Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Κάρλα Σιμόν: «Η τέχνη με βοηθάει πολύ να διαχειριστώ το τραύμα και τη σιωπή»

 

Κάρλα Σιμόν (Φωτογραφία: David Ruano)

Η μνήμη, η απώλεια, η ταυτότητα και η κάθαρση συγκροτούν την αφηγηματική «ραχοκοκαλιά» της ημι-αυτοβιογραφικής -και πιο ώριμης- ταινίας της Ισπανίδας Κάρλα Σιμόν, Ρομερία.

Μια σε βάθος συνομιλία με την πολυβραβευμένη σκηνοθέτρια, με αφορμή την κυκλοφορία του φιλμ στα σινεμά από τις 25 Ιουνίου.

Στις περισσότερες ταινίες σου -μικρού ή μεγάλου μήκους- συνυφαίνεις στοιχεία της προσωπικής και της (ευρύτερης) οικογενειακής σου ιστορίας με μυθοπλαστικά, μια επιλογή που τους προσδίδει σπάνια ειλικρίνεια και αμεσότητα.

Πώς ερμηνεύεις αυτήν την επιλογή;

Πρώτα απ’ όλα, σε ευχαριστώ πολύ για τις ερωτήσεις σου και ζητώ συγγνώμη που καθυστέρησα να απαντήσω, καθώς βρίσκομαι εν μέσω μετακόμισης, δουλειάς, ταξιδιών και οικογενειακών υποχρεώσεων.

Δύσκολη ερώτηση, λοιπόν. Συμβαίνει με οργανικό τρόπο.

Βασικά, όταν προσπαθώ να χτίσω μια ιστορία βασισμένη στην προσωπική ζωή μου, είμαι πολύ συνδεδεμένη με αυτήν.

Ζητούμενο, επομένως, είναι να προσπαθήσω να ακούσω προσεκτικά τόσο τα δικά μου συναισθήματα, όσο και εκείνα της οικογένειάς μου, και να βάλω τον εαυτό μου στη θέση όλων των μελών της οικογένειας, για να καταλάβω τις επιλογές τους.

Αυτή η διαδικασία μού επιτρέπει να αποκτώ βαθιά γνώση των χαρακτήρων και των συναισθημάτων τους και επιχειρώ να τους/τα αποτυπώσω με ενσυναίσθηση.

Στις οικογένειες -αλλά και γενικότερα-, καθένας και καθεμία βλέπουν τα πράγματα με τον τρόπο τους. Δεν υπάρχει σωστή και λάθος προσέγγιση.

Το ότι, εξάλλου, αγαπάω αυτούς τους χαρακτήρες επιτρέπει στο κοινό να τους προσεγγίζει με ενσυναίσθηση.

Προέρχομαι από μια πολύ μεγάλη οικογένεια. Λέγεται πως σε τέτοιες οικογένειες οι λύπες επιμερίζονται και οι χαρές πολλαπλασιάζονται. Όμορφη παροιμία και αληθινή.

Όταν μοιράζεσαι δύσκολες καταστάσεις, είναι πιο εύκολο να τις αντιμετωπίσεις.

Το Ρομερία, η πιο πρόσφατη δουλειά σου, είναι, μάλλον, η πιο «αυτοβιογραφική» και ώριμη από κάθε άποψη.

Πρόκειται, πρωτίστως, για μια ταινία σχετικά με την αναζήτηση -και την επαναδιεκδίκηση- της ταυτότητας της πρωταγωνίστριας;

Ναι, σίγουρα.

Προέκυψε από την απογοήτευση την οποία μου προξενούσε το γεγονός ότι δεν ήξερα από πού προερχόμουν.

Το φιλμ μου έδωσε, λοιπόν, την ευκαιρία να δημιουργήσω την εικόνα των γονιών μου και της ερωτικής ιστορίας τους, που μου έλειπε.

Χρησιμοποίησα το σινεμά για να «αναστήσω» τους νεκρούς γονείς μου και να δημιουργήσω μια αφήγηση.

Κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη από μια αφήγηση σχετικά με την καταγωγή του, έτσι δεν είναι; Αυτή δημιουργεί την ταυτότητά μας.

Το ότι, λοιπόν, δεν μπορούσα να ανασυνθέσω την ιστορία των γονιών μου μέσω της αφήγησης άλλων χαρακτήρων, καθώς οι αναμνήσεις τους ήταν στιγματισμένες από το ταμπού του AIDS και της εξάρτησης από την ηρωίνη, μου προκαλούσε θλίψη.

Η δημιουργία της ταινίας υπήρξε, άρα, μια απελευθερωτική διαδικασία και ένιωσα πολύ απελευθερωμένη μετά την ολοκλήρωση της αφήγησης. Όσο πιο κοντά είναι η αφήγηση αυτή στην αλήθεια, τόσο το καλύτερο.

Επέτρεψα, ωστόσο, στον εαυτό μου να επινοήσω και κάποια στοιχεία, γεμίζοντας τα κενά όπου δεν είχα αρκετές πληροφορίες. Κι αυτό είναι εντάξει.

Στην τελική, η μνήμη είναι κάτι πολύ επιλεκτικό και υποκειμενικό.




Είναι η Ρομερία ένα υπαρκτό μέρος, ένας ουτοπικός θύλακας η μια κατάσταση του μυαλού;  

Θα έλεγα πως είναι ένα μυστικιστικό ταξίδι.

Το ίδιο το νόημα της λέξης, άλλωστε, στον ισπανικό Νότο έχει θρησκευτικές και μυστικιστικές υποδηλώσεις. Εν προκειμένω, είναι το ταξίδι που πραγματοποιεί η Μαρίνα, η πρωταγωνίστρια, προκειμένου να ανακαλύψει τις καταβολές της.

Ταυτόχρονα, είναι και μια τοποθεσία, εφόσον εκτυλίσσεται στο Βίγο, όπου οι γονείς της/μου έζησαν την ερωτική ιστορία τους.

Βασικά, όμως, είναι ένα ταξίδι το οποίο της επιτρέπει να συνδεθεί με τους γονείς της, να βρει έναν κοινό χώρο με αυτούς.

Είναι αστείο που αυτή η λέξη στον Βορρά της Ισπανίας σημαίνει «τοπική γιορτή». (Γέλιο).

Κι αυτό έχει σημασία για την ταινία μου, καθώς τελικά αποτελεί έναν εορτασμό της γενιάς των γονιών μου και όλων αυτών των ανθρώπων οι οποίοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη διάρκεια της δικτατορίας του Φράνκο.

Έγιναν ενήλικοι κατά τη μετάβαση στη δημοκρατία, αγκάλιασαν την ελευθερία όσο και όπως μπορούσαν και βίωσαν μια πραγματικά όμορφη νιότη, αλλά δυστυχώς και τις συνέπειες του AIDS και της χρήσης ηρωίνης, τις οποίες αγνοούσαν.

Δεν έχουμε γιορτάσει αρκετά τους συγκεκριμένους ανθρώπους, οι οποίοι άλλαξαν τις αξίες της καθολικής, συντηρητικής ισπανικής κοινωνίας και έφεραν στο προσκήνιο πιο προοδευτικές ιδέες. Γι’ αυτό και είναι σημαντικό να το κάνουμε.

Η ταινία εξερευνά επίσης τα μυστικά, τα ψέματα και την υποκρισία που ταλανίζουν τις περισσότερες οικογένειες.

Κατά τη γνώμη σου, αποτελεί ο κινηματογράφος έναν τρόπο αποκάλυψης -και, κατ’ επέκταση, αντιμετώπισης-, ή μήπως απόκρυψης ή μετονομασίας αυτών των μυστικών, των ψεμάτων και της υποκρισίας;

Πραγματικά καταλαβαίνω γιατί η ιστορία των γονιών μου έμεινε κρυφή.

Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μου δεν μπορούσαν να διαχειριστούν τον θάνατό τους. Ήταν κάτι πολύ επώδυνο γι’ αυτούς/αυτές.

Δεν μπορούσαν να καταλάβουν τίποτα σχετικά με την ηρωίνη και το AIDS, οπότε επέλεξαν τη σιωπή ως τρόπο διαχείρισης του πόνου.

Αστείο πράγμα η μνήμη: δε θυμόμαστε το ίδιο το γεγονός, αλλά την τελευταία φορά κατά την οποία το θυμηθήκαμε.

Μετασχηματίζουμε, λοιπόν, τις αναμνήσεις μας διαρκώς χωρίς να το συνειδητοποιούμε και ανάλογα με το πώς διακείμεθα συναισθηματικά έναντι αυτών.

Όποτε όταν οι παππούδες/γιαγιάδες μου μού μιλούσαν για τους γονείς μου, το έκαναν έτσι ώστε να μπορούν να διαχειριστούν την ανάμνησή τους.

Είναι, επομένως, πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε τον τρόπο λειτουργίας της μνήμης.

Η γενιά των παππούδων/γιαγιάδων μου ήταν επιβαρυμένη με λέξεις οι οποίες δεν της ανήκαν, καθώς και με ενοχή, ντροπή και μια αίσθηση ότι θα έπρεπε να τιμωρηθούν. Υπήρξαν κι εκείνοι θύματα.

Στην Ισπανία, άλλωστε, πολλοί άνθρωποι θεωρούν πως η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα για να αποτρέψει την εισαγωγή της ηρωίνης στη χώρα, επειδή οι νέοι δε θα ασχολούνταν με την πολιτική, αν εθίζονταν στα ναρκωτικά. Κι αυτό βγάζει νόημα.

Πρέπει, λοιπόν, να μιλήσουμε για τις παλαιότερες γενιές υπό ένα άλλο πρίσμα.

Το τραύμα και η σιωπή είναι επίσης διαρκώς παρόντα, όπως έχουμε ήδη συζητήσει. Τα διαχειρίζεσαι αποτελεσματικά, είτε εντός είτε εκτός των ορίων της (δικής σου) τέχνης;

Η τέχνη με βοηθάει πολύ να διαχειριστώ το τραύμα και τη σιωπή. Είναι ένας υγιής και οργανικός τρόπος να τα βάλω σε τάξη.

Το Ρομερία δεν υπήρξε απελευθερωτικό μόνο για μένα, όπως προείπα, αλλά και για την οικογένειά μου, επειδή μάς έδωσε την ευκαιρία να ξαναμιλήσουμε, να θέσουμε τα πάντα επί τάπητος και να στοχαστούμε πάνω σε αυτά με έναν άλλο τρόπο.

Όντας μητέρα, είναι πολύ σημαντικό να συνομιλώ με τα παιδιά μου. Η ιδέα τού να εκφράζουμε τα συναισθήματά μου, η οποία είναι κοινή στις μέρες μας, δεν ήταν και τόσο σε προηγούμενες γενιές.

Είναι με τη σειρά της ένας τρόπος αντιμετώπισης του τραύματος και της σιωπής.




Οι αναμνήσεις από γεγονότα του παρελθόντος σχετικά με τους βιολογικούς γονείς της πρωταγωνίστριας διαφέρουν -ενίοτε σημαντικά- στις αφηγήσεις των διαφόρων χαρακτήρων.

Μήπως τελικά επινοούμε εμείς τις αναμνήσεις ή επινοούμαστε από αυτές;

Συμπληρωματικά σε όσα έχω ήδη αναφέρει σχετικά, δεν είναι τόσο ότι επινοούμε τις αναμνήσεις, όσο ότι αυτές μετασχηματίζονται στο μυαλό μας.

Αν οι γονείς μου ήταν ζωντανοί και τους ρωτούσα πώς ήταν η ερωτική ιστορία τους, πιθανόν δε θα ταίριαζαν οι εκδοχές του καθενός, σε περίπτωση που προσπαθούσα να τις συνθέσω.

Κανενός ανθρώπου οι αναμνήσεις δεν είναι πιστές στην πραγματικότητα ή πολύ αξιόπιστες. Γι’ αυτό και δε χρειάζεται να παίρνουμε τέτοιες ιστορίες πολύ στα σοβαρά.

Από την άλλη, χρειάζεται να τις κρατάμε ζωντανές από γενιά σε γενιά, επειδή αυτές μάς ορίζουν.

Ένας εκπληκτικός γάτος, που λειτουργεί ως ένα είδος ψυχοπομπού, ωθεί την αφήγηση προς τη φαντασιακή μεταμόρφωση της Μαρίνας στην μητέρα της. Θα ήθελες να αναπτύξεις το σκεπτικό πίσω από την επιλογή του γάτου;

Ο γάτος έχει συναισθηματική σημασία, καθώς οι γονείς μου είχαν έναν γάτο, τον Φερνάντεθ, και η μαμά μου έγραφε πολλά γι’ αυτόν στα γράμματα τα οποία έστελνε σε φιλικά πρόσωπα και στην οικογένεια.

Έβγαζε για μένα νόημα πως είχαν έναν γάτο και ότι αυτό αποτελούσε το όχημα μέσω του οποίου η Μαρίνα μεταφερόταν από τον κόσμο της πραγματικότητας σε εκείνον της φαντασίας.

Επίσης, στην παλιά πόλη του Βίγο υπήρχαν πολλά αδέσποτα γατιά. Τα αγαπώ και τα βρίσκω πολύ μυστηριώδη ζώα.

Είναι δύσκολο να τα σκηνοθετείς, ωστόσο, κι είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιώ γατιά επιτυχημένα σε ταινία μου. Επιπλέον, είμαι αλλεργική σ’ αυτά, οπότε δεν μπορώ να κάνω και πολλά μαζί τους στο πλατό!

Το γατί του φιλμ ήρθε από τη Βαρκελώνη, αν και τα γυρίσματα έγιναν στη Γαλικία.

Το Ρομερία κυριαρχείται από τη θάλασσα και το υγρό στοιχείο, γενικότερα. Ποιος είναι ο ρόλος της θάλασσας στη ζωή σου;

Η θάλασσα είναι κάτι το οποίο συνδέω με τους γονείς μου.

Ο πατέρας μου λάτρευε την ιστιοπλοΐα. Οι λίγες φωτογραφίες των γονιών μου που έχω στην κατοχή μου είναι από το ιστιοπλοϊκό σκάφος του πατέρα μου και από την παραλία.

Το Βίγο κατά τη δεκαετία του 1980 ήταν το μέρος όπου έπρεπε κάποιος να πάει, γεμάτο ενδιαφέροντα πολιτιστικά κινήματα, μουσική και πάρτι - και περιτριγυρίζεται από τη θάλασσα.

Μετά από δύο ταινίες μου γυρισμένες στην αγροτική Καταλονία, το Ρομερία έπρεπε να γυριστεί κοντά στη θάλασσα.

Κι ήταν ωραία, επειδή δεν μπορούσα να την ελέγξω. Μια μέρα χρειαζόταν να χρησιμοποιήσουμε drone για τις λήψεις. Δυστυχώς, είχε αέρα και το drone κατέληξε στη θάλασσα. Καταστροφή!

Από άλλες απόψεις, τα γυρίσματα στη θάλασσα ήταν κάτι μαγικό. Και τη λάτρεψα!




Η Llúcia Garcia είναι εντυπωσιακά πειστική ως πρωταγωνίστρια, τόσο ως η Μαρίνα όσο και ως η μητέρα της, αποδίδοντας όλη τη ζεστασιά, τη ζωντάνια, τη αμηχανία και την αθωότητα της ηλικίας του χαρακτήρα - αλλά και τη δική της.

Ποια ήταν η εντύπωσή σου όταν την συνάντησες για πρώτη φορά και πώς διαμορφώθηκε σταδιακά η συνεργασία σας; Δεδομένης της νεαρής ηλικίας της, ήταν πιο εύκολο για σένα να την «πλάσεις» στον ρόλο της Μαρίνας;

Η ανακάλυψη της Λουσία ήταν εκπληκτική. Η επιλογή της ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας.

Υπήρχαν ηθοποιοί κατάλληλες για τον ρόλο της Μαρίνα, και άλλες για τον ρόλο της μητέρας της. Η εύρεση μίας που θα μπορούσε να υποδυθεί και τους δύο χαρακτήρες ήταν πολύ δύσκολη. Είδαμε κάπου 3.000 κοπέλες στο κάστινγκ. Τρελό!

Όταν την πρωτοείδα, συνειδητοποίησα ότι βρισκόταν σε μια πολύ όμορφη ηλικία: έμοιαζε ταυτόχρονα πολύ αθώα και περίεργη για τον κόσμο και ωρίμαζε, καθώς ενηλικιωνόταν.

Επειδή δεν είχε ξαναπαίξει οπουδήποτε, έπρεπε να εξοικειωθεί με τα πάντα.

Πρώτα, της έδωσα τα γράμματα τα οποία έγραφε η μητέρα μου, προκειμένου να καταλάβει την ιστορία.

Ύστερα, αρχίσαμε να αυτοσχεδιάζουμε στιγμές που θα μπορούσαν να έχουν συμβεί πριν την έναρξη της κινηματογραφικής αφήγησης στα 1980.

Έπειτα, αυτοσχεδιάσαμε στιγμές οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν συμβεί κατά τη δεκαετία των 2000, όταν συναντούσε μέλη της ευρύτερης οικογένειας.

Λίγο λίγο, χτίσαμε τις οικογενειακές αναμνήσεις. Αυτό κατέστησε ευκολότερη την προετοιμασία από πλευράς της.

Ακολουθήσαμε το σενάριο, αλλά έδωσα και λίγο χώρο για αυτοσχεδιασμό. Λειτούργησε, επειδή ανήκε στον κόσμο που δημιουργήσαμε από κοινού με την Λουσία.

Ευχαριστώ θερμά την Ainhoa Vilardell (Elastica Films) για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και για την παραχώρηση της φωτογραφίας της σκηνοθέτριας.

Η ταινία της Κάρλα Σιμόν Ρομερία προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 25 Ιουνίου σε διανομή της Weird Wave.



Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Blag Dahlia: «Έχουμε φτάσει στη γραμμή του τερματισμού, κι όμως συνεχίζουμε να ροκάρουμε»

 

Dwarves (Φωτογραφία: KAZ)

Συχνά αυτοπροσδιοριζόμενοι ως «το μόνο πανκ συγκρότημα το οποίο έχει απομείνει», οι Βορειοαμερικανοί Dwarves επιστρέφουν την Τετάρτη 8 Ιουλίου στην Αθήνα στο πλαίσιο της 40ής επετείου τους.

Με αυτήν την αφορμή είχαμε μια απολαυστική συζήτηση με τον «αμετανόητα» προκλητικό frontman του σχήματος, Blag Dahlia.

Αρχικά ένα συγκρότημα γκαράζ ροκ με ψυχεδελικές πινελιές, οι Dwarves υιοθέτησαν αργότερα έναν ήχο πιο προσανατολισμένο στο πανκ.

Τα δύο τελευταία σας άλμπουμ, εξάλλου, επιδεικνύουν μια ποικιλόμορφη, ακόμη και εκλεπτυσμένη ηχητική παλέτα. Πώς προέκυψε αυτή η εξέλιξη;

Οι πρώτες συναυλίες που παρακολούθησα ως έφηβος ήταν πανκ συναυλίες. Εκείνο το πνεύμα προσπαθούσαμε πάντα να μεταδώσουμε.

Ωστόσο, η μουσική την οποία αγαπούσαμε ήταν το γκαράζ ροκ της δεκαετίας του 1960· είχε περισσότερο χαρακτήρα από μεγάλο μέρος της πανκ σκηνής.

Έτσι, όταν μπήκαμε στη διαδικασία να ηχογραφήσουμε, το ύφος μας ήταν εκείνο του γκαράζ ροκ, του ροκαμπίλι, ακόμα και του doo-wop.

Όταν, όμως, αρχίσαμε να παίζουμε ζωντανά, ο ήχος αυτός μάς φάνηκε αδύναμος, οπότε απλώς ανεβάσαμε την ταχύτητα του γκαράζ ροκ μέχρι που μετατράπηκε σε πανκ.

Όταν είχαμε πια φτιάξει το Blood Guts & Pussy, άκουγα μόνο δίσκους χιπ-χοπ, επειδή οι πανκ δίσκοι ήταν υπερβολικά προβλέψιμοι, ενώ οι μέταλ δεν είχαν ποτέ καθόλου «swing».

Καθώς περνούσαν τα χρόνια, η ηχητική μας παλέτα διαρκώς εμπλουτιζόταν, ενώ οι μουσικοί και οι παραγωγοί με τους οποίους συνεργαζόμασταν γίνονταν όλο και καλύτεροι.

Πλέον, οι Dwarves είναι ένα υπέροχο, αταξινόμητο μίγμα ειδών, με έναν τεράστιο «στρατό» συνεργατών από τον οποίο μπορούμε να αντλήσουμε στοιχεία.

Παρ’ όλα αυτά, ανέκαθεν διατηρούσες μια προκλητική, φαινομενικά (αυτο)καταστροφική και υπερσεξουαλικοποιημένη εικόνα/στάση, τόσο πάνω στη σκηνή όσο και έξω από αυτήν.

Ήταν μια επιλογή μελετημένη ή αυθόρμητη, επηρεασμένη από την ιδιοσυγκρασία των μελών του συγκροτήματος;

Όπως συμβαίνει με όλα, πρόκειται για έναν συνδυασμό παραγόντων. Πράγματι είμαστε έτσι από πολλές απόψεις. Από πολλές άλλες, είναι απλώς ένα σόου.

Πρέπει να πλησιάσεις για να καταλάβεις τι συμβαίνει, και το να πλησιάσεις ενέχει κινδύνους.

Ποτέ δε θελήσαμε να γίνουμε οι κολλητοί όλων. Είμαστε ένα πανκ συγκρότημα, ακόμα και ανάμεσα σε άλλα πανκ συγκροτήματα.

Από την άποψη της διάρκειας, το Blood Guts & Pussy, το ντεμπούτο των Dwarves στην Sub Pop, ίσα που μπορεί να χαρακτηριστεί «άλμπουμ». Κρίθηκε, ωστόσο, ιδιαίτερα προκλητικό λόγω της απεικόνισης γυναικείου γυμνού.

Η απεικόνιση επανέρχεται ως μοτίβο και σε άλλα άλμπουμ σας. Έχετε, λοιπόν, επικριθεί πως αντικειμενοποιείτε το γυναικείο σώμα -ακόμα και για σεξισμό-, μια κριτική την οποία τείνω να συμμερίζομαι. Ποια είναι η γνώμη σου σχετικά;

Το γεγονός ότι η γύμνια θεωρείται προσβλητική λέει πολλά για το ροκ εντ ρολ και, ειδικότερα, για τις Η.Π.Α. Γιατί; Όλοι έχουν πουλί ή μουνί, όλοι θέλουν πουλί ή μουνί.

Γιατί να μην μπορείς να πεις τις λέξεις, γιατί να μην μπορείς να δείξεις τις εικόνες;

Οι μουσικοί αυτολογοκρίνονται και στη συνέχεια θεωρούν τους εαυτούς τους πιο σοβαρούς από εκείνους που δεν το κάνουν.

Οι φαν λαμβάνουν μια αποδυναμωμένη εκδοχή των σκέψεων του καλλιτέχνη, ενώ οι επαγγελματίες του μάρκετινγκ και της διαφήμισης είναι ικανοποιημένοι, καθώς η προσέγγιση αυτή είναι πιο ασφαλής.  

Οι Dwarves αποτυπώνουν αυτά τα οποία πραγματικά σκεφτόμαστε στα τραγούδια και στα εξώφυλλά μας. Αν αυτό προκαλεί σοκ, λέει περισσότερα για το πόσο βαρετοί είναι όλοι οι άλλοι παρά για το πόσο προκλητικοί είμαστε εμείς.

«Ναι, είμαι αμετανόητος / Και δεν το μετανιώνω/ Δεν υπάρχει άλλος τρόπος/ Ναι, είμαι αμετανόητος/ Και χαίρομαι που το είπα/ Δεν υπάρχει τίποτα για να σωθεί», τραγουδάς στο Unrepentant από το The Dwarves Are Young and Good Looking.

Ποια είναι η σημασία τού να παραμένει κάποιος αμετανόητος;

Η μετάνοια είναι μια κατεξοχήν χριστιανική έννοια. Δεν οφείλεις να διαπράττεις αμαρτίες, αλλά όλοι το κάνουν· επομένως, οφείλεις τουλάχιστον να νιώθεις άσχημα για όσα έχεις κάνει.

Δε ζητάμε ούτε άδεια, ούτε συγχώρεση. Αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τα λάθη μας και τα απολαμβάνουμε. Μάνατζμεντ; Δεν το χρειαζόμαστε. Αποδοχή, επιτυχία, εμπορικότητα - στ’ αρχίδια μας, ποιος νοιάζεται;

Παραδόξως, αυτή ακριβώς η στάση είναι ο λόγος για τον οποίο ο κόσμος εξακολουθεί να μας αγαπά και που μπορούμε ακόμα να πληρωνόμαστε για να φτιάχνουμε μουσική.

Είναι ο λόγος που συνεχίζουμε να διασκεδάζουμε παίζοντας ζωντανά και ηχογραφώντας δίσκους. Έχουμε φτάσει στη γραμμή του τερματισμού, κι όμως συνεχίζουμε να ροκάρουμε ακάθεκτοι.

Τι θα έσωζες τώρα, αν σου ζητείτο να το κάνεις;

Υποθέτω εκείνη την ανεξαρτησία η οποία συνδυάζεται με το να διευθύνεις τη δική σου δισκογραφική εταιρεία και να κατέχεις τις πρωτότυπες ηχογραφήσεις (masters) και τα δικαιώματα έκδοσης της μουσικής σου.

Ξέρω τόσα συγκροτήματα της εποχής μας που παίρνουν κάτι ψίχουλα από πνευματικά δικαιώματα -ή και τίποτα απολύτως-, με τους δίσκους τους να έχουν εξαντληθεί και κανέναν στην εταιρεία ή στο μάνατζμεντ να μην απαντά στα τηλεφωνήματά τους.

Νόμιζαν ότι ήταν έξυπνοι με εκείνο το συμβόλαιο με τη δισκογραφική, αλλά η μοίρα παίζει σκληρά παιχνίδια, έτσι δεν είναι;

Το μελαγχολικό I Had a Dream από το πιο πρόσφατο άλμπουμ των Dwarves, Keep It Reel, το οποίο θυμίζει τον μακαρίτη Louis Tillett, συγκαταλέγεται στις καλύτερες συνθέσεις σου.

Ποια είναι τα πιο τρελά σου όνειρα και ποιοι οι χειρότεροι εφιάλτες σου στις μέρες μας;

Δεν είμαι εξοικειωμένος με τον Louis Tillett. Με εκείνο το κομμάτι προσπαθούσαμε να διοχετεύσουμε κάτι που να θυμίζει περισσότερο τον HowlinWolf ή τον Rev. Gary Davis.

Κάθε στίχος σε εκείνο το τραγούδι αφορά την υπερβολή: πρώτα το σεξ, μετά τα ναρκωτικά, μετά τη βία, μετά τη θρησκεία, μετά τη φυγή.

Όλα τους πράγματα στα οποία ονειρευόμαστε να έχουμε ό,τι επιθυμούμε, ακόμα κι όταν αυτό έρχεται σε αντίθεση με κάτι άλλο που επίσης θέλουμε.

Όσο για τα όνειρά μου αυτές τις μέρες, είναι τόσο παρακμιακά όσο ποτέ· απλώς δεν έχω την ενέργεια να κάνω τόσα πολλά από αυτά πραγματικότητα!

Αν όντως είστε «το μόνο πανκ συγκρότημα το οποίο έχει απομείνει», όπως συχνά -ίσως με αυτοσαρκαστική διάθεση- υποστηρίζεις, ποιος είναι ο ορισμός σου για το πανκ το 2026;

Έχει μέλλον ή πρόκειται απλώς για ένα μουσειακό έκθεμα, προορισμένο για τους μουσικολόγους του μέλλοντος;

Πλέον αποτελεί ουσιαστικά ένα ξεχωριστό είδος, ενώ όταν ξεκινήσαμε ήταν περισσότερο ένας τρόπος να κάνεις πράγματα. Κάποια στιγμή, το πανκ άρχισε να χαρακτηρίζεται από έντονη κριτική διάθεση και να εστιάζει στην ταυτότητα.

Το χέβι μέταλ εξελίχθηκε στην πιο διασκεδαστική εκδοχή της ροκ μουσικής, αν και, για τα δικά μου αυτιά, και τα δύο είδη είναι σχεδόν αδύνατο να τα ακούσει κανείς.

Ο ορισμός μου για το πανκ ροκ είναι να κάνεις αυτό το οποίο θέλεις και να ζεις τη δική σου ζωή. Όχι να προσπαθείς να εξοστρακίσεις όποιον δε φτάνει τα επίπεδα της απόλυτης ηθικής.

Για τους ανθρώπους της γενιάς μου, ήταν επίσης συνδεδεμένο με τον ηδονισμό, το σεξ, τα ναρκωτικά και τη βία, αλλά δεν είναι απαραίτητο να είναι έτσι. Απλώς έχει περισσότερη πλάκα με αυτόν τον τρόπο...

Μιλώντας για το μέλλον, οι Η.Π.Α., υπό την επικίνδυνη, αλλοπρόσαλλη και μεγαλομανή διακυβέρνηση του Τραμπ, γίνονται μέρα με τη μέρα όλο και πιο δυστοπικές και φασιστικές.

Πώς αντιμετωπίζεται αυτή η τάση, η οποία απειλεί να αποσταθεροποιήσει ολόκληρο τον κόσμο;

Οι Dwarves δεν είναι πολιτικοποιημένο συγκρότημα, οπότε δεν καταπιανόμαστε με τέτοια ζητήματα στη μουσική μας.

Προσωπικά, πάντως, θεωρώ τον Τραμπ το χειρότερο είδος φασίστα: εκείνον που δεν ξέρει καν να γράψει σωστά τη λέξη, πόσο μάλλον να αντιληφθεί ότι είναι ο ίδιος φασίστας.

Η κατάφωρη ανικανότητα αυτού του καθεστώτος με εξοργίζει, γιατί διακυβεύεται η ίδια η τύχη του πλανήτη. Στον βωμό της απληστίας θα θυσιάσουν όλους εμάς, και είναι τόσο ανόητοι που θα καταστρέψουν και τους εαυτούς τους στην πορεία.

Οι παλαιότερες γενιές όντως απογοήτευσαν τις νεότερες σε πολιτικό επίπεδο, αλλά οι Dwarves δε θα σας απογοητεύσουν ποτέ. Είμαστε μια αυτάρκης μονάδα - ένδοξοι, τέλειοι από κάθε άποψη και προικισμένοι σαν επιβήτορες.

Ο χρόνος μπορεί να μας κάνει σοφότερους -ή και όχι-, σίγουρα, όμως, μας φθείρει. Τι σημαίνει σοφία για εσένα;

Πώς διαχειρίζεσαι το πέρασμα του χρόνου και ποια είναι η στάση σου απέναντι στις επετείους - και  συγκεκριμένα έναντι της 40ής επετείου των Dwarves, στο πλαίσιο της οποίας θα εμφανιστείτε ζωντανά στην Αθήνα την Τετάρτη 8 Ιουλίου;

Παίξαμε στην Ελλάδα για πρώτη φορά πριν από λίγα μόλις χρόνια και το λάτρεψα! Οι γάτες στους δρόμους είναι ό,τι καλύτερο· με «υιοθέτησε» μια αδέσποτη στον Παρθενώνα, ήταν κάτι μαγικό.

Ο παππούς μου καταγόταν από ένα από τα νησιά, οπότε όλοι εκεί μοιάζουν σαν πιθανοί συγγενείς.

Τα σαράντα χρόνια των Dwarves υπήρξαν πραγματικά γεμάτα ικανοποίηση,  αν και κατά καιρούς φτάσαμε στα όρια της απόγνωσης.

Έχουμε δώσει πάνω από 1.300 συναυλίες από τότε που ξεκινήσαμε, έχουμε κυκλοφορήσει δεκαοκτώ ολοκληρωμένους δίσκους και μας έχουν πάρει πίπα σε πέντε ηπείρους.

Ήταν τόσο διασκεδαστικό, που μακάρι να μπορούσα να το θυμηθώ.

Αν έχω αποκομίσει κάποια σοφία, είμαι ευγνώμων επειδή εξακολουθώ να παίζω μουσική με τους καλύτερούς μου φίλους:

Τους Rex Everything, Snupac, Ginger, παλιούς αγαπημένους συνεργάτες όπως οι Saltpeter, Fresh Prince of Darkness, Mike Pygmie, HeWhoCanNotBeNamed, Andy Now, και όλους τους υπόλοιπους.

Και θα τα ξαναέκανα όλα από την αρχή.

Οι Dwarves εμφανίζονται ζωντανά την Τετάρτη 8 Ιουλίου στο Gazarte Ground Stage (Βουτάδων 32-34, Γκάζι).



Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Banda Entopica: «Ντόπιο είναι ό,τι σε κάνει να νιώθεις σπίτι σου»

 


Με ιδιαίτερη αγάπη για τη μουσική των Βαλκανίων και γνωστό για τις εκρηκτικές συναυλίες του, το συγκρότημα δρόμου Banda Entopica εμφανίζεται ζωντανά τη δεύτερη μέρα του 27ου Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ Αθήνας (Σάββατο 4 Ιουλίου).

Ενόψει του Φεστιβάλ, μοιράζεται σκέψεις και εμπειρίες σταράτες.

Ως σχήμα γεννηθήκατε στη Θεσσαλονίκη, στους δρόμους της οποίας κάνατε τα πρώτα σας συναυλιακά «βήματα». Με ποια ακούσματα μεγαλώσατε;

Όλοι έχουμε στη βάση μας την παραδοσιακή και τη βαλκανική μουσική. Από εκεί και πέρα, ο καθένας έχει και τη δική του αγάπη: πανκ, ροκ, ρέγκε και πολλά ακόμα. Η μουσική είναι ωραία, γενικώς!

Από πολιτισμικής άποψης, πόσο καθοριστική υπήρξε η Θεσσαλονίκη -και ο ευρύτερος βαλκανικός ορίζοντας- στο «σμίλεμα» των μουσικών προσανατολισμών σας;

Η Θεσσαλονίκη είναι η βάση μας. Είναι η πόλη που μας έμαθε να παίζουμε μαζί, να ζούμε στον δρόμο και να νιώθουμε αυτό που είμαστε.

Τι αποκομίσατε από τις πρώτες «δρομίσιες» εμφανίσεις σας, και πώς, κατόπιν, μετουσιώσατε και εξελίξατε αυτό το βίωμα στο πλαίσιο εκείνων που ακολούθησαν, σε πιο «συμβατικούς», πια, συναυλιακούς χώρους;

Μάθαμε την αμεσότητα του κόσμου και την ενέργεια του δρόμου. Αυτό το βίωμα το κρατήσαμε μαζί μας και μας οδήγησε στις σκηνές, στα φεστιβάλ και σε όμορφα ταξίδια σε όλη την Ευρώπη.

Ποια είναι, για εσάς, τα απαραίτητα συστατικά της «ιδανικής» συναυλίας;

Η ενέργεια και το χαμόγελό μας... και φυσικά ο κόσμος! Αν αυτά συναντηθούν, όλα τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους.

Αντιμετωπίζετε την παράδοση ως κάτι ζωντανό. Πόσο χειραφετητική είναι, για εσάς, η (επαν)οικειοποίηση και ανανοηματοδότηση παραδοσιακών τρόπων - εν προκειμένω μουσικών;

Για εμάς, η παράδοση είναι ζωντανή και πρέπει να εξελίσσεται. Μας δίνει τα εργαλεία και εμείς προσπαθούμε να την κάνουμε δική μας - με σεβασμό, αλλά και με τη δική μας ματιά.

Αντιλαμβάνεστε τους εαυτούς ως αφηγητές (μουσικών) ιστοριών, ερμηνευτές, διάμεσους, συνθέτες, κάτι άλλο - ή και όλα μαζί;

«Είμαστε και εμείς... αλλά είστε και εσείς...»

Ο ένας τραβάει τον άλλον και όλοι μαζί δημιουργούμε κάτι μοναδικό.

Η μουσική σας αποπνέει μια ενέργεια βακχική. Από πού πηγάζει αυτή η ενέργεια;

Από τη χαρά που έχουμε όταν παίζουμε μαζί. Από τον κόσμο που τραγουδάει, χορεύει και γίνεται ένα μαζί μας. Εκεί γεννιέται όλη αυτή η ενέργεια.

Πρόσφατα, τόσο εσείς και όσο και οι PAGAN, ένα εκλεκτό (συν)αδελφικό σας σχήμα, δεχτήκατε επιθέσεις από σκοταδιστικούς πολιτικοθρησκευτικούς κύκλους, τις οποίες αντιπαρήλθατε αιχμηρά και με παρρησία.

Την αγάπη μας και τα φιλιά μας στους φίλους μας PAGAN! Όλοι μαζί μπορούμε να κάνουμε έναν κόσμο καλύτερο.

Ψυχραιμία, θάρρος και δύναμη.

Πού αποδίδετε το βάθεμα της συντηρητικοποίησης -αν όχι και ευθέως εκφασισμού- της ελληνικής κοινωνίας; Και πόσο σημαντικό -αν όχι και απαραίτητο- είναι, τελικά, η μουσική να ενοχλεί, εκτός από το να ψυχαγωγεί;

Βλέπουμε γύρω μας έναν φόβο για το διαφορετικό. Η μουσική, όμως, είναι ελευθερία, είναι το φως.

Αποτελεί, κατά τη γνώμη σας, -και αν ναι, γιατί- η καλλιτεχνική δημιουργία πεδίο άσκησης πολιτικής μέσα από τα εκφραστικά μονοπάτια που κάθε φορέας/κοινωνός της επιλέγει;

Δυστυχώς ή ευτυχώς, σήμερα σχεδόν όλα στη ζωή έχουν πολιτικοποιηθεί. Άρα ναι, και η μουσική είναι μια πολιτική πράξη.

Όσοι μας ακολουθούν το γνωρίζουν· όσοι όχι, μπορούν να το καταλάβουν. Ο στόχος μας είναι να χτίζουμε γέφυρες ανάμεσα στους λαούς.

Επιστρέφοντας στο -και εμπνεόμενος από το- όνομα του σχήματος, τι είναι, τελικά, «ντόπιο» στις μέρες μας - αισθητικά, ψυχικά, υπαρξιακά;

Ντόπιο είναι ό,τι σε κάνει να νιώθεις σπίτι σου. Οι άνθρωποί σου, οι μουσικές σου, οι ιστορίες που κουβαλάς και αυτές που γράφεις στον δρόμο.

Ταξιδεύουμε συνέχεια, γνωρίζουμε διαφορετικούς τόπους και ανθρώπους, αλλά τελικά καταλαβαίνουμε πως όλοι έχουμε κάτι κοινό. Για εμάς, αυτό είναι το «εντόπικο».

Καλή συνέχεια στο κοινό μας ταξίδι, λοιπόν!

Οι Banda Entopica εμφανίζονται ζωντανά τη δεύτερη μέρα (Σάββατο 4 Ιουλίου) του 27ου Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ Αθήνας (3-5 Ιουλίου, Άλσος Γουδή).

Τα μέλη του σχήματος είναι οι:

Βασίλης Μαλεγκάνος (κρουστά), Κωνσταντίνα Κιούλου (φωνητικά), Χρήστος Κυριαζής (κλαρινέτο, σαξόφωνο), Αργύρης Καραγκούνης (τρομπέτα), Νίκος Φωτάκης (ακορντεόν), Γιάννης Γκουντάνος (μηχανικός ήχου).



Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Ροδρίγο Ρέι Ρόσα: «Θα χαθούμε όταν σταματήσουμε να γράφουμε»

 


Παραβολή για την πολιτική κατάσταση της Κεντρικής και Λατινικής Αμερικής, την εξουσία, τον έλεγχο και την ελευθερία, η εφιαλτική νουβέλα του Γουατεμαλανού Ροδρίγο Ρέι Ρόσα, Μυστική φυλακή, παραμένει πιο επίκαιρη από ποτέ.

Μια συνάντηση με τον γλυκομίλητο συγγραφέα -και κάτοικο Αθήνας- στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ ΛΕΑ, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά.

Θα ήθελα να ξεκινήσω από το γεγονός ότι η νουβέλα σου Μυστική φυλακή κυκλοφόρησε πριν από 30 και πλέον χρόνια.

Tην έγραψα το 1991.

Πώς νιώθεις, λοιπόν, που ένα βιβλίο σου καθίσταται διαθέσιμο σε κάποια γλώσσα μετά από τόσο καιρό;

Ασφαλώς πολύ ευτυχής.

Χωρίς να έχω τέτοια πρόθεση, φιλοτεχνούσα μια πραγματικότητα στο πλαίσιο της οποίας ο έλεγχος του νου ήταν πολύ παρών. Η φαντασία τού τότε μιλάει, όμως, πολύ για το σήμερα.

Εκείνη την εποχή, το ζήτημα του ελέγχου ήταν ένα ερώτημα, στις μέρες μας είναι ένα γεγονός: ξέρουμε πως βρισκόμαστε υπό ένα τέτοιο καθεστώς.

Αντλείτο αυτή η αίσθηση από τη γουατεμαλανή εμπειρία σου εκείνης της περιόδου, ή και την πραγματικότητα της Κεντρικής και της Λατινικής Αμερικής;

Η τοποθεσία είναι πολύ γουατεμαλανή.

Ήξερα ότι υπήρχαν μυστικές φυλακές που χρησιμοποιούνταν από τον στρατό για τον βασανισμό πολιτικών αντιφρονούντων.

Κατά τα άλλα, η φαντασία μου επηρεαζόταν από άλλα βιβλία.

Το Σχέδιο διαφυγής του Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες, ένα μυθιστόρημα το οποίο μιλούσε για πειράματα του νου, ήταν πιθανότατα η μεγαλύτερη επιρροή μου.

Όταν άρχισα να γράφω τη Μυστική φυλακή, δε γνώριζα τι ιστορία θα γράψω τελικά. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι θα υπήρχε ένας άνδρας δεμένος σε ένα δέντρο.

Βρισκόμουν στο Μαρόκο και ξαφνικά ένα βράδυ, στη διάρκεια του Ραμαζανιού, αυτή η εικόνα ήρθε στο μυαλό μου. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί είχα καπνίσει λίγο κιφ. (Γέλιο).

Αποφάσισα, λοιπόν, πως έπρεπε να ανακαλύψω ποιος είναι ο άνδρας και γιατί βρίσκεται εκεί.

Η συγγραφή είναι, εξάλλου, ένας τρόπος σκέψης. Δεν μπορείς να σκεφτείς χωρίς λέξεις. Η συγγραφή και η ομιλία είναι οι μόνοι τρόποι με τους οποίους μπορείς πραγματικά να σκεφτείς. Μου αρέσει να διαβάζω φιλοσοφία.

Την έχεις σπουδάσει κιόλας;

Ποτέ δε σπούδασα τίποτα. Λιγάκι κινηματογράφο μόνο, προκειμένου εξασφαλίσω φοιτητική βίζα για τη Νέα Υόρκη, αλλά τον εγκατέλειψα.

Δεν ήταν για σένα.

Μια τέτοια σπουδή ήταν αδύνατη χωρίς πολλά λεφτά.

Εξακολουθώ, ωστόσο, να λατρεύω την ανάγνωση φιλοσοφίας.

«Το να γράφει κανείς σημαίνει να συνδυάζει τις αναμνήσεις», υποστηρίζει ο αφηγητής της νουβέλας, ο άνδρας που είναι δεμένος στο δέντρο. Είναι για σένα, η συγγραφή ένας τρόπος ανάκλησης ή δημιουργίας αναμνήσεων;

Η συγκεκριμένη περικοπή περιέγραφε το πώς μάθαινα να γράφω. Είχε, επομένως, αυτοβιογραφικό χαρακτήρα.

Οι αναμνήσεις είναι επίσης δημιουργήματα. Το να γράφεις σημαίνει, άρα, να επινοείς τις ίδιες σου τις αναμνήσεις. Κι όταν ξεκινάς να γράφεις, αυτό συμβαίνει με αυτόματο τρόπο.

Ποιος θα μπορούσε να είναι ο αφηγητής;

Και οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες είμαι εγώ. Ένας καλός, ένας κακός.

Επηρεάζεται η αντίληψη της ταυτότητας του αφηγητή από τον εκάστοτε αναγνώστη;

Συνήθως έχω έναν-δυο αναγνώστες κατά νου. Σαν οδηγούς. Σαν φάρους. Θελω να φτάσω σε αυτούς.

Στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο Πολ Μπόουλς, ένας πολύ καλός αναγνώστης. Δε χρειαζόταν να του εξηγήσω το οτιδήποτε, απλώς να κάνω τη δουλειά μου. Να του δείξω. Ήθελα να του αρέσει αυτό που έκανα. Του αφιέρωσα τη νουβέλα, κιόλας.

Ένιωθες, ήξερες πώς θα εξελισσόταν η μεταξύ σας σχέση με την πάροδο του χρόνου σε προσωπικό επίπεδο, στο πλαίσιο της λογοτεχνικής συνεργασίας και κατόπιν ως παρακαταθήκη;

Στην αρχή είχα την αίσθηση ότι επρόκειτο για έναν απόμακρο άνθρωπο και πίστευα πως δε θα είχαμε τίποτα κοινό.

Αλλά μετά μου είπε ότι του άρεσε πολύ ο Μπόρχες -ο αγαπημένος μου εκείνη την εποχή- και παρακολουθούσε τι συνέβαινε στη Γουατεμάλα, κι έτσι βρήκαμε κοινό έδαφος.

Στη συνέχεια με ρώτησε -θυμάμαι- αν μου αρέσει το Μαρόκο, και με προέτρεψε να το επισκεφτώ. Μου έδωσε μάλιστα κι έναν χάρτη της χώρας. Μετά το ταξίδι μου, είχαμε πλέον πολλά να συζητήσουμε.

«Δε νομίζω ότι μπορεί ο οποιοσδήποτε να πει στον οποιονδήποτε πώς να γράψει. Αλλά μπορώ να σου πω ποια είναι η γνώμη μου για όσα γράφεις», μου ανέφερε. Ήταν μια πολύ αργή διαδικασία.

Το γεγονός, όμως, ότι μετέφραζε τα γραπτά μου μού άνοιξε τις πόρτες της λογοτεχνίας και δε διερωτώμουν πλέον αν μπορούσα να το κάνω ή όχι.

Αισθανόσουν υποχρεωμένος.

Παρακινημένος. Θεωρούσα πως ήμουν σε καλό δρόμο. Τα πράγματα γίνονταν πιο εύκολα επειδή ήξερα τι ήθελα. Πριν γνωρίσω τον Μπόουλς, δεν είχα ιδέα, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα περισσότερα εικοσάχρονα.

Τι νομίζεις ότι έχεις κληρονομήσει από τον Μπόουλς εκτός από τα χειρόγραφα και τη βιβλιοθήκη του;

Το να γράφω για χάρη της συγγραφής, κι όχι προσδοκώντας την εμπορική επιτυχία, η οποία δεν έχει σημασία. Όσο για την κριτική επιτυχία, δεν πρέπει να την πολυπαίρνεις στα σοβαρά - είτε είναι καλή είτε κακή:

Αν είναι καλή, επειδή μπορεί να θεωρήσεις πως είσαι σημαντικότερος απ’ ό,τι στην πραγματικότητα. Αν είναι κακή, επειδή μπορεί να σε καταστρέψει.

Το σημαντικό είναι κρατάς αποστάσεις, να προσπαθείς να κάνεις το καλύτερο δυνατόν και να διατηρείς την ακεραιότητά σου.

Όταν γνώρισα τον Πολ, δεν ήταν πετυχημένος. Τα βιβλία του εκδίδονταν, λάμβανε καλές κριτικές -αλλά και κακές-, έγινε όμως περισσότερο γνωστός μετά την ταινία του Μπερτολούτσι.

Έχεις κατά καιρούς ζήσει σε πολλές χώρες και πόλεις. Πώς αυτό έχει επηρεάσει την προσωπικότητα, την οπτική σου στη συγγραφή και στον κόσμο - καλά ή κακά;

Κυρίως καλά, ακόμα και στη Γουατεμάλα όπου νιώθω ξένος. Τρέφω μεγάλο θαυμασμό για τον πολιτισμό των Μάγια, αλλά κι ανάμεσά τους είμαι ένα αουτσάιντερ. Αισθάνομαι σχεδόν εξίσου ξένος στην Ελλάδα και στη Γουατεμάλα.

Στην ουσία, η εθνική υπερηφάνεια και ο πατριωτισμός είναι κάπως κωμικά.

Ακόμα και επικίνδυνα.

Πολύ επικίνδυνα, σίγουρα. Αλλά και κωμικά, όπως προείπα, με την έννοια ότι ο ένας άνθρωπος θεωρεί πως είναι καλύτερος από τον άλλο. Ζώντας σε διαφορετικά μέρη, αντιλαμβάνεσαι αυτήν την κωμική διάσταση της εθνικής περηφάνειας.

Θαυμάζω πολύ τον ελληνικό τρόπο ζωής, αλλά όταν γίνεται εθνικιστικός, δε θέλω να είμαι κομμάτι του.

Όντας απέξω, αυτό με διευκολύνει να παρατηρώ. Κι είναι η δουλειά μου.

Από πού πηγάζει η τρυφερότητά σου για τις αυτόχθονες κοινότητες και τον αυτόχθονα πολιτισμό των Μάγια;

Κατά μία έννοια, από βιβλία.

Όταν ως έφηβος διάβαζα, πάντα ήθελα να ταξιδέψω στα μέρη όπου εκτυλίσσονταν οι ιστορίες, συμπεριλαμβανομένων της Γουατεμάλας και της Βόρειας Αφρικής. Αυτό δε συνέβη σε σχέση με την Ελλάδα.

Τα βιβλία μού άνοιξαν την όρεξη να δω τα πραγματικά μέρη. Η λογοτεχνία μάς επηρεάζει με περισσότερους τρόπους, δημιουργεί τη φαντασία μας. Ιδίως όταν είμαστε παιδιά και ο εγκέφαλός μας διαμορφώνεται.

Ένας θείος μου μάς πήγαινε κάθε Σαββατοκύριακο στη θάλασσα και μας αφηγείτο αρχαιοελληνική μυθολογία.

Αισθάνθηκα πολύ κοντά στην Ελλάδα όταν έφτασα στη χώρα, επειδή όλη η μυθολογία ήταν εκεί έξω. Διάβασε τα ονόματα των δρόμων! Είναι σαν βιβλίο.

Οι κυρίαρχοι μύθοι του παρόντος έχουν, πάντως, ριζικά αλλάξει.

Ναι, πιο πολύ μιλάω για το φαντασιακό στοιχείο. Ζώντας εδώ μπορείς, λοιπόν, να φανταστείς τους μύθους ξανά.

Όσον αφορά στην αυτόχθονα κουλτούρα των Μάγια, ήθελες και να αποκαταστήσεις τις ιστορίες τους;

Μόνο αφότου επέστρεψα στη Γουατεμάλα μετά από είκοσι χρόνια απουσίας μπόρεσα να δημιουργήσω φιλίες με αυτόχθονες. Δεν είναι και τόσο εύκολο.

Κρατούν κι εκείνοι τις αποστάσεις τους, όπως ο Μπόουλς κρατούσε από σένα αρχικά.

Ασφαλώς. Και δικαιολογημένα.

Με σαγηνεύει το ότι ζούμε στην ίδια χώρα, αλλά ο τόπος τους είναι διαφορετικός.

Στην πραγματικότητα, στη Γουατεμάλα λειτουργούν δύο νομικά συστήματα. Σύμφωνα με την ισχύουσα συμφωνία, επιτρέπεται στους Μάγια να έχουν το δικό τους δικαιικό σύστημα.

Αν, λοιπόν, διαπράξεις ένα αδίκημα μπορείς να δικαστείς βάσει του εθνικού δικαίου ή του δικαιικού συστήματος των Μάγια.

Ποιο είναι το αυστηρότερο;

Εξαρτάται. Στο πλαίσιο του συστήματος των Μάγια η αντιμετώπιση του αδικηματία είναι πολύ καλύτερη.

Πρώτον, δεν έχουν φυλακές. Μπορεί να υποστείς ξυλοδαρμό - λιγάκι. (Γέλιο).Και η απόδοση δικαιοσύνης έχει επανορθωτικό κι όχι τιμωρητικό χαρακτήρα.

Αν, για παράδειγμα, σκοτώσεις κάποιον, πρέπει να πληρώσεις για την κηδεία του θύματος και να αποζημιώσεις την οικογένεια, όχι να έρθεις σε επαφή με τις αρχές.

Αν ένα παιδί κλέψει μια αγελάδα, πρέπει να την επιστρέψει στον ιδιοκτήτη της ή να του πληρώσει τα χρήματα που θα του είχε αποφέρει, κι ο πατέρας του να το δείρει δημοσίως για εκπαιδευτικούς λόγους.

Αυτή η λογική είναι λειτουργική σε μικρότερες κοινότητες, όπου εφαρμόζονται οι αρχές της άμεσης δημοκρατίας και οι εκπρόσωποι του δήμου (στα ελληνικά) εκλέγονται κάθε χρόνο και πρέπει να εγκαταλείψουν τη δουλειά τους.

Η θέση τους δεν είναι έμμισθη κι όσοι την κατέχουν προσέχουν να μην είναι άδικοι, επειδή μπορεί την επόμενη χρονιά να έχει ο γείτονας εξουσία. Η ψήφος δεν είναι μυστική. Όλα αυτά τα έμαθα από την εμπειρία μου.

Αν και η Γουατεμάλα είναι από τις βιαιότερες χώρες στον κόσμο και πολύ ρατσιστική, στις περιοχές των Μάγια τα ποσοστά των δολοφονιών είναι μηδενικά.

Ζούμε, ωστόσο, σε έναν αυξανόμενα και ανησυχητικά εμπόλεμο κόσμο.

Λένε ορισμένοι ότι είναι βάρβαρο να ξυλοκοπείς ανθρώπους δημοσίως. Είναι λιγότερο βάρβαρο αυτό που κάνει το σύστημα;

Όταν ο κόσμος μας -σε Ανατολή, Δύση, Βορρά και Νότο- γίνεται ολοένα και περισσότερο μια φυλακή -μυστική ή και όχι-, μπορεί η λογοτεχνία να λειτουργήσει χειραφετητικά ή ως μορφή αντίστασης;

Η λογοτεχνία δημιουργεί έναν κόσμο μέσα μας όπου είμαστε ελεύθεροι. Για τους Δυτικούς, η ανάγνωση λογοτεχνίας είναι μια μορφή διαλογισμού.

Θα χαθούμε όταν σταματήσουμε να γράφουμε. Τότε, θα σταματήσουμε και να σκεφτόμαστε. Και η σκέψη γεννά την ελευθερία. Τι άλλο είναι η ελευθερία από την ελευθερία της σκέψης και της επιλογής - ακόμα κι όταν είσαι δεμένος;

Η συνέντευξη με τον Ροδρίγο Ρέι Ρόσα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ ΛΕΑ (8-23 Ιουνίου 2026).

Ευχαριστώ θερμά την Ισμήνη Κουρούπη (Εκδόσεις Καστανιώτη) για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό της και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγγραφέα.

Η νουβέλα του Ροδρίγο Ρέι Ρόσα Μυστική φυλακή κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση του Κώστα Αθανασίου.