Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

«Αμάραντη»: Συνομιλώντας με τις Ανθή Δαουτάκη και Υψιπύλη Σοφιά

 


Η μνήμη, η λήθη, η φροντίδα και η απώλεια μέσα από τη σχέση μητέρας-κόρης διατρέχουν την ποιητική μικρού μήκους ταινία της Ανθής Δαουτάκη, Αμάραντη, που κέρδισε το Βραβείο Σκηνογραφίας στο φετινό Φεστιβάλ Δράμας.

Συναντώντας την σκηνοθέτρια και την πρωταγωνίστρια του φιλμ, Υψιπύλη Σοφιά.

Παρακολουθώντας την μικρού μήκους ταινία σου, Αμάραντη, φέτος στη Δράμα ένιωσα ότι αποκαλύπτει αρχή οράματος.

Πώς οραματίζεσαι τον κινηματογράφο σε επίπεδο σύλληψης ιδεών, θεματικών αξόνων, χαρακτήρων, αλλά και πρακτικής υλοποίησης;

Ανθή Δαουτάκη: Κατευθείαν στα πολύ βαθιά!

Έτσι το προτιμώ!

Α.Δ.: Ξεκινώντας από το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, δε μου αρέσει που το σινεμά απαιτεί τόσα χρήματα προκειμένου να υλοποιηθεί και αποτελεί ένα σπορ το οποίο μπορούν να το κάνουν οι πλούσιοι.

Ταυτόχρονα, έχουμε χάσει την ικανότητα να κάνουμε κινηματογράφο με λιγότερο ακριβή εργαλεία, Υπάρχει ένα φετίχ γύρω από την υλικοτεχνική διάσταση του σινεμά. Μεταφέρεται το βάρος στη φόρμα παρά στην ουσία.

Αν και δεν ήξερα ότι ασχολείσαι με τα εικαστικά, η ματιά και η φόρμα της ταινίας σου έχουν έντονη και έντονα εικαστική διάσταση.

Α.Δ.: Χαίρομαι για την επισήμανσή σου.

Απλώς είναι δύσκολο να την πετύχω. Όπως, κατά κύριο λόγο, δυσκολεύομαι με τη δραματουργία - με τους ηθοποιούς, δηλαδή. Ενώ μου είναι εύκολο να δημιουργήσω ωραίες εικόνες, το τι συμβαίνει σε αυτές είναι πολύ δύσκολο.

Τι σε δυσκολεύει πιο πολύ;

Α.Δ.: Ο ανθρώπινος παράγοντας, επειδή η υλοποίηση αυτού που έχεις φαντασιωθεί περνάει αναγκαστικά μέσα από έναν άλλο άνθρωπο.

Αυτός ο παράγοντας προξενεί, ταυτόχρονα, τις μεγαλύτερες δυσκολίες στη ζωή μας, αλλά είναι και το ομορφότερο κομμάτι της.

Επιστρέφοντας στο πρώτο σκέλος της ερώτησης, με ελκύει το ποιητικό σινεμά, όπως μου αρέσουν τα παραμύθια και το μαγικό στοιχείο το οποίο εισάγουν στην καθημερινότητα.

Ποια είναι η Αμάραντη; Ένας άνθρωπος, ένας χαρακτήρας, μία κατάσταση;

Α.Δ.: Oυσιαστικά είναι μία μετάβαση, μία πληγή που μπορεί, κάποια στιγμή, να γίνει πηγή.

Εξ ού και το υγρό στοιχείο.

Α.Δ.: Το οποίο προέκυψε τυχαία, δεν επρόκειτο για εμμονή, ούτε -ελπίζω- για κάποια μανιέρα.

Η συνάντησή σας με την Ανθή πόσο προηγείτο της συνεργασίας σας, Υψιπύλη;

Υψιπύλη Σοφιά: Έγινε μέσω casting.

Απλώς μιας και ήταν ουσιαστικά η πρώτη φορά που περνούσα από μία τέτοια διαδικασία αφότου τελείωσα τη Δραματική Σχολή, υπήρξα πολύ τυχερή επειδή δεν υλοποιήθηκε με άγριο και τυπικό τρόπο, όπως συχνά συμβαίνει.

Δημιουργήθηκε μία άνεση μεταξύ μας πολύ γρήγορα και οργανικά, ενώ βρισκόμασταν και οι δύο σε παρόμοια φάση ζωής όντας νέες δημιουργοί, με εμένα να χρειάζομαι τη βοήθεια της Ανθής, και εκείνη να είναι ανοιχτή στις προτάσεις μου.


Υψιπύλη Σοφιά


Πέραν της οικειότητας που είχε αναπτυχθεί μεταξύ σας και δεδομένου ότι πρόκειται για την πρώτη κινηματογραφική εμφάνισή σου, ένιωσες κάποιο άγχος;

Υ.Σ.: Η δυσκολία την οποία αισθάνθηκα ήταν αυτή που πάντα αισθάνομαι όταν πρόκειται να παίξω:

Το στρες σχετικά με πώς θα φανώ, πώς θα με αποτυπώσουν και πώς θα προσεγγίσω και -ενδεχομένως- θα εμπλουτίσω τη φαντασία του ανθρώπου τον οποίο έχω απέναντί μου.

Οι μέρες πριν από τα γυρίσματα ήταν οι πιο δύσκολες, επειδή έπρεπε να αποφύγω οτιδήποτε με αποσπά, και να ζήσω μία δεύτερη ζωή: σαν να ζούσε ο χαρακτήρας κάποιες «φέτες» ζωής, για παράδειγμα στο σπίτι όπου έγιναν τα γυρίσματα.

Υπήρχε, επίσης, πολλή φροντίδα στο πλαίσιό τους, και οι άνθρωποι ήταν πολύ σεβαστικοί όσον αφορά στην ανάγκη του οποιουδήποτε να συγκεντρωθεί.

Όταν οι άνθρωποι είναι φροντιστικοί, θα πάρεις το καλύτερο από αυτούς - τόσο στο επίπεδο μιας σχέσης, όσο και σε επαγγελματικό.

Η μνήμη και η λήθη, εν προκειμένω στο πλαίσιο της σχέσης μητέρας-κόρης, αποτελούν δύο βασικούς άξονες του φιλμ. Πώς βιώνεις -περισσότερο-, παρά νοηματοδοτείς, τη μνήμη, τη λήθη και τη συνύφανσή τους;

Α.Δ.: Έχω πολύ αγαπησιάρικη σχέση με την μαμά μου. Είναι και φίλη μου. Μου είναι πολύ οικείο να ξεκινώ να γράφω κάτι, και να καταλήγω να γράφω για εκείνη.

Η μαμά μου δεν πάσχει από Αλτσχάιμερ όπως ο χαρακτήρας της ταινίας,  και ελπίζω να μην της συμβεί κάτι τέτοιο ποτέ.

Είχε, στην πραγματικότητα, τέσσερις μαμάδες, επειδή καμιά από τις αδερφές της γιαγιάς μου δεν παντρεύτηκε. Έτσι, όταν η μαμά μου ήταν μικρή, την φρόντιζαν, και το ίδιο έκανε και εκείνη όταν μεγάλωσε, σαν επέκταση του εαυτού της.

Μία από αυτές τις γιαγιάδες μου, η Κατίνα, έπασχε από Αλτσχάιμερ, και όχι μόνο αδυνατούσε να αναγνωρίσει ποιος είσαι, αλλά δεν μπορούσε, σε μεταγενέστερα στάδια της νόσου, να θυμηθεί λέξεις ή να ολοκληρώσει προτάσεις.

Έχω δει, λοιπόν, πώς είναι να χάνεις κομμάτια του εαυτού σου, αλλά και πώς μπορεί να αντιμετωπίζεις μια τέτοια συνθήκη με χιούμορ.

Η φροντίδα είχε εξελιχθεί σε κάτι τόσο εύκολο μέσα στο σπίτι, που δε βίωνα την αίσθηση της ασθένειας. Πλέον, δεν αντιμετωπίζουμε τη φροντίδα ως κάτι όμορφο και ανταποδοτικό.

Όλα όσα μόλις θίξαμε, ανησυχούν, αφορούν ή προβληματίζουν και εσένα Υψιπύλη;

Υ.Σ.: Έχω κι εγώ μία πολύ ιδιαίτερη σχέση με την μαμά μου, αν και χωρίς τα χαρακτηριστικά της σχέσης της Ανθής με την δική της μητέρα. Δε θα έλεγα, για παράδειγμα, ότι η μαμά μου είναι φίλη μου.

Η σχέση μου με εκείνη έχει υπάρξει και συγκρουσιακή. Αισθάνομαι, ωστόσο, πως κουβαλάω την μαμά μου, και αυτό αποτυπώνεται σε οτιδήποτε δημιουργώ. Η μαμά μου με έκανε μικρή, μεγαλώνοντας παράλληλα και η ίδια.

Ζόρικο.

Υ.Σ.: Τη «δίκασα» γι’ αυτό.

Την απάλλαξες;

Υ.Σ.: Την απάλλαξα, για να μπορέσω να επιβιώσω. Noμίζω πως αυτή ήταν η πιο σοφή απόφαση.

Η μεταξύ μας σχέση είναι μια σχέση ζωής, οπότε μπορούσα να συνδεθώ με τον χαρακτήρα που υποδύομαι στο φιλμ.

Και όπως για την Ανθή η αποτύπωση της σχέσης των χαρακτήρων είχε μια εξορκιστική διάσταση, έτσι και για μένα μπορεί η πληγή, στο τέλος, να λειτουργήσει και ως λίπασμα.

Α.Δ.: Είχε κάποτε διαβάσει σε ένα βιβλίο σχετικά με τη γλώσσα πως, καθώς συγκροτούμαστε ως άνθρωποι, χτίζουμε κάτι σαν σπίτι. Ένας καναπές είναι ένας κοινωνικός κύκλος, και μας παρέχει ασφάλεια.

Όταν χάνεις τη μνήμη σου, καταρρέει το σπίτι, δηλαδή η αίσθηση τού ποιος/ποια είσαι.

Αυτό μου θύμισε την εικόνα σπιτιών χτισμένων κοντά στη θάλασσα, τα οποία φθείρονται όλο και περισσότερο, μέχρι που τα κύματα εισβάλλουν μέσα τους, και τα σπίτια μετατρέπονται σε θάλασσα. Επιστρέφοντας στο χάος, γίνεσαι ένα με το όλο.

Υ.Σ.: Νομίζω ότι η ενηλικίωση έχει κάτι από Αλτσχάιμερ.




Δηλαδή;

Υ.Σ.: Μεγαλώνοντας, μαθαίνουμε πολλά, αλλά ταυτόχρονα ξεχνάμε άλλα, πολύ ουσιαστικά.

Αν -αισίως- φτάσουμε σε μια ηλικία κατά την οποία μπορούμε να αναλογιστούμε τι έχουμε ξεχάσει, καταβάλλουμε μια τρομερή προσπάθεια να ξαναθυμηθούμε ποιοι ήμασταν πριν μάθουμε όλα αυτά τα πράγματα.

Συνεπώς, δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην μπορεί να ταυτιστεί -έστω και λίγο- με το ζήτημα της λήθης.

Α.Δ.: Μεγαλώνοντας, επιστρέφουμε στα χόμπι τα οποία μάς άρεσαν όταν ήμασταν μικρά.

Η Όλια Λαζαρίδου, η οποία υποδύεται τον χαρακτήρα της μητέρας, σου άρεσε από μικρή ως ηθοποιός;

Α.Δ.: Από μικρή, δεν ξέρω. Ενθουσιάστηκα, όμως, που την είχαμε μαζί μας. Ήταν ειλικρινής η προσέγγιση, όπως και η απάντηση από πλευράς της.

Είναι πολύ ανθρώπινη, μάς κάλεσε στο σπίτι της για φαγητό, μάς έλεγε ιστορίες. Νομίζω ότι μας συμπάθησε. Το χάρηκε.

Η Αμάραντη δεν έχει, βέβαια, ολοκληρώσει τον κύκλο της, αλλά ποιος φαντάζεσαι πως θα μπορούσε να είναι ένας καινούριος κύκλος; Υπάρχει στον ορίζοντα κάτι τέτοιο;

Α.Δ.: Υπάρχουν δύο-τρία πράγματα.

Ξεκίνησα να ασχολούμαι με το σινεμά επειδή ήθελα να αφηγηθώ μία συγκεκριμένη ιστορία για μία μαμά που την απατάει ο σύντροφός της και για τη σχέση της με τις κόρες της. Ό,τι κάνω έκτοτε είναι αποσπάσματα αυτής της ιστορίας.

Η επόμενη μικρού μήκους δουλειά μου αφορά μια ομάδα γυναικών που παρακολουθούν μαθήματα μπαλέτου και τη μεταξύ τους αλληλεπίδραση όταν μία από αυτές καταρρέει. Για μεγάλου μήκους, δεν είμαι έτοιμη, νομίζω.

Έχοντας πάρει το «βάπτισμα του ύδατος», πώς βλέπεις τον εαυτό σου στο κινηματογραφικό πεδίο;

Υ.Σ.: Με γοήτευσε και με γοητεύει τόσο πολύ η διαδικασία και η «ιδιωτικότητα» του σινεμά, που αν κάποιος μου πρότεινε να κάνω non-stop γυρίσματα όλο τον χρόνο, θα του απαντούσα: «Ναι».

Θα ήθελα, λοιπόν, να δουλέψω στον κινηματογράφο και με τον εαυτό μου μέσα από τον κινηματογράφο, επειδή είναι μετατοπισμένος σε σχέση με το θέατρο, το οποίο έχω σπουδάσει.

Το θέατρο απαιτεί μία τεχνική μεγέθυνση του εσωτερικού. Ο κινηματογράφος όχι, αλλά δε συγχωρεί και καθόλου. Είναι πολύ εύκολο να φανείς ελεεινά ψεύτης στην κάμερα. Το ζητούμενο είναι στρίψεις το «τιμόνι», να εκπλαγείς κι η ίδια από κάτι.

Αναζητάς κι εσύ την έκπληξη, Ανθή;

Α.Δ.: Δεν την αναζητώ από την αρχή, επειδή έχω πολύ έντονες εικόνες στο κεφάλι μου. Συλλέγω στοιχεία, συνθέτω ένα παζλ, και κάποια στιγμή συνειδητοποιώ ότι όλα έχουν κάποιο νόημα. Η έκπληξη προκύπτει εκεί.

Υ.Σ.: «Για να μου αρέσει ένας πίνακας, πρέπει να με ‘γρατζουνίσω’», μου έλεγε η Ανθή, κι αυτό μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση.

Α.Δ.: Δε συμβαίνει σε όλους τους ανθρώπους.

Επειδή είμαι εκπαιδεύτρια στα εικαστικά σε άτομα με νοητική αναπηρία, βλέπω πώς σχεδιάζουν διάφοροι άνθρωποι. Μερικοί, χρειάζονται δύο εβδομάδες για να ολοκληρώσουν ένα σχέδιο. Κάπως έτσι είμαι κι εγώ.

Υ.Σ.: Αυτή η εικόνα με έκανε να αισθανθώ μεγάλη ανακούφιση, ότι δηλαδή πρέπει να «τσαλακώσεις» πολύ τα πράγματα για να βρεις μέσα τους κάτι.

Η ταινία της Ανθής Δαουτάκη Αμάραντη κέρδισε το Βραβείο Σκηνογραφίας (Κωνσταντίνος Χαλδαίος, Ευθύμης Γρόνθος, Αφροδίτη Ψυχούλη) στο πλαίσιο του Εθνικού Διαγωνιστικού του 49ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.

Προβάλλεται την Παρασκευή 6 Νοεμβρίου στο πλαίσιο του 67ου ΦΚΘ (Αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, 16:00), ενώ είναι διαθέσιμη και στη διαδικτυακή πλατφόρμα του Φεστιβάλ μέχρι τη λήξη του.



Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

Αλέξης Σαρχώσης: «Όλοι είμαστε ψυχές που κατοικούμε σε ένα φθαρτό σώμα»

 


Συνθετικά συγκροτημένο γύρω από έναν βαθιά μελωδικό πυρήνα, με στίχους πεσιμιστικούς και συχνά ποιητικούς, οι The Temple αποτελούν ένα από τα αξιόλογα γκρουπ της εγχώριας doom metal σκηνής.

Ενόψει της συναυλίας των Βρετανών Warning την Παρασκευή 13 Νοεμβρίου, την οποία ανοίγουν, συζητάμε με τον frontman των The Temple, Αλέξη Σαρχώση.

Οι The Temple σχηματίστηκαν το «εύθραυστο» 2005 με εσένα ως «πρωτουργό» της δημιουργικής «φωτιάς».

Γιατί υπήρξε «εύθραυστη» η συγκεκριμένη χρονιά, τι σε συνέδεε -και συνδέει- με το doom metal;

Το 2005 ήμουν 18 χρονών, πράγμα που από μόνο του είναι κάτι εύθραυστο. Από την ενηλικίωση και τη σχολική ρουτίνα, στη δημιουργική ελευθερία και στις υποχρεώσεις.

Ως οπαδός doom metal, ήθελα να κάνω το δικό μου σχήμα, και τότε ήταν η ιδανική στιγμή.

Σε μια εποχή, όμως, κατά την οποία doom metal ακούγαμε ελάχιστοι και το internet δεν ήταν στο φόρτε του καταλαβαίνεις πόσο δύσκολη ήταν η πρόσβασή μας σε underground σχήματα, καθώς και η ανεύρεση μελών για ένα συγκρότημα.

Ποια είναι η σχέση σου με τη θρησκεία (εν γένει) και την πίστη, θρησκευτική ή μη;

Όσον αφορά τη θρησκεία, άλλα πράγματα είχα στο μυαλό μου το 2005 και άλλα το 2026.

Η σχέση μου με οποιαδήποτε θρησκεία, οργανωμένη ή μη, είναι ανύπαρκτη, ωστόσο είμαι πιστός ακόλουθος φιλοσοφιών πίστεως όπως οι διδαχές του Χριστού, οι αρχές του Βουδισμού και του Ταό. 

Το πρώτο σας demo ηχογραφήθηκε κάτω από «αμήχανες» και «ανείπωτες» συνθήκες. Τι άλλαξε καθ’ οδόν;

Αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια, παρόλα αυτά το πάθος για δημιουργία και ηχογράφηση κέρδισε κατά κράτος τις μηδαμινές γνώσεις ηχογράφησης και εξοπλισμού.

Συγκεκριμένα, θυμάμαι να ηχογραφώ στο δωμάτιο του αδελφού ενός φίλου μου καθισμένος σε μια ετοιμόρροπη καρέκλα, ακίνητος γιατί το παραμικρό κούνημα θα σήμαινε τη διακοπή της ηχογράφησης.

Επίσης, θυμάμαι να ηχογραφώ τα φωνητικά κλεισμένος σε μια ντουλάπα με ρούχα για την απαραίτητη ηχομόνωση. Μην ξεχνάς ότι επρόκειτο για μια one man’s doom metal band, εν έτει 2005!

Αυτό που καθ’ οδόν άλλαξε, πέρα από τη μουσική ωριμότητα, ήταν η συνεργασία με άτομα τα οποία είχαν έστω βασικές τεχνικές γνώσεις.

Το ένα έφερε το άλλο και καθώς μεγαλώναμε ως μπάντα οι προσδοκίες ήταν μεγαλύτερες, οπότε πλέον συνεργαζόμαστε αποκλειστικά και μόνο με επαγγελματίες.

Mετά από χρόνια «αγρανάπαυσης», επανήλθατε δριμύτεροι στο μουσικό προσκήνιο. Τι κράτησε τη «φλόγα» ζωντανή;

Η φλόγα δεν είχε σβήσει ποτέ πραγματικά, έψαχνα απλά το σωστό timing. Εξάλλου, τα πάντα είναι θέμα συγχρονικότητας.

Έτσι λοιπόν, κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών της στρατιωτικής θητείας μου, δέχτηκα ένα τηλέφωνο από τον φίλο μου τον Θανάση, της τότε νεοσύστατης KRISIS PRODUCTIONS, στο οποίο με παρότρυνε να συμμετάσχω στο πρώτο doom metal live τους με τους Witch Mountain.

Αυτό ήταν. Από εκεί και πέρα τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Η φλόγα που ως τότε απλά έκαιγε, τώρα θέριεψε!

«Oh my God, there’s nothing more/ So grieving and so sorrowful than loss/ To be with one, you dearly love/ And suddenly to realize is gone». (Death the Only Mourner). Πόσο σε τροφοδοτεί η κάθε είδους απώλεια;

Η έμπνευση για το συγκεκριμένο τραγούδι ήρθε από τον θάνατο του πατέρα μιας καλής μου φίλης, τότε. Η επιβλητική κηδεία με τις ψαλμωδίες από τη μία και το πένθος από την άλλη με οδήγησαν στο να δημιουργήσω αυτό το τραγούδι.

Δε θα έλεγα πως με τροφοδοτεί κάθε είδους απώλεια, ωστόσο μου αρέσει μουσικά να την περιγράφω ως ένα στάδιο αλλαγής, μετουσίωσης και μετάβασης.

«All I need is this/ A mirror of souls/ To absorb the evilness/ And let the light to show». (Mirror of Souls). Tι σημαίνει «ψυχή» για σένα;

Όλοι είμαστε ψυχές που κατοικούμε σε ένα φθαρτό σώμα. Η ψυχή είναι ενέργεια, είναι η αντανάκλαση της αύρας, ο ανώτερος εαυτός, η συνειδητότητα του Θεού που υπάρχει μέσα μας.

Οι στίχοι του εν λόγω τραγουδιού έχουν να κάνουν με το εξής: όλοι οι άνθρωποι που συναντάμε καθημερινά αποτελούν καθρέφτες του εαυτού μας.

Κάτι το οποίο δε σου αρέσει ή επικρίνεις σε κάποιον και αντίστοιχα κάτι που θαυμάζεις, είναι ουσιαστικά πράγματα τα οποία έχεις μέσα σου.

Το τραγούδι αυτό λέει, ότι χρειάζομαι έναν καθρέφτη-δάσκαλο που θα με οδηγήσει στο φως. Θεραπεύοντας αυτό το οποίο έχω μέσα μου και βλέπω στον άλλον θα οδηγηθώ στη λύτρωση.

Of Solitude Triumphant: Υπό ποια έννοια μπορεί η μοναξιά να είναι ή να γίνει θριαμβευτική;

Ένας από τους μεγαλύτερους φόβους του ανθρώπου, πέρα από τον θάνατο, είναι η μοναξιά. Μέσα, όμως, από τα βαθύτερα σκοτάδια της μοναξιάς μπορεί να αναδυθεί το πιο λαμπρό φως.

Το concept του δίσκου αυτού, με αυτό τον τίτλο, ξεκάθαρα υποδεικνύει αυτό. Όλες οι κακουχίες της απώλειας, της μοναξιάς και του φόβου μετουσιώθηκαν και έγιναν φως.

«To love and to repent/ To thank and always help/ To forgive and to forget/ That’s the foundations of regret», τραγουδάτε στο The Foundations. Αγάπη, μετάνοια, συγχώρεση, μεταμέλεια: πόσο μάς λείπουν και πόσο τις χρειαζόμαστε;

Στον διττό κόσμο στον οποίο ζούμε, όλα αυτά είναι βασικές πτυχές της ανθρώπινης ολοκλήρωσης.

Δεν είναι ότι μας λείπουν και τις χρειαζόμαστε, καθότι τις έχουμε έμφυτες, το θέμα είναι να συνειδητοποιήσουμε την αναγκαιότητά τους και να τις ξαναθυμηθούμε.

Στο κάτω κάτω, είναι απλά πράγματα, εμείς τα κάνουμε δύσκολα. Αγάπη, ευγνωμοσύνη και συγχώρεση. Τρείς απλά έννοιες, ύψιστης όμως σημασίας.

«At the end of the days, what remains? / Sadness and pain are the same/ All the tears you denied to explain/ Floating now on a shame», θρηνείτε στο Profound Loss.

Τι απομένει «στο τέλος των ημερών», λοιπόν;

Ακριβώς.

Τι απομένει; Τίποτα. Mια ανάμνηση, συναισθήματα και μια υστεροφημία. Η λύπη και ο πόνος θα παρέλθουν. Όπως, όμως, και πολλά πράγματα τα oποία θεωρούμε δεδομένα.

Ο θρήνος στο Profound Loss δεν έγκειται τόσο στην απώλεια, όσο στα πράγματα που δεν ειπώθηκαν ποτέ και στα συναισθήματα που δεν εκδηλώθηκαν.

Στην αγκαλιά που δε δόθηκε, στο «σ’ αγαπώ» που δεν ξεστομίστηκε και σε ένα «ευχαριστώ» που θεωρήθηκε δεδομένο.

Όπως και η μουσική των Warning, την πολυαναμενόμενη συναυλία των οποίων ανοίγετε την Παρασκευή 13 Νοεμβρίου, έτσι και η δική σας συγκροτείται γύρω από/αναδύεται μέσα από έναν βαθιά μελωδικό πυρήνα.

Θα ήθελες να εμβαθύνεις στη σχέση σου με τη μελωδία ως συνθέτης και ως ακροατής, αλλά και σε ένα ευρύτερα υπαρξιακό επίπεδο;

Στη Υin & Υang διάσταση που ζούμε, στο μαύρο-άσπρο, στο όμορφος-άσχημος και στο  ψηλός-κοντός, έτσι και στη μουσική μας διαλέγουμε την αρμονία και τη μελωδία, ώστε να συσχετιστoύν και να απαλύνουν τα δυσάρεστα συναισθήματα που πραγματεύονται τα τραγούδια μας.

Ως ακροατής, πάντα μου άρεσαν οι μελωδίες οι οποίες σε συνδυασμό με την απαισιοδοξία των στίχων οδηγούν σε μια λύτρωση, πράγμα που προσπαθώ ως συνθέτης να αποδώσω στα τραγούδια μας.

Στιχουργικά αναφέρομαι σε υπαρξιακά επίπεδα αλλά μόνο όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, μέσω των φιλοσοφιών τις οποίες ασπάζομαι, μέσω του καλού.

Πώς αξιολογείς την εγχώρια doom metal σκηνή, στον βαθμό που μπορείς να το κάνεις όντας κομμάτι της, και πώς θα την παρουσίαζες σε κάποιον/κάποια «αμύητο»/ «αμύητη», αλλά με ειλικρινές ενδιαφέρον να την προσεγγίσει;

Η εγχώρια doom metal σκηνή είναι μικρή, αλλά απαρτίζεται από πολύ αξιόλογες μπάντες: Laurel Path, Agnes Vein, Doomocracy, Silent Oath, Litany, Violent Vortex, Aeon Aphelion είναι μερικές από αυτές.

Κάποι@ αμύητ@ και με ειλικρινές ενδιαφέρον να την προσεγγίσει θα πρέπει να εστιάσει στο είδος που τ@ αρέσει περισσότερο.

Όλες οι προαναφερθείσες μπάντες ανήκουν στο παραδοσιακό και επικό doom metal, παρόλα αυτά υπάρχουν και άλλα υποείδη, όπως doom/death, funeral doom, κ.λπ., που μπορεί να βρει πιο ενδιαφέροντα.

Θα εξαρτηθεί από το είδος metal από το οποίο προέρχεται. Αυτό, όμως, που κυρίως θα παρουσίαζα και θα προειδοποιούσα είναι το αγνό, αφοσιωμένο, ειλικρινές, ανόθευτο και ανιδιοτελές της υπόθεσης.

Ευχαριστώ θερμά τον Αλέξη Σαρχώση για τον χρόνο του και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγκροτήματος.

Οι The Temple ανοίγουν τη συναυλία των Warning την Παρασκευή 13 Νοεμβρίου στο An Club (Σολωμού 13, Εξάρχεια).



Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026

Goat: Το μυστηριώδες, διονυσιακό σουηδικό γκρουπ λάιβ στην Αθήνα (30-31/10)

 


Περιβαλλόμενοι από μια άκρως αινιγματική, μαγευτική και μυστηριώδη μυθολογία, οι Σουηδοί Goat είναι ένα απολύτως αταξινόμητο συγκρότημα με ψυχεδελικές, afrobeat, krautrock, funk και ροκ εντ ρολ αναφορές.

Σύμφωνα με τα ελάχιστα στοιχεία τα οποία είναι γνωστά για την ταυτότητά του -καθώς τα μέλη του παραμένουν πεισματικά ανώνυμα και εμφανίζονται επί σκηνής φορώντας μάσκες και κοστούμια-, οι Goat κατάγονται από την κομητεία Norrbotten.

Πάντα κατά τους ίδιους, ο τόπος καταγωγής τους έχει Ιστορία λατρείας βουντού αφότου ένας γιατρός μάγος εγκαταστάθηκε εκεί.

Όταν Χριστιανοί Σταυροφόροι κατέφθασαν στο χωριό καταστρέφοντάς το, όσοι κάτοικοι είχαν επιβιώσει το εγκατέλειψαν ρίχνοντάς του κατάρα. Η αξιοπιστία της «πληροφορίας» ελέγχεται, ωστόσο εμπλουτίζει το μυστήριο που περιβάλλει το γκρουπ.

Oι Goat ξεκίνησαν να παίζουν μουσική όντας παιδιά, ως συνέχεια μιας τοπικής κοινοτικής παράδοσης. Έκτοτε, σύμφωνα και πάλι με όσα αφήνονται να διαρρεύσουν από το γκρουπ, έχουν υπάρξει πολλές ενσαρκώσεις τους ανά τις δεκαετίες.

Στις μέρες μας, αποτελούνται από τρία βασικά μέλη, ενώ στη σύνθεσή τους προστίθενται συνήθως τέσσερα ακόμα άτομα κατά τη διάρκεια των συναυλιών.

Το δισκογραφικό τους ντεμπούτο, World Music, κυκλοφόρησε το 2012, κι αμέσως τούς κατέστησε συνώνυμο της καλλιτεχνικής διαφορετικότητας.

Από τότε, έχουν κυκλοφορήσει άλλα πέντε άλμπουμ, με πιο χαρακτηριστικά τα Commune, Requiem, Headsoup και Medicine.

Όσον αφορά τον τρόπο δημιουργίας των συνθέσεών τους, ένας μέλος του γκρουπ δηλώνει:

«Η διαδικασία σύνθεσης τραγουδιών είναι παράξενη. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, όταν παίζουμε μαζί δεν παίζουμε τραγούδια -φτιάχνουμε μουσική- και κάθε φορά που παίζουμε είναι μια καινούρια φορά».

«Όταν είχαμε την ευκαιρία να ηχογραφήσουμε, φτιάξαμε τραγούδια για το άλμπουμ. Όλα ξεκίνησαν με το τραγούδι ‘Goatman’, το οποίο ηχογραφηθήκε μόνο για εμάς. Τα τραγούδια μας δεν είναι ποτέ στ’ αλήθεια ολοκληρωμένα και ποτέ δεν ξέρουμε πώς θα καταλήξουν όταν αρχίσουμε την ηχογράφηση», συμπληρώνει.

Γνωστοί για τις διονυσιακές συναυλίες τους, οι Goat αναμένονται με ιδιαίτερη ανυπομονησία ξανά στην Αθήνα την Παρασκευή 30 και το Σάββατο 31 Οκτωβρίου στο Ground Stage τού πάντα φιλόξενου και εκλεκτικού Gazarte (Βουτάδων 32-34, Γκάζι).

Οpening acts: Kooba Tercu και Holy Monitor.

Ώρα προσέλευσης: 20:30. Ώρα έναρξης: 21:30.

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026

Jonathan Donahue: «Η αλήθεια της μουσικής αφορά μια εσωτερική γεωγραφία»

 


Γιορτάζοντας τα 25 χρόνια από την κυκλοφορία του δίσκου-ορόσημου της ψυχεδελικής ποπ, All Is Dream, οι Βορειοαμερικανοί Mercury Rev εμφανίζονται ζωντανά στο Gazarte την Πέμπτη 29 Οκτωβρίου.

Συνομιλώντας με τον Jonathan Donahue, τραγουδιστή και κιθαρίστα του συγκροτήματος.

Ας ξεκινήσουμε με κάτι κάπως προσωπικό: Πρόσφατα έκλεισες τα 60 (εγώ τα 50!) Ανατρέχοντας στη ζωή σου -καλλιτεχνική ή άλλη-, θα έλεγες ότι το «ισοζύγιο» είναι, σε γενικές γραμμές, θετικό;

Μια υπέροχη ερώτηση: Καθώς όλοι μας βλέπουμε τα χρόνια να διασχίζουν τον προσωπικό μας ουρανό σαν σύννεφα, δεν είναι άραγε όμορφο το πώς τα τοπία γύρω μας μεταβάλλονται, περνώντας από το εξωτερικό στο εσωτερικό;

Όπως πολύ σωστά επισημαίνεις, σε μεταγενέστερο στάδιο της ζωής η αντίληψή μας για το ποιες θα πρέπει να είναι οι προτεραιότητές μας μετασχηματίζεται:

Η νεανική επιθυμία για προβολή του εαυτού στον «εξωτερικό κόσμο» δίνει τη θέση της σε μια πιο ουσιαστική ανάγκη για ενδοσκόπηση, που αφορά τον «εσωτερικό κόσμο».

Το ίδιο το Σύμπαν φαίνεται να ευνοεί αυτήν τη μεταμόρφωση στη Φύση, επομένως είναι λογικό ότι κι εμείς -ως όντα εντός αυτής της Φύσης- οφείλουμε να ακολουθήσουμε.

Το Σύμπαν σε δράση μέσα στον καθένα μας.

Οι Mercury Rev σχηματίστηκαν το 1989, με αρχικό στόχο τη σύνθεση μουσικής για τις φοιτητικές ταινίες των μελών του συγκροτήματος.

Μιας και το 1989 υπήρξε χρονιά-ορόσημο -υπό την έννοια ότι σηματοδότησε την κατάρρευση της μεταπολεμικής παγκόσμιας τάξης-, πώς το βιώσατε εσείς; Και τι, συγκεκριμένα, σας προσέλκυσε στον κινηματογράφο;

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, εγώ, ο David Baker και ο Grasshopper καθόμασταν για ώρες στο Μπάφαλο της Νέας Υόρκης, παρακολουθώντας παλιές ταινίες για τη φύση που προβάλλονταν αργά το βράδυ στο δημόσιο τηλεοπτικό κανάλι.

Εκείνη την εποχή ήμασταν πολύ φτωχοί ως φοιτητές, οπότε είχαμε μόνο ένα κλαρινέτο (Grasshopper), μερικά σκεύη μαγειρικής, ένα μικρό αρμόνιο Casio (David Baker), ενώ εγώ συνέδεα την κιθάρα μου στο πίσω μέρος του ηχείου της τηλεόρασης, καθώς δεν είχαμε ενισχυτή.

Και παρόλο που οι μουσικές μας ικανότητες ήταν πολύ πρωτόγονες, το πάθος μας για δημιουργία βρισκόταν στο υψηλότερο σημείο που είχε φτάσει ποτέ.

Στα πολύ παλιά χρόνια, η ιδέα να φτιάξουμε ένα ροκ συγκρότημα δεν υπήρχε καν στον ορίζοντα.

Διασκεδάζαμε με το να παίζουμε μουσική συνοδεύοντας πολικές αρκούδες και πλατύποδες που προβάλλονταν στην τηλεόραση, καθώς εκείνα κινηματογραφούνταν στο φυσικό τους περιβάλλον.

Νομίζω πως ορισμένες από τις πρώιμες ηχογραφήσεις μας σε κασέτα είχαν πολύ μεγάλη διάρκεια. Ο David έβγαζε πού και πού κάποιους φωνητικούς ήχους, αλλά όλα αυτά εντάσσονταν στη λογική της «ροής της συνείδησης».

Ακόμα και κατά την ηχογράφηση του Yerself Is Steam, πιθανότατα χρειάστηκε να αφαιρέσουμε μερικά λεπτά από ορισμένα τραγούδια, απλώς και μόνο για να χωρέσουν στη μία πλευρά ενός δίσκου βινυλίου.

Είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί, ωστόσο, ότι τόσο ο Grasshopper όσο και ο David Baker υπήρξαν μαθητές του χαρισματικού δημιουργού ταινιών και μουσικού Tony Conrad εκείνη την περίοδο, γεγονός το οποίο σίγουρα πρέπει να άσκησε μεγάλη επίδραση στις αντιλήψεις τους για τη σύγχρονη μουσική.

Τόσο το Yerself Is Steam όσο και το Boces (προσωπικά θεωρώ το πρώτο ως έναν από τους τρεις καλύτερους δίσκους σας, μαζί με τα All Is Dream και Deserter’s Songs) θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως shoegaze μουσική εξαιρετικής ποιότητας.

Τι υπαγόρευσε τον αρχικό προσανατολισμό του συγκροτήματος και τι συνέβαλε στη ριζική μεταστροφή των κατοπινών δίσκων προς μια πιο εκλεπτυσμένη ποπ κατεύθυνση;

Το Yerself Is Steam ήταν πραγματικά σαν να συγκρούονταν μεταξύ τους 6 πολύ ισχυρά σωματίδια.

Εκείνη την εποχή, είχαμε στην ομάδα 6 πολύ δυναμικές και αποφασισμένες προσωπικότητες. Από πού προέκυψε η μουσική, δεν μπορώ να πω με ακρίβεια - πέρα, ίσως, από τις ίδιες αυτές συγκρούσεις υψηλής ενέργειας.

Εξακολουθείς να θεωρείς το τρίτο άλμπουμ των MR, See You on the Other Side, το αγαπημένο σου;

Μιλώντας μόνο για τον εαυτό μου: Στην πραγματικότητα, το θεωρώ το «πραγματικό» Deserter’s Songs. Εμπεριέχει ένα σπουδαίο εσωτερικό στοχαστικό πνεύμα παρόμοιο με εκείνο του άλμπουμ του 1998, αλλά δε βρήκε κοινό οπουδήποτε στον κόσμο.

Από εμπορικής άποψης, όντως τα πήγε άσχημα, κι αυτό επέτεινε/επιτάχυνε την αποσύνθεση του γκρουπ εκείνη την περίοδο, σε συνδυασμό με προβλήματα πιο προσωπικής φύσης.

Έχοντας κυκλοφορήσει το 1995, στο απόγειο της Britpop -με τα δράματα των Oasis και των Blur, καθώς και τους σύντομους, τρίλεπτους δυναμικούς ύμνους με τις κιθάρες που αντηχούσαν έντονα- δεν είχε ποτέ πραγματικά καμία ελπίδα.

Αυτό άφησε πάνω μου, προσωπικά, μια πολύ μεγάλη συναισθηματική ουλή, την οποία τελικά διοχέτευσα στη δημιουργία του Deserter’s Songs χρόνια αργότερα.

Έχεις αναφέρει ότι επρόκειτο για προϊόν «ενός συγκεκριμένου βαθμού πόνου». Με ποιους τρόπους μπορεί ο πόνος και το τραύμα, οποιασδήποτε μορφής, να μετατραπούν σε μια δημιουργική δύναμη που βοηθά το άτομο να επιβιώσει, τόσο βιολογικά όσο και δημιουργικά;

Κατά τη γνώμη σου, γιατί είναι σημαντικό να είναι κανείς «λιποτάκτης» της ζωής και της τέχνης - έστω και περιστασιακά;

Την εποχή της σύνθεσης και της ηχογράφησης του Deserter’s Songs, με κυρίευε επανειλημμένα ένα δυσάρεστο συναίσθημα:

Ένιωθα πως, με κάποιον τρόπο, είχα απομακρυνθεί από έναν σκοπό που δεν αισθανόμουν πλέον δικό μου - ή έστω έναν σκοπό με τον οποίο μπορούσα να ταυτιστώ.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, τα μουσικά «νερά» στα οποία έπλεα άρχισαν να φουσκώνουν με μια κάπως εθνικιστική αίσθηση, τόσο από την πλευρά της Americana όσο και από εκείνη της Britpop.

Κάθε πλοίο στη θάλασσα (εννοώντας πολλά συγκροτήματα) μοιάζει να κυνηγά τη μεγάλη λευκή φάλαινα των ποπ τραγουδιών, σαν να ελπίζει να καρφώσει με καμάκι μια εμπορική επιτυχία και να τη σύρει πίσω στην ακτή.

Εμένα, αυτή η μεγάλη λευκή φάλαινα μού έδινε πάντα την αίσθηση ότι ήταν γεμάτη λίπος και πάχος.

Έχω την αίσθηση πως κάτι μέσα μου εγκατέλειψε εντελώς εκείνο το κυνήγι φαλαινών.

Κατά τη δημιουργία του Deserter’s Songs, ήταν σαφές σε εμένα, τον Grasshopper και τον Dave Fridmann ότι τα μεγάλης διάρκειας τραγούδια -με όμποε, κλασικές ενορχηστρώσεις και ελάχιστα ντραμς- θα αποτύγχαναν παταγωδώς (εμπορικά), ακριβώς όπως είχε συμβεί λίγα χρόνια νωρίτερα με το See You On The Other Side.

Όταν ολοκληρώσαμε το άλμπουμ στο στούντιο, φτιάξαμε ουσιαστικά μόνο μερικές κασέτες, σκεπτόμενοι ότι θα τις δίναμε μόνο σε φίλους, καθώς το άλμπουμ δεν επρόκειτο ποτέ να κυκλοφορήσει...

Χαίρομαι που πέσαμε όλοι ευχάριστα έξω, δεδομένης της επιτυχίας την οποία σημείωσε το άλμπουμ.

Το All Is Dream είναι, κατά τη γνώμη μου, την κορυφαία στιγμή στην καριέρα των MR - ένα απολαυστικό ψυχεδελικό ποπ δημιούργημα. «Ποτέ δε φαντάστηκα πως θα σε έχανα / Στα όνειρά μου είμαι πάντα δυνατός / (...) Όμως τα όνειρα δεν κρατούν για πολύ», τραγουδάς στο The Dark Is Rising.

Πώς σχετίζεσαι με τα όνειρα, τόσο δημιουργικά όσο και βιολογικά, και σε ποιον βαθμό φοβάσαι το «σκοτάδι» το οποίο στις μέρες μας όχι μόνο διογκώνεται, αλλά διαποτίζει κάθε πόρο της ύπαρξής μας;

Έχω την αίσθηση ότι ο Κόσμος των Ονείρων δεν είναι λιγότερο «σημαντικός» ή πραγματικός από την κατάσταση της εγρήγορσής μας.

Ίσως μάλιστα να αποτελεί μια πιο έγκυρη απεικόνιση της πραγματικότητας, σε σύγκριση με την (ανεστίαστη) κατάσταση της εγρήγορσης - εκείνη που μας έχουν κάνει να πιστεύουμε πως οφείλει να κυριαρχεί στην καθημερινή μας ζωή.

Το «Σκοτάδι» είναι η Σκιά μας - η απροθυμία μας, η ανικανότητά μας και η αποφυγή μας να αποδεχτούμε το παροδικό όλων των «πραγμάτων».

Το Σκοτάδι αναδύεται μέσα από την προσκόλλησή μας σε όσα πιστεύουμε, σε όσα μας έχουν πει και σε όσα νομίζουμε ότι γνωρίζουμε.

Αν δεν αποδεχτούμε την απόλυτη «φύση» του Σύμπαντος -την αλλαγή-, τείνουμε να κατακλυζόμαστε από απογοήτευση, θυμό και πικρία, ενώ γινόμαστε ακόμη και επιβλαβείς για τον εαυτό μας και τους άλλους,

αυτό που «νομίζουμε» ότι είμαστε

αυτό που «νομίζουμε» ότι δικαιούμαστε

αυτό που «νομίζουμε» ότι κατέχουμε.

Τοποθετημένο σε ένα πιο τζαζ -έως και ambient- μουσικό πλαίσιο, το Born Horses, το πιο πρόσφατο μέχρι σήμερα άλμπουμ των MR, είναι ίσως το πιο εσωστρεφές έργο του συγκροτήματος.

Τι είναι αυτό που σε συναρπάζει περισσότερο στις μη ανθρώπινες οντότητες, και ειδικότερα στα άλογα; Η αδάμαστη φύση τους;

Η θέα από τον ανθρώπινο γκρεμό μας μοιάζει συχνά, στα μάτια μου, τόσο θολή και γεμάτη ακαταστασία - σαν να κοιτάζεις μέσα από ένα λερωμένο παρμπρίζ αυτοκινήτου ή σε έναν σκουριασμένο καθρέφτη.

Στις πιο ήσυχες στιγμές, που όλοι απολαμβάνουμε κατά καιρούς, μοιάζουμε να διαισθανόμαστε μια γαλήνη -θα έλεγε κάποιος, μια ειδυλλιακή παρηγοριά- αφήνοντας τα «δράματά» μας εκεί που ανήκουν... έξω από «εμάς».

Και ενώ μπορεί να υπάρχουν οντότητες μη ανθρώπινου είδους, διαισθάνομαι ότι, ανεξάρτητα από τη φύση της συνείδησης, πρόκειται πάντα για τη «Μητέρα Φύση».

Η φύση όλων των όντων είναι να αποκαλύπτουν το άγαλμα -το πνεύμα- που βρίσκεται ήδη μέσα στο μάρμαρο/ύλη.

Η Ελλάδα αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα αυτής της πλατωνικής/πυθαγόρειας αντίληψης.

«Όταν κλείνω τα μάτια μου/ Όλα όσα νόμιζα πως είχα χάσει, ένα προς ένα, τα βρίσκω ξανά/ Κι άλλοτε, όταν κλείνω τα μάτια μου/ Όλους όσους νόμιζα πως είχα χάσει, έναν προς έναν, τους βρίσκω ξανά», καταλήγετε στο Everything I Thought I Had Lost.

Μήπως θα έπρεπε να κλείνουμε τα μάτια μας πιο συχνά, ώστε να επιτρέψουμε στις αναμνήσεις μας να πάρουν ξανά μορφή;

Το ίδιο το Σύμπαν είναι μνήμη. Μνήμη που στοχάζεται τον εαυτό της μέσα σε μια αέναη μεταβολή. Όταν συγχέουμε το «υλικό» με την «ουσία» όποιου πράγματος νιώθουμε ότι έχουμε χάσει, υποφέρουμε ψυχολογικά και συναισθηματικά.

Η ουσία ή η παρουσία οτιδήποτε έχουμε κάποτε αγαπήσει δε χάνεται ποτέ· απλώς μεταμορφώνεται σε μια νέα πτυχή ενός άλλου πολύτιμου λίθου.

Η συναισθηματική μας αντίληψη περί αιώνιας απώλειας έχει, δυστυχώς, εργαλειοποιηθεί από τις θρησκείες και την εξουσία, μετατρεπόμενη σε φόβους. Είναι πολύ πιθανό τίποτα να μη χάνεται ποτέ πραγματικά...

Ο Stephen Hawking έχασε ένα στοίχημα από τον Leonard Susskind πάνω σε αυτή ακριβώς την αρχή, όσον αφορά τις Μαύρες Τρύπες (χα!)

Χαίρομαι που πρόσεξες αυτό το τραγούδι· είναι ένα από τα αγαπημένα μου όσον αφορά τους στίχους, ανάμεσα σε όλα τα έργα μας.

Οι MR κατάγονται από τις Η.Π.Α., αλλά δεν «ακούγονται» καθόλου ως βορειοαμερικανικό σχήμα. Πώς διαχειρίζεστε το βορειοαμερικανικό πολιτισμικό και πολιτικό σας πλαίσιο;

Η αλήθεια της μουσικής αφορά μια εσωτερική γεωγραφία... Εμπειρίες αποτυπωμένες στην ανθρώπινη συνείδησή μας.

Υπάρχουν, ίσως, μόνο δύο μορφές επικοινωνίας που καμία κυβέρνηση, καμία θρησκεία και κανένα σύστημα πεποιθήσεων δεν μπορούν να δαμάσουν:

Τη Μουσική και το Γέλιο.

Ανυπομονώ να σας καλωσορίσω στην Αθήνα!

Σε ευχαριστούμε για τις τόσο υπέροχες ερωτήσεις! Ανυπομονούμε να βρεθούμε στην Αθήνα και να νιώσουμε την ενέργειά της! Σκοπεύουμε όλοι να μείνουμε για πολλές μέρες και νύχτες μετά την εμφάνισή μας!

Ο φίλος σου,

Jonathan

Ευχαριστώ θερμά το Anika Mottershaw για την πολύτιμη συμβολή του στην υλοποίηση της συνέντευξης με τον Jonathan Donahue.

Οι Mercury Rev εμφανίζονται ζωντανά στο Gazarte - Ground Stage (Βουτάδων 32-34, Γκάζι) την Πέμπτη 29 Οκτωβρίου.