Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Ντορτζί Ντζαλτζιρέεβ: «Όλα όσα με περιβάλλουν αποτελούν μια πύλη προς την ανακάλυψη»

 


Καταγόμενος από την Καλμικία και γράφοντας στα ρωσικά, ο Ντορτζί Ντζαλτζιρέεβ είναι ένας ποιητής το έργο του οποίου εξερευνά το ιστορικό τραύμα, τη γλωσσική απώλεια και τις αποσιωπημένες ταυτότητες.

Με αφορμή το πλήρες αφιέρωμα στο έργο του, το οποίο δημοσιεύεται στο τρέχον τεύχος του περιοδικού ποίησης Τεφλόν, είχαμε μαζί του μια εκτενή συζήτηση.

Πριν εμβαθύνω στο έργο σου χάρη στο άρθρο της Ξένιας Καλαϊτζίδου στο τρέχον τεύχος του περιοδικού ποίησης Τεφλόν, δυστυχώς αγνοούσα την ίδια την ύπαρξη της Καλμικίας -του τόπου γέννησής σου, καθώς και την Ιστορία και τις παραδόσεις της.

Σε ποιον βαθμό και με ποιους τρόπους η ποίησή σου αντλεί έμπνευση από/αποκαθιστά/δικαιώνει την ποικιλόμορφη/περίπλοκη καλμύκικη εμπειρία και τα τραύματα, προσωπικά και συλλογικά;

Η ποιητική μου, ίσως και εμμέσως, βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην κατανόηση της ιστορικής πορείας του λαού των Καλμίκων (τουλάχιστον της σχετικά πρόσφατης), καθώς και των γεγονότων και των τραυμάτων που αναγκάστηκαν να υποστούν.

Με σκοπό, ωστόσο, να κατανοήσω πώς αυτά μεταβάλλουν το μέλλον μας.

Μου φαίνεται ότι η έλλειψη στοχασμού οδηγεί σε συμπεράσματα -ακόμη και στον χώρο της τέχνης- είναι επιζήμια για τον πολιτισμό του λαού, ιδίως σε μια περίοδο πιθανής αφομοίωσης.

Όπως πολλοί Καλμίκοι, χρειάστηκε να αντιμετωπίσω από την παιδική μου ηλικία τον αβάσταχτο πόνο των συνεπειών του ιστορικού τραύματος, καθώς και τη συνείδηση ​​της αδικίας και των άλυτων συγκρούσεων της καλμίκικης ταυτότητας:

Η Πορεία της Σκόνης - η μετεγκατάσταση τμήματος των Καλμίκων στην Κίνα το 1771 λόγω της πίεσης από τη Ρωσική Αυτοκρατορία, ο Εμφύλιος Πόλεμος (1917-1922) και η μετέπειτα μετανάστευση τμημάτων του λαού των Καλμίκων·

Ο Λιμός στην περιοχή του Βόλγα (1920), η κολεκτιβοποίηση στην Καλμίκία (τέλη δεκαετίας του 1920 - δεκαετία του 1930), ο Λιμός του 1932-1934, η συμμετοχή των Καλμίκων στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η περίοδος της σοβιετικής κυριαρχίας και η δεκαετία του 1990 στο πλαίσιο της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Αξίζει να μνημονευθεί η πιο φρικτή τραγωδία, η οποία κυριολεκτικά κατέστρεψε τον τρόπο ζωής των Καλμίκων: ο δόλιος εκτοπισμός του λαού των Καλμίκων (1943-1950).

Σύμφωνα με διάφορες πηγές, περισσότεροι από 40.000 από τους 97.000-98.000 Καλμίκους που εκτοπίστηκαν στη Σιβηρία μεταξύ 1943 και 1950 έχασαν τη ζωή τους.

Αναμφίβολα, οι πιο τρομερές συνέπειες αυτών των γεγονότων γίνονται αισθητές στους απογόνους (τις γενιές των γονιών μου, τους συγχρόνους μου και τις μεταγενέστερες γενιές).

Αυτήν τη στιγμή, η γλώσσα των Καλμίκων -ένα ζωτικό πολιτισμικό στοιχείο του λαού, άρρηκτα συνδεδεμένο με τον νομαδικό τρόπο ζωής τους- βρίσκεται στα πρόθυρα της εξαφάνισης.

Η ανεργία είναι εκτεταμένη και βρίσκεται σε εξέλιξη μαζική φυγή των νεαρών Καλμίκων προς τα μεγάλα αστικά κέντρα της Ρωσίας.

Οι σοβαρές συνέπειες, φυσικά, εκδηλώνονται με την επανάληψη των τραγικών γεγονότων της 24ης Φεβρουαρίου 2022, τα οποία πυροδότησαν εκ νέου αναταραχή μεταξύ των νεαρών Καλμίκων. Ο κόσμος έχει αλλάξει, έχει γίνει ένας κόσμος.

Ο στοχασμός πάνω σε αυτά τα γεγονότα με οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η ποιητική μου εμπειρία οφείλει να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ανασυναρμολόγηση της ταυτότητάς μου, καθώς και στην αναζήτηση τρόπων για τη διαφύλαξη του πολιτισμού του λαού μου και την υπέρβαση των διαιρέσεων μεταξύ των Καλμίκων (συμπεριλαμβανομένης της περιόδου μετά το 2022).

Αρχικά, δυσκολεύτηκα αρκετά να διαμορφώσω την ποιητική μου, καθώς δεν είχα ξεπεράσει την πιο κλασική δομή των ποιητικών κειμένων ώστε να αρχίσω αμέσως να γράφω σε μια πιο ελεύθερη και λιγότερο τυποποιημένη μορφή.

Αυτό, στην πραγματικότητα, προκάλεσε σκεπτικισμό και παρερμηνείες, καθώς δεν αξιοποίησα άμεσα στοιχεία του πολιτισμικού κώδικα των Καλμίκων - πρακτική τυπική για τη συγκρότηση των «εθνικών λογοτεχνιών» κατά τη σοβιετική περίοδο (όπως, για παράδειγμα, η χρήση της λαογραφίας, της Ιστορίας του τόπου και των ανθρώπων του κ.λπ.)

Θα ήθελα να θεωρήσω πως η ποιητική μου «διαμορφώθηκε» ειδικότερα εντός της λογοτεχνικής κοινότητας των Καλμίκων, ώστε να μπορέσει τελικά να υπερβεί άλλα αρνητικά χαρακτηριστικά, όπως η εθνική εξωτικοποίηση.

Σε αυτήν την περιοχή άρχισα να συνδέομαι ουσιαστικά με τον πολιτισμό των Καλμίκων και τη συλλογική μνήμη του λαού.

Στόχος μου είναι να εκφράσω και να μεταδώσω πλήρως την αίσθηση της ταυτότητάς μου ως εκπροσώπου της εθνοτικής ομάδας των Καλμίκων, εξερευνώντας τη δημιουργία νέων μορφών και μοναδικών εμπειριών οι οποίες -τολμώ να πω- θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη συμβολή μου στην ανάπτυξη της νέας καλμίκικης ποίησης.

Μέσα στον διαρκή πειραματισμό και τη συνακόλουθη εξέλιξη των μορφών τέχνης, παρατηρώ αντίσταση στην αφομοίωση και στην αποικιοκρατική νοοτροπία.

Το δημιουργικό μου έργο αποσκοπεί επίσης στο να στηρίξει τους Καλμίκους ποιητές και να δημιουργήσει οριζόντια δίκτυα συνεργασίας μεταξύ καλλιτεχνών για αλληλεπίδραση και αμοιβαία βοήθεια, ώστε, μέσα από τις κοινές μας προσπάθειες, να εμπλουτίσουμε τον πολιτισμό των Καλμίκων και να δημιουργήσουμε κάτι καινούργιο.

Ειδικότερα, η ποίηση συνιστά την ανάδυση νέων συνδέσεων -έμμεσων ή και προηγουμένως ανύπαρκτων-, οι οποίες επηρεάζουν θετικά τη διαδικασία διατήρησης και ανάπτυξης του πολιτισμού, διότι, όταν επιχειρείς να δημιουργήσεις κάτι καινούργιο, επιλύεις παράλληλα παλαιά προβλήματα.

Σε ποιον βαθμό έχει μετατοπιστεί ή επαναξιολογηθεί το επίκεντρό της, από τη στιγμή κατά την οποία μετακόμισες από την περιφέρεια (Ελίστα) στη μητρόπολη (Αγία Πετρούπολη);

Δε νομίζω ότι οι προτεραιότητές μου έχουν αλλάξει καθόλου, καθώς η ζωή μου στην Αγία Πετρούπολη καθορίζεται αποκλειστικά από τη δυνατότητα να βγάζω τα προς το ζην, εφόσον είναι πολύ δύσκολο να βρει κανείς δουλειά στην Καλμικία και η λογοτεχνία δεν εξασφαλίζει σταθερό εισόδημα.

Έχω μεγάλη εμπειρία στη μετεγκατάσταση σε διάφορες πόλεις και χώρες, αλλά πάντα επέστρεφα στην πατρίδα.

Η ανατροφή μου στην Καλμίκία -ίσως λόγω του χαρακτήρα, της εμπειρίας και της προσωπικότητάς μου- ήταν αρκετά απομονωμένη. Δεν ήμουν ιδιαίτερα κοινωνικός και δεν έβρισκα κατανόηση ούτε στους συνομηλίκους μου, ούτε στη μεγαλύτερη γενιά.

Δυστυχώς, δεν υπήρχαν ευκαιρίες για τη μελέτη της ποίησης -εννοώ μαθήματα δημιουργικής γραφής-, πόσο μάλλον για την εξάσκηση σε αυτήν, οπότε αναγκάστηκα να αναζητήσω όλες τις πληροφορίες στα τυφλά.

Ίσως αυτή η εμπειρία να αποδείχθηκε αρκετά χρήσιμη για μένα.

Τούτου δοθέντος, μπορώ να πω ότι η τοποθεσία μου δεν επηρεάζει ιδιαίτερα τα ιδανικά μου, ειδικά από τη στιγμή κατά την οποία είναι δυνατή η υλοποίηση έργων, η αλληλεπίδραση και η επικοινωνία εξ αποστάσεως.

Με ποια έννοια θεωρείς τον εαυτό σου «απο-αποικιακό» ποιητή και ακτιβιστή στο σύγχρονο ρωσικό πλαίσιο;

Η απο-αποικιοποίηση στο πλαίσιο της ποιητικής μου πρακτικής επιδιώκει κυρίως την ανάπτυξη ενός νέου μοντέλου γραφής που απομακρύνεται από την παράδοση των σοβιετικών «εθνικών λογοτεχνιών» και υπερβαίνει την ιστορικά εδραιωμένη συγκέντρωση της λογοτεχνικής διαδικασίας στη Ρωσία - μια διαδικασία προηγουμένως εντοπιζόμενη κατά κύριο λόγο στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Μιας και θεωρώ τον εαυτό μου Καλμίκο ποιητή -αν και γεννήθηκα σε ρωσόφωνη οικογένεια και χρησιμοποιώ κυρίως τη ρωσική γλώσσα για την ποίηση και την καθημερινή επικοινωνία-, ένα σημαντικό μέρος της απο-αποικιοκρατικής μου στάσης είναι η άμεση απόρριψη κάθε μορφής «μεγάλης ρωσικής κουλτούρας» στην τέχνη, και η παράλληλη ανάπτυξη και διαμόρφωση μιας ποιητικής οπτικής εδραζόμενης στην καλμίκικη ταυτότητα.

Μελετώ επίσης τη μητρική μου γλώσσα και ασχολούμαι με την ποίηση στη γλώσσα των Καλμίκων.

Το γεγονός αυτό εκφράζει περαιτέρω την πρόθεσή μου να αντισταθώ στην αφομοίωση - μια διαδικασία που εντείνεται καθώς μειώνεται ο αριθμός των μαθημάτων στις γλώσσες των λαών της Ρωσικής Ομοσπονδίας, αλλάζει το καθεστώς αυτών των γλωσσών στα σχολεία σε «προαιρετικό» και ενισχύεται η πολιτισμική περιθωριοποίηση, εν μέσω της ανόδου δεξιών και μιλιταριστικών κινημάτων στη Ρωσία.

Αυτήν τη στιγμή, στη ρωσόφωνη λογοτεχνική σκηνή είναι πολύ δύσκολο -αν όχι αδύνατο- για τους εκπροσώπους διαφόρων λαών της Ρωσίας (χωρίς να βρίσκονται σε μεταναστευτική κατάσταση) να εκφραστούν χωρίς κρατικές κυρώσεις.

Η λογοτεχνία στις περιφέρειες, σε σχέση με τους θεσμούς, φαίνεται να βρίσκεται σε δύσκολη θέση· σε πολλές δημοκρατίες δεν υπάρχουν λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ δεν παρέχεται ούτε κρατική ούτε μη κρατική στήριξη.

Με αυτό κατά νου, καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια για να στηρίξω και να βοηθήσω τους ποιητές και τις ποιήτριες που προέρχονται από τους λαούς της Ρωσίας να αναδείξουν την παρουσία τους, να εξελιχθούν και να μεταδώσουν τη φωνή τους μέσω της ποίησης σε όλους (συμπεριλαμβανομένων εκείνων οι οποίοι αρνούνται την ύπαρξή μας), καθώς γνωρίζω από προσωπική εμπειρία την ξενοφοβία που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι από τους λαούς της Ρωσίας.

Φυσικά, η απο-αποικιοποίηση δε συνεπάγεται το μη αναστρέψιμο του αυτονομιστικού κινήματος -το οποίο, παρεμπιπτόντως, δεν οδηγεί πάντα σε πραγματική ανεξαρτησία από τη μητρόπολη-, αλλά μάλλον την πρόθεση κατοχύρωσης του δικαιώματος στον αυτοπροσδιορισμό της ζωής και στην επίτευξη αυτονομίας στη λήψη αποφάσεων, με γνώμονα τα ιδεώδη που υπερασπίζομαι:

Συγκεκριμένα, το δικαίωμα διατήρησης και ανάπτυξης της κουλτούρας του τόπου καταγωγής.

Θεωρώ ότι το μοναδικό μέλλον για τους καλλιτέχνες προερχόμενους από τους λαούς της Ρωσίας έγκειται στην αναζήτηση στήριξης αποκλειστικά μέσα από την κοινότητα, την αλληλεγγύη και την αμοιβαία βοήθεια. Τίποτα για εμάς χωρίς εμάς.

Αναγνωρίζω επίσης τη μεγάλη αξία του θετικού αντίκτυπου που μπορεί να έχει η ποίηση στους ανθρώπους.

Μαζί με άλλους ποιητές έχουμε διοργανώσει φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, τα έσοδα των οποίων διατέθηκαν για την ενίσχυση θυμάτων καταστολής, προσφύγων, απόρων, επιζωσών σεξουαλικής βίας και άλλων ευάλωτων ομάδων.

Μοιράζομαι έναν στόχο -όπως και άλλοι οι οποίοι συμμερίζονται το πνεύμα μου- να αλλάξω την ενίοτε άδικη, και κάποτε ακόμη και τρομακτική, τάξη των πραγμάτων, παρά την προφανή μου ευαλωτότητα.

Η ποίησή σου θεωρείται πειραματική/πρωτοποριακή και είναι, ως επί το πλείστον, ερμητική και δυσπρόσιτη.

Πώς ορίζεις τον «πειραματισμό» στις μέρες μας τόσο σε δομικό/υφολογικό επίπεδο, όσο και ως προς το περιεχόμενο; Είναι εγγενώς πολιτικός;

Η ποιητική εξέλιξη της γραφής μου ξεκίνησε αμέσως με μορφές πιο ελεύθερες και διαισθητικές, καθώς έγραφα χωρίς να σκέφτομαι ότι θα έβλεπε ποτέ κάποιος τα γραπτά μου, οπότε πειραματιζόμουν διαρκώς.

Εκείνη την εποχή, θα μπορούσε κάποιος να πει με βεβαιότητα πως το έργο μου ήταν αποπολιτικοποιημένο.

Απολάμβανα τη διαδικασία του να κατασκευάζω και να κατασκευάζομαι παράλληλα με το κείμενο, δουλεύοντας με τις αμέτρητες δυνατότητές του, διαισθανόμενος τη δική μου περιστασιακή δυναμική, κατανοώντας ότι η έλλειψη προσανατολισμού (οποιουδήποτε) σώματος συνιστά την απουσία τρωτότητάς του.

Πριν αρχίσω να ασχολούμαι άμεσα με την ποίηση, προσπαθούσα να μαθαίνω από κάθε χειρονομία, κάθε σημασία και κάθε προαίσθημα.

Ανακαλώντας μία από τις εμπειρίες μου στην αλληλεπίδραση με ένα κείμενο, ένιωσα μια στιγμιαία αίσθηση απόλυτης έντασης.

Σαν τη στιγμή ακριβώς πριν συμβεί κάτι, όταν ο χώρος είτε γεννά ένα συμβάν, είτε αναδεικνύει το πιθανό (εκείνο που προηγουμένως ήταν αδύνατο).

Αισθάνομαι ότι αυτή η διαδικασία, η οποία φαινομενικά ανήκει στο παρελθόν, βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη, χωρίς ποτέ να φτάνει στη λογική της κατάληξη.

Το ίδιο νιώθω και για τα άλλα μου κείμενα.

Κάθε κείμενο έχει το δικό του όραμα, σαν αποτύπωμα ή σαν τον αμφιβληστροειδή του ματιού -που μοιάζει να αναδύεται από τον βυθό των νερών, μολυσμένο από την ιστορία μιας διάστασης (εκείνης όπου βρισκόμαστε εσύ κι εγώ).

Αυτή η αίσθηση (του οράματος) τρεμοπαίζει μέσα μου σαν κόσμοι ξεχωριστοί.

Ίσως κάποιοι βρίσκουν απωθητική την ενασχόληση με μια γραφή ερμητική και επικεντρωμένη στο κείμενο, αλλά πιστεύω πως μοιάζει με τη φροντίδα μιας μαύρης τρύπας στο περβάζι, πλάι στα φυτά εσωτερικού χώρου:

Αν απομακρυνόταν, το δωμάτιο ίσως να φάνταζε πραγματικά άδειο.

Με άλλα λόγια, δεν αντιλαμβάνομαι την ερμητική γραφή ως κάτι ριζικά κλειστό. Ίσως, μάλλον το αντίθετο, είναι ριζικά ανοιχτή, εφόσον η πρόσβαση σε αυτήν απαιτεί ευέλικτη σκέψη, ελεύθερο συνειρμό κ.ο.κ.

Στην αρχή της συζήτησής μας, αναφέρθηκα στο πλαίσιο της δημιουργίας νέων εμπειριών, και θεωρώ αυτόν τον πρωταρχικό στόχο της ποιητικής μου γραφής σε σχέση με τον πειραματισμό.

Παλαιότερα, αντιλαμβανόμουν τον πειραματισμό ως μια ορισμένη ευαισθησία, ένα αίσθημα το οποίο βασιζόταν περισσότερο σε μυθολογικές αρχές.

Τώρα, καθώς με την πάροδο του χρόνου κατανοώ εκ νέου αυτήν τη διαδικασία, αντιλαμβάνομαι ότι πρόκειται για μια καθαρά πολιτική χειρονομία.

Στη δική μου περίπτωση, ο πειραματισμός αποτελεί τη βάση για την ανασύνθεση και την οικοδόμηση μιας εθνικής ταυτότητας - μια προσπάθεια εξίσωσης των μη ανθρώπινων δρώντων και υπέρβασης του ανθρωποκεντρισμού και του μιλιταρισμού και αντιμετώπισης κοινωνικών ζητημάτων.

«Το να γράψει σήμερα ένας Καλμίκος ποιητής με σύγχρονο τρόπο αποτελεί πολλαπλή πρόκληση, διότι καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην επιβεβλημένη ρωσική γλώσσα και στη μητρική του, της οποίας η φυσική εξέλιξη έχει διαρραγεί βίαια», σημειώνει η Καλαϊτζίδου.

Πώς ανταποκρίνεσαι σε αυτήν την πρόκληση και πώς τελικά λύνεις αυτόν τον «Γόρδιο δεσμό»;

Προς το παρόν, δε βλέπω άλλη λύση για τη δική μου περίπτωση από το να γράφω με τρόπο απο-αποικιακό -όπως εγώ τον αντιλαμβάνομαι-, αντιστεκόμενος στην επιβολή και την περιθωριοποίηση οποιουδήποτε «μεγάλου πολιτισμού».

Να γράφει, δηλαδή, κάποιος ενσωματώνοντας και αναπτύσσοντας την προσωπική και εθνική του ταυτότητα, μεταβαίνοντας σταδιακά στη μητρική του γλώσσα.

Αυτό απαιτεί σημαντικό χρόνο, στενούς δεσμούς εντός της κοινότητας και ανταλλαγή εμπειριών μεταξύ όλων των δημιουργικών ανθρώπων, των φιλολόγων και άλλων μελετητών, ανεξάρτητα από την εθνική τους καταγωγή.

Η πολιτισμική ανάπτυξη προϋποθέτει τη συλλογική συμμετοχή.

Το κύριο σημείο το οποίο θα ήθελα να τονίσω είναι ότι πρέπει να αποφεύγουμε τις συγκρούσεις και τις αμοιβαίες κατηγορίες σχετικά, ας πούμε, με τους ρωσόφωνους εκπροσώπους διαφόρων λαών και εκείνους που ομιλούν τη μητρική τους γλώσσα.

Πάντα έβλεπα και εξακολουθώ να βλέπω τη θεμελίωση της ταυτότητας ως τη βάση για την αλλαγή αυτής της κατάστασης.

Η μετάφραση του έργου σου αποτελεί επίσης πρόκληση. Διατηρείς στενή σχέση με τους μεταφραστές σου; Πώς ήταν η συνεργασία με την Ξένια Καλαιτζίδου;

Είναι αλήθεια. Πιστεύω ότι τα κείμενά μου είναι πολύ δύσκολο να μεταφραστούν, γι' αυτό και είμαι βαθύτατα ευγνώμων σε όλους όσοι μπόρεσαν να τα μεταφράσουν.

Πρόκειται για μια δύσκολη, συλλογική διαδικασία (θεωρώ τη λογοτεχνική μετάφραση μορφή συλλογικής γραφής), και η ίδια η δυνατότητα μετάφρασης των κειμένων μου αναδεικνύει τις εξαιρετικές ικανότητες και το ταλέντο των μεταφραστών.

Χαίρομαι που έχω γνωρίσει τέτοιους ανθρώπους και ελπίζω πως θα συνεχίσω να τους συναντώ στη ζωή μου.

Η Ξένια Καλαϊτζίδου είναι μια πολύ ευαίσθητη, επαγγελματίας και υπέροχη μεταφράστρια! Την εμπιστεύομαι απόλυτα, γι’ αυτό και δεν παρενέβην στη διαδικασία, αλλά ήμουν πάντα πρόθυμος να βοηθήσω και να απαντήσω σε ερωτήσεις.

Είμαι πολύ χαρούμενος και της είμαι ευγνώμων για τη μετάφραση των κειμένων μου στα ελληνικά.

Για να είμαι ειλικρινής, δε φανταζόμουν ποτέ ότι τα ποιήματά μου θα διαβάζονταν από Έλληνες αναγνώστες, και την ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου!

Η ποίησή σου είναι επηρεασμένη από την ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση -κυρίως τον μοντερνισμό, τον Τ.Σ. Έλιοτ, τον Πάουλ Τσέλαν, τον μετα-ρεαλισμό και τη γενιά των Μπιτ-, είναι έντονα οπτική και πλούσια σε νεολογισμούς.

Θα ήθελες να αναλύσεις περαιτέρω την πολυπλοκότητα, τις χαρές και τον πόνο της δημιουργικής διαδικασίας;

Ναι, αυτή είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία.

Φυσικά, η επίδραση τόσο της ευρωπαϊκής όσο και της μη ευρωπαϊκής λογοτεχνικής παράδοσης στο έργο μου είναι αναμφισβήτητη.

Στη Ρωσία, για παράδειγμα, ορισμένοι επιχείρησαν να κατασκευάσουν μια υποθετική γενεαλογία για μένα, προσπαθώντας να εντοπίσουν ομοιότητες ή να με εντάξουν στο πλαίσιο των Mikhail Eremin και Arkady Dragomoshchenko (από τον οποίο πήρε το όνομά του το βραβείο που έλαβα το 2021), καθώς και -γεωγραφικά- σε εκείνο του Velimir Khlebnikov (που είναι συμπατριώτης μου).

Το αντιμετωπίζω ουδέτερα και δεν αποκλείω το ενδεχόμενο μιας συνέχειας, εφόσον αυτό βοηθά τους ανθρώπους να κατανοήσουν καλύτερα το πλαίσιο της ποιητικής μου γραφής.

Επιπλέον, είναι αδύνατον να είναι κάποιος εντελώς πρωτότυπος συγγραφέας.

Η αρχική μου αγάπη για τη μουσική άσκησε πολύ ισχυρή επίδραση στη δημιουργική μου διαδικασία· αγαπώ πραγματικά το χιπ-χοπ, το dub, τη ρέγκε και τα συναφή είδη.

Θυμάμαι ότι, ως παιδί, απολάμβανα πάντα τον αυτοσχεδιασμό, τη μίμηση του ρετσιτατίβο, την παραγωγή περίπλοκων ήχων και τη γλωσσολαλιά, καθώς και τον πειραματισμό με διάφορα αντικείμενα που είχα πρόχειρα για να παράγω ήχο, αφού δε διέθετα μουσικά όργανα.

Ίσως αυτό να επηρεάστηκε από το ότι είχα έντονο τραυλισμό, και το γεγονός αυτό -σε συνδυασμό με την απαγγελία ποιημάτων (μόνος μου, φυσικά) από την αρχαία ποίηση- με βοήθησε σημαντικά να διορθώσω αυτήν τη διαταραχή της ομιλίας.

Κατά συνέπεια, στα πρώτα στάδια της σταδιοδρομίας μου, άρχισα να γράφω ακολουθώντας ρυθμικά, αφηρημένα και ηχοπαραγωγικά σχήματα.

Αυτό με ώθησε να αναλάβω μια συγκεκριμένη εργασία πάνω στη φωνητική, με στόχο να αντλήσω μια ορισμένη σημασιολογική διάσταση όχι από το νόημα των λέξεων, αλλά από φωνητικές συνδέσεις.

Το έβλεπα ως έναν τρόπο απόκτησης πληροφοριών απαλλαγμένων από το λεκτικό πλαίσιο.

Και πάλι, επρόκειτο για πρώιμα πειράματα, οπότε δεν τα έκρινα αυστηρά.

Έτσι, οι τεχνικές αυτές εξακολουθούν να εντοπίζονται στα γραπτά μου, γι’ αυτό και οι αναγνώστες, οι μεταφραστές και οι κριτικοί άρχισαν να τις συνδέουν με τους φουτουριστές.

Αργότερα, άρχισα να ενδιαφέρομαι έντονα για τον νέο υλισμό (οντολογία προσανατολισμένη στα αντικείμενα), τις ιδέες περί απο-ανθρωποκεντρισμού και τα δικαιώματα των ζώων.

Εκείνη την εποχή ασχολούμουν -και εξακολουθώ να ασχολούμαι- με τον οικολογικό ακτιβισμό (συγκεκριμένα, συμμετείχα στον καθαρισμό της πετρελαιοκηλίδας στην Ανάπα).

Με ενδιέφερε ιδιαίτερα η φαινομενολογία του χώρου. Συγκεκριμένα, αν θίξουμε ένα από τα βασικά θέματα της συζήτησής μας -τη σύνδεση με την ανασυναρμολόγηση της ταυτότητας-, τότε θα πρέπει να αναφερθεί το φαινόμενο του χώρου των Καλμίκων.

Πρόκειται για μια ενσωματωμένη χωρική δυνητικότητα, η υλοποίηση της οποίας μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή. Είναι ένας τόπος όπου μπορεί να συμβεί κυριολεκτικά το οτιδήποτε, μια καθαρή σύμπτωση της φύσης.

Ο χώρος των Καλμίκων, και ειδικότερα η στέπα του, στερείται οποιασδήποτε πιθανής κεντρικότητας, αποτελώντας μια απέραντη περιφέρεια, σε αντίθεση με άλλα τοπία.

Η στέπα επηρεάζει όχι μόνο τους ανθρώπους (έχω ακούσει πολλές ιστορίες για άτομα που χάθηκαν στη στέπα, περπατώντας κυριολεκτικά σε κύκλους - ορισμένα ανέφεραν επίσης οράματα ή παραισθήσεις), αλλά και την τεχνολογία, προκαλώντας σε ένα drone χαρτογράφησης κυριολεκτικές παραισθήσεις.

Ο χώρος αναπτύσσει την ικανότητα άμυνας απέναντι στην αρνητική επίδραση του καπιταλισμού και του νεοφιλελευθερισμού, καθώς και στον μιλιταρισμό που είναι εγγενής σε αυτούς· ο χώρος είναι ευκαιρία.

Από αυτό πηγάζει επίσης μια ιδιαίτερη σχέση με τον χώρο: από την αρχαιότητα, οι Καλμίκοι μετρούσαν τις αποστάσεις με βάση τον αριθμό των τραγουδιών τα οποία ερμήνευαν κατά τη διάρκεια της διαδρομής.

Με βάση αυτήν την εμπειρία, θέλησα να «μολύνω» το ποιητικό κείμενο, διακόπτοντας τη γραμμική αδράνεια της γραφής με τυπωμένα σύμβολα (κλάσματα, γραμμές κ.λπ.)

Σε αυτά εισάγω συγκειμενικές, ιογενείς προεκτάσεις ή προσθήκες, καθιστώντας το κείμενο όσο το δυνατόν πιο αυτόνομο και επιτρέποντάς του να εκπέμπει διαρκώς την ευαισθησία του.

Σαν γυμνό καλώδιο μέσα στο νερό κατά τη διάρκεια μιας πνευματιστικής συνεδρίας.

Υπό αυτήν την έννοια, αντιλαμβάνομαι την εργασία με το κείμενο ως μια επιθυμία να ρίξω σπόρους σε ένα καυτό τηγάνι, ώστε να διασκορπιστούν στον χώρο από τη θερμότητα.

Το εντυπωσιακό είναι πως τα κείμενα αυτά -γεμάτα κλάσματα, γραμμές και άλλα παρόμοια στοιχεία- όταν περιστραφούν στο πλάι, παρουσιάζουν μεγάλη ομοιότητα με το σύστημα γραφής Todo Bichig των Καλμίκων.

Δυστυχώς, ελάχιστοι στην Καλμικία το γνωρίζουν, συμπεριλαμβανομένου και εμού.

Αυτό συνέβη ακούσια, γεγονός που με έπεισε για άλλη μια φορά ότι ίσως διαμορφώνω σωστά (για τον εαυτό μου) τη μέθοδο οικοδόμησης του ποιητικού κειμένου, αντλώντας από τη συλλογική πολιτισμική μνήμη όχι μόνο μέσω άμεσων πολιτισμικών τεκμηρίων, παραδόσεων και λογοτεχνίας, αλλά και μέσω του χώρου, του ήχου, των ιδιαιτεροτήτων της συμπεριφοράς και ούτω καθεξής.

Φυσικά, στα πρώτα μου έργα μού ήταν πολύ πιο εύκολο να γράφω ποίηση. Ακολουθούσα κυριολεκτικά την έμπνευση. Δεν είχα μέντορα, ούτε παρακολούθησα κάποια μαθήματα. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, το πράγμα δυσκόλεψε.

Άρχισα να εργάζομαι με πηγές και να αναλύω πιο κριτικά τις ιδέες που εισάγονται στο ποιητικό κείμενο. Το να γράφω ένα ποίημα την ημέρα, όπως έκανα στο παρελθόν, δε μου φαίνεται πια αυθεντικό.

Αναλογιζόμενος αυτό, ίσως όπως και πολλοί άλλοι άνθρωποι, χρειάστηκε κυριολεκτικά να ανασυνθέσω τον εαυτό μου μετά τις 24 Φεβρουαρίου 2022.

Επίσης, ως αποτέλεσμα πολλών δυσκολιών στη ζωή μου -συμπεριλαμβανομένης της ανεργίας-,  βίωνα κατάθλιψη και δημιουργική κρίση.

Προσπάθησα να ξεπεράσω αυτήν την κατάσταση, κυρίως γράφοντας ποίηση για τον εαυτό μου, ενώ παράλληλα αναζητούσα νέες ποιητικές πρακτικές.

Όμως έχω ήδη βρει τη δύναμη μέσα μου να συνεχίσω να δημιουργώ, να δημοσιεύω και να προετοιμάζω νέα έργα.

Το 2027, το βιβλίο μου Beyond Salvation θα κυκλοφορήσει από τον εκδοτικό οίκο «World Poetry Books» (Η.Π.Α) σε μετάφραση του Venya Gushchin.

Χαίρομαι ιδιαίτερα γι’ αυτό και θέλω να ευχαριστήσω ξεχωριστά τον Venya για το τεράστιο έργο του!

Φαίνεται επίσης να γοητεύεσαι από τον μικρόκοσμο του ρεμπέτικου. Γιατί;

Ανέκαθεν ένιωθα ότι ζούσα στην Ευρώπη,

Η εικόνα, όμως, μιας Ευρώπης μνημειώδους, που θυμίζει νεκροταφείο -γεμάτης θριάμβους, αυτοκρατορίες, δημοκρατίες, Διαφωτισμό και τα συναφή-, την οποία σχηματίζουν στο μυαλό τους οι περισσότεροι άνθρωποι, μου φάνταζε πάντα ξένη.

Αντιθέτως, βίωσα μια διαφορετική Ευρώπη, μια Ευρώπη ζωντανή, μια Ευρώπη ως τόπο καταρών, προσδοκιών και αποκαλύψεων, έναν βαθιά αναρχικό χώρο όπου αιρέσεις και αιρεσιάρχες περιφέρονται χαοτικά.

Τρέφω ιδιαίτερη συμπάθεια για το ρεμπέτικο και τους ρεμπέτες, καθώς ιστορικά -μετά την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά αλλά και στη μεταπολεμική περίοδο- υπήρξαν προσπάθειες να διαγραφεί η πολιτισμική κληρονομιά του ρεμπέτικου από την Iστορία της ελληνικής μουσικής, ενώ οι ερμηνευτές του ρεμπέτικου υπέστησαν διώξεις.

Αυτό με αγγίζει βαθιά, διότι έγιναν επίσης προσπάθειες εξάλειψης του πολιτισμού των Καλμίκων κατά τη διάρκεια του εκτοπισμού τους, με την καταστροφή ταινιών, βιβλίων και δίσκων.

Τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια στην Ελίστα, την πρωτεύουσα της Δημοκρατίας της Καλμίκίας -όπου οι γονείς μου είχαν μετακομίσει από το χωριό καταγωγής μου, το Iki-Chonos, που πήρε το όνομά του από την αρχαία καλμύκικη φυλή Chonos, στην οποία ανήκω και της οποίας οι νομαδικοί καταυλισμοί βρίσκονταν στην περιοχή αυτή- σημαδεύτηκαν από υψηλά ποσοστά νεανικής εγκληματικότητας.

Είχα επίσης άμεση και έμμεση επαφή με την υποκουλτούρα τoυ «blatnye» (του εγκληματικού υποκόσμου) και συχνά υπέφερα από αυτό το συγκεκριμένο είδος ταλαιπωρίας.

Τέλος, η κουλτούρα του ρεμπέτικου πηγάζει από τη σύζευξη Ευρώπης και Ασίας, γεγονός που μου προκαλεί αμέσως θερμά συναισθήματα, καθώς και η δική μου κουλτούρα είναι επίσης εκλεκτική:

Συνδυάζει ευρωπαϊκές και ασιατικές επιρροές και δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς αυτές.

Παρεμπιπτόντως, λατρεύω την ελληνική μουσική, και ιδιαίτερα τη δημοτική, και ακούω συχνά δημοτικά τραγούδια της Ρούμελης.

«Τα κείμενα του Ντζαλτζιρέεβ θυμίζουν μαγικό ξόρκι, μάντρα ή παραλήρημα που φτάνει από μακριά», συμπεραίνει η Καλαϊτζίδου.

Πώς σχετίζεσαι με ό,τι υπερβαίνει τη λογική μας αντίληψη, είτε αυτό περιγράφεται ως πίστη είτε ως πνευματικότητα;

Για μένα, όλα όσα με περιβάλλουν αποτελούν μια πύλη προς την ανακάλυψη, τρόπον τινά. Δε θέλω να ζω σε έναν κόσμο όπου οτιδήποτε είναι άψυχο ή αδύνατο. Μου φαίνεται πως κάθε αντικείμενο στον κόσμο μας είναι, στην ουσία του, αυτόνομο.

Δε βλέπω αυτόν τον κόσμο ως ένα μοναδικό ζωντανό νησί μέσα σε μια αιωνιότητα ψύχους και εντροπίας.

Αντιθέτως, όλα όσα βλέπουμε και συναντούμε καθημερινά μου φαίνονται σαν μια προοπτική, πίσω από την οποία κρύβονται οι αλληλεπιδράσεις αντικειμένων, υπερ-αντικειμένων, φαινομένων και ούτω καθεξής, σε μια απειρία διαφορετικών διαστάσεων.

Όταν ακούω το κελάηδισμα των πουλιών, αναρωτιέμαι ποια διάλεκτο της γλώσσας τους μιλούν και πώς θα γίνονταν κατανοητά από μέλη του ίδιου είδους που ζουν, ας πούμε, σε απόσταση 300 χιλιομέτρων.

Ποιες ιστορίες για τη δημιουργία του κόσμου αφηγούνται; Μήπως είχαν τη δική τους Οδύσσεια; Η ίδια η ιδέα πως κάποτε δεν υπήρχαμε στη γλώσσα τους είναι εκπληκτική!

Το να σέβομαι και να προσπαθώ να αγαπώ όχι μόνο ό,τι αναπτύσσεται, αναπνέει και εξελίσσεται, αλλά και ό,τι φαντάζει «άψυχο», παγωμένο και αδρανές, μου φαίνεται μια καθαρά πνευματική πράξη.

Το να δείχνω προσοχή και συμπόνια για αυτόν τον κόσμο και να συμμερίζομαι τον πόνο και τα βάσανα όσων είναι ανυπεράσπιστοι ή υποφέρουν μόνοι - σε αυτό θέλω να πιστεύω.

Σύμφωνα με το άρθρο, στο πρόσφατο παρελθόν και «πριν από τις σαρωτικές αλλαγές στις ρωσικές εκδόσεις και τα περιοδικά», συμμετείχες στην πολιτιστική ζωή της χώρας.

Τι χρειάζεται για να συνεχίσεις να το κάνεις αυτό και πώς θα περιέγραφες τη ρωσική πολιτιστική ζωή σήμερα;

Συμμετείχα σε φιλανθρωπικές ποιητικές εκδηλώσεις οι οποίες διοργανώθηκαν με συναδέλφους τόσο πριν όσο και μετά την 24η Φεβρουαρίου 2022.

Παράλληλα επιμελήθηκα διάφορα φεστιβάλ ποίησης, όπως το «Nomadic Readings», στη γενέτειρά μου, την Ελίστα, το 2023.

Επιμελήθηκα επίσης την ενότητα των ποιητών και των ποιητριών που εκπροσωπούσαν τους λαούς της Ρωσίας στο φεστιβάλ για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης «Living Voices / Voces vivas / Voix vives», το οποίο είχε ως έδρα το Πανεπιστήμιο George Mason στις Η.Π.Α., αν και το ίδιο το φεστιβάλ διεξήχθη διαδικτυακά.

Αυτήν τη στιγμή, κατά τη γνώμη μου, η δουλειά έχει γίνει πιο δύσκολη· υπάρχει λιγότερος χώρος για έκφραση και η λογοκρισία είναι απαραίτητη για λόγους ασφαλείας.

Στο πλαίσιο της ρωσικής λογοτεχνικής σκηνής, ωστόσο, τα πράγματα δεν ήταν ποτέ πριν πολύ πιο εύκολα.

Παρά το κλείσιμο ορισμένων περιοδικών και τη διακοπή στην απονομή βραβείων, υπάρχουν στη Ρωσία αρκετές πρωτοβουλίες ποίησης από τα κάτω οι οποίες προσπαθούν να επιφέρουν αλλαγές, και τους είμαι πολύ ευγνώμων γι’ αυτό.

Αναδεικνύονται νέοι/νέες συγγραφείς, εκδίδονται βιβλία και περιοδικά, και συγκροτούνται κοινότητες βάσης.

Φυσικά, μου φαίνεται πως το σημαντικότερο είναι να εξαλείψουμε τις πιθανές αντιφάσεις, να δείξουμε αλληλεγγύη, να αλληλεπιδρούμε περισσότερο και να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον.

Σε έναν κόσμο ρημαγμένο από γενοκτονίες και πολέμους, όπου η κυριαρχία του διεθνούς δικαίου αντικαθίσταται από τον «νόμο» της ωμής ισχύος και η ανθρωπότητα αποσυντίθεται, γιατί εξακολουθεί να έχει σημασία η ενασχόληση με την τέχνη, γενικότερα, και με την ποίηση, ειδικότερα;

Κατά τη γνώμη μου, το σημαντικότερο το οποίο μπορούμε να κάνουμε αυτήν τη στιγμή -προκειμένου να δείξουμε συμπόνια και στήριξη σε όλους τους ανθρώπους, τα ζώα και κάθε μη ανθρώπινη οντότητα που έχει υποφέρει εξαιτίας όσων συμβαίνουν ανά τον κόσμο- είναι να αφοσιωθούμε στη ζωή και μόνο στη ζωή, να προσπαθήσουμε να δούμε τη ζωή και τίποτε άλλο πέρα ​​από αυτήν, διότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά μόνο αυτή.

Αν δεν προσπαθήσουμε να ασκήσουμε την τέχνη της ζωής -συμπεριλαμβανομένων των τεχνών με τη συνήθη έννοια- και, πάνω απ’ όλα, να ενωθούμε, να αποδεχτούμε και να επιδιώξουμε να κατανοήσουμε ο ένας τον άλλον, να δείξουμε αλληλεγγύη και στήριξη, να υπερασπιστούμε και να αγωνιστούμε για τα ιδανικά μας και να προστατεύσουμε τους ευάλωτους, τότε θα πέσουμε όλοι στην αγκαλιά της αναδυόμενης νεκροκρατίας, με όλες τις επακόλουθες συνέπειες σε παγκόσμια κλίμακα.

Αυτό, στην πραγματικότητα, είναι πιο επείγον απ’ ό,τι θα μπορούσαμε να φανταστούμε.

Θερμές ευχαριστίες στον Ντορτζί Ντζαλτζιρέεβ για τον χρόνο του και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω την ομάδα του περιοδικού Tεφλόν για τη συνδρομή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Ένα εκτενές αφιέρωμα στο έργο του Ντορτζί Ντζαλτζιρέεβ, σε επιμέλεια/κείμενο της Ξένιας Καλαϊτζίδου, περιλαμβάνεται στο τρέχον τεύχος του περιοδικού Τεφλόν.



Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

Dordzhi Dzhaldzhireev: “Everything around me is a gateway to discovery”

 


Of Kalmykian descent and writing in Russian, Dordzhi Dzhaldzhireev is a poet whose work explores historic trauma, language loss and suppressed identities.

On the occasion of the comprehensive feature on his work published in the current edition of the Greek poetry magazine Teflon, we have conducted an extensive conversation with him.

Prior to delving into your work, thanks to Ksenia Kalaitzidou’s article in the current edition of the Greek poetry magazine Teflon, I was unfortunately unaware of the very existence of Kalmykia -your birthplace-, its history and traditions.

To what extent and in what ways does your poetry draw on/restore/vindicate the diverse and complex Kalmykian experience and trauma, personal and collective?

My poetics, perhaps implicitly, are largely based on an understanding of the Kalmyk people’s historical journey (at least of the relatively recent), the events and traumas they have had to endure, albeit in order to understand how they are changing our future.

It seems to me that a lack of reflection leads to conclusions, including in art, which are detrimental to the people’s culture, especially during a period of potential assimilation.

Like many Kalmyks, I have had to deal since childhood with the insurmountable pain of the consequences of historical trauma, with the awareness of injustice and unresolved conflicts of Kalmyk identity:

The Dusty March (Torgut Escape) - the resettlement in 1771 of part of the Kalmyks to China due to pressure from the Russian Empire, the Civil War (1917-1922) and the subsequent migration of parts of the Kalmyk people;

The Famine in the Volga region (1920), the collectivization of Kalmykia (late 1920s - 1930s), the Famine of 1932-1934, the participation of Kalmyks in World War II, the period of Soviet rule and during the 1990s in the context of the Russian Federation.

The most terrible tragedy, which literally destroyed the Kalmyk way of life, deserves mention: the treacherous deportation of the Kalmyk people (1943-1950).

According to various sources, more than 40,000 of the 97,000-98,000 Kalmyks deported to Siberian exile between 1943 and 1950 perished.

Undoubtedly, the most terrible consequences of these events are felt in descendants (the generations of my parents, these contemporaries of mine, and later).

Currently, the Kalmyk language is on the verge of extinction, a vital cultural layer of the people, largely associated with their nomadic way of life. Unemployment is rampant, and a mass exodus of young Kalmyks to metropolitan Russia is underway.

The grave consequences, of course, are expressed in a repetition of the tragic events that occurred on February 24, 2022, which sparked renewed unrest among the young Kalmyks. The world has changed, has become a world.

Reflecting on these events led me to the conclusion that my poetic experience must largely be based on reassembling my identity and searching for ways to preserve my people’s culture and transform the divisions among Kalmyks (including after 2022).

Initially, I struggled for quite a while to establish my poetics, as I hadn’t evolved beyond the more classical structure of poetic texts, immediately beginning to write in a freer, less formal form.

This, in fact, provoked skepticism and misunderstanding, as I didn’t directly utilize artifacts of the Kalmyk cultural code, which was typical for the construction of “national literatures” during the Soviet period (for example, the use of folklore, the history of local nature and people, etc.)

I would like to consider that my poetics was “tempered” specifically within the Kalmyk literary community, so that it could eventually move beyond other negative characteristics, such as national exoticization.

It was in this region that I began to fully connect with Kalmyk culture and the collective memory of the people.

My goal is to fully express and convey my sense of self as a representative of the Kalmyk ethnic group, exploring the creation of new forms and unique experiences, which, I daresay, could be my contribution to the development of new Kalmyk poetry.

In the constant experimentation and subsequent evolution of art forms, I observe resistance to assimilation and colonial thinking.

My creative work also aims to assist Kalmyk poets and create low-level horizontal communities among artists for interaction and mutual assistance, so that through our joint efforts we can enrich Kalmyk culture and create something new.

In particular, poetry is the emergence of new connections, implicit or even previously non-existent, which also positively influences the process of preserving and developing culture, because when you try to create something new, you also solve old problems.

How much has its focal point shifted or has been re-evaluated since you relocated from the periphery (Elista) to the metropolis (St. Petersburg)?

I don’t think my focus has changed at all, as my life in St. Petersburg is determined solely by the possibility of earning a living, because it’s very difficult to find work in Kalmykia, and literature doesn’t provide a steady income.

I have extensive experience relocating to different cities and countries, but I always returned home.

My upbringing in Kalmykia, perhaps due to my character, experience, and personality, was quite isolated. I wasn’t particularly sociable and didn’t find understanding among my peers or the older generation.

Unfortunately, there were no opportunities to study poetry -by which I mean no courses on creative writing-, let alone practice it, so I had to search for all the information blindly. Perhaps this experience was quite useful for me.

Given this, I can say that my location doesn’t particularly influence my ideals, especially since it’s possible to create projects, interact, and communicate remotely.

In what sense do you consider yourself a “decolonial” poet and activist in the contemporary Russian context?

In a broad sense, decoloniality in the context of my poetic practice largely pursues the goal of developing a new model of writing that departs from the tradition of Soviet “national literatures” and overcomes the historically established centralization of the literary process in Russia, previously localized primarily in the metropolises.

Since I consider myself a Kalmyk poet, yet one born into a Russian-speaking family and using Russian primarily for poetry and everyday communication, an important part of my decoloniality is a direct rejection of any forms of “great Russian culture” in art, instead developing and constructing a poetic optic built on Kalmyk identity.

I also study my native language and practice my poetry in Kalmyk, which further expresses my intentions to combat assimilation, currently gaining momentum against the backdrop of a reduction in the number of lessons on the languages ​​of the peoples of the Russian Federation, the change in the status of Russian languages ​​to “optional” in schools and cultural marginalization, amid the growing rise of right-wing and militaristic movements in Russia.

Currently, in the Russian-language literary scene it is very difficult -if not impossible- for representatives of various peoples of Russia (without being in migration) to express themselves without state sanctions.

Literature in the regions, in relation to institutions, seems to be in a difficult position; in many republics, there are no literary journals, and neither state nor non-state support is available.

With this in mind, I strive in every way to support and assist poets and poetesses from among the peoples of Russia to assert themselves, to develop and communicate their voices through poetry to everyone (including those who deny us our presence), as I know firsthand the xenophobia that people from among the peoples of Russia face.

Of course, decoloniality does not mean the irreversibility of separatism, which, incidentally, does not always lead to real independence from the mother country, but rather the intention to achieve the right to independently determine one’s own life, achieving autonomy in decisions, in terms of the ideals I defend - namely, the right to preserve and develop one's native culture.

I see the only future for artists from among the peoples of Russia as finding support only in community, solidarity, and mutual assistance. Nothing about us without us.

I also see great value in the positive impact poetry can have on people. My fellow poets and I have organized charity events, the proceeds of which have gone to aid funds for victims of repression, refugees, the poor, survivors of sexual violence, and so on.

I share a goal, like others who share my spirit -despite my obvious vulnerability- to change the often unjust, sometimes even terrifying, order of things.

Your poetry is regarded as experimental/avant-garde, and is, for the most part, hermetic and barely penetrable. How do you define “experimentation” nowadays, both structurally/stylistically and in terms of content? Is it inherently political?

The poetic development of my writing began immediately with intuitively freer forms, as I wrote without thinking anyone would ever see it, so I was constantly experimenting.

At that time, one could confidently say that my work was depoliticized.

I enjoyed constructing and being constructed alongside the text, working with its countless potentialities, sensing my own situational potential, understanding that the lack of orientation of (any) body is its invulnerability.

Before I began directly engaging with poetry, I tried to learn from every gesture, every signification and premonition.

Recalling one of my experiences interacting with a text, I felt a momentary sense of total tension, like the moment just before something happens, when space either generates an event or identifies the possible (what was previously impossible).

I sense that this process, seemingly consigned to the past, is constantly ongoing, never reaching its logical conclusion.

I feel the same about my other texts.

Each text has its own vision, like a fingerprint or the retina of the eye, seemingly from the bottom of the water, contaminated by the history of a dimension (where you and I are), and this sensation (of vision) glimmers within me like separate worlds.

Perhaps some find interacting with text-centric, hermetic writing repulsive, but I think it’s like nurturing a black hole on a windowsill next to houseplants; if it were removed, the room might seem truly empty.

In other words, I don’t see hermetic writing as something radically closed. Perhaps, quite the contrary, it’s radically open, since accessing it requires flexible thinking, free association, and so on.

At the beginning of our conversation, I touched on the context of generating new experiences, and I consider this the primary goal of my poetic writing in relation to experimentation.

Previously, I perceived experimentation as a certain sensitivity, a feeling based more on mythological principles, so to speak.

Now, over time, understanding this process anew, I understand that it is a purely political gesture.

In my case, experimentation is the basis for reassembling and constructing a national identity, an attempt to horizontalize non-human agents and overcome anthropocentrism, overcoming militarism, and addressing social issues.

For a Kalmyk poet to write today in a contemporary way is a multiple challenge, because he is called to choose between the imposed Russian language and his native one, the natural evolution of which has been ruptured,” Kalaitzidou notes.

How do you respond to this challenge and how do you eventually cut this “Gordian knot”?

At the moment, I see no other solution, in my case, than to write decolonially, as I understand it, resisting the imposition and marginalization of any “great culture.”

That is, to write while embedding and developing one’s personal and national identity, gradually transitioning to one's native language.

This requires considerable time, close community, and the exchange of experience among all creative people, philologists, and other scholars, regardless of national origin. Cultural development requires joint participation.

The main thing I would like to emphasize is that we must avoid conflicts and mutual accusations regarding, for example, Russian-speaking representatives of peoples and those who speak their native language.

I have always seen and continue to see the foundation of identity as the basis for changing this situation.

The translation of your work also constitutes a challenge. Do you maintain a close relationship with your translators? How has it been working with Ksenia Kalaitzidou?

That’s true. My texts are very difficult to translate, I believe, so I’m deeply grateful to everyone who was able to translate them.

It’s a difficult, collaborative process (I consider literary translation a form of collaborative writing), and the very possibility of translating my texts demonstrates the translators’ extraordinary abilities and talent.

I’m happy to have met such people and, I hope, will continue to meet them in my life.

Ksenia is a very sensitive, professional, and wonderful translator! I trust her completely, so I didn’t interfere with the process, but I was always ready to help and answer questions.

I’m very happy and grateful to Ksenia Kalaidzidou for translating my texts into Greek. To be honest, I never thought my poems would ever be read by Greek readers, and I thank her from the bottom of my heart!

Your poetry is influenced by the European literary tradition, mainly modernism, T.S Eliot, Paul Celan, Meta-realism and the Beat generation, is highly visual and also abundant with neologisms.

Would you like to elaborate on the complexity, the joys and the pain of the creative process?

Yes, that’s a whole other story.

Of course, the influence of both the European and non-European literary traditions in my work cannot be denied.

In Russia, for example, some have attempted to construct a speculative genealogy of me, trying to find similarities or place me within the context of Mikhail Eremin and Arkady Dragomoshchenko (after whom the prize I received in 2021 is named), and geographically, with Velimir Khlebnikov (he’s my fellow countryman).

I view this neutrally and don’t deny the possibility of continuity if it helps people better understand the context of my poetic writing.

Moreover, it’s impossible to be a completely original author.

My first love of music had a very strong influence on my creative process; I really love hip-hop, dub, reggae, and so on.

As a child, I remember always enjoying improvising, imitating recitative, producing intricate sounds, glossolalia, and experimenting with various objects at hand to produce sound, as I didn’t have any musical instruments.

Perhaps this was influenced by the fact that I had a severe stutter, and this along with reciting poems (alone, of course) from ancient poetry greatly helped me correct this speech impediment.

Consequently, early in my career, I began writing following rhythm, abstract, and sound-producing figures.

This prompted me to undertake a specific work on phonetics, the goal of which was to derive a certain semanticity not from the meaning of words, but from phonetic connections. I saw this as a way to obtain information freed from verbal context.

Again, these were early experiments, so I was not critical of them, and thus these techniques can still be found in my writing, which is why readers, translators, and critics began to associate them with the futurists.

Later, I became very interested in new materialism (object-oriented ontology), the ideas of de-anthropocentrism, and animal rights.

At that time, I was involved -and still am- in eco-activism (in particular, I participated in the cleanup of the oil spill in Anapa).

I was particularly interested in the phenomenology of space. Specifically, if we touch on one of the main themes of our conversation, the connection with the reassembly of identity, then the phenomenon of Kalmyk space should be mentioned.

This is an entrained spatial potentiality, whose materialization can occur at any moment. This is a place where literally anything can happen, a pure chance of nature.

The Kalmyk space, and in particular its steppe, lacks any possible centrality, being one vast periphery, unlike other landscapes.

The steppe affects not only people (I’ve heard many stories of people getting lost in the steppe, literally walking in circles- some have also mentioned visions or hallucinations), but also technology, causing a mapping drone to literally hallucinate.

Space develops the ability to defend against the negative influence of capitalism and neoliberalism and the militarism inherent in them; space is opportunity.

This is also the source of a special interaction with space: since ancient times, Kalmyks have measured distance by the number of songs performed along the way.

Based on this experience, I wanted to “infect” the poetic text, interrupting the linear inertia of writing with printed symbols (fractions, lines, etc.)

Into these I introduce contextual, viral ramifications or additions, making the text as autonomous as possible and permanently emanating in its sensitivity, like a bare wire in water at a spiritualist séance.

In this sense, I see working with text as a kind of desire to toss seeds onto a hot frying pan, so that they scatter across the room from the heat.

What’s surprising is that those texts, dotted with fractions, lines, and so on, when turned sideways, become very similar to the Kalmyk script of Todo Bichig (which very few people in Kalmykia, including myself, unfortunately, speak).

This was unintentional, which once again convinced me that I may be constructing my method of constructing poetic text correctly (for myself), accessing collective cultural memory not only through direct cultural artifacts, traditions, and literature, but also through space, sound, affectations, and so on.

Of course, in my early work it was much easier for me to write poetry. I literally followed inspiration. I had no mentor and I didn’t attend any courses. However, over time, it became more difficult.

I began to work with sources, more critically analyze the ideas introduced into the poetic text. Writing a poem a day, as I did in the past, no longer seems true.

Considering that I, perhaps like many others, had to literally reassemble myself after February 24, 2022.

Also, as a result of many life troubles, including unemployment, I was depressed and I was in a creative crisis. I tried to get out of it, mostly by writing poetry for myself, while simultaneously searching for new poetic practices.

But I have already found the strength in myself to continue creating, publishing and preparing new projects.

In 2027, my book Beyond Salvation, translated by Venya Gushchin, will be published by World Poetry Books (USA). I am very happy about this and I want to separately thank Venya for his enormous work!

You also seem to be fascinated by the Rebetiko microcosm. Why?

I’ve always felt like I lived in Europe, but the image of a monumental, cemetery-like Europe, full of triumphs, empires, republics, Enlightenment and so on, that most people conjure up, always felt alien to me.

On the contrary, I experienced a different Europe, a living one, a Europe as a land of curses, aspirations, and revelations, a profoundly anarchic space where heresies and heresiarchs roam chaotically.

I have a certain affinity for Rebetiko and rebetes, as historically, after the establishment of the Metaxas dictatorship and in the post-war period, there were attempts to erase the cultural heritage of Rebetiko from the history of Greek music, and rebetika performers were subjected to repression.

This resonates deeply with me, because attempts were also made to erase Kalmyk culture during the deportation of the Kalmyks, with films, books and records being destroyed.

My childhood and adolescence in Elista, the capital of the Republic of Kalmykia, where my parents moved from my native village of Iki-Chonos (named after the ancient Kalmyk Chonos clan, to which I belong, whose nomadic camps were located in this area), were marked by a high level of juvenile crime.

I also had direct and indirect contact with the “blatnye” (criminal underworld) subculture and often suffered from this particular type of inconvenience.

Finally, Rebetiko culture stems from the fusion of Europe and Asia, which immediately evokes warm feelings in me, as my culture is also eclectic: it combines European and Asian influences, and I can’t imagine myself without them.

Incidentally, I love Greek music, especially folk music, and I often listen to Roumeli folk songs.

“[His] texts are reminiscent of a magic spell, a mantra or a delirium coming from afar,” Kalaitzidou concludes. How do you relate to whatever lies beyond our rational grasp, whether it may be described as faith or spirituality?

For me, everything around me is a gateway to discovery, so to speak. I don’t want to live in a world where anything is inanimate, impossible. It seems to me that every object in our world is autonomous in its essence.

I don’t see this world as a single living island amidst an eternity of cold and entropy.

On the contrary, everything we see and encounter every day seems to me like a perspective, behind which lie the interactions of objects, hyper-objects, phenomena, and so on, across an infinity of different dimensions.

When I hear birdsong, I wonder what dialect of their language they speak and how they would be understood by members of the same species, say, living 300 kilometers away.

What stories about the creation of the world do they recount? Did they perhaps have their own Odyssey? The very idea that we once didn’t exist in their language is astonishing!

Respecting and striving to love everything that not only grows, breathes, and develops, but also appears to be “lifeless”, frozen and inert, feels like a purely spiritual act to me.

Being attentive to and compassionate with this world and sharing in the pain and suffering of those who are defenseless or suffer alone - that’s what I want to believe in.

According to the article, in the recent past, and “prior to the sweeping changes in Russian publications and magazines,” you participated in the cultural life of the country.

What does it take to continue to do so and how would you describe the Russian cultural life at present?

I participated in charity poetry events organized with colleagues both before and after February 24, 2022, and also curated several poetry festivals, such as the “Nomadic Readings” in my hometown of Elista in 2023.

I also curated the section of poets and poetesses representing the peoples of Russia at the World Poetry Day Festival “Living Voices/ Voces vivas/ Voix vives,” which was based at George Mason University in the United States, though the festival itself was held online.

At the moment, in my opinion, work has become more difficult; there is less space for expression, and censorship is necessary for safety.

In the context of the Russian literary scene, however, it was never much easier before.

Despite the closure of some journals and awards, there are a number of grassroots poetry projects in Russia that are trying to make a difference, and I am very grateful to them for that.

New authors are emerging, books and journals are being published, and grassroots communities are being formed.

Of course, it seems to me that the most important thing is to eliminate possible contradictions, show solidarity, interact more and support each other.

In a world ravaged by genocides and wars, where the rule of international law is replaced by the “law” of raw power and humanity disintegrates, why does it still matter to be engaged with art, in general, and poetry, in particular?

In my view, the most important thing we can do right now in order to show compassion and support to all people, animals, and all non-human agents who have suffered as a result of what is happening around the world is to engage in life and nothing but life, to try to see life and nothing but it, because there is nothing but it.

If we do not strive to engage in the art of living, including the arts in the usual sense, and above all, to unite, accept and try to understand each other, to show solidarity and support, to defend and fight for our ideals, to protect the vulnerable, then we will all fall into the arms of the currently developing necrocracy with all the ensuing consequences on a global scale.

This, in fact, is more urgent than we might think.

Heartfelt thanks to Dordzhi Dzhaldzhireev for taking the time to engage with my questions and for providing his photograph.

I would also like to thank the team of Teflon magazine for their assistance in the realization of the interview.

An extensive feature on Dordzhi Dzhaldzhireev’s work, edited/written by Ksenia Kalaitzidou, is included in the current edition of the Greek “poetic vessel” Teflon.