Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Buzz Kull: «Ποτέ δε με ενδιέφερε να είμαι ‘σκοτεινός’ χάριν του σκοταδιού»

 


Με επιρροές από το post-punk, το coldwave και το minimal wave, ο Buzz Kull (Marc Dwyer) είναι ένας από τους πιο ιδιαίτερους εκπροσώπους της αυστραλιανής underground σκηνής.

Λίγο πριν τη συναυλιακή επιστροφή του στην Αθήνα στις 27 Αυγούστου στο Death Disco, συνομιλούμε μαζί του.

«Ο Buzz Kull αποτελεί μια αινιγματική δύναμη στην αυστραλιανή underground σκηνή, ενσαρκώνοντας την ωμή ουσία της υπαρξιακής λαχτάρας και της συναισθηματικής ερήμωσης», διαβάζω σε μια λακωνική ανάρτηση στο Instagram.

Πώς ορίζεις το «underground» στο πλαίσιο της αυστραλιανής μουσικής σκηνής, τι είναι αυτό που επιθυμείς περισσότερο και γιατί εστιάζεις τόσο πολύ στο σκοτάδι σε όλες του τις εκφάνσεις, είτε στιχουργικά είτε μουσικά;

Για μένα, το underground δεν έχει να κάνει τόσο με τη δημοτικότητα. Αφορά σε καλλιτέχνες οι οποίοι δημιουργούν έργο επειδή έχουν πραγματικά κάτι να εκφράσουν, αντί να ακολουθούν τάσεις ή εμπορικές προσδοκίες.

Επιπλέον, γιατί είναι απαραίτητο να μπορεί κάποιος ακόμα να χορεύει υπό τους ήχους σκοτεινών κομματιών σαν τα δικά σου;

Ποτέ δε με ενδιέφερε να είμαι «σκοτεινός» χάριν του σκοταδιού. Με ελκύει η ειλικρίνεια.

Η μουσική υπήρξε πάντα ένας χώρος όπου μπορώ να εξερευνήσω το άγχος, την απομόνωση, τη νοσταλγία και την αβεβαιότητα, χωρίς να προσποιούμαι ότι αυτά τα συναισθήματα δεν υπάρχουν..

Το σκοτάδι μπορεί να προσφέρει εξίσου πολλά -αν όχι περισσότερα- από το φως.

«Ψάχνω κάτι και προσπαθώ να του αντισταθώ/ Νιώθω τον πόνο και η πίεση είναι η απόσταση/ Δεν μπορώ να αντιμετωπίσω τη μέρα και προτιμώ τη νύχτα/ Ο θάνατός μου πλησιάζει/ Αποφεύγω το φως», δηλώνεις στο Avoiding The Light.

Γιατί «αντιστέκεσαι» σε αυτό το οποίο «ψάχνεις»;

Νιώθω ότι πρόκειται για μια αντίφαση που οι περισσότεροι άνθρωποι βιώνουν κάποια στιγμή.

Περνάμε τη ζωή μας αναζητώντας πράγματα τα οποία ίσως μας φέρουν γαλήνη, αλλά όταν αυτά τελικά εμφανίζονται, συχνά απαιτούν να έρθουμε αντιμέτωποι με πλευρές του εαυτού μας που θα προτιμούσαμε να αποφύγουμε.

Η αντίσταση δεν στρέφεται ενάντια σε αυτό το οποίο αναζητούμε. Στρέφεται ενάντια στην ευάλωτη θέση που συνεπάγεται η εύρεσή του.

«Όλες οι εκκλησίες/ Ποτέ δεν ένιωσαν τους σταυρούς τους/ Αρκετή κόλαση για τον ανώτερο θεό/ Ανοίγουν τις απώλειές τους», παρατηρείς στο Existence. Ποια είναι η άποψή σου για την πίστη και τη θεσμοθετημένη θρησκεία;

Η πίστη συνυπάρχει με τον φόβο και τη θνητότητα. Το ζήτημα για μένα δεν ήταν ποτέ οι προσωπικές πεποιθήσεις των ανθρώπων, αλλά οι θεσμοί που παρουσιάζονται ως υπεράνω αμφισβήτησης.

Γίνεται επικίνδυνο όταν η βεβαιότητα μετατρέπεται σε εξουσία.

«Ζωή, γοητεία/ Άφησέ τα όλα πίσω/ Σβήσε τα φώτα, κοιμήσου και πέθανε/ Για τη σωτηρία/ Άδειασε τους τοίχους, κλείσε τα στόρια/ Θα σε συναντήσω στην άλλη πλευρά», μας «προσκαλείς» στο Fascination.

Έχεις συμφιλιωθεί με την άλλη (σου) πλευρά;

Δεν νομίζω πως είναι δυνατόν να συμφιλιωθούμε ποτέ πλήρως με το άγνωστο. Το Fascination αφορά την παράξενη σχέση που έχουμε με τη θνητότητα.

Πολλοί άνθρωποι τη φοβούνται και τη σκέφτονται συχνά, κι όμως είναι η μόνη βεβαιότητα την οποία θα αντιμετωπίσουμε όλοι. Αντί να δίνει απαντήσεις, το τραγούδι παραμένει μέσα σε αυτή την αβεβαιότητα.

«Με τον καιρό/ Κάτω από το φως/ Προσπαθούμε να αισθανθούμε ξανά/ Να βρούμε ξανά την αγάπη», ελπίζεις στο εξαιρετικό Man On The Beat.

Με ποια έννοια θα μπορούσαν οι ειλικρινείς σχέσεις αγάπης να αποτελούν το «αντίδοτο» σε μεγάλο μέρος της σκληρότητας του σύγχρονου κόσμου;

Δε νομίζω ότι η αγάπη λύνει τα προβλήματα του κόσμου, αλλά μας υπενθυμίζει γιατί αξίζει να τα λύσουμε. Η σύγχρονη ζωή ενθαρρύνει την απόσταση ανάμεσα σε εμάς και τις κοινότητες.

Το Man On The Beat έχει να κάνει με την προσπάθεια επανασύνδεσης με κάτι αυθεντικό.

Το να «νιώθεις ξανά» σημαίνει, στην ουσία, να είσαι και πάλι παρών, να επιτρέπεις στον εαυτό σου να είναι ευάλωτος και να αναγνωρίζεις πως η σύνδεση είναι ένα από τα λίγα πράγματα που δίνουν στη ζωή πραγματικό νόημα.

«Υπάρχει τόσο μίσος και πίεση/ Δεν μπορώ να κάνω τίποτα, παράνοια/ Ο κόσμος στον οποίο ζω δεν βγάζει νόημα/ Φαίνεται πως σε επηρεάζει, εγώ τείνω να κρατώ αποστάσεις», απελπίζεσαι στο Ode To Hate.

Πώς ανακτούμε την αίσθηση του «νοήματος» στη ζωή μας;

Το Ode To Hate γράφτηκε μέσα από το αίσθημα ότι αυτή η πίεση σε καταπίνει. Το ένστικτο να κρατάς αποστάσεις αποτελεί μια μορφή αυτοσυντήρησης, αλλά δεν είναι μόνιμο.

Το νόημα πηγάζει από τη διατήρηση αυθεντικών σχέσεων και το να είμαι παρών για τους ανθρώπους και τα πράγματα τα οποία έχουν σημασία. Αυτά είναι που με επαναφέρουν, όταν όλα τα υπόλοιπα μοιάζουν χαοτικά.

Deep Hate είναι ο τίτλος του τελευταίου σου EP. Μίσος για ποιον ή για τι;

Ο τίτλος αντικατοπτρίζει το συναισθηματικό τοπίο του δίσκου, αντί να μεταφέρει ένα μήνυμα οργής.

Έχει να κάνει με το να κοιτάξουμε με ειλικρίνεια εκείνες τις πιο σκοτεινές πλευρές του εαυτού μας και του κόσμου, διότι δεν πιστεύω ότι μπορείς να τις κατανοήσεις ή να τις ξεπεράσεις προσποιούμενος πως δεν υπάρχουν.

«Έχω μια φωνή μέσα μου/ Για να κάνω αυτήν τη ζωή πιο ορατή/ Έχω μια φωνή μέσα μου/ Για να γίνει βιώσιμο αυτό που έπεται», καταλήγεις στο Human Force.

Ποιο είναι το μέλλον της ανθρωπινότητάς μας και του ανθρώπινου γένους γενικότερα σε καιρούς πολέμων και γενοκτονιών;

Το Human Force δεν αφορά στην πραγματικότητα στην πρόβλεψη του μέλλοντος. Αφορά στην ανθεκτικότητα.

Η ανθρώπινη Ιστορία σημαδεύτηκε ανέκαθεν από περιόδους τεράστιων δεινών, τα οποία συνυπήρχαν με εξαιρετική συμπόνια και δημιουργικότητα.

Ευχαριστώ θερμά τον Marc Dwyer για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Ο Buzz Kull (Marc Dwyer) εμφανίζεται ζωντανά την Πέμπτη 27 Αυγούστου στο Death Disco (Ωγύγου 16 και Λεπενιώτου 24, Ψυρρή).



Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Ηans Rutten (The Gathering): «Δε νομίζω ότι έχουμε πραγματική σύνδεση με το μέινστριμ»

 

The Gathering (Φωτογραφία: Gema Perez)

Εκ των σημαντικότερων metal (και όχι μόνο) συγκροτημάτων, οι Ολλανδοί The Gathering γιορτάζουν τα 30 χρόνια του θρυλικού Mandylion και έρχονται για δύο συναυλίες σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα (24 και 26 Σεπτεμβρίου, αντίστοιχα).

Ενόψει των συναυλιών, κουβεντιάζουμε με τον Hans Rutten, ντράμερ και ιδρυτικό μέλος του γκρουπ.

Το όνομα των The Gathering προέρχεται από τo πρώτo Highlander.

Είχατε συγκεκριμένες φιλοδοξίες όταν ξεκινήσατε αυτό το ταξίδι - ή ακόμα και την επιθυμία να γίνετε «αθάνατοι» μέσα από τη μουσική σας, όσον αφορά την κληρονομιά που θα αφήνατε πίσω;

Ενδιαφέρουσα προσέγγιση!

Πράγματι, όταν γράφαμε τη μουσική μας, σκεφτόμασταν πάντα πώς θα διαρκούσαν αυτά τα τραγούδια και αν θα άντεχαν στη δοκιμασία του χρόνου. Πώς, επομένως, κατά κάποιον τρόπο, η μουσική μας θα είναι αθάνατη.

Και πάντα αγαπούσαμε συγκροτήματα με πλούσια και αξιόλογη δισκογραφία, όπως οι Rush ή οι Pink Floyd. Αυτό είναι κάτι το οποίο θα θέλαμε να πετύχουμε κι εμείς.

Το Always..., το ντεμπούτο σας από το 1992, θεωρείται ορόσημο του death/doom metal και συγκαταλέγεται στα πρώτα άλμπουμ του gothic metal. Πού οφείλεται η αγάπη σας για αυτό το είδος (αρχικά ως ακροατές και αργότερα ως μουσικοί);

Τα εύσημα ανήκουν στα άλμπουμ Into the Pandemonium των Celtic Frost και Gothic των Paradise Lost. Αυτά τα δύο ήταν πειραματικά άλμπουμ που γεφύρωναν διαφορετικά είδη και άνοιξαν τον δρόμο για την απαρχή των The Gathering.

Πιστεύω όντως ότι το Always... δεν έχει και τόση σχέση με το death metal, εκτός φυσικά από τα φωνητικά. Για μένα, πρόκειται για έναν ατμοσφαιρικό doom metal δίσκο.

Ωστόσο, η «στρατολόγηση» της Anneke van Giersbergen και το Mandylion -την 30ή επέτειο του οποίου γιορτάζετε κατά τη διάρκεια της περιοδείας- ήταν αυτά που σηματοδότησαν την καθοριστική άνοδο του συγκροτήματος.

Πόσο καθοριστική -αν όχι διαμορφωτική- υπήρξε η συμβολή της Anneke στην εξέλιξη του συγκροτήματος, τόσο σε μουσικό και φωνητικό όσο και σε στιχουργικό επίπεδο,

Η άφιξη της Anneke άλλαξε τα πάντα. Η μουσική μας έγινε πιο διαυγής και, σε μουσικό επίπεδο, δίναμε στα φωνητικά όλο τον απαραίτητο χώρο.

Ήμασταν ένα underground συγκρότημα και ξαφνικά γίναμε διεθνές σχήμα, με ένα σινγκλ στα εθνικά ολλανδικά charts (Strange Machines).

Πώς αντιμετωπίσατε τυχόν αρνητικές αντιδράσεις από πιθανούς σεξιστές «πιουρίστες» της metal σκηνής εκείνη την εποχή;

Ξέραμε ότι κάποιοι θα είχαν πρόβλημα με μια γυναίκα τραγουδίστρια σε metal συγκρότημα, ειδικά στις αρχές της δεκαετίας του ’90, αλλά δε δώσαμε ιδιαίτερη σημασία.

Λυπάμαι τους φανατικούς. Πάντα υπάρχουν αντιδράσεις, αν περιηγηθείς στο Διαδίκτυο.

Πώς ερμηνεύεις τη διαχρονική απήχηση του άλμπουμ σε ακροατές διαφορετικών γενεών και μουσικών προτιμήσεων;

Είναι κάτι για το οποίο είμαστε όλοι περήφανοι, κι εγώ ο ίδιος. Παραμένει ζωντανό. Ο κόσμος εξακολουθεί να ακούει το άλμπουμ και αυτό συνεχίζει να συγκινεί τους ανθρώπους.

Είδαμε πολλούς νέους, παιδιά γονιών που μας έβλεπαν να παίζουμε τη δεκαετία του 1990. Είναι κάτι για το οποίο είμαστε πραγματικά περήφανοι.

Γενικά, ως συγκρότημα επιδεικνύετε μια αξιομνημόνευτη –ίσως και ασυνήθιστη– δημιουργική ανησυχία, ενσωματώνοντας στην πορεία ποικίλα στοιχεία στον ήχο σας. Τι είναι αυτό που την πυροδοτεί;

Πιστεύω ότι έχουμε ευρύ προσανατολισμό, τόσο μουσικά όσο και ως προς τη στάση μας απέναντι στη ζωή.

Μας προσφέρει πολύ μεγαλύτερη ικανοποίηση το να μην κυκλοφορούμε κάθε φορά τον ίδιο δίσκο, αλλά να αναζητούμε νέες ιδέες, νέα μονοπάτια και πειραματισμούς.

Είχαμε ήδη αυτό το πάθος όταν ξεκινήσαμε το συγκρότημα το 1989. Είναι κομμάτι τού ποιοι είμαστε.

Το Beautiful Distortion, το πιο πρόσφατο άλμπουμ σας μέχρι σήμερα, είναι μια ανάλαφρη, ονειρική δημιουργία που συνδυάζει την electropop και τη shoegaze, χάρη εν μέρει στα υποβλητικά φωνητικά της Silje Wergeland.

Ως συγκρότημα, πώς έχει εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου η σχέση σας με το μέινστριμ;

Δε νομίζω ότι έχουμε πραγματική σύνδεση με το μέινστριμ, ή με οποιοδήποτε κίνημα, για την ακρίβεια. Είναι ένα ταξίδι το οποίο συνεχίζεται αδιάκοπα· δεν υπάρχει ουσιαστικά τελικός προορισμός.

Απλώς αρχίζουμε να γράφουμε και, μέσα από αυτήν τη διαδικασία, αναδύονται διάφορες ιδέες. Επίσης, δεν πρόκειται για μια διαδικασία πάνω στην οποία προβληματιζόμαστε ιδιαίτερα βαθιά.

Πολύ νερό έχει κυλήσει κάτω από το (μουσικό) σας «αυλάκι» από την εποχή του Always...

Ανατρέχοντας σε μια πορεία εκτεινόμενη σε σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, υπάρχουν μουσικά μονοπάτια τα οποία δεν έχετε εξερευνήσει πλήρως (ή και καθόλου); Με λίγα λόγια, πού μπορεί να σας βρει το μέλλον;

Υπάρχουν πάντα ορισμένες γωνιές του μουσικού σύμπαντος τις οποίες δεν έχουμε εξερευνήσει ακόμα.

Ωστόσο, δε νομίζω ότι διαφαίνεται κάποιο νέο άλμπουμ στον ορίζοντα.

Το συγκρότημα αυτή τη στιγμή δεν έχει τραγουδιστή· μετά τον Ιανουάριο του 2027, η Anneke θα συνεχίσει τη σόλο καριέρα της, κι εμείς θα «παγώσουμε» τη δραστηριότητά μας ως συγκρότημα.

Δεν έχουμε ιδέα προς το παρόν για το πώς θα προχωρήσει το συγκρότημα. Ποιος ξέρει, αν ευθυγραμμιστούν τα άστρα... Αλλά αυτήν τη στιγμή δεν υπάρχουν σχέδια.

Τουλάχιστον από γεωγραφικής άποψης, η περιοδεία σας θα σας φέρει στις 26 Σεπτεμβρίου και στο υπέροχο Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού.

Πιθανότατα γνωρίζετε ότι έχετε ένα αφοσιωμένο κοινό στην Ελλάδα. Πώς αλληλεπιδράτε μαζί του, τόσο πάνω όσο και έξω από τη σκηνή;

Ανυπομονούμε πραγματικά να έρθουμε στην Ελλάδα! Είναι μια χώρα με την οποία μάς συνδέει ανέκαθεν ένας πολύ ισχυρός δεσμός και όπου νιώθουμε πάντα σαν στο σπίτι μας.

Αποτελεί μεγάλη τιμή για εμάς το γεγονός ότι θα μπορέσουμε να εμφανιστούμε σε ένα τόσο όμορφο θέατρο. Ελπίζουμε να σας δούμε όλους εκεί!

Ευχαριστώ θερμά τον Hans Rutten για τον χρόνο του εν μέσω περιοδείας και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγκροτήματος.

Οι The Gathering εμφανίζονται ζωντανά στη Θεσσαλονίκη στις 24 Σεπτεμβρίου (Μονή Λαζαριστών) και στις 26 Σεπτεμβρίου στην Αθήνα (Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού).

Οι πόρτες ανοίγουν στις 19:00.

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

«Revolutionaries Never Die»: Μια φιλμική «επιστολή» στην Jocelyne Saab

 


Στοχασμός για τη ζωή, τις πολιτικές δεσμεύσεις και το καλλιτεχνικό όραμα της Jocelyne Saab και συνάμα φιλμική «επιστολή» στην πρωτοπόρο του λιβανέζικου σινεμά, το ντοκιμαντέρ του Παλαιστίνιου Mohanad Yaqubi, Revolutionaries Never Die, προβάλλεται στο φετινό Φεστιβάλ του Λοκάρνο.

Ρεπόρτερ, φωτογράφος, σεναριογράφος, παραγωγός, σκηνοθέτις, καλλιτέχνις και ιδρύτρια του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Πολιτιστικής Αντίστασης του Λιβάνου, η Jocelyne Saab στέκεται μέσα από το έργο της αταλάντευτα στο πλευρό των καταπιεσμένων:

Από τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τους εξόριστους Παλαιστίνιους μαχητές, μέχρι τις πόλεις που βιώνουν τον πόλεμο και έναν «Τέταρτο Κόσμο» χωρίς φωνή.

Στις 24 Οκτωβρίου του 2018, ο παλαιστινιακής καταγωγής σκηνοθέτης, παραγωγός και λέκτορας Mohanad Yaqubi λαμβάνει ένα email από την Saab, όπου τον καλεί «να δώσει ένα σημείο ζωής», προκειμένου να ξεκινήσουν μια συνεργασία.

Δυόμιση μήνες αργότερα, στις 7 Ιανουαρίου του 2019, η Saab πεθαίνει σε ηλικία 70 ετών, χωρίς να έχει λάβει απάντηση στο αίτημά της.

Αποπειρώμενος να αποκρυπτογραφήσει την αναπάντητη πρόσκλησή της, ο Yaqubi επανεξετάζει την πλούσια φιλμογραφία της, κυρίως εκείνη μεταξύ του 1973 και του 1983, υπό το φως των τρέχουσας πραγματικότητας στη Μέση Ανατολή.

«Το κινηματογραφικό αρχείο της Jocelyne Saab, που καλύπτει την περίοδο από το 1973 έως το 1983, ανέδειξε διάφορα ερωτήματα σχετικά με την εντυπωσιακή αντιστοιχία ανάμεσα στις ιστορικές της απεικονίσεις και τη σύγχρονη πραγματικότητά μας -πέντε δεκαετίες αργότερα-, σε μια εποχή κατά την οποία δεν μπορούν πλέον να δοθούν απαντήσεις», υποστηρίζει ο σκηνοθέτης.

«Τα αρχεία δεν προορίζονται για διατήρηση, αλλά για ενεργοποίηση», επισημαίνει στο φιλμ, υπαινισσόμενος και αναδεικνύοντας την επαναστατική πολιτική δυναμική τους, ιδίως όταν γίνονται αντικείμενο επανοικειοποίησης από τους καταπιεσμένους.

Η ίδια η δουλειά του Yaqubi, υπόρρητα επηρεασμένη από την οπτική της Saab, εξερευνά το σημείο τομής των αρχείων, της αλληλεγγύης και του κινηματογράφου.

Για τον σκηνοθέτη, ο οποίος έχασε το πατρικό του σπίτι στη Γάζα το 2024 εξαιτίας των ισραηλινών βομβαρδισμών, η σιωπηρή «συνομιλία» με το έργο της Saab αποτελεί, τέλος, μια υπόμνηση τού γιατί και για ποιον κάνουμε σινεμά.

Το ντοκιμαντέρ του Mohanad Yaqubi Revoltionaries Never Die προβλήθηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα την Κυριακή 9 Αυγούστου στο πλαίσιο της ενότητας «Cineasti del Presente» του 78ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λοκάρνο (5-15 Aυγούστου 2026).

Επαναληπτικές προβολές: 10 και 11 Αυγούστου.

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

Όλγα Μερίνο: «Η αγάπη μάς καθιστά πραγματικά ανθρώπους»

 

Όλγα Μερίνο (Φωτογραφία: Marta Calvo)

Ανθεκτική όσο και εύθραυστη, η Άντζι καταφεύγει σε ένα χωριό του ισπανικού Νότου κυνηγημένη από τους δαίμονές της, για να ανακαλύψει, όμως, καινούριους.

Φόρος τιμής στην αντιστεκόμενη γυναίκα, το μυθιστόρημα της Όλγα Μερίνο, Εδώ δεν συμπαθούν τους ξένους, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη. Συζητώντας με την συγγραφέα.

Γεννημένη στη Βαρκελώνη, σπούδασες στο Λονδίνο και εργάστηκες στη Μόσχα μετά την κατάρρευση του σοβιετικού καθεστώτος.

Με ποιους τρόπους αυτές οι εμπειρίες εμπλούτισαν την αντίληψη που έχεις για τον εαυτό σου ως άτομο, συγγραφέα και δημοσιογράφο;

Αναμφίβολα, και μάλιστα και στις τρεις πτυχές τις οποίες αναφέρεις.

Τα ταξίδια και η γνωριμία με άλλους πολιτισμούς αποτελούν έναν αλάνθαστο τρόπο για να διευρύνουμε τους ορίζοντές μας.

Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στο εξωτερικό, συντελέστηκαν βαθιές κοινωνικοπολιτικές αλλαγές: στο Λονδίνο βίωσα την πτώση της Μάργκαρετ Θάτσερ, ενορχηστρωμένη από το ίδιο της το κόμμα.

Στη Μόσχα, την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την ανάδυση του «καπιταλισμού-καζίνο».

Η εμπειρία στη Ρωσία ήταν ένα δώρο που με γέμισε με πλήθος αισθήσεων για να γράψω: βίωσα την ανθρώπινη δυστυχία, την απόλυτη σκληρότητα, την παραλογισμό του πολέμου στην Τσετσενία.

Αλλά και μια απέραντη ομορφιά και μια γλώσσα συγκλονιστική.

Το μυθιστόρημά σου Εδώ δεν συμπαθούν τους ξένους εστιάζει στη ζωή της Άντζι η οποία, κυνηγημένη από τους δαίμονες του παρελθόντος της και αναζητώντας ένα καταφύγιο, μετακομίζει σε ένα απομονωμένο χωριό της Ανδαλουσίας, για να ανακαλύψει, όμως, κι άλλους δαίμονες.

Ανθεκτική και εύθραυστη στον ίδιο βαθμό, είναι μία από τις πιο αξιομνημόνευτες αντι-ηρωίδες που έχουν αναδυθεί το τελευταίο διάστημα στο ισπανόφωνο μυθιστόρημα. Θα ήθελες να αναλύσεις πώς διαμορφώθηκε ο χαρακτήρας της;

Σε ευχαριστώ για την ερώτησή σου.

Το μυθιστόρημα δεν πήρε μορφή στο χαρτί προτού εμφανιστεί ο χαρακτήρας της Άντζι, κι εκείνη δεν ξεδιπλώθηκε παρά μόνο όταν άκουσα τη χροιά της φωνής της.

Δεν υπάρχει πια φόβος μέσα της, παρά μόνο ανυποταξία. Είναι η φωνή της γυναίκας η οποία έχει στριμωχτεί στη γωνία και είναι έτοιμη να ορθώσει το ανάστημά της.

Ιστορικά, οι γυναίκες που ξέφευγαν από τα καθιερωμένα πρότυπα -στον γάμο, τη μητρότητα, τη σεξουαλική επιθυμία- στιγματίζονταν. Στον Μεσαίωνα, καίγονταν στην πυρά ως μάγισσες.

Τον 19ο αιώνα, με τη γέννηση της ψυχιατρικής, τις έκλειναν σε άσυλα, ακόμη κι αν το μόνο το οποίο ζητούσαν ήταν το -ανύπαρκτο τότε- διαζύγιο. Σε αυτό το πλαίσιο γεννιέται η φωνή της Άντζι.

Οι «άλλοι» λένε πως η Άντζι δεν είναι στα καλά της, πως μάλλον είναι τρελή. Η ίδια, ωστόσο, υποστηρίζει ότι γνωρίζει τη σκιά της και την αλήθεια της.

Πιστεύεις πως μπορούμε να εξελιχθούμε ως άνθρωποι μόνο αν αναγνωρίσουμε τόσο την παράλογη (σκιά) όσο και τη λογική (αλήθεια) πλευρά μας;

Είτε το αποδεχόμαστε είτε όχι, οι άνθρωποι είναι ένα μίγμα πάθους και ορθολογισμού, φωτός και σκιάς. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το θέμα της τρέλας, εκεί όπου τα όρια της λογικής θολώνουν από εξωγενείς ή ενδογενείς παράγοντες.

Ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας έχει επιμεληθεί, για τον μεξικανικό εκδοτικό οίκο Gris Tormenta, μια συλλογή κειμένων για την τρέλα, η οποία περιλαμβάνει αποσπάσματα από έργα των:

Άντον Τσέχοφ (Ο Θάλαμος Αρ. 6), Μιγκέλ ντε Θερβάντες (Ο δικηγόρος από γυαλί), Λορ Αντλέρ (Μαργκερίτ Ντιράς), Ρεμ Κούλχαας (Παραληρηματική Νέα Υόρκη) και Έρασμου του Ρότερνταμ (Μωρίας εγκώμιο).

Πέντε εξαιρετικά αποσπάσματα. Το θέμα της τρέλας με ενδιαφέρει τόσο πολύ, που δεν αποκλείω το ενδεχόμενο να καταπιαστώ μ’ αυτό σε ένα νέο μυθιστόρημα.

Η Άντζι θλίβεται επειδή, ως άνθρωποι, δεν ξέρουμε τι να κάνουμε με την αχρησιμοποίητη αγάπη.

Γεννιέται, άραγε, η λογοτεχνία από ένα πλεόνασμα της εμπειρίας της αγάπης - ή, αντίθετα, από την έλλειψή της;

Όμορφη και έξυπνη ερώτηση, στην οποία δεν ξέρω πώς ακριβώς να απαντήσω.

Πιστεύω ότι η αγάπη -και μια παραλλαγή της, η συμπόνια- είναι το συναίσθημα που μας καθιστά πραγματικά ανθρώπους. Εκεί έγκειται η ουσία των πάντων: στην παρουσία ή την απουσία της.

Όταν ο άνθρωπος ήταν ακόμη νομάδας, κάποια μέρα άρχισε να θάβει τους νεκρούς του - ίσως όχι με την ιδέα ότι θα τους ξαναέβλεπε, αλλά τουλάχιστον για να εκφράσει πως το συγκεκριμένο ανθρώπινο ον ήταν σημαντικό γι’ αυτόν, ώστε να μην βεβηλώσει κάποιος ό,τι είχε απομείνει από αυτό.

Αντίστοιχα, η ανθρωπολόγος Μάργκαрεт Μιντ είπε πως το πρώτο σημάδι πολιτισμού ήταν ένα επουλωμένο ανθρώπινο μηριαίο οστό - ένδειξη ότι ένα τραυματισμένο άτομο πρέπει να είχε λάβει βοήθεια από κάποιον άλλον.

Εκεί ξεκινά η ανθρωπότητα. Ή πεθαίνει.

Παρομοιάζεις την κοινωνική θέση της Άντζι -ως απόβλητης- με εκείνη του Ιμπραχίμα και του Βιτάλυ, μεταναστών από τη Σενεγάλη και την Ουκρανία αντίστοιχα, οι οποίοι στέκονται στο πλευρό της στα δύσκολα.

Πρόκειται για μια συμμαχία ταξικού ή υπαρξιακού χαρακτήρα;

Χαίρομαι που η ερώτησή σου αναδεικνύει τη σύνδεση βάσει κοινωνικής τάξης ανάμεσα στην Άντζι και τον Ιμπραχίμα και τον Βιτάλυ, τους δύο μετανάστες οι οποίοι εργάζονται ως περιστασιακοί εργάτες στα χωράφια.

Σε αυτούς τους καιρούς του υπερ-καπιταλισμού και της υπερ-τεχνολογίας, μάς λένε ότι η ταξική πάλη είναι νεκρή και θαμμένη, υπό το πρίσμα της μαρξιστικής θεωρίας.

Ωστόσο, είναι εξίσου αληθές πως οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται σε τέτοιο βαθμό, ώστε να υπονομεύουν αυτό που είχαμε αντιληφθεί ως ευημερία της μεσαίας τάξης.

Η Άντζι και οι μετανάστες ενώνονται επειδή είναι φτωχοί, επειδή έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον, επειδή βρίσκονται στο ίδιο βυθιζόμενο καράβι.

Κατά τον ίδιο τρόπο, το παρελθόν της Άντζι είναι έντονα σημαδεμένο από την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκει η ίδια και η οικογένειά της: τους ακτήμονες αγρότες.

Αυτή η ταξική διαφορά ήταν και παραμένει πολύ έντονη στην Ανδαλουσία, στη νότια Ισπανία.

Ανάμεσα στα απαγορευμένα μυστικά που ψηλαφεί η Άντζι περιλαμβάνονται οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Ωστόσο, επιλέγεις κυρίως να αφήνεις να εννοηθεί αυτή η πτυχή της μυθοπλασίας, αντί να την εξερευνάς σε βάθος. Γιατί;

Προτιμούσα η δευτερεύουσα ιστορία της ομοφυλοφιλίας να παραμείνει κρυφή, σαν ψίθυρος.

Από τη μία πλευρά, επειδή στο χωριό όπου ζει η Άντζι όλα είναι τυλιγμένα σε ένα πυκνό πέπλο μυστικότητας, όλα είναι θολά:

Οι αυτοκτονίες, οι σχέσεις εξουσίας, τα όρια ανάμεσα στις εκτάσεις γης, οι υπερβολές οι οποίες διαπράχθηκαν στο παρελθόν, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου (1936-39).

Από την άλλη, δεν ήθελα να εμβαθύνω στο θέμα, καθώς είχα ήδη εξερευνήσει την ανδρική ομοφυλοφιλία σε ένα προηγούμενο μυθιστόρημά μου, το Perros que ladran en el sótano (Alfaguara, 2012).

Το μυθιστόρημα αυτό αφηγείται την ιστορία ενός ομοφυλόφιλου άνδρα που προσπαθεί να επιβιώσει στην Ισπανία του Φράνκο ως τραγουδιστής καμπαρέ.

Η αυτοκτονία -ή η γραμμή αίματος η οποία συνδέει αρκετούς από τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος- συγκαταλέγεται, από την άλλη πλευρά, στα βασικά και πιο επαναλαμβανόμενα αφηγηματικά στοιχεία που χρησιμοποιείς.

Αναρωτιέμαι γιατί.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή γεννήθηκε η σπίθα για τη συγγραφή του Εδώ δεν συμπαθούν τους ξένους:

Με συγκλόνισε βαθιά η αυτοκτονία ενός γνωστού μου, του οποίου ο πατέρας είχε επίσης αφαιρέσει τη ζωή του.

Ο άνδρας αυτός -φίλος μου- περίμενε να φτάσει στην ίδια ηλικία με τον πατέρα του και απαγχονίστηκε την ίδια ακριβώς ημέρα που ο γεννήτοράς του είχε αυτοκτονήσει.

Με συγκίνησε βαθιά εκείνο το είδος της αγωνιώδους και τελετουργικής αναμονής.

Έκανα πολλή έρευνα -ίσως υπερβολικά πολλή- γύρω από την αυτοκτονία, μόνο και μόνο για να μάθω ότι δεν είναι γενετικά «κληρονομική» και να συνειδητοποιήσω πως δεν ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα με θέμα την αυτοκτονία, αλλά το αντίθετο:

Έναν ύμνο στη ζωή.

Η παρόρμηση για αυτοκτονία δεν κληρονομείται· ίσως η κατάθλιψη να κληρονομείται. Αυτό που «αντιγράφεται» είναι τα ακραία πρότυπα συμπεριφοράς για τη διαφυγή από ένα συγκεκριμένο πρόβλημα:

Ο πατέρας μου το έκανε έτσι, η θεία μου το έκανε έτσι, ο γείτονας το έκανε έτσι...

Η άνυδρη, τραχιά και αφιλόξενη αγροτική ενδοχώρα της Ισπανίας, όπου διαδραματίζεται το μυθιστόρημά σου, παρέχει το ηθικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο και λειτουργεί ως μυθιστορηματικός χαρακτήρας αυτός καθαυτός, προσδίδοντας στο έργο σου μια χροιά «νεο-γουέστερν».

Πράγματι, το τοπίο αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο στο Εδώ δεν συμπαθούν τους ξένους, ένα είδος συμπρωταγωνιστή στο πλευρό της Άντζι.

Ο συγγραφέας Μιγκέλ Ντελίμπες έλεγε πως για να γράψεις ένα μυθιστόρημα χρειάζονται τρία στοιχεία: ένας άνδρας ή μια γυναίκα, ένα πάθος και ένα τοπίο.

Η τραχύτητα του τοπίου του ισπανικού Νότου, διάσπαρτου με λιόδεντρα, προσφέρει το ιδανικό σκηνικό για μια ιστορία που είναι, στην ουσία της, γεμάτη πάθος.

Μου αρέσουν τα γουέστερν.

Αν και, στην πραγματικότητα, το γουέστερν αποτελεί τη θεμελιώδη αφήγηση των Η.Π.Α. -με όλο το έπος των πρωτοπόρων και την άφιξή τους σε μια αδάμαστη φύση-, νομίζω ότι ορισμένες από τις βασικές του αρχές εμφανίζονται και στο μυθιστόρημά μου:

Οι τυχοδιώκτες και οι περαστικοί, η δύναμη της φύσης, η μοναξιά, η αυθαιρεσία της εξουσίας, η εκδίκηση. Και το σαλούν, όπου οι ντόπιοι σμίγουν για να πιουν παρέα.

Τι είναι, λοιπόν, αυτό το οποίο σου κεντρίζει κυρίως το ενδιαφέρον σε ετούτο το απομονωμένο σύμπαν;

Η αίσθηση της ελευθερίας και της αυτογνωσίας.

Ευχαριστώ θερμά την Teresa Pintó (Agencia Literaria Carmen Balcells) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και για την παραχώρηση της φωτογραφίας της συγγραφέως.

H φωτογραφία της Όλγα Μερίνο είναι της Marta Calvo.

Το μυθιστόρημα της Όλγα Μερίνο Εδώ δεν συμπαθούν τους ξένους κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση της Μαρίας Παλαιολόγου.