Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Σοφία Αντωνίου: «Το θέατρο εξακολουθεί να έχει κάτι βαθιά συλλογικό»

 


Ο Σαιξπηρικός Άμλετ συνυφαίνεται με τη Μηχανή Άμλετ του Χάινερ Μύλλερ στην παράσταση ΆΜΛΕΤ (machine), σε σκηνοθεσία-διασκευή της Σοφίας Αντωνίου, με «φόντο» έναν καταρρέοντα κόσμο. Τον δικό μας.

Η παράσταση παρουσιάζεται στο Θέατρο «Πορεία at Victoria». Συζητώντας με την σκηνοθέτρια.

Συγκαταλέγεσαι σε μια νεότερη γενιά δημιουργών, σκηνοθετώντας κυρίως θεατρικές παραστάσεις. Πώς, κατά τη γνώμη σου, οριοθετείται -αισθητικά, πολιτικά, υπαρξιακά- αυτή η γενιά και πώς αντιλαμβάνεσαι το «νέο» στην τέχνη;

Νομίζω πως κάθε προσπάθεια να οριοθετηθεί αυστηρά μια «γενιά» στην τέχνη είναι κάπως περιοριστική, γιατί οι διαδρομές, οι αναφορές και οι αγωνίες του καθενός διαφέρουν πολύ.

Παρ’ όλα αυτά, αισθάνομαι ότι οι νεότεροι δημιουργοί μεγαλώσαμε μέσα σε μια συνθήκη διαρκούς αστάθειας -οικονομικής, πολιτικής, υπαρξιακής- και αυτό αναπόφευκτα διαπερνά τη δουλειά μας.

Υπάρχει μια έντονη επίγνωση της επισφάλειας, αλλά ταυτόχρονα και μια ανάγκη να ξαναβρούμε τρόπους συλλογικότητας, να φανταστούμε κοινότητες, έστω και προσωρινές, μέσα από την τέχνη.

Αισθητικά, βλέπω μια μεγαλύτερη ελευθερία ως προς τα μέσα και τις φόρμες.

Δεν υπάρχει πια τόσο η ανάγκη να υπηρετηθεί μία «καθαρή» θεατρική γλώσσα· οι νεότεροι δημιουργοί συχνά δουλεύουμε πιο υβριδικά, συνομιλώντας με τον κινηματογράφο, τη μουσική, τις εικαστικές τέχνες ή το ψηφιακό περιβάλλον.

Ταυτόχρονα όμως, αυτή η τεράστια πληθώρα εικόνων, υλικών και πληροφοριών μέσα στην οποία υπάρχουμε μπορεί να λειτουργήσει και ως εμπόδιο.

Πολλές φορές δυσκολευόμαστε να φτάσουμε σε κάτι απλό, ουσιαστικό και καθαρό, χωρίς υπερφόρτωση ή διαρκή ανάγκη εντυπωσιασμού.

Ταυτόχρονα, θεωρώ πως ένα νέο σύμπτωμα της εποχής είναι και η εμμονή με το sold out, με την ανάγκη να «πουλήσεις», να δημιουργήσεις ένα προϊόν που θα τραβήξει άμεσα την προσοχή του κοινού.

Αυτή παρουσιάζεται συχνά ως αναγκαιότητα της αγοράς και είναι εύκολο οι καλλιτέχνες να παγιδευτούμε μέσα σε αυτή τη λογική.

Όμως πιστεύω πως ο ρόλος της τέχνης δεν είναι να υπακούει σε αυτό που θεωρείται εμπορικά επιθυμητό ή επικοινωνιακά αποτελεσματικό.

Ίσως η μεγαλύτερη ευθύνη του καλλιτέχνη σήμερα να είναι να προστατεύει έναν εσωτερικό χώρο ελευθερίας - να ακούει το ένστικτό του, τον χρόνο της δουλειάς του και την πραγματική ανάγκη πίσω από αυτό που θέλει να πει.

Όσο για το «νέο», δεν το αντιλαμβάνομαι ως εμμονή με την πρωτοτυπία ή ως ανάγκη να απορρίψουμε ό,τι προηγήθηκε.

Το νέο προκύπτει, για μένα, όταν μια μορφή ή μια αφήγηση κατορθώνει να συλλάβει κάτι αληθινό για το παρόν· όταν δημιουργεί έναν διαφορετικό τρόπο να βλέπουμε, να ακούμε ή να συνυπάρχουμε.

Μπορεί να γεννηθεί ακόμα και μέσα από ένα κλασικό κείμενο, αν αυτό φωτιστεί με έναν τρόπο που αφορά ουσιαστικά το σήμερα.




Αναμετριέσαι συχνά με αυτό που αποκαλείται «κλασική δραματουργία», είτε πρόκειται για την αρχαιοελληνική, είτε την πιο σύγχρονη. Η πρώτη παράστασή σου την οποία παρακολούθησα ήταν, εξάλλου, ο Οιδίποδας Τύραννος.

Τι αναζητάς, τι βρίσκεις, τα σε τρομάζει και τι σε λυτρώνει στα «κλασικά» κείμενα; Και πού, κυρίως, συνίστανται οι προκλήσεις στην απόδοση/διασκευή τους με μια πιο «σύγχρονη» και προσωπική ματιά;

Νομίζω πως επιστρέφω στα κλασικά κείμενα γιατί κουβαλούν κάτι βαθιά ανθρώπινο και ανοιχτό, κάτι που συνεχίζει να μας αφορά ακόμη κι όταν αλλάζουν οι εποχές, οι πολιτικές συνθήκες ή οι αισθητικές φόρμες.

Στον Οιδίποδα, για παράδειγμα, αυτό που με συγκλόνισε ήταν η αγωνία του ανθρώπου να καταλάβει ποιος είναι, ακόμα κι αν η αλήθεια τον διαλύσει. Αυτή η ανάγκη αυτογνωσίας, αλλά και η βία της γνώσης, μου φαίνονται τρομακτικά σύγχρονες.

Αυτό που με τρομάζει στα κλασικά είναι ακριβώς η αντοχή τους· το ότι επιστρέφουν διαρκώς και μας αποκαλύπτουν πλευρές του εαυτού και της κοινωνίας που θα προτιμούσαμε ίσως να μην κοιτάξουμε.

Ταυτόχρονα όμως εκεί βρίσκεται και κάτι λυτρωτικό:

H αίσθηση ότι οι ανθρώπινες αντιφάσεις, οι φόβοι, η μοναξιά, η επιθυμία, η εξουσία ή η απώλεια δεν είναι αποκλειστικά δικά μας βάρη, αλλά κάτι που διαπερνά την ανθρώπινη εμπειρία εδώ και αιώνες.

Η μεγαλύτερη πρόκληση, όταν προσεγγίζεις ένα κλασικό έργο σήμερα, είναι να αποφύγεις δύο παγίδες: από τη μία τη μουσειακή αναπαράσταση και από την άλλη μια επιφανειακή «επικαιροποίηση».

Δε με ενδιαφέρει να κάνω ένα έργο «σύγχρονο» μόνο μέσα από εξωτερικά στοιχεία ή εύκολους παραλληλισμούς με το σήμερα.

Με ενδιαφέρει περισσότερο να ανακαλύψω ποιο είναι το ζωντανό του τραύμα, το υπαρξιακό ή πολιτικό του ερώτημα, και πώς αυτό μπορεί να συναντήσει τη δική μας εποχή με ειλικρίνεια.

Αναζητάς, επίσης, και την κοινωνική διάσταση στη θεατρική δημιουργία, η οποία έχει εκφραστεί και μέσω της συνεργασίας σου με την ομάδα «Εν Δυνάμει» για την παράσταση Σχέδιο Αντιγόνη. Θα ήθελες να αναφερθείς σ’ αυτήν τη συνεργασία;

Έχω μια μακροχρόνια σχέση με την ομάδα «Εν Δυνάμει» και η επαφή μου μαζί της με έχει αλλάξει όχι μόνο ως καλλιτέχνη αλλά και ως άνθρωπο.

Η συνάντηση και η συνεργασία με άτομα με αναπηρία είναι σοκαριστικά αποκαλυπτική, γιατί σε φέρνει αντιμέτωπο με το πόσο η κοινωνία μας δεν είναι πραγματικά μια κοινωνία συμπερίληψης.

Δε βλέπεις σχεδόν ποτέ άτομα με αναπηρία στον δημόσιο χώρο· συχνά είναι κρυμμένα μέσα στα σπίτια ή σε διάφορες δομές, σαν να μην τους ανήκει ισότιμα η κοινωνική ζωή.

Αυτό που κάνει η ομάδα «Εν Δυνάμει» είναι σπουδαίο, γιατί φέρνει το κοινό σε άμεση επαφή με αυτή την πραγματικότητα, χωρίς διδακτισμό ή εύκολη συγκίνηση.

Η παράσταση Σχέδιο Αντιγόνη ήταν για μένα μια πράξη απόλυτης συμπερίληψης: πάνω στη σκηνή δεν έβλεπες ανάπηρα και μη ανάπηρα άτομα, αλλά μια κοινωνία που μάχεται απέναντι σε μια εξουσία που δεν ακούει.

Στον ΆΜΛΕΤ (machine) που παρουσιάζεται, σε σκηνοθεσία σου, στο Θέατρο «Πορεία», συνδυάζεις τον Σαιξπηρικό Άμλετ με τη Μηχανή Άμλετ του Χάινερ Μύλλερ. Ποια είναι τα σημεία σύγκλισης και απόκλισης των δύο κειμένων;

Αυτό που με συγκινεί στη συνάντηση αυτών των δύο κειμένων είναι ότι, παρότι γράφτηκαν σε τελείως διαφορετικές εποχές, μοιάζουν να συνομιλούν πάνω στην ίδια αίσθηση αδυναμίας απέναντι σε έναν κόσμο που καταρρέει.

Ο Άμλετ του Σαίξπηρ είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να δράσει, να καταλάβει την αλήθεια, να βρει μια ηθική στάση μέσα σε ένα σάπιο πολιτικό σύστημα.

Στη Μηχανή Άμλετ του Μύλλερ, αυτός ο άνθρωπος μοιάζει πλέον διαλυμένος. Η Ιστορία έχει περάσει από πάνω του και έχει αφήσει μόνο θραύσματα, ερείπια, μια αίσθηση αδυναμίας και αποσύνθεσης.

Η βασική τους απόκλιση βρίσκεται ίσως στη σχέση με την ελπίδα.

Στον Σαίξπηρ υπάρχει ακόμη η πίστη ότι η τραγωδία μπορεί να οδηγήσει σε μια μορφή κάθαρσης ή αποκάλυψης.

Στον Μύλλερ, αντίθετα, αυτή η δυνατότητα μοιάζει να έχει χαθεί. Αυτό το πέρασμα από τον άνθρωπο της τραγωδίας στον άνθρωπο των ερειπίων είναι κάτι που με απασχολεί πολύ και αισθάνομαι ότι αφορά βαθιά και τη δική μας εποχή.




«Ο Άμλετ γίνεται (...) μια ανοιχτή αναμέτρηση με τα φαντάσματά μας - τα προσωπικά, τα συλλογικά, τα ιστορικά», διαβάζω στο Δελτίο Τύπου. Ποια είναι αυτά τα «φαντάσματα» και γιατί επέλεξες τον Άμλετ για να τα αντιμετωπίσει;

Τα «φαντάσματα» στον Άμλετ δεν είναι μόνο κυριολεκτικά· είναι όλα όσα επιστρέφουν και μας στοιχειώνουν, ατομικά και συλλογικά.

Είναι οι οικογενειακές μνήμες, η βία, οι αποτυχίες της Ιστορίας, τα πολιτικά τραύματα που δεν έχουν πραγματικά επουλωθεί, αλλά και μια βαθύτερη αίσθηση ματαίωσης ή αδυναμίας που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη εποχή.

Ο Άμλετ είναι για μένα ένα πρόσωπο που βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπο με αυτά τα φαντάσματα. Δεν μπορεί να τα αγνοήσει, αλλά ούτε και να τα ξεπεράσει εύκολα.

Είναι ένας άνθρωπος που σκέφτεται, που αμφιβάλλει, που παλεύει να βρει μια αλήθεια μέσα σε έναν διαλυμένο κόσμο. Ίσως γι’ αυτό συνεχίζει να μας αφορά τόσο βαθιά.

Το σκηνικό -«γυμνό», λιτό, ίσως και σκληρό- παραπέμπει στην Έρημη Χώρα, σε έναν τόπο ρημαγμένο από μια καταστροφή που έρχεται. Πώς το δουλέψατε;

Το σκηνικό του Άμλετ είναι, για μένα, ο ψυχικός του κόσμος· ένα υπαρξιακό τοπίο που σταδιακά αποκαλύπτεται.

Με την Μαριλένα Καλαϊτζαντωνάκη, η οποία είναι σκηνογράφος, ενδυματολόγος αλλά και παραγωγός της παράστασης, δουλέψαμε πολύ πάνω στην ιδέα του ερειπίου, της αποδόμησης, της θεατρικότητας που ενυπάρχει ήδη στο ίδιο το έργο και της διαρκούς μεταμόρφωσης.

Ο Άμλετ συνεχώς μεταμορφώνεται, μεταβάλλεται· δεν είναι ποτέ σταθερός, αλλά κάθε φορά κάτι άλλο. Παίξαμε πολύ με αυτούς τους όρους του «είναι» και «φαίνεται», με το τι είναι ψέμα και τι αλήθεια, τι αποκαλύπτεται και τι αποκρύπτεται.

Ο χώρος ακολουθεί αυτή τη ρευστότητα, σαν να αλλάζει μαζί με τη συνείδηση του ίδιου του ήρωα.

Έχω την τύχη να συνεργάζομαι σταθερά με τη Μαριλένα Καλαϊτζαντωνάκη (Οιδίποδας Τύραννος, Σχέδιο Αντιγόνη, Η ζωή, τα γηρατειά και ο θάνατος μιας γυναίκας του λαού).

Μοιραζόμαστε την κοινή ανάγκη να δημιουργούμε κόσμους από το μηδέν· κόσμους με ποίηση αλλά και αλήθεια, που συνομιλούν υποσυνείδητα με το τώρα και λειτουργούν ως εμπειρία για το κοινό.

Μας συνδέει επίσης ένας κοινός ηθικός κώδικας, που αφορά και τον τρόπο δουλειάς: σεβασμό, φροντίδα, ευθύνη και ενιαίο καλλιτεχνικό όραμα.

Η Μαριλένα αναλαμβάνει και το κομμάτι της παραγωγής, ώστε να εξασφαλίζεται ένας τρόπος δουλειάς που στηρίζεται σε αυτές τις αρχές, κάτι που στην εποχή μας δεν είναι καθόλου αυτονόητο.

Είμαι τυχερή που συνεργάζομαι μαζί της και μαθαίνω πολλά από αυτήν.

Και νομίζω πως χρειάζεται να δοθεί περισσότερο φως σε γυναίκες παραγωγούς που βρίσκονται στον χώρο και αγωνίζονται να δημιουργήσουν έναν νέο τρόπο επαγγελματικής σχέσης και καλλιτεχνικής πρακτικής, αφήνοντας πίσω παγιωμένες παθογένειες του παρελθόντος.

Το καστ είναι πολυπρόσωπο και ποικιλόμορφο, τιμώντας με ουσιαστικό τρόπο τη συχνά συκοφαντημένη (αλλά και ύπουλα αφομοιωμένη/αφομοιώσιμη από την εξουσία) αρχή της συμπερίληψης. Με ποια κριτήρια επιλέχτηκαν οι ηθοποιοί;

Το κάστινγκ προέκυψε κυρίως από την ανάγκη να δημιουργηθεί μια ομάδα ανθρώπων που να μπορώ πραγματικά να συνεργαστώ και να εμπιστευτώ στη διαδικασία.

Οι ηθοποιοί αυτοί είναι άνθρωποι που εκτιμώ και θαυμάζω, όχι μόνο για το υποκριτικό τους ταλέντο, αλλά πρωτίστως για αυτό που είναι ως προσωπικότητες και για τον τρόπο που στέκονται μέσα στη δουλειά.

Η επιλογή της Οφηλίας έγινε για μένα αβίαστα, σχεδόν φυσικά, και παρ’ όλα αυτά φέρει από μόνη της μια ισχυρή πολιτική διάσταση.

Δε με ενδιαφέρει να ασχοληθούμε στο έργο με τη συμπερίληψη ως θέμα ή ως δήλωση, αλλά να την πράττουμε στην πράξη, χωρίς να την υπογραμμίζουμε ή να την εργαλειοποιούμε.

Νομίζω πως εκεί βρίσκεται και η ουσία: στο να δημιουργείται μια πραγματική συνύπαρξη πάνω στη σκηνή, χωρίς να χρειάζεται να εξηγείται διαρκώς.

Με τον Δημήτρη Καπουράνη γνωριζόμαστε από τη σχολή και η πρώτη μου δουλειά μετά την αποφοίτηση ήταν μαζί του, στο Lulu.

Από τότε του έκανα την πρόταση να συνεργαστούμε στον Άμλετ, κάτι που προέκυψε με μεγάλη φυσικότητα μέσα από αυτή τη διαδρομή εμπιστοσύνης.

Ο Δημήτρης είναι ένα σπάνιο πλάσμα με ήθος και αληθινή αγάπη για τη δουλειά. Είναι πρωταγωνιστής χωρίς να το κάνει θέμα, χωρίς να το επιβάλλει ή να το διατυμπανίζει.

Και αυτό, για μένα, είναι κάτι που δεν συναντάς συχνά στη δουλειά μας - αυτήν την ταπεινή, ουσιαστική παρουσία που στηρίζει ολόκληρη τη σκηνική διαδικασία.

Σε έναν κόσμο αποδομημένο και εν πολλοίς διαλυμένο -όπως εκείνο του Άμλετ-, μπορεί η τέχνη -και συγκεκριμένα το θέατρο- να συμβάλει στη διατύπωση μιας νέας συλλογικής αφήγησης;

Νομίζω πως σήμερα δυσκολευόμαστε όλο και περισσότερο να πιστέψουμε σε μεγάλες συλλογικές αφηγήσεις· ίσως γιατί έχουμε δει πολλές από αυτές να καταρρέουν ή να γίνονται εργαλεία εξουσίας.

Παρ’ όλα αυτά, το θέατρο εξακολουθεί να έχει κάτι βαθιά συλλογικό: ανθρώπους που συγκεντρώνονται στον ίδιο χώρο και χρόνο για να μοιραστούν μια εμπειρία. Και μόνο αυτό, σήμερα, έχει μεγάλη σημασία.

Δεν ξέρω αν η τέχνη μπορεί να προτείνει μια νέα ενιαία αφήγηση για τον κόσμο.

Ίσως, όμως, μπορεί να δημιουργήσει μικρές κοινότητες εμπειρίας, στιγμές όπου ξαναθυμόμαστε τι σημαίνει να ακούμε, να βλέπουμε και να συνυπάρχουμε πραγματικά με τους άλλους.

Για μένα, εκεί βρίσκεται ακόμη η πολιτική και η ανθρώπινη δύναμη του θεάτρου.

Είναι ήδη μεγάλο κέρδος το ότι, μετά την παράσταση, μένουμε και συζητάμε με το κοινό πάνω στα θέματα του έργου, πάνω στην ποίηση που κάθισε για λίγο πάνω από τα κεφάλια μας.

Αν έστω και ένας άνθρωπος ανοίξει τον Άμλετ ή τη Μηχανή Άμλετ για να τα διαβάσει μόνος του στο σπίτι, τότε αισθάνομαι ήσυχη και μπορώ να πάω παρακάτω.

Οι φωτογραφίες της παράστασης είναι του Ανδρέα Κανελλόπουλου.

Η παράσταση ΆΜΛΕΤ (machine), σε σκηνοθεσία-διασκευή Σοφίας Αντωνίου, παρουσιάζεται στο Θέατρο «Πορεία at Victoria» (Τρικόρφων 3-5 & 3ης Σεπτεμβρίου 69, Αθήνα) μέχρι και τις 2 Ιουνίου.



Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Ναταλία Γεωργοσοπούλου: «Δε διαχωρίζω την τέχνη από την πολιτική και τη ζωή»

 

Φανή Βοβώνη (αριστερά), Ναταλία Γεωργοσοπούλου (δεξιά)/ (Φωτογραφία: Αντωνία Κάντα)

Μια επί σκηνής κατάδυση στον κόσμο της έγκλειστης αντάρτισσας πόλεων Ουλρίκε Μάινχοφ επιχειρούν η ηθοποιός Ναταλία Γεωργοσοπούλου και η βιολίστρια Φανή Βοβώνη στην παράσταση Ulrike - Γράμματα από τη νεκρή πτέρυγα.

Συνομιλώντας με την Ναταλία Γεωργοσοπούλου με αφετηρία την εξαιρετική αυτή δουλειά, η οποία παρουσιάζεται στο Θέατρο Φούρνος μέχρι και τις 13 Μαΐου.

«Τα όπλα της κριτικής δεν μπορούν, βέβαια, να αντικαταστήσουν την κριτική των όπλων», έγραφε ο Καρλ Μαρξ στην εισαγωγή της Συμβολής στην Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου.

Ποιο είναι το, πρωτίστως υπαρξιακό και δευτερευόντως πολιτικό, «κατώφλι» που χρειάζεται να διαβεί ένας άνθρωπος προκειμένου να υπερβεί το πλαίσιο της τυπικής νομιμότητας, με ό,τι μια τέτοια επιλογή συνεπάγεται;

Γράφει η Ουλρίκε Μάινχοφ, το 1968 λίγο καιρό πριν περάσει στην παρανομία με τη RAF, στο περιοδικό Konkret:

«Διαμαρτυρία είναι όταν λέω πως αυτό και αυτό δε μου αρέσει. Αντίσταση είναι όταν φροντίζω αυτό που δε μου αρέσει, να μη συνεχιστεί. Η διαμαρτυρία είναι όταν αρνούμαι να αποδέχομαι κάτι. Η αντίσταση είναι όταν βεβαιώνομαι ότι όλος ο κόσμος επίσης παύει να το αποδέχεται».

To άρθρο της είχε τίτλο Από τη Διαμαρτυρία στην Αντίσταση. Δύο χρόνια μετά, η Μάινχοφ πήδηξε κυριολεκτικά και μεταφορικά από το παράθυρο της ως τότε ζωής της για να διεκδικήσει μια άλλη- ελεύθερη ζωή.

Η Ουλρίκε Μάινχοφ, την οποία ενσαρκώνεις με ένταση και συνέπεια στην παράσταση Ulrike - Γράμματα από τη νεκρή πτέρυγα, υπήρξε ένας τέτοιος άνθρωπος.

Τι, επομένως, σε εμπνέει, σαγηνεύει ή/και τρομάζει στην Μάινχoφ ως άνθρωπο, ριζοσπαστικό πολιτικό υποκείμενο και σκηνικό χαρακτήρα, 50 χρόνια μετά τη δολοφονία της στα κρατικά κολαστήρια του Στάμχαϊμ;

H Oυλρίκε Μάινχοφ έζησε τα παιδικά της χρόνια τη θηριωδία του ναζισμού. Έπειτα πολιτικοποιήθηκε και έγινε μαχόμενη δημοσιογράφος με έντονη παρουσία στα αντιπολεμικά κινήματα της εποχής. Στη συνέχεια, πέρασε στην παρανομία με τη RAF.

Βλέπει κάποιος την πορεία ενός ανθρώπου που φέρει το τραύμα του πολέμου και αναζητά μια άλλη συνθήκη ζωής, προσπαθώντας με κάθε μέσο να μην επαναληφθούν τα εγκλήματα του παρελθόντος. Αναζητά ένα παρόν και ένα μέλλον.

Στο τέλος, φυλακίζεται σε ειδικά κελιά, λευκά και ηχομονωμένα, βιώνοντας την πλήρη αισθητηριακή απομόνωση. Μέσα σ’ αυτήν τη συνθήκη η ενέργειά της για αντίσταση επιβιώνει.

Από το 1968 που έγραψε τη φράση την οποία προανέφερα μέχρι το 1976, που δολοφονείται, η αντίσταση την χαράσσει και την διαπερνά.

Στα γράμματά της βλέπεις την πίστη, τη δύναμη ενός ανθρώπου ο οποίος, ακόμα και όταν το σώμα τον εγκαταλείπει, η ψυχή και η σκέψη συγκροτείται για να κρατήσει την ιδεολογία.

Η επιστολογραφία της, στην οποία βασίζεται η παράσταση, μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά. Γιατί, ως δημιουργική ομάδα, επιλέξατε να καταπιαστείτε με το συγκεκριμένο κείμενο;

Τα γράμματά της, που μεταφράσαμε ο Σάββας Στρούμπος, η Φανή Βοβώνη κι εγώ, δεν είναι απλώς προσωπικές εξομολογήσεις ή πολιτικά ντοκουμέντα.

Οι λέξεις, οι φθόγγοι, οι σκέψεις, τα συναισθήματα, οι ήχοι αποτελούν, όπως έλεγε ο Σάββας στις πρόβες, μια σύγχρονη υπαρξιακή και ιστορική τραγωδία.

Τα έντονα βιώματα τα οποία βάζει στο χαρτί μάς κινητοποίησαν να μεταφράσουμε το υλικό και να το μεταφέρουμε στην σκηνή, σε μια παράσταση όπου ο λόγος, η μουσική, το σώμα προσπαθούν να αποκαλύψουν τις εσωτερικές διαδρομές ενός ανθρώπου που βιώνει την ακραία συνθήκη της πλήρους απομόνωσης των αισθήσεων.

Ενός ανθρώπου ο οποίος διατηρεί την ενέργεια για σκέψη, για δράση, για αντίσταση όταν το σώμα καταρρέει.

Δεν προσπαθούμε να αναπαραστήσουμε την Ουλρίκε Μάινχοφ επί σκηνής, η ζωή μάς υπερβαίνει.. Προσπαθούμε μέσω της ποιητικής να φέρουμε στο θέατρο τους ψυχικούς κραδασμούς μιας ανυπότακτης επαναστάτριας.

Γιατί η γραφή αποτελεί -ή μπορεί να αποτελέσει- «σανίδα σωτηρίας» σε καταστάσεις εγκλεισμού -πολύχρονου ή μη-, όπως συχνά έχουμε δει να συμβαίνει ανά τους αιώνες σε περιπτώσεις πολιτικών κρατουμένων, ίσως και όχι μόνο;

Σε συνθήκες απομόνωσης, όπου δε βλέπεις κανέναν και δεν ακούς τίποτα, η ενέργεια της γραφής φαντάζομαι είναι μια κάποια ανακούφιση.

Γράφοντας το ανείπωτο, πρέπει να είναι μια μορφή ενεργοποίησης και αντίστασης της σκέψης από τον εκάστοτε μηχανισμό ο οποίος συντρίβει τον κρατούμενο.

O μονόλογος είναι ένα θεατρικό είδος με ιδιαίτερες απαιτήσεις τόσο από τον/την ηθοποιό, όσο και από το εκάστοτε κοινό. Ποιες είναι οι κύριες προκλήσεις με τις οποίες κλήθηκες να αναμετρηθείς στη συγκεκριμένη παράσταση;

Θα έλεγα πως η παράσταση είναι ένα υβρίδιο θεάτρου, περισσότερο σαν σκηνική εγκατάσταση. Στη σκηνή είμαστε η Φανή Βοβώνη που παίζει βιολί και εγώ.

Ο λόγος και η μουσική, από κοινού, επιχειρούν ένα ταξίδι καταβύθισης στον κόσμο των γραμμάτων της Ουλρίκε Μάινχοφ. Αυτό το οποίο δεν μπορεί να πει ο λόγος έρχεται να το πει το βιολί και εκεί που το βιολί δεν είναι αρκετό είναι ο λόγος.

Είμαστε 2 ερμηνεύτριες οι οποίες προσπαθούμε με κάθε μέσο να υπερβούμε την κανονική συνθήκη χρήση της γλώσσας. Θα έλεγα, επομένως, ότι δεν πρόκειται για μονόλογο.


Φανή Βοβώνη (αριστερά), Ναταλία Γεωργοσοπούλου (δεξιά)/ (Φωτογραφία: Αντωνία Κάντα)



Επί σκηνής, συνυπάρχετε, λοιπόν, με την Φανή Βοβώνη, υπεύθυνη για την πρωτότυπη μουσική, τη μουσική δραματουργία και βιολίστρια. Για μια παράσταση στα όρια του «θεάτρου δωματίου» το βιολί μοιάζει ιδανικό.

Γιατί προτιμήθηκε;

Προσωπικά, το βιολί είναι το αγαπημένο μου όργανο, επειδή μου θυμίζει τις συχνότητες που μπορεί να πιάσει ένας άνθρωπος, από πολύ υψηλές τονικότητες ως μπάσες.

Επίσης, είναι ένα όργανο το οποίο πρέπει να εφαρμόσει στο σώμα του μουσικού, δεν τοποθετείται στον χώρο. Είναι ελεύθερο.

Όταν με τον Σάββα Στρούμπο συζητούσαμε για την μορφή της παράστασης, εκείνος πρότεινε ως μουσικό επί σκηνής την Φανή, λόγω της μουσικής της δεινότητας και λόγω της σωματικότητας που φέρει με το βιολί.

Έπειτα, μάθαμε πως η Ουλρίκε Μάινχοφ έπαιζε βιολί και ήταν λίγο πριν το σπουδάσει.

Μια συγκυρία πραγμάτων μας οδήγησαν στην παράσταση να υπάρχει μια βιολίστρια επί σκηνής όπου με απολύτως ενσώματο τρόπο διαμορφώνει τον ηχητικό κόσμο της παράστασης.

Το σκηνικό είναι αφαιρετικό, λιτό, σχεδόν γυμνό. Λευκό χρωματικά -για να συμβολίσει την αισθητηριακή απομόνωση του «λευκού κελιού»-, με λίγα διάσπαρτα αντικείμενα εδώ κι εκεί.

Πόσο αναγκαία είναι για σένα η λιτότητα των αφηγηματικών μέσων;

Σε μια παράσταση όπου το κείμενο είναι τόσο δυνατό, καταιγιστικό, υπάρχει ανάγκη να βρεθούν μέσα ποιητικά για να ανοίξουν τον χρόνο και τον χώρο.

Η λευκή σκηνική εγκατάσταση, την οποία έχει επιμεληθεί η Κατερίνα Σωτηρίου, είναι σαν τον λευκό καμβά όπου όλα είναι δυνατά: το σώμα μπορεί να ραγίσει, το στόμα να κραυγάσει, το βιολί να κινηθεί σε αλλόκοτους δρόμους.

Έπειτα το κοστούμι  φέρει μια σκηνική ποιητική. Δεν υπάρχει ταύτιση νατουραλιστική. Το κοστούμι μοιάζει σαν γάζα ή ένα κουρέλι που καλύπτει το πληγωμένο σώμα.

Το σώμα μένει έκθετο σε μια τέτοια συνθήκη, γίνεται φορέας μνήμης του βασανιστηρίου της λευκής απομόνωσης.

Δε θέλουμε να κρύψουμε τίποτα, επιθυμούμε όλα να είναι φανερά, σαν κάποιος να χαράκωσε κάποιον και αυτός αιμορραγεί με ανοιχτές πληγές.

Οτιδήποτε άλλο θα ήταν συγκάλυψη ενός βασανιστηρίου που στόχο είχε τη σωματική και ψυχική εξόντωση του κρατούμενου.

«Το ζήτημα δεν είναι να κάνουμε πολιτικές ταινίες, αλλά να κάνουμε ταινίες πολιτικά», υποστήριζε ο Γκοντάρ. Πώς εμπεριέχεται το πολιτικώς πράττειν στο modus operandi σου ως καλλιτέχνιδας;

Και πόσο απαραίτητη είναι η επαναπολιτικοποίηση της τέχνης σε μια εποχή κατά την οποία οι εξουσιαστικές ελίτ -ακόμα και οι καλλιτεχνικές- θα προτιμούσαν οι καλλιτέχνες/καλλιτέχνιδες να μην παίρνουν πολιτική θέση δημοσίως;

Οι παραστάσεις που έχουν γίνει με την Ομάδα «Άλας», της οποίας είμαι ιδρυτικό μέλος, είναι όλες ανεξάρτητες, χειροποίητες.

Η επιθυμία για δημιουργία, ανεξάρτητα από το αν οι οικονομικές συνθήκες για να πραγματοποιηθεί η παράσταση είναι ευνοϊκές ή όχι, είναι από μόνη της πολιτική πράξη.

Προσωπικά, δε διαχωρίζω την τέχνη από την πολιτική, από την καθημερινότητα και από τη ζωή. Αυτό θα οδηγούσε σε έναν διαιρεμένο άνθρωπο ο οποίος ανάλογα με πού βρίσκεται, πράττει.

Είναι σημαντικό να δημιουργούμε τη ζωή με γνώμονα το αν η καρδιά μας χτυπάει πραγματικά γι’ αυτό το οποίο κάνουμε. Αν διατηρούμε την ενέργεια της δημιουργίας στην τέχνη, αυτό για μένα είναι πολιτικό.

Ο τρόπος σκέψης, και όχι η θεματολογία, είναι πολιτική. Είναι πράξη ζωής. Έλεγε ο Νίκος Παπατάκης:

«Σε αναζήτηση μιας κραυγής ικανής να εκφράσει όλον τον πόνο, όλη την εξέγερση των βασανισμένων του κόσμου... οι χαρακτήρες βρίσκονται σε μια κατάσταση όπου δεν μπορούν παρά να εξεγερθούν».

Οι καλλιτέχνες παίρνουν θέση δημοσίως με το έργο τους. Πολλές φορές, αν κάποιος εκφράζεται περισσότερο δημόσια για την πολιτική, δηλώνει τον μικρό βαθμό πολιτικής του συνείδησης.

Ο καλλιτέχνης είναι σημαντικό να φέρει μια ησυχία για να ακούει, όχι θόρυβο με λόγια εκτός της τέχνης.

Η παράσταση Ulrike - Γράμματα από τη νεκρή πτέρυγα, με συμπρωταγωνίστριες τις Ναταλία Γεωργοσοπούλου και Φανή Βοβώνη, παρουσιάζεται στο Θέατρο Φούρνος (Μαυρομιχάλη 168, Νεάπολη Εξαρχείων).

Μέρες και ώρες παραστάσεων: Δευτέρα έως Τετάρτη, 4, 5, 6, 11, 12 και 13 Μαΐου.



Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

Άννα Πατσέκο: «Συχνά, μιλάω για την ‘γκουρμεδοποίηση’ του κέντρου των πόλεων»

 


Συνδυασμός πολιτικού μανιφέστου, χρονικού και δοκιμίου, το Ήρθα εδώ και μας θυμήθηκα: Μια ιστορία για τον τουρισμό, την εργασία και την τάξη της Άννα Πατσέκο αναδεικνύει τις κοινωνικές συνέπειες της τουριστικής βιομηχανίας.

Μια διεξοδική συζήτηση με την συγγραφέα με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά.

Γιατί ταξιδεύουμε και ποια είναι η διαφορά μεταξύ ενός ταξιδιώτη και ενός τουρίστα, αν υπάρχει; Τι σημαίνει στην πραγματικότητα το «ταξίδι» σε υπαρξιακό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο;

Κατά την άποψή μου, είναι μια μάλλον μη βοηθητική διάκριση, αν αυτό που θέλουμε είναι να αναλύσουμε την πολυπλοκότητα του κλάδου και τις επιπτώσεις του. Γι’ αυτό, σε προσωπικό επίπεδο και ως ερευνήτρια, δε νιώθω άνετα να τη χρησιμοποιώ.

Παραδοσιακά, έχει χρησιμεύσει για να διακρίνει δύο τύπους ταξιδιωτών μέσω μιας ουσιαστικά ταξικής προκατάληψης:

Στον «ταξιδιώτη» αποδίδεται ένα σύνολο ηθικών χαρακτηριστικών, σαν να ήταν εγγενώς σεβαστός, βιώσιμος και εκ φύσεως περίεργος, ενώ ο «τουρίστας» έρχεται να αντιπροσωπεύει αυτήν την επεμβατική, καταστροφική και τελικά «κακή» εισβολή.

Προφανώς, κανείς μας δε θέλει να είναι τουρίστας και όλοι θέλουμε να είμαστε ταξιδιώτες.

Αλλά, παρατήρησε πως ακόμη και πλατφόρμες όπως η Airbnb, όταν εισήλθαν στις οικονομίες της Νότιας Ευρώπης μετά την κρίση του 2008, εκμεταλλεύτηκαν σε μεγάλο βαθμό την έννοια του «ταξιδιώτη» στην προώθησή τους.

Ήταν μέρος του ήθους της εταιρείας να σε κάνει να αισθάνεσαι σαν ντόπιος σε ένα άνετο διαμέρισμα, να σε απομακρύνει από τα χυδαία κυκλώματα του μαζικού τουρισμού· να ταξιδεύεις «με σκοπό».

Και αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα ανάμεσα σε πολλά.

Τις περισσότερες φορές, αυτή η διάκριση χρησιμοποιείται ως εμπορικό κίνητρο για την πώληση ενός είδους ταξιδιού το οποίο είναι εξαιρετικά αμφισβητήσιμο ως προς το αν είναι πιο ηθικό ή υπεύθυνο από άλλα.

Ή αν μπορεί να λύσει μια σύγκρουση ενώ παράλληλα θα δημιουργήσει μια άλλη στην πορεία, όπως η αστικοποίηση νέων περιοχών, η εξωτικοποίηση ή άλλες «ήπιες» μορφές αποικιοκρατίας.

Σε πολλές άλλες περιπτώσεις, είναι απλώς ο τρόπος με τον οποίο, για παράδειγμα, περιγράφει τον εαυτό του ένας Ευρωπαίος backpacker που ταξιδεύει για έξι μήνες στη Λατινική Αμερική.

Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς: ποιος έχει την οικονομική δυνατότητα να ταξιδέψει στο εξωτερικό για έξι μήνες;

Αυτή η ιδέα του «αργού ταξιδιού», η οποία σίγουρα έχει θετικές πτυχές όσον αφορά στο κόστος ενέργειας, είναι μια ατομική πρόταση της μεσαίας τάξης.

Γι’ αυτό είμαι βαθιά επιφυλακτική απέναντι σε αυτήν τη διάκριση και τη βρίσκω αναποτελεσματική για τη διεξαγωγή μιας πραγματικά εις βάθος ταξικής ανάλυσης του ζητήματος.

Το Ήρθα εδώ και μας θυμήθηκα: Μια ιστορία για τον τουρισμό, την εργασία και την τάξη είναι ένας συνδυασμός πολιτικού μανιφέστου, χρονικού και δοκιμίου. Ποιες ανάγκες υπαγόρευσαν τη συγκεκριμένη μορφή αυτού του κειμένου;

Ναι, είναι ενδιαφέρον. Νομίζω ότι εδώ ενώνονται οι δύο ή τρεις πτυχές μου.

Κατ’ αρχάς, συνειδητοποίησα ότι μια καθαρά δοκιμιακή μορφή δε μου ερχόταν φυσικά.

Σύντομα, επηρεασμένη από συγγραφείς όπως ο Richard Sennett, ο David Graeber, η Barbara Ehrenreich ή η Leila Guerriero, κατάλαβα πως υπήρχε μια λίγο πολύ λογοτεχνική, λίγο πολύ ανθρωπολογική παρόρμηση που έπρεπε να είναι παρούσα.

Οι συναντήσεις με εργατικές επιτροπές, οι επισκέψεις σε πολυτελή ξενοδοχεία, τα πάρτι με εργάτες και στελέχη ήταν πολύ ενθαρρυντικά για να σκεφτώ την εργασία και τον τουρισμό· όλα ήταν γεμάτα εκπληκτικές λεπτομέρειες.

Σε εκείνο το σημείο, το βλέμμα μου έγινε σχεδόν μυθιστορηματικό-δημοσιογραφικό. Κατέγραψα μια τεράστια ποσότητα υλικού και, καθώς το μετέγραφα, συνειδητοποίησα ότι ορισμένα στοιχεία είχαν ήδη πολύ νόημα από μόνα τους, σε ακατέργαστη μορφή.

Γι’ αυτόν τον λόγο, ένα μέρος του βιβλίου αναπαράγει μαρτυρίες εργατών σχεδόν χωρίς επεξεργασία. Καθοδηγήθηκα από μια φράση του κοινωνιολόγου Πιερ Μπουρντιέ: «Οι κυριαρχούμενες τάξεις δε μιλούν, μιλούν γι’ αυτές».

Υπήρχε κάτι στην προσπάθεια να αντιστραφεί αυτό· στο να μη γίνεις μια απόμακρη, δίκαιη φωνή. Επιτρέποντας στο δοκίμιο να αποτελείται επίσης από μια πολλαπλότητα φωνών, ακόμη και φωνών οι οποίες αντιφάσκουν η μία την άλλη.

Το βιβλίο Ο Δρόμος προς την Αποβάθρα του Γουίγκαν του Τζορτζ Όργουελ, το οποίο εξερευνά τη δουλειά των ανθρακωρύχων και των οικογενειών τους στη βόρεια Αγγλία, άσκησε μεγάλη επιρροή.

Το ίδιο και το μυθιστόρημα Τεϊοποτεία της Λουίζα Καρνές, που διαδραματίζεται σε ένα ελιτίστικο καφέ κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας και είναι εμπνευσμένο από τη δουλειά της ίδιας της συγγραφέως σε ένα καφέ.

Μου φαίνεται, ως αναγνώστη του βιβλίου σου, ότι, εκτός από τον έντονα χιουμοριστικό -ακόμα και, κατά διαστήματα, σαρκαστικό- τόνο του, είναι προϊόν οργής και απογοήτευσης.

Πόσο απαιτητικό ήταν να πολιτικοποιήσεις αυτά τα συναισθήματα και να τα μετατρέψεις σε μια συνεκτική αφήγηση;

Σε σχεδόν όλα όσα γράφω, αυτό το χιούμορ απλώς βγαίνει στην επιφάνεια. Δεν ξέρω καν πώς ή από πού προέρχεται.

Είναι αλήθεια ότι όταν γράφεις ένα βιβλίο σαν κι αυτό, πρέπει να είσαι αρκετά διακριτική ώστε να μην αφήσεις την αφηγηματική σου φωνή να κατακλύσει τα πάντα και να μετατρέψει την ανάγνωση σε μια πραγματική δοκιμασία.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο ενοχλητικό από έναν πλακατζή (ο οποίος δεν είναι πλακατζής) που σου λέει πράγματα.

Ωστόσο, πιστεύω ότι είναι δυνατόν να είμαστε ευφάνταστοι με τους αναγνώστες μας. Οι αγαπημένοι μου συγγραφείς είναι εκείνοι που ξέρουν πώς να είναι διαυγείς, ακλόνητα πολιτικοί και αυθόρμητοι.

Ίσως λόγω του μη ακαδημαϊκού οικογενειακού μου υπόβαθρου, έχω εμμονή με την ευανάγνωστη φύση των εννοιών, με την προσβασιμότητα η οποία δε θυσιάζει την εκλέπτυνση ή τη ριζοσπαστικότητα.

Αυτό επιδιώκω και προσπαθώ να βελτιώνομαι κάθε μέρα.

Συχνά, σκέφτομαι επίσης μια φράση του Ισπανού «καταραμένου ποιητή» Μίτσι Πανέρο: «Σε αυτήν τη ζωή μπορείς να είσαι οτιδήποτε, εκτός από βαρετός». Υποθέτω πως έχει να κάνει και με αυτό.

Η διερεύνηση των ταξικών σχέσεων/ρήξεων μεταξύ της διοίκησης/ανώτατων στελεχών και των εργαζομένων στον τομέα του μαζικού τουρισμού/ξενοδοχείων στην Ισπανία είναι πολύ διορατική.

Πόσο δυναμικές -και ίσως μεταβλητές- είναι αυτές οι σχέσεις;

Αυτό με ενδιέφερε πολύ.

Πάντα λέω ότι, περισσότερο από ένα βιβλίο για τον τουρισμό, είναι στην πραγματικότητα ένα μικρό βιβλίο για την εργασία.

Ήθελα να αναλύσω ποιες υποκειμενικότητες διαμορφώνουν την αυτοαντίληψη των εργαζομένων και πώς αλληλεπιδρούν με τις διευθυντικές βαθμίδες.

Επίσης, τι είδους σχέσεις και συναισθήματα δημιουργούνται· πώς υλοποιείται η εκμετάλλευση σε ένα εργασιακό περιβάλλον όπου, εξαρχής, η ίδια η έννοια του «εργαζομένου» έχει θολώσει.

Με εντυπωσίασαν οι ευφημισμοί οι οποίοι χρησιμοποιούνται για να αντικαταστήσουν τη λέξη «εργαζόμενος», όπως Ταλέντο, Εσωτερικοί Πελάτες ή, πάνω απ’ όλα, Οικοδεσπότες.

Επιπλέον, ο τεράστιος πολλαπλασιασμός των ρόλων μεσαίας διοίκησης, που φτάνουν σε πραγματικά παράλογα επίπεδα, θέσεις όπου κανείς δεν έχει στην πραγματικότητα κανέναν υπό την ευθύνη του, παράγοντας πιο υποτακτικό εργατικό δυναμικό.

Φυσικά, αυτό δεν ισχύει αποκλειστικά για αυτόν τον τομέα. Πιθανότατα θα έχεις παρατηρήσει ότι κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στη δική σου δουλειά.

Υπήρξε μια προσπάθεια να σαρωθούν οι ιδιαιτερότητες της σύγχρονης εργασίας σε αυτή την τερματική και απελπισμένη φάση του καπιταλισμού.

Η τουριστικοποίηση έχει σταδιακά μετατρέψει ολόκληρες περιοχές και γειτονιές στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο σε θεματικά πάρκα απευθυνόμενα σε καταναλωτές υψηλού εισοδήματος.

Παράλληλα, οδηγεί στον εκτοπισμό πρώην κατοίκων.

Απολύτως. Συχνά, μιλάω για την «γκουρμεδοποίηση» του κέντρου των πόλεων.

Αν περπατήσεις στη Βαρκελώνη ή τη Μαδρίτη, ή σε οποιοδήποτε μεσαίας ή μεγάλης έκτασης κέντρο πόλης, θα παρατηρήσεις τον τεράστιο αριθμό διαφημίσεων και πινακίδων οι οποίες πωλούν «Πολυτελή Διαμερίσματα».

Τα καταστήματα αλλάζουν, στοχεύοντας σε ένα είδος πελάτη που δεν είμαστε εμείς.

Στην Passeig de Gràcia, έναν από τους ιστορικά ακριβότερους δρόμους της Βαρκελώνης, υπάρχει σχεδόν καθημερινά μια ατελείωτη ουρά έξω από το Loewe.

Ακόμη και η γαστρονομική προσφορά προσαρμόζεται στις προτάσεις πολυτελείας:

Τρόφιμα που κάποτε ήταν φθηνά, όπως τα μπιφτέκια, τώρα είναι ολοένα και πιο ακριβά και πωλούνται με την επωνυμία «γκουρμέ» σε μαύρο φόντο, με κόκκινα γράμματα και προκλητικό μάρκετινγκ.

Ακόμα κι έτσι, όσο κι αν προσπαθήσουν, δε θα τους αφήσουμε να κάνουν το ίδιο με τα κεμπάπ!

Αυτό το οποίο βλέπουμε είναι μια εκδίωξη και ελιτοποίηση της πόλης, με αρνητικές και δραματικές συνέπειες για όλους τους ανθρώπους που ζουν και εργάζονται εκεί.

Πολλά δημοτικά συμβούλια έχουν στρώσει το κόκκινο χαλί για τους επενδυτές και έχουν πουλήσει εκτάσεις στον πλειοδότη με το πρόσχημα της προσέλκυσης «ποιοτικού τουρισμού».

Η έννοια, λοιπόν, της «ποιότητας», όπως και του «ταξιδιώτη», είναι στρατηγική μάρκετινγκ χρησιμοποιούμενη σε εμπορικές εκθέσεις και συνέδρια για να συνεχίσει να απορροφά πόρους από περιοχές και να τους μεταφέρει σε μια εταιρική ελίτ.

Αυτή είναι η αλήθεια για την τουριστικοποίηση:

Το πρόβλημα δεν είναι τόσο ο τουρίστας -πόσο μάλλον ο φτωχός τουρίστας, που κάνει ό,τι μπορεί και καταλήγει στην Αθήνα για τρεις μέρες- αλλά ολόκληρος ο μηχανισμός ο οποίος καθιστά δυνατή τη συσσώρευση κεφαλαίου εις βάρος της δυστυχίας μας.

Ποια είναι η έκταση της στεγαστικής κρίσης στην Ισπανία αυτήν τη στιγμή και ποιο είναι το νομικό πλαίσιο λειτουργίας των Airbnb στη χώρα;

Το ποσοστό των νεαρών ιδιοκτητών κατοικιών έχει μειωθεί από 56,1% σε 30,6% σε διάστημα 20 ετών, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Εθνικού Στατιστικού Ινστιτούτου (INE) της Ισπανίας.

Επιπλέον, άτομα κάτω των 35 ετών ξοδεύουν το ένα τρίτο του μισθού τους για την ενοικίαση δωματίου.

Αυτό έχει οδηγήσει στην επονομαζόμενη «γενιά των ενοικιαστών», σηματοδοτώντας μια μετατόπιση στην Ισπανία, μια χώρα ιστορικά χαρακτηριζόμενη από ισχυρή ιδιοκατοίκηση, εν μέρει λόγω ενός πολύ περιορισμένου αποθέματος δημόσιων ή επιδοτούμενων κατοικιών.

Αν, στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 2008, η Πλατφόρμα για τα Άτομα που Επηρεάζονται από Στεγαστικά Δάνεια (PAH) ήταν ένα από τα ισχυρότερα κοινωνικά κινήματα κατά των εξώσεων λόγω αθετήσεων των στεγαστικών δανείων, σήμερα τα συνδικάτα ενοικιαστών αναλαμβάνουν σε μεγάλο βαθμό τους νέους λαϊκούς αγώνες.

Στη Βαρκελώνη, χάρη στους νόμους για τη ρύθμιση των ενοικίων που προωθούνται από την Ένωση Ενοικιαστών, οι αυξήσεις στα ενοίκια έχουν παγώσει, αν και αυτό παραμένει ανεπαρκές, καθώς οι τιμές ήταν ήδη πολύ υψηλές.

Σε πολλές άλλες ισπανικές πόλεις -ειδικά στη Μαδρίτη- οι τιμές έχουν εκτοξευθεί στα ύψη. Στη Μαδρίτη, η μέση τιμή ενός δωματίου είναι 625€.

Όσον αφορά το Airbnb, οι κανονισμοί διαφέρουν μεταξύ των Δήμων.

Η Βαρκελώνη, όπου ζω, ήταν η πρώτη πόλη στον κόσμο η οποία επέβαλε πρόστιμο στην πλατφόρμα το 2016 για την καταχώριση παράνομων διαμερισμάτων.

Με την πάροδο των ετών, το δημοτικό συμβούλιο έχει προσπαθήσει να επιβάλει πρόστιμα και να καταπολεμήσει τις μη αδειοδοτημένες ενοικιάσεις.

Ωστόσο, το πρόβλημα κάθε άλλο παρά έχει λυθεί -εξακολουθούν να υπάρχουν πολλές καταχωρίσεις, ειδικά όταν συνδυάζονται με βραχυχρόνιες ενοικιάσεις- γεγονός που περιορίζει τον πραγματικό αντίκτυπο αυτών των μέτρων.

Επιπλέον, τα στοιχεία δείχνουν ότι μεταξύ 2008 και 2024, η συγκέντρωση ιδιοκτησίας ακινήτων έχει ανέβει στα ύψη:

Δεν είναι μόνο ότι η γενιά των ενοικιαστών δεν μπορεί να αγοράσει σπίτια, αλλά πως και άλλοι τα αγοράζουν για να κερδοσκοπήσουν. Αυτό είναι το υποβόσκον θέμα πίσω από το ζήτημα του τουρισμού.

Πώς μπορεί η τάση της υπερβολικής τουριστικοποίησης να αντιστραφεί συλλογικά ή τουλάχιστον να επιβραδυνθεί με αγώνες «από τα κάτω»;

Ποιες είναι οι πιθανότητες επιτυχίας αυτού του -σε κάθε περίπτωση- απαραίτητου υπαρξιακού αγώνα;

Είναι μια τεράστια πρόκληση.

Η μάχη κατά της τουριστικοποίησης πρέπει να συμβαδίζει με τον αγώνα για πρόσβαση σε αξιοπρεπή στέγαση, τους οικολογικούς αγώνες και τον αγώνα για προσβάσιμη, ευχάριστη και υγιεινή ξεκούραση. Όλα είναι συνδεδεμένα.

Μου αρέσει να φαντάζομαι μια απάντηση στο διάσημο γκραφίτι «Τουρίστες γυρίστε στο σπίτι σας». Σε αυτό το σύνθημα, κάποιος θα μπορούσε να απαντήσει: «Ποιο σπίτι; Ούτε εγώ έχω».

Η ιδέα είναι να αρθρωθεί ένα ευρύ πολιτικό υποκείμενο, το οποίο να περιλαμβάνει ντόπιους, περιστασιακούς επισκέπτες, μετανάστες, ακόμη και ψηφιακούς νομάδες ή ομογενείς.

Δεν απέχουμε και τόσο πολύ μεταξύ μας. Τελικά, το ζητούμενο είναι να σκεφτούμε τι είδους πόλεις ή κωμοπόλεις θέλουμε και τι είδους άνθρωποι θέλουμε να υπάρχουν σε αυτές. Έχει να κάνει με το δικαίωμα στην πόλη και στην ανάπαυση.

Και πάνω απ’ όλα, με το να φανταστούμε ένα παραγωγικό μοντέλου το οποίο θα μας επιτρέπει να ξεκουραζόμαστε περισσότερο και καλύτερα.

Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει απαραίτητα αναδιαμόρφωση αυτού που μέχρι τώρα κατανοούσαμε ως «καλές διακοπές».

Υπάρχει ακόμα πολλή δουλειά που πρέπει να γίνει, αλλά έχω ελπίδα.

Πάνω απ’ όλα, φαίνεται επείγον να τονίσουμε ότι δεν απαρνούμαστε τον ελεύθερο χρόνο και την ξεκούραση.

Αυτό το οποίο αρνούμαστε είναι να μας εκδιώξει η ελιτοποίηση και να επιτρέψει σε αυτήν τη μορφή τουρισμού για τους υπερπλούσιους να εδραιωθεί.

Πρόσφατα, μαζί με τον ερευνητή Έρνεστ Κανιάδα, ενδιαφέρθηκα πολύ να αναλύσω καινοτόμες εμπειρίες όπως ο συνδικαλιστικός τουρισμός στην Αργεντινή ή ο συνεταιριστικός τουρισμός στην Ουρουγουάη.

Νομίζω πως μπορούμε να μάθουμε πολλά από ορισμένες από αυτές τις εμπειρίες της Λατινικής Αμερικής.

Στο βιβλίο, αναφέρω το παράδειγμα του Sesc Bertioga στο Σάο Πάολο, ενός θέρετρου για εργαζόμενους στον τομέα των υπηρεσιών εύκολα προσβάσιμου στο κοινό, με καλή συμπεριφορά στους εργαζόμενους και καλούς μισθούς, κάτι ασυνήθιστο στη φιλοξενία.

Πώς θα περιέγραφες τις ιδανικές διακοπές σου είτε ως βιωματική εμπειρία, είτε ως εσωτερική επιθυμία;

Με τα χρόνια, έχω γίνει περισσότερο ένα πλάσμα της συνήθειας: Απολαμβάνω όλο και περισσότερο να μένω στο ίδιο μέρος. Μου αρέσει να χαλαρώνω όλη μέρα, να διαβάζω, να πηγαίνω στην παραλία, να τρώω και να κοιμάμαι, και να μην ελέγχω το email μου.

Αυτές είναι οι αγαπημένες μου διακοπές.

Ευχαριστώ θερμά το τιμ των Εκδόσεων Carnívora για την πολύτιμη βοήθειά του στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Το βιβλίο της Άννα Πατσέκο Ήρθα εδώ και μας θυμήθηκα: Μια ιστορία για τον τουρισμό, την εργασία και την τάξη κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora σε μετάφραση της Χριστιάννας Νικηφοράκη.