Παρασκευή, 30 Απριλίου 2021

Ίνγκαρ Γιόνσρουντ: «Μια ιστορία δεν είναι τίποτα χωρίς τους χαρακτήρες της»

 

Ίνγκαρ Γιόνσρουντ (Photo credit: Tine Poppe)

O Tζον λε Καρέ «συναντά» τον Jo Nesbø στον Σταυρό, το λαβυρινθώδες και άκρως πολιτικό τρίτο μέρος της Τριλογίας του Μπάιερ, με την «πένα» του ανερχόμενου Νορβηγού συγγραφέα και δημοσιογράφου Ίνγκαρ Γιόνσρουντ.

Ο Σταυρός κυκλοφόρησε στα ελληνικά τον Απρίλιο, και ο Ίνγκαρ Γιόνσρουντ μάς μιλά για την τέχνη της γραφής, την πολιτική, την Ακροδεξιά στη Νορβηγία και την πανδημία.

Πάνε έξι χρόνια από τότε που γεννήθηκε η διάσημη πλέον Τριλογία του Μπάιερ. Τι οδήγησε έναν έμπειρο δημοσιογράφο όπως εσύ στο να πειραματιστεί μ’ ένα εντελώς διαφορετικό είδος γραφής;

Πόσο τροφοδοτεί τη μυθοπλασία σου η δημοσιογραφική σου εμπειρία;

Ήταν μια πολύ σταδιακή διαδικασία. Είχαν περάσει δεκαπέντε χρόνια δημοσιογραφικής καριέρας όταν άρχισα να δουλεύω στο προσχέδιο αυτού που θα κατέληγε να γίνει το πρώτο μυθιστόρημα της τριλογίας.

Μέχρι τότε είχα εργαστεί ως πολιτικός δημοσιογράφος, ως ανταποκριτής και ερευνητικός ρεπόρτερ για τη VG, μια από τις μεγαλύτερες εφημερίδες της χώρας μου.

Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, ενδιαφέρθηκα πιο πολύ για την ίδια την τέχνη της γραφής παρά για τη σκληροπυρηνική δημοσιογραφία.

Αυτό με οδήγησε σε ένα περισσότερο θεματικό στιλ γραφής, και εμφανίστηκε η ιδέα της συγγραφής ενός μυθιστορήματος.

Η δουλειά μου ως δημοσιογράφος επί τόσο πολλά χρόνια -σχεδόν είκοσι- έστρωσε το έδαφος γι’ αυτό που κάνω σήμερα.

Τόσο όσον αφορά στην ίδια τη γραφή, αλλά και σε σχέση με την έρευνα και την ικανότητα να περιγράφω την κοινωνία μας από διαφορετικές οπτικές γωνίες.

Έχω περάσει χρόνο με μερικούς από τους πιο παντοδύναμους ανθρώπους στον κόσμο, αλλά και σε άσυλα, με πόρνες και τοξικοεξαρτημένους.

Πιστεύω ότι αυτές είναι πολύτιμες εμπειρίες όταν πρόκειται να φέρεις τους αναγνώστες κοντά στις πολλές πτυχές μιας καλής αστυνομικής ιστορίας.

Ο ίδιος ο Μπάιερ είναι σίγουρα πολύ συναρπαστικός χαρακτήρας. Είναι προϊόν καθαρής μυθοπλασίας;

Ναι και όχι. Δεν υπάρχει ζωντανός άνθρωπος τον οποίο θα μπορούσα να υποδείξω και να πω: «Αυτός είναι ο αληθινός Φρέντρικ Μπάιερ». Αλλά δεν είναι και εντελώς μυθοπλαστικός.

Πιστεύω πως αντιπροσωπεύει πολλές πτυχές των πραγματικών αστυνομικών -αντρών και γυναικών-, την προσωπικότητά τους και τους αγώνες τους.

Είναι ένας τύπος που προσπαθεί να βρει τον δρόμο μου μέσα στη σύγχρονη ζωή ως μεσήλικας, έχει παιδιά, είναι χωρισμένος και κουβαλά το βάρος όλων όσων η ζωή έχει ρίξει πάνω του, σε προσωπικό κι επαγγελματικό επίπεδο.

Όπως συχνά συμβαίνει στη λογοτεχνία, η απόσταση ανάμεσα στα πάνω και στα κάτω στη ζωή του Φρέντρικ είναι -ας ελπίσουμε- πιο μικρή απ’ ό,τι στη ζωή των άλλων ανθρώπων.

Μου αρέσει να συγκρίνω τους λογοτεχνικούς χαρακτήρες με την παρασκευή σούπας.

Χρειάζεται να βρεις την έμπνευσή σου στον πραγματικό κόσμο -τα βότανα, τα λαχανικά και τα κόκαλα-, αλλά αν απλώς τα ρίξεις σε μια κατσαρόλα και προσθέσεις νερό, δε θα έχουν πολύ καλή γεύση.

Πρέπει όλα να πάρουν βράση, να περιμένεις μέχρι να υποχωρήσει και να προσθέσεις λίγο αλατοπίπερο. Αυτή είναι η συγγραφική διαδικασία.

Στον Σταυρό, το τελευταίο μέρος αυτής της τριλογίας, υπάρχει μια συχνά ανυπόφορη αίσθηση ηθικού και συναισθηματικού βάρους και ενοχής που βασανίζει του κεντρικούς χαρακτήρες.

Αυτός είναι κύριος άξονας πάνω στον οποίο δομείται η αφήγηση;

Σύντομη απάντηση: Ναι.

Για μένα, μια ιστορία δεν είναι τίποτα χωρίς τους χαρακτήρες της. Και η ανθρώπινη φύση είναι κάθε άλλο παρά άσπρο και μαύρο.

Αντί να έχω μια αφηγηματική γραμμή στην οποία οι χαρακτήρες πρέπει να προσαρμοστούν, προσπαθώ να δω πώς οι χαρακτήρες κι η προσωπικότητά τους προσαρμόζονται σ’ αυτή.

Για να το κάνεις αυτό, χρειάζεται να σκάψεις βαθιά στους χαρακτήρες σου ενώ γράφεις, να προσπαθήσεις να καταλάβεις ποιοι πραγματικά είναι, τι τους ωθεί, πού εντοπίζεις τα συναισθηματικά τους όρια, και τι θα χρειαστεί για να τους φέρεις σ’ αυτά.

Υπάρχουν επίσης σαφείς θρησκευτικές αναφορές, ορατές όχι μόνο στον ίδιο τον τίτλο του μυθιστορήματος, αλλά και στον τρόπο που εκτυλίσσεται η πλοκή. Πόσο παρούσα είναι η θρησκεία στην καθημερινή σου ζωή και ανατροφή;

Όπως θα ξέρεις, η Νορβηγία είναι μια χώρα με προτεσταντική παράδοση. Σήμερα, η πλειονότητα δε βιώνει έντονες θρησκευτικές δοκιμασίες. Το 1/3 αυτοπροσδιορίζονται ως χριστιανοί και το 1/10 -κατά προσέγγιση- ως μουσουλμάνοι/ινδουιστές ή άλλο.

Είμαι προϊόν αυτής της κοινωνίας. Η μητέρα μου μεγάλωσε ως χριστιανή, ο πατέρας μου όχι. Ποτέ δεν πηγαίναμε σε λειτουργίες, αλλά πήρα το χρίσμα και ακόμα είμαι μέλος της μέχρι πρότινος κρατικής εκκλησίας.

Αυτό δε σημαίνει, ωστόσο, ότι δεν υπάρχουν κάποιες πολύ θρησκευόμενες ομάδες και άτομα στη Νορβηγία και στη Σκανδιναβία.

Αυτό που με ενέπνευσε να κάνω το θρησκευτικό θέμα μια επιμέρους πλοκή στην τριλογία είναι εν μέρει κομμάτι της κοινής χριστιανικής μας παράδοσης, αλλά κυρίως μια ιστορία που κάλυψα ως ανταποκριτής στη Σουηδία το 2004.

Για να έχεις μια πλήρη εικόνα, σου συνιστώ να δεις τη σειρά ντοκιμαντέρ του HBO Pray, Obey, Kill.

Εν συντομία, όμως, αυτό που συνέβη ήταν πως ένας ιερέας μιας μικρής σουηδικής χριστιανικής σέκτας σε μια μικρή σουηδική πόλη έπεισε την ίδια του την νταντά, με την οποία είχε σχέση, να σκοτώσει την σύζυγό του.

Κι έπειτα, να προσπαθήσει να σκοτώσει τον άντρα και μέλος της σέκτας που έμενε δίπλα, προφανώς επειδή ο ιερέας ήθελε να παντρευτεί την σύζυγο του μέλους, με την οποία επίσης είχε σχέση.

Κάλυψα αυτή την πραγματική ιστορία από την πρώτη μέρα, και μέσα από την έρευνα και τις δίκες που ακολούθησαν είχα την ευκαιρία να δω αυτή τη σέκτα και τους ανθρώπους της από τα μέσα.

Αυτό που νομίζω ότι συνάρπασε πολλούς Σκανδιναβούς ήταν πως αυτά τα άτομα έμοιαζαν ακριβώς όπως όλοι οι άλλοι- δούλευαν στο μπακάλικο, σε σχολεία και νηπιαγωγεία, αλλά στο μυαλό τους ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό.

Πίστευαν ότι ο Θεός μιλούσε απευθείας σ’ αυτούς, είχαν χιλιάδες σεξουαλικές σχέσεις, παράξενους κανόνες και σωματική βία.

Όλ’ αυτά, όμως, είχαν μείνει κρυφά μέχρι τη νύχτα του φόνου, γιατί αντιμετώπιζαν την υπόλοιπη κοινωνία ως εχθρική, ως εκπροσώπους του Σατανά και των πειρασμών.

Χρησιμοποίησα αυτή την εμπειρία όταν θέλησα να περιγράψω πώς μια νορβηγική χριστιανική σέκτα θα μπορούσε να συμπεριφερθεί, προετοιμαζόμενη για την Αποκάλυψη.

Ο Σταυρός «κλείνει το μάτι» τόσο στα περίπλοκα κατασκοπευτικά μυθιστορήματα του Τζον λε Καρέ, όσο και στο νουάρ σύμπαν του Jo Nesbø με προσωπικό και πρωτότυπο τρόπο. Νιώθεις να χρωστάς σαυτές τις παραδόσεις;

Καλή παρατήρηση. Και ο λε Καρέ και ο Nesbø είναι, για διαφορετικούς λόγους, μια έμπνευση.

Πιστεύω ότι ο Nesbø θέτει τα στάνταρ του σκανδιναβικού νουάρ σύμπαντος, αληθοφανής αλλά και όχι ως προς το τι επιλέγει να αναδείξει και τι όχι, στην κοινωνία μας.

Ο Τζον λε Καρέ είναι ένας λογοτεχνικός μάστορας, και μάστορας της περίπλοκης, αργής αφήγησης, από τον οποίο πολλοί από μας που γράφουμε αστυνομικά και νουάρ μπορούμε να μάθουμε.

Είσαι πράγματι σύγχρονος μάστορας της ανατροπής και του σασπένς. Θέλεις να αναστατώνεις τους αναγνώστες σου, να αμφισβητείς, να υπονομεύεις και να υπερβαίνεις τις αναγνωστικές τους νόρμες και συνήθειες;

Πιστεύω πως η αφήγηση μπορεί να ιδωθεί ως ένα παιχνίδι ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη.

Ως αναγνώστες, όλοι απολαμβάνουμε τις στιγμές που έχουμε αντιληφθεί κάτι από μια ιστορία, κι αυτό αργότερα εξελίσσεται όπως πιστεύαμε.

Αλλά μάς αρέσει και να μας πηγαίνουν από δω κι από κει, να βλέπουμε πώς νύξεις και μικρές λεπτομέρειες παίζουν έναν ρόλο που δεν είχαμε καταφέρει να προβλέψουμε.

Κομμάτι της διασκέδασης τού να είσαι συγγραφέας είναι να προσπαθείς να βρεις μια ισορροπία ανάμεσα στα δύο. Και, όπως προανέφερα, πολύ συχνά η απάντηση βρίσκεται στους χαρακτήρες, όχι στην ίδια την ιστορία.

Η οπτική σου για την κοινοβουλευτική πολιτική είναι εξαιρετικά καυστική, συμπεραίνω διαβάζοντας το μυθιστόρημά σου.

Πιστεύεις όντως ότι τα πολιτικά κόμματα στη Νορβηγία είναι ως επί το πλείστον διεφθαρμένα μορφώματα επιρρεπή στη χειραγώγηση από ανεξέλεγκτες δυνάμεις;

Δεν πιστεύω πως υπάρχει μια μεγάλη συνωμοσία που διαμορφώνει τη ζωή μας και την πολιτική με μυστηριώδεις τρόπους.

Πιστεύω, όμως, ότι πολλοί Νορβηγοί -σε αντίθεση με τους πολίτες πολλών νοτιοευρωπαϊκών χωρών- είναι υπερβολικά αφελείς σε σχέση με την κατανόηση των δυνάμεων -οικονομικών και ως συνέπεια της ρεαλπολιτίκ- που ωθούν τους πολιτικούς μας και τη λήψη των αποφάσεών τους.

Όταν ξεκίνησα ως πολιτικός ρεπόρτερ, θυμάμαι μερικές φορές να εκπλήσσομαι από τον βαθμό άγνοιας μερικών υψηλόβαθμων πολιτικών. Σ’ εκείνη τη φάση δεν κατανοούσα το παιχνίδι εξουσίας που πάντα διακυβεύεται.

Ελπίζω να το καταλαβαίνω καλύτερα σήμερα.

Σχεδόν δέκα χρόνια μετά τη μαζική δολοφονία 77 ανθρώπων από τον ακροδεξιό μακελάρη Άντερς Μπέρινγκ Μπρέιβικ, έχει στις μέρες μας υποχωρήσει ο θρησκευτικός, εθνικιστικός και ξενοφοβικός εξτρεμισμός στη Νορβηγία;

Δυστυχώς όχι.

Η Νορβηγική Μυστική Υπηρεσία (PST) ανακοίνωσε νωρίτερα φέτος πως η ακροδεξιά τρομοκρατία είναι η πιο μεγάλη απειλή για τη χώρα μας.

Μπορείς να βρεις ρητορική μίσους παντού στο Ίντερνετ και στον ακροδεξιό πολιτικό λόγο, και μόλις δυο χρόνια πριν άλλος ένας Νορβηγός τρομοκράτης έφερε όπλα για να προσπαθήσει να δολοφονήσει αθώα μέλη ενός τζαμιού λίγο έξω από το Όσλο.

Ευτυχώς, κατατροπώθηκε από δυο θαρραλέους μουσουλμάνους συνταξιούχους (!), μόνο όμως αφότου είχε σκοτώσει την ίδια του τη θετή κόρη, επειδή ήταν κινεζικής καταγωγής.

Φοβάμαι ότι η κατάσταση με τον ακροδεξιό εξτρεμισμό θα επιδεινωθεί πριν βελτιωθεί.

Η συνεχιζόμενη -στα περισσότερη μέρη του κόσμου- πανδημία είναι όντως νουάρ σε όλες τις υποδηλώσεις της- υπαρξιακές, ψυχικές, πολιτικές, κοινωνικές.

Αισθάνεσαι την κλίση να μετασχηματίσεις κάποια από τις πανδημικές σου εμπειρίες σε μυθοπλασία;

Χαίρομαι που ρώτησες, καθώς είμαι στα πρώιμα στάδια της συγγραφής ενός αστυνομικού μυθιστορήματος που εκτυλίσσεται μετά την πανδημία.

Μέρος αυτού που είναι δημιουργικά απολαυστικό και δύσκολο είναι να φανταστείς με τι θα μοιάζει ο κόσμος, ή -ακριβέστερα- πώς θα μοιάζουμε όλοι εμείς που ζούμε εδώ.

Τι θα έχουμε μάθει; Πώς θα έχει αλλάξει τις ζωές και τις κοινωνίες μας αυτή η τρομακτική εμπειρία; Θα υπάρξει μια Μπελ Επόκ για ένα-δυο χρόνια, όπως μετά την ισπανική γρίπη;

Ή θα δούμε τις δημοκρατίες μας να καταλαμβάνονται από πιο αυταρχικές δυνάμεις; Θα δούμε περισσότερο εθνικισμό και εχθρότητες ανάμεσα σε χώρες;

Το μυθιστόρημα του Ίνγκαρ Γιόνσρουντ Ο σταυρός κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη.



Τρίτη, 27 Απριλίου 2021

Στρατής Πασχάλης: «Η ποίηση είναι η νοσταλγία για κάτι που δε ζήσαμε ποτέ»

 

Στρατής Πασχάλης (Photo credit: Γιάννης Κοντός)

Ποιητής, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και συγγραφέας, ο Στρατής Πασχάλης παραμένει υπαρξιακά ανήσυχος, όπως αποδεικνύει η πιο πρόσφατη δίπτυχη ποιητική σύνθεσή του Η Μεγάλη Παρασκευή, «καρπός» της «πανδημικής» εποχής.

Κουβεντιάζοντας μαζί του.

«Βρίσκω πως έχω γράψει πολλή ποίηση.  Δεν ξέρω αν έχω άλλη ιστορία να πω», μου είχατε εκμυστηρευτεί προ διετίας.

Η δίπτυχη ποιητική σύνθεση Η Μεγάλη Παρασκευή και Ο Τοίχος με την κόκκινη βουκαμβίλια είναι καινούριο υλικό;

Δεν έχω γράψει ποίηση τα δύο τελευταία χρόνια. Απλώς τη διόρθωνα, τη επεξεργαζόμουν. Μου ζητούν ποιήματα και δεν έχω.

Δεν έχετε γιατί, όπως μου είχατε επισημάνει τότε, δεν έχετε κάποια καινούρια ιστορία να αφηγηθείτε;

Ο Βαλερί έλεγε ότι συνεχώς δεν κάνουμε τίποτε άλλο από το να λέμε την ίδια ιστορία. Από τη στιγμή, λοιπόν, που την έχω πει έντεκα φορές -και το έντεκα είναι ωραίος αριθμός-, δε θα τον χαλούσα εύκολα.

Δεν έχω την επιθυμία να μπω στη διαδικασία της ποιητικής γραφής, εκτός κι αν βιώσω κάτι τόσο ισχυρό που θέλω να το αποτυπώσω. Δε γράφω ποτέ για να έχω ποιήματα, δεν κάνω καριέρα.

Μπορεί σε δουλειές από τις οποίες βιοπορίζομαι να είμαι πιο παραγωγικός, αλλά την ποίηση την κάνω για μένα και γι’ αυτούς που με παρακολουθούν.

Νιώθω μια ανάγκη εσωστρέφειας και τη χαρά πως ολοκλήρωσα κάτι και το αφήνω να το ανακαλύψουν οι άλλοι. .

Οπότε οι συγκεκριμένες δύο συλλογές μπορεί να αποτελούν κάποιο είδος παρακαταθήκης σε ό,τι σας αφορά;

Κάπως κλείνουν έναν κύκλο, και δεν είμαι διατεθειμένος να ανοίξω έναν καινούριο για να πω τα ίδια.

Ένας τεχνίτης δε γράφει μόνο για τον εαυτό του. Αν κάποιος μου παραγγείλει κάτι, θα ήταν ευλογία.

Μιας και μιλάμε για ανάγκες, δεν μπορεί να είναι μια τυχαία επιλογή η έκδοση αυτή της συλλογής στη συγκεκριμένη συγκυρία.

Καθόλου. Πιστεύω ότι η υγειονομική κρίση είναι συνέχεια της οικονομικής.

Ήδη με τον Άνθρωπο του λεωφορείου, το μοναδικό μυθιστόρημά μου, που είναι η καταγραφή της δεκαετίας του ’90 με την έκρηξη του καταναλωτισμού και του lifestyle, διέβλεπα ότι υπήρχαν στοιχεία που κάποια στιγμή θα οδηγούσαν σε αδιέξοδα.

Αυτός ο πολιτισμός οδηγείτο και οδηγείται σε αδιέξοδα. Κι αν δεν τα λύσει, δε θα μπορέσει να ανασάνει. Δεν πιστεύω πως πρόκειται για αδιέξοδο οικονομικό ή πολιτικό. Είναι υπαρξιακό.

Εκεί ήθελα κι εγώ να στρέψω την προσοχή μου, χωρίς φυσικά να παραγνωρίζω τις απολύτως σημαντικές υπόλοιπες διαστάσεις. Η υπαρξιακή πτυχή αναδύεται, άλλωστε, πιο έντονα από την ανάγνωση και των δύο ποιητικών σας συνθέσεων.

Αυτό που στερείται ο σύγχρονος άνθρωπος είναι να πιστέψει σε κάτι πέρα από την υλική και βιολογική του εξασφάλιση. Σε κάτι που είναι πέρα από εκείνον, στο άλλο, για να του δώσει μια ανάσα. 

Αυτό που μάς χαρακτηρίζει είναι πως καθετί το κάνουμε από συμφέρον, και τίποτα για την ομορφιά και τη χαρά τού να το κάνουμε.

Εκεί έγκειται το αδιέξοδο και η αμηχανία, στην αδυναμία να βρούμε αυτό το άλλο, για να ζωογονηθούμε από αυτό. Δε βοηθάει και κανένας, ίσως δεν έχει έρθει κι η στιγμή.

Γι’ αυτό και ονομάζω τη σύνθεση Μεγάλη Παρασκευή, γιατί είναι η στιγμή που όλα μοιάζουν νεκρά.

Η άρση του αδιεξόδου, ωστόσο, δε θα γίνει με μια στροφή στο παρελθόν, αλλά με κάτι που θα βρούμε στο μέλλον. Δε γίνεται κάποιος να νεκραναστήσει πεθαμένους τρόπους.

Στην κατεύθυνση της αναζήτησης αυτού του άλλου είναι κι ο έρωτας, νιώθω διαβάζοντας τις ποιητικές συνθέσεις σας, ένα κεντρικό αίτημα, ζητούμενο και βίωμα.

Η εποχή δεν αφήνει κανένα περιθώριο ερωτικής -με την ευρύτερη έννοια- επικοινωνίας. Είναι όλα περιορισμένα, όλα ελεγχόμενα και όλα προσδιορισμένα σε μια λειτουργία μηχανικής επικοινωνίας. Δεν είναι αυτό ο έρωτας.

Ο έρωτας είναι η στροφή στον άλλο και η ανάγκη για προσωπική υπέρβαση.

Κάτι που σε μεταμορφώνει- και ατομικά και ως κομμάτι μιας ερωτικής σχέσης.

Αν και αυτό είναι το βαθύτερο «θέλω» των ανθρώπων, δεν τους αφήνει όλη η συνθήκη.

Παρότι, όμως, μιλούμε για μια νεκρική κατάσταση αντίστοιχη με τη Μεγάλη Παρασκευή, κρύβεται ελπίδα. Γεννιέται στον άνθρωπο η ανάγκη και δημιουργεί τις προϋποθέσεις γι’ αυτή την αλλαγή που επιθυμεί βαθιά.

Πιστεύω πως είμαστε κοντά στο να συμβούν πράγματα που ούτε κι εμείς μπορούμε να φανταστούμε.

Με συγκίνησε μια σκηνή -πιο πολύ για σκηνή πρόκειται- όπου περιγράφετε το ερωτικό σμίξιμο δύο ανθρώπων με την μπαλκονόπορτα ανοιχτή και τον βοριά να λυσσομανάει έξω. Είναι ένα άνοιγμα προς μια τέτοια προοπτική.

Σαφώς.

Το θαύμα της ερωτικής ένωσης μέσα στη χρυσή μοναξιά του καλοκαιριού, αλλά μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο. Τη βλέπω και στην πνευματική της διάσταση, όχι μόνο στο γενετήσιο επίπεδο.

Όταν δύο άνθρωποι βρεθούν σε μια ένωση ερωτική μακριά απ’ όλους, μέσα στην απόλυτη ερημιά της αγάπης τους, εκεί πραγματώνουν ένα μυστήριο το οποίο, όπως έχουν πει κι άλλοι ποιητές, είναι η εκδίκηση του θανάτου. Εκεί θριαμβεύει η ζωή.

Είναι η στιγμή της αιωνιότητας, σύμφωνα με τον Ρεμπό.



Ο Ρεμπό είναι ένας από τους ποιητές με τους οποίους συνομιλείτε και στις δύο συνθέσεις- περισσότερο στη μία, όπου ενθέτετε και συγκεκριμένους στίχους από ποιήματα άλλων.

Αυτό συνέβη για να τονίσετε τη σχέση που ως αναγνώστης έχετε ανά τα χρόνια αναπτύξει μ’ αυτούς τους ποιητές;

Το μόνο που μπορεί να κάνει ένας ποιητής είναι να περιγράψει πώς έγραψε ένα βιβλίο. Αν πει γιατί το έκανε, θα πει ψέματα.

Όλα ξεκίνησαν όταν ξαναδιάβασα, μέρες του Πάσχα, το βιβλίο του Γιούνγκ Ψυχολογία και Θρησκεία. Εκεί, έπεσε το βλέμμα μου στο απόσπασμα που παραθέτω ως μόττο.

Αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση και, καθώς ήταν τέτοιες μέρες, άρχισα να σκέφτομαι αυτό το γεγονός.

Σε λίγο καιρό, μια νέα μετάφραση της Έρημης χώρας με έκανε να ξαναδιαβάσω το βιβλίο του Έλιοτ, που βασίζεται στο ίδιο θέμα. Άρχισα να ξαναβρίσκω τον νεανικό μου εαυτό που, ως φοιτητής, είχε μαγευτεί από την Έρημη χώρα σε μετάφραση Σεφέρη.

Ξαναδιάβασα, λοιπόν, τον Χρυσό κλώνο του Φρέιζερ, στον οποίο βασίζεται η Έρημη χώρα, και συγκεκριμένα τον μύθο του νεκρού Θεού.

Όλο αυτό άρχισε να πυροδοτεί την ανάγκη να κάνω μια προσωπική μεταγραφή της Έρημης χώρας μέσα από τα βιώματά μου και τα βιώματα μιας εποχής κρίσης στην Αθήνα.

Μοιραία, άρχισα να χρησιμοποιώ στίχους όλων των ποιητών που είχαν αναφερθεί, έμμεσα ή άμεσα, στη Μεγάλη Παρασκευή, στον Επιτάφιο, στον νεκρό Θεό.

Πάνω σ’ αυτούς τους στίχους, τους οποίους ενσωμάτωσα ακέραιους, θέλησα να εκφραστώ ακόμα και υιοθετώντας τους τρόπους ενός απλού στιχοπλόκου, και όλο αυτό να μη βασιστεί σε μια σύνθεση όπου θα παίξω τον ποιητή, να βγαίνει σαν παιχνίδι.

Με συγκλόνισε επίσης η έκθεση της Γαλάζιας Περιόδου του Πικάσο που είχα δει στο Παρίσι, άλλη μια εκδοχή του μύθου του νεκρού Θεού.

Ταυτόχρονα, έγραφα τα ποιήματα του Τοίχου με την κόκκινη βουκαμβίλια, τα οποία ήταν μεμονωμένα. Τα δύο συνθέτουν ένα δίπτυχο, τις δύο όψεις του ίδιου.

Υπάρχει ένας ωραίος στίχος του Λειβαδίτη στις Βιολέτες για μια εποχή σε σχέση με την ποίηση- και είναι αλήθεια πως ανακάλεσα «αίσθηση» Λειβαδίτη,  εδώ κι εκεί, διαβάζοντας τη δίπτυχη σύνθεση.

Δεν είναι τυχαίες κι οι βιολέτες...

«Ποίηση είναι η νοσταλγία μας για κάτι ακαθόριστο που ζήσαμε κάποτε μες στ’ όνειρο», γράφει, λοιπόν, ο Λειβαδίτης. Αναρωτιέμαι αν για εσάς έχει η ποίηση μια σχέση -και ποια- με τη νοσταλγία και το όνειρο.

Απόλυτη! Η ποίηση για μένα είναι η νοσταλγία για κάτι που δε ζήσαμε ποτέ.

Σαφώς η ονειρική κατάσταση είναι η κατάσταση της ανθρώπινης αυθεντικότητας, γιατί ο νους, όταν κοιμόμαστε, δημιουργεί την αληθινή μας πραγματικότητα, όταν δεν τον ελέγχει η συνείδηση και η λογική.

Η νοσταλγία για την αναζήτηση του αληθινού μας εαυτού μέσα σε έναν προσωπικό παράδεισο και η λειτουργία του ονείρου είναι, αν τα ενώσουμε, η ποίηση. Αυτό πραγματώνουμε στην ποίηση. 

Γι’ αυτό και είναι μια λυτρωτική διαδικασία και για εμάς που τη γράφουμε, και για εκείνους που τη διαβάζουν δημιουργώντας κι εκείνοι.

Εγώ είμαι το medium, δεν κατέχω αυτό που κάνω, και δε μ’ αρέσει να το κατέχω. Άλλωστε δεν έχω καθόλου την αίσθηση της ιδιοκτησίας. Η τέχνη είναι στοιχείο κοινωνίας, όχι διαχωρισμού από τον άλλο. Αλίμονο αν ήταν!

Και η ζωή, όπως γράφετε πολύ εύστοχα, είναι «τόσο δύσκολο να τη ζήσεις και ακόμα πιο δύσκολο να την αποτυπώσεις και ακόμα χειρότερο να τη θυμηθείς».

Δεν υπάρχει δυσκολότερο πράγμα από το να έρθεις αντιμέτωπος με πραγματικότητες που έχεις βιώσει και να τις θυμηθείς. Όλοι προσπαθούμε να τις ξεχάσουμε, τα περισσότερα που έχουμε ζήσει.

Ακόμα και τα ωραία είναι δύσκολο να τα θυμηθείς, γιατί νιώθεις την αίσθηση της απώλειας. Δεν αναπολώ, όμως. Ζω στο τώρα. Μ’ ενδιαφέρει πάρα πολύ η εποχή μου. Με όλα της τα στραβά, είναι μια εποχή που μ’ αρέσει.

Απ’ όλες τις εποχές που έζησα, αυτή η εποχή που ζούμε έχει ενδιαφέρον. Απλώς είναι τρομακτική. Οι άλλες είχαν μεγαλύτερη ασφάλεια, ακόμα και σε σχέση μ’ αυτό που σε απειλεί.

«Το πένθος είναι η μόνη αιωνιότητα», καταλήγετε, ωστόσο, στον Τοίχο.

Ο άνθρωπος πενθεί και θα πενθεί αιωνίως, γιατί ζώντας μέσα στην ιστορικότητα πάντα θα υπάρχει ένα έλλειμμα. Αυτό δίνει νόημα στη ζωή, αλλά και λυπάσαι συνεχώς γιατί κάτι πάντα λείπει.

Είμαστε σύμφυτοι με τη μοναξιά, δεν έχουμε ο ένας τον άλλο.

Αυτή είναι μια συνειδητοποίηση πένθους διαρκής, όχι όμως κάτι δυσάρεστο, αλλά μια πραγματικότητα που πρέπει ο άνθρωπος να δεχτεί, και να αφιερώσει τη ζωή του σε μια πρόκληση, για να ζήσει και να περάσει στην άλλη διάσταση γεμάτος.

Η δίπτυχη ποιητική σύνθεση του Στρατή Πασχάλη Η Μεγάλη Παρασκευή και Ο Τοίχος με την κόκκινη βουκαμβίλια κυκλοφορεί από την Κάπα Εκδοτική.



Κυριακή, 25 Απριλίου 2021

Ντομινίκ Μανοτί: «Με ανησυχεί η καταστροφή της Αριστεράς στη Γαλλία»

 

Ντομινίκ Μανοτί (Photo credit: Bonzooo/Wikipedia)

Ένα ξέσπασμα ρατσιστικών δολοφονιών με θύματα κυρίως Αλγερινούς συγκλονίζει τη Μασσαλία του 1973.

Με φόντο το τέλος του πολέμου στην Αλγερία και την άνοδο του Εθνικού Μετώπου, η διακεκριμένη Γαλλίδα συγγραφέας Ντομινίκ Μανοτί φιλοτεχνεί στο νουάρ Μασσαλία 73, που μόλις κυκλοφόρησε, το πορτρέτο μιας κοινωνίας σε αναβρασμό.

Μια συνέντευξη μαζί της.

Είστε καθηγήτρια Οικονομικής Ιστορίας και διακεκριμένη συγγραφέας νουάρ μυθιστορημάτων. Σε ποιον βαθμό υιοθετείτε και εφαρμόζετε τις αρχές και τα εργαλεία της ακαδημαϊκής έρευνας στη μυθοπλασία σας;

Στη δουλειά μου ως μυθιστοριογράφος υπάρχει μια ισχυρή συνέχεια με το επάγγελμά μου ως ιστορικός, αλλά ασφαλώς και μια ρήξη.

Συνέχεια στον τρόπο που επιλέγω τα θέματα των μυθιστορημάτων μου. Ξεκινώ από πραγματικά γεγονότα, που συνέβησαν.

Ένα γεγονός ποικίλο, όπως η πυρκαγιά σένα εργοστάσιο στον Σύνδεσμο της Λορένης ή ένα κοινωνικό φαινόμενο πιο μεγάλο, όπως η γέννηση της εμπορίας πετρελαίου το 1973 στον Μαύρο χρυσό, που μ’ ενδιαφέρουν κι όπου βρίσκω κάτι σκοτεινό, ανείπωτο, άρρητο.   

Θέλω να γράψω ένα μυθιστόρημα για να τα καταλάβω. Κατανοώντας το παρελθόν, πρόσφατο ή μακρινό, για να ρίξω φως στο παρόν, μια προσέγγιση πολύ παρόμοια μ’ αυτή των ιστορικών.

Πριν γράψω, προβαίνω σε τεκμηρίωση, χρησιμοποιώ τις τεχνικές μου γνώσεις και τη σύνεσή μου ως ιστορικός, έρευνα λιγότερο εκτεταμένη από αυτή του ιστορικού, αλλά διεκπεραιωμένη με το ίδιο πνεύμα.

Έπειτα έρχεται η ρήξη, το καθαρά μυθιστορηματικό έργο. Επιλέγω τα γεγονότα, τα αναδιοργανώνω.

Και, κυρίως, επινοώ όλους τους χαρακτήρες. Οι χαρακτήρες είναι η καρδιά των μυθιστορημάτων, μέσω αυτών οι αναγνώστες εισέρχονται σ’ ένα μυθιστόρημα ή όχι.

Είναι το νουάρ, κατά τη γνώμη σας, εγγενώς -αν όχι αναπόφευκτα- πολιτικό ως λογοτεχνικό είδος;

Κι αν ναι, σε ποια πλευρά του πολιτικού «οδοφράγματος» τοποθετείστε, δεδομένου του ίδιου σας του πολιτικού ακτιβισμού αρχικά ως κομμουνίστρια φοιτήτρια κι έπειτα ως συνδικαλίστρια;

Τα νουάρ μυθιστορήματα μιλάνε για τον μεγάλο κόσμο, για τους ανθρώπους μέσα στην κοινωνία, για το έγκλημα ως γρανάζι της κοινωνικής μηχανής και μ’ αυτό, φυσικά, συχνά κάνουν πολιτική. Αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να κάνουν προπαγάνδα.

Ο μεγάλος κόσμος δεν είναι το πεδίο της μάχης ανάμεσα στο Καλό και το Κακό. Ο Απόστολος Παύλος είχε ήδη πει «Δεν υπάρχουν δίκαιοι σ’ αυτή τη γη», και συμφωνώ μαζί του.

Ασφαλώς, οι εμπειρίες μου, η κοσμοθεωρία μου, λαμβάνονται υπόψη στις ιστορίες μου. Είμαι εγώ αυτή που γράφει, κανένας άλλος. Αλλά προσπαθώ να καταλάβω τι κάνει κάθε χαρακτήρα μου να κινείται, να πράττει.

Μπορώ να τους φαντάζομαι και να ζω μαζί τους σόλη τη διάρκεια της συγγραφής μόνο αν συμπάσχω μαυτούς. Και ο αναγνώστης είναι ελεύθερος στην ανάγνωσή του να κάνει τις δικές του επιλογές κι ερμηνείες.

Αυτό που λέει ο Μαρκ Φερό, ένας Γάλλος ιστορικός ο οποίος μόλις πέθανε, σχετικά με τον κινηματογράφο ισχύει και για τα μυθιστορήματα:

«Υπόθεση: το φιλμ, εικόνα της πραγματικότητας ή όχι, είναι Ιστορία. Αυτό που δε συμβαίνει είναι εξίσου Ιστορία και ιστορία».

Το Μασσαλία 73, το τελευταίο σας μυθιστόρημα, λαμβάνει χώρα στην πόλη της Μασσαλίας το 1973, έντεκα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου στην Αλγερία, και εν μέσω μιας αύξησης στις θανατηφόρες ρατσιστικές τρομοκρατικές επιθέσεις.

Γιατί νιώσατε υποχρεωμένη να πραγματοποιήσετε μια έρευνα και να γράψετε γι’ αυτή την περίοδο;

Όταν ανακάλυψα αυτά τα γεγονότα ενώ συμβουλευόμουν τυχαία πολλές εφημερίδες για ένα προηγούμενο (Μαύρος χρυσός), αισθάνθηκα «υποχρεωμένη» να μιλήσω γι’ αυτά, καθώς είναι εντελώς κρυμμένα στην επίσημη «εθνική αφήγηση».

Είμαι πεπεισμένη πως η Γαλλία του σήμερα τόσο στους θεσμούς όσο και και στο πολιτικό και το πολιτιστικό βάρος του ρατσισμού και του αυταρχισμού, είναι το προϊόν μιας άσχημα υλοποιημένης, βίαιης και διεφθαρμένης αποαποικιοποίησης.

Χρειάζεται να προσεγγίσω αυτό το παρελθόν και τις συνέπειές του μέναν μυθιστορηματικό τρόπο, αφηγούμενη μια ιστορία στην οποία ο αναγνώστης μπορεί να συμμετάσχει.

Αυτή η έκρηξη φόνων μάς μιλά για την κρυμμένη καθημερινή μας ζωή, κι όλοι το ξέρουν. Δε θα είναι το τελευταίο μου μυθιστόρημα γι’ αυτό το θέμα.

Είναι η ίδια η Μασσαλία, σ’ όλη την ποικιλομορφία και μόλες τις αντιφάσεις της, μια μικρογραφία της Γαλλίας- φορέας μιας πλούσιας αντιφασιστικής/αντιρατσιστικής/προοδευτικής κληρονομιάς κι εστία ολοένα μεταβαλλόμενων (νεο)φασιστικών μορφωμάτων;

Η Μασσαλία μού μοιάζει πιο σύνθετη από αυτό.

Οι κομμουνιστές έχασαν τον ηγετικό τους ρόλο ήδη από το 1947.

Οι Αμερικανοί ήταν πολύ παρόντες εκεί στα χρόνια του ’70 και ’80 με διάφορες μορφές, συμπεριλαμβανομένης της CIA, ενδιαφερόμενοι, μεταξύ άλλων, για τον έλεγχο του λιμανιού και τη διακίνηση ναρκωτικών.

Οι σοσιαλιστές διατήρησαν τη δημαρχία για παραπάνω από σαράντα χρόνια, συχνά συνδεόμενοι με το οργανωμένο έγκλημα, όπως από την πλευρά τους έκαναν και οι γκωλικοί, και σίγουρα με μια γραμμή πολύ αντικομμουνιστική.

Μέσα σαυτό το πλαίσιο, και βασιζόμενη σέναν μεγάλο πληθυσμό μαυροπόδαρων επαναπατρισθέντων από την Αλγερία, νοσταλγικών κι εκδικητικών, η ακροδεξιά του Εθνικού Μετώπου αναπτύχθηκε αργά, χωρίς να είναι πλειοψηφική.

Σήμερα, η δημαρχία μόλις κερδήθηκε από μια ενιαία εκλογική λίστα αριστερών δυνάμεων που ονομάζεται «Η άνοιξη της Μασσαλίας», από την οποία όλοι περιμένουν να δουν τι θα δώσει.

Ο αστυνομικός Ντακέν, πρωταγωνιστής του βιβλίου, δε μοιάζει με τους λογοτεχνικούς ομολόγους του- κι όχι μόνο εξαιτίας της ομοφυλοφιλίας του.

Προοριζόταν η επιλογή σας ως σχόλιο πάνω στην κυρίαρχη ομοφοβική «ματσίλα» των αστυνομικών αρχών;

Φυσικά, η γαλλική αστυνομία ήταν από καιρό ένας ομοφοβικός θεσμός. Ένας αστυνομικός, του οποίου η ομοφυλοφιλία αποκαλύφθηκε, χτυπήθηκε από την αστυνομία. Αλλά δεν είναι αυτή η προέλευση της αμφιφυλοφιλίας του Ντακέν.

Το πρώτο μου μυθιστόρημα εκτυλίσσεται το 1980 στο Sentier, στην περιοχή της βιομηχανίας ειδών ένδυσης στην καρδιά του Παρισιού, μια γειτονιά όπου σύχναζα πολύ στο πλαίσιο των συνδικαλιστικών δραστηριοτήτων μου.

Όλοι οι εργάτες ήταν άντρες, παράνομοι εργάτες, με μια πολύ ισχυρή παρουσία Τούρκων.

Η ατμόσφαιρα αυτού του περιβάλλοντος «αντρών μεταξύ αντρών» ήταν απολύτως εκπληκτική, θερμή και βίαιη, έξω από κάθε νομιμότητα και ισχυρά αυτορυθμιζόμενη. Αυτή η ατμόσφαιρα της «αντρικής φιλίας» ήταν μια ανακάλυψη για μένα.

Έφτιαξα τον χαρακτήρα του Ντακέν ώστε να είναι η «σάρκα» αυτής της γειτονιάς. Έπειτα, τον κράτησα ζωντανό σε άλλα τέσσερα μυθιστορήματα, προσαρμόζεται στις συνθήκες. Αλλά ο άνθρωπος του Sentier είναι πάντα εκεί.

Η αποτύπωση της πλειονότητας των χαρακτήρων Αράβων/Αλγερινών είναι αναζωογονητικά αξιοπρεπής και μακριά από κάθε θυματοποίηση, ιδίως εκείνων του δολοφονημένου νεαρού, Μαλέκ, και της οικογένειάς του.

Θα θέλατε να αναφερθείτε στη διαδικασία κατασκευής τους πιο αναλυτικά;

Δε συνάντησα ούτε πήρα συνέντευξη από την οικογένεια του Μαλέκ πριν γράψω το μυθιστόρημα. Μου είχαν πει ότι δε ζούσαν πλέον στη Γαλλία.

Διάβασα, όμως, όλα όσα βρήκα για τη ρατσιστική δολοφονία του 1973- άρθρα εφημερίδων, περιοδικά και μερικά κείμενα ιστορικών (σπάνια). Κι ένιωσα θαυμασμό για τα δύο αδέλφια του θύματος.

Είναι χάρη στην επιμονή, στο κουράγιο και στην ικανότητά τους γιαντίσταση που αποκαλύφθηκε ο δολοφόνος. Σταμάτησαν τον δικαστικό και τον αστυνομικό μηχανισμό από το να κατασκευάζει ανύπαρκτα γεγονότα. Δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ.

Αναδόμησα την ιστορία, αλλά κράτησα τους δύο, με σεβασμό. Για τον χαρακτήρα του πατέρα θυμήθηκα μερικά αποσπάσματα διαλόγων με τον πεθερό ενός φίλου μου, αλγερινής καταγωγής και αξιωματικό του γαλλικού στρατού.

Υπάρχουν πολλοί στρατιώτες προερχόμενοι από τις αποικίες στον γαλλικό στρατό κατά τη διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων.

Το Μασσαλία 73 είναι βαθιά ριζωμένο στον απόηχο του ταραχώδους αποικιακού παρελθόντος της Γαλλίας. Έχει απαλλαγεί η γαλλική κοινωνία από την ίδια την αποικιοκρατική νοοτροπία ή αυτή έχει απλώς μετασχηματιστεί στις μέρες μας;

Η Γαλλία δε διαχειρίστηκε την αποαποικιοποίηση, την υπέστη: δυο βαριές ήττες, στην Ινδοκίνα και στην Αλγερία.

Και ένας βιαστικός αυτοσχεδιασμός στην υποσαχάρια Αφρική, ένας περίπλοκος συνδυασμός πλιάτσικου, διαφθοράς, συνενοχής και δικτατοριών, ένα σύστημα που στη Γαλλία αναφέρεται ως «Γαλλοαφρική» κι έχει ξεθωριάσει στη μητρόπολη.

Καμία σε βάθος πολιτική αξιολόγηση δεν έχει επιχειρηθεί από κάποια πολιτική δύναμη, αριστερή η δεξιά.

Πάντα άρνηση, συνοδευόμενη από έναν λόγο για τη χώρα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του ρεπουμπλικανικού οικουμενισμού, και ψήφοι για ρατσιστικούς νόμους ασφαλείας «ενάντια στον αυτονομισμό».

Το ανείπωτο της αποαποικιοποίησης μπλοκάρει τη γαλλική κοινωνία, την εμποδίζει να εξελιχθεί.

Μιας και μιλάμε για το παρόν, τι σας ανησυχεί πιο πολύ στο πολιτικό και ίσως στο πολιτιστικό επίπεδο στη Γαλλία του 21ου αιώνα;

Αυτό που με ανησυχεί είναι η καταστροφή της Αριστεράς, η απουσία της από τις πολιτικές και πολιτιστικές συζητήσεις και η οργανωτική της ανυπαρξία.

Η γαλλική Αριστερά έχει επίσης διαδραματίσει καταστροφικό ρόλο στην αποαποικιοποίηση από το 1955-56, δεν έχει ποτέ στοχαστεί πάνω σαυτή την εμπειρία, κι αυτό εξηγεί εν μέρει -και μόνο εν μέρει- την αποσύνθεσή της.

Υπάρχει επίσης η σοβιετική καταστροφή, η οποία δυναμίτισε τις ευρωπαϊκές Αριστερές, ανεξάρτητα από τη σχέση τους με την ΕΣΣΔ.

Στην τρέχουσα κατάσταση της γαλλικής κοινωνίας υφίσταται πραγματικός κίνδυνος συσπείρωσης γύρω από το Εθνικό Μέτωπο, κάτι πιθανώς θανατηφόρο μακροπρόθεσμα.

Το Μασσαλία 73 είναι το τρίτο μυθιστόρημά σας που διατίθεται στα ελληνικά. Σας αρέσουν τα ελληνικά αστυνομικά μυθιστορήματα/νουάρ;

Όπως, πιστεύω, πολλοί Γάλλοι, πριν από είκοσι χρόνια διάβασα με ευχαρίστηση τα μυθιστορήματα του Πέτρου Μάρκαρη.

Αλλά το παράδοξο είναι ότι όσο περισσότερο γράφω, τόσο λιγότερο μπορώ να διαβάσω. Αυτό είναι για μένα μια οδυνηρή στέρηση. Δεν έχω πρόσφατα διαβάσει ελληνικά αστυνομικά μυθιστορήματα.

Και τελικά, αναμένετε πως η συνεχιζόμενη πανδημία -και όσες ακολουθήσουν- θα επαναπροσδιορίσουν τον τρόπο που διαβάζουμε και γράφουμε (νουάρ) μυθιστορήματα, ακόμα και που αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας;

Αυτό είναι Τζόκερ. Δεν έχω την απάντηση.

Το μυθιστόρημα της Ντομινίκ Μανοτί Μασσαλία 73 κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου σε μετάφραση του Γιάννη Καυκιά.