Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Σαουσάν Καούντ: «Η τέχνη και η πολιτική συχνά τέμνονται»

 


Διαποτισμένο από συντριπτική μελαγχολία, το Αφήνοντας τη Γάζα της Παλαιστίνιας Σαουσάν Καούντ είναι ένα ντοκιμαντέρ για το τραύμα της εξορίας μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας που μεταναστεύει από τη Γάζα στη Ρωσία.

Κουβεντιάζοντας με την σκηνοθέτρια λίγο πριν την ευρωπαϊκή πρεμιέρα του φιλμ της στο πλαίσιο του 28ου ΦΝΘ.

Γεννημένη στη Νάμπλους και κάτοικος της Ραμάλα, είσαι έμπειρη σκηνοθέτρια και επίσης λέκτορας πανεπιστημίου. Τι σε έστρεψε κατ’ αρχήν στο ντοκιμαντέρ;

Το ενδιαφέρον μου για τη σκηνοθεσία ντοκιμαντέρ ξεκίνησε πριν από περίπου είκοσι πέντε χρόνια, όταν εργαζόμουν στη δημοσιογραφία κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Ιντιφάντα.

Εκείνη την εποχή, ένιωθα ότι οι προσωπικές ιστορίες ήταν ο πιο ειλικρινής τρόπος για να κατανοήσουμε και να εκφράσουμε την πραγματικότητα που ζούσαμε.

Το ντοκιμαντέρ έγινε ένας τρόπος για μένα να ξεπεράσω τα δεδομένα των ειδήσεων και να εξερευνήσω την ανθρώπινη πλευρά αυτών των εμπειριών.

Αργότερα, πέρασα δώδεκα χρόνια διδάσκοντας στο πανεπιστήμιο και ίδρυσα τη δική μου εταιρεία παραγωγής στην Παλαιστίνη, την Mashahid for Art & Film Production.

Μέσω της εργασίας μου σε πολιτιστικά ιδρύματα όπως η Κινηματογραφική Λέσχη Παλαιστίνης και το Παλαιστινιακό Ινστιτούτο Κινηματογράφου, έχω παραμείνει στενά συνδεδεμένη με την παλαιστινιακή πολιτιστική σκηνή.

Για μένα, το ντοκιμαντέρ είναι τόσο μια δημιουργική γλώσσα όσο και μια προσωπική αναγκαιότητα.

Στο πλαίσιο της Παλαιστίνης είναι επίσης ένας τρόπος να διατηρήσουμε τις ιστορίες και να αναλογιστούμε την ταυτότητά μας και τη συλλογική μας μνήμη.

Σπούδασες μίντια και εργάστηκες ως ανταποκρίτρια στη Μόσχα για αρκετά χρόνια. Πώς συνδέεσαι με τη ρωσική πολιτιστική, πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα και πόσο έχει επηρεάσει την οπτική σου στον κινηματογράφο;

Σπούδασα τηλεοπτική δημοσιογραφία στη Ρωσία και αργότερα κινηματογραφική παραγωγή στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Τα χρόνια που πέρασα στη Μόσχα είχαν ισχυρό αντίκτυπο πάνω μου, όχι μόνο ακαδημαϊκά αλλά και πολιτισμικά.

Ο ρωσικός πολιτισμός, η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος άνοιξαν έναν διαφορετικό τρόπο θεώρησης της αφήγησης, ειδικά το βάθος που δόθηκε στις ανθρώπινες εμπειρίες και την ιστορική μνήμη.

Μετά τις σπουδές μου, εργάστηκα ως ανταποκρίτρια για το κανάλι MBC στην Ιερουσαλήμ, κάτι το οποίο με επανέφερε στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της περιοχής.

Με την πάροδο του χρόνου, άρχισα να ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα για ιστορίες που συνδέουν την Παλαιστίνη και τη Ρωσία, καθώς αυτές απηχούν μέρη του προσωπικού μου ταξιδιού.

Αυτές οι εμπειρίες διαμόρφωσαν την οπτική μου ως σκηνοθέτριας.

Μου επέτρεψαν να δω ιστορίες υπό πολλαπλά πολιτισμικά πρίσματα και να προσεγγίσω τη δημιουργία ντοκιμαντέρ με βαθύτερη επίγνωση της Ιστορίας, της ταυτότητας και των προσωπικών αφηγήσεων.

Το Αφήνοντας τη Γάζα, το τελευταίο σου ντοκιμαντέρ το οποίο προβάλλεται στο πλαίσιο του 28ου ΦΝΘ, αφηγείται την ιστορία της οικογένειας Ασούρ, που εγκαταλείπει τη Γάζα για μια νέα ζωή στο Βόλγκογκραντ της Ρωσίας.

Πώς και πότε συνάντησες για πρώτη φορά αυτήν την οικογένεια -τον Γασάν, την Ρωσίδα σύζυγό του, Άννα, και τις κόρες τους, Ντούνια και Λίζα- και πόσο ανοιχτή ήταν στο να μοιραστεί την οδυνηρή ιστορία της;

Γνώρισα για πρώτη φορά την οικογένεια Aσούρ μέσα από ένα σύντομο βίντεο που μοιράστηκε η Ντούνια στο διαδίκτυο.

Σε αυτό, μίλησε για τον εκτοπισμό, τον φόβο της για το μέλλον και την αβεβαιότητα για το αν το επόμενο βήμα θα ήταν η επιβίωση ή ο θάνατος.

Με άγγιξε επίσης βαθιά επίσης μια μικρή λεπτομέρεια: μίλησε για τις γάτες που αναγκάστηκαν να αφήσουν πίσω όταν έφυγαν από το σπίτι τους, ενώ κατάφεραν να πάρουν τον σκύλο τους, τον Γκούτσι.

Αυτές οι προσωπικές στιγμές αποκάλυψαν την ανθρώπινη πλευρά μιας πολύ μεγαλύτερης τραγωδίας.

Είναι ενδιαφέρον ότι αρχικά άκουσα για την ιστορία της Ντούνια μέσω της κόρης μου, Νάταλι, η οποία ζούσε στον Καναδά εκείνη την εποχή.

Είχε δει το βίντεο της Ντούνια και μου το είχε πει, καθώς είχαν σπουδάσει μαζί στο Εθνικό Ωδείο Μουσικής «Edward Said». Αυτή η προσωπική επαφή έκανε την ιστορία να μοιάζει ακόμα πιο κοντινή.

Στην αρχή, δεν ήξερα αν αυτό θα γινόταν ταινία. Όταν ξεκινήσαμε τα γυρίσματα μέσω της ομάδας μας στη Γάζα, η πρόθεσή μου ήταν απλώς να καταγράψω την ιστορία από μια ανθρώπινη οπτική γωνία.

Αργότερα, αφού η οικογένεια μεταφέρθηκε στη Ρωσία με τη βοήθεια του ρωσικού Υπουργείου Άμυνας, τους συνάντησα στο Βόλγκογκραντ. Χρειάστηκε χρόνος μέχρι να νιώσουμε όλοι άνετα να μετατρέψουμε την εμπειρία τους σε φιλμ.

Από πολλές απόψεις, η ίδια η διαδικασία των γυρισμάτων έγινε ένας χώρος συναισθηματικής απελευθέρωσης.

Η οικογένεια αισθάνθηκε πως η κοινοποίηση της ιστορίας της θα μπορούσε να δώσει φωνή σε πολλούς Παλαιστίνιους που έζησαν παρόμοιες εμπειρίες κατά τη διάρκεια του πολέμου.




Η Άννα παρομοιάζει τη Γάζα με το Στάλινγκραντ, με την έννοια ότι και οι δύο πόλεις και οι κάτοικοί τους είναι ανθεκτικοί και έχουν πολεμήσει/πολεμούν τον φασισμό, στο παρελθόν και στο παρόν, αντίστοιχα.

Συμμερίζεσαι την παρατήρησή της; Είναι ο γενοκτονικός σιωνισμός ο φασισμός του σήμερα;

Στο ντοκιμαντέρ, προσπαθώ να δώσω χώρο στους χαρακτήρες να εκφράσουν τα δικά τους συναισθήματα και ερμηνείες για την πραγματικότητα που έχουν βιώσει.

Η σύγκριση της Άννας προέρχεται από το προσωπικό της υπόβαθρο και την κατανόησή της για την Ιστορία, ιδιαίτερα της μνήμης του Στάλινγκραντ και την ανθεκτικότητα η οποία συνδέεται με αυτό.

Ως σκηνοθέτρια, ο ρόλος μου δεν είναι να επιβάλω μία μόνο ερμηνεία, αλλά να καταγράφω τις βιωματικές εμπειρίες των ανθρώπων στην ιστορία.

Αυτό που αντικατοπτρίζει το φιλμ είναι η ευρύτερη πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν οι Παλαιστίνιοι εδώ και δεκαετίες - εκτοπισμό, κατοχή και επαναλαμβανόμενους κύκλους βίας.

Για πολλούς Παλαιστίνιους, ο πιο πρόσφατος πόλεμος στη Γάζα έμοιαζε με μια ακραία συνέχεια αυτής της ιστορίας.

Μέσα από την ιστορία της οικογένειας, η ταινία αγγίζει θέματα επιβίωσης, απώλειας και αντοχής.

Η εμπειρία τους είναι βαθιά προσωπική, αλλά αντανακλά επίσης την ευρύτερη κατάσταση την οποία βιώνουν πολλοί Παλαιστίνιοι από το 1948 και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν σήμερα.

Διαποτισμένο από μια συντριπτική μελαγχολία, το Αφήνοντας τη Γάζα είναι μια ταινία για το τραύμα της εξορίας (που «βρίσκει συνεχώς νέες μορφές»), τη δύναμη του ανήκειν και της μνήμης και την ανάγκη για επιστροφή στην πατρίδα.

Θα ήθελες να αναλύσεις τη δυσκολία -καθώς και την αναγκαιότητα- της αντιμετώπισης και διαχείρισης αυτών των εννοιών σε κινηματογραφικό πλαίσιο;

Η εξορία δεν είναι μόνο μια σωματική κατάσταση· είναι επίσης μια συναισθηματική και ψυχολογική συνθήκη που συνεχίζει να μεταμορφώνεται με την πάροδο του χρόνου.

Στο Αφήνοντας τη Γάζα, με ενδιέφερε να εξερευνήσω πώς ο εκτοπισμός δεν τελειώνει όταν οι άνθρωποι εγκαταλείπουν έναν τόπο. Συνεχίζεται μέσα από τη μνήμη, μέσα από το αίσθημα του ανήκειν και μέσα από τη συνεχή επίγνωση του τι έχει χαθεί.

Η αντιμετώπιση αυτών των θεμάτων σε μια ταινία είναι ταυτόχρονα δύσκολη και απαραίτητη.

Είναι δύσκολη επειδή το τραύμα είναι βαθιά προσωπικό και δεν μπορεί πάντα να εκφραστεί εύκολα, ειδικά για ανθρώπους που εξακολουθούν να βιώνουν τις συνέπειές του.

Ταυτόχρονα, ο κινηματογράφος προσφέρει έναν χώρο όπου αυτές οι εμπειρίες μπορούν να μοιραστούν με ειλικρίνεια και ευαισθησία.

Για μένα, η πρόκληση ήταν να παραμείνω κοντά στην ανθρώπινη διάσταση της ιστορίας. Αντί να μιλάει για την εξορία με αφηρημένους όρους, το φιλμ παρακολουθεί την καθημερινή ζωή, τα συναισθήματα και τις αναμνήσεις μιας οικογένειας.

Μέσα από την εμπειρία τους, αρχίζουμε να κατανοούμε πώς η εξορία προσπαθεί να αναδιαμορφώσει την ταυτότητα, αλλά και πώς η μνήμη και η επιθυμία για επιστροφή παραμένουν ισχυρές δυνάμεις στη ζωή των ανθρώπων.




Το Αφήνοντας τη Γάζα είναι βαθιά πολιτικό. Κατά τη γνώμη σου, ταιριάζει η πολιτική στην τέχνη; Πρέπει οι καλλιτέχνες να μιλούν ανοιχτά για την πολιτική, όταν αισθάνονται την ανάγκη να το κάνουν;

Πιστεύω ότι η τέχνη είναι ένας τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι εκφράζουν τις ιστορίες τους, τις ανησυχίες τους και τις πραγματικότητες που βιώνουν. Είναι πολύ δύσκολο να διαχωρίσεις την τέχνη από το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο στο οποίο δημιουργείται.

Ως καλλιτέχνες, είμαστε μέρος του κόσμου γύρω μας και το έργο μας αναπόφευκτα αντανακλά τις εμπειρίες και τα ερωτήματα που διαμορφώνουν τη ζωή μας.

Για μένα, κάθε ταινία την οποία κάνω συνδέεται με ένα κομμάτι της δικής μου ανθρώπινης φύσης.

Ο κινηματογράφος, όπως και άλλες μορφές τέχνης, είναι μια γλώσσα μέσω της οποίας οι κοινωνίες επικοινωνούν τις αναμνήσεις, τους αγώνες και τις ελπίδες τους.

Υπό αυτή την έννοια, η τέχνη και η πολιτική συχνά τέμνονται, ειδικά όταν ασχολούνται με τις εμπειρίες ανθρώπων που ζουν μέσα σε συγκρούσεις ή ιστορικές αλλαγές.

Ταυτόχρονα, βλέπω τον ρόλο μου ως σκηνοθέτριας πρωτίστως στο να ακούω και να δίνω χώρο στις ιστορίες των άλλων.

Οι ταινίες δε μιλούν μόνο εκ μέρους μου. Αντικατοπτρίζουν τις φωνές και τις εμπειρίες των ανθρώπων των οποίων τις ζωές καταγράφουμε.

Το 2013, συνίδρυσες τη Mashahid for Art & Film Production. Έχει η λέξη «mashahid» συγκεκριμένη σημασία; Ποιοι ήταν οι στόχοι της εταιρείας, σε ποιο βαθμό έχουν υλοποιηθεί και τι απομένει να επιτευχθεί;

Η λέξη «mashahid» στα αραβικά σημαίνει «σκηνές» ή «στιγμές μαρτυρίας», γεγονός που αντικατοπτρίζει την ιδέα της παρατήρησης και της αποτύπωσης της πραγματικότητας μέσω του κινηματογράφου.

Όταν συνίδρυσα τη Mashahid for Art & Film Production το 2013, η πρόθεσή μου ήταν να βοηθήσω στη δημιουργία ενός χώρου για την παραγωγή ντοκιμαντέρ στην Παλαιστίνη.

Η Παλαιστίνη είναι ένα μέρος γεμάτο ιστορίες, αλλά ιστορικά είχαμε περιορισμένες κινηματογραφικές υποδομές και πόρους.

Μέσω της Mashahid, ήθελα να ενθαρρύνω την παραγωγή ντοκιμαντέρ και να ανοίξω έναν δρόμο για τους νεότερους κινηματογραφιστές να εξερευνήσουν αυτή τη μορφή αφήγησης.

Η εμπειρία μου στη διδασκαλία των μίντια και της κινηματογραφικής παραγωγής στο πανεπιστήμιο επηρέασε επίσης αυτό το όραμα, καθώς είδα πόσοι φοιτητές ήταν πρόθυμοι να εκφράσουν τις ιδέες τους, αλλά δεν είχαν ευκαιρίες και υποστήριξη.

Ένας από τους στόχους μας ήταν να εμπνεύσουμε νέους κινηματογραφιστές να προσεγγίσουν τον κινηματογράφο ως μια δημιουργική γλώσσα για την αφήγηση των δικών τους ιστοριών και όχι μόνο ως ένα μέσο προσανατολισμένο στις ειδήσεις.

Έχουμε προσπαθήσει να συμβάλουμε σε μια αυξανόμενη κατανόηση του ντοκιμαντέρ ως καλλιτεχνικής μορφής που μπορεί να διαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι παλαιστινιακές ιστορίες καταγράφονται και κοινοποιούνται στον κόσμο.

Υπάρχουν ακόμη πολλά τα οποία πρέπει να γίνουν, αλλά η δημιουργία αυτού του χώρου για δημιουργική αφήγηση ιστοριών ήταν ένα σημαντικό βήμα.

Ο προσχεδιασμένος πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν βρίσκεται σε εξέλιξη, όπως και ο αυξημένος εποικιστικός επεκτατισμός και η κρατικά υποστηριζόμενη βία εναντίον Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη.

Πώς βλέπεις την ευρύτερη κατάσταση στη Μέση Ανατολή; Ποια μπορεί να είναι η διέξοδος;

Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή είναι εξαιρετικά περίπλοκη και βαθιά οδυνηρή για πολλούς ανθρώπους που ζουν στην περιοχή.

Ως καταγόμενη από την Παλαιστίνη, βλέπω πώς οι απλοί άνθρωποι είναι συχνά αυτοί που επωμίζονται το μεγαλύτερο βάρος της σύγκρουσης και της αστάθειας.

Ως σκηνοθέτρια, η δουλειά μου επικεντρώνεται περισσότερο στην ανθρώπινη διάσταση αυτών των πραγματικοτήτων παρά στην πολιτική ανάλυση.

Πιστεύω ότι οι ιστορίες, ο πολιτισμός και ο διάλογος μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στο να βοηθήσουν τους ανθρώπους να κατανοήσουν ο ένας τον άλλον πέρα ​​από τις πολιτικές αφηγήσεις.

Αυτό στο οποίο ελπίζω, όπως πολλοί άνθρωποι στην περιοχή, είναι ένα μέλλον όπου οι κοινωνίες μπορούν να επικεντρωθούν στην οικοδόμηση και όχι στην καταστροφή.

Η ειρήνη, η αξιοπρέπεια και η δικαιοσύνη για τους ανθρώπους είναι απαραίτητες προϋποθέσεις, αν θέλουμε να φανταστούμε ένα πιο σταθερό και ανθρώπινο μέλλον για την περιοχή.

Το ντοκιμαντέρ της Σαουσάν Καούντ Αφήνοντας τη Γάζα, προβάλλεται, σε ευρωπαϊκή πρεμιέρα, στο πλαίσιο της ενότητας Ανοιχτοί Ορίζοντες του 28ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (5-15 Μαρτίου 2026), παρουσία της σκηνοθέτριας.

Πρεμιέρα: Παρασκευή 6 Μαρτίου (αίθουσα Φρίντα Λιάππα, 17:00). Επαναληπτική προβολή: Σάββατο 7 Μαρτίου (κινηματογράφος Μακεδονικόν, 15:00).

Το ντοκιμαντέρ θα είναι επίσης διαθέσιμο στη διαδικτυακή πλατφόρμα του Φεστιβάλ.



Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Ελευθερία Αγγελίτσα: «Μόνο σε περιβάλλοντα ασφάλειας μπορεί ο άνθρωπος να ανθίσει»

 

Φωτογραφία: Μike Rafail @thatlongblackcloud

Γέννημα-θρέμμα της Θεσσαλονίκης και του ΚΘΒΕ, η Ελευθερία Αγγελίτσα είναι μια από τις πιο αξιόλογες θεατρικές ηθοποιούς της νεότερης γενιάς.

Μια συνάντηση μαζί της, με αφορμή τη συμμετοχή της στην Ιεροτελεστία, σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, μια παράσταση για την απώλεια, το πένθος και τη λύτρωση, που συνεχίζεται με επιτυχία στο Εθνικό Θέατρο.

Μιας και συναντιόμαστε με βασική αφορμή την παράσταση Ιεροτελεστία σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, η οποία συνεχίζεται στο Εθνικό Θέατρο, σε ποιον βαθμό αποτελεί για σένα η θεατρική/υποκριτική εμπειρία μια ιεροτελεστία;

Σίγουρα η θεατρική πράξη αποτελεί για μένα κάποιου είδους ιεροτελεστία.

Ο βαθμός ιερότητάς της εξαρτάται από τους ανθρώπους που την επιτελούν, από την έγνοια και τη φροντίδα σε σχέση μ’ αυτό που φτιάχνουν. Το πώς «κουμπώνουν» οι άνθρωποι είναι, άλλωστε, το στοιχείο το οποίο καθιστά μια παράσταση ζωντανή.

Και η ίδια η ζωή μας, πάντως, η ικανότητά μας να ζούμε στο τώρα είναι μιας μορφής ιεροτελεστία.

Ποια ήταν η κινητήρια εσωτερική ανάγκη που σε οδήγησε στην υποκριτική;

Ήταν μάλλον μια σειρά από τυχαία γεγονότα.

Η σχέση, ωστόσο, με το αντικείμενο είναι δυναμική, και κάθε φορά ανακαλύπτω διαφορετικούς λόγους για τους οποίους το έχω επιλέξει.

Με αφορά πολύ η επικοινωνία και με τους «συμπαίκτες» μου και με τους θεατές, καθώς και η εξερεύνηση του εαυτού μου και των άλλων ανθρώπων μέσω της ανάγνωσης: όχι μόνο θεατρικών, αλλά και λογοτεχνικών και ποιητικών έργων.

Έτσι μαθαίνω καλύτερα τον εαυτό μου και τους γύρω σου, κι αυτό με κάνει καλύτερο άνθρωπο.

Πιθανότατα και καλύτερη ηθοποιό.

Το ελπίζω!

Εσύ το νιώθεις αυτό, ότι δηλαδή από παράσταση σε παράσταση, από ρόλο σε ρόλο διευρύνεις τα όποια όριά σου;

Σίγουρα ανακαλύπτω περισσότερα πράγματα για μένα, κι αυτό ίσως εμπλουτίζει τους κόσμους που μπορώ να κατοικήσω.

Επίσης, μού προσφέρει μεγαλύτερη αίσθηση ελευθερίας και διαθεσιμότητας σε σχέση με το «λάθος» και την «αποτυχία». Το να μη φοβάσαι να «αποτύχεις» μπροστά σε ανθρώπους είναι πολύ σημαντικό.

Πόσο εύκολα έχεις ξεπεράσει το όποιο «λάθος», την όποια «αποτυχία»;

Αν υπάρχει ασφάλεια, εμπιστοσύνη και καλή πρόθεση έναντι των ανθρώπων με τους οποίους συνυπάρχεις, το να οδηγείσαι ενστικτωδώς σε άλλη κατεύθυνση από αυτήν που έχεις συνηθίσει είναι απολαυστικό.

Μιας και η Ιεροτελεστία, αν και όχι παραγωγή της Ορχήστρας των Μικρών Πραγμάτων, με την όποια έχεις ξαναϋπάρξει, ωστόσο εντάσσεται υπό την ευρύτερη «ομπρέλα» της, αυτό σε έκανε να νιώσεις μεγαλύτερη ασφάλεια;

Μέσα από τη συνεργασία μου με τους ανθρώπους της Ορχήστρας, τους οποίους εκτιμώ και η συνεννόησή μας είναι ειλικρινής, έχει επιβεβαιωθεί το ότι μόνο σε περιβάλλοντα ασφάλειας μπορεί ο άνθρωπος να ανθίσει.

Τόσο με τον Χρήστο Θεοδωρίδη όσο και με την Ξένια Θεμελή, τους πυρήνες της Ορχήστρας, όπως και με τον Γιώργο Κισσανδράκη, ο οποίος επί χρόνια συνεργάζεται μαζί τους, νιώθω πολύ όμορφα.

Το κείμενο της παράστασης σού ήταν γνωστό πριν εμπλακείς;

Καθόλου. Δεν ήξερα ούτε τον συγγραφέα του. Η πρώτη μου επαφή με το κείμενο υπήρξε όταν ο Χρήστος μού έδωσε ένα δείγμα του. Με τάραξε. Κι όταν κάτι σε ταράζει, υπάρχει νόημα από πίσω, κι αξίζει να ασχοληθείς μ’ αυτό.

Τι σε τάραξε περισσότερο;

Η «ανθρωπίλα» με την οποία εκφράζονται οι άνθρωποι σε καθεμιά από τις ιστορίες για τις απώλειες που βιώνουν και τους ίδιους τους εαυτούς τους. Με απλό τρόπο, το κείμενο γίνεται έντονα επιδραστικό.

Όλοι -περισσότερο ή λιγότερο- έχουμε έρθει σε επαφή με τον θάνατο και σίγουρα κανείς μας δε θα γλιτώσει από αυτόν!

Πριν καν φτάσουμε σ’ αυτό το στάδιο, καθένας και καθεμία από εμάς βιώνει πολλούς μικρούς «θανάτους» - είτε το συνειδητοποιούμε, είτε όχι.

Αναπαριστώντας την απώλεια επί σκηνής, την υπερβαίνεις, εμβαθύνεις σ’ αυτήν, σε καταβάλλει;

Επειδή κάθε παράσταση είναι ζωντανός οργανισμός και συμβαίνει στο τώρα, μπορείς κάθε μέρα να παράξεις διαφορετικές σκέψεις, αν παραμένεις ενεργός.

Αυτό προσπαθώ κι εγώ, παραμένοντας ειλικρινής έναντι των «συμπαικτών» και των βλεμμάτων του κοινού.

Επηρεάζεσαι από αυτά τα βλέμματα;

Προσωπικά, πολύ. Μπορεί να με συγκινήσουν ή να με οδηγήσουν σε μια καινούρια σκέψη. Κι επειδή κάθε βράδυ είναι διαφορετικά, μπορεί να με ωθήσουν να εξελίξω αυτό που κάνω.


Φωτογραφία: Μike Rafail @thatlongblackcloud


Υποδύεσαι δύο -και κάτι- χαρακτήρες, αλλά ο βασικός είναι της Κάλι. Τον επέλεξες ή σου ανατέθηκε;

Μου ανατέθηκε από τον Χρήστο. Όταν διάβασα το έργο, αισθάνθηκα πως η Κάλι ήταν από τα πρόσωπα με τα οποία συνδέομαι περισσότερο.

Κατόπιν, μπήκα στη διαδικασία να διαβάσω την ιστορία της πολλές φορές. Στη συνέχεια, ο Χρήστος οδήγησε την ιστορία της στο επιθυμητό σημείο κορύφωσης.

Το κείμενο έχει σπονδυλωτή δομή, σε κάθε επιμέρους ιστορία συμμετέχουν κατά μέσο όρο δύο ηθοποιοί, ενώ μερικές φορές, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της Κάλι, κυριαρχεί ο μονόλογος. Ποια είναι η σχέση σου με τον μονόλογο;

Αντιλαμβάνομαι τη διαδικασία ως μέρος ενός σύμπαντος που φτιάχνουμε όλοι μαζί, επειδή όντως υπάρχουν γύρω μου πολλοί άνθρωποι με τους οποίους συνομιλώ. Σίγουρα, λοιπόν, δε νιώθω μόνη μου.

Πώς λειτουργεί η κινησιολογική διάσταση της παράστασης για σένα; Ως συνέχεια του κειμένου, ως σχόλιο επ’ αυτού, ως ένα είδος εκτόνωσης;

Σίγουρα όχι ως κάτι ξέχωρο, αλλά ως ένα μεγαλύτερο άνοιγμα, επειδή τα λόγια δεν αρκούν, και ως συμπλήρωμα όσων έχουν προηγηθεί.

Είμαστε το σώμα μας, το μυαλό μας και η φωνή μας. Αυτά είναι τα βασικά εργαλεία όσων βρισκόμαστε στη σκηνή, τα επικαλούμαστε για να δημιουργήσουμε κόσμους και οφείλουμε να τα φροντίζουμε.

Η κίνηση είναι ζωτικής σημασίας. Δεν προκύπτει, όμως, με το ζόρι, ούτε επί τούτου, αλλά όταν χρειάζεται για να φωτίσει και να αγκαλιάσει κάτι ακόμη, κάτι παραπάνω.

Αντίστοιχα και η φωνή, με την πιο κυριολεκτική της έννοια.

Το τι κουβαλάει η κάθε χροιά και πόσο μπορεί να συγκινήσει διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον να δημιουργηθεί ένας κόσμος. Είναι σημαντικό να φροντίζεις τη φωνή σου και να ηχείς με ειλικρίνεια. Ακούγεται απλό, αλλά δεν είναι εύκολο.

Επειδή η αλληλεπίδρασή σου με το κοινό είναι πολύ σημαντική, τι έχεις μέχρι στιγμής αποκομίσει από την επικοινωνία σου με αυτό σε σχέση με τη συγκεκριμένη παράσταση;

Οι περισσότερες ιστορίες αγγίζουν κάποιους ανθρώπους, άλλες κάποιους άλλους. Το βίωμα του κάθε ανθρώπου καθορίζει το ποιες ιστορίες θα τον συγκινήσουν και ποιες θα τον βάλουν σε σκέψη. 

Είναι μια παράσταση με βάρος, αλλά και λυτρωτική λειτουργία. Μπορεί να μιλάνε οι χαρακτήρες για απώλειες, αλλά ως ζωντανοί, προτρέποντας -πολλοί από αυτούς- να ζούμε και να μην αναβάλλουμε τη ζωή για αργότερα.

Υπάρχει και κάποια θρησκευτική διάσταση, ιδίως προς το τέλος της παράστασης;

Δε θεωρώ ότι υπάρχει θρησκευτική διάσταση, αλλά η πρόθεση να είμαστε παρόντες και παρούσες στο τώρα, σε μια ιεροτελεστία που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας. Θέλαμε να δώσουμε χρόνο στο πένθος.

Μιλώντας, λοιπόν, για χρόνο, πώς βλέπεις τον εαυτό σου σε μερικά χρόνια στο θεατρικό πεδίο - από άποψη αντοχών και με βάση την ανάγκη να συνεχίσεις να υπάρχεις σ’ αυτό;

Δυσκολεύομαι να φανταστώ τον εαυτό μου στο πιο μακροπρόθεσμο μέλλον.

Βραχυπρόθεσμα, λοιπόν, ελπίζω να συνεχίσουν να μου τυχαίνουν πράγματα που με αφορούν, να μπορώ να δω τον εαυτό μου μέσα σ’ αυτά και να νιώθω ασφαλής στις ομάδες εντός των οποίων δημιουργούνται.

Αν δεν αισθάνομαι όμορφα με τους ανθρώπους, αρχίζω να έχω ερωτηματικά σχετικά με το πού είμαι και τι κάνω.

Προέχουν, άρα, οι άνθρωποι, η επικοινωνία και η συνεργασία μαζί τους, και έπονται τα κείμενα και οι χαρακτήρες.

Σε μικρότερη ηλικία, θεωρούσα πως οι άνθρωποι είναι το πιο σημαντικό.

Παρόλα αυτά, αρχίζω και καταλαβαίνω ότι, αν η επικοινωνία με τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζεσαι είναι πολλαπλή, συνήθως και τα έργα με τα οποία καταπιάνεσαι στο πλαίσιό της σε αφορούν.

Η παράσταση Ιεροτελεστία, σε σκηνοθεσία-μουσική επιμέλεια Χρήστου Θεοδωρίδη, παρουσιάζεται στο Εθνικό Θέατρο - Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» μέχρι και την Κυριακή 22 Μαρτίου.

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά):

Ελευθερία Αγγελίτσα, Χαράλαμπος Αθανασόπουλος, Ειρήνη Δάμπαση, Γιώργος Εξακοΐδης, Γιώργος Κισσανδράκης, Κωνσταντίνος Κρομμύδας, Θάνος Μαγκλάρας, Ιωάννα Μαυρέα, Χρήστος Τζον Μούσλλι, Μαρία Μπαγανά, Ανδρέας Νάτσιος, Ηλίας Σγουραλής, Θωμάς Τσακνάκης.

Φωτογραφία: Μike Rafail @thatlongblackcloud


Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Edwin van der Velde: «Είναι ωραίο να μπορείς να ξεφεύγεις από τον κόσμο μας»

 


Επηρεασμένο από την post-punk και darkwave αισθητική, αλλά και τη ζωγραφική του Ιταλού Giovanni Bragolin, το ολλανδικό ντουέτο Bragolin έρχεται το Σάββατο 14 Μαρτίου για άλλη μια συναυλία στην Αθήνα, στο φιλόξενο Death Disco.

Κουβεντιάζοντας με την κινητήρια δύναμη του σχήματος, τον Edwin van der Velde.

Οι Bragolin είναι το αρχικά σόλο πρότζεκτ σου, επηρεασμένο από την post-punk/darkwave μουσική, το οποίο πήρε το όνομά του από τον Ιταλό ζωγράφο Giovanni Bragolin, διάσημο για τους πίνακές του με θέμα αγόρια που κλαίνε.

Με ποιους τρόπους οι μουσικές σου επιρροές συγκλίνουν με την πιο ζωγραφική διάσταση και τι σε γοητεύει περισσότερο στον συγκεκριμένο ζωγράφο;

Επινόησα αυτό το όνομα για διάφορους λόγους.

Οι πίνακες του Bragolin δεν απευθύνονταν στην ελίτ, αλλά στην εργατική τάξη. Είναι μελαγχολικοί. Υπάρχει μυστήριο γύρω από αυτούς: ποια είναι τα συγκεκριμένα παιδιά, αλλά και γιατί κάηκαν τα σπίτια και σώθηκαν οι πίνακες;

Τέλος, ανάγονται στην περίοδο πριν από τη δεκαετία του 1980, που έχω την τάση να φέρνω τακτικά στη μουσική μας, και ο ζωγράφος πέθανε τη χρονιά κατά την οποία γεννήθηκα.

Έχουμε τα τυπικά μπάσα-συνθεσάιζερ και ντραμς της δεκαετίας του 80, αλλά οι ήχοι της κιθάρας και του οργάνου μας σχετίζονται περισσότερο με τον ήχο του Ένιο Μορικόνε των δεκαετιών του 1960 και του 1970.

Συνήθως μελαγχολικοί, αν όχι εντελώς βουτηγμένοι στον ζόφο, οι «στίχοι [σου] είναι εμπνευσμένοι από μετα-αποκαλυπτικές ταινίες και φιλμ τρόμου», σύμφωνα με το βιογραφικό σου.

Γιατί σε έλκει περισσότερο η σκοτεινή πλευρά του ανθρώπινου ψυχισμού; Και ποια είναι τα στοιχεία που σου κεντρίζουν περισσότερο το ενδιαφέρον στις «μετα-αποκαλυπτικές ταινίες και τα φιλμ τρόμου»;

Ο γενικός λόγος που χρησιμοποιώ τις ταινίες ως έμπνευση είναι η χρήση της μυθοπλασίας αντί των εμπειριών της πραγματικής ζωής. Είναι ωραίο να μπορείς να ξεφεύγεις από τον κόσμο μας, να κρύβεσαι και να ονειρεύεσαι στη μυθοπλασία.

Στην περίπτωσή μου, μου αρέσουν περισσότερο οι ταινίες παρά τα βιβλία, επειδή δυσκολεύομαι να συγκεντρωθώ σε αυτά, αλλά θα μπορούσαν επίσης να ήταν και τα βιβλία τα οποία αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης.

Στο νέο άλμπουμ υπάρχει ένα τραγούδι εμπνευσμένο από δύο βιβλία για τον ωκεανό.

Επιπλέον, ο κινηματογράφος έχει μια τυπική χρήση της μουσικής και μου αρέσει να ενσωματώνω και αυτά τα στοιχεία, όπως η χρήση ενός οργάνου Waterphone και έγχορδων στο νέο άλμπουμ σε μερικά τραγούδια.

Το I Saw Nothing Good So I Left, ντεμπούτο άλμπουμ σου, βγήκε σε βινύλιο και CD από τη Young & Cold Records σε παραγωγή δική σου μαζί με το πρώην μέλος του συγκροτήματος, Isolde Woudstra, η οποία είναι υπεύθυνη για το εξώφυλλο.

Είναι επίσης υπεύθυνη για τα εξώφυλλα των κατοπινών κυκλοφοριών των Bragolin; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ιδέα πίσω από την εικόνα της νεαρής γυναίκας που ποζάρει με την πλάτη της στον φακό;

Η Ιsolde όντως σχεδίασε τα εξώφυλλα των δύο πρώτων άλμπουμ.

Μου πρότεινε το πρώτο, ενώ δεν είχε σχεδιάσει τη φωτογράφιση ως εξώφυλλο άλμπουμ, ας πούμε. Μου άρεσε πολύ το θέμα της φωτογραφίας και από εκεί και πέρα ​​ ήθελα αυτό ως θέμα.

Στους Bragolin μάς αρέσει να χρησιμοποιούμε την ανωνυμία: το συγκρότημα απεικονίζεται κυρίως ως σιλουέτες, αυτά τα εξώφυλλα άλμπουμ είναι πορτρέτα από πίσω. Έτσι, υπάρχει πάντα ένα κομμάτι κρυμμένο.

Και μην ξεχνάς ότι το όνομά μας προέρχεται επίσης από έναν ζωγράφο πορτρέτων. Έτσι, το θέμα τού να έχουμε τα πορτρέτα σαν πίνακες ζωγραφικής λειτουργεί καλά. Οι στίχοι είναι γραμμένοι από την οπτική γωνία του πρωταγωνιστή.

Το εξώφυλλο του καινούριου άλμπουμ είναι φτιαγμένο από την Faallaway. Αυτό το άλμπουμ είναι περισσότερο πολυεπίπεδο από τα προηγούμενα, με πιο ατμοσφαιρικούς ήχους και ήθελα το εξώφυλλο να έχει και περισσότερη ιστορία.

Υπάρχει, λοιπόν, αυτό το κορίτσι στον εφιάλτη της (φορώντας νυχτικό). Αλλά η Ιsolde επέστρεψε σε αυτό το άλμπουμ τραγουδώντας μαζί μου ένα τραγούδι με τίτλο I Salute You Ancient Ocean, το οποίο θα κυκλοφορήσει στα τέλη Μαρτίου.

Στο Let Out The Noise Inside, το δεύτερο άλμπουμ των Bragolin από το 2019, συνεργάζεστε με τον Adam Tristar.

Ένα άκρως υποβλητικό έργο, που συνδυάζει τον ηλεκτρονικό ήχο του Adam Tristar με την χαρακτηριστική μελαγχολική ατμόσφαιρα και τα φωνητικά σου. Πώς ξεκίνησε αυτή η συνάντηση και πώς εξελίχθηκε σταδιακά;

Ο Adam Tristar κι εγώ είμαστε φίλοι και ζούμε στην Ουτρέχτη. Εκείνη την εποχή πηγαίναμε τακτικά σε φεστιβάλ και συναυλίες και μόλις είχαμε ολοκληρώσει και οι δύο το πρώτο μας άλμπουμ.

Ήταν, λοιπόν, μια εξαιρετική στιγμή για να φτιάξουμε μερικά τραγούδια μαζί και να απολαύσουμε έναν αναζωογονητικό τρόπο δουλειάς πάνω σε κάτι νέο.

Στην αυγή του τρέχοντος έτους, ξεκινάτε να κυκλοφορείτε τα τραγούδια που τελικά θα αποτελέσουν το τρίτο άλμπουμ των Bragolin, I Dont Like What It Does To Me.

Γιατί επιλέξατε να τα αποκαλύψετε με αυτήν τη σειρά;

Η σειρά οφείλεται σε πολλούς λόγους.

Θέλαμε να ξεκινήσουμε με κάτι δυνατό αλλά και εντελώς καινούργιο, γι αυτό και  διαλέξαμε το I Run and Hide ως πρώτο σινγκλ. Δε χρησιμοποιήσαμε κιθάρα, αλλά ένα κλαβινέτο.

Έπειτα, περί την εποχή του Blue Monday, θέλαμε το πιο μελαγχολικό τραγούδι ως δεύτερο σινγκλ και κυκλοφόρησε το Tar With Salt Foam.

Μετά, χρειαζόμασταν μια δυνατή μουσική επένδυση  για τη χορευτική πίστα, οπότε το Not All Are Real ήρθε στην κατάλληλη στιγμή.

Το τέταρτο σινγκλ μας είναι και το πιο ρομαντικό μας, το ντουέτο με την Carrellee: Feel This Flame Unfold. Ήταν προγραμματισμένο για την παραμονή της ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου.

Μπορείς, λοιπόν, να αντιληφθείς ότι υπήρχε κάποιος λόγος για όλους τους συγχρονισμούς. Απομένουν οι κυκλοφορίες των υπόλοιπων τραγουδιών.

Ποιο είναι το «Αυτό» στον τίτλο στο οποίο αναφέρεστε;

Το «Αυτό» στον τίτλο αναφέρεται στα προσωπικά μας ελαττώματα. Νομίζω πως οι περισσότεροι άνθρωποι που εργάζονται για την αυτοβελτίωση γνωρίζουν τα προσωπικά τους ελαττώματα και μπορεί να απογοητεύονται από «αυτό».

Π.χ. στην περίπτωσή μου, δε μου αρέσει αυτό το οποίο μου κάνουν η εσωστρέφεια, η παρορμητικότητα, η έλλειψη συγκέντρωσης, ο ανταγωνισμός και η αυτοαμφισβήτηση.

Το τραγούδι με αυτόν τον τίτλο θα κυκλοφορήσει στα μέσα Μαρτίου. Είναι ένα πολύ σκοτεινό τραγούδι σε στιλ EBM.

Όπως και στα προηγούμενα άλμπουμ, αυτό δε σημαίνει ότι το ομώνυμο τραγούδι είναι το κύριο ή το καλύτερο τραγούδι μας, απλώς πήρε το όνομά του από ένα από τα τραγούδια που ταιριάζουν στο θέμα του άλμπουμ.

Έτσι, σε αντίθεση με τα τραγούδια τα οποία είναι εμπνευσμένα από ταινίες τρόμου, αυτό αφορά περισσότερο εμένα, γραμμένο όμως με έναν σουρεαλιστικό τρόπο.

Εντρυφώντας στους στίχους του I Run and Hide, προς τα πού τρέχεις και από τι κρύβεσαι, είτε ως άτομο είτε ως καλλιτέχνης; Και σε ποιον βαθμό η μουσική απαλύνει τυχόν αγωνίες ή, αντίθετα, τις επιδεινώνει;

Αυτό το τραγούδι είναι αρχικά εμπνευσμένο από την ταινία Σε ακολουθεί, όπου η πρωταγωνίστρια ακολουθείται συνεχώς από διαφορετικές οντότητες, αλλά δε θα μοιραστώ άλλα spoilers. Τσέκαρέ το.

Αλλά τελικά το οδήγησα σε κατεύθυνση ευρύτερη από οποιαδήποτε σκηνή τρόμου, διανθίζοντάς το με στοιχεία καταδίωξης. Δεν υπάρχει, λοιπόν, τίποτα προσωπικό εδώ από το οποίο ξεφεύγω.

Το Σάββατο 14 Μαρτίου οι Bragolin εμφανίζονται ζωντανά στην Αθήνα. Είσαι ήδη εξοικειωμένος/σε επαφή με τη φαινομενικά ακμάζουσα εγχώρια darkwave/synth-punk σκηνή; Ή θα βρίσκεσαι σε μια φάση ανακάλυψης στην Αθήνα;

Αυτή είναι η τρίτη φορά κατά την οποία οι Bragolin παίζουν στην Αθήνα. Η πρώτη ήταν πριν από την πανδημία του Covid ως σαπόρτ στους She Past Away.

Έπειτα, παίξαμε στο Death Disco πριν τα τέλη του 2024. Είναι υπέροχο που επιστρέψαμε και ελπίζουμε να δούμε το κοινό μας να εξελίσσεται με το νέο άλμπουμ.

Οι Bragolin εμφανίζονται ζωντανά στο Death Disco (Ωγύγου 16 & Λεπενιώτου 24, Ψυρρή) το Σάββατο 14 Μαρτίου.