Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Stavroz: «Δεν πρέπει να φοβόμαστε τις στιγμές σιωπής, αλλά να τις αγκαλιάζουμε»

 

Stavroz (Φωτογραφία: Alexander Popelier)

Οι Stavroz, το βελγικό κουαρτέτο-φαινόμενο της ευρωπαϊκής ηλεκτρονικής μουσικής, επιστρέφουν στην Αθήνα και το Gazarte για ένα εκρηκτικό λάιβ την Πέμπτη 5 Μαρτίου.

Εκ των ιδρυτικών μελών του σχήματος, ο DJ IJsbrand De Wilde μάς μιλά για τη μουσική, την ελευθερία, τον θόρυβο και τη σιωπή.

Πιθανότατα απαντάτε στις ερωτήσεις μου ενώ ταξιδεύετε από τη μία πόλη στην άλλη κατά τη διάρκεια της περιοδείας σας. Πόσο συναρπαστικό είναι το να μη γνωρίζετε πλήρως τι να περιμένετε από κάθε συναυλία;

Είναι συναρπαστικό να μην ξέρεις πώς θα εξελιχθεί ένα σόου. Κάθε βράδυ είναι διαφορετικό - τεχνικά, συναισθηματικά, ενεργειακά.

Μερικές φορές πρέπει να βρούμε τον δρόμο μας προς αυτό, μερικές φορές το κάνει το κοινό. Και αυτή η ένταση το κάνει δυνατό, επειδή μπορείς να νιώσεις την ακριβή στιγμή κατά την οποία ένα τραγούδι κάνει κλικ και το κοινό πραγματικά αφήνεται.

Κάποιες νύχτες όλα είναι εκεί από την πρώτη νότα - αυτό είναι μαγεία. Άλλες νύχτες χτίζονται αργά. Αλλά αυτή η απρόβλεπτη φύση της είναι που κρατά τη συναυλία ζωντανή.

Και όταν βλέπεις ανθρώπους να χορεύουν, να διασκεδάζουν και μετά να σου λένε ότι ήταν καταπληκτικό - γι’ αυτό ακριβώς το κάνουμε.

Οι Stavroz προέρχονται «από τη γη του συμβιβασμού στην καρδιά της Ευρώπης». Ποια είναι η προέλευση αυτού του ονόματος το οποίο ακούγεται ελληνικό;

Το όνομα ξεκίνησε στην πραγματικότητα ως αστείο.

Ένας από τους τέσσερίς μας ήθελε να γίνει DJ στο πανεπιστήμιο και προσποιείτο κάποιον μυστηριώδη Έλληνα -ή Ανατολικοευρωπαίο- παραγωγό που έπαιζε house μουσική εμπνευσμένη από τα Βαλκάνια.

Ήταν περισσότερο θέμα χαρακτήρα, παρά σοβαρού σχεδίου.

Αργότερα, ανακαλύψαμε στην Ελλάδα πως το «Stavroz» στην πραγματικότητα σημαίνει «σταυρός». Αυτό δεν ήταν καθόλου σκόπιμο - δεν έχουμε κάποια θρησκευτική οπτική γωνία ή κάτι τέτοιο. Ήταν καθαρή σύμπτωση.

Έτσι, στο τέλος, το όνομα έμεινε... αλλά ξεκίνησε ως αστείο.

Υπάρχει λίγη ειρωνεία στην αναφορά σας στη «γη των συμβιβασμών»; Πώς καταφέρνετε να παραμένετε ασυμβίβαστοι όσον αφορά το καλλιτεχνικό σας όραμα;

Σάς επιτρέπει η επιτυχία που απολαμβάνετε να υπαγορεύετε/επιβάλλετε τους δικούς σας «όρους»;

Όταν κάνουμε μουσική, δεν ξεκινάμε ποτέ με το να σκεφτόμαστε τι μπορεί να αρέσει στο κοινό.

Πάντα ξεκινάμε με ένα συναίσθημα - από κάτι το οποίο ακούγεται συναρπαστικό, καινούργιο ή απλώς πολύ groovy. Μερικές φορές δημιουργούμε μαζί, μερικές φορές ξεχωριστά, αλλά πάντα ξεκινάμε από το ένστικτο.

Φυσικά, η ολοκλήρωση ενός κομματιού απαιτεί λίγους συμβιβασμούς - οι τέσσερίς μας δεν κλίνουμε ακριβώς προς την ίδια μουσική κατεύθυνση. Ο ένας μπορεί να σπρώξει ελαφρώς αριστερά, ο άλλος ελαφρώς δεξιά.

Αλλά αυτές είναι εσωτερικές δυναμικές. Δεν κάνουμε συμβιβασμούς απέναντι στο κοινό. Δημιουργούμε αυτό που αγαπάμε πραγματικά.

Η μόνη στιγμή που προσαρμοζόμαστε λίγο είναι όταν μεταφράζουμε κομμάτια σε ένα ζωντανό σετ. Τότε ίσως αναρωτηθούμε:

Μπορεί αυτό να χτυπήσει λίγο πιο δυνατά; Μπορεί η συσσώρευση να επεκταθεί περισσότερο για να δημιουργήσει μια ισχυρότερη κορύφωση; Όχι για να αλλάξουμε το ποιοι είμαστε, αλλά για να κάνουμε την ενέργεια στον χώρο ακόμα πιο ισχυρή.

Μόνο όταν οι Maxim Helincks και Pieter De Meester εντάχθηκαν στο συγκρότημα, οι Stavroz άρχισαν να εμφανίζονται ζωντανά, συνεχίζοντας παράλληλα να ανοίγουν το δρόμο τους στο σύμπαν της ηλεκτρονικής μουσικής.

Τι άλλαξε στη δυναμική του γκρουπ μετά την είσοδο αυτών των δύο νέων μελών;

Ο Pieter και ο Maxim προέρχονται από πολύ διαφορετικά μουσικά υπόβαθρα -φολκ, ροκ και πανκ-, ενώ ο Gert και ο IJsbrand έχουν ισχυρότερο ηλεκτρονικό υπόβαθρο.

Ο συνδυασμός όλων αυτών των στιλ μάς επέτρεψε να αναπτύξουμε έναν εντελώς νέο ήχο.

Αυτό που το κάνει ακόμα πιο συναρπαστικό είναι πως ανακαλύπτουμε συνεχώς νέα μουσική ο ένας μέσα από τον άλλον, η οποία προέρχεται από διαφορετικούς μουσικούς κόσμους.

Αυτή η ανταλλαγή μάς εμπνέει συνεχώς και διαμορφώνει την εξέλιξή μας ως συγκρότημα.

«Προκειμένου να διατηρήσουν την ελευθερία στην μουσική τους παραγωγή και να μπορέσουν να υποστηρίξουν άλλους καλλιτέχνες με παρόμοιο όραμα, ξεκίνησαν τη δισκογραφική τους εταιρεία ‘Moodfamily», γράφετε στην ιστοσελίδα σας.

Πώς καταφέρνετε να εξισορροπήσετε τη λογιστική με τη δημιουργική πλευρά των πραγμάτων χωρίς να χάνετε την επαφή με κάποια από τις δύο;

Δεν είναι εύκολη η διατήρηση της ισορροπίας, αλλά με τη Moodfamily δεν υπάρχει πίεση όσον αφορά τα αυστηρά χρονοδιαγράμματα ή τις προθεσμίες, γεγονός που επιτρέπει στη δημιουργική διαδικασία να ρέει φυσικά.

Στο τέλος, είναι πάντα διασκεδαστικό να συνεργαζόμαστε, και αυτή η ενέργεια διατηρεί ευθυγραμμισμένες τόσο τη λογιστική, όσο και τη δημιουργική πλευρά.

«Οι Stavroz σάς προσκαλούν να απομακρυνθείτε από τον θόρυβο, από το scrolling, από τις προκατασκευασμένες ανοησίες. Να σταματήσετε. Να αναπνεύσετε. Να θυμηθείτε πώς είναι απλώς... να αναρωτιέσαι», ενθαρρύνετε τον ακροατή στην παρουσίαση του Take a Seat.

Ο θόρυβος κάθε είδους είναι μάστιγα. Η παύση, συνήθως ένας ανέφικτος στόχος. Ή μήπως όχι;

Νομίζω ότι μερικοί άνθρωποι έχουν απλώς ξεχάσει πόσο όμορφο είναι να ακούς ένα άλμπουμ από την αρχή μέχρι το τέλος, ειδικά με τις σημερινές πλατφόρμες streaming.

Αυτή είναι η βασική ιδέα πίσω από αυτό που κάνουμε. Πρόκειται για το να αφιερώνεις χρόνο, να κλείνεις το τηλέφωνό σου ή απλώς να αφήνεις το μυαλό σου να περιπλανιέται, ενώ ακούς.

Και δεν αφορά μόνο το δικό μας άλμπουμ - ισχύει για όλη τη μουσική η οποία κυκλοφορεί σήμερα.

Φτιάχνεται ακόμα τόση πολλή καταπληκτική μουσική, αλλά μερικές φορές χάνεται στην ταχύτητα του κόσμου όπου ζούμε. Ελπίζουμε να ενθαρρύνουμε το να αφιερώνουμε λίγο χρόνο στο να ηρεμήσουμε και να ακούσουμε πραγματικά.

«Αυτό το άλμπουμ δεν είναι μια απαίτηση. Είναι μια πρόταση. Ένας χώρος για να φανταστούμε, να ονειρευτούμε, να φιλοσοφήσουμε. Χωρίς αίσθηση επείγοντος. Χωρίς αλγόριθμους», συνεχίζετε.

Τι γινόμαστε ενώ ονειρευόμαστε και σε τι μετατρεπόμαστε όταν/αν δεν το κάνουμε;

Το άλμπουμ είναι απλώς μια πρόταση - μια σπίθα. Ο καθένας το βιώνει διαφορετικά, με διαφορετικές εικόνες, διαφορετικά συναισθήματα.

Το κλειδί είναι ότι η φαντασία εξακολουθεί να υπάρχει, πως οι άνθρωποι σκέφτονται, ονειρεύονται ή ακόμα και δημιουργούν ασυνείδητα.

Είτε φέρνει χαρά, δυσφορία ή κάτι ενδιάμεσο, δεν έχει σημασία. Εφόσον πυροδοτεί το συναίσθημα ή τις εικόνες, έχουμε κάνει τη δουλειά μας.

«Το βελγικό τετραμελές συγκρότημα δε φωνάζει για να κερδίσει την προσοχή σου. Ψιθυρίζει, ελπίζοντας να πυροδοτήσει κάτι το οποίο ήταν εκεί από την αρχή. Λίγη περιέργεια. Λίγη σιωπή. Μια στιγμή στο τώρα», καταλήγετε.

Γιατί φοβόμαστε τόσο συχνά τη σιωπή;

Νομίζω ότι οι άνθρωποι φοβούνται τη σιωπή επειδή κουβαλάει το άγνωστο.

Μπορεί να φέρει στην επιφάνεια συναισθήματα ή σκέψεις που δεν είχαν συνειδητοποιήσει πως είχαν. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό είναι πολύτιμη: σού επιτρέπει να μάθεις κάτι για τον εαυτό σου, τους άλλους ή τον κόσμο.

Δεν πρέπει να φοβόμαστε τις στιγμές σιωπής, αλλά να τις αγκαλιάζουμε.

Ευχαριστώ θερμά τον IJsbrand De Wilde για τον χρόνο του και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγκροτήματος.

Οι Stavroz εμφανίζονται ζωντανά στο Gazarte - Ground Stage (Βουτάδων 32-34, Γκάζι) την Πέμπτη 5 Μαρτίου.

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Laura Agnusdei: «Ο καπιταλισμός μάς οδηγεί σε μαζική εξαφάνιση, χρειαζόμαστε αλλαγή τώρα»

 

Laura Agnusdei (Φωτογραφία: Matilde Piazzi)

Σαξοφωνίστρια και συνθέτρια ηλεκτροακουστικής μουσικής, η πολυσχιδής Ιταλίδα Laura Agnusdei εμφανίζεται ζωντανά, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στη σκηνή του Κέντρου Ελέγχου Τηλεοράσεων την Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου.

Μαζί της, η εγχώρια κολεκτίβα Free Piece of Tape. Συνομιλώντας με την καλλιτέχνιδα.

Με έδρα την Μπολόνια, είσαι σαξοφωνίστρια και συνθέτρια ηλεκτροακουστικής μουσικής. Είναι η ενασχόλησή σου με το σαξόφωνο σε συνεχή συνομιλία με τις ηλεκτροακουστικές σου πρακτικές;

Απολύτως. Το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς μου εξακολουθεί να περιλαμβάνει το παίξιμο σαξοφώνου μου σε διάλογο με τη χρήση τεχνολογίας όπως: συνθεσάιζερ, sampler, παραγωγή λογισμικού...

Το Night/Lights, το ντεμπούτο άλμπουμ σου, «είναι μια μελωδική ηλεκτροακουστική μουσική. Μιλάει για τη μοναξιά και την αγάπη, την απώλεια και την ανακάλυψη, τον φόβο και την ελπίδα. Μιλάει για το σκοτάδι που μετατρέπεται σε φως», σύμφωνα με τα λόγια σου.

Πώς ένιωσες μετά την κυκλοφορία του;

Η υλοποίηση του πρώτου μου σόλο EP ήταν ένα σημαντικό βήμα για μένα. Με έκανε πιο σίγουρη για τις ικανότητές μου στη σύνθεση της δικής μου μουσικής. Πριν από αυτό, είχα πάντα συνεργατικά μουσικά projects.

Κατόπιν, άρχισα να βλέπω τον εαυτό μου ως συνθέτρια με την προσωπική της προσέγγιση στους ήχους.

Με εντυπωσιάζει ιδιαίτερα το εξώφυλλο. Είναι η Emilie Josso το άτομο πίσω από αυτό; Είναι εμπνευσμένο από την ιδέα του άλμπουμ;

Η Emilie Josso είναι Γαλλίδα εικονογράφος, η οποία έμενε στο σπίτι μου όσο σπούδαζα στην Ολλανδία. Το Night/Lights κυκλοφόρησε από την αγγλική δισκογραφική εταιρεία The Tapeworm, που διαχειρίζεται ο Philip Marshall.

Ο Philip μού είπε ότι θα ήθελε πολύ να έχει ένα σχέδιο για το εξώφυλλο και η Emilie μού έδωσε εκείνο το έργο της το οποίο ήταν μια θέα από το σπίτι μου, το ίδιο μέρος όπου γράφτηκε κυρίως η μουσική σε εκείνο το EP.

«Τα όνειρά μου πέφτουν κάτω/ σαν άγγελοι τσακισμένοι, χωρίς φτερά/ τρέξτε τρέξτε, /ξεμένω/ τόσο σκοτεινό το φεγγάρι είναι λεμόνι», τραγουδάς στο EP Goro, ένα ακόμη σημείο καμπής στην πορεία σου.

Ποια είναι τα πιο ζωντανά όνειρά σου;

Αρχικά ανατεθείσα από την Maple Death και τον εκδοτικό οίκο κόμικς Canicola Edizioni, η μουσική του Goro είναι άμεσα εμπνευσμένη από το ντεμπούτο του Ιταλού συγγραφέα Pastoraccia, Quasi Nessuno Ha Riso Ad Alta Voce.

Σε πρώτο χρόνο, μεταφράστηκε ζωντανά ως μια περφόρμανς και ηχητική εγκατάσταση.

Οι στίχοι τους οποίους παραθέτεις μιλούν για την ιστορία αυτού του graphic novel, και συγκεκριμένα αυτό το κομμάτι αφορά τον χαρακτήρα της Μatilde, που έχει πάθος για τα λεμόνια, όπως κι εγώ.

Το Flowers Are Blooming In Antarctica, το τελευταίο σου άλμπουμ, είναι «ένας βαθύς διαχρονικός στοχασμός πάνω στη σχέση μας με τον πλανήτη Γη, τις οικολογικές συγκρούσεις οι οποίες προκύπτουν και τη γοητεία που ασκούν οι μη ανθρώπινες μορφές ζωής».

Ανθρώπινες και μη ανθρώπινες μορφές ζωής, βρισκόμαστε αυτήν τη στιγμή σε βιολογικά, υπαρξιακά και κοινωνικοπολιτικά σταυροδρόμια, σε έναν κόσμο στα πρόθυρα ενός τρίτου παγκόσμιου πολέμου. Τι απαιτείται για μια αλλαγή πορείας;

Αυτό το οποίο απαιτείται είναι το θάρρος να οραματιστούμε έναν ολοκαίνουργιο κόσμο, ένα νέο κοινωνικό σύστημα όπου θα σταματήσουμε να υπερεκμεταλλευόμαστε τον πλανήτη μας και τους εαυτούς μας.

Πρέπει να αντιμετωπίσουμε το γεγονός ότι ο καπιταλισμός μάς οδηγεί σε μαζική εξαφάνιση και χρειαζόμαστε αλλαγή τώρα. Είναι ήδη πολύ αργά.

Οι πηγές έμπνευσης περιλαμβάνουν το Ways Of Being του James Bridle, το Codex Seraphinianus του Luigi Serafini και τον «στοχασμό της κλιματικής φαντασίας που προμηνύει την επιστημονική φαντασία» του J.G. Ballard.

Πώς συνέκλιναν αυτά τα σημεία αναφοράς με τη μουσική;

Όταν φτιάχνω μουσική, συχνά σκέφτομαι τους ήχους ως σύνθεση ενός φανταστικού σεναρίου. Δεν είναι κάτι που έχει σχεδιαστεί συνειδητά και ο σαφής ορισμός αυτού του σεναρίου έρχεται συχνά όταν ολοκληρωθεί το κομμάτι.

Έτσι, διάβαζα Ballard και Bridle όσο συνέθετα το άλμπουμ, και όλα βγήκαν πολύ φυσικά, ενώ το Serafini είναι περισσότερο μια οπτική αναφορά για το artwork.

Στο βινύλιο υπάρχει επίσης ένα κείμενο που απεικονίζει την ιδέα του άλμπουμ: soundtrack για έναν κόσμο του μέλλοντος (2087) όπου η Ιταλία είναι μια τροπική χώρα.

Το Ways of Being είναι ένα βιβλίο για τη νοημοσύνη των μη ανθρώπινων μορφών ζωής, ένας ισχυρός στοχασμός πάνω στα όρια του ανθρωποκεντρισμού.

Eίναι γεμάτο με δυνατές ιστορίες και ανέκδοτα και χρησιμοποίησα μερικές από αυτές για να βρω ονόματα για τα κομμάτια.

Το άλμπουμ σου συνοδεύεται από έργα τέχνης, εικόνες και ένα εικονογραφημένο βιβλίο του Daniele Castellano. Εμπνευσμένος από τους ήχους σου, ο καλλιτέχνης μετέτρεψε τα θέματα και την αφήγηση του άλμπουμ σε εικόνες.

Πώς εξελίχθηκε αυτή η συνεργασία; Θεωρείς την τέχνη μια ολιστική, διεπιστημονική διαδικασία;

Το Flowers Are Blooming In Antarctica είναι η πρώτη κυκλοφορία της Opale, μιας σειράς που επιμελήθηκε ο Maple Death και ο εκδοτικός οίκος Canicola Edizioni.

Κάθε κυκλοφορία της Opale συνοδεύεται από την παράλληλη παραγωγή ενός δίσκου βινυλίου και ενός εικονογραφημένου βιβλίου.

Όταν τελείωσα το άλμπουμ μου και το έστειλα στην Maple Death, ο Jonathan Clancy, ο άνθρωπος πίσω από την δισκογραφική εταιρεία, με ρώτησε με ποιον καλλιτέχνη θα ήθελα να συνεργαστώ.

Επέλεξα τον Daniele Castellano, επειδή η τέχνη του μου θύμισε τον Codex Seraphinianus.

Έκανε καταπληκτική δουλειά μεταφράζοντας όλες τις ιδέες και τις εμπνεύσεις της μουσικής σε εκπληκτικές εικόνες, δημιουργώντας το βιβλίο 2087: Flowers Are Blooming in Antarctica, το οποίο είναι επίσης ένα ημερολόγιο για το έτος 2087 και έχει τις ίδιες ημέρες και αριθμό με το 2025, το έτος κυκλοφορίας και του άλμπουμ.

Ό,τι μου έκανε εντύπωση στην τέχνη του Daniele ήταν αυτή η πτυχή της «οικοδόμησης του κόσμου», η δύναμη της δημιουργίας εναλλακτικών πραγματικοτήτων. Υπό αυτήν την έννοια ήταν εύκολο να συνεργαστούμε, με διεπιστημονικό τρόπο.

Αυτό που προσπαθούσα να πετύχω με τη μουσική μου για αυτό το άλμπουμ ήταν πολύ παρόμοιο.

Την Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου θα βρεθείτε στη σκηνή του Κέντρου Ελέγχου Τηλεοράσεων (KET) στην Αθήνα, μαζί με την κολεκτίβα Free Piece of Tape. Είναι η πρώτη σου περφόρμανς στο KET;

Πώς αξιολογείς τη σημασία των ανεξάρτητων χώρων τέχνης στην καλλιέργεια ενός διαφορετικού, λιγότερο καταναλωτικού και πιο συλλογικού ήθους βίωσης της τέχνης - και της μουσικής, ειδικότερα;

Ναι, θα είναι η πρώτη φορά που θα εμφανιστώ στην Ελλάδα και είμαι πολύ χαρούμενη γι’ αυτό.

Πιστεύω ότι ο ρόλος χώρων όπως το KET είναι καθοριστικός για να διατηρηθεί ζωντανή η πειραματική μουσική.

Η λέξη «πειραματική» τα λέει όλα: χρειαζόμαστε χώρο και χρόνο για να δοκιμάσουμε, να θέσουμε νέες συνθήκες για να δημιουργήσουμε νέους ήχους.

Αυτό είναι δυνατό μόνο σε μέρη τα οποία δε διαχειρίζονται άνθρωποι που επικεντρώνονται στο κέρδος ή/και την ψυχαγωγία.

Και πώς ορίζεις την «underground» μουσική στις μέρες μας, δεδομένου του συνεχούς αγώνα της ενάντια στην εμπορευματοποίηση και την αφομοίωση;

Η underground μουσική συχνά σημαίνει τέχνη που παραμένει πιστή στην νοοτροπία του «Κάν’ το μόνος σου».

Μουσική η οποία δημιουργείται από την επείγουσα ανάγκη να επικοινωνηθεί κάτι, ακόμα κι αν δεν υπάρχει κάποια μεγάλη δισκογραφική εταιρεία υπεύθυνη για τη διανομή και την προώθησή του.

Νομίζω ότι το να είσαι underground καλλιτέχνης είναι πολύ πιο βολικό από άποψη ελευθερίας έκφρασης και δυνατότητας πειραματισμού και εξέλιξης:

Δεν έχεις τίποτα να χάσεις, έχεις τα πάντα να εφεύρεις όσον αφορά το πώς να καταστήσεις αυτό που κάνεις βιώσιμο ή πώς να το επικοινωνήσεις.

Με κάποιον τρόπο φτιάχνεις τους δικούς σου κανόνες, και αυτό είναι περισσότερο ευλογία, παρά μειονέκτημα.

Ευχαριστώ θερμά την Laura Agnusdei για την παραχώρηση της φωτογραφίας της.

Η Laura Agnusdei εμφανίζεται ζωντανά στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων (Κύπρου 91Α & Σικίνου 35Α, Κυψέλη) την Παρασκευή 27 Φεβρουαριου, 20:30. Μαζί της, οι Free Piece of Tape.

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

«Αρμπάιτ»: Μια συζήτηση με τους Γιώργο Παλούμπη και Αντώνη Τσιοτσιόπουλο

 

Φωτογραφία: Ελίνα Γιουνανλή

Μια από τις καλύτερες και πιο άρτια ερμηνευμένες παραστάσεις της θεατρικής χρονιάς, το Αρμπάιτ των Γιώργου Παλούμπη και Αντώνη Τσιοτσιόπουλου επιστρέφει στη σκηνή του Θεάτρου Σταθμός από τις 21 Φεβρουαρίου.

Μια συνάντηση με τους δημιουργούς της.

Συναντόμαστε μια ημέρα μετά τη δολοφονία πέντε εργατριών του εργοστασίου παραγωγής μπισκότων και δημητριακών «Βιολάντα». Θα ήθελα να ακούσω τυχόν σκέψεις και σχόλιά σας.

Αντώνης Τσιοτσιόπουλος: Είναι θλιβερό να ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία οι συνθήκες εργασίας είναι τέτοιες, που επιτρέπουν να γίνονται ατυχήματα όπως το συγκεκριμένο.

Είναι θλιβερό να δουλεύουν άνθρωποι στις 4 τα ξημερώματα χωρίς τους στοιχειώδεις κανόνες ασφαλείας.

Γιώργος Παλούμπης: Οδηγείσαι στη σκέψη ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι μη υπολογίσιμοι.

Δυστυχώς, όλο και πιο διευρυνόμενες κατηγορίες εργαζομένων, κοινωνικών στρωμάτων και πληθυσμών εντάσσονται στους αναλώσιμους.

Γ.Π.: Δεν ξέρω αν ποτέ υπήρχε μια εποχή κατά την οποία δεν ίσχυε αυτό. Ο κόσμος μας δημιουργεί συνεχώς ανισότητες, που συνεχίζουν να υπάρχουν. Αυτό είναι το θέμα του Αρμπάιτ.

Με συγκινούν άνθρωποι οι οποίοι ίσως αναγκάστηκαν να επιλέξουν κάποιες δουλειές, κι όμως τις κάνουν με μεράκι.

Πώς εξισορροπείται ή υπερβαίνεται η συνθήκη του καταναγκασμού αν ή όταν φιλτράρεται μέσα από το μεράκι;

Γ.Π.: Αφ’ ενός, το μεράκι είναι ένα από τα καλά στοιχεία του ανθρώπινου χαρακτήρα. Αφ’ ετέρου, είναι ίσως ο μόνος τρόπος να ανταποκριθείς σε μια δουλειά που δεν επέλεξες.

Το μεράκι σε βοηθάει να την αγαπήσεις, κι έτσι να την κάνεις με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ώστε να νιώθεις κι εσύ καλά με τον εαυτό σου.

Μπορεί, λοιπόν, να υπερβεί το μεράκι τον καταναγκασμό; Όχι, αλλά σου δίνει δύναμη για να τον αντέξεις.

Α.Τ.: Συμφωνώ με τον Γιώργο, αλλά πρέπει να δημιουργηθούν οι συνθήκες για να κάνεις καλά τη δουλειά σου.

Αν, για παράδειγμα, αναγκάζεσαι να σκάβεις δρόμους, πρέπει να σκάβεις συγκεκριμένες ώρες την ημέρα και ημέρες την εβδομάδα. Όταν ξεπερνάς τις αντοχές σου και γυρνάς σπίτι σου κουρέλι...

Ξεζουμίζεσαι, καταρρέεις και εντέλει πεθαίνεις. Και τότε δεν μπορείς να διεκδικήσεις τίποτα - ούτε συλλογικά, ούτε ατομικά.

Α.Τ.: Μιλάμε για το οκτάωρο, που το έχουν διαλύσει. Σε ένα γραφείο το οκτάωρο είναι εντάξει, αλλά σε χειρωνακτικές εργασίες; Όχι. Εκεί πρέπει να δουλεύεις τρίωρο και να πληρώνεσαι αναλόγως.

Γ.Π.: Στο Αρμπάιτ μιλάμε για εργαζόμενες οι οποίες είναι υπό καθεστώς καταναγκασμού και αδικημένες.

Γιατί εστιάσατε στην έμφυλη διάσταση της εργασίας ή του έμφυλου εργασιακού καταναγκασμού;

Γ.Π.: Επειδή, ούτως ή άλλως, οι γυναίκες βρίσκονται σε πιο αδικημένη θέση.

Επιπλέον, υπάρχει και μια πιο αντικειμενική συνθήκη που οδήγησε σ’ αυτήν την επιλογή: η παράσταση ήταν αποτέλεσμα εξετάσεων σχολής, κι οι σπουδάστριες ήταν μονο γυναίκες.

Πώς κύλησε η διαδικασία;

Γ.Π.: Μάς άρεσε και μάς γέμιζε όλες και όλους. Την πιστεύαμε ως παράσταση, επρόκειτο για δικά μας κείμενα, που τα αγαπήσαμε. Τα πονέσαμε τα κορίτσια τα οποία συμμετέχουν.

Υπάρχει ένα παράλληλο «αρμπάιτ» εκεί: νέες κοπέλες ηθοποιοί.

Όλες είναι στα πρώτα βήματα ή στα πρώτα χρόνια ενασχόλησής τους με την υποκριτική;

Γ.Π.: Όλες. Θέλαμε να στηρίξουμε και το κείμενο και εκείνες. Το πρώτο ανέβασμα της παράστασης καθυστέρησε, ωστόσο, έναν χρόνο, επειδή αργήσαμε να μιλήσουμε στον Μάνο Καρατζογιάννη του Θεάτρου Σταθμός κι είχε κλείσει το πρόγραμμά του.

Στο μεταξύ, ξαναδουλέψαμε τους θεματικούς άξονες και τη μουσική επένδυση κι έτσι, ως παράσταση, ήταν πλέον πολύ πιο ολοκληρωμένη.

Τι εξυπηρετεί δραματουργικά η σπονδυλωτή δομή της αφήγησης;

Γ.Π.: Στο πλαίσιο εξετάσεων είναι εξυπηρετικό από πρακτικής άποψης να υπάρχει μια τέτοια δομή, ώστε να αναδεικνύεται ο/η ηθοποιός σε διαφορετικούς ρόλους.

Από την άλλη, γουστάραμε να γράψουμε ιστορίες. Ένας θεματικός άξονας όπως η εργασία αναδεικνύεται, εξάλλου, με μεγαλύτερο πλούτο αν αποτυπωθεί μέσα σε διαφορετικά εργασιακά περιβάλλοντα.

Πώς μοιράσατε μεταξύ σας τη συγγραφική δουλειά; Ήταν κάτι τόσο απλό και φυσικό;

A.T.: Με τον Γιώργο συνήθως «στήνουμε» μαζί το έργο, την ιστορία, τους χαρακτήρες, τη δομή.

Κατόπιν, γράφω το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου και τους διαλόγους και στη συνέχεια, μαζί με τον Γιώργο, το «ξαναπερνάμε» και του δίνουμε την τελική του μορφή. Λειτουργεί αυτή η συνθήκη, κυλάει όμορφα και φυσικά.

Δεν είναι εύκολο, όμως.

Α.Τ.: Καθόλου εύκολο. Με τον Γιώργο έχουμε την «άπλα» όταν κάτι δε μας αρέσει, να μη μας αρέσει από κοινού.

Όσον αφορά στο Αρμπάιτ, έγραφε καθένας τη δικιά του ιστορία, τη διαβάζαμε, τη διορθώναμε και καταλήγαμε.

Ο λόγος των ηθοποιών μετρούσε;

Γ.Π.: Όποια αμφιβολία έχουν οι ηθοποιοί, τη συζητάμε, επειδή μάς ανησυχεί όταν υπάρχει.


Φωτογραφία: Ελίνα Γιουνανλή


Γεφυρώνεται κυρίως το αντιληπτικό και λιγότερο το ηλικιακό χάσμα μέσω της θεατρικής συνεργασίας;

Γ.Π.: Γεφυρώνεται. Άλλοι ηθοποιοί είναι πιο ανήσυχοι και ενεργοί πολιτικά, άλλοι όχι.

Απλώς, στην επιλογή των ηθοποιών έχουμε πάντα κατά νου να συνεννοούμαστε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Σε όλες τις δουλειές που έχουμε κάνει συμφωνούμε, πάνω κάτω, με τους/τις ηθοποιούς σε επίπεδο κοσμοθεωρίας.

Αυτό συνέβη και στην περίπτωση του Αρμπάιτ, και μάλιστα απ’ την αρχή. Οι επτά ηθοποιοί της παράστασης είναι κατά πολύ λαϊκά κορίτσια, τα οποία έχουν γεννηθεί χωρίς «πλάτες».

Ένα αγεφύρωτο χάσμα θα αποτελούσε, πάντως, τροχοπέδη στην εξέλιξη της διαδικασίας, έτσι δεν είναι είναι;

Γ.Π.: Θα δημιουργούσε δυσκολία, ναι. Αλλά κάτι τέτοιο δε συμβαίνει συχνά, επειδή ακριβώς έχουμε τον νου μας.

Το Αρμπάιτ είναι μια παράσταση που παρακολουθείται σχεδόν απνευστί. Πώς επιτυγχάνεται η αίσθηση του ρυθμού;

Γ.Π.: H αίσθηση του ρυθμού κατακτιέται και με τις παραστάσεις και με τον καιρό.

Τόσο τα Ανεξάρτητα Κράτη όσο και το Αρμπάιτ δεν είναι χτισμένα κατά τρόπο ώστε ο ρυθμός να «τρέχει» σύμφωνα με τον χρόνο, αλλά βάσει της αλήθειας τού τι συμβαίνει την εκάστοτε στιγμή.

Αν η αλήθεια του κειμένου είναι γρήγορη, γρήγορος είναι και ο ρυθμός. Σε κάθε περίπτωση, αν το κείμενο είναι αληθινό, έχει ρυθμό. Η αλήθεια είναι ένας εσωτερικός μετρονόμος.

Ο ρυθμός προκύπτει από την πρόβα την οποία κάνεις πάνω στην κάθε σκηνή του έργου. Αν έχουμε χάσει κάτι σε παραστάσεις, αυτό συμβαίνει επειδή έχουμε χάσει σε επίπεδο αλήθειας, άρα και ρυθμού.

Κι εσύ, Αντώνη, αναζητάς την ίδια αλήθεια κάθε φορά που γράφεις/γράφετε.

Α.Τ.: Μόνο.

Και υποκριτικά, αντίστοιχα;

Α.Τ.: Η φυσική τάση, είτε συγγραφικά είτε υποκριτικά, είναι προς την αλήθεια, να μπορεί κάποιος να πει, «Αυτό θα μπορούσε να συμβεί».

Ακόμα κι ένα ποιητικό κείμενο να πάρεις στα χέρια σου, η τάση πρέπει πάντα να είναι προς τον ρεαλισμό. Ηχούν τα λόγια που εκφέρονται «κανονικά»; Βγαίνουν από έναν άνθρωπο;

Δύσκολο και διαρκές στοίχημα.

Α.Τ.: Είμαστε ακόμα μακριά από το να το κερδίσουμε στη δουλειά μας. Αυτό, όμως, σε ωθεί να κάνεις το επόμενο εγχείρημα πιο αληθινό.

Κάθε χρόνο, συμμετέχεις, Αντώνη, (και) σε ουκ ολίγες ταινίες, κυρίως -αλλά όχι μόνο- μικρού μήκους. Δε γίνεται αυτό κάποια στιγμή βιολογικά κουραστικό και ψυχοφθόρο; Ή κάθε καινούρια εμπλοκή σε αναζωογονεί/ανατροφοδοτεί;

Α.Τ.: Επειδή με έχετε βαρεθεί, μάλλον θα σταματήσω!

Η συμμετοχή στις μικρού μήκους έχει ξεκινήσει από μια ανάγκη μου να εκπαιδευτώ στο σινεμά. Στην Ελλάδα, δεν υπήρχε άλλος τρόπος να μάθω. Οπότε, οι πολύ πρώτες μικρού και μεγάλου μήκους όπου συμμετείχα ήταν αποτέλεσμα αυτής της ανάγκης.

Από ένα σημείο και μετά, προκύπτει από την ανάγκη και το χρέος μου να βοηθήσω όσο μπορώ. Αν κάποιος σκηνοθέτης μου προτείνει να παίξω στην ταινία του, προσπαθώ να αντιληφθώ αν μπορώ να δω τον εαυτό μου σ’ αυτήν.

Εφόσον καταφέρω να βρω κοινά με τον σκηνοθέτη, σίγουρα θα πω «ναι» στην πρότασή του.

Το έχω παρακάνει, βέβαια. Έχουν ξεπεράσει τις σαράντα οι εμφανίσεις μου σε μικρού μήκους φιλμ. Βλέπω, όμως, την υποκριτική και με αθλητικούς όρους.

Να μη χάνεις τη φόρμα σου;

Α.Τ.: Με την έννοια του ρεκόρ. (Γέλιο).

Όπως και να ’χει, με συγκινούν άνθρωποι οι οποίοι -όπως εσείς- έχουν φτάσει όπου έχουν φτάσει, κι όμως διαθέτουν τον εαυτό τους και τον χρόνο τους και σε άλλα άτομα πέραν ενός στενού κύκλου συνεργατών/συνεργατριών.

Α.Τ.: Πώς θα γνωριστείς με τον άλλο; Στο μπαρ; Όχι. Μέσα από τη δουλειά. Έχουν προκύψει φίλοι και συνεργάτες μέσα από τέτοιες διαδικασίες, επειδή βρήκαμε έναν κοινό τόπο.

Αν δεν είχα ανταποκριθεί σε μια πρόταση, θα είχα χάσει έναν φίλο ή έναν συνεργάτη. Ανεξαρτήτως της επιτυχίας του αποτελέσματος, μ’ αρέσει να μπαίνω στη διαδικασία της δουλειάς μ’ έναν άνθρωπο, επειδή έτσι τον γνωρίζω πολύ καλύτερα.

Η αποδοχή από ένα ευρύτερο κοινό, πόσο απασχολεί τον καθένα από εσάς;

Γ.Π.: Δε μου είναι αδιάφορη, επειδή η δουλειά πρέπει να είναι βιώσιμη. Κι όταν -εντός ή εκτός εισαγωγικών- μπλέκουμε με μεγάλους θεατρικούς χώρους, πρέπει να έχουμε κόσμο.

Αλλιώς, πολύ απλά, η παράσταση θα κατέβει. Κι αν συμβεί κάτι τέτοιο, πάει χαράμι ο κόπος.

Από εκεί και πέρα, είναι ωραίο να σου λένε «μπράβο». Μια βράβευση μου προκαλεί αμηχανία. Όχι ότι δε χαίρομαι, αλλά δεν είναι ο σκοπός μου.

Το κυριότερο, λοιπόν, είναι η βιωσιμότητα μιας παράστασης σε σχέση με τους αριθμούς.

Με «καίει», εξάλλου, το να κάνει η παράσταση τη δουλειά που είναι να κάνει, το να είναι ο κόσμος είναι μέσα στην ιστορία. Όταν δε συμβαίνει, κι όμως ακούω θετικά σχόλια μετά, σχεδόν δε μ’ ενδιαφέρουν.

Μ’ ενδιαφέρει να σώσω ό,τι δεν πάει καλά και με στενοχωρεί όταν μια δουλειά δεν επικοινωνεί με το κοινό όσο θα έπρεπε.

Η αποδοχή ή η επιτυχία μιας παράστασης δε σημαίνει, πάντως, τίποτε για την επόμενη.

Εσένα, Αντώνη, σε αφορά η αποδοχή - δημιουργικά και ψυχικά;

Α.Τ.: Είμαι πολύ κοντά σε όσα λέει ο Γιώργος.

Η αποδοχή σε κάνει να πας παρακάτω. Χωρίς αυτήν, ακόμα και σε μια ερωτική σχέση, σταματάς.

Γ.Π.: Αν δεν υπάρχει αποδοχή, σημαίνει πως κάτι δεν κάνεις σωστά ή δεν αφορά αυτό που κάνεις το κοινό.

Μετά από την πολύχρονη εμπλοκή σας στο καλλιτεχνικό πεδίο, αισθάνεστε ότι κάτι έχετε καταφέρει, πως έχετε υπερβεί την αίσθηση του αναγκασμού ή της κάλυψης της βιοτικής μέριμνας και γουστάρετε αυτό το οποίο κάνετε;

Γ.Π.: Το γουστάρουμε και μας τρέφει.

Δεν κάνεις θέατρο για να βγάλεις λεφτά, ούτε ξεκινάς με τη σιγουριά πως θα σε ζήσεις από αυτό. Αν η αρχική φλόγα παραμένει αναμμένη, συνεχίζεις να βρίσκεις λόγους να την ανανεώνεις.

Αισθάνομαι ότι κάτι έχω καταφέρει, αλλά ποτέ, δυστυχώς, με ασφάλεια και σιγουριά. Ίσως σ’ αυτήν την ανασφάλεια έγκειται η περιπέτεια του θεάτρου.

Πρέπει να φροντίζεις τα θεμέλια της συγκεκριμένης δουλειάς, επειδή, από στιγμή σε στιγμή, μπορεί να κατεδαφιστούν.

Α.Τ.: Η ανασφάλεια είναι ίδιον του θεάτρου. Σε ζορίζει, αλλά πάντα σε ωθεί στο να αναζητήσεις το επόμενο βήμα. Αν δεν την επιζητούσαμε, ίσως να κάναμε μια άλλη δουλειά. Μπορεί να μας κουράζει, αλλά μας κρατάει πιο ενεργούς και νέους.

Η παράσταση Αρμπάιτ, σε κείμενο και σκηνοθεσία Γιώργου Παλούμπη και Αντώνη Τσιοτσιόπουλου, επιστρέφει στη σκηνή του Θεάτρου Σταθμός (Βίκτωρος Ουγκώ 55, Μεταξουργείο) από το Σάββατο 21 Φεβρουαρίου.

Παραστάσεις: κάθε Σάββατο στις 18:00 και Κυριακή στις 21:15.

Ερμηνεύουν: Σοφία Ακασοπούλου, Ελευθερία Αράκη, Θεοδώρα Βαλομάνδρα, Βίκυ Εδιάρογλου, Εύα Θεολόγη, Άννα Μαρίνου, Μαρίτσα Φωτιάδου.

Φωτογραφία: Ελίνα Γιουνανλή