θα γλιτώσει από αυτόν!

Πριν καν φτάσουμε σ’ αυτό το στάδιο, καθένας και καθεμία από εμάς βιώνει πολλούς μικρούς «θανάτους» - είτε το συνειδητοποιούμε, είτε όχι.

Αναπαριστώντας την απώλεια επί σκηνής, την υπερβαίνεις, εμβαθύνεις σ’ αυτήν, σε καταβάλλει;

Επειδή κάθε παράσταση είναι ζωντανός οργανισμός και συμβαίνει στο τώρα, μπορείς κάθε μέρα να παράξεις διαφορετικές σκέψεις, αν παραμένεις ενεργός.

Αυτό προσπαθώ κι εγώ, παραμένοντας ειλικρινής έναντι των «συμπαικτών» και των βλεμμάτων του κοινού.

Επηρεάζεσαι από αυτά τα βλέμματα;

Προσωπικά, πολύ. Μπορεί να με συγκινήσουν ή να με οδηγήσουν σε μια καινούρια σκέψη. Κι επειδή κάθε βράδυ είναι διαφορετικά, μπορεί να με ωθήσουν να εξελίξω αυτό που κάνω.


Φωτογραφία: Μike Rafail @thatlongblackcloud


Υποδύεσαι δύο -και κάτι- χαρακτήρες, αλλά ο βασικός είναι της Κάλι. Τον επέλεξες ή σου ανατέθηκε;

Μου ανατέθηκε από τον Χρήστο. Όταν διάβασα το έργο, αισθάνθηκα πως η Κάλι ήταν από τα πρόσωπα με τα οποία συνδέομαι περισσότερο.

Κατόπιν, μπήκα στη διαδικασία να διαβάσω την ιστορία της πολλές φορές. Στη συνέχεια, ο Χρήστος οδήγησε την ιστορία της στο επιθυμητό σημείο κορύφωσης.

Το κείμενο έχει σπονδυλωτή δομή, σε κάθε επιμέρους ιστορία συμμετέχουν κατά μέσο όρο δύο ηθοποιοί, ενώ μερικές φορές, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της Κάλι, κυριαρχεί ο μονόλογος. Ποια είναι η σχέση σου με τον μονόλογο;

Αντιλαμβάνομαι τη διαδικασία ως μέρος ενός σύμπαντος που φτιάχνουμε όλοι μαζί, επειδή όντως υπάρχουν γύρω μου πολλοί άνθρωποι με τους οποίους συνομιλώ. Σίγουρα, λοιπόν, δε νιώθω μόνη μου.

Πώς λειτουργεί η κινησιολογική διάσταση της παράστασης για σένα; Ως συνέχεια του κειμένου, ως σχόλιο επ’ αυτού, ως ένα είδος εκτόνωσης;

Σίγουρα όχι ως κάτι ξέχωρο, αλλά ως ένα μεγαλύτερο άνοιγμα, επειδή τα λόγια δεν αρκούν, και ως συμπλήρωμα όσων έχουν προηγηθεί.

Είμαστε το σώμα μας, το μυαλό μας και η φωνή μας. Αυτά είναι τα βασικά εργαλεία όσων βρισκόμαστε στη σκηνή, τα επικαλούμαστε για να δημιουργήσουμε κόσμους και οφείλουμε να τα φροντίζουμε.

Η κίνηση είναι ζωτικής σημασίας. Δεν προκύπτει, όμως, με το ζόρι, ούτε επί τούτου, αλλά όταν χρειάζεται για να φωτίσει και να αγκαλιάσει κάτι ακόμη, κάτι παραπάνω.

Αντίστοιχα και η φωνή, με την πιο κυριολεκτική της έννοια.

Το τι κουβαλάει η κάθε χροιά και πόσο μπορεί να συγκινήσει διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον να δημιουργηθεί ένας κόσμος. Είναι σημαντικό να φροντίζεις τη φωνή σου και να ηχείς με ειλικρίνεια. Ακούγεται απλό, αλλά δεν είναι εύκολο.

Επειδή η αλληλεπίδρασή σου με το κοινό είναι πολύ σημαντική, τι έχεις μέχρι στιγμής αποκομίσει από την επικοινωνία σου με αυτό σε σχέση με τη συγκεκριμένη παράσταση;

Οι περισσότερες ιστορίες αγγίζουν κάποιους ανθρώπους, άλλες κάποιους άλλους. Το βίωμα του κάθε ανθρώπου καθορίζει το ποιες ιστορίες θα τον συγκινήσουν και ποιες θα τον βάλουν σε σκέψη. 

Είναι μια παράσταση με βάρος, αλλά και λυτρωτική λειτουργία. Μπορεί να μιλάνε οι χαρακτήρες για απώλειες, αλλά ως ζωντανοί, προτρέποντας -πολλοί από αυτούς- να ζούμε και να μην αναβάλλουμε τη ζωή για αργότερα.

Υπάρχει και κάποια θρησκευτική διάσταση, ιδίως προς το τέλος της παράστασης;

Δε θεωρώ ότι υπάρχει θρησκευτική διάσταση, αλλά η πρόθεση να είμαστε παρόντες και παρούσες στο τώρα, σε μια ιεροτελεστία που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας. Θέλαμε να δώσουμε χρόνο στο πένθος.

Μιλώντας, λοιπόν, για χρόνο, πώς βλέπεις τον εαυτό σου σε μερικά χρόνια στο θεατρικό πεδίο - από άποψη αντοχών και με βάση την ανάγκη να συνεχίσεις να υπάρχεις σ’ αυτό;

Δυσκολεύομαι να φανταστώ τον εαυτό μου στο πιο μακροπρόθεσμο μέλλον.

Βραχυπρόθεσμα, λοιπόν, ελπίζω να συνεχίσουν να μου τυχαίνουν πράγματα που με αφορούν, να μπορώ να δω τον εαυτό μου μέσα σ’ αυτά και να νιώθω ασφαλής στις ομάδες εντός των οποίων δημιουργούνται.

Αν δεν αισθάνομαι όμορφα με τους ανθρώπους, αρχίζω να έχω ερωτηματικά σχετικά με το πού είμαι και τι κάνω.

Προέχουν, άρα, οι άνθρωποι, η επικοινωνία και η συνεργασία μαζί τους, και έπονται τα κείμενα και οι χαρακτήρες.

Σε μικρότερη ηλικία, θεωρούσα πως οι άνθρωποι είναι το πιο σημαντικό.

Παρόλα αυτά, αρχίζω και καταλαβαίνω ότι, αν η επικοινωνία με τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζεσαι είναι πολλαπλή, συνήθως και τα έργα με τα οποία καταπιάνεσαι στο πλαίσιό της σε αφορούν.

Η παράσταση Ιεροτελεστία, σε σκηνοθεσία-μουσική επιμέλεια Χρήστου Θεοδωρίδη, παρουσιάζεται στο Εθνικό Θέατρο - Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» μέχρι και την Κυριακή 22 Μαρτίου.

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά):

Ελευθερία Αγγελίτσα, Χαράλαμπος Αθανασόπουλος, Ειρήνη Δάμπαση, Γιώργος Εξακοΐδης, Γιώργος Κισσανδράκης, Κωνσταντίνος Κρομμύδας, Θάνος Μαγκλάρας, Ιωάννα Μαυρέα, Χρήστος Τζον Μούσλλι, Μαρία Μπαγανά, Ανδρέας Νάτσιος, Ηλίας Σγουραλής, Θωμάς Τσακνάκης.

Φωτογραφία: Μike Rafail @thatlongblackcloud