Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Nytt Land: «Ο χρόνος βρίσκεται στην καρδιά της τελετουργικής μουσικής»

 


Εμπνεόμενη από τις παραδόσεις των αυτόχθονων λαών της Σιβηρίας, η μουσική των Nytt Land (Anatoly και Natalya Pakhalenko) αποτελεί μια βαθιά πνευματική εμπειρία.

Ενόψει των συναυλιών του ντουέτου σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη (18 & 19 Μαΐου, αντίστοιχα) είχαμε μια εκτενή κουβέντα μαζί του.

«Οι Nytt Land εμπνέονται από την παραδοσιακή μουσική των αυτόχθονων λαών της Σιβηρίας», διαβάζω στο σύντομο βιογραφικό σας.

Πώς μεταφράζεται η λέξη «Nytt»; Και τι σας έχει εμπνεύσει περισσότερο σε αυτήν τη μουσική;

Κατ’ αρχάς, η λέξη «Νytt» είναι παλιά και μπορεί να μεταφραστεί ως «νέο» (όπως στο «νέα γη»). Για εμάς δεν είναι ένα σλόγκαν για την καινοτομία μόνο και μόνο για την καινοτομία, αλλά μια πολύ απλή εικόνα:

Ένα άτομο πατάει σε μια γη που σου δίνει την αίσθηση της αρχαίας, κι όμως γίνεται ξανά «καινούρια» τη στιγμή κατά την οποία αρχίζεις να ακούς με προσοχή.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν αγγίζεις ζωντανές παραδόσεις: δεν «αναδημιουργείς το παρελθόν», μπαίνεις σε διάλογο με κάτι που ακόμα αναπνέει.

Αυτό το οποίο μάς ενέπνευσε περισσότερο στην παραδοσιακή μουσική των αυτόχθονων λαών της Σιβηρίας είναι η λειτουργία του ήχου. Σε πολλά σύγχρονα περιβάλλοντα, η μουσική είναι κυρίως ψυχαγωγία ή αυτοέκφραση.

Στους πολιτισμούς που μελετήσαμε, ο ήχος έχει συχνά έναν πρακτικό και πνευματικό σκοπό:

Μπορεί να δομήσει τον χρόνο, να σηματοδοτήσει μια μετάβαση, να βοηθήσει μια κοινότητα να συγκεντρώσει την εσωτερική της δύναμη ή να συντονίσει την προσοχή ενός ατόμου προς τον φυσικό κόσμο.

Μας συγκίνησε επίσης βαθιά το πόσο άμεση και σωματική είναι αυτή η μουσική: φωνή, αναπνοή, ρυθμός, επανάληψη, μοτίβα τα οποία μοιάζουν με έκσταση.

Είναι μινιμαλιστική, αλλά ποτέ «κενή». Είναι ένα είδος ηχητικής ύφανσης όπου κάθε νήμα έχει σημασία.

Για τον περισσότερο κόσμο, η Σιβηρία περιβάλλεται από μυστήριο και μύθο εν μέρει λόγω της απόστασης/απεραντοσύνης της, εν μέρει λόγω της ταραγμένης και τραυματικής Ιστορίας της.

Μιας και τυχαίνει να κατοικείτε σε αυτό το «σύμπαν», πώς θα περιγράφατε την καθημερινή σας εμπειρία εκεί;

Πολλοί άνθρωποι φαντάζονται τη Σιβηρία ως έναν μακρινό μύθο: ατελείωτο χιόνι, λύκοι, εξορία, βάσανα!

Αυτές οι εικόνες υπάρχουν στην Ιστορία και στον κινηματογράφο, αλλά η καθημερινή ζωή είναι πιο ανθρώπινη και πιο περίπλοκη.

Η Σιβηρία δεν είναι ένα ενιαίο τοπίο και μια ενιαία ατμόσφαιρα.

Είναι ένας τεράστιος χώρος όπου συνυπάρχουν σύγχρονες πόλεις και απομακρυσμένοι οικισμοί, όπου το διαδίκτυο και οι αρχαίοι τρόποι ζωής συναντώνται, όπου οι εποχές διαμορφώνουν τον ρυθμό σου πιο έντονα από ό,τι τα χρονοδιαγράμματα.

Η καθημερινή μας εμπειρία βασίζεται στις αντιθέσεις. Τη μια μέρα είναι συνηθισμένη δουλειά, οικογενειακές ευθύνες, πρόβες, ρουτίνα στο στούντιο - όπως οπουδήποτε.

Την άλλη μέρα οδηγείς μισή ώρα και ο κόσμος ανοίγεται: τεράστια ποτάμια, τάιγκα, στέπα, βουνά, μια σιωπή που ακούγεται «ηχηρή».

Η Σιβηρία σε διδάσκει να αποδέχεσαι την κλίμακα. Σου υπενθυμίζει ότι οι άνθρωποι δεν είναι το κέντρο των πάντων. Μαθαίνεις την υπομονή. Μαθαίνεις να παρακολουθείς τον καιρό, να διαβάζεις τις μικρές αλλαγές, να σέβεσαι την απόσταση.

Υπάρχει επίσης και κάτι συναισθηματικό: η Σιβηρία κουβαλάει μια ανάμνηση κακουχιών, αλλά κουβαλάει και αντοχή.

Οι άνθρωποι εδώ συχνά έχουν μια ήσυχη δύναμη -όχι ρομαντική, όχι θεατρική- απλώς μια συνήθεια να επιβιώνουν, να χτίζουν και να συνεχίζουν.

Αυτή η ατμόσφαιρα διαμορφώνει τη μουσική μας: το κρύο δεν είναι μόνο θερμοκρασία, είναι ένας τρόπος σκέψης - καθαρός, ειλικρινής, μερικές φορές αυστηρός, αλλά και βαθιά ζωντανός.

Πόσο ποικιλόμορφος ήταν/εξακολουθεί να είναι ο πληθυσμός της Σιβηρίας όσον αφορά στο εθνικό και πολιτιστικό του υπόβαθρο; Υπάρχουν εθνοτικοί, ιστορικοί ή πολιτιστικοί δεσμοί με τις άλλες χώρες/έθνη της Βόρειας Ευρώπης;

Η Σιβηρία ήταν πάντα ποικιλόμορφη, και εξακολουθεί να είναι. Είναι σημαντικό να το πούμε ξεκάθαρα:

«Σιβηρικός» δεν είναι μία εθνικότητα.

Είναι ένα σημείο συνάντησης πολλών λαών, γλωσσών και ιστοριών - αυτόχθονων κοινοτήτων με τις δικές τους πνευματικές παραδόσεις και πρακτικές, αλλά και πολλά κύματα μετανάστευσης κατά τη διάρκεια αιώνων.

Υπάρχουν πολιτιστικοί δεσμοί με άλλες βόρειες περιοχές του κόσμου, αλλά δεν είναι πάντα άμεσες συνδέσεις «γενεαλογικού δέντρου».

Ορισμένες ομοιότητες προέρχονται από την κοινή γεωγραφία και το κλίμα: τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι χτίζουν, ταξιδεύουν, κυνηγούν, συλλέγουν, τραγουδούν.

Όταν ζεις κοντά σε δάση, ποτάμια και μεγάλους χειμώνες, ορισμένα αρχέτυπα επαναλαμβάνονται:

Σεβασμός στα πνεύματα του τόπου, προσοχή στα ζώα, τελετουργίες οι οποίες συνδέονται με τις εποχές και μια κοσμοθεωρία όπου η φύση δεν είναι ένα αντικείμενο, αλλά ένας συγγενής.

Γενικά, πώς βιώνετε τη θρησκεία και την πνευματικότητα στην καθημερινότητά σας, τόσο ως άνθρωποι όσο και ως καλλιτέχνες;

Για εμάς, η πνευματικότητα δεν είναι κάτι το οποίο «ασκούμε» ξεχωριστά από τη ζωή. Είναι η προσοχή. Είναι ο τρόπος που περπατάς, το πώς ακούς, το πώς παραμένεις σιωπηλός.

Το να ζεις στη Σιβηρία, μακριά από τις μεγάλες πόλεις, σου διδάσκει αυτό φυσικά - δεν υπάρχει κάποιο συνεχές θέαμα το οποίο να σε αποσπά από τον εαυτό σου.

Δεν ακολουθούμε κάποιο θεσμικό θρησκευτικό μονοπάτι, αλλά σεβόμαστε βαθιά τις πνευματικές παραδόσεις. Η πνευματικότητά μας είναι βιωματική: διαμορφώνεται από τη γη, την καταγωγή, τη μνήμη και την ευθύνη. Είναι ήσυχη και προσωπική.

Ως καλλιτέχνες, βλέπουμε τη μουσική ως μια μορφή εσωτερικής πειθαρχίας. Πριν αναρωτηθούμε τι να εκφράσουμε, αναρωτιόμαστε από πού εκφράζεται. Αν η εσωτερική κατάσταση είναι κενή ή ανέντιμη, καμία τεχνική δεν θα τη σώσει.

Επομένως, η δημιουργία μουσικής είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον τρόπο ζωής μας.

Η μουσική σας περιγράφεται ως «σκοτεινή φολκ». Θα τη χαρακτήριζα και «παγανιστική φολκ».

Δεδομένου ότι η Ρωσία είναι γνωστή για την Ανατολική Ορθόδοξη παράδοσή της, πώς αντιμετωπίζεται στον δημόσιο διάλογο μια μουσική έκφραση αποκλίνουσα από τον «κανόνα»;

Ναι, μπορείς να αποκαλέσεις τη μουσική μας «σκοτεινή φολκ» ή «παγανιστική φολκ», δεν έχει σημασία για εμάς, είναι απλώς μια ταμπέλα για να καταλάβει γρήγορα ο κόσμος τι του προσφέρουμε.

Οι ταμπέλες μπορούν να βοηθήσουν τους ακροατές να βρουν μια πόρτα, αλλά μπορούν επίσης να διαστρεβλώσουν την εικόνα.

Η Ρωσία συνδέεται ευρέως με την Ανατολική Ορθόδοξη παράδοση και πολιτισμικά αυτή η επιρροή είναι σημαντική.

Ταυτόχρονα, η Ρωσία είναι απέραντη και πολυεπίπεδη, και πολλά είδη πνευματικότητας συνυπάρχουν - άλλοτε ανοιχτά, άλλοτε σιωπηλά.

Πώς αντιμετωπίζεται η απόκλιση από τον «κανόνα»;

Εξαρτάται από πού κοιτάζεις. Στα μεγάλα πολιτιστικά κέντρα, υπάρχει συχνά περιέργεια και ανοιχτότητα, ειδικά μεταξύ των ανθρώπων οι οποίοι ακούν ήδη μέταλ, νεοφόλκ και πειραματική μουσική.

Σε πιο συντηρητικούς χώρους, οτιδήποτε βρίσκεται εκτός ενός οικείου θρησκευτικού πλαισίου μπορεί να παρερμηνευθεί ως «περίεργο» ή «επικίνδυνο».

Αλλά δεν τοποθετούμαστε εναντίον κανενός. Δεν επιτιθέμεθα στην πίστη όπως κάποιοι Δυτικοί μουσικοί. Δε χλευάζουμε τις παραδόσεις. Απλώς ακολουθούμε το δικό μας μονοπάτι.

Στον δημόσιο λογο, τα άκρα είναι πάντα πιο ηχηρά από τις λεπτές αποχρώσεις. Κάποιοι άνθρωποι θέλουν τα πάντα να ταιριάζουν σε μια ενιαία ταυτότητα. Αλλά η πραγματική κουλτούρα είναι πλουσιότερη.

Η εμπειρία μας δείχνει πως η ειλικρίνεια είναι η καλύτερη προστασία:

Αν η δουλειά σου είναι ειλικρινής, αν αντιμετωπίζεις τις πηγές πολιτισμού με σεβασμό και δεν προσπαθείς να προκαλέσεις φτηνά, τότε οι περισσότεροι άνθρωποι -ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνουν- μπορούν να νιώσουν τη σοβαρότητα πίσω από αυτήν.

Σε έναν απομαγευμένο, ρημαγμένο από πολέμους και γενοκτονίες σύγχρονο κόσμο, μήπως το άνοιγμα σε όσα βρίσκονται πέρα ​​από τον έλεγχό μας είναι ωφέλιμο τόσο για εμάς ως άτομα όσο και για τις αντίστοιχες κοινωνίες όπου τυχαίνει να ζούμε;

Κατανοούμε βαθιά αυτό το ερώτημα.

Ο σύγχρονος κόσμος κουβαλάει τεράστιο τραύμα και οι άνθρωποι συχνά αισθάνονται αποκομμένοι: ο ένας από τον άλλον, από το νόημα, από τη φύση, από την εσωτερική τους ζωή.

Σε μια τέτοια περίπτωση, το να ανοιγόμαστε σε ό,τι βρίσκεται πέρα ​​από τον έλεγχό μας μπορεί να είναι ωφέλιμο, αλλά μόνο αν το κάνουμε με ωριμότητα.

Για εμάς, το «πέρα από την κατανόησή μας» δε σημαίνει απαραίτητα εξωτικές τελετουργίες ή δραματικό μυστικισμό.

Μπορεί να σημαίνει ταπεινότητα. Μπορεί να σημαίνει αναγνώριση ότι ο ορθολογικός έλεγχος δεν είναι η μόνη μορφή νοημοσύνης. Μπορεί να σημαίνει αποδοχή του μυστηρίου χωρίς να το μετατρέψουμε σε δεισιδαιμονία.

Όταν ένα άτομο παραδέχεται, «Δεν τα ξέρω όλα», γίνεται λιγότερο επιθετικό, λιγότερο εμμονικό με την κυριαρχία, πιο ικανό να ακούει.

Για τις κοινωνίες, μια υγιής σχέση με το αόρατο μπορεί να παράγει ενσυναίσθηση και υπευθυνότητα, επειδή αρχίζεις να αντιμετωπίζεις τη ζωή ως κάτι ιερό, όχι ως κάτι για πέταμα.

Υπάρχει όμως και ένας κίνδυνος: το αόρατο μπορεί να εμπορευματοποιηθεί, να χειραγωγηθεί, να μετατραπεί σε ιδεολογία.

Οπότε ναι, το άνοιγμα μπορεί να θεραπεύσει, αλλά απαιτεί ηθική βάση: σεβασμό, κριτική σκέψη και πραγματική εσωτερική δουλειά, όχι φυγή.

Το νέο άλμπουμ σας, Aba Khan, είναι το αποτέλεσμα ενός έτους ταξιδιού στην απεραντοσύνη της Σιβηρίας, όπου «ανακαλύψατε νέες περιοχές και γνωρίσατε πνευματικές παραδόσεις των αυτόχθονων λαών τους οποίους συναντήσατε».

Θα θέλατε να μου εξηγήσετε τη διαδικασία αυτής της συνάντησης και τι περιλαμβάνει; Σε ποιον βαθμό αποτελεί στην πραγματικότητα μια αμοιβαία πολιτιστική ανταλλαγή, εμπλουτίζοντας όλα τα εμπλεκόμενα μέρη;

Η δημιουργία του Aba Khan ξεκίνησε πραγματικά ως ένα ταξίδι παρά ως μια ιδέα. Το ταξίδι στην απεραντοσύνη της Σιβηρίας μάς άλλαξε σωματικά και ψυχικά.

Φυσικά, μπορείς να διαβάζεις βιβλία και να παρακολουθείς ντοκιμαντέρ, αλλά η απόσταση και το κλίμα σε διδάσκουν διαφορετικά.

Μακριοί δρόμοι, μεγάλη σιωπή, συναντήσεις που συμβαίνουν αργά: όλα αυτά διαμορφώνουν την αντίληψή σoy για τον χρόνο, και ο χρόνος βρίσκεται στην καρδιά της τελετουργικής μουσικής.

Η συνάντηση με τις αυτόχθονες παραδόσεις δεν ήταν ένα «κυνήγι περιεχομένου». Ήταν περισσότερο σαν να μαθαίνεις πώς να μπαίνεις σε ένα δωμάτιο με σεβασμό.

Στην πράξη, περιλαμβάνει περισσότερο ακρόαση παρά ομιλία, ζητώντας άδεια, μαθαίνοντας το πλαίσιο, κατανοώντας τα όρια. Κάποια πράγματα προορίζονται για κοινή χρήση, κάποια άλλα είναι προσωπικά. Το αποδεχόμαστε αυτό.

Μελετάμε επίσης για να κατανοήσουμε όχι μόνο τον ήχο, αλλά και την κοσμοθεωρία πίσω από τον ήχο: πώς οι άνθρωποι σχετίζονται με τα ζώα, με τους προγόνους, με τον τόπο, με τα όνειρα, με την ευθύνη.

Η ανταλλαγή είναι πραγματική όταν υπάρχει σεβασμός και όταν όλες οι πλευρές αισθάνονται ασφαλείς και αναγνωρισμένες - όχι εξωτικοποιημένες.

Πιστεύουμε ότι εμπλουτίζονται όλα τα μέρη όταν δεν «απαιτούμε» αλλά χτίζουμε σχέσεις, δίνουμε εύσημα, υποστηρίζουμε την πολιτιστική ορατότητα και μεταφέρουμε την ιστορία με ακρίβεια.

Για εμάς προσωπικά, ο εμπλουτισμός ήταν βαθύς: αποκτήσαμε ταπεινότητα, σαφήνεια και μια βαθύτερη αίσθηση σκοπού.

Ελπίζουμε επίσης πως οι ακροατές μας θα γίνουν περίεργοι και θα αρχίσουν να μαθαίνουν πέρα ​​από τη μουσική μας, επειδή αυτή η περιέργεια, με σεβασμό, αποτελεί ήδη μια γέφυρα.

Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο κοινό στο οποίο στοχεύετε;

Τι «απαιτείτε» κυρίως από τους υποψήφιους ακροατές σας και πόσο απαιτητική μπορεί να είναι η πραγματική εμβύθιση σε ένα τέτοιο κοσμικό ταξίδι, ειδικά για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τέτοιους τρόπους;

Δεν απευθυνόμαστε σε ένα μόνο «στοχευμένο κοινό». Η μουσική μας προσελκύει ακροατές από διαφορετικούς κόσμους: φολκ, μέταλ, ambient, τελετουργίες, ακόμη και κλασική μουσική.

Δεν είναι η γνώση που έχει σημασία για εμάς από το κοινό, αλλά η προσοχή. Δε χρειάζεται να γνωρίζεις την ορολογία. Απλώς πρέπει να αφήσεις αυτήν τη μουσική να μπει μέσα σου.

Ναι, η κατάδυση μπορεί να είναι δύσκολη, ειδικά για έναν σύγχρονο άνθρωπο. Οι σύγχρονες συνήθειες ακρόασης συχνά απαιτούν γρήγορες αλλαγές και άμεση εμπλοκή.

Η μουσική μας μερικές φορές κάνει ακριβώς το αντίθετο: σε προσκαλεί να χαλαρώσεις, να αναπνεύσεις και να βυθιστείς στον ρυθμό. Είναι περισσότερο σαν να βουτάς σε ένα τοπίο παρά να ακούς ένα τραγούδι.

Αν ο ακροατής είναι υπομονετικός, το ταξίδι θα γίνει απρόσμενα προσιτό, επειδή το ανθρώπινο σώμα κατανοεί ενστικτωδώς τον ρυθμό και τη φωνή.

Και καταλαβαίνουμε ότι δεν το χρειάζονται όλοι. Δε θέλουμε να «προσηλυτίσουμε» κανέναν. Απλώς δημιουργούμε έναν χώρο.

Κάποιοι άνθρωποι μπαίνουν μέσα και νιώθουν σαν στο σπίτι τους. Άλλοι τον προσπερνούν. Και οι δύο αντιδράσεις είναι φυσιολογικές.

Στις 18 και 19 Μαΐου εμφανίζεστε στην Ελλάδα για δεύτερη φορά. Δεν περιμένω συνηθισμένες συναυλίες. Μια σαμανική τελετουργία είναι μάλλον πιο πιθανή. Πόσο κοντά σε μια τελετή μπορεί να είναι μια συναυλία;

Χαιρόμαστε πολύ που επιστρέφουμε, επειδή νιώσαμε μια ισχυρή σύνδεση με το κοινό!

Η μουσική μπορεί απόλυτα να δημιουργήσει έναν χώρο ο οποίος μοιάζει με τελετουργία. Όταν ένα κοινό αναπνέει μαζί, ακούει μαζί και επιτρέπει στη σιωπή και την ένταση να υπάρχουν, κάτι αλλάζει.

Στόχος μας είναι να χτίσουμε αυτόν τον χώρο μέσω του ήχου, όχι μέσω θεατρικών αξιώσεων.

Τα τύμπανα, η φωνή, τα φλάουτα, η ταλχάρπα - αυτά είναι εργαλεία που μπορούν να αλλάξουν την αντίληψη.

Αν το κοινό εισέλθει με ανοιχτότητα, η εμπειρία γίνεται κάτι περισσότερο από ψυχαγωγία: γίνεται μια στιγμή ανάμνησης. Και για εμάς, αυτή είναι η πιο ειλικρινής μορφή «Τελετουργίας» την οποία μπορούμε να προσφέρουμε στη σκηνή.

Σε ευχαριστούμε για τις στοχαστικές ερωτήσεις!

Οι Nytt Land εμφανίζονται ζωντανά στην Αθήνα τη Δευτέρα 18 Μαΐου στο Temple (Ιάκχου 17, Γκάζι) και την Τρίτη 19 Μαΐου στη Θεσσαλονίκη στο Eightball Club (Πίνδου 1, Λαδάδικα).



Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Σοφία Αντωνίου: «Το θέατρο εξακολουθεί να έχει κάτι βαθιά συλλογικό»

 


Ο Σαιξπηρικός Άμλετ συνυφαίνεται με τη Μηχανή Άμλετ του Χάινερ Μύλλερ στην παράσταση ΆΜΛΕΤ (machine), σε σκηνοθεσία-διασκευή της Σοφίας Αντωνίου, με «φόντο» έναν καταρρέοντα κόσμο. Τον δικό μας.

Η παράσταση παρουσιάζεται στο Θέατρο «Πορεία at Victoria». Συζητώντας με την σκηνοθέτρια.

Συγκαταλέγεσαι σε μια νεότερη γενιά δημιουργών, σκηνοθετώντας κυρίως θεατρικές παραστάσεις. Πώς, κατά τη γνώμη σου, οριοθετείται -αισθητικά, πολιτικά, υπαρξιακά- αυτή η γενιά και πώς αντιλαμβάνεσαι το «νέο» στην τέχνη;

Νομίζω πως κάθε προσπάθεια να οριοθετηθεί αυστηρά μια «γενιά» στην τέχνη είναι κάπως περιοριστική, γιατί οι διαδρομές, οι αναφορές και οι αγωνίες του καθενός διαφέρουν πολύ.

Παρ’ όλα αυτά, αισθάνομαι ότι οι νεότεροι δημιουργοί μεγαλώσαμε μέσα σε μια συνθήκη διαρκούς αστάθειας -οικονομικής, πολιτικής, υπαρξιακής- και αυτό αναπόφευκτα διαπερνά τη δουλειά μας.

Υπάρχει μια έντονη επίγνωση της επισφάλειας, αλλά ταυτόχρονα και μια ανάγκη να ξαναβρούμε τρόπους συλλογικότητας, να φανταστούμε κοινότητες, έστω και προσωρινές, μέσα από την τέχνη.

Αισθητικά, βλέπω μια μεγαλύτερη ελευθερία ως προς τα μέσα και τις φόρμες.

Δεν υπάρχει πια τόσο η ανάγκη να υπηρετηθεί μία «καθαρή» θεατρική γλώσσα· οι νεότεροι δημιουργοί συχνά δουλεύουμε πιο υβριδικά, συνομιλώντας με τον κινηματογράφο, τη μουσική, τις εικαστικές τέχνες ή το ψηφιακό περιβάλλον.

Ταυτόχρονα όμως, αυτή η τεράστια πληθώρα εικόνων, υλικών και πληροφοριών μέσα στην οποία υπάρχουμε μπορεί να λειτουργήσει και ως εμπόδιο.

Πολλές φορές δυσκολευόμαστε να φτάσουμε σε κάτι απλό, ουσιαστικό και καθαρό, χωρίς υπερφόρτωση ή διαρκή ανάγκη εντυπωσιασμού.

Ταυτόχρονα, θεωρώ πως ένα νέο σύμπτωμα της εποχής είναι και η εμμονή με το sold out, με την ανάγκη να «πουλήσεις», να δημιουργήσεις ένα προϊόν που θα τραβήξει άμεσα την προσοχή του κοινού.

Αυτή παρουσιάζεται συχνά ως αναγκαιότητα της αγοράς και είναι εύκολο οι καλλιτέχνες να παγιδευτούμε μέσα σε αυτή τη λογική.

Όμως πιστεύω πως ο ρόλος της τέχνης δεν είναι να υπακούει σε αυτό που θεωρείται εμπορικά επιθυμητό ή επικοινωνιακά αποτελεσματικό.

Ίσως η μεγαλύτερη ευθύνη του καλλιτέχνη σήμερα να είναι να προστατεύει έναν εσωτερικό χώρο ελευθερίας - να ακούει το ένστικτό του, τον χρόνο της δουλειάς του και την πραγματική ανάγκη πίσω από αυτό που θέλει να πει.

Όσο για το «νέο», δεν το αντιλαμβάνομαι ως εμμονή με την πρωτοτυπία ή ως ανάγκη να απορρίψουμε ό,τι προηγήθηκε.

Το νέο προκύπτει, για μένα, όταν μια μορφή ή μια αφήγηση κατορθώνει να συλλάβει κάτι αληθινό για το παρόν· όταν δημιουργεί έναν διαφορετικό τρόπο να βλέπουμε, να ακούμε ή να συνυπάρχουμε.

Μπορεί να γεννηθεί ακόμα και μέσα από ένα κλασικό κείμενο, αν αυτό φωτιστεί με έναν τρόπο που αφορά ουσιαστικά το σήμερα.




Αναμετριέσαι συχνά με αυτό που αποκαλείται «κλασική δραματουργία», είτε πρόκειται για την αρχαιοελληνική, είτε την πιο σύγχρονη. Η πρώτη παράστασή σου την οποία παρακολούθησα ήταν, εξάλλου, ο Οιδίποδας Τύραννος.

Τι αναζητάς, τι βρίσκεις, τα σε τρομάζει και τι σε λυτρώνει στα «κλασικά» κείμενα; Και πού, κυρίως, συνίστανται οι προκλήσεις στην απόδοση/διασκευή τους με μια πιο «σύγχρονη» και προσωπική ματιά;

Νομίζω πως επιστρέφω στα κλασικά κείμενα γιατί κουβαλούν κάτι βαθιά ανθρώπινο και ανοιχτό, κάτι που συνεχίζει να μας αφορά ακόμη κι όταν αλλάζουν οι εποχές, οι πολιτικές συνθήκες ή οι αισθητικές φόρμες.

Στον Οιδίποδα, για παράδειγμα, αυτό που με συγκλόνισε ήταν η αγωνία του ανθρώπου να καταλάβει ποιος είναι, ακόμα κι αν η αλήθεια τον διαλύσει. Αυτή η ανάγκη αυτογνωσίας, αλλά και η βία της γνώσης, μου φαίνονται τρομακτικά σύγχρονες.

Αυτό που με τρομάζει στα κλασικά είναι ακριβώς η αντοχή τους· το ότι επιστρέφουν διαρκώς και μας αποκαλύπτουν πλευρές του εαυτού και της κοινωνίας που θα προτιμούσαμε ίσως να μην κοιτάξουμε.

Ταυτόχρονα όμως εκεί βρίσκεται και κάτι λυτρωτικό:

H αίσθηση ότι οι ανθρώπινες αντιφάσεις, οι φόβοι, η μοναξιά, η επιθυμία, η εξουσία ή η απώλεια δεν είναι αποκλειστικά δικά μας βάρη, αλλά κάτι που διαπερνά την ανθρώπινη εμπειρία εδώ και αιώνες.

Η μεγαλύτερη πρόκληση, όταν προσεγγίζεις ένα κλασικό έργο σήμερα, είναι να αποφύγεις δύο παγίδες: από τη μία τη μουσειακή αναπαράσταση και από την άλλη μια επιφανειακή «επικαιροποίηση».

Δε με ενδιαφέρει να κάνω ένα έργο «σύγχρονο» μόνο μέσα από εξωτερικά στοιχεία ή εύκολους παραλληλισμούς με το σήμερα.

Με ενδιαφέρει περισσότερο να ανακαλύψω ποιο είναι το ζωντανό του τραύμα, το υπαρξιακό ή πολιτικό του ερώτημα, και πώς αυτό μπορεί να συναντήσει τη δική μας εποχή με ειλικρίνεια.

Αναζητάς, επίσης, και την κοινωνική διάσταση στη θεατρική δημιουργία, η οποία έχει εκφραστεί και μέσω της συνεργασίας σου με την ομάδα «Εν Δυνάμει» για την παράσταση Σχέδιο Αντιγόνη. Θα ήθελες να αναφερθείς σ’ αυτήν τη συνεργασία;

Έχω μια μακροχρόνια σχέση με την ομάδα «Εν Δυνάμει» και η επαφή μου μαζί της με έχει αλλάξει όχι μόνο ως καλλιτέχνη αλλά και ως άνθρωπο.

Η συνάντηση και η συνεργασία με άτομα με αναπηρία είναι σοκαριστικά αποκαλυπτική, γιατί σε φέρνει αντιμέτωπο με το πόσο η κοινωνία μας δεν είναι πραγματικά μια κοινωνία συμπερίληψης.

Δε βλέπεις σχεδόν ποτέ άτομα με αναπηρία στον δημόσιο χώρο· συχνά είναι κρυμμένα μέσα στα σπίτια ή σε διάφορες δομές, σαν να μην τους ανήκει ισότιμα η κοινωνική ζωή.

Αυτό που κάνει η ομάδα «Εν Δυνάμει» είναι σπουδαίο, γιατί φέρνει το κοινό σε άμεση επαφή με αυτή την πραγματικότητα, χωρίς διδακτισμό ή εύκολη συγκίνηση.

Η παράσταση Σχέδιο Αντιγόνη ήταν για μένα μια πράξη απόλυτης συμπερίληψης: πάνω στη σκηνή δεν έβλεπες ανάπηρα και μη ανάπηρα άτομα, αλλά μια κοινωνία που μάχεται απέναντι σε μια εξουσία που δεν ακούει.

Στον ΆΜΛΕΤ (machine) που παρουσιάζεται, σε σκηνοθεσία σου, στο Θέατρο «Πορεία», συνδυάζεις τον Σαιξπηρικό Άμλετ με τη Μηχανή Άμλετ του Χάινερ Μύλλερ. Ποια είναι τα σημεία σύγκλισης και απόκλισης των δύο κειμένων;

Αυτό που με συγκινεί στη συνάντηση αυτών των δύο κειμένων είναι ότι, παρότι γράφτηκαν σε τελείως διαφορετικές εποχές, μοιάζουν να συνομιλούν πάνω στην ίδια αίσθηση αδυναμίας απέναντι σε έναν κόσμο που καταρρέει.

Ο Άμλετ του Σαίξπηρ είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να δράσει, να καταλάβει την αλήθεια, να βρει μια ηθική στάση μέσα σε ένα σάπιο πολιτικό σύστημα.

Στη Μηχανή Άμλετ του Μύλλερ, αυτός ο άνθρωπος μοιάζει πλέον διαλυμένος. Η Ιστορία έχει περάσει από πάνω του και έχει αφήσει μόνο θραύσματα, ερείπια, μια αίσθηση αδυναμίας και αποσύνθεσης.

Η βασική τους απόκλιση βρίσκεται ίσως στη σχέση με την ελπίδα.

Στον Σαίξπηρ υπάρχει ακόμη η πίστη ότι η τραγωδία μπορεί να οδηγήσει σε μια μορφή κάθαρσης ή αποκάλυψης.

Στον Μύλλερ, αντίθετα, αυτή η δυνατότητα μοιάζει να έχει χαθεί. Αυτό το πέρασμα από τον άνθρωπο της τραγωδίας στον άνθρωπο των ερειπίων είναι κάτι που με απασχολεί πολύ και αισθάνομαι ότι αφορά βαθιά και τη δική μας εποχή.




«Ο Άμλετ γίνεται (...) μια ανοιχτή αναμέτρηση με τα φαντάσματά μας - τα προσωπικά, τα συλλογικά, τα ιστορικά», διαβάζω στο Δελτίο Τύπου. Ποια είναι αυτά τα «φαντάσματα» και γιατί επέλεξες τον Άμλετ για να τα αντιμετωπίσει;

Τα «φαντάσματα» στον Άμλετ δεν είναι μόνο κυριολεκτικά· είναι όλα όσα επιστρέφουν και μας στοιχειώνουν, ατομικά και συλλογικά.

Είναι οι οικογενειακές μνήμες, η βία, οι αποτυχίες της Ιστορίας, τα πολιτικά τραύματα που δεν έχουν πραγματικά επουλωθεί, αλλά και μια βαθύτερη αίσθηση ματαίωσης ή αδυναμίας που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη εποχή.

Ο Άμλετ είναι για μένα ένα πρόσωπο που βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπο με αυτά τα φαντάσματα. Δεν μπορεί να τα αγνοήσει, αλλά ούτε και να τα ξεπεράσει εύκολα.

Είναι ένας άνθρωπος που σκέφτεται, που αμφιβάλλει, που παλεύει να βρει μια αλήθεια μέσα σε έναν διαλυμένο κόσμο. Ίσως γι’ αυτό συνεχίζει να μας αφορά τόσο βαθιά.

Το σκηνικό -«γυμνό», λιτό, ίσως και σκληρό- παραπέμπει στην Έρημη Χώρα, σε έναν τόπο ρημαγμένο από μια καταστροφή που έρχεται. Πώς το δουλέψατε;

Το σκηνικό του Άμλετ είναι, για μένα, ο ψυχικός του κόσμος· ένα υπαρξιακό τοπίο που σταδιακά αποκαλύπτεται.

Με την Μαριλένα Καλαϊτζαντωνάκη, η οποία είναι σκηνογράφος, ενδυματολόγος αλλά και παραγωγός της παράστασης, δουλέψαμε πολύ πάνω στην ιδέα του ερειπίου, της αποδόμησης, της θεατρικότητας που ενυπάρχει ήδη στο ίδιο το έργο και της διαρκούς μεταμόρφωσης.

Ο Άμλετ συνεχώς μεταμορφώνεται, μεταβάλλεται· δεν είναι ποτέ σταθερός, αλλά κάθε φορά κάτι άλλο. Παίξαμε πολύ με αυτούς τους όρους του «είναι» και «φαίνεται», με το τι είναι ψέμα και τι αλήθεια, τι αποκαλύπτεται και τι αποκρύπτεται.

Ο χώρος ακολουθεί αυτή τη ρευστότητα, σαν να αλλάζει μαζί με τη συνείδηση του ίδιου του ήρωα.

Έχω την τύχη να συνεργάζομαι σταθερά με τη Μαριλένα Καλαϊτζαντωνάκη (Οιδίποδας Τύραννος, Σχέδιο Αντιγόνη, Η ζωή, τα γηρατειά και ο θάνατος μιας γυναίκας του λαού).

Μοιραζόμαστε την κοινή ανάγκη να δημιουργούμε κόσμους από το μηδέν· κόσμους με ποίηση αλλά και αλήθεια, που συνομιλούν υποσυνείδητα με το τώρα και λειτουργούν ως εμπειρία για το κοινό.

Μας συνδέει επίσης ένας κοινός ηθικός κώδικας, που αφορά και τον τρόπο δουλειάς: σεβασμό, φροντίδα, ευθύνη και ενιαίο καλλιτεχνικό όραμα.

Η Μαριλένα αναλαμβάνει και το κομμάτι της παραγωγής, ώστε να εξασφαλίζεται ένας τρόπος δουλειάς που στηρίζεται σε αυτές τις αρχές, κάτι που στην εποχή μας δεν είναι καθόλου αυτονόητο.

Είμαι τυχερή που συνεργάζομαι μαζί της και μαθαίνω πολλά από αυτήν.

Και νομίζω πως χρειάζεται να δοθεί περισσότερο φως σε γυναίκες παραγωγούς που βρίσκονται στον χώρο και αγωνίζονται να δημιουργήσουν έναν νέο τρόπο επαγγελματικής σχέσης και καλλιτεχνικής πρακτικής, αφήνοντας πίσω παγιωμένες παθογένειες του παρελθόντος.

Το καστ είναι πολυπρόσωπο και ποικιλόμορφο, τιμώντας με ουσιαστικό τρόπο τη συχνά συκοφαντημένη (αλλά και ύπουλα αφομοιωμένη/αφομοιώσιμη από την εξουσία) αρχή της συμπερίληψης. Με ποια κριτήρια επιλέχτηκαν οι ηθοποιοί;

Το κάστινγκ προέκυψε κυρίως από την ανάγκη να δημιουργηθεί μια ομάδα ανθρώπων που να μπορώ πραγματικά να συνεργαστώ και να εμπιστευτώ στη διαδικασία.

Οι ηθοποιοί αυτοί είναι άνθρωποι που εκτιμώ και θαυμάζω, όχι μόνο για το υποκριτικό τους ταλέντο, αλλά πρωτίστως για αυτό που είναι ως προσωπικότητες και για τον τρόπο που στέκονται μέσα στη δουλειά.

Η επιλογή της Οφηλίας έγινε για μένα αβίαστα, σχεδόν φυσικά, και παρ’ όλα αυτά φέρει από μόνη της μια ισχυρή πολιτική διάσταση.

Δε με ενδιαφέρει να ασχοληθούμε στο έργο με τη συμπερίληψη ως θέμα ή ως δήλωση, αλλά να την πράττουμε στην πράξη, χωρίς να την υπογραμμίζουμε ή να την εργαλειοποιούμε.

Νομίζω πως εκεί βρίσκεται και η ουσία: στο να δημιουργείται μια πραγματική συνύπαρξη πάνω στη σκηνή, χωρίς να χρειάζεται να εξηγείται διαρκώς.

Με τον Δημήτρη Καπουράνη γνωριζόμαστε από τη σχολή και η πρώτη μου δουλειά μετά την αποφοίτηση ήταν μαζί του, στο Lulu.

Από τότε του έκανα την πρόταση να συνεργαστούμε στον Άμλετ, κάτι που προέκυψε με μεγάλη φυσικότητα μέσα από αυτή τη διαδρομή εμπιστοσύνης.

Ο Δημήτρης είναι ένα σπάνιο πλάσμα με ήθος και αληθινή αγάπη για τη δουλειά. Είναι πρωταγωνιστής χωρίς να το κάνει θέμα, χωρίς να το επιβάλλει ή να το διατυμπανίζει.

Και αυτό, για μένα, είναι κάτι που δεν συναντάς συχνά στη δουλειά μας - αυτήν την ταπεινή, ουσιαστική παρουσία που στηρίζει ολόκληρη τη σκηνική διαδικασία.

Σε έναν κόσμο αποδομημένο και εν πολλοίς διαλυμένο -όπως εκείνο του Άμλετ-, μπορεί η τέχνη -και συγκεκριμένα το θέατρο- να συμβάλει στη διατύπωση μιας νέας συλλογικής αφήγησης;

Νομίζω πως σήμερα δυσκολευόμαστε όλο και περισσότερο να πιστέψουμε σε μεγάλες συλλογικές αφηγήσεις· ίσως γιατί έχουμε δει πολλές από αυτές να καταρρέουν ή να γίνονται εργαλεία εξουσίας.

Παρ’ όλα αυτά, το θέατρο εξακολουθεί να έχει κάτι βαθιά συλλογικό: ανθρώπους που συγκεντρώνονται στον ίδιο χώρο και χρόνο για να μοιραστούν μια εμπειρία. Και μόνο αυτό, σήμερα, έχει μεγάλη σημασία.

Δεν ξέρω αν η τέχνη μπορεί να προτείνει μια νέα ενιαία αφήγηση για τον κόσμο.

Ίσως, όμως, μπορεί να δημιουργήσει μικρές κοινότητες εμπειρίας, στιγμές όπου ξαναθυμόμαστε τι σημαίνει να ακούμε, να βλέπουμε και να συνυπάρχουμε πραγματικά με τους άλλους.

Για μένα, εκεί βρίσκεται ακόμη η πολιτική και η ανθρώπινη δύναμη του θεάτρου.

Είναι ήδη μεγάλο κέρδος το ότι, μετά την παράσταση, μένουμε και συζητάμε με το κοινό πάνω στα θέματα του έργου, πάνω στην ποίηση που κάθισε για λίγο πάνω από τα κεφάλια μας.

Αν έστω και ένας άνθρωπος ανοίξει τον Άμλετ ή τη Μηχανή Άμλετ για να τα διαβάσει μόνος του στο σπίτι, τότε αισθάνομαι ήσυχη και μπορώ να πάω παρακάτω.

Οι φωτογραφίες της παράστασης είναι του Ανδρέα Κανελλόπουλου.

Η παράσταση ΆΜΛΕΤ (machine), σε σκηνοθεσία-διασκευή Σοφίας Αντωνίου, παρουσιάζεται στο Θέατρο «Πορεία at Victoria» (Τρικόρφων 3-5 & 3ης Σεπτεμβρίου 69, Αθήνα) μέχρι και τις 2 Ιουνίου.



Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Ναταλία Γεωργοσοπούλου: «Δε διαχωρίζω την τέχνη από την πολιτική και τη ζωή»

 

Φανή Βοβώνη (αριστερά), Ναταλία Γεωργοσοπούλου (δεξιά)/ (Φωτογραφία: Αντωνία Κάντα)

Μια επί σκηνής κατάδυση στον κόσμο της έγκλειστης αντάρτισσας πόλεων Ουλρίκε Μάινχοφ επιχειρούν η ηθοποιός Ναταλία Γεωργοσοπούλου και η βιολίστρια Φανή Βοβώνη στην παράσταση Ulrike - Γράμματα από τη νεκρή πτέρυγα.

Συνομιλώντας με την Ναταλία Γεωργοσοπούλου με αφετηρία την εξαιρετική αυτή δουλειά, η οποία παρουσιάζεται στο Θέατρο Φούρνος μέχρι και τις 13 Μαΐου.

«Τα όπλα της κριτικής δεν μπορούν, βέβαια, να αντικαταστήσουν την κριτική των όπλων», έγραφε ο Καρλ Μαρξ στην εισαγωγή της Συμβολής στην Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου.

Ποιο είναι το, πρωτίστως υπαρξιακό και δευτερευόντως πολιτικό, «κατώφλι» που χρειάζεται να διαβεί ένας άνθρωπος προκειμένου να υπερβεί το πλαίσιο της τυπικής νομιμότητας, με ό,τι μια τέτοια επιλογή συνεπάγεται;

Γράφει η Ουλρίκε Μάινχοφ, το 1968 λίγο καιρό πριν περάσει στην παρανομία με τη RAF, στο περιοδικό Konkret:

«Διαμαρτυρία είναι όταν λέω πως αυτό και αυτό δε μου αρέσει. Αντίσταση είναι όταν φροντίζω αυτό που δε μου αρέσει, να μη συνεχιστεί. Η διαμαρτυρία είναι όταν αρνούμαι να αποδέχομαι κάτι. Η αντίσταση είναι όταν βεβαιώνομαι ότι όλος ο κόσμος επίσης παύει να το αποδέχεται».

To άρθρο της είχε τίτλο Από τη Διαμαρτυρία στην Αντίσταση. Δύο χρόνια μετά, η Μάινχοφ πήδηξε κυριολεκτικά και μεταφορικά από το παράθυρο της ως τότε ζωής της για να διεκδικήσει μια άλλη- ελεύθερη ζωή.

Η Ουλρίκε Μάινχοφ, την οποία ενσαρκώνεις με ένταση και συνέπεια στην παράσταση Ulrike - Γράμματα από τη νεκρή πτέρυγα, υπήρξε ένας τέτοιος άνθρωπος.

Τι, επομένως, σε εμπνέει, σαγηνεύει ή/και τρομάζει στην Μάινχoφ ως άνθρωπο, ριζοσπαστικό πολιτικό υποκείμενο και σκηνικό χαρακτήρα, 50 χρόνια μετά τη δολοφονία της στα κρατικά κολαστήρια του Στάμχαϊμ;

H Oυλρίκε Μάινχοφ έζησε τα παιδικά της χρόνια τη θηριωδία του ναζισμού. Έπειτα πολιτικοποιήθηκε και έγινε μαχόμενη δημοσιογράφος με έντονη παρουσία στα αντιπολεμικά κινήματα της εποχής. Στη συνέχεια, πέρασε στην παρανομία με τη RAF.

Βλέπει κάποιος την πορεία ενός ανθρώπου που φέρει το τραύμα του πολέμου και αναζητά μια άλλη συνθήκη ζωής, προσπαθώντας με κάθε μέσο να μην επαναληφθούν τα εγκλήματα του παρελθόντος. Αναζητά ένα παρόν και ένα μέλλον.

Στο τέλος, φυλακίζεται σε ειδικά κελιά, λευκά και ηχομονωμένα, βιώνοντας την πλήρη αισθητηριακή απομόνωση. Μέσα σ’ αυτήν τη συνθήκη η ενέργειά της για αντίσταση επιβιώνει.

Από το 1968 που έγραψε τη φράση την οποία προανέφερα μέχρι το 1976, που δολοφονείται, η αντίσταση την χαράσσει και την διαπερνά.

Στα γράμματά της βλέπεις την πίστη, τη δύναμη ενός ανθρώπου ο οποίος, ακόμα και όταν το σώμα τον εγκαταλείπει, η ψυχή και η σκέψη συγκροτείται για να κρατήσει την ιδεολογία.

Η επιστολογραφία της, στην οποία βασίζεται η παράσταση, μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά. Γιατί, ως δημιουργική ομάδα, επιλέξατε να καταπιαστείτε με το συγκεκριμένο κείμενο;

Τα γράμματά της, που μεταφράσαμε ο Σάββας Στρούμπος, η Φανή Βοβώνη κι εγώ, δεν είναι απλώς προσωπικές εξομολογήσεις ή πολιτικά ντοκουμέντα.

Οι λέξεις, οι φθόγγοι, οι σκέψεις, τα συναισθήματα, οι ήχοι αποτελούν, όπως έλεγε ο Σάββας στις πρόβες, μια σύγχρονη υπαρξιακή και ιστορική τραγωδία.

Τα έντονα βιώματα τα οποία βάζει στο χαρτί μάς κινητοποίησαν να μεταφράσουμε το υλικό και να το μεταφέρουμε στην σκηνή, σε μια παράσταση όπου ο λόγος, η μουσική, το σώμα προσπαθούν να αποκαλύψουν τις εσωτερικές διαδρομές ενός ανθρώπου που βιώνει την ακραία συνθήκη της πλήρους απομόνωσης των αισθήσεων.

Ενός ανθρώπου ο οποίος διατηρεί την ενέργεια για σκέψη, για δράση, για αντίσταση όταν το σώμα καταρρέει.

Δεν προσπαθούμε να αναπαραστήσουμε την Ουλρίκε Μάινχοφ επί σκηνής, η ζωή μάς υπερβαίνει.. Προσπαθούμε μέσω της ποιητικής να φέρουμε στο θέατρο τους ψυχικούς κραδασμούς μιας ανυπότακτης επαναστάτριας.

Γιατί η γραφή αποτελεί -ή μπορεί να αποτελέσει- «σανίδα σωτηρίας» σε καταστάσεις εγκλεισμού -πολύχρονου ή μη-, όπως συχνά έχουμε δει να συμβαίνει ανά τους αιώνες σε περιπτώσεις πολιτικών κρατουμένων, ίσως και όχι μόνο;

Σε συνθήκες απομόνωσης, όπου δε βλέπεις κανέναν και δεν ακούς τίποτα, η ενέργεια της γραφής φαντάζομαι είναι μια κάποια ανακούφιση.

Γράφοντας το ανείπωτο, πρέπει να είναι μια μορφή ενεργοποίησης και αντίστασης της σκέψης από τον εκάστοτε μηχανισμό ο οποίος συντρίβει τον κρατούμενο.

O μονόλογος είναι ένα θεατρικό είδος με ιδιαίτερες απαιτήσεις τόσο από τον/την ηθοποιό, όσο και από το εκάστοτε κοινό. Ποιες είναι οι κύριες προκλήσεις με τις οποίες κλήθηκες να αναμετρηθείς στη συγκεκριμένη παράσταση;

Θα έλεγα πως η παράσταση είναι ένα υβρίδιο θεάτρου, περισσότερο σαν σκηνική εγκατάσταση. Στη σκηνή είμαστε η Φανή Βοβώνη που παίζει βιολί και εγώ.

Ο λόγος και η μουσική, από κοινού, επιχειρούν ένα ταξίδι καταβύθισης στον κόσμο των γραμμάτων της Ουλρίκε Μάινχοφ. Αυτό το οποίο δεν μπορεί να πει ο λόγος έρχεται να το πει το βιολί και εκεί που το βιολί δεν είναι αρκετό είναι ο λόγος.

Είμαστε 2 ερμηνεύτριες οι οποίες προσπαθούμε με κάθε μέσο να υπερβούμε την κανονική συνθήκη χρήση της γλώσσας. Θα έλεγα, επομένως, ότι δεν πρόκειται για μονόλογο.


Φανή Βοβώνη (αριστερά), Ναταλία Γεωργοσοπούλου (δεξιά)/ (Φωτογραφία: Αντωνία Κάντα)



Επί σκηνής, συνυπάρχετε, λοιπόν, με την Φανή Βοβώνη, υπεύθυνη για την πρωτότυπη μουσική, τη μουσική δραματουργία και βιολίστρια. Για μια παράσταση στα όρια του «θεάτρου δωματίου» το βιολί μοιάζει ιδανικό.

Γιατί προτιμήθηκε;

Προσωπικά, το βιολί είναι το αγαπημένο μου όργανο, επειδή μου θυμίζει τις συχνότητες που μπορεί να πιάσει ένας άνθρωπος, από πολύ υψηλές τονικότητες ως μπάσες.

Επίσης, είναι ένα όργανο το οποίο πρέπει να εφαρμόσει στο σώμα του μουσικού, δεν τοποθετείται στον χώρο. Είναι ελεύθερο.

Όταν με τον Σάββα Στρούμπο συζητούσαμε για την μορφή της παράστασης, εκείνος πρότεινε ως μουσικό επί σκηνής την Φανή, λόγω της μουσικής της δεινότητας και λόγω της σωματικότητας που φέρει με το βιολί.

Έπειτα, μάθαμε πως η Ουλρίκε Μάινχοφ έπαιζε βιολί και ήταν λίγο πριν το σπουδάσει.

Μια συγκυρία πραγμάτων μας οδήγησαν στην παράσταση να υπάρχει μια βιολίστρια επί σκηνής όπου με απολύτως ενσώματο τρόπο διαμορφώνει τον ηχητικό κόσμο της παράστασης.

Το σκηνικό είναι αφαιρετικό, λιτό, σχεδόν γυμνό. Λευκό χρωματικά -για να συμβολίσει την αισθητηριακή απομόνωση του «λευκού κελιού»-, με λίγα διάσπαρτα αντικείμενα εδώ κι εκεί.

Πόσο αναγκαία είναι για σένα η λιτότητα των αφηγηματικών μέσων;

Σε μια παράσταση όπου το κείμενο είναι τόσο δυνατό, καταιγιστικό, υπάρχει ανάγκη να βρεθούν μέσα ποιητικά για να ανοίξουν τον χρόνο και τον χώρο.

Η λευκή σκηνική εγκατάσταση, την οποία έχει επιμεληθεί η Κατερίνα Σωτηρίου, είναι σαν τον λευκό καμβά όπου όλα είναι δυνατά: το σώμα μπορεί να ραγίσει, το στόμα να κραυγάσει, το βιολί να κινηθεί σε αλλόκοτους δρόμους.

Έπειτα το κοστούμι  φέρει μια σκηνική ποιητική. Δεν υπάρχει ταύτιση νατουραλιστική. Το κοστούμι μοιάζει σαν γάζα ή ένα κουρέλι που καλύπτει το πληγωμένο σώμα.

Το σώμα μένει έκθετο σε μια τέτοια συνθήκη, γίνεται φορέας μνήμης του βασανιστηρίου της λευκής απομόνωσης.

Δε θέλουμε να κρύψουμε τίποτα, επιθυμούμε όλα να είναι φανερά, σαν κάποιος να χαράκωσε κάποιον και αυτός αιμορραγεί με ανοιχτές πληγές.

Οτιδήποτε άλλο θα ήταν συγκάλυψη ενός βασανιστηρίου που στόχο είχε τη σωματική και ψυχική εξόντωση του κρατούμενου.

«Το ζήτημα δεν είναι να κάνουμε πολιτικές ταινίες, αλλά να κάνουμε ταινίες πολιτικά», υποστήριζε ο Γκοντάρ. Πώς εμπεριέχεται το πολιτικώς πράττειν στο modus operandi σου ως καλλιτέχνιδας;

Και πόσο απαραίτητη είναι η επαναπολιτικοποίηση της τέχνης σε μια εποχή κατά την οποία οι εξουσιαστικές ελίτ -ακόμα και οι καλλιτεχνικές- θα προτιμούσαν οι καλλιτέχνες/καλλιτέχνιδες να μην παίρνουν πολιτική θέση δημοσίως;

Οι παραστάσεις που έχουν γίνει με την Ομάδα «Άλας», της οποίας είμαι ιδρυτικό μέλος, είναι όλες ανεξάρτητες, χειροποίητες.

Η επιθυμία για δημιουργία, ανεξάρτητα από το αν οι οικονομικές συνθήκες για να πραγματοποιηθεί η παράσταση είναι ευνοϊκές ή όχι, είναι από μόνη της πολιτική πράξη.

Προσωπικά, δε διαχωρίζω την τέχνη από την πολιτική, από την καθημερινότητα και από τη ζωή. Αυτό θα οδηγούσε σε έναν διαιρεμένο άνθρωπο ο οποίος ανάλογα με πού βρίσκεται, πράττει.

Είναι σημαντικό να δημιουργούμε τη ζωή με γνώμονα το αν η καρδιά μας χτυπάει πραγματικά γι’ αυτό το οποίο κάνουμε. Αν διατηρούμε την ενέργεια της δημιουργίας στην τέχνη, αυτό για μένα είναι πολιτικό.

Ο τρόπος σκέψης, και όχι η θεματολογία, είναι πολιτική. Είναι πράξη ζωής. Έλεγε ο Νίκος Παπατάκης:

«Σε αναζήτηση μιας κραυγής ικανής να εκφράσει όλον τον πόνο, όλη την εξέγερση των βασανισμένων του κόσμου... οι χαρακτήρες βρίσκονται σε μια κατάσταση όπου δεν μπορούν παρά να εξεγερθούν».

Οι καλλιτέχνες παίρνουν θέση δημοσίως με το έργο τους. Πολλές φορές, αν κάποιος εκφράζεται περισσότερο δημόσια για την πολιτική, δηλώνει τον μικρό βαθμό πολιτικής του συνείδησης.

Ο καλλιτέχνης είναι σημαντικό να φέρει μια ησυχία για να ακούει, όχι θόρυβο με λόγια εκτός της τέχνης.

Η παράσταση Ulrike - Γράμματα από τη νεκρή πτέρυγα, με συμπρωταγωνίστριες τις Ναταλία Γεωργοσοπούλου και Φανή Βοβώνη, παρουσιάζεται στο Θέατρο Φούρνος (Μαυρομιχάλη 168, Νεάπολη Εξαρχείων).

Μέρες και ώρες παραστάσεων: Δευτέρα έως Τετάρτη, 4, 5, 6, 11, 12 και 13 Μαΐου.