Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Convex Model: «Έχουμε αγαπήσει ανθρώπους που έζησαν και δημιούργησαν στο περιθώριο»

 


Από το 2017, οι εκ Θεσσαλονίκης Convex Model έχουν αφήσει ένα ιδιαίτερο αποτύπωμα μέσα από τα νοσταλγικά synth wave/post-punk ηχοτοπία τους.

Τους συναντούμε ενόψει της συμμετοχής τους ως σαπόρτ στη συναυλία των Ambassade στη Θεσσαλονίκη (16/5) και στο 4ο Athens Pop Underground Fest στην Αθήνα (22/5).

Κοντεύουν 10 χρόνια από την παρθενική κυκλοφορία των Convex Model, Intersecting Planes. Από ανάγκη, επιθυμία, περιέργεια ή τι άλλο ξεκίνησε η μουσική σας συνάντηση και κατόπιν συνεργασία;

Ο συνδετικός μας κρίκος ήταν και είναι το πάθος για τη μουσική και η ενασχόληση με αυτή.

Φυσικά, αυτό δεν αρκεί, η ζωή σε μια μπάντα μοιάζει με ένα κοινόβιο κι όλα τα πιθανά σκαμπανεβάσματά του.

Επομένως, απαιτούνται επιδέξιες (ορχηστρικές;) μανούβρες από όλα τα μέλη για να έχουμε κι εμείς αλλά και οι άνθρωποι που ακούνε τη μουσική μας, κατ’ επέκταση, βραδυφλεγείς απολαύσεις διαρκείας.

Μέχρι τώρα, πάντως, η επιθυμία να δημιουργούμε μαζί μουσική και να τη μοιραζόμαστε με το κοινό είναι το καύσιμό μας σε αυτήν τη διαδρομή των σχεδόν 10 χρόνων.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο σήμερα, όπου ετοιμαζόμαστε για δύο εμφανίσεις:

Στις 16 Μαΐου θα μοιραστούμε τη σκηνή του Soul με τους Ambassade και τους Future Draft στη Θεσσαλονίκη.

Στις 22 Μαΐου συμμετέχουμε στο 4ο Athens Pop Underground Fest στο An Club στην Αθήνα, όπου θα εμφανιστούν ζωντανά μπάντες της εναλλακτικής σκηνής από επτά διαφορετικές χώρες.

Ο τόσο χαρακτηριστικός -σχεδόν trademark- ήχος των synths αποπνέει αθωότητα, μελαγχολία, νοσταλγία. Πώς διαχειρίζεστε τη μελαγχολία και τη νοσταλγία; Έχει κάπου απομείνει αθωότητα;

Η μελαγχολία και η νοσταλγία είναι συγγενικές έννοιες, και κατά καιρούς τις βιώνουμε και τις δύο όλοι μας.

Τα μελανά χρώματα, τα σκοτάδια μας, η θλίψη, το άλγος της απώλειας είναι αναπόσπαστο μέρος του ανθρώπινου ψυχισμού.

Μάλιστα, μερικές φορές δεν έχει να κάνει με κάτι που έχει παρέλθει και σου λείπει, αλλά με κάτι που δεν έζησες ποτέ και ωστόσο σου λείπει, σε βαθμό που να νιώθεις ψυχικό και σωματικό πόνο.

Στα γερμανικά υπάρχει η λέξη «Sehnsucht», που σημαίνει ταυτόχρονα νοσταλγία και έντονη επιθυμία/λαχτάρα.

Μάλιστα, κρύβει μέσα της τη λέξη «εθισμός», εθισμός σε αυτή την έντονη επιθυμία. «Έρχεται από το χάος, είναι η μόνη ενέργεια», όπως τραγούδησε κάποτε ο Blixa στο ομώνυμο κομμάτι των Einstürzende Neubauten.

Είναι συναισθήματα περίπλοκα που μπορούν, ωστόσο, να σε οδηγήσουν σε πρωτόγνωρες επικράτειες της ψυχικής κατάστασης αλλά και της δημιουργικότητας.

Μεγαλώνοντας, μαθαίνουμε να τα αγκαλιάζουμε και να τους δίνουμε διέξοδο, διοχετεύοντάς τα τόσο στη μουσική όσο και στους στίχους μας και μας χαροποιεί όταν νιώθουμε ότι κι άλλοι άνθρωποι ταυτίζονται με αυτό.

Η αθωότητα είναι ένα άλλο στοιχείο που, μεγαλώνοντας, γίνεται όλο και πιο δύσκολο να τη διατηρήσεις.

Η ενηλικίωση συχνά φέρνει μαζί της μαθήματα που σκληραίνουν τους ανθρώπους, ώστε να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στις έτσι κι αλλιώς και πάντοτε δύσκολες συνθήκες της ζωής και στις σχέσεις συναλλαγής που τόσο χαρακτηρίζουν τον «κόσμο των μεγάλων».

Υπάρχουν, ωστόσο, εκλάμψεις αθωότητας που εκδηλώνονται στις αυθόρμητες στιγμές, στον χρόνο με τους φίλους, στην έννοια του παιχνιδιού, στις πράξεις που κάνουμε έτσι απλά, άνευ όρων και χωρίς επιδιώξεις, στόχους ή προσδοκίες.

Και όσο περισσότερο χώρο και χρόνο δίνουμε σε τέτοιες στιγμές, τόσο περισσότερο διατηρούμε και ένα είδος παιδικότητας ή αθωότητας.

Σίγουρα το να παίζεις σε μια μπάντα ή το να παίζεις με τις λέξεις για να δημιουργηθούν οι στίχοι είναι ένα πρόσφορο έδαφος για κάτι τέτοιο.

«While the city sleeps/ Pariahs celebrate/ Repelling all the things/ That try to seal their fate». (With the Heart Inside your Shoes). Πόσο κοντά νιώθετε στους «παρίες» της μουσικής βιομηχανίας - και της ζωής;

Το πιο γοητευτικό χαρακτηριστικό που έχουν οι παρίες είναι η τεράστια ελευθερία τους που στην ουσία την έχουν τόσο μεγάλη ανάγκη, ώστε να επιλέγουν έναν πολύ πιο δύσβατο δρόμο και στην τέχνη και στη ζωή.

Έχουμε αγαπήσει βαθιά ανθρώπους που έζησαν και δημιούργησαν στο περιθώριο, παίρνοντας κι εμείς λίγο από το φως τους, και αυτοί οι λίγοι στίχοι είναι ένας φόρος τιμής κι ένα ευχαριστώ προς εκείνους για όλες τις στιγμές που μας συντρόφευσαν.

«I hoped for better days/ But went down the rabbit hole/ The only thing I found/Was half-burnt coal». (Love Has Melted in the Factories). Σε τι ελπίζετε;

Στην αγάπη άνευ όρων, στην καλοσύνη, στη συναισθηματική και ψυχική ταύτιση, στη συγχώρεση, στην αποδοχή, στην απενοχοποιημένη απόλαυση, στην ικανότητα του ανθρώπου για το καλύτερο, παρόλο που είναι ικανός για το χειρότερο.

«’Cause when I close my eyes/I see new worlds/ That aren’t broken» (Worlds that Aren’t Broken). Σε τι συνίστανται αυτοί οι κόσμοι;

Σε όλα αυτά που αναφέραμε στην προηγούμενη ερώτηση. Σε ό,τι τώρα φαντάζει ουτοπία σε σένα, σε μας, σε εκείνον, σε εκείνη και σε εκείνο.

«In noisy human hives/ I can no longer hide». (The Darkest Plains). Αποζητάτε ή αποφεύγετε τον ανθρώπινο «θόρυβο»;

Και τα δύο. Άλλοτε λειτουργεί ως white noise, χάνεσαι μέσα στη βαβούρα του κόσμου, απορροφώντας ήχους, συναισθήματα, διαθέσεις από όλη την παλέτα της ανθρώπινης φύσης και αναζητώντας σημεία ταύτισης.

Άλλοτε πάλι, έχεις την ανάγκη να αποτραβηχτείς και να ακούσεις τη σιωπή για να μπορέσεις να βρεις τον εαυτό σου και συνομιλήσετε χωρίς υπεκφυγές.

«I am but a stranger here/ It doesn’t feel like home/ The gutter took the things I knew/ And I was left alone». (Vagabond). Τι αποκαλείτε «σπίτι» - υπαρξιακά, ψυχικά, πολιτικά;

Αυτό ή αυτούς που σε κάνουν να νιώθεις οικεία. Μια νέα κατάσταση που σου μοιάζει εντελώς γνώριμη, κι ας είναι άγνωστη. Ανθρώπους που ίσως τους φέρει η τύχη στον δρόμο σου και νιώθεις σαν να γνωρίζεστε ήδη από προηγούμενες ζωές.

Οι δρόμοι μιας πόλης που σε κάνουν να νιώθεις μέρος της, παρόλο που είναι ένας νέος τόπος. Ένα τραγούδι που ακούς ή ένας πίνακας που κοιτάζεις και νιώθεις μια ανεξήγητη ταύτιση.

Πολιτικά, «σπίτι μας» θα αποκαλούσαμε ενδεχομένως τον τρόπο που λειτουργούν εναλλακτικές μικροκοινότητες.

Εκεί, παρά τις όποιες αδυναμίες, υπάρχει μεγαλύτερη αμεσότητα και συμμετοχή στις διαδικασίες, καθώς και η λογική της συναίνεσης στη λήψη των αποφάσεων.

«You let the rulers/ Devour again your soul/ Your soul/ Your mouth is shut/ Your eyes can’t see this wrong/ This wrong». (Politics of Lust). Πού οφείλεται η φαινομενική κοινωνική απάθεια, όταν η καθημερινότητα των περισσότερων αποσυντίθεται;

Οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες φτάνουν ορισμένες φορές σε τέτοιο σημείο απανθρωπιάς, ώστε να συνθλίβουν τα πάντα.

Υπό το καθεστώς τρόμου, αβεβαιότητας, ανημπόριας, είναι ανθρώπινο πολλοί να ενεργοποιούν μηχανισμούς απώθησης και απάθειας, ώστε να αντέξουν την υπάρχουσα κατάσταση.

Ωστόσο, η Iστορία αλλά και οι λιγοστές μας εμπειρίες σε μικροεπίπεδο έχουν δείξει ότι υπάρχουν πάντα και κάποιοι που αντιστέκονται, που δείχνουν έναν άλλο δρόμο, που καταφέρνουν μερικές φορές να ενώσουν τις φωνές του κόσμου, ώστε να επέλθει αλλαγή.

Έστω για λίγο.

«Hidden there behind the drape/ Dreaming up means of escape». [This Sense Of Loss (Spiral Moves)]. Ακούμε μουσική για να ξεφεύγουμε ή για να ξυπνάμε;

Και τα δύο ενδεχομένως, ίσως το δεύτερο να είναι επακόλουθο του πρώτου. Η μουσική είναι καταφύγιο, την ώρα της ακρόασης κλείνουμε έξω όλο τον υπόλοιπο κόσμο, την καθημερινότητα, τα ζόρια μας.

Αλλά η σχέση του αυτιού με τη μουσική είναι ενεργητική, μας φέρνει σε επαφή και με αυτά που αποφεύγουμε, και ξυπνάει συναισθήματα και σκέψεις που με τη σειρά τους έχουν τη δύναμη να μας ξυπνήσουν από τον λήθαργο, την αδράνεια, την παραίτηση.

Το θέμα είναι αν κάνουμε έπειτα κάτι γι’ αυτό/ με αυτό ή αν επιλέγουμε να πέσουμε πάλι σε ύπνο.

«Είμαστε όλοι χαμένοι στο σύμπαν/ Αναζητώντας συντονισμό». (Dream Pilot). Τον βρίσκουμε/θα τον βρούμε, πιστεύετε;

Πολλές φορές έχουμε την αίσθηση ότι όλοι διαγράφουν τη δική τους τροχιά, τρέχοντας να προλάβουν, να πετύχουν, να βελτιώσουν, να φτιάξουν μια ζωή όπως την ονειρεύονται.

Και χάνεται η ουσία, χάνονται οι στιγμές, χάνεται το εδώ και τώρα, χάνονται οι άνθρωποι μεταξύ τους.

Δεν παύει να καίει μέσα μας, όμως, η ανάγκη για σύνδεση και εύρεση κοινών τόπων κι αυτό είναι μια κινητήρια δύναμη που μπορεί να οδηγήσει σε συντονισμό και μοίρασμα.

«Eat, sleep, go to work/ Warning signs of a stroke/ Calm down, don’t react/ This is life, it’s a fact/ Ease and consumerism/ Cover and defeat your scream/ Stay home, nice and warm/ Still refusing to conform(Tin Man).

Τι νόημα έχει μια πλήρως πειθαρχημένη/υποταγμένη ζωή;

Μια τόσο πειθαρχημένη/υποταγμένη ζωή είναι κατά βάση μια ζωή στεγνή, στερημένη. Αν το συνειδητοποιήσουμε αυτό, ίσως μπορέσουμε να αντισταθούμε στον τρόπο ζωής ή σκλαβιάς που πλασάρουν με γυαλιστερό χαρτί τα μεγαθήρια αυτού του κόσμου.

Δεν είμαστε εδώ για να το παίξουμε μεγάλες επαναστάτριες κι επαναστάτες, αλλά πιστεύουμε ότι οφείλουμε/αξίζει όλοι μας να προσπαθήσουμε τουλάχιστον να μην αποφασίζουν πάντοτε άλλοι για μας.

Σε ευχαριστούμε πολύ, Γιάννη, για τις ωραίες ερωτήσεις και τον χρόνο που μας διέθεσες.

Το Σάββατο 16 Μαΐου, οι Convex Model ανοίγουν, μαζί με τους Future Draft τη συναυλία των Ολλανδών Ambassade στη Θεσσαλονίκη, στο Soul (26ης Οκτωβρίου 104).

Την Παρασκευή 22 Μαΐου συμμετέχουν στο 4ο Athens Pop Underground Fest στην Αθήνα, στο An Club (Σολωμού 13-15, Εξάρχεια).



Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Nytt Land: «Ο χρόνος βρίσκεται στην καρδιά της τελετουργικής μουσικής»

 


Εμπνεόμενη από τις παραδόσεις των αυτόχθονων λαών της Σιβηρίας, η μουσική των Nytt Land (Anatoly και Natalya Pakhalenko) αποτελεί μια βαθιά πνευματική εμπειρία.

Ενόψει των συναυλιών του ντουέτου σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη (18 & 19 Μαΐου, αντίστοιχα) είχαμε μια εκτενή κουβέντα μαζί του.

«Οι Nytt Land εμπνέονται από την παραδοσιακή μουσική των αυτόχθονων λαών της Σιβηρίας», διαβάζω στο σύντομο βιογραφικό σας.

Πώς μεταφράζεται η λέξη «Nytt»; Και τι σας έχει εμπνεύσει περισσότερο σε αυτήν τη μουσική;

Κατ’ αρχάς, η λέξη «Νytt» είναι παλιά και μπορεί να μεταφραστεί ως «νέο» (όπως στο «νέα γη»). Για εμάς δεν είναι ένα σλόγκαν για την καινοτομία μόνο και μόνο για την καινοτομία, αλλά μια πολύ απλή εικόνα:

Ένα άτομο πατάει σε μια γη που σου δίνει την αίσθηση της αρχαίας, κι όμως γίνεται ξανά «καινούρια» τη στιγμή κατά την οποία αρχίζεις να ακούς με προσοχή.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν αγγίζεις ζωντανές παραδόσεις: δεν «αναδημιουργείς το παρελθόν», μπαίνεις σε διάλογο με κάτι που ακόμα αναπνέει.

Αυτό το οποίο μάς ενέπνευσε περισσότερο στην παραδοσιακή μουσική των αυτόχθονων λαών της Σιβηρίας είναι η λειτουργία του ήχου. Σε πολλά σύγχρονα περιβάλλοντα, η μουσική είναι κυρίως ψυχαγωγία ή αυτοέκφραση.

Στους πολιτισμούς που μελετήσαμε, ο ήχος έχει συχνά έναν πρακτικό και πνευματικό σκοπό:

Μπορεί να δομήσει τον χρόνο, να σηματοδοτήσει μια μετάβαση, να βοηθήσει μια κοινότητα να συγκεντρώσει την εσωτερική της δύναμη ή να συντονίσει την προσοχή ενός ατόμου προς τον φυσικό κόσμο.

Μας συγκίνησε επίσης βαθιά το πόσο άμεση και σωματική είναι αυτή η μουσική: φωνή, αναπνοή, ρυθμός, επανάληψη, μοτίβα τα οποία μοιάζουν με έκσταση.

Είναι μινιμαλιστική, αλλά ποτέ «κενή». Είναι ένα είδος ηχητικής ύφανσης όπου κάθε νήμα έχει σημασία.

Για τον περισσότερο κόσμο, η Σιβηρία περιβάλλεται από μυστήριο και μύθο εν μέρει λόγω της απόστασης/απεραντοσύνης της, εν μέρει λόγω της ταραγμένης και τραυματικής Ιστορίας της.

Μιας και τυχαίνει να κατοικείτε σε αυτό το «σύμπαν», πώς θα περιγράφατε την καθημερινή σας εμπειρία εκεί;

Πολλοί άνθρωποι φαντάζονται τη Σιβηρία ως έναν μακρινό μύθο: ατελείωτο χιόνι, λύκοι, εξορία, βάσανα!

Αυτές οι εικόνες υπάρχουν στην Ιστορία και στον κινηματογράφο, αλλά η καθημερινή ζωή είναι πιο ανθρώπινη και πιο περίπλοκη.

Η Σιβηρία δεν είναι ένα ενιαίο τοπίο και μια ενιαία ατμόσφαιρα.

Είναι ένας τεράστιος χώρος όπου συνυπάρχουν σύγχρονες πόλεις και απομακρυσμένοι οικισμοί, όπου το διαδίκτυο και οι αρχαίοι τρόποι ζωής συναντώνται, όπου οι εποχές διαμορφώνουν τον ρυθμό σου πιο έντονα από ό,τι τα χρονοδιαγράμματα.

Η καθημερινή μας εμπειρία βασίζεται στις αντιθέσεις. Τη μια μέρα είναι συνηθισμένη δουλειά, οικογενειακές ευθύνες, πρόβες, ρουτίνα στο στούντιο - όπως οπουδήποτε.

Την άλλη μέρα οδηγείς μισή ώρα και ο κόσμος ανοίγεται: τεράστια ποτάμια, τάιγκα, στέπα, βουνά, μια σιωπή που ακούγεται «ηχηρή».

Η Σιβηρία σε διδάσκει να αποδέχεσαι την κλίμακα. Σου υπενθυμίζει ότι οι άνθρωποι δεν είναι το κέντρο των πάντων. Μαθαίνεις την υπομονή. Μαθαίνεις να παρακολουθείς τον καιρό, να διαβάζεις τις μικρές αλλαγές, να σέβεσαι την απόσταση.

Υπάρχει επίσης και κάτι συναισθηματικό: η Σιβηρία κουβαλάει μια ανάμνηση κακουχιών, αλλά κουβαλάει και αντοχή.

Οι άνθρωποι εδώ συχνά έχουν μια ήσυχη δύναμη -όχι ρομαντική, όχι θεατρική- απλώς μια συνήθεια να επιβιώνουν, να χτίζουν και να συνεχίζουν.

Αυτή η ατμόσφαιρα διαμορφώνει τη μουσική μας: το κρύο δεν είναι μόνο θερμοκρασία, είναι ένας τρόπος σκέψης - καθαρός, ειλικρινής, μερικές φορές αυστηρός, αλλά και βαθιά ζωντανός.

Πόσο ποικιλόμορφος ήταν/εξακολουθεί να είναι ο πληθυσμός της Σιβηρίας όσον αφορά στο εθνικό και πολιτιστικό του υπόβαθρο; Υπάρχουν εθνοτικοί, ιστορικοί ή πολιτιστικοί δεσμοί με τις άλλες χώρες/έθνη της Βόρειας Ευρώπης;

Η Σιβηρία ήταν πάντα ποικιλόμορφη, και εξακολουθεί να είναι. Είναι σημαντικό να το πούμε ξεκάθαρα:

«Σιβηρικός» δεν είναι μία εθνικότητα.

Είναι ένα σημείο συνάντησης πολλών λαών, γλωσσών και ιστοριών - αυτόχθονων κοινοτήτων με τις δικές τους πνευματικές παραδόσεις και πρακτικές, αλλά και πολλά κύματα μετανάστευσης κατά τη διάρκεια αιώνων.

Υπάρχουν πολιτιστικοί δεσμοί με άλλες βόρειες περιοχές του κόσμου, αλλά δεν είναι πάντα άμεσες συνδέσεις «γενεαλογικού δέντρου».

Ορισμένες ομοιότητες προέρχονται από την κοινή γεωγραφία και το κλίμα: τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι χτίζουν, ταξιδεύουν, κυνηγούν, συλλέγουν, τραγουδούν.

Όταν ζεις κοντά σε δάση, ποτάμια και μεγάλους χειμώνες, ορισμένα αρχέτυπα επαναλαμβάνονται:

Σεβασμός στα πνεύματα του τόπου, προσοχή στα ζώα, τελετουργίες οι οποίες συνδέονται με τις εποχές και μια κοσμοθεωρία όπου η φύση δεν είναι ένα αντικείμενο, αλλά ένας συγγενής.

Γενικά, πώς βιώνετε τη θρησκεία και την πνευματικότητα στην καθημερινότητά σας, τόσο ως άνθρωποι όσο και ως καλλιτέχνες;

Για εμάς, η πνευματικότητα δεν είναι κάτι το οποίο «ασκούμε» ξεχωριστά από τη ζωή. Είναι η προσοχή. Είναι ο τρόπος που περπατάς, το πώς ακούς, το πώς παραμένεις σιωπηλός.

Το να ζεις στη Σιβηρία, μακριά από τις μεγάλες πόλεις, σου διδάσκει αυτό φυσικά - δεν υπάρχει κάποιο συνεχές θέαμα το οποίο να σε αποσπά από τον εαυτό σου.

Δεν ακολουθούμε κάποιο θεσμικό θρησκευτικό μονοπάτι, αλλά σεβόμαστε βαθιά τις πνευματικές παραδόσεις. Η πνευματικότητά μας είναι βιωματική: διαμορφώνεται από τη γη, την καταγωγή, τη μνήμη και την ευθύνη. Είναι ήσυχη και προσωπική.

Ως καλλιτέχνες, βλέπουμε τη μουσική ως μια μορφή εσωτερικής πειθαρχίας. Πριν αναρωτηθούμε τι να εκφράσουμε, αναρωτιόμαστε από πού εκφράζεται. Αν η εσωτερική κατάσταση είναι κενή ή ανέντιμη, καμία τεχνική δεν θα τη σώσει.

Επομένως, η δημιουργία μουσικής είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον τρόπο ζωής μας.

Η μουσική σας περιγράφεται ως «σκοτεινή φολκ». Θα τη χαρακτήριζα και «παγανιστική φολκ».

Δεδομένου ότι η Ρωσία είναι γνωστή για την Ανατολική Ορθόδοξη παράδοσή της, πώς αντιμετωπίζεται στον δημόσιο διάλογο μια μουσική έκφραση αποκλίνουσα από τον «κανόνα»;

Ναι, μπορείς να αποκαλέσεις τη μουσική μας «σκοτεινή φολκ» ή «παγανιστική φολκ», δεν έχει σημασία για εμάς, είναι απλώς μια ταμπέλα για να καταλάβει γρήγορα ο κόσμος τι του προσφέρουμε.

Οι ταμπέλες μπορούν να βοηθήσουν τους ακροατές να βρουν μια πόρτα, αλλά μπορούν επίσης να διαστρεβλώσουν την εικόνα.

Η Ρωσία συνδέεται ευρέως με την Ανατολική Ορθόδοξη παράδοση και πολιτισμικά αυτή η επιρροή είναι σημαντική.

Ταυτόχρονα, η Ρωσία είναι απέραντη και πολυεπίπεδη, και πολλά είδη πνευματικότητας συνυπάρχουν - άλλοτε ανοιχτά, άλλοτε σιωπηλά.

Πώς αντιμετωπίζεται η απόκλιση από τον «κανόνα»;

Εξαρτάται από πού κοιτάζεις. Στα μεγάλα πολιτιστικά κέντρα, υπάρχει συχνά περιέργεια και ανοιχτότητα, ειδικά μεταξύ των ανθρώπων οι οποίοι ακούν ήδη μέταλ, νεοφόλκ και πειραματική μουσική.

Σε πιο συντηρητικούς χώρους, οτιδήποτε βρίσκεται εκτός ενός οικείου θρησκευτικού πλαισίου μπορεί να παρερμηνευθεί ως «περίεργο» ή «επικίνδυνο».

Αλλά δεν τοποθετούμαστε εναντίον κανενός. Δεν επιτιθέμεθα στην πίστη όπως κάποιοι Δυτικοί μουσικοί. Δε χλευάζουμε τις παραδόσεις. Απλώς ακολουθούμε το δικό μας μονοπάτι.

Στον δημόσιο λογο, τα άκρα είναι πάντα πιο ηχηρά από τις λεπτές αποχρώσεις. Κάποιοι άνθρωποι θέλουν τα πάντα να ταιριάζουν σε μια ενιαία ταυτότητα. Αλλά η πραγματική κουλτούρα είναι πλουσιότερη.

Η εμπειρία μας δείχνει πως η ειλικρίνεια είναι η καλύτερη προστασία:

Αν η δουλειά σου είναι ειλικρινής, αν αντιμετωπίζεις τις πηγές πολιτισμού με σεβασμό και δεν προσπαθείς να προκαλέσεις φτηνά, τότε οι περισσότεροι άνθρωποι -ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνουν- μπορούν να νιώσουν τη σοβαρότητα πίσω από αυτήν.

Σε έναν απομαγευμένο, ρημαγμένο από πολέμους και γενοκτονίες σύγχρονο κόσμο, μήπως το άνοιγμα σε όσα βρίσκονται πέρα ​​από τον έλεγχό μας είναι ωφέλιμο τόσο για εμάς ως άτομα όσο και για τις αντίστοιχες κοινωνίες όπου τυχαίνει να ζούμε;

Κατανοούμε βαθιά αυτό το ερώτημα.

Ο σύγχρονος κόσμος κουβαλάει τεράστιο τραύμα και οι άνθρωποι συχνά αισθάνονται αποκομμένοι: ο ένας από τον άλλον, από το νόημα, από τη φύση, από την εσωτερική τους ζωή.

Σε μια τέτοια περίπτωση, το να ανοιγόμαστε σε ό,τι βρίσκεται πέρα ​​από τον έλεγχό μας μπορεί να είναι ωφέλιμο, αλλά μόνο αν το κάνουμε με ωριμότητα.

Για εμάς, το «πέρα από την κατανόησή μας» δε σημαίνει απαραίτητα εξωτικές τελετουργίες ή δραματικό μυστικισμό.

Μπορεί να σημαίνει ταπεινότητα. Μπορεί να σημαίνει αναγνώριση ότι ο ορθολογικός έλεγχος δεν είναι η μόνη μορφή νοημοσύνης. Μπορεί να σημαίνει αποδοχή του μυστηρίου χωρίς να το μετατρέψουμε σε δεισιδαιμονία.

Όταν ένα άτομο παραδέχεται, «Δεν τα ξέρω όλα», γίνεται λιγότερο επιθετικό, λιγότερο εμμονικό με την κυριαρχία, πιο ικανό να ακούει.

Για τις κοινωνίες, μια υγιής σχέση με το αόρατο μπορεί να παράγει ενσυναίσθηση και υπευθυνότητα, επειδή αρχίζεις να αντιμετωπίζεις τη ζωή ως κάτι ιερό, όχι ως κάτι για πέταμα.

Υπάρχει όμως και ένας κίνδυνος: το αόρατο μπορεί να εμπορευματοποιηθεί, να χειραγωγηθεί, να μετατραπεί σε ιδεολογία.

Οπότε ναι, το άνοιγμα μπορεί να θεραπεύσει, αλλά απαιτεί ηθική βάση: σεβασμό, κριτική σκέψη και πραγματική εσωτερική δουλειά, όχι φυγή.

Το νέο άλμπουμ σας, Aba Khan, είναι το αποτέλεσμα ενός έτους ταξιδιού στην απεραντοσύνη της Σιβηρίας, όπου «ανακαλύψατε νέες περιοχές και γνωρίσατε πνευματικές παραδόσεις των αυτόχθονων λαών τους οποίους συναντήσατε».

Θα θέλατε να μου εξηγήσετε τη διαδικασία αυτής της συνάντησης και τι περιλαμβάνει; Σε ποιον βαθμό αποτελεί στην πραγματικότητα μια αμοιβαία πολιτιστική ανταλλαγή, εμπλουτίζοντας όλα τα εμπλεκόμενα μέρη;

Η δημιουργία του Aba Khan ξεκίνησε πραγματικά ως ένα ταξίδι παρά ως μια ιδέα. Το ταξίδι στην απεραντοσύνη της Σιβηρίας μάς άλλαξε σωματικά και ψυχικά.

Φυσικά, μπορείς να διαβάζεις βιβλία και να παρακολουθείς ντοκιμαντέρ, αλλά η απόσταση και το κλίμα σε διδάσκουν διαφορετικά.

Μακριοί δρόμοι, μεγάλη σιωπή, συναντήσεις που συμβαίνουν αργά: όλα αυτά διαμορφώνουν την αντίληψή σoy για τον χρόνο, και ο χρόνος βρίσκεται στην καρδιά της τελετουργικής μουσικής.

Η συνάντηση με τις αυτόχθονες παραδόσεις δεν ήταν ένα «κυνήγι περιεχομένου». Ήταν περισσότερο σαν να μαθαίνεις πώς να μπαίνεις σε ένα δωμάτιο με σεβασμό.

Στην πράξη, περιλαμβάνει περισσότερο ακρόαση παρά ομιλία, ζητώντας άδεια, μαθαίνοντας το πλαίσιο, κατανοώντας τα όρια. Κάποια πράγματα προορίζονται για κοινή χρήση, κάποια άλλα είναι προσωπικά. Το αποδεχόμαστε αυτό.

Μελετάμε επίσης για να κατανοήσουμε όχι μόνο τον ήχο, αλλά και την κοσμοθεωρία πίσω από τον ήχο: πώς οι άνθρωποι σχετίζονται με τα ζώα, με τους προγόνους, με τον τόπο, με τα όνειρα, με την ευθύνη.

Η ανταλλαγή είναι πραγματική όταν υπάρχει σεβασμός και όταν όλες οι πλευρές αισθάνονται ασφαλείς και αναγνωρισμένες - όχι εξωτικοποιημένες.

Πιστεύουμε ότι εμπλουτίζονται όλα τα μέρη όταν δεν «απαιτούμε» αλλά χτίζουμε σχέσεις, δίνουμε εύσημα, υποστηρίζουμε την πολιτιστική ορατότητα και μεταφέρουμε την ιστορία με ακρίβεια.

Για εμάς προσωπικά, ο εμπλουτισμός ήταν βαθύς: αποκτήσαμε ταπεινότητα, σαφήνεια και μια βαθύτερη αίσθηση σκοπού.

Ελπίζουμε επίσης πως οι ακροατές μας θα γίνουν περίεργοι και θα αρχίσουν να μαθαίνουν πέρα ​​από τη μουσική μας, επειδή αυτή η περιέργεια, με σεβασμό, αποτελεί ήδη μια γέφυρα.

Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο κοινό στο οποίο στοχεύετε;

Τι «απαιτείτε» κυρίως από τους υποψήφιους ακροατές σας και πόσο απαιτητική μπορεί να είναι η πραγματική εμβύθιση σε ένα τέτοιο κοσμικό ταξίδι, ειδικά για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τέτοιους τρόπους;

Δεν απευθυνόμαστε σε ένα μόνο «στοχευμένο κοινό». Η μουσική μας προσελκύει ακροατές από διαφορετικούς κόσμους: φολκ, μέταλ, ambient, τελετουργίες, ακόμη και κλασική μουσική.

Δεν είναι η γνώση που έχει σημασία για εμάς από το κοινό, αλλά η προσοχή. Δε χρειάζεται να γνωρίζεις την ορολογία. Απλώς πρέπει να αφήσεις αυτήν τη μουσική να μπει μέσα σου.

Ναι, η κατάδυση μπορεί να είναι δύσκολη, ειδικά για έναν σύγχρονο άνθρωπο. Οι σύγχρονες συνήθειες ακρόασης συχνά απαιτούν γρήγορες αλλαγές και άμεση εμπλοκή.

Η μουσική μας μερικές φορές κάνει ακριβώς το αντίθετο: σε προσκαλεί να χαλαρώσεις, να αναπνεύσεις και να βυθιστείς στον ρυθμό. Είναι περισσότερο σαν να βουτάς σε ένα τοπίο παρά να ακούς ένα τραγούδι.

Αν ο ακροατής είναι υπομονετικός, το ταξίδι θα γίνει απρόσμενα προσιτό, επειδή το ανθρώπινο σώμα κατανοεί ενστικτωδώς τον ρυθμό και τη φωνή.

Και καταλαβαίνουμε ότι δεν το χρειάζονται όλοι. Δε θέλουμε να «προσηλυτίσουμε» κανέναν. Απλώς δημιουργούμε έναν χώρο.

Κάποιοι άνθρωποι μπαίνουν μέσα και νιώθουν σαν στο σπίτι τους. Άλλοι τον προσπερνούν. Και οι δύο αντιδράσεις είναι φυσιολογικές.

Στις 18 και 19 Μαΐου εμφανίζεστε στην Ελλάδα για δεύτερη φορά. Δεν περιμένω συνηθισμένες συναυλίες. Μια σαμανική τελετουργία είναι μάλλον πιο πιθανή. Πόσο κοντά σε μια τελετή μπορεί να είναι μια συναυλία;

Χαιρόμαστε πολύ που επιστρέφουμε, επειδή νιώσαμε μια ισχυρή σύνδεση με το κοινό!

Η μουσική μπορεί απόλυτα να δημιουργήσει έναν χώρο ο οποίος μοιάζει με τελετουργία. Όταν ένα κοινό αναπνέει μαζί, ακούει μαζί και επιτρέπει στη σιωπή και την ένταση να υπάρχουν, κάτι αλλάζει.

Στόχος μας είναι να χτίσουμε αυτόν τον χώρο μέσω του ήχου, όχι μέσω θεατρικών αξιώσεων.

Τα τύμπανα, η φωνή, τα φλάουτα, η ταλχάρπα - αυτά είναι εργαλεία που μπορούν να αλλάξουν την αντίληψη.

Αν το κοινό εισέλθει με ανοιχτότητα, η εμπειρία γίνεται κάτι περισσότερο από ψυχαγωγία: γίνεται μια στιγμή ανάμνησης. Και για εμάς, αυτή είναι η πιο ειλικρινής μορφή «Τελετουργίας» την οποία μπορούμε να προσφέρουμε στη σκηνή.

Σε ευχαριστούμε για τις στοχαστικές ερωτήσεις!

Οι Nytt Land εμφανίζονται ζωντανά στην Αθήνα τη Δευτέρα 18 Μαΐου στο Temple (Ιάκχου 17, Γκάζι) και την Τρίτη 19 Μαΐου στη Θεσσαλονίκη στο Eightball Club (Πίνδου 1, Λαδάδικα).



Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Σοφία Αντωνίου: «Το θέατρο εξακολουθεί να έχει κάτι βαθιά συλλογικό»

 


Ο Σαιξπηρικός Άμλετ συνυφαίνεται με τη Μηχανή Άμλετ του Χάινερ Μύλλερ στην παράσταση ΆΜΛΕΤ (machine), σε σκηνοθεσία-διασκευή της Σοφίας Αντωνίου, με «φόντο» έναν καταρρέοντα κόσμο. Τον δικό μας.

Η παράσταση παρουσιάζεται στο Θέατρο «Πορεία at Victoria». Συζητώντας με την σκηνοθέτρια.

Συγκαταλέγεσαι σε μια νεότερη γενιά δημιουργών, σκηνοθετώντας κυρίως θεατρικές παραστάσεις. Πώς, κατά τη γνώμη σου, οριοθετείται -αισθητικά, πολιτικά, υπαρξιακά- αυτή η γενιά και πώς αντιλαμβάνεσαι το «νέο» στην τέχνη;

Νομίζω πως κάθε προσπάθεια να οριοθετηθεί αυστηρά μια «γενιά» στην τέχνη είναι κάπως περιοριστική, γιατί οι διαδρομές, οι αναφορές και οι αγωνίες του καθενός διαφέρουν πολύ.

Παρ’ όλα αυτά, αισθάνομαι ότι οι νεότεροι δημιουργοί μεγαλώσαμε μέσα σε μια συνθήκη διαρκούς αστάθειας -οικονομικής, πολιτικής, υπαρξιακής- και αυτό αναπόφευκτα διαπερνά τη δουλειά μας.

Υπάρχει μια έντονη επίγνωση της επισφάλειας, αλλά ταυτόχρονα και μια ανάγκη να ξαναβρούμε τρόπους συλλογικότητας, να φανταστούμε κοινότητες, έστω και προσωρινές, μέσα από την τέχνη.

Αισθητικά, βλέπω μια μεγαλύτερη ελευθερία ως προς τα μέσα και τις φόρμες.

Δεν υπάρχει πια τόσο η ανάγκη να υπηρετηθεί μία «καθαρή» θεατρική γλώσσα· οι νεότεροι δημιουργοί συχνά δουλεύουμε πιο υβριδικά, συνομιλώντας με τον κινηματογράφο, τη μουσική, τις εικαστικές τέχνες ή το ψηφιακό περιβάλλον.

Ταυτόχρονα όμως, αυτή η τεράστια πληθώρα εικόνων, υλικών και πληροφοριών μέσα στην οποία υπάρχουμε μπορεί να λειτουργήσει και ως εμπόδιο.

Πολλές φορές δυσκολευόμαστε να φτάσουμε σε κάτι απλό, ουσιαστικό και καθαρό, χωρίς υπερφόρτωση ή διαρκή ανάγκη εντυπωσιασμού.

Ταυτόχρονα, θεωρώ πως ένα νέο σύμπτωμα της εποχής είναι και η εμμονή με το sold out, με την ανάγκη να «πουλήσεις», να δημιουργήσεις ένα προϊόν που θα τραβήξει άμεσα την προσοχή του κοινού.

Αυτή παρουσιάζεται συχνά ως αναγκαιότητα της αγοράς και είναι εύκολο οι καλλιτέχνες να παγιδευτούμε μέσα σε αυτή τη λογική.

Όμως πιστεύω πως ο ρόλος της τέχνης δεν είναι να υπακούει σε αυτό που θεωρείται εμπορικά επιθυμητό ή επικοινωνιακά αποτελεσματικό.

Ίσως η μεγαλύτερη ευθύνη του καλλιτέχνη σήμερα να είναι να προστατεύει έναν εσωτερικό χώρο ελευθερίας - να ακούει το ένστικτό του, τον χρόνο της δουλειάς του και την πραγματική ανάγκη πίσω από αυτό που θέλει να πει.

Όσο για το «νέο», δεν το αντιλαμβάνομαι ως εμμονή με την πρωτοτυπία ή ως ανάγκη να απορρίψουμε ό,τι προηγήθηκε.

Το νέο προκύπτει, για μένα, όταν μια μορφή ή μια αφήγηση κατορθώνει να συλλάβει κάτι αληθινό για το παρόν· όταν δημιουργεί έναν διαφορετικό τρόπο να βλέπουμε, να ακούμε ή να συνυπάρχουμε.

Μπορεί να γεννηθεί ακόμα και μέσα από ένα κλασικό κείμενο, αν αυτό φωτιστεί με έναν τρόπο που αφορά ουσιαστικά το σήμερα.




Αναμετριέσαι συχνά με αυτό που αποκαλείται «κλασική δραματουργία», είτε πρόκειται για την αρχαιοελληνική, είτε την πιο σύγχρονη. Η πρώτη παράστασή σου την οποία παρακολούθησα ήταν, εξάλλου, ο Οιδίποδας Τύραννος.

Τι αναζητάς, τι βρίσκεις, τα σε τρομάζει και τι σε λυτρώνει στα «κλασικά» κείμενα; Και πού, κυρίως, συνίστανται οι προκλήσεις στην απόδοση/διασκευή τους με μια πιο «σύγχρονη» και προσωπική ματιά;

Νομίζω πως επιστρέφω στα κλασικά κείμενα γιατί κουβαλούν κάτι βαθιά ανθρώπινο και ανοιχτό, κάτι που συνεχίζει να μας αφορά ακόμη κι όταν αλλάζουν οι εποχές, οι πολιτικές συνθήκες ή οι αισθητικές φόρμες.

Στον Οιδίποδα, για παράδειγμα, αυτό που με συγκλόνισε ήταν η αγωνία του ανθρώπου να καταλάβει ποιος είναι, ακόμα κι αν η αλήθεια τον διαλύσει. Αυτή η ανάγκη αυτογνωσίας, αλλά και η βία της γνώσης, μου φαίνονται τρομακτικά σύγχρονες.

Αυτό που με τρομάζει στα κλασικά είναι ακριβώς η αντοχή τους· το ότι επιστρέφουν διαρκώς και μας αποκαλύπτουν πλευρές του εαυτού και της κοινωνίας που θα προτιμούσαμε ίσως να μην κοιτάξουμε.

Ταυτόχρονα όμως εκεί βρίσκεται και κάτι λυτρωτικό:

H αίσθηση ότι οι ανθρώπινες αντιφάσεις, οι φόβοι, η μοναξιά, η επιθυμία, η εξουσία ή η απώλεια δεν είναι αποκλειστικά δικά μας βάρη, αλλά κάτι που διαπερνά την ανθρώπινη εμπειρία εδώ και αιώνες.

Η μεγαλύτερη πρόκληση, όταν προσεγγίζεις ένα κλασικό έργο σήμερα, είναι να αποφύγεις δύο παγίδες: από τη μία τη μουσειακή αναπαράσταση και από την άλλη μια επιφανειακή «επικαιροποίηση».

Δε με ενδιαφέρει να κάνω ένα έργο «σύγχρονο» μόνο μέσα από εξωτερικά στοιχεία ή εύκολους παραλληλισμούς με το σήμερα.

Με ενδιαφέρει περισσότερο να ανακαλύψω ποιο είναι το ζωντανό του τραύμα, το υπαρξιακό ή πολιτικό του ερώτημα, και πώς αυτό μπορεί να συναντήσει τη δική μας εποχή με ειλικρίνεια.

Αναζητάς, επίσης, και την κοινωνική διάσταση στη θεατρική δημιουργία, η οποία έχει εκφραστεί και μέσω της συνεργασίας σου με την ομάδα «Εν Δυνάμει» για την παράσταση Σχέδιο Αντιγόνη. Θα ήθελες να αναφερθείς σ’ αυτήν τη συνεργασία;

Έχω μια μακροχρόνια σχέση με την ομάδα «Εν Δυνάμει» και η επαφή μου μαζί της με έχει αλλάξει όχι μόνο ως καλλιτέχνη αλλά και ως άνθρωπο.

Η συνάντηση και η συνεργασία με άτομα με αναπηρία είναι σοκαριστικά αποκαλυπτική, γιατί σε φέρνει αντιμέτωπο με το πόσο η κοινωνία μας δεν είναι πραγματικά μια κοινωνία συμπερίληψης.

Δε βλέπεις σχεδόν ποτέ άτομα με αναπηρία στον δημόσιο χώρο· συχνά είναι κρυμμένα μέσα στα σπίτια ή σε διάφορες δομές, σαν να μην τους ανήκει ισότιμα η κοινωνική ζωή.

Αυτό που κάνει η ομάδα «Εν Δυνάμει» είναι σπουδαίο, γιατί φέρνει το κοινό σε άμεση επαφή με αυτή την πραγματικότητα, χωρίς διδακτισμό ή εύκολη συγκίνηση.

Η παράσταση Σχέδιο Αντιγόνη ήταν για μένα μια πράξη απόλυτης συμπερίληψης: πάνω στη σκηνή δεν έβλεπες ανάπηρα και μη ανάπηρα άτομα, αλλά μια κοινωνία που μάχεται απέναντι σε μια εξουσία που δεν ακούει.

Στον ΆΜΛΕΤ (machine) που παρουσιάζεται, σε σκηνοθεσία σου, στο Θέατρο «Πορεία», συνδυάζεις τον Σαιξπηρικό Άμλετ με τη Μηχανή Άμλετ του Χάινερ Μύλλερ. Ποια είναι τα σημεία σύγκλισης και απόκλισης των δύο κειμένων;

Αυτό που με συγκινεί στη συνάντηση αυτών των δύο κειμένων είναι ότι, παρότι γράφτηκαν σε τελείως διαφορετικές εποχές, μοιάζουν να συνομιλούν πάνω στην ίδια αίσθηση αδυναμίας απέναντι σε έναν κόσμο που καταρρέει.

Ο Άμλετ του Σαίξπηρ είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να δράσει, να καταλάβει την αλήθεια, να βρει μια ηθική στάση μέσα σε ένα σάπιο πολιτικό σύστημα.

Στη Μηχανή Άμλετ του Μύλλερ, αυτός ο άνθρωπος μοιάζει πλέον διαλυμένος. Η Ιστορία έχει περάσει από πάνω του και έχει αφήσει μόνο θραύσματα, ερείπια, μια αίσθηση αδυναμίας και αποσύνθεσης.

Η βασική τους απόκλιση βρίσκεται ίσως στη σχέση με την ελπίδα.

Στον Σαίξπηρ υπάρχει ακόμη η πίστη ότι η τραγωδία μπορεί να οδηγήσει σε μια μορφή κάθαρσης ή αποκάλυψης.

Στον Μύλλερ, αντίθετα, αυτή η δυνατότητα μοιάζει να έχει χαθεί. Αυτό το πέρασμα από τον άνθρωπο της τραγωδίας στον άνθρωπο των ερειπίων είναι κάτι που με απασχολεί πολύ και αισθάνομαι ότι αφορά βαθιά και τη δική μας εποχή.




«Ο Άμλετ γίνεται (...) μια ανοιχτή αναμέτρηση με τα φαντάσματά μας - τα προσωπικά, τα συλλογικά, τα ιστορικά», διαβάζω στο Δελτίο Τύπου. Ποια είναι αυτά τα «φαντάσματα» και γιατί επέλεξες τον Άμλετ για να τα αντιμετωπίσει;

Τα «φαντάσματα» στον Άμλετ δεν είναι μόνο κυριολεκτικά· είναι όλα όσα επιστρέφουν και μας στοιχειώνουν, ατομικά και συλλογικά.

Είναι οι οικογενειακές μνήμες, η βία, οι αποτυχίες της Ιστορίας, τα πολιτικά τραύματα που δεν έχουν πραγματικά επουλωθεί, αλλά και μια βαθύτερη αίσθηση ματαίωσης ή αδυναμίας που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη εποχή.

Ο Άμλετ είναι για μένα ένα πρόσωπο που βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπο με αυτά τα φαντάσματα. Δεν μπορεί να τα αγνοήσει, αλλά ούτε και να τα ξεπεράσει εύκολα.

Είναι ένας άνθρωπος που σκέφτεται, που αμφιβάλλει, που παλεύει να βρει μια αλήθεια μέσα σε έναν διαλυμένο κόσμο. Ίσως γι’ αυτό συνεχίζει να μας αφορά τόσο βαθιά.

Το σκηνικό -«γυμνό», λιτό, ίσως και σκληρό- παραπέμπει στην Έρημη Χώρα, σε έναν τόπο ρημαγμένο από μια καταστροφή που έρχεται. Πώς το δουλέψατε;

Το σκηνικό του Άμλετ είναι, για μένα, ο ψυχικός του κόσμος· ένα υπαρξιακό τοπίο που σταδιακά αποκαλύπτεται.

Με την Μαριλένα Καλαϊτζαντωνάκη, η οποία είναι σκηνογράφος, ενδυματολόγος αλλά και παραγωγός της παράστασης, δουλέψαμε πολύ πάνω στην ιδέα του ερειπίου, της αποδόμησης, της θεατρικότητας που ενυπάρχει ήδη στο ίδιο το έργο και της διαρκούς μεταμόρφωσης.

Ο Άμλετ συνεχώς μεταμορφώνεται, μεταβάλλεται· δεν είναι ποτέ σταθερός, αλλά κάθε φορά κάτι άλλο. Παίξαμε πολύ με αυτούς τους όρους του «είναι» και «φαίνεται», με το τι είναι ψέμα και τι αλήθεια, τι αποκαλύπτεται και τι αποκρύπτεται.

Ο χώρος ακολουθεί αυτή τη ρευστότητα, σαν να αλλάζει μαζί με τη συνείδηση του ίδιου του ήρωα.

Έχω την τύχη να συνεργάζομαι σταθερά με τη Μαριλένα Καλαϊτζαντωνάκη (Οιδίποδας Τύραννος, Σχέδιο Αντιγόνη, Η ζωή, τα γηρατειά και ο θάνατος μιας γυναίκας του λαού).

Μοιραζόμαστε την κοινή ανάγκη να δημιουργούμε κόσμους από το μηδέν· κόσμους με ποίηση αλλά και αλήθεια, που συνομιλούν υποσυνείδητα με το τώρα και λειτουργούν ως εμπειρία για το κοινό.

Μας συνδέει επίσης ένας κοινός ηθικός κώδικας, που αφορά και τον τρόπο δουλειάς: σεβασμό, φροντίδα, ευθύνη και ενιαίο καλλιτεχνικό όραμα.

Η Μαριλένα αναλαμβάνει και το κομμάτι της παραγωγής, ώστε να εξασφαλίζεται ένας τρόπος δουλειάς που στηρίζεται σε αυτές τις αρχές, κάτι που στην εποχή μας δεν είναι καθόλου αυτονόητο.

Είμαι τυχερή που συνεργάζομαι μαζί της και μαθαίνω πολλά από αυτήν.

Και νομίζω πως χρειάζεται να δοθεί περισσότερο φως σε γυναίκες παραγωγούς που βρίσκονται στον χώρο και αγωνίζονται να δημιουργήσουν έναν νέο τρόπο επαγγελματικής σχέσης και καλλιτεχνικής πρακτικής, αφήνοντας πίσω παγιωμένες παθογένειες του παρελθόντος.

Το καστ είναι πολυπρόσωπο και ποικιλόμορφο, τιμώντας με ουσιαστικό τρόπο τη συχνά συκοφαντημένη (αλλά και ύπουλα αφομοιωμένη/αφομοιώσιμη από την εξουσία) αρχή της συμπερίληψης. Με ποια κριτήρια επιλέχτηκαν οι ηθοποιοί;

Το κάστινγκ προέκυψε κυρίως από την ανάγκη να δημιουργηθεί μια ομάδα ανθρώπων που να μπορώ πραγματικά να συνεργαστώ και να εμπιστευτώ στη διαδικασία.

Οι ηθοποιοί αυτοί είναι άνθρωποι που εκτιμώ και θαυμάζω, όχι μόνο για το υποκριτικό τους ταλέντο, αλλά πρωτίστως για αυτό που είναι ως προσωπικότητες και για τον τρόπο που στέκονται μέσα στη δουλειά.

Η επιλογή της Οφηλίας έγινε για μένα αβίαστα, σχεδόν φυσικά, και παρ’ όλα αυτά φέρει από μόνη της μια ισχυρή πολιτική διάσταση.

Δε με ενδιαφέρει να ασχοληθούμε στο έργο με τη συμπερίληψη ως θέμα ή ως δήλωση, αλλά να την πράττουμε στην πράξη, χωρίς να την υπογραμμίζουμε ή να την εργαλειοποιούμε.

Νομίζω πως εκεί βρίσκεται και η ουσία: στο να δημιουργείται μια πραγματική συνύπαρξη πάνω στη σκηνή, χωρίς να χρειάζεται να εξηγείται διαρκώς.

Με τον Δημήτρη Καπουράνη γνωριζόμαστε από τη σχολή και η πρώτη μου δουλειά μετά την αποφοίτηση ήταν μαζί του, στο Lulu.

Από τότε του έκανα την πρόταση να συνεργαστούμε στον Άμλετ, κάτι που προέκυψε με μεγάλη φυσικότητα μέσα από αυτή τη διαδρομή εμπιστοσύνης.

Ο Δημήτρης είναι ένα σπάνιο πλάσμα με ήθος και αληθινή αγάπη για τη δουλειά. Είναι πρωταγωνιστής χωρίς να το κάνει θέμα, χωρίς να το επιβάλλει ή να το διατυμπανίζει.

Και αυτό, για μένα, είναι κάτι που δεν συναντάς συχνά στη δουλειά μας - αυτήν την ταπεινή, ουσιαστική παρουσία που στηρίζει ολόκληρη τη σκηνική διαδικασία.

Σε έναν κόσμο αποδομημένο και εν πολλοίς διαλυμένο -όπως εκείνο του Άμλετ-, μπορεί η τέχνη -και συγκεκριμένα το θέατρο- να συμβάλει στη διατύπωση μιας νέας συλλογικής αφήγησης;

Νομίζω πως σήμερα δυσκολευόμαστε όλο και περισσότερο να πιστέψουμε σε μεγάλες συλλογικές αφηγήσεις· ίσως γιατί έχουμε δει πολλές από αυτές να καταρρέουν ή να γίνονται εργαλεία εξουσίας.

Παρ’ όλα αυτά, το θέατρο εξακολουθεί να έχει κάτι βαθιά συλλογικό: ανθρώπους που συγκεντρώνονται στον ίδιο χώρο και χρόνο για να μοιραστούν μια εμπειρία. Και μόνο αυτό, σήμερα, έχει μεγάλη σημασία.

Δεν ξέρω αν η τέχνη μπορεί να προτείνει μια νέα ενιαία αφήγηση για τον κόσμο.

Ίσως, όμως, μπορεί να δημιουργήσει μικρές κοινότητες εμπειρίας, στιγμές όπου ξαναθυμόμαστε τι σημαίνει να ακούμε, να βλέπουμε και να συνυπάρχουμε πραγματικά με τους άλλους.

Για μένα, εκεί βρίσκεται ακόμη η πολιτική και η ανθρώπινη δύναμη του θεάτρου.

Είναι ήδη μεγάλο κέρδος το ότι, μετά την παράσταση, μένουμε και συζητάμε με το κοινό πάνω στα θέματα του έργου, πάνω στην ποίηση που κάθισε για λίγο πάνω από τα κεφάλια μας.

Αν έστω και ένας άνθρωπος ανοίξει τον Άμλετ ή τη Μηχανή Άμλετ για να τα διαβάσει μόνος του στο σπίτι, τότε αισθάνομαι ήσυχη και μπορώ να πάω παρακάτω.

Οι φωτογραφίες της παράστασης είναι του Ανδρέα Κανελλόπουλου.

Η παράσταση ΆΜΛΕΤ (machine), σε σκηνοθεσία-διασκευή Σοφίας Αντωνίου, παρουσιάζεται στο Θέατρο «Πορεία at Victoria» (Τρικόρφων 3-5 & 3ης Σεπτεμβρίου 69, Αθήνα) μέχρι και τις 2 Ιουνίου.