Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Prolapse: «Πάντα πιέζαμε μια πόρτα που δεν άνοιγε τόσο εύκολα όσο θα μπορούσε»

 

Prolapse (Φωτογραφία: Geboren Wustmann)

Ανέκαθεν αταξινόμητοι, αντιφατικοί και προκλητικοί, οι Βρετανοί Prolapse συνδυάζουν εναλλακτικό ροκ, post-punk και krautrock αισθητική.

Με ένα φρέσκο άλμπουμ έπειτα από 26 χρόνια δισκογραφικής απουσίας, εμφανίζονται λάιβ στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου. Μια χορταστική συνέντευξη με πέντε από τα μέλη του γκρουπ.

Οι Prolapse σχηματίστηκαν το καλοκαίρι του 1991, «με στόχο να γίνουν το πιο καταθλιπτικό συγκρότημα όλων των εποχών».

Γιατί αναπτύξατε μια τέτοια πρόθεση; Έγινε πραγματικότητα ή απλώς αλλάξατε ψυχολογική «ταχύτητα» στην πορεία;

Mick Derrick: Ναι, είχαμε την πρόθεση να γίνουμε η πιο καταθλιπτική μπάντα στον κόσμο, αλλά τα καταφέραμε πολύ κακά.

Όταν ξεκινούσαμε το 1992, ήμασταν ακόμα κατακλυσμένοι από την αθλιότητα των αρχών της δεκαετίας του ’80 και βυθισμένοι στα σκοτεινά, θλιβερά και ανησυχητικά συναισθήματα εκείνων των εποχών.

Δυστυχώς, χρειάζεται πραγματικά πολλή δουλειά για να γίνεις τόσο καταθλιπτικός, και όταν ήρθε η Linda, όλα έγιναν λιγότερο δυστυχισμένα και πιο... θυμωμένα.

Pat Marsden: Λοιπόν, ακούγαμε πολύ Joy Division την εποχή κατά την οποία σχηματιστήκαμε.

Η πρώτη φορά που παίξαμε μαζί ως τετραμελής μπάντα ήταν σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Προσπαθήσαμε τότε να έρθουμε σε επαφή με κάποιον τρόπο με το πνεύμα του Ian Curtis. Λίγο αφελές στην πραγματικότητα, αλλά ήμασταν πολύ νεότεροι τότε.

Η μουσική μας είναι συχνά αρκετά σκοτεινή, αλλά δε νομίζω ότι έχουμε φτάσει ποτέ στα επίπεδα κατάθλιψης των Joy Division.

Μετά την κυκλοφορία δύο EPs και ενός single, το ντεμπούτο άλμπουμ σας, Pointless Walks to Dismal Places, κυκλοφόρησε το 1994 και προκάλεσε αρκετή αναστάτωση τότε.

Επίσης, εδραίωσε τα αντιπαρατιθέμενα φωνητικά του Mick Derrick και της Linda Steelyard.

David Jeffreys: Ήταν συναρπαστικό να γινόμαστε από μια τοπική μπάντα του Λέστερ που έπαιζε μια ιδιόρρυθμη εκδοχή σκοτεινής μουσικής εμπνευσμένης από τους Joy Division σε μια οντότητα η οποία μετέτρεπε αυτήν τη μουσική σε κυκλοφορίες δίσκων.

Πάντα λέγαμε ότι εν μέρει μάς καθοδηγούσε το να δημιουργούμε μουσική που δεν ακούγαμε αλλού. Νομίζω πως αυτή η αόριστη κραυγή συσπείρωσης σήμαινε ότι δεν ψάχναμε για έναν συγκεκριμένο ήχο, οπότε απλώς κάναμε τα δικά μας.

Για το άλμπουμ, απλώς ηχογραφήσαμε όσα είχαμε επεξεργαστεί στα ζωντανά σετ και αυτά αναθέσαμε στον Steve Mack, τον παραγωγό, να αναπαράγει.

Αυτό που «προκάλεσε αναστάτωση» ήταν ότι είχαμε έναν ενδιαφέροντα ζωντανό ήχο και συναυλιακή παρουσία. Σε μεγάλο βαθμό, αυτά επηρέασαν τις πρώτες κυκλοφορίες και κίνησαν το ενδιαφέρον του κόσμου.

Υπήρχαν σαφή σημεία επαφής με συγκροτήματα τα οποία ήταν σύγχρονα με εμάς (ThFaith Healers, Stereolab) καθώς και με συγκροτήματα που άκουγαν κι αυτοί (Neu, Faust, The Fall, Sonic Youth).

Οπότε, είχαμε απήχηση στις μουσικές σκηνές και ήμασταν μέρος ενός είδους indie ήχου των μέσων της δεκαετίας του ’90.

Αλλά αυτές οι αναφορές δε συνόψιζαν πλήρως τον ήχο μας, επομένως ήμασταν μια ενδιαφέρουσα οντότητα.

Επιπλέον, δεν καταγόμασταν από το βαρετό, καταραμένο Λονδίνο, οπότε ήμασταν λίγο καινούργιοι.

Επίσης, προσωπικά, μου άρεσε πάντα ο διεστραμμένος χαρακτήρας του ονόματός μας. Μας έκανε και λίγο να ξεχωρίζουμε επειδή ακουγόταν σαν να παραπέμπει σε thrash metal συγκρότημα από τη Μινεάπολη, ή κάτι που σαφώς δεν ήμασταν!

Πείτε μου κάτι για εκείνους τους κυριολεκτικούς και μεταφορικούς περιπάτους «σε καταθλιπτικά μέρη» και τον τρόπο με τον οποίο επηρέασαν τη σύνθεση των τραγουδιών σας.

Και για τα αντιπαρατιθέμενα φωνητικά, προέκυψαν αυθόρμητα ή ήταν σχεδιασμένα και προβαρισμένα;

M.D.: Την εποχή που ηχογραφούσαμε τα singles και το άλμπουμ, ζούσαμε όλοι στο Λέστερ. Όπως οι περισσότερες πόλεις των Μίντλαντς, ήταν αρκετά άγριο και ερειπωμένο.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, τα περισσότερα μέλη του συγκροτήματος μόλις είχαν τελειώσει το πανεπιστήμιο και έπαιρναν τότε επίδομα ανεργίας.

Η έλλειψη χρημάτων σήμαινε ότι υπήρχαν πολλές άσκοπες βόλτες σε άθλια μέρη. Συνήθως, περπατούσες μίλια μέχρι το σπίτι του φίλου σου για να δανειστείς χρήματα για μπύρα και μετά ανακάλυπτες ότι δεν ήταν σπίτι.

Η αγαπημένη μου άσκοπη βόλτα ήταν όταν εγώ και ο μπασίστας, Mick Harrison, περιπλανιόμασταν σε μια περιοχή γνωστή ως νεκροταφείο τρένων - ένα μέρος όπου τα τρένα διαλύονταν.

Είχαμε ξεμείνει και οι δύο από χρήματα και είχαμε ένα πακέτο μπισκότα για δύο ημέρες πριν έρθει η επόμενη επιταγή από το ταμείο ανεργίας.

Ξαφνικά, είδαμε έναν θάμνο με μούρα στην άκρη ενός πολυσύχναστου δρόμου και αρχίσαμε να τρώμε όσα μούρα μπορούσαμε, σαν πεινασμένοι Νεάντερταλ. Ω, ευτυχισμένες μέρες!

Ήταν περίπου εκείνη την εποχή που αρχίσαμε να μαζεύουμε πεταμένες μπανανόφλουδες και να τις στεγνώνουμε, με την εσφαλμένη πεποίθηση ότι μπορούσαμε να φτιαχτούμε καπνίζοντάς τες.

Συγγνώμη, ήταν μια λίγο άσκοπη ιστορία από ένα θλιβερό μέρος.

Όσον αφορά τα φωνητικά, αυτά προέκυψαν από την ανάγκη να ξεφύγουμε από το στιλ φωνητικών αγόρι/κορίτσι- τραγουδάς/τραγουδώ.  

Εγώ και η Linda πάντα αισθανόμασταν άβολα με το να ακουγόμαστε πολύ ποπ και φοβόμαστε λίγο ότι θα καταλήξουμε να φτιάχνουμε γενική κι αόριστη μουσική.

Έχοντας αυτό κατά νου, πήραμε μια συνειδητή απόφαση να γεμίσουμε κάθε κενό με αντιπαρατιθέμενα φωνητικά.

Το φωνητικό χάος που προέκυψε πρόσθεσε ένα ακόμη επίπεδο στη μουσική και διασφάλισε πως δεν είχαμε δημιουργήσει ένα κομμάτι καραόκε.

Tim Pattison: Αυτό μου θυμίζει εκείνα τα πρώτα δύο χρόνια κατά τα οποία ήμασταν στο Λέστερ.

Δεν είχαμε πολλοί τηλέφωνο (και προφανώς μιλάω για σταθερά τηλέφωνα). Έμενα με τoν Pat τότε, και είχαμε ένα τηλέφωνο το οποίο δεχόταν, αλλά δεν πραγματοποιούσε κλήσεις. Φαντάσου να λες κάτι τέτοιο στα παιδιά σήμερα.

Έτσι, αν ήθελες να επικοινωνήσεις με κάποιον, συχνά δεν είχες άλλη επιλογή από το να περπατήσεις.

Θυμάμαι ένα βράδυ που πήγα στο σπίτι της κοπέλας μου. Δεν είχαν καθόλου τηλέφωνο, έλειπε, αλλά είπα ότι θα την περίμενα. Τελικά, άργησε τόσο πολύ που αποφάσισα να διανυκτερεύσω εκεί.

Το επόμενο πρωί, δεν είχε επιστρέψει, οπότε γύρισα σπίτι μου και ανακάλυψα πως είχε μείνει όλη τη νύχτα στο κρεβάτι μου, ενώ εγώ ήμουν στο δικό της. Όχι και τόσο ενδιαφέρουσα ιστορία, αλλά σίγουρα άσκοπη.

Linda Steelyard: Τα αντιπαρατιθέμενα φωνητικά προέκυψαν αυθόρμητα, και μέχρι σήμερα ό,τι κάνουμε σε επίπεδο φωνητικών παραμένει αυθόρμητο.

Δεν ξέρω τι θα κάνει ο Μick σε ένα τραγούδι, και δεν ξέρει τι θα κάνω εγώ. Ο τρόπος που δημιουργούνται τα φωνητικά αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκε η μουσική.

Δεν υπάρχει στιχουργός. Ο καθένας μας είναι ο δημιουργός της δικής του συνεισφοράς σε κάθε τραγούδι. Πιθανώς ακούγεται σαν εφιάλτης, αλλά για κάποιον λόγο φαίνεται να μας ταιριάζει.

Καθώς δεν επινόησα τον τίτλο εγώ και δεν είναι σωστό να μάς αποδώσω τα εύσημα, μπορώ να πω ότι είναι ένας από τους καλύτερους τίτλους άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ.

Αντικατοπτρίζει τόσα πολλά πράγματα στη ζωή, σίγουρα τη βρετανική ζωή, και το λέω αρκετές φορές τον χρόνο.

Έχοντας, για παράδειγμα, παραμείνει σε αναμονή στο τηλέφωνο για πολλή ώρα προσπαθώντας να επικοινωνήσω με αξιωματούχους, μόνο και μόνο για να μου πουν πως το ζήτημά μου δεν μπορεί να διευθετηθεί, όταν απάντησαν.

Περνάω τη ζωή μου προσπαθώντας να αποφύγω πραγματικές ή μεταφορικές βαρετές βόλτες σε άθλια μέρη.

D.J.: Αυτός ο τίτλος αφορά ένα κομμάτι που θέλει να δημιουργήσει «καταθλιπτική» μουσική, δηλαδή, ήταν λίγο ειρωνικό στην πραγματικότητα.

Ωστόσο, τα πρώτα μας χρόνια ως συγκρότημα τα ζήσαμε στην μεταβιομηχανική πόλη του Λέστερ στα Ανατολικά Μίντλαντς.

Αν και μας άρεσε πολύ το μέρος, δεν είναι η πιο ελκυστική πόλη και τα σπίτια στα οποία ζούσαμε και οι παμπ όπου πίναμε ήταν όλα λίγο παλιομοδίτικα.

Κατά τη γνώμη μου, είναι επίσης μια αναφορά σε εκείνες τις στιγμές κατά τις οποίες νιώθεις λίγο χωρίς στόχο όταν είσαι νέος και δεν ξέρεις πραγματικά τι είναι η ζωή ή πού πηγαίνει.

Η περιπλάνηση στους δρόμους της πόλης με τους φίλους σου επειδή δεν έχεις κάποια καλύτερη ιδέα για το τι να κάνεις και μετά το να σχηματίζεις συγκροτήματα μαζί τους επειδή αυτός έμοιαζε ο μόνος τρόπος να ξεφύγεις από τους ανούσιους μαιάνδρους!

P.M.: Μια βόλτα σε ένα θλιβερό μέρος ήταν όταν ο Μick μάς ξενάγησε στην πόλη καταγωγής του, τη Γλασκώβη - η πλατεία Γεωργίου ήταν το «θλιβερό μέρος». Ωστόσο, έχω ξαναπάει έκτοτε και δε νομίζω ότι είναι ιδιαίτερα θλιβερό!

Το Ghosts of Dead Aeroplanes ήταν το τελευταίο σας άλμπουμ πριν διαλυθείτε επίσημα για πρώτη φορά.

Λατρεύω ιδιαίτερα το groovy, υπνωτικό Planned Obsolescence. Νιώθω σαν να προέρχεται από τα βάθη ενός ονείρου. Τι γίνεται με αυτό;

T.P.: Πρόκειται για δύο εραστές κλειδωμένους σε ένα δωμάτιο για πάντα χωρίς τρόπο διαφυγής. Δεν μπορώ, όμως, να εισφέρω κάτι σε σχέση με το περί τίνος πρόκειται. Δεν ήμουν ο τραγουδιστής.

M.D.: Αυτό το οποίο μπορώ να πω είναι ότι έγινε μια πλήρης ανταλλαγή οργάνων, με εμένα και την Linda να παίζουμε κιθάρα και τον Donald να παίζει ντραμς.

Ο τίτλος ταιριάζει απόλυτα, καθώς είναι το τελευταίο πράγμα που έχει ακούσει κάποιος από εμάς... μέχρι τώρα.

D.J.: Έχεις καλό γούστο, αν και φοβάμαι ότι εσύ κι εγώ μπορεί να είμαστε οι μόνοι άνθρωποι που γνωρίζω οι οποίοι αγαπούν αυτό το συγκεκριμένο κομμάτι.

Μέχρι κάποιου σημείου της ηχογράφησης του Ghosts είχαμε μπει σε πλήρη λειτουργία μουσικών δρώμενων με εκτεταμένα jams και εναλλαγή οργάνων.

Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά σε αυτό το τραγούδι, ο Donald ήταν στα ντραμς, η Linda στην κιθάρα, εγώ (ο David) στο μπάσο, οι Μick/ Pat / και ποιος στο διάολο άλλος στα πλήκτρα.

Τα ντραμς με αντήχηση και η ατονική κιθάρα μου ακούγονταν πολύ PiL της περιόδου του Metal Box, οπότε αποφάσισα να γίνω Jah Wobble, έστω και για μία μέρα και να κάνω τη δική μου εκδοχή μιας μπασογραμμής σε στιλ dub reggae.

Στο μιξάρισμα, έβαζα συνεχώς τον Donald να αυξάνει το μπάσο EQ σε σημείο που άρχισε να ακούγεται εκτός συντονισμού, κάτι το οποίο με έκανε να συνειδητοποιήσω γιατί όλες αυτές οι κλασικές γραμμές μπάσου dub ακουγόντουσαν έτσι.

Το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας; Μπορείς να έχεις πάρα πολύ μπάσο.

P.M.: Μεγάλο μέρος αυτού του άλμπουμ ήταν λίγο πολύ αυτοσχεδιαστικό και το Planned Obsolescence είναι ένα καλό παράδειγμα.

Υπάρχουν μάλιστα ώρες ηχογραφήσεων από τα sessions του άλμπουμ Ghosts of Dead Aeroplanes, οι οποίες ελπίζουμε να κυκλοφορήσουν κάποια μέρα.

To I Wonder When Theyre Going to Destroy Your Face, το πέμπτο άλμπουμ σας το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα, σηματοδοτεί την επιστροφή σας στο στούντιο μετά από 26 χρόνια.

Φαντάζει σαν να ξανασμίγεις με έναν χαμένο φίλο: και οι δύο ξέρετε ότι έχετε μεγαλώσει, αλλά η χημεία είναι ακόμα εκεί.

D.J.: Τι υπέροχος τρόπος να το θέτεις, ευχαριστούμε! Ναι, σε κάποιον βαθμό, έτσι νιώθω κι εγώ.

Σίγουρα δεν αποκλίνει από τον «ήχο» των Prolapse, αν υπάρχει κάτι τέτοιο και ίσως να έχει περισσότερα κοινά με τα άλμπουμ μας πριν το Ghosts.

Ανησυχούσα πολύ ότι θα βγάζαμε έναν δίσκο «σχεδόν τόσο καλό όσο ήταν κάποτε οι Prolapse», αλλά δεν ισχύει.

Υποθέτω πως η πραγματικότητα είναι ότι εξακολουθούμε να έχουμε μια συγκεκριμένη δέσμευση να δημιουργούμε μουσική που δεν ακούμε πουθενά αλλού.

Αλλά αυτή η δέσμευση -η οποία διατηρεί τη μουσική φρέσκια- ακούγεται διαφορετική στο μυαλό του καθενός μας, οπότε δεν ταιριάζει απόλυτα με το ίδιο παλιό πράγμα, αν και υπάρχουν σαφείς παραλληλισμοί με τραγούδια και ήχους του παρελθόντος.

Πώς νιώθετε που επιστρέψατε, στο στούντιο και στη σκηνή; Πόσα έχουν αλλάξει για εσάς, στο μεταξύ, σε όλα τα επίπεδα;

M.D.: Έχουμε μεγαλώσει, γκριζάρει και φοράμε γυαλιά (εκτός από τη Λίντα που μοιάζει ακριβώς η ίδια - είναι τρομακτικό). Είμαστε επίσης όλοι ζωντανοί, κάτι αρκετά τρελό αν σκεφτείς ότι είμαστε επτά άτομα.

Στην αρχή, ήμασταν ανήσυχοι όταν συναντηθήκαμε για πρώτη φορά μετά από τόσο μεγάλη απουσία.

Δεν ήμασταν σίγουροι αν θα είχαμε ακόμα αρκετή ενέργεια (και θυμό) για να δημιουργήσουμε μουσική που θα μπορούσε να συγκριθεί με τα προηγούμενα κομμάτια μας.

Αν ήταν άνοστα σκατά, θα είχαμε μαζέψει και κάψει όλα μας τα όργανα.

Ευτυχώς όμως, οι περισσότεροι από εμάς ήμασταν ακόμα αρκετά θυμωμένοι και λίγο πικραμένοι, κάτι το οποίο προκύπτει καθώς μεγαλώνεις.

Η ηχογράφηση και το να παίζουμε ζωντανά είναι ακριβώς το ίδιο όπως πριν, αν και η φωνή μου είναι πιο χάλια κι έχω ένα πονάκι στο πόδι.

T.P.: Από άποψη ηχογράφησης, το άλμπουμ εμφανίζεται από το πουθενά, αλλά έχουμε κάνει μερικές συναυλίες τα τελευταία δέκα χρόνια.

Έτσι, η στιγμή της χημείας μεταξύ παλιών φίλων, συνέβη το 2015, όταν ξαναβρεθήκαμε για πρώτη φορά.

Ήταν μια πραγματικά ξεχωριστή στιγμή. Μερικοί από εμάς δεν είχαμε ιδωθεί για δεκαπέντε χρόνια, πόσο μάλλον να έχουμε παίξει μαζί.

Μετά από εκείνη την πρώτη περιοδεία το 2015, βρεθήκαμε μαζί για να προσπαθήσουμε να γράψουμε μερικά νέα τραγούδια. Αυτή ήταν άλλη μια πολύ συναρπαστική στιγμή: θα μπορούσαμε ακόμα να το κάνουμε;

Ευτυχώς, μπορούσαμε. Νομίζω ότι το πρώτο πράγμα που γράφτηκε τότε ήταν το Quarter Days, το οποίο είχε διάρκεια περίπου δεκαπέντε λεπτά και ονομαζόταν Long A Song.

Νομίζω πως μετά από αυτό εμείς ως μουσικοί ξέραμε ότι τελικά θα μπορούσαμε να φτιάξουμε κάτι σαν άλμπουμ στο στούντιο, παρόλο που μας πήρε άλλα 7 χρόνια για να φτάσουμε εκεί.

Αυτό που δεν ξέραμε ήταν πώς θα πήγαιναν τα φωνητικά. Τα φωνητικά της Linda στο Cashline ήταν τα πρώτα που ηχογραφήθηκαν, κάτι το οποίο μπορώ να φανταστώ ότι ήταν μια μεγάλη στιγμή για εκείνη.

Παίζω ντραμς από τότε που χωρίσαμε το 1999 και κάνω καινούργια πράγματα έκτοτε διαρκώς.

Αλλά για την Linda, αυτή θα ήταν η πρώτη φορά κατά την οποία θα έκανε νέα φωνητικά μετά από είκοσι πέντε χρόνια, και ήταν καταπληκτικά!

Πάνω στη σκηνή, αισθάνομαι πως τα πράγματα είναι καλύτερα από ποτέ, είτε αυτό οφείλεται απλώς στο ότι ξεχνάμε τη δεκαετία του ’90, αλλά οι αντιδράσεις που λαμβάνουμε ζωντανά είναι ενθαρρυντικές.

Θυμάμαι μόνο μερικές συναυλίες από παλιά που ήταν έτσι.

Η χρονική στιγμή του νέου άλμπουμ, και η απόσταση από το προηγούμενο, με συνδέει με το ότι παντρεύομαι και κάνω παιδιά και μετά αυτά φεύγουν από το σπίτι.

Έτσι, από εγχώριας άποψης, έχουμε επιστρέψει στο σημείο όπου ήμασταν, αν και έχουμε καταφέρει να βγάλουμε δύο επιπλέον οπαδούς (συν τους φίλους τους), κάτι το οποίο είναι ωραίο.

Νομίζω πως όλες οι συναυλίες που έχουμε κάνει πρόσφατα είναι ένα πραγματικό προνόμιο. Ανατρέχοντας στη δεκαετία του ’90, δε θυμάμαι τόσο σταθερό επίπεδο υποστήριξης, ήταν πραγματικά υπέροχα.

L.S.: Μου αρέσει πολύ αυτή η περιγραφή - «φαντάζει σαν να ξανασμίγεις με έναν χαμένο φίλο: και οι δύο ξέρετε ότι έχετε μεγαλώσει, αλλά η χημεία είναι ακόμα εκεί». Νομίζω πως ταιριάζει απόλυτα.

Κανένας άνθρωπος δε θέλει πραγματικά να μεγαλώσει και να γίνει ένας ενήλικας χωρίς πλάκα.

Όταν είμαστε μαζί, νιώθω πως θα μπορούσαμε να είμαστε σε οποιαδήποτε στιγμή, από τις πρώτες μέρες του συγκροτήματος και μετά, επειδή είμαστε ουσιαστικά οι ίδιοι άνθρωποι, και ο τρόπος με τον οποίο συνεργαζόμαστε είναι ο ίδιος.

Αλλά το γεγονός ότι μεγαλώνουμε αντικατοπτρίζεται στους στίχους μου, αν και δεν το είχα συνειδητοποιήσει απαραίτητα τότε. Τα θέματα του θανάτου και της απώλειας είναι πιο έντονα τώρα, αν και πάντα υπήρχαν κάπου εκεί μέσα.

D.J.: Ως κάποιος με καλλιτεχνικό υπόβαθρο, προτιμώ το σενάριο του στούντιο. Είναι πιο δημιουργικό από ό,τι το να βρίσκομαι στη σκηνή.

Στο δεύτερο σενάριο, οι τονισμοί είναι πιο συνηθισμένοι - τύπου, «Μην ξεκινάτε με λάθος συγχορδία και να θυμάστε τις αλλαγές».

Στο στούντιο, είμαστε πολύ ανεκτικοί με όποιον θέλει απλώς να δοκιμάσει κάτι και -πιθανώς επειδή το έχουμε κάνει αυτό πολύ συχνά στο παρελθόν ή ξέρουμε ότι θα είναι πολύ απλό και βασικό, αν πρόκειται να λειτουργήσει- δε φαίνεται να χρειάζεται πολύς χρόνος για να είμαστε σε θέση να λειτουργήσουμε, ακόμα και τώρα.

Μια άλλη προσωπική χαρά στη διαδικασία ηχογράφησης των Prolapse είναι ότι πολλά (αλλά όχι όλα) τα ορχηστρικά μέρη των τραγουδιών μας δουλεύονται πρώτα.

Το επόμενο στάδιο, στο οποίο προστίθενται τα φωνητικά, είναι πάντα μια εντελώς μαγική στιγμή, επειδή τότε όλα σχεδόν ακαριαία μετατρέπονται σε ένα κομμάτι Prolapse.

Ο Μick και η Linda έχουν μια αλάνθαστη ικανότητα να ερμηνεύουν τη μουσική με τρόπο που ταυτόχρονα μεταφέρει το κομμάτι κάπου αλλού, αλλά και το μετατρέπει σε κάτι ολοκληρωμένο.

Η συμβολή τους πάντα μάς καθησυχάζει, εμάς οι οποίοι παίζουμε τα όργανα, πως ενώ κοπιάζαμε για να κάνουμε σωστά το κομμάτι μας, κάναμε το σωστό και όλα θα πάνε καλά.

Ωστόσο, η ζωντανή εμπειρία από την «ανάστασή» μας ήταν τόσο ευχάριστη, που νιώθω ακόμη πιο βυθισμένος στις συναυλίες από όσο ήμουν τη δεκαετία του ’90, όταν ήμουν σχεδόν νέος!

P.M.: Τέλεια. Και τα δύο είναι πιθανώς πιο ευχάριστα τώρα από την πρώτη φορά. Νομίζω πως το κουβάλημα βαρέος εξοπλισμού γίνεται μεγαλύτερη πρόκληση καθώς μεγαλώνεις! Και ίσως δεν πίνουμε και τόσο πολύ στις μέρες μας (ως επί το πλείστον!)

Πώς αντιμετωπίζετε την αναπόφευκτη νοσταλγία του/των χρόνου/ων που πέρασαν, χωρίς να τους εξιδανικεύετε; Και σε ποιον απευθύνετε το σχόλιο του τίτλου σας;

T.P.: Ναι, υπάρχει νοσταλγία, αλλά τότε ήταν ένα τόσο μεγάλο κομμάτι της ζωής μας και δεν ήταν εύκολο (τέσσερα άλμπουμ σε τέσσερις δισκογραφικές εταιρείες λένε μια ιστορία), οπότε δεν εξιδανικεύω καθόλου εκείνες τις μέρες.

Αισθανόμουν ότι παρά τις συντριπτικά θετικές κριτικές, πάντα πιέζαμε μια πόρτα που δεν άνοιγε τόσο εύκολα όσο θα μπορούσε.

Η επιτυχία της περασμένης χρονιάς και οι συναυλίες που έχουμε κάνει επιβεβαίωσαν ότι κατέχουμε μια συγκεκριμένη θέση στην (πολύ) μικρή Ιστορία της indie μουσικής.

Οπότε, νιώθω πολύ πιο άνετα με το πού βρισκόμαστε τώρα παρά με το πού ήμασταν τότε. Επομένως, εξιδανικεύω περισσότερο το 2025/26.

L.S.: Είμαι απίστευτα νοσταλγική και συναισθηματική, αλλά νομίζω ότι αυτό το οποίο κάνουμε τώρα είναι από τα καλύτερα πράγματα που έχουμε κάνει, τόσο από άποψη μουσικής όσο και από άποψη συναυλιών.

Δε θέλω να ακουστεί σαν καυχησιά. Είναι απλώς η αλήθεια. Νομίζω ότι εμείς, ή σίγουρα εγώ, το εκτιμούμε περισσότερο τώρα που είμαστε μεγαλύτεροι.

Ξέρουμε πως είναι προνόμιο να έχουμε ακόμα κόσμο ο οποίος να έρχεται στις συναυλίες μας και να ενδιαφέρεται για τη μουσική μας, και ότι είμαστε τυχεροί που έχουμε αυτήν τη διαφυγή από την «κανονική ζωή».

Και το κάνουμε επειδή το θέλουμε, όχι επειδή έχουμε μια δισκογραφική εταιρεία σαπό πίσω μας. Για μένα, είναι εύκολο να μη νοσταλγώ «τις παλιές καλές μέρες», επειδή συμβαίνουν τώρα.

D.J.: Άλλη μια καλή ερώτηση. Λοιπόν, μιλώντας, νομίζω, εκ μέρους των συναδέλφων μας, πάντα προσπαθούσαμε να βρούμε πράγματα που δεν έχουμε ξανακούσει.

Φυσικά, στην εποχή του διαδικτύου, είναι εξίσου δυνατό να κοιτάμε πίσω όσο και μπροστά, επομένως το παρελθόν είναι εξίσου ρευστό με το παρόν.

Τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας μου είναι καταπληκτικοί ανθρακωρύχοι στο βουνό της ροκ μουσικής και πάντα μου αρέσει να ανακαλύπτω τι ακούνε όταν συναντιόμαστε. Και είναι σίγουρο ότι δε θα είναι ποτέ αυτό που ήταν την προηγούμενη φορά.

Ωστόσο, έχω όμορφες αναμνήσεις από τη δεκαετία του ’90.

Ήταν, άλλωστε, η εποχή της ακμής μας και ήμασταν περιτριγυρισμένοι από σπουδαία συγκροτήματα τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, και αυτά προς τα οποία κλίναμε εξακολουθούν να ξεχωρίζουν.

Πάντως, κανένα από τα αρχετυπικά συγκροτήματα της Brit Pop δεν είναι στη λίστα μου.

Δε θέλω να μπω στη μαύρη λίστα, αλλά αν δεν είχε αποτύχει η απόπειρα δολοφονίας του Ντ. Τραμπ, νομίζω ότι καταλαβαίνεις πού το οδηγεί αυτό... Αλλά η φράση εντάσσεται σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο.

Σύμφωνα με την παρουσίαση του άλμπουμ, «το εξώφυλλο είναι μια φωτογραφία ενός σπασμένου καθρέφτη που ανακάλυψε το συγκρότημα σε έναν κάδο στο Νότιο Λονδίνο κατά τη διάρκεια της περιοδείας του».

Μου θυμίζει αισθητικά το Damaged των Black Flag. Κάποιο κρυφό «μήνυμα»;

M.D.: Το όχι και τόσο κρυφό μήνυμα είναι η απογοήτευση και ο θυμός και η πολύ πραγματική αίσθηση ότι υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι σε αυτόν τον κόσμο των οποίων το πρόσωπο χρειάζεται να καταστραφεί.

Είμαστε επίσης μεγάλοι και φαινόμαστε καλύτερα μέσα από σπασμένους καθρέφτες.

«Μισώ, μισώ, μισώ, μισώ», ουρλιάζει η Linda στο Err on the Side of Dead. Τι μισείτε, τι αγαπάτε και πώς τα πάτε με τους νεκρούς;

T.P.: Η κατάσταση της παγκόσμιας γεωπολιτικής αυτήν τη στιγμή είναι σαφώς κάτι που εύκολα μπορεί κάποιος να μισήσει, καθώς καθοδηγείται από ένα είδος φασισμού το οποίο νόμιζα ότι δε θα βλέπαμε ποτέ στη ζωή μας.

Νομίζω πως μια ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία είναι το γεγονός ότι η Αλήθεια έχει εξαφανιστεί εντελώς, είτε από τον Τραμπ και τους MAGA φίλους του, είτε από τo αδιάκοπo σκατό της Τεχνητής Νοημοσύνης που μάς πνίγει.

Στον αντίποδα, έχω δυο κόρες στα πρώιμα προς μέσα twenties τους.

Είναι καταπληκτικές, τόσο ξύπνιες και έχουν τόσο δίκιο σε τόσα πολλά - και με βάζουν στη θέση μου όποτε χρειάζεται.

Συν το ότι μου δείχνουν ότι υπάρχει πολύ καλό εκεί έξω, οπότε το μέλλον μπορεί να είναι ασφαλές στα χέρια τους, αν όλοι αντέξουμε αρκετά ώστε αυτή η γενιά να αναλάβει θέσεις επιρροής. Οπότε, μου αρέσει αυτό.

Γνωρίζοντας πολύ περισσότερους νεκρούς από όσους παλιά, νομίζω πως η κουλτούρα που λέει ότι δεν πεθαίνεις ποτέ μέχρι να πεθάνουν όλοι όσοι γνωρίζεις, είναι μια πολύ ωραία ιδέα, με την οποία χαίρομαι να συμφωνήσω.

L.S.: Μισώ την αγγαρεία και τους καταπιεσμένους ρόλους που πολλές γυναίκες εξακολουθούν να αναγκάζονται να αναλαμβάνουν παρά την υποτιθέμενη ισότητα:

Για παράδειγμα, το να αναλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος των οικιακών εργασιών, το να κερδίζουν λιγότερα από τους άνδρες συναδέλφους τους και τον καθημερινό σεξισμό.

Είναι εύκολο να σκεφτείς: «Οι γυναίκες είναι ίσες τώρα. Τι ακολουθεί;» Σε διαβεβαιώνω ότι αυτό δεν ισχύει καθόλου.

Έχω καλή σχέση με τους νεκρούς. Μιλάω μαζί τους. Κάθισα στον τάφο του θείου μου τις προάλλες για πρώτη φορά, συστήθηκα και γκρίνιαξα. Σκοτώθηκε στη Γαλλία στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ήταν δεκαεννιά ετών.

Το βρίσκω σχεδόν αφόρητο να σκέφτομαι τη μαμά, τον μπαμπά, τα αδέρφια του να τον αποχαιρετούν, κι έπειτα να μην τον ξαναβλέπουν ποτέ.

Οι νεκροί τους οποίους αγαπάμε, η κληρονομιά και ο αντίκτυπός τους στον κόσμο είναι σημαντικοί και πρέπει να εκτιμώνται.

Πριν από χρόνια, θα σου έλεγα πως λατρεύω την underground μουσική και τα vintage ρούχα.

Τώρα, αγαπώ τα πιο απλά και βασικά πράγματα στη ζωή:

Το ότι είμαι ζωντανή - πάντα σταματάω και μυρίζω λουλούδια, εκτιμώ πολύ τους φίλους, τους συγγενείς και τους καλούς συναδέλφους μου και έχω επίγνωση πως είμαστε εδώ μόνο για ένα μικρό χρονικό διάστημα· το ότι είμαι υγιής, απ’ όσο γνωρίζω·

Το ότι δεν είμαι άστεγη και έχω αρκετά να φάω· το ότι τα αυτιά και τα μάτια μου λειτουργούν, ώστε να μπορώ να απολαμβάνω τη θέα και τη μουσική, να βγάζω φωτογραφίες και να διαβάζω βιβλία·

Το ότι όλα τα άκρα μου λειτουργούν, ώστε να μπορώ να οδηγώ, να περπατάω και να εξερευνώ όπως θέλω, και να αγκαλιάζω τα αγαπημένα μου πρόσωπα·

Και το ότι η χώρα μου δε βρίσκεται σε πόλεμο και δε χρειάζεται να στέλνει ανθρώπους που είναι ουσιαστικά πολίτες να σκοτώνουν και να σκοτώνονται.

Μου αρέσουν ακόμα και τα vintage ρούχα. Δυστυχώς, είναι εθισμός.

P.M.:  Οι νεκροί είναι μια χαρά. Έχω εργαστεί ως αρχαιολόγος, οπότε έχω συνηθίσει να έχω να κάνω μαζί τους.

Ευχαριστώ θερμά τον Tim Pattison για τον συντονισμό της συνέντευξης, και καθένα από τα μέλη του συγκροτήματος που ενεπλάκη στη διαδικασία για τον χρόνο και το κέφι του.

Οι Prolapse εμφανίζονται ζωντανά στην Αθήνα την Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου στην Αρχιτεκτονική Club Live Stage (Ελασιδών 6, Γκάζι). Τη συναυλία ανοίγουν οι Bokomolech.



Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Ντάλια δε λα Σέρδα: «Η επανάστασή μου ήταν πάντα να παραμένω ζωντανή»

 


Συγγραφέας και ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των γυναικών, η Μεξικανή Ντάλια δε λα Σέρδα εισέρχεται δυναμικά στο λογοτεχνικό προσκήνιο με τη συλλογή διηγημάτων της, Αδέσποτες Σκύλες, που πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά.

Πρωταγωνίστριές της, Μεξικανές εγκλωβισμένες στον κύκλο της πολιτικής βίας, ως θύματα και θύτριες. Μια χειμαρρώδης συζήτηση με την συγγραφέα.

Σε ποιον βαθμό οι καταβολές σου από την εργατική τάξη και η ζωή σου στο περιθώριο σε έχουν διαμορφώσει ως ακτιβίστρια, συγγραφέα και άνθρωπο;

Οι καταβολές μου και το γεγονός ότι έζησα στο περιθώριο έχουν διαμορφώσει απολύτως όλα όσα κάνω.

Οι πολιτικές και λογοτεχνικές μου δεσμεύσεις είναι βαθιά διατομεακές όσον αφορά στην τάξη και τη φυλή, και ο ακτιβισμός μου διαμορφώνεται από αυτήν τη βιωμένη εμπειρία.

Η επανάστασή μου ήταν πάντα να παραμένω ζωντανή.

Όχι ως μεταφορά για τον κίνδυνο τού να είσαι γυναίκα στο Μεξικό -επειδή δεν αντιμετωπίζουν όλες οι γυναίκες το ίδιο επίπεδο κινδύνου-, αλλά επειδή έχω σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας και αυτοκτονικό ιδεασμό από την παιδική μου ηλικία.

Οι γυναίκες που διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο στο Μεξικό είναι συνήθως οι πιο επισφαλείς και φυλετικοποιημένες:

Γυναίκες που πρέπει να εργάζονται τη νύχτα ή την αυγή, γυναίκες χωρίς δίκτυα υποστήριξης, γυναίκες που παραμένουν σε κακοποιητικές σχέσεις, γυναίκες των οποίων η οικονομική ευαλωτότητα τις εκθέτει σε βία.

Δε βρίσκομαι σε αυτήν την κατάσταση. Δε βιώνω ενδοοικογενειακή βία, η μητέρα μου μένει στον κάτω όροφο, έχω ισχυρούς κύκλους υποστήριξης και δε χρειάζεται να εργάζομαι σε επικίνδυνες ώρες.

Αυτό που αντιμετωπίζω είναι το δημόσιο μίσος. Η λογοτεχνική μου επιτυχία, οι πολιτικές μου απόψεις και το γεγονός ότι γράφω από και για την εργατική τάξη έχουν δημιουργήσει τόσο αγάπη, όσο και μεγάλη εχθρότητα.

Και στο Μεξικό, το να είσαι μια πολιτικά αθυρόστομη γυναίκα -ειδικά μια γυναίκα η οποία γράφει για την κοινωνική τάξη, τη φυλή, τις αμβλώσεις, τη μετανάστευση και τον φεμινισμό- σημαίνει πως είσαι συνεχώς εκτεθειμένη σε εχθρότητα.

Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι επιθυμούν ανοιχτά τον θάνατό μου. Το να παραμείνω ζωντανή είναι, επομένως, και μια πολιτική πράξη· είναι σαν να αρνούμαι να εξαφανιστώ για να ικανοποιήσω όσους θέλουν να φιμωθεί η φωνή μου.

Πώς ορίζεις τη «λογοτεχνία της εργατικής τάξης» στο Μεξικό σήμερα;

Είναι δύσκολο να οριστεί, επειδή το Μεξικό έχει μακρά Ιστορία στη λογοτεχνία για την εργατική τάξη, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της έχει γραφτεί με ένα εξωτερικό, μερικές φορές εξωτικοποιημένο βλέμμα - ένα είδος λογοτεχνικού σαφάρι.

Συγγραφείς από μεσαία ή ανώτερα κοινωνικά στρώματα επισκέπτονται περιβάλλοντα εργατικής τάξης, καταναλώνουν αυτές τις εμπειρίες και στη συνέχεια τις παρουσιάζουν στη λογοτεχνία. Άλλοτε το κάνουν καλά, άλλοτε όχι και τόσο.

Για μένα, αυτό που εξακολουθεί να λείπει είναι η λογοτεχνία δημιουργημένη από τους ίδιους τους ανθρώπους της εργατικής τάξης, γραμμένη από τη δική τους βιωματική εμπειρία.

Αυτό παραμένει σπάνιο στο Μεξικό, επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι με πρόσβαση σε εκδόσεις προέρχονται από πιο προνομιούχες τάξεις.

Η μεξικανική λογοτεχνία εξακολουθεί να οφείλει χώρο στις φωνές της εργατικής τάξης να μιλήσουν για τον εαυτό τους.

Συνίδρυσες τη φεμινιστική οργάνωση Morras Help Morras. Μπορείς να μου πεις περισσότερα γι αυτήν την οργάνωση και για το τι έχει πετύχει μέχρι στιγμής;

Αρχίσαμε να εργαζόμαστε κρυφά γύρω στο 2012-2013 και το 2014 αρχίσαμε να χρησιμοποιούμε δημόσια το όνομα Morras Help Morras.

Συνοδεύσαμε γυναίκες σε αμβλώσεις σε πολιτείες όπου η άμβλωση εξακολουθούσε να ποινικοποιείται.

«Παράνομη» δε σημαίνει μη ασφαλής: ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ταξινομεί τις αμβλώσεις ως ασφαλείς, λιγότερο ασφαλείς ή μη ασφαλείς, και μια παράνομη έκτρωση μπορεί να είναι απολύτως ασφαλής εάν ακολουθηθεί το σωστό πρωτόκολλο.

Επί χρόνια αντιμετωπίζαμε πολιτικές διώξεις, επιθέσεις από συντηρητικές ομάδες, ακόμη και αντίσταση από ορισμένους φεμινιστικούς τομείς που αντιτίθεντο στις δημόσιες συζητήσεις σχετικά με τον ασφαλή τρόπο χρήσης της μισοπροστόλης, η οποία είναι ένα μη συνταγογραφούμενο φάρμακο στο Μεξικό.

Τι έχουμε καταφέρει;

- Έχουμε συνοδεύσει χιλιάδες γυναίκες και έγκυες, σε 5 έως 10 επεμβάσεις την ημέρα, χωρίς σοβαρές επιπλοκές

- Συνεισφέραμε στην αποποινικοποίηση των αμβλώσεων στο Αγουασκαλιέντες, όπου ζούμε και εργαζόμαστε.

- Αμφισβητήσαμε τα ταξικά και ρατσιστικά επιχειρήματα στο πλαίσιο του κυρίαρχου φεμινιστικού λόγου, ειδικά εκείνα τα οποία παρουσιάζουν την άμβλωση ως μορφή κοινωνικής εκκαθάρισης.

Ο ακτιβισμός μας διαμορφώνεται βαθιά από την κοινωνική και φυλετική τάξη.

Εργαζόμαστε σε ιδιαίτερα περιθωριοποιημένες γειτονιές όπου η άμβλωση συχνά στιγματίζεται και υποστηρίζουμε μια προσέγγιση η οποία σέβεται την αυτονομία και την αξιοπρέπεια του κυοφορούντος ατόμου.

Ποια είναι η τρέχουσα κατάσταση των αμβλώσεων στο Μεξικό - από νομικής, πολιτικής και κοινωνικής άποψης;

Η άμβλωση είναι πλέον νόμιμη σε όλο σχεδόν το Μεξικό μέχρι τη δωδέκατη εβδομάδα της κύησης, και είναι δωρεάν.

Υπάρχουν ακόμη ηθικά εμπόδια σε ορισμένα νοσοκομεία, αλλά δεν υπάρχει πλέον ποινικοποίηση για τις γυναίκες που κάνουν έκτρωση ή για εκείνες που τις συνοδεύουν.

Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα αποφανθεί ότι η ποινικοποίηση της άμβλωσης είναι αντισυνταγματική.

Αν και η νομοθεσία του Μεξικού δεν είναι η πιο εκτεταμένη -θα προτιμούσα ένα μοντέλο πιο κοντά στο μοντέλο της Κολομβίας, όπου η έκτρωση είναι νόμιμη έως την 22η εβδομάδα-, η πρόσβαση στο Μεξικό είναι ευρεία, τα δίκτυα υποστήριξης ισχυρά και το κοινωνικό στίγμα μειώνεται.

Η έκτρωση έχει γίνει ένα φυσιολογικό μέρος των καθημερινών συζητήσεων.

Σε μια εποχή κυριαρχούμενη από διαφορετικές μορφές φονταμενταλισμού, ποιες θεωρείς πιο επικίνδυνες και γιατί;

Από την πολιτική μου σκοπιά -υποστηρίζοντας τη νόμιμη άμβλωση, τους νόμους για την ισότητα των φύλων, την ισότητα στον γάμο, τους νόμους για την ταυτότητα φύλου και τις μη επιθετικές πολιτικές μετανάστευσης- οι πιο επικίνδυνοι φονταμενταλισμοί στη Λατινική Αμερική είναι ο ιουδαιοχριστιανικός και η ακροδεξιά.

Μεγάλωσα σε χριστιανικό σπίτι, επομένως γνωρίζω την τεράστια επιρροή που έχουν αυτοί οι θρησκευτικοί θεσμοί.

Αν και το Μεξικό είναι συνταγματικά ένα κοσμικό κράτος και τα μέλη του κλήρου υποτίθεται ότι δεν παρεμβαίνουν σε πολιτικά ζητήματα, στην πραγματικότητα το κάνουν συχνά.

Στη Βραζιλία, οι Προτεστάντες πάστορες έκαναν ανοιχτά εκστρατεία υπέρ του Μπολσονάρου.

Στο Μεξικό, οι ιερείς δίνουν τακτικά οδηγίες στους ανθρώπους να ψηφίζουν υποψηφίους οι οποίοι υπερασπίζονται τις «οικογενειακές αξίες».

Αυτό το επίπεδο πολιτικής επιρροής καθιστά τους συγκεκριμένους φονταμενταλισμούς ιδιαίτερα επικίνδυνους.

Η συλλογή διηγημάτων Αδέσποτες Σκύλες αφηγείται τις ιστορίες διαφορετικών γυναικών. Τι σε γοητεύει περισσότερο στη φόρμα του διηγήματος;

Ερωτεύτηκα τη φόρμα του διηγήματος από ανάγκη.

Για πολλά χρόνια είχα τρεις ή τέσσερις δουλειές ταυτόχρονα:

Υπάλληλος σε τηλεφωνικό κέντρο, πωλήτρια σε υπαίθρια αγορά, πωλήτρια προϊόντων καταλόγου, εργαζόμενη σε μπαρ και αργότερα σε γραφείο σύνταξης εφημερίδας. Είχα πολύ λίγο χρόνο.

Το διήγημα μού επέτρεψε να γράψω ολοκληρωμένες αφηγήσεις σε 5 έως 20 σελίδες χωρίς την πίεση της δημιουργίας ενός ολοκληρωμένου μυθιστορήματος 120 ή 130 σελίδων.

Μου επέτρεψε να αξιοποιήσω στο έπακρο τον λίγο χρόνο που είχα, ενώ παράλληλα ανέπτυσσα ένα λογοτεχνικό έργο.

Τι ενώνει αυτούς τους διαφορετικούς γυναικείους χαρακτήρες, πέρα ​​από την επιθυμία τους να επιβιώσουν σε έναν ασφυκτικό πατριαρχικό κόσμο;

Αυτό που τις ενώνει είναι πως είναι πιο ισχυρές από την πατριαρχική, ρατσιστική και καπιταλιστική βία η οποία τις περιβάλλει. Δεν επιβιώνουν μόνο από αυτήν τη βία - πολλές από αυτές την ξεπερνούν, της αντιστέκονται ή τη μεταμορφώνουν.

Οι χαρακτήρες πεθαίνουν, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις ο θάνατος δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Ήθελα να στείλω αυτό το μήνυμα: στο Μεξικό, η βία δε χρειάζεται να καθορίζει το πεπρωμένο μας.

Οι Μεξικανές αντιμετωπίζουν τον ρατσισμό, τις ταξικές διακρίσεις, την πατριαρχία και τον καπιταλισμό καθημερινά με όποιους πόρους έχουν στη διάθεσή τους.

«Το να είσαι γυναίκα είναι μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης», λέει μια αφηγήτρια. Με ποια έννοια;

Όταν άρχισα να γράφω αυτό το βιβλίο πριν από δέκα χρόνια (σημ.: η συνέντευξη δόθηκε τον Δεκέμβριο του 2025), η κύρια ανησυχία μου ήταν η γυναικοκτονία στην ερωτική ζωή.

Στο Μεξικό, επτά έως έντεκα γυναίκες σκοτώνονται καθημερινά και η συντριπτική πλειοψηφία δε σκοτώνεται σε ένοπλες συγκρούσεις, αλλά από συντρόφους -ή πρώην συντρόφους-, άντρες που κάποτε έλεγαν: «Σ’ αγαπώ».

Εκείνη την εποχή, το να είσαι γυναίκα έμοιαζε με κατάσταση έκτακτης ανάγκης, επειδή ούτε καν το σπίτι σου, ούτε το άτομο που ισχυρίζεται ότι σε αγαπάει, δεν εγγυώνται ασφάλεια.

Σήμερα, εξακολουθώ να πιστεύω πως το να είσαι γυναίκα μπορεί να είναι επικίνδυνο, ειδικά όταν είσαι σε σχέση με έναν άντρα που δεν έχει συναισθηματικά εργαλεία ή βρίσκεται σε ευάλωτη συναισθηματική κατάσταση.

Αλλά αυτήν τη στιγμή στο Μεξικό, πιστεύω ότι η πραγματική κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι το να είσαι ένας νεαρός, φυλετικοποιημένος, επισφαλής άνδρας, ο οποίος στατιστικά είναι αυτός που πεθαίνει μαζικά στον συνεχιζόμενο πόλεμο κράτους-καρτέλ.

Ο τίτλος σου αναφέρεται στον Ταραντίνο. Πόσο κοντά είσαι στον νεο-νουάρ κινηματογράφο και γιατί;

Λατρεύω τον βίαιο κινηματογράφο, τις ταινίες τρόμου και τα ακραία φιλμ.

Η οικογένειά μου δούλευε σε νυχτερινές βάρδιες σχεδόν όλη την παιδική μου ηλικία, οπότε συχνά περνούσα τις νύχτες μόνη.

Το να παρακολουθώ τις πιο ασεβείς, ενοχλητικές ταινίες που μπορούσα να βρω με βοήθησε να διαχειριστώ το άγχος μου. Μου αρέσουν επίσης οι ταινίες εκδίκησης και οι υπερβολικά βίαιες αφηγήσεις.

Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναφορά στον Ταραντίνο δεν ήταν καλλιτεχνική. Ήταν τυχαία. Ενώ έγραφα το προσχέδιο για τις Αδέσποτες Σκύλες, ο σύζυγός μου έβλεπε το Reservoir Dogs. Μου άρεσε ο τίτλος και τον προσάρμοσα.

Αυτή είναι όλη η ιστορία.

Πότε -και πώς- θα σταματήσει το Μεξικό να είναι «ένα τέρας που καταβροχθίζει τις γυναίκες»;

Πιστεύω ότι το τέρας δεν καταβροχθίζει όλες τις γυναίκες εξίσου.

Καταβροχθίζει κυρίως γυναίκες οι οποίες έχουν καταστεί επισφαλείς, γυναίκες φυλειτικοποιημένες, χωρίς δίκτυα υποστήριξης, γυναίκες παγιδευμένες σε βίαιες σχέσεις ή σε οικονομικές συνθήκες που τις εκθέτουν σε βλάβη.

Για να διαλύσουμε αυτό το τέρας, χρειαζόμαστε διαρθρωτικές αλλαγές:

Αξιοπρεπή στέγαση. Μη επισφαλείς θέσεις εργασίας. Ολοκληρωμένη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση. Προσιτή φροντίδα ψυχικής υγείας.

Κοινοτικά δίκτυα αρκετά ισχυρά για να βοηθήσουν τις γυναίκες να εγκαταλείψουν κακοποιητικές σχέσεις. Μη τιμωρητικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης.

Χρειαζόμαστε επίσης οι άνδρες να έχουν πρόσβαση σε εργαλεία συναισθηματικής ρύθμισης.

Ένας άντρας ο οποίος δεν μπορεί να διαχειριστεί την απογοήτευση, τον φόβο ή την εγκατάλειψή του είναι ένας άντρας σε κίνδυνο - για τον εαυτό του και άλλους.

Πιστεύω πράγματι ότι το Μεξικό μπορεί να πάψει να είναι αυτό το τέρας, αλλά όχι μέσω ηθικού διαλόγου.

Πρέπει να συμβεί μέσω της υλικής μεταμόρφωσης των συνθηκών που παράγουν βία.

Ευχαριστώ θερμά το τιμ των Εκδόσεων Carnívora για την πολύτιμη συνδρομή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης, και φυσικά την συγγραφέα για το φλογερό, ασυμβίβαστο πνεύμα της.

Η συλλογή διηγημάτων Αδέσποτες Σκύλες της Ντάλια δε λα Σέρδα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora σε μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη.