![]() |
| Σοφία Χιλλ (Φωτογραφία: Άγγελος Χιλλ) |
Μια συνάντηση με
την σπουδαία ηθοποιό και ωραίο άνθρωπο, Σοφία Χιλλ, με
αφορμή το ανέβασμα της ξαναδουλεμένης εκδοχής της Ιψενικής Νόρας,
σε σκηνοθεσία Θεόδωρου Τερζόπουλου, στο Θέατρο Άττις μέχρι
και τις 5 Απριλίου.
Συναντιόμαστε μετά από
άλλη μια παράσταση της Νόρας.
Πώς νιώθετε συνήθως μετά την ολοκλήρωση μιας παράστασης; Ή δεν υπάρχει αυτό το «συνήθως»;
Συνήθως αισθάνομαι
ανακούφιση και ησυχία, ιδίως αν έχει συντελεστεί μια ενεργειακή ένωση με το
κοινό.
Υπάρχουν, όμως, και φορές
που νιώθω ότι όλα είναι «λοξά», πως δεν έχει «κουμπώσει» η αγαπητική σχέση με
αυτό, ούτε έχει προκύψει η ενεργειακή ανταλλαγή. Τότε, αισθάνομαι λίγο
παράξενα. Αναρωτιέμαι...
... Μήπως φταίω κι εγώ
λίγο;
Σίγουρα φταίω. Το κοινό
δε φταίει ποτέ, παρότι κι αυτό είναι μια πολύ ζωντανή οντότητα, κάθε βράδυ διαφορετική.
Με τα χρόνια, ωστόσο,
οφείλεις ως ηθοποιός να το ακούς, να το αντιλαμβάνεσαι και να συστηθείς σε
αυτό, ώστε να πραγματοποιηθεί ο διάλογος.
Η αγαπητική σχέση, στην
οποία μόλις αναφερθήκατε, είναι επιλογή από πλευράς σας, συνειδητά ή ασυνείδητα;
Βεβαίως.
Θυμάμαι τα πρώτα χρόνια
που βγήκα στο θέατρο, υπήρχαν διάφορες θεωρίες σχετικά με το κοινό, ακόμα και
πως είναι εχθρός μας.
Προσωπικά, ερωτεύομαι
πάντα το κοινό, ενώ μπορεί να τοποθετώ στην πρώτη σειρά ακόμα και τους νεκρούς.
Όπως είναι ένας έρωτας
τον οποίο φαντάζεσαι και δεν τον έχεις ζήσει στην πραγματικότητα, έτσι και στο
θέατρο θέλεις να επικοινωνήσεις σε πολύ υψηλό επίπεδο.
Σ’ αυτήν την πρώτη σειρά
κάποιου θεάτρου -συμβολικά ή και κυριολεκτικά-, ποια θα ήταν μερικά από τα
πρόσωπα -ζωντανά ή νεκρά- που θα θέλατε να βρίσκονται, ακόμα και άνθρωποι από άλλες
φάσεις ζωής;
Άνθρωποι από άλλες φάσεις
ζωής, ζωντανοί ή νεκροί, με τους οποίους δεν επικοινωνούμε για κάποιους λόγους.
Μπορεί να είναι συγγραφείς ή ποιητές που αγαπήσαμε, άνθρωποι οι οποίοι έχουν
επηρεάσει αυτό που είμαστε τώρα.
Στη συγκεκριμένη
κατηγορία συγκαταλέγονται και οι γονείς σας, έτσι δεν είναι;
Οπωσδήποτε!
Ήταν και το περιβάλλον
μέσα στο οποίο μεγαλώσατε αγαπητικό, στοργικό και τρυφερό;
Υπήρχε έρωτας. Το βλέμμα της
μητέρας μου, ιδίως, διέθετε την ποιότητα του ανθρώπου που έχει ερωτευτεί όλα της
τα παιδιά. Και ήμασταν επτά, οπότε αυτό δεν ήταν εύκολο.
Το βλέμμα του πατέρα, πώς
ήταν;
Δεν τον έζησα πολύ τον
πατέρα μου, αλλά από την μητέρα μου πήραμε όλοι έρωτα.
Οι δύο τους έζησαν τον τρελό
έρωτα ή υπήρχαν και στιγμές ασυμβατότητας;
Υπήρχαν. Η μητέρα μου μού έλεγε, «Δεν μπορείς να ενώσεις τη Δύση με την Ανατολή». Εκείνη αντιπροσώπευε την Ανατολή. Όταν την πρωτογνώρισε, ο πατέρας μου τής έλεγε, «Είσαι ο Καβάφης μου».
Εκείνη, πώς τον
αποκαλούσε;
Μου είχε πει ότι ο
πατέρας μου τής έμοιαζε με τον Χριστό, έτσι ξανθός, ψηλός και γαλανομάτης που
ήταν!
Υπήρχε αλληλοσεβασμός
μεταξύ τους και μια σχέση με υψηλές δονήσεις.
Ο γάμος τους, ωστόσο, δεν
κράτησε, σε αντίθεση με τη σχέση. Έβλεπαν τα πράγματα με άλλη ελαφρότητα, όντας
παιδιά των δεκαετιών του 1960-70. Βίωσαν τη γνωριμία τους ως μια περιπέτεια.
Αυτήν την αίσθηση θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια.
Στο ξεκίνημα της θεατρικής
διαδρομής σας, βιώσατε επίσης αυτήν την αίσθηση της περιπέτειας, της εξερεύνησης,
της ανάγκης για ανακάλυψη;
Δε σταματάει ποτέ.
Γι’ αυτό και, όταν βρήκα
το Θέατρο Άττις, είχα πολλούς λόγους να «κουμπώσω». Πρόκειται για ένα
εργαστήρι, ένα πεδίο έρευνας και η σκηνή γίνεται μια πλατφόρμα όπου μπορείς να
ανέβεις και να παίξεις με τα υλικά σου.
Αυτό δεν το είχα
ξανασυναντήσει στην Ελλάδα.
Ερωτευτήκατε το Άττις
με την πρώτη ματιά, με την πρώτη συνεργασία;
Έτσι συνέβη. Όταν βρίσκω
κάτι στο οποίο αξίζει να δοθώ, πέφτω με τη μούρη σ’ αυτό.
Στην αρχή, πάντως, το να
συμπράττετε στην υλοποίηση του καλλιτεχνικού οράματος του Θεόδωρου Τερζόπουλου θα
πρέπει να υπήρξε μια εκφοβιστική εμπειρία, εντός και εκτός εισαγωγικών.
Όταν πρωτοείδα παράσταση
στο Άττις, ένιωσα ένα χτυποκάρδι, ότι κάτι μου συνέβαινε. Κι όταν ο
Τερζόπουλος μού πρότεινε να αναλάβω μεγάλο ρόλο, προσπάθησα να το αποφύγω, αλλά
τελικά δεν το απέφυγα.
Δεν αποφεύγετε τις ευθύνες
τις οποίες συνεπάγεται μια επιλογή, ακόμα κι αν είναι αυθόρμητη ή παρορμητική.
Δεν αποφεύγω τις ευθύνες,
ανασκουμπώνομαι.
Σταδιακά, αισθανθήκατε
πιο επαρκής ως ηθοποιός σε αυτό το πλαίσιο;
Δεν ξέρω τι ένιωθα, ούτε καταλάβαινα
τι ακριβώς συνέβαινε, επειδή επρόκειτο για κάτι μεγάλο.
Προσπαθούσα να
ανταποκριθώ, ακόμα και σωματικά. Είχα «λιώσει» στην άσκηση, σε βαθμό που στο
λεωφορείο μου πρόσφεραν να κάτσω, επειδή νόμιζαν πως ήμουν μεγαλύτερης ηλικίας!
Την επόμενη ημέρα στο
θέατρο, ωστόσο, ήμουν άνετη, γιατί αυτήν την απόφαση είχα πάρει.
Σιγά σιγά χτιζόταν κι η
αυτοπεποίθησή σας, ή είστε γενικά άνθρωπος με αυτοπεποίθηση;
Είχα αυτοπεποίθηση και
πίστη σε αυτό το οποίο έκανα.
Προβάλλοντας τον εαυτό σας
στο μέλλον, τον βλέπατε περισσότερο συνδεδεμένο με αυτό το Θέατρο, με
αυτόν τον άνθρωπο, με αυτόν τον τρόπο γραφής;
Δεν έβλεπα τον εαυτό μου
στο μέλλον, ούτε ως παιδί. «Άνοιγε» ο χρόνος, και ζούσαμε σε οικογενειακό
επίπεδο πολύ τη στιγμή. Βιώναμε το τώρα με πολλή ένταση και χαρά.
Ακόμα και σήμερα, δεν
μπορώ να τον δω στο μέλλον, κι αυτό μου έχει δημιουργήσει πολλά προβλήματα. Από
τότε που απέκτησα τον γιο μου τον Άγγελο προσπαθώ να έχω ένα σχέδιο,
αλλά και πάλι μόνο στα πολύ βασικά. Μ’ αρέσει το στοιχείο της έκπληξης.
Χωρίς να τον έχω γνωρίσει
προσωπικά, ο Τερζόπουλος μού δίνει εντύπωση ανθρώπου σεμνού και χαμηλών τόνων.
Είναι πολύ σεμνός.
Μεγάλωσε σε πολυμελή οικογένεια, έζησε έντονα παιδικά χρόνια, άνοιξε τον δρόμο
του μόνος του, μόνος του έφυγε από την Ελλάδα. Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος «γειώθηκε»
πολύ νωρίς.
Και αναγνωρίστηκε αρκετά
ευρύτερα, πολύ όψιμα.
Στην Ελλάδα, κυρίως. Όταν
πρωτομπήκα στο Άττις, ο Τερζόπουλος ήταν ήδη γνωστός στο εξωτερικό και οι
παραστάσεις του Θεάτρου συμμετείχαν σε μεγάλα διεθνή φεστιβάλ και μπροστά σε
μεγάλο κοινό.
Δεν ταίριαζε, όμως, με τα εδώ δεδομένα. Στην Ελλάδα, λοιπόν, διεξαγόταν μία πάλη. Υπήρξαν
παραστάσεις στις οποίες ήρθαν λίγοι άνθρωποι. Ίσως -για εκείνη την εποχή- να
ήταν πολλοί.
«Νηρηίδα», «αρχέγονη
ρίζα» και «μαγική φωνή», σάς έχει αποκαλέσει η Κλειώ Φανουράκη,
σκηνοθέτρια της ταινίας Ξα Μου, όπου πρωταγωνιστείτε, σε συνέντευξή
της στην Αγγελική Στελλάκη.
Με ποιο στοιχείο της φύσης
θα μπορούσατε να παρομοιάσετε τον εαυτό σας;
Ίσως η εξωτερική μου
εμφάνιση παραπέμπει σε Νηρηίδα, ίσως και η αισιοδοξία και η ελαφρότητα που μου
αρέσει να διατηρώ. Πολλές φορές, όμως, μπορεί μέσα μου να αισθάνομαι και
τριακοσίων ετών.
Τη μαγική φωνή την καλλιεργείτε
και τη φροντίζετε ήδη από την πρώιμη ενασχόλησή σας με το τραγούδι.
Στο σπίτι, από την πλευρά
του πατέρα μου είχα μπαρόκ και οπερετικά ακούσματα. Απλώς στο Άττις δοκίμασα
και άλλα είδη με τα οποία δεν ήμουν εξοικειωμένη ως φοιτήτρια.
Οι υπόλοιποι άνθρωποι -κυρίως
οι ηλικιακά μεγαλύτεροι και οι όχι εν ζωή- που πέρασαν από το Άττις,
πόσο σάς βοήθησαν στα πρώτα σας βήματα; Βιώσατε το κλίμα ως υποστηρικτικό;
Η Σοφία Μιχοπούλου υπήρξε
μια καθοριστική μορφή.
Μου θύμιζε ελιά
μανιάτικη, μια πέτρα. Ήταν ένα στέρεο, φυσικό, αναγνωρίσιμο και απόλυτα
αναγνώσιμο και καθαρό σημείο αναφοράς. Μου δημιουργούσε ασφάλεια, ησυχία και
οικειότητα. Η Σοφία αποτέλεσε μια εγγύηση για εμένα.
Μοιράστηκα και το
καμαρίνι μαζί της επί αρκετά χρόνια, καθώς συνήθως ήμασταν δυο κορίτσια στις παραστάσεις,
η Σοφία και εγώ. Οι δύο Σοφίες! (Γέλιο).
Ήταν ένας πολύ
διακριτικός, ανεξάρτητος άνθρωπος, καθόλου παρεμβατικός.
Κατά τις κατοπινές δεκαετίες
στο Άττις, έχετε νιώσει κάποια ανασφάλεια -ακόμα και φόβο- σε σχέση με
την υποκριτική επάρκειά σας σ’ αυτό το σύμπαν, στην οποία αναφέρθηκα και
νωρίτερα;
Τον πρώτο καιρό
αισθανόμουν πως έχω εκτεθεί. Με τα χρόνια, όμως, συνειδητοποίησα ότι στο
θέατρο, όπως και σε άλλες μορφές τέχνης, το μεγάλο μάθημα είναι η έκθεση.
Όσο μεγαλώνω, γίνομαι πιο
ψύχραιμη. Όπως συμβαίνει και στη ζωή, έτσι και όσον αφορά στο θέατρο λέω «Δεν
πειράζει» σε σχέση με κάτι το οποίο δεν πήγε καλά. Συγχωρώ τον εαυτό μου
που είναι μικρός και δεν τα κάνει όλα «σωστά».
Παρακολουθώντας την
ξαναδουλεμένη θεατρική εκδοχή της Νόρας, η οποία
παρουσιάζεται στο Άττις μέχρι και τις 5 Απριλίου, συνειδητοποίησα πόσο
(πρωτο)φεμινιστικό κείμενο θα μπορούσε να θεωρηθεί.
Έχει να κάνει με τη
γυναικεία χειραφέτηση, ότι δηλαδή μια γυναίκα αποφασίζει να πάει κόντρα σε αυτό
που ήταν προκαθορισμένο.
Το ενδιαφέρον, ωστόσο, με
όλα τα μεγάλα κείμενα, όπως και με τις αρχαίες τραγωδίες, είναι πως πηγαίνουν πέρα
από τα φύλα. Αφορούν στο ον, στον άνθρωπο, είναι βαθιά ανθρωποκεντρικά.
Με αυτήν την έννοια, η
Νόρα θα μπορούσε να είναι και άντρας. Γι’ αυτό και τα οντολογικά έργα υπερβαίνουν
το κοινωνικό πλαίσιο.
Εκτίμησα, εξάλλου, την
αφαιρετική προσέγγιση, γεγονός κρίσιμο και αναγκαίο πλέον σε όλα τα επίπεδα -
αισθητικό, πολιτικό, υπαρξιακό.
Έτσι μπορείς να κινηθείς
κοντά σε ή γύρω από την ουσία. Αλλιώς, σε «τρώει» ο υπερκαταναλωτισμός.
Πώς καταλήξαμε να είμαστε
καταναλωτές και να μην έχουμε πια τον χρόνο και τον χώρο να εμβαθύνουμε, να στοχαστούμε,
να ζήσουμε, να υπάρξουμε; Φοβερό!
Η διάθεση και το μοίρασμα
του χρόνου είναι δυνητικά αγχογόνος διαδικασία;
Αν δεν «ανοίγει» ο χρόνος
στο τώρα, είμαστε πραγματικά για λύπηση, όντως δε ζούμε τη ζωή.
Όταν ζεις στο τώρα, ο χρόνος διευρύνεται, είναι αιώνιος.
Το θέατρο σού δίνει τη
δυνατότητα να είσαι 100% στο εδώ. Οι ασθένειες, ο πόνος, οι απώλειες
μεταφέρονται στη σκηνή και όλα μεταμορφώνονται.
Μπορεί, έστω και για
εβδομήντα λεπτά, να μεταμορφωθεί και η ζοφερή κοινωνικοπολιτική
πραγματικότητα, εγχώρια και διεθνής;
Ξαφνικά ανοίγει ένας χώρος
ο οποίος δεν κουβαλάει το άγχος και τα προβλήματα της καθημερινότητας. Δεν τα
χωράει.
Εσάς, όμως, δεν παύουν να
σάς απασχολούν. Είστε άνθρωπος που ανησυχεί για το τρέχον κοινωνικοπολιτικό
γίγνεσθαι.
Οι καλλιτέχνες ήταν πάντα
οι άνθρωποι οι οποίοι μιλούσαν, διαμαρτύρονταν και υπερασπίζονταν το δίκιο που πίστευαν.
Τώρα, ίσως ζούμε μια αρκετά συντηρητική εποχή της τέχνης.
Γίναμε κι εμείς φίλοι και
ομοτράπεζοι της εξουσίας; Μάς αγαπάνε; Δεν
ξέρω.
Δε σας «κόβω», πάντως,
για συνδαιτυμόνα της εξουσίας.
Η εξουσία είναι κάτι που
απεχθάνομαι. Στο σπίτι υπέφερα έχοντας, ως γονιός, έναν ρόλο πιο εξουσιαστικό,
επειδή κι η μητέρα μου ήταν ένας πολύ ελεύθερος και δημοκρατικός άνθρωπος.
Και στο θέατρο,
αντίστοιχα, είναι πάρα πολύ εύκολο ο σκηνοθέτης ή ο δάσκαλος να ασκήσουν
εξουσία στον ή στην ηθοποιό επί σκηνής, που είναι πολύ ευάλωτος/-η και σου
δίνεται ψυχή τε και σώματι. Είμαι πολύ μακριά από κάτι τέτοιο.
Δεν υπάρχει μία
αρχή, η οποία πολλές φορές είναι και κακοποιητική. Όσο πρέπει η ομάδα να υπακούει
τον μέντορα, αυτόν που σέρνει το «κάρο», άλλο τόσο πρέπει και εκείνος να υπακούει
τον βοηθό ή τον άνθρωπο που φτιάχνει τον καφέ.
Ελπίζετε, γενικά, ως
άνθρωπος;
Aκόμα κι αν όλα είναι χαμένα, πρέπει
να ελπίζεις, γιατί έρχονται κι οι νέοι. Τι βλέμμα θα τους δώσεις;
Βλέπεις τους ανθρώπους της
Παλαιστίνης. Θα έπρεπε να βιώνουν την απελπισία. Κι όμως, βρίσκουν την ελπίδα.
Κατά περιόδους, τροφοδοτούν
και τον υπόλοιπο κόσμο με δύναμη και κουράγιο. Θέλω, λοιπόν, να ελπίζω ότι θα
έρθει μια μεγάλη άνοιξη.
Ευχαριστώ θερμά
την Σοφία Χιλλ για τον χρόνο της και για την ουσιαστική
κουβέντα.
Ευχαριστώ,
επίσης, τον Άγγελο Χιλλ για τη φωτογραφία του που συνοδεύει
το κείμενο.
Η παράσταση Νόρα, σε σκηνοθεσία
Θεόδωρου Τερζόπουλου και με πρωταγωνίστρια την Σοφία Χιλλ,
παρουσιάζεται στο Θέατρο Άττις (Λεωνίδου 7, Μεταξουργείο)
μέχρι και τις 5 Απριλίου.
Ημέρες και Ώρες
παραστάσεων:
Πέμπτη,
Παρασκευή, Σάββατο στις 21.15.
Κυριακή
στις 19.15.






