Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Συνομιλώντας με τις Κατερίνα Γεβετζή και Μαργαρίτα Τρίκκα για το «Tanko Down»

 


Απρόσμενη και συγκινητική εξερεύνηση των πολλαπλών νοηματοδοτήσεων του «υπογείου», η χοροθεατρική παράσταση των Κατερίνας Γεβετζή και Μαργαρίτας Τρίκκα, Tanko Down, είναι από τις πιο μεστές προτάσεις της χρονιάς.

Με αφορμή την παρουσίασή της στο An Club μέχρι και τις 26 Μαΐου, συνομιλούμε με τις (συν)δημιουργούς της.

Tanko Down, λοιπόν, «ένα χορογραφικό τοπίο κάτω από τη γη». Από πού προέρχεται ο τίτλος της παράστασης και γιατί, εν προκειμένω, επιλέγετε να εκφραστείτε χοροθεατρικά;

Κατερίνα Γεβετζή: Αποτελεί σύνθεση δύο πραγμάτων:

Προέρχεται από τον τίτλο του ιαπωνικού παραδοσιακού τραγουδιού και χορού Tanko Bushi (όπου το «Τanko» δε σημαίνει χορός όπως μοιάζει, αλλά ορυχείο) και από την έκφραση «Tango Down».

Η έκφραση αυτή χρησιμοποιείται στη στρατιωτική slang γλώσσα, και πιο συγκεκριμένα στο φωνητικό αλφάβητο του ΝΑΤΟ, ως κωδική ονομασία για το target down. Με ένα μπλέξιμο των δύο ονομασιών, προέκυψε, λοιπόν, το Tanko Down.

Δε θα έλεγα ότι είχαμε προαποφασίσει πως θα προσεγγίσουμε το θέμα χοροθεατρικά. Μέσα από την έρευνά μας προέκυψε η ανάγκη, εκτός από κινητικά εργαλεία, να συμπεριλάβουμε λόγο και φωνή.

Να χρησιμοποιήσουμε όλα τα εργαλεία του σώματος, για να πούμε αυτές τις ιστορίες, που μας φάνηκαν συγκλονιστικές όταν αρχίσαμε να τις ανακαλύπτουμε.

Ίσως, χωρίς να το καταλάβουμε, βρεθήκαμε να φτιάχνουμε ένα έργο χορού-ντοκουμέντο, που δανείζεται στοιχεία από το μεταδραματικό θέατρο. Και αποφασίσαμε να στηρίξουμε αυτόν τον δρόμο ο οποίος μας ανοίχτηκε.

Τι σας ελκύει -ως χορογραφικό δίδυμο, αλλά και ατομικά- στις ποικίλες πτυχές της έννοιας του «υπογείου» - αισθητικές, ιστορικές, πολιτικές, υπαρξιακές;

Μαργαρίτα Τρίκκα: Νομίζω αυτό που μας ελκύει είναι το κρυφό, το αθέατο, αυτό που δε φαίνεται, ή αυτό που επιλέγει να μη φαίνεται.  Είναι ο κοινός μας τόπος. 

Είναι τα μουσικά ακούσματά μας ως έφηβες. Τα μέρη στα οποία χτυπηθήκαμε με τις αγαπημένες μας μπάντες είναι υπόγεια, τα clubs που χορέψαμε επίσης.

Είναι η βαριά αλλά και άγνωστη ιστορία της ανθρωπότητας κάτω-από-τη- γη η οποία μας ελκύει και μας ταράζει.

Οι εκατομμύρια θάνατοι στα ορυχεία από τις απαρχές των πολιτισμών, προκειμένου να προοδεύσει (με ή χωρίς εισαγωγικά) η ανθρωπότητα.  Με την έννοια του υπόγειου συνδεόμαστε εξίσου συναισθηματικά και πολιτικά. 

Πώς αντιλαμβάνεστε την έννοια αυτή στις μέρες μας - καλλιτεχνικά, πολιτικά, υπαρξιακά; Υπάρχει κάπου, ή ασφυκτιά ανάμεσα στην αφομοίωση και την περιθωριoποίηση; Ποιοι είναι οι φορείς της;

Κ.Γ.: Οι «υπόγειοι» άνθρωποι για τους οποίους θέλαμε να μιλήσουμε είναι πολύ πραγματικοί.

Φτάνει να περπατήσεις στην Κυψέλη ή στον Κολωνό και να προσέξεις ότι τα βήματά σου συνορεύουν με μικρούς φεγγίτες υπογείων διαμερισμάτων.

Να περάσεις από τις υπόγειες διαβάσεις της Αθήνας και να δεις τα μικρά «δωμάτια» που στήνουν εκεί άστεγοι.

Με μια σύντομη έρευνα βρίσκεις πόσα πολλά επαγγέλματα είναι κάτω από τη γη: ανθρακωρύχοι, βοθρατζήδες, εργαζόμενοι στα έργα διάνοιξης μετρό, μπάρμεν σε υπόγεια clubs και, και, και...

Συμβολικά, όμως, οι υπόγειοι άνθρωποι είναι όλοι και όλες αυτές που η κοινωνία κρατά στην αφάνεια, κάπου ανάμεσα στην αφομοίωση και την περιθωριοποίηση, όπως πολύ εύστοχα το έθεσες.

Προσφύγισσες, άτομα με αναπηρία, Ρομά, άτομα τα οποία παλεύουν με ψυχικές ασθένειες, τρανς άτομα - όλες οι μειονότητες γίνονται «υπόγειοι άνθρωποι» με επιλογή της κοινωνίας. Ξέρουμε ότι υπάρχουν, αλλά κάνουμε πως δεν τους βλέπουμε.

Κι έπειτα υπάρχουν και οι άνθρωποι που είναι κατ’ επιλογήν «υπόγειοι»: αυτοί και αυτές που οικειοθελώς ζουν μακριά από το βλέμμα της κοινωνίας.

Οι παράνομοι και οι δραπέτες, όσοι και όσες εθελούσια απέχουν από κάθε κοινωνική λειτουργία (στην Ιαπωνία, ας πούμε, υπάρχει ο όρος «hikikomori» για αυτούς οι οποίοι επιλέγουν να ζουν σε προσωπική καραντίνα), τα «φρικιά» που βγαίνουν μόνο τη νύχτα και διασκεδάζουν στα υπόγεια clubs…

Δεν ξέρω αν όλα τα παραπάνω είναι υπαρξιακά, θα έλεγα όμως πως σίγουρα είναι πολιτικά.

Η ιστορία του πολιτισμού έχει στηριχτεί στις πλάτες των «υπόγειων» ανθρώπων, ακόμα κι αν δε μιλάμε συχνά για αυτούς.

Για το καλλιτεχνικό κομμάτι, εμείς στο συγκεκριμένο έργο κάνουμε μια επιλογή, να μιλήσουμε για αυτούς τους ανθρώπους μέσα από ιστορίες ανθρακωρύχων, δραπετών και «αντιπροσώπων» της underground μουσικής σκηνής.




Γιατί, πιο συγκεκριμένα, αποφασίζετε να εστιάσετε, κατ’ αρχήν, σε βιώματα και ιστορίες ανθρακωρύχων;

Μ.Τ.: Είναι τόσα πολλά τα αρχεία, τόσες οι ιστορίες, τόσοι οι αιώνες κατά τους οποίους ανθρακωρύχοι σκάβουν και πεθαίνουν, που μοιάζει σαν να μην μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς. 

Εκτός αυτού, η βασική κινησιολογική μας έρευνα ξεκίνησε από το σκάψιμο. Στο περσινό έργο Underthumbs όπου ξεκίνησε η έρευνά μας, πήγαμε και σκάψαμε προκειμένου να έχουμε την ακριβή σωματική εμπειρία.

Θέλαμε να φέρουμε στη σκηνή την ένταση, την επαναληψιμότητα και την κόπωση αυτής της εργασίας.

Η παράσταση παρουσιάζεται στο μακροβιότερο εν λειτουργία «συναυλιάδικο» της Αθήνας -ίσως και της Ελλάδας-, το θρυλικό An Club. Οριακά φαντάζει site-specific.

Ποια είναι η δικιά σας σχέση με αυτόν τον χώρο; Πόσο μας λείπουν (πια) τέτοιοι χώροι; Και σε ποιον βαθμό η παράσταση δομήθηκε με τον An (και τους ανθρώπους του) στο πίσω μέρος του μυαλού σας;

Κ.Γ.: Και οι δύο μας έχουμε βρεθεί πολλές φορές σε συναυλίες στο An, έχουμε χορέψει, μεθύσει, ακούσει αγαπημένες μπάντες, εδώ και δύο τουλάχιστον δεκαετίες.

Το να επιστρέφουμε σε αυτόν τον χώρο για να φτιάξουμε κάτι δικό μας εδώ, είναι για μας συγκινητικό.

Και ναι, δυστυχώς, μάς λείπουν πια τέτοιο χώροι. Εστιασμένοι στη μουσική, με σταθερό χαρακτήρα, στο κέντρο της πόλης, πιο «οικογενειακοί» και ζεστοί.

Πλέον, σχεδόν όλες τις συναυλίες τις βλέπεις από τη γιγαντοοθόνη κάποιου τεραστίων διαστάσεων venue.

Η Εύα και ο Τάκης, οι κολώνες του An, ήταν πολύ υποστηρικτικοί από την αρχή, μας είπαν ιστορίες από το An, μας έδωσαν το χώρο απλόχερα, να πηγαίνουμε τα πρωινά για πρόβες.

Οπότε το έργο φτιάχτηκε στον χώρο και για τον χώρο. Φυσικά μπορεί να προσαρμοστεί αλλού, αλλά κουβαλάει τη μυρωδιά του An.

Είστε χορογράφοι και χορεύτριες (ίσως κουβαλάτε και άλλες ιδιότητες, τις οποίες δε γνωρίζω). Εκτός από πίστη σ’ αυτό που κάνεις, τι άλλο απαιτεί η ενασχόληση με τον χορό στην Ελλάδα του 2026;

Μ.Τ.: Γερά νεύρα (Γέλια).

Για εμάς, ο χορός πέρα από αγάπη, είναι κάτι παραπάνω από ενασχόληση. Είναι βιοπορισμός. Είναι το επάγγελμά μας.

Για να μπορούμε να το κάνουμε καλά και να βγαίνει ο μήνας πρέπει να δουλεύουμε πολλές φορές 7/7 και μερικές μέρες πάνω από 8 ώρες, πολλά πρότζεκτ ταυτόχρονα. Απαιτείται  αφιέρωση χρόνου πάνω από όλα.

Πέρα από τις πρόβες, τις παραστάσεις και τα μαθήματα συμπεριλαμβάνονται η προετοιμασία στο σπίτι για όλα αυτά.

Φυσικά, και η κατάθεση προτάσεων για επιχορήγηση στους διάφορους κρατικούς φορείς και φεστιβάλ, ώστε να επιτευχθεί κάποια χρηματοδότηση για τις δουλειές μας, οι οποίες ανέρχονται σε περίπου 5 τον χρόνο.

Όποιος έχει καταθέσει αντίστοιχη πρόταση μπορεί καταλάβει για πόσες απλήρωτες εργατοώρες μιλάμε.

Όλο αυτό δεν το κάνουμε από μαζοχισμό (λίγο, ίσως), αλλά γιατί πρέπει να προβλεφθεί ότι το επάγγελμα είναι εποχικό. Φέτος το καλοκαίρι, για παράδειγμα, τυχαίνει να πρόκειται να δουλέψω για 2 μήνες.

Τέλος,  απαιτείται η αφιέρωση του σώματος. Η σωματική κόπωση είναι κομμάτι μας, οι πόνοι συνηθισμένοι,  οι επισκέψεις στους φυσικοθεραπευτές μέσα στο πρόγραμμα. 

Αλλά εμείς εκεί, αμετανόητες.




Ίσως και λόγω της παρουσίας τόσων πολλών οικείων σε εσάς προσώπων, η πρεμιέρα του Tanko Down υπήρξε μια ζεστή -εν μέρει και συγκινητική- εμπειρία, ανατροφοδοτούμενη από την εξαιρετική συλλογική δουλειά σας.

Την αποζητάτε πάντα αυτήν τη ζεστή -και πλήρη αλληλοσεβασμού- σχέση με το όποιο κοινό σας; Ηλεκτρίζεστε από την ενέργειά του - όπως εξάλλου το ηλεκτρίζετε κι εσείς;

Κ.Γ.: Μια παράσταση δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κοινό. Είναι σαν να ετοίμασες ένα ωραίο φαγητό και να μην υπάρχει κανείς εκεί να το γευτείτε παρέα.

Είναι καταλυτική η παρουσία του κοινού ώστε να μπορεί να γεννηθεί η παράσταση - γιατί η παράσταση δεν είναι αυτό που έχεις προετοιμάσει, είναι αυτό που γεννιέται και πεθαίνει την ίδια στιγμή που μοιράζεται.

Αυτή είναι η μαγεία των παραστατικών τεχνών, αυτό το εφήμερο μοίρασμα. Οπότε θέλουμε να αντιμετωπίζουμε το κοινό με έναν σεβασμό και μια χαρά, που είναι εκεί μαζί μας, για να ακούσει και να δει την ιστορία την οποία θέλουμε να πούμε.

Το πώς είναι εκεί, με ποια διάθεση και ποια ανοιχτωσιά παρακολουθεί, φυσικά και μας επηρεάζει. Θέλουμε να το νιώθουμε την ώρα της παράστασης, γι’ αυτό και επιλέγουμε να έχουμε το κοινό πολύ κοντά μας, οριακά μέσα στον σκηνικό μας χώρο.

Η μουσική του Αλέξη Καλοφωλιά αποτελεί μια σημαντική ψηφίδα του «μωσαϊκού», ανακαλώντας μνήμες, χωρίς όμως να γίνεται νοσταλγική η τετριμμένη. Το αντίθετο.

Υπήρξε η σύνθεσή της ένα δημιουργικό «αλισβερίσι» των τριών σας;

Μ.Τ.: Χαίρομαι που «διάβασες» έτσι τη μουσική του Αλέξη! Ήταν στόχος μας να λειτουργήσει μη νοσταλγικά, αλλά με αναφορές.

Κατ’ αρχάς, να πούμε ότι ο Αλέξης, πολύ πριν τον γνωρίσουμε και του προτείνουμε συνεργασία, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τη θεματική μας, ως εκπρόσωπος μιας underground σκηνής.

Όταν μας είπε το «ναι», είχαμε τρελαθεί από τη χαρά μας. Εκείνος μπήκε με απίστευτη ανοιχτωσιά και διάθεση να γνωρίσει και να δουλέψει για τον χορό, που πραγματικά μας συγκίνησε. 

Εμείς του λέγαμε περίπου τι φανταζόμαστε ή τι ύφος χρειάζεται η κάθε σκηνή κι εκείνος επέστρεφε με κομμάτια. Ή μπορεί να εμπνεόταν από κάποια πρόβα και στην επόμενη να επέστρεφε με «Κορίτσια, έφερα αυτό. Αν δε σας χρειάζεται, δεν πειράζει».

Και πάντα ήταν τόσο ωραία που βρίσκαμε τον τρόπο να τα εντάξουμε. 

Ζούμε σε ολοένα πιο εμπόλεμες συνθήκες - κυριολεκτικά και μεταφορικά. Γιατί έχει (ακόμα) νόημα να εμπλεκόμαστε με την τέχνη, με τον όποιο τρόπο; Αποτελεί -και γιατί- η καλλιτεχνική δημιουργία ένα (ακόμα) πεδίο άσκησης πολιτικής;

Μ.Τ.: Πολύ φοβάμαι πως δεν μπορεί να δοθεί μια καθαρή απάντηση.  Η λειτουργία της τέχνης ανά τους -πάντα εμπόλεμους- αιώνες αποτελεί φιλοσοφικό πια πεδίο συζήτησης και αναζήτησης. 

Μ’ αρέσει η προσέγγιση του Νίτσε, «Έχουμε την τέχνη για να μην μας καταστρέψει η αλήθεια».

Το αν η καλλιτεχνική δημιουργία αποτελεί άσκηση πολιτικής, είναι πάλι μια μεγάλη συζήτηση. 

Θα έλεγα ότι εξαρτάται από την πρόθεση και την τοποθέτηση του δημιουργού. Ωστόσο, υπάρχουν και παραδείγματα «απολιτίκ» δημιουργών των οποίων, όμως, το έργο είναι τόσο ισχυρό που μπορεί να σε μετατοπίσει.

Αυτή είναι και η ομορφιά της τέχνης. Λειτουργεί ερήμην του ανθρώπου, για την ευτυχία του.

Οι φωτογραφίες είναι της Πένυς Σωτηροπούλου.

Ευχαριστώ θερμά την Ευαγγελία Σκρομπόλα για την πολύτιμη συμβολή της στην υλοποίηση της συνέντευξης και τις συνδημιουργούς για τον χρόνο και τη θετική ενέργειά τους.

Η χοροθεατρική παράσταση Tanko Down, σε σύλληψη, χορογραφία και ερμηνεία Κατερίνας Γεβετζή και Μαργαρίτας Τρίκκα, παρουσιάζεται στο An Club (Σολωμού 13-15, Εξάρχεια), μέχρι και τις 26 Μαΐου.

Μέρες και ώρες παραστάσεων: Δευτέρα-Τρίτη, 21:00.



Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Fred Frith: «Περνώ πολύ χρόνο ακούγοντας τον ήχο του ανέμου και του νερού»

 


Θρυλική μορφή της αυτοσχεδιαστικής και πειραματικής μουσικής επί δεκαετίες, ο Βρετανός συνθέτης, κιθαρίστας και εκπαιδευτικός Fred Frith εμφανίζεται την Πέμπτη 28 Μαΐου για πρώτη φορά ως ντουέτο με τον Δήμο Βρύζα στην Ελλάδα.

Ενόψει της συναυλίας, και του διήμερου σεμιναρίου του καλλιτέχνη που θα προηγηθεί, είχαμε μια χορταστική συνομιλία μαζί του.

Το συνεχιζόμενο ταξίδι σας μέσα στη και μέσα από τη μουσική ξεκίνησε με το βιολί όταν ήσασταν μικρό παιδί.

Γιατί τελικά σάς κέρδισε η κιθάρα και σε ποιον βαθμό η ανακάλυψη των μπλουζ και της φολκ έχει συμβάλει στην προσέγγισή σας σε αυτό το όργανο;

Είχα έναν υπέροχο δάσκαλο βιολιού από την ηλικία των πέντε έως δέκα ετών, αλλά όταν αλλάξαμε πόλη άλλαξα δάσκαλο και δεν τα πήγαινα καλά με τον καινούργιο!

Δύο χρόνια αργότερα, κάποιος άφησε μια κιθάρα στο σχολείο και ανακάλυψα πως μπορούσα ήδη να την παίζω λόγω της εκπαίδευσής μου στο βιολί, έτσι αμέσως έπεισα τους γονείς μου να μου αγοράσουν μια κιθάρα!

Ενδιαφερόμουν για οτιδήποτε είχε να κάνει με το όργανο, και μέχρι τα δεκατέσσερά μου ερμήνευα φολκ τραγούδια και έπαιζα επίσης σε μια μπλουζ μπάντα, οπότε προφανώς όλα αυτά είναι βαθιά συνδεδεμένα με την εξέλιξή μου ως μουσικός.

Επίσης, έμαθα μόνος μου κλασική κιθάρα, προσπάθησα να μάθω φλαμένκο και σιγά σιγά ανέπτυξα το ηλεκτρικό μου παίξιμο προς πολλές κατευθύνσεις.

Η εισαγωγή στις φιλοσοφίες του John Cage και του Frank Zappa ήταν επίσης ένα σημείο καμπής στη ζωή σας. Γιατί;

Δεν είμαι σίγουρος τι εννοείς με τον όρο «φιλοσοφία».

Η ανάγνωση του βιβλίου Silence του John Cage με επηρέασε σίγουρα πολύ, αλλά αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν η ιδέα πως η «μουσική» δε χρειάζεται να αφορά «νότες», αλλά οποιονδήποτε ήχο θέλεις να οργανώσεις.

Ως βιολιστής με κλασική εκπαίδευση, είχα επικεντρωθεί στις νότες σε μια παρτιτούρα από την αρχή. Αυτή η ιδέα μου άνοιξε τα αυτιά σε έναν άλλο τρόπο να φαντάζομαι τη σύνθεση.

Ακούγοντας τους Mothers of Invention, ενθάρρυνε τη σκέψη μου ότι ένα ροκ συγκρότημα θα μπορούσε να είναι ένα εξίσου χρήσιμο όχημα για σοβαρές μουσικές ιδέες με οποιοδήποτε άλλο...

Σχηματίσατε τους Henry Cow το 1968 με τον Tim Hodgkinson.

Σε ποιον βαθμό το γεγονός ότι η μουσική σας δεν έτυχε ευνοϊκής υποδοχής στο Ηνωμένο Βασίλειο σάς οδήγησε να υιοθετήσετε μιας εντελώς DIY προσέγγισης και να λειτουργήσετε εκτός των ορίων της μουσικής βιομηχανίας;

Δεν είμαι σίγουρος σε τι βασίζεις την εκτίμησή σου.

Δώσαμε περισσότερες από διακόσιες συναυλίες στο Ηνωμένο Βασίλειο μεταξύ 1973 και 1978, κάτι όχι πολύ διαφορετικό από τις άλλες χώρες στις οποίες παίζαμε. Αν μιλάς για τα Μ.Μ.Ε., αυτό δεν είναι το ίδιο με το κοινό!

Υιοθετήσαμε μια προσέγγιση DIY επειδή θέλαμε να έχουμε τον έλεγχο όσο το δυνατόν περισσότερων παραμέτρων, χωρίς να εξαρτώμαστε από ατζέντηδες, μάνατζερ και ηχολήπτες με ατζέντες που δε συμφωνούσαν απαραίτητα με τις δικές μας.

Οπότε ναι, είχαμε το δικό μας λεωφορείο, το δικό μας φορτηγό, τον δικό μας ηχητικό εξοπλισμό και ήμασταν μια συλλογικότητα η οποία περιλάμβανε οδηγούς, τεχνικούς, ηχολήπτες, διαχειριστές/bookers.

Χωρίς αυτήν τη δομή, το γκρουπ σίγουρα θα είχε καταρρεύσει πολύ νωρίτερα.

Σε αντίθεση με το Ηνωμένο Βασίλειο, η (ηπειρωτική) Ευρώπη σάς φέρθηκε με πολύ πιο φιλικό τρόπο. Σας προσκάλεσε μάλιστα το Κ.Κ.Ι. να συμμετάσχετε σε συναυλίες υπό τη διοργάνωση της εφημερίδας LUnità.

Πού αποδίδετε αυτήν τη διαφοροποίηση στη νοοτροπία;

Ο τρόπος λειτουργίας μας σήμαινε ότι είχαμε προσωπικές σχέσεις με τους ανθρώπους απέναντι στους οποίους εμφανιζόμασταν, και αυτό ήταν εξαιρετικά μεταβλητό.

Υπήρχαν πολλές πολύ φιλικές διασυνδέσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Ωστόσο, οι βρετανικές μας συναυλίες έτειναν να συνδέονται περισσότερο με ιδρύματα όπως πανεπιστήμια, κολέγια και καλλιτεχνικά κέντρα.

Δεν υπήρχε το ίδιο κύκλωμα ανεξάρτητων μη κερδοσκοπικών ενώσεων που ξεπήδησαν στη Γαλλία και την Ιταλία τη δεκαετία του 1970.

Ακόμα παίζω σε μέρη στη Γαλλία στα οποία έπαιζαν οι Henry Cow, συχνά υπό τη διεύθυνση των ίδιων ανθρώπων!

Η Festa Unità λάμβανε χώρα χώρα παντού, από τις μεγαλύτερες πόλεις μέχρι τα μικρότερα χωριά της Ιταλίας, και οι άνθρωποί της είχαν τη δυνατότητα να διοργανώσουν συναυλίες σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.

Οπότε, ήταν μια φυσική επιλογή για εμάς ως μια ταξιδιωτική αυτόνομη μονάδα.

Η διαφορά στη νοοτροπία έγκειται περισσότερο στην υιοθέτηση της τέχνης του εφικτού σε όποιο πολιτισμικό περιβάλλον κι αν βρίσκεσαι...

Άκουγα το σεμνά τιτλοφορημένο, αλλά σχεδόν απόκοσμο, ντεμπούτο άλμπουμ σας, Guitar Solos, το οποίο κυκλοφόρησε το 1974.

Θα θέλατε να μου πείτε περισσότερα για τη σύντομη διαδικασία ηχογράφησης και τις τεχνικές κιθάρας που χρησιμοποιήσατε;

Προσπαθούσα να φανταστώ την κιθάρα ως ορχήστρα!

O επιπλέον μαγνήτης πάνω από το πρώτο τάστο και η στερεοφωνική ρύθμιση του οργάνου επέτρεπαν τρεις ξεχωριστές εξόδους.

Συν το close mic, το μικρόφωνο στα πόδια μου καθώς κινείτο πάνω από τα πετάλια, το μικρόφωνο στην αναπνοή μου, τα ambient μικρόφωνα - συνολικά, οκτώ κανάλια.

Η χρήση ενός καποτάστου και ενός πεταλιού έντασης ήχου κατέστησε δυνατή τη μετατροπή του ήχου εναλλάσσοντας μαγνήτες.

Σε όλα τα κομμάτια εκτός από το No Birds, για το οποίο δύο κιθάρες ήταν ακουμπισμένες στο πάτωμα, έπαιζα την κιθάρα στη συμβατική θέση.

Χρησιμοποιούσα, όμως, τεχνικές tapping ανεπτυγμένες ειδικά για να επιτρέπουν την εισαγωγή της λογαριθμικής κλίμακας στα αριστερά του αριστερού χεριού, ενισχυμένης από τον μαγνήτη στο καποτάστο.

Μετά τη διάλυση των Henry Cow, σχηματίσατε τους Art Bears. Ως μουσικά περίεργος νεαρός ενήλικας και συλλέκτης βινυλίων, ανακάλυψα τη μουσική σας και εσάς, ως καλλιτέχνη, μέσα από τους δίσκους αυτού του συγκροτήματος.

Μουσικά μιλώντας, ποιες ήταν οι κύριες διαφορές μεταξύ των δύο συγκροτημάτων;

Ο πρώτος δίσκος των Art Bears προοριζόταν αρχικά ως δίσκος των Henry Cow, αλλά στην πραγματικότητα οδήγησε στη διάλυση των δεύτερων και στη δημιουργία των πρώτων.

Οι Art Bears ήταν ένα εντελώς διαφορετικό εγχείρημα από κάθε άποψη.

Ασχοληθήκαμε αποκλειστικά με τα τραγούδια και τη μορφή του τραγουδιού, όχι με τις ποικίλες πειραματικές προσεγγίσεις στον αυτοσχεδιασμό και τη σύνθεση που είχαμε υιοθετήσει στους Henry Cow.

Και οι ρόλοι μας ήταν πολύ σαφείς.

Ο Chris [Cutler] έγραφε τους στίχους, εγώ συνέθετα τη μουσική, η Dagmar [Krause] ερμήνευε τον κύριο ρόλο ως τραγουδίστρια και παρήγαμε το υλικό μαζί στο στούντιο, παίζοντας εγώ όλα τα όργανα, εκτός από τα ντραμς.

Ο Etienne Conod, ο μηχανικός και ιδιοκτήτης των Sunrise Studios, έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτήν τη διαδικασία.




Γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1970 μετακομίσατε στη Νέα Υόρκη.

«Η Νέα Υόρκη ήταν μια βαθιά απελευθερωτική εμπειρία για μένα. Για πρώτη φορά ένιωσα πως μπορούσα να είμαι ο εαυτός μου και να μην προσπαθώ να ανταποκριθώ σε αυτό που φανταζόμουν ότι σκέφτονταν οι άνθρωποι για μένα», έχετε δηλώσει.

Ενώ βρισκόσασταν εκεί, γνωριστήκατε και συνεργαστήκατε με τον John Zorn και τον Bill Laswell, μεταξύ πολλών άλλων. Πώς σχολιάζετε τον αντίκτυπο αυτών των συναντήσεων στο καλλιτεχνικό όραμα και τις τεχνικές σας;

Αυτές ήταν μόνο δύο από τις πολλές συναντήσεις οι οποίες έγιναν φιλίες ζωής.

Οι συναντήσεις μου με τον Tom Cora, την Zeena Parkins, την Lesli Dalaba, τον Bob Ostertag, για να μην ξεχάσω χορογράφους όπως οι Bebe Miller και Rosalind Newman, ήταν όλες πολύ σημαντικές για την εξέλιξή μου ως αυτοσχεδιαστή και συνθέτη.

Προφανώς ο John Zorn υπήρξε μια συνεχής πηγή ενέργειας και έμπνευσης, και η γνωριμία με τον Bill μού επέτρεψε να υιοθετήσω μια πιο κατά μέτωπο ροκ προσέγγιση στους Massacre και τους Material.

Τη δεκαετία του 1980 συνθέσατε μουσική για χορευτικά, κινηματογραφικά και θεατρικά έργα. Ήταν συνολικά μια αναζωογονητική εμπειρία;

Συνθέτω για χορό και κινηματογράφο σε τακτική βάση τα τελευταία σαράντα χρόνια. Αποτελεί ένα τεράστιο κομμάτι της επαγγελματικής μου ζωής και συνεχίζω να μαθαίνω πολλά από αυτό.

Έχετε επίσης «διδάξει για είκοσι χρόνια στο θρυλικό επίκεντρο της αμερικανικής πειραματικής μουσικής, το Mills College στο Όκλαντ της Καλιφόρνια». Τι έχετε μάθει εσείς οι ίδιος από αυτήν τη μακρά διαδικασία;

Υπομονή. Ταπεινότητα, ελπίζω.

Είχα την τύχη, τόσο στο Mills College όσο και στη Μουσική Ακαδημία της Βασιλείας, να γνωρίσω εξαιρετικούς/εξαιρετικές νέους/νέες μουσικούς που σκέφτονται και εργάζονται διαφορετικά.

Πολλοί/πολλές από αυτούς/αυτές έχουν γίνει πολύτιμοι/πολύτιμες φίλοι/φίλες και συνάδελφοι/συναδέλφισσες:

Sudhu Tewari, Eva-Maria Karbacher, Cenk Ergun, Jordan Glenn, Paula Sanchez, gabby fluke-mogul, Alexandre Cahen, Camille Émaille, Nava Dunkelman, Annie Lewandowski.

Υπάρχουν και πολλοί/πολλές άλλοι/άλλες - η λίστα είναι μακρά!

Ως ασυμβίβαστος υποστηρικτής της πειραματικής και ανεξάρτητα παραγόμενης/διανεμημένης μουσικής, πώς αξιολογείτε τις προοπτικές της, ιδίως με την έλευση της σύγχρονης τεχνολογίας και της Τεχνητής Νοημοσύνης;

Από πολλές απόψεις φαίνεται ζοφερό, αλλά οι άνθρωποι δε σταματούν να είναι δημιουργικοί και να προσπαθούν να κατανοήσουν τον κόσμο.

Είμαι, λοιπόν, αρκετά σίγουρος ότι οι περιορισμοί και τα μειονεκτήματα αυτής της τεχνολογίας θα ριζοσπαστικοποιήσουν τις δημιουργικές μας προσεγγίσεις με τρόπους που βρισκόμαστε στη διαδικασία να τους ανακαλύψουμε!

Συνεχίζετε να εμφανίζεστε ζωντανά, είτε σόλο είτε με τους «συν-συνωμότες» σας. Γιατί χρησιμοποιείτε αυτόν τον όρο;

Για μένα περιγράφει μια συγκεκριμένη προσέγγιση στην εργασία και τη ζωή. Έναν τρόπο να ορίσουμε την ανεξαρτησία από οποιοδήποτε μέρος της κοινωνίας το οποίο περιφρονεί την τέχνη και τους καλλιτέχνες.

Είναι προνόμιό μου να κάνω αυτό που αγαπώ, με τους ανθρώπους που αγαπώ, σχεδόν με τους δικούς μου όρους σε όλο τον κόσμο.

Είθε αυτό να συνεχιστεί για πολύ καιρό!

Για να χρησιμοποιήσω τα δικά σας λόγια, «[Κάνετε] θόρυβο, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, για περισσότερα από πενήντα χρόνια». Έχετε κάποια ιδέα για το τι σάς επιφυλάσσει το (μουσικό) μέλλον; Περισσότερο θόρυβο ή και λίγη σιωπή;

Πάντα ήταν και τα δύο. Είμαι φανατικός παρατηρητής πουλιών από τα δώδεκά μου χρόνια και περνώ πολύ χρόνο σε απομακρυσμένα μέρη παρακολουθώντας, ακούγοντας και απολαμβάνοντας τον ήχο του ανέμου και του νερού.

Αυτό είναι το μέρος όπου αισθάνομαι ευτυχισμένος. Αυτός είναι ο αγαπημένος μου θόρυβος!

Την Πέμπτη 28 Μαΐου θα εμφανιστείτε ζωντανά στην Αθήνα με τον Δήμο Βρύζα. Σε ποιον βαθμό είστε εξοικειωμένος με την ελληνική πειραματική σκηνή;

Η μάλλον περιορισμένη γνώση μου για την πειραματική μουσική στην Ελλάδα προέρχεται κυρίως από πρώην μαθητές που ασχολούνται με αυτήν, δηλαδή τον Δήμο φυσικά, αλλά και την Μαρίνα Ταντανόζη και τον Τάσο Τατόρογλου:

Και τα τρία άτομα είναι τρομεροί/τρομερή μουσικοί/μουσικός και σπουδαίοι/σπουδαία αυτοσχεδιαστές/αυτοσχεδιάστρια, κάτι το οποίο από μόνο του υποδηλώνει μια ακμάζουσα σκηνή!

Επίσης, εμφανίστηκα στο Φεστιβάλ Tectonics του Ιλάν Βολκόφ στην Αθήνα το 2017 και γνώρισα πολλούς Έλληνες ερμηνευτές που δεν είχα υπόψη μου.

Τι αναζητάτε και τι συνήθως αντλείτε από δημιουργικές συνέργειες στο εσωτερικό και το εξωτερικό;

Μου αρέσει να συνεργάζομαι με οποιονδήποτε ξέρει πώς να ακούει, πώς να είναι παρών σε κάθε στιγμή και είναι ικανός, σε συνεχή βάση, να εκπλήσσει τον εαυτό του (και εμένα!)

Η έκπληξη δε χρειάζεται να είναι συντριπτική ή δραματική, έχει να κάνει περισσότερο με την ικανότητα να αντιμετωπίζεις τον άξονα μεταξύ αυτού που ξέρεις και αυτού που δεν ξέρεις με απροσδόκητους τρόπους...

O Fred Frith εμφανίζεται ζωντανά, για πρώτη φορά στην Ελλάδα ως ντουέτο με τον Δήμο Βρύζα, την Πέμπτη 28 Μαΐου, 21:00, στο Underflow Record Store & Art Gallery (Καλλιρόης 39, Αθήνα), στο πλαίσιο της Scenius Series.

Την Τρίτη 26 και την Τετάρτη 27 Μαΐου (16:00-21:00) παραδίδει, στον ίδιο χώρο, σεμινάριο απευθυνόμενο σε μουσικούς, με τίτλο: «This moment is not the same: Listening, hearing & letting go».



Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Andrew Burnett (Close Lobsters): «Θαυμάζουμε το Διάκενο στις ‘μικρές δόξες του κόσμου’»

 


Εκ των πρωτεργατών της βρετανικής ποπ σκηνής/κασέτας «C86», οι Close Lobsters εμφανίζονται ως γκρουπ για πρώτη φορά ζωντανά στην Ελλάδα την Παρασκευή 22 Μαΐου στο πλαίσιο του 4ου Athens Pop Underground Fest.

Μια συζήτηση με το ιδρυτικό μέλος, τραγουδιστή και στιχουργό του συγκροτήματος, Andrew Burnett.

«Χωρίς τη μουσική, η ζωή θα ήταν ένα λάθος», έγραψε κάποτε ο Νίτσε. Αναπαράγετε τον αφορισμό του στη σελίδα των Close Lobsters στο Facebook, προφανώς επειδή βρίσκετε αλήθεια σε αυτόν.

Ήταν η μουσική πάντα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής σου/σας;

Από τη στιγμή που άκουσα το Children of the Revolution των T-Rex και μετά έπεισα την μητέρα μου να με πάει στο τοπικό δισκοπωλείο το 1973 (!) για να το αγοράσω, η μουσική ήταν πράγματι ζωτικής σημασίας.

Τα άλλα μέλη του συγκροτήματος ήταν εξίσου φανατικά, ξεκινώντας από το προ-πανκ των Gong και των Thin Lizzy, φτάνοντας μέχρι τους Can, τους Kraftwerk, τον Captain Beefheart και καταλήγοντας στο πανκ ροκ με τους The Clash, τους Wire, τους The Fall και τους Swell Maps, για να αναφέρω μόνο μερικά ονόματα.

Πιο πρόσφατα, εγώ/εμείς υποστηρίζουμε το ρητό του πρότζεκτ A Love From Outer Space, «Η μουσική δεν είναι για όλους». Η underground μουσική είναι πολύ καλύτερη.

Η μουσική των Close Lobsters oφείλει πολλά στην κυριαρχούμενη από κιθάρες «καμπανιστή» ποπ της δεκαετίας του 1960, αλλά παρουσιάζεται με έναν new-wave/νεο-ψυχεδελικό τρόπο, με «πινελιές» Television.

Με ποια έννοια, λοιπόν, είναι το «μυαλό σας μολυσμένο από τη θλιβερή ασθένεια της δεκαετίας του ’60», καθώς τραγουδάτε στο My days are numbered;

Αυτή ήταν εν μέρει μια αναφορά στο κουρασμένο φετίχ της δεκαετίας του 1960 και των Beatles που διαπερνά το μέινστριμ.

Μετά από μερικές μπύρες, ο μπασίστας μας ο Bob συνηθίζει να λέει την προκλητική επιτακτική φράση «Οι Beatles είναι σκουπίδια!».

Όχι ότι οι Beatles είναι όντως σκουπίδια φυσικά, αλλά πως μπορεί να θεωρηθούν υπερεκτιμημένοι και φετιχοποιημένοι.

Μέχρι σήμερα δυσκολεύεται κάποιος να ακούσει το White Album. Είναι μέτριο. Γενικότερα, η δεκαετία του 1960 μάς υποσχόταν απελευθέρωση και οι άνθρωποι συνθηκολόγησαν με την πρώτη τζούρα της εταιρικής χλιδής.

«No Elvis, Beatles, or The Rolling Stones», τραγουδούσε ο Joe Strummer... «No Clash No Sex Pistols No Jam», δεν τραγούδησε κανένας...

Οι Close Lobsters έγιναν γνωστοί ως βασικό μέλος της λεγόμενης σκηνής/συλλογής «C86». Εκ των υστέρων, πόσο σημαντική ήταν αυτή η σκηνή στο πλαίσιο του Ηνωμένου Βασιλείου;

Η C86 ήταν μια φανταστική εφεύρεση της μουσικής εφημερίδας New Musical Express. Χωθήκαμε σ’ αυτήν από την πίσω πόρτα όταν οι φίλοι μας, οι June Brides, αρνήθηκαν την πρόσκληση και μας σύστησαν.

Φαίνεται ότι έχει εξελιχθεί λιγάκι σε φαινόμενο με τα χρόνια.

Δεν ξέρω πραγματικά αν πρόκειται για σκηνή καθαυτή - ίσως αυτό έγινε έκδηλο με την πρόσφατη τρέλα του Popfest. Για μένα ήταν μια πτυχή της διάσπασης και της διαφοροποίησης του πανκ ροκ σε υποπεδία post-πανκ ροκ.

Είσαι ο μοναδικός στιχουργός και τραγουδιστής του συγκροτήματος. Όσον αφορά στη σύνθεση των τραγουδιών, πώς λειτουργεί η διαδικασία;

Έχω ένα άδειο δερματόδετο βιβλίο αυτές τις μέρες με την επιγραφή Amor Fati στο μπροστινό μέρος. Cest la vie (Έτσι είναι η ζωή). Σε αυτό βρίσκονται οι άταφες πρώτες ύλες για το νέο άλμπουμ.

Οι τελευταίες σημειώσεις που έγραψα ήταν ότι «(η ψυχανάλυση είναι) ένα μαχαίρι το οποίο κόβει και από τις δύο πλευρές» και «Ο εκφυλισμός και η απλή απόλαυση των όμορφων πραγμάτων».

Αυτά τα ψήγματα σίγουρα θα βρουν τον δρόμο τους στα τραγούδια. Το βιβλίο αποτελεί τη βάση των τραγουδιών και των μελωδιών.

Το Post Neo Anti (Arte Povera in the Forest of Symbols) είναι το πρώτο σας άλμπουμ με νέο υλικό μετά από περισσότερες από τρεις δεκαετίες. Τι συνέβη εν τω μεταξύ; Και γιατί επιλέξατε έναν τόσο -σχεδόν- ξιπασμένο τίτλο;

Η ζωή εισέβαλε απρόσκλητη στο μεταξύ. Το Φαουστικό εμπορευματικό σύστημα απαιτούσε τα χρεωστούμενά του.

Ο τίτλος έχει την πρόθεση να παραθέσει τον Σαρλ Μποντλέρ, που έβλεπε την πόλη στη νεοτερικότητα ως ένα «δάσος από σύμβολα». Σε αντίθεση με τον Ρεμπό, ο οποίος την αντιλαμβανόταν ως «φωτιά και λάσπη».




Το Under London Skies, η κορυφαία σύνθεση του τελευταίου σας άλμπουμ, είναι μια βαθιά βιωματική γλυκόπικρη «ωδή» στο Λονδίνο: το Λονδίνο που γνωρίσατε και αγαπήσατε ως νέοι, και το Λονδίνο που, ίσως, σας έκανε αυτό το οποίο είστε.

Θα ήθελες να μου πεις περισσότερα για αυτήν τη σχέση ζωής, υπό το πρίσμα μιας διαρκώς μεταβαλλόμενης μητρόπολης;

Έγραψα αυτό το τραγούδι σε μια εποχή που ο πολιτικός μας χωρισμός από την Αγγλία φαινόταν μια ξεκάθαρη πιθανότητα και έτσι ένας θρήνος για μια χαμένη αγάπη ήταν ταιριαστός.

Όπως αποδείχθηκε, αυτό δεν ίσχυε. Μόνο στο σημείο του θανάτου βλέπουμε ίσως καθαρά τη ζωή.

Το Λονδίνο ήταν εξαιρετικά σημαντικό για εμάς όσον αφορά στην ανάπτυξή μας ως γκρουπ. Αν δεν είχαμε πάει εκεί, ίσως να είχαμε παραμείνει εντελώς άγνωστοι στη Σκωτία.

Το Λονδίνο ήταν ο πυρήνας της έμπνευσής μας και το μέρος από όπου ξεκινήσαμε. Παραμένουμε άγνωστοι στη Σκωτία, χωρίς να έχουμε καμία παρουσία στον ποπ ή πολιτιστικό χώρο.

Πράγματι, παραμένουμε σταθερά άγνωστοι στην πόλη/αστική περιοχή από την οποία προερχόμαστε, το Πέισλι της Γλασκόβης. Φύγαμε από το Πέισλι με την πρώτη ευκαιρία που μας δόθηκε, οπότε αυτό είναι πιθανώς και εύλογο.

Ο Ιησούς επίσης δυσφημήθηκε πολύ στην πατρίδα/πολιτισμό του! Χα!

«Με το πρόσχημα της απελευθέρωσης/ Επιβάλλουμε μη ρεαλιστικές προσδοκίες», συλλογίζεστε στο Godless. «Αυτή η προσδοκία/ της απελευθέρωσης/ Δεν ισοδυναμεί με τίποτα/ Χωρίς την ανάκτηση/ της παγκόσμιας χειραφέτησης», συνεχίζετε.

Μια αναζωογονητικά διεθνιστική δήλωση σε απογοητευτικά ατομικιστικές εποχές. Είσαι πολιτικά αφοσιωμένος ή τουλάχιστον ανήσυχος;

Ναι, σε μεγάλο βαθμό.

Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός έχει πετσοκόψει τα ίδια τα θεμέλια της κοινωνικής νομιμότητας και πρέπει να καταργηθεί, για να μην καταργήσει κι εμάς - αν η κίνηση προς τον τεχνο-φεουδαρχισμό δεν έχει ήδη αποκλείσει μια τέτοια πιθανότητα.

Μας αρέσει ο Καλός σας Γιος, ο Γιάνης Βαρουφάκης. Θα έπρεπε να είναι ο Μέγας Αρμοστής των νέων Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Με το φάντασμα του Τ.Σ. Έλιοτ να επιβλέπει τα πράγματα.

«Ήμουν στην απέξω/ Χωρίς δρόμο για το σπίτι/ Πρέπει να περιπλανηθούμε/ Ολομόναχοι», τραγουδάς στο Wander Pts I & II. Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα ερωτικό τραγούδι - ή όχι. Ή ένα τραγούδι για το τέλος μιας σχέσης.

Πώς αντιμετωπίζεις τη μοναξιά, τέλος πάντων;

Ο όρος έχει δανειστεί -ή κλαπεί, όπως θα έλεγε ο Όσκαρ Ουάιλντ!- από τα λόγια του Ζακ Ντεριντά, όταν έμαθε για τον θάνατο του φίλου του, Ζιλ Ντελέζ, από αυτοκτονία. Το τραγούδι είναι επίσης ένας θρήνος για τον αγαπητό μου εκλιπόντα πατέρα.

«Με το ένα πόδι στο τρελοκομείο...» αναφέρεται ήδη στο εξώφυλλο της τελευταίας σας κυκλοφορίας μέχρι σήμερα, του EP Stepping Across, από το 2024. Ζούμε σε ζοφερές και παράλογες εποχές.

Αν δε μας φυλακίσουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, πώς θα «περάσουμε απέναντι»;

Το Έγκλημα και Τιμωρία είναι μια κακή αγγλική «μετάφραση» του Stepping Across. Πρέπει πάντα να περνάμε απέναντι απέναντι τουλάχιστον για να καταλάβουμε τι και πώς μπορεί να είναι ο άλλος.

Ο περιορισμός της αποξένωσης είναι επιτακτικός. Ο ψηφιακός καπιταλισμός μεγεθύνει την υπερπόλωση και πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Αυτή είναι επίσης μια δήλωση σχετικά με τη χρησιμοποίηση της αρετής ως όπλου, τη διάβρωση του πολιτικού σώματος με την αντικατάσταση της μιας καταπίεσης με μια άλλη.

Αντί για αναγωγή στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή, προτρέπουμε για εξέλιξη -«Περνώντας απέναντι». Sha La La La La La La...

«Αλλά ζούμε ακόμα με τη δύναμη των αστεριών/ Τη δύναμη των αστεριών... / Ξέρεις αγίους και αγγέλους/ Και μάρτυρες και μαστροπούς», τραγουδάς στο Pimps, από το ντεμπούτο άλμπουμ των Close Lobsters, Foxheads Stalk This Land.

Ποιο είναι το τυχερό σου αστέρι; Και πώς σχετίζεσαι με τη μεταφυσική;

Θαυμάζουμε το Διάκενο στις «μικρές δόξες του κόσμου».

Θα εμφανιστείτε ζωντανά ως γκρουπ για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο πλαίσιο του 4ου Athens Pop Underground Fest την Παρασκευή 22 Μαΐου. Κάλλιο αργά παρά ποτέ; Τι σημαίνουν οι λέξεις «ποπ» και «underground» στις μέρες μας;

Πιστεύουμε ότι το Φεστιβάλ φαίνεται καταπληκτικό. Μας αρέσει η έμφαση στη διάσταση του «underground» στον τίτλο του. Φαίνεται πολύ ελληνική.

Οι Close Lobsters θα εμφανιστούν για πρώτη φορά στο λίκνο του Δυτικού πολιτισμού, αλλά προσωπικά έχω κάνει διάφορα ατομικά «σόου» στο Τ.Ε.Ι. Πειραιά μεταξύ 2001 και 2008!

Ευχαριστώ θερμά τον Andrew Burnett για τον χρόνο που μου διέθεσε και την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού.

Οι Close Lobsters εμφανίζονται ζωντανά στο πλαίσιο του 4ου Athens Pop Underground Fest την Παρασκευή 22 Μαΐου στο An Club (Σολωμού 13-15, Εξάρχεια).