Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

«Αρμπάιτ»: Μια συζήτηση με τους Γιώργο Παλούμπη και Αντώνη Τσιοτσιόπουλο

 

Φωτογραφία: Ελίνα Γιουνανλή

Μια από τις καλύτερες και πιο άρτια ερμηνευμένες παραστάσεις της θεατρικής χρονιάς, το Αρμπάιτ των Γιώργου Παλούμπη και Αντώνη Τσιοτσιόπουλου επιστρέφει στη σκηνή του Θεάτρου Σταθμός από τις 21 Φεβρουαρίου.

Μια συνάντηση με τους δημιουργούς της.

Συναντόμαστε μια ημέρα μετά τη δολοφονία πέντε εργατριών του εργοστασίου παραγωγής μπισκότων και δημητριακών «Βιολάντα». Θα ήθελα να ακούσω τυχόν σκέψεις και σχόλιά σας.

Αντώνης Τσιοτσιόπουλος: Είναι θλιβερό να ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία οι συνθήκες εργασίας είναι τέτοιες, που επιτρέπουν να γίνονται ατυχήματα όπως το συγκεκριμένο.

Είναι θλιβερό να δουλεύουν άνθρωποι στις 4 τα ξημερώματα χωρίς τους στοιχειώδεις κανόνες ασφαλείας.

Γιώργος Παλούμπης: Οδηγείσαι στη σκέψη ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι μη υπολογίσιμοι.

Δυστυχώς, όλο και πιο διευρυνόμενες κατηγορίες εργαζομένων, κοινωνικών στρωμάτων και πληθυσμών εντάσσονται στους αναλώσιμους.

Γ.Π.: Δεν ξέρω αν ποτέ υπήρχε μια εποχή κατά την οποία δεν ίσχυε αυτό. Ο κόσμος μας δημιουργεί συνεχώς ανισότητες, που συνεχίζουν να υπάρχουν. Αυτό είναι το θέμα του Αρμπάιτ.

Με συγκινούν άνθρωποι οι οποίοι ίσως αναγκάστηκαν να επιλέξουν κάποιες δουλειές, κι όμως τις κάνουν με μεράκι.

Πώς εξισορροπείται ή υπερβαίνεται η συνθήκη του καταναγκασμού αν ή όταν φιλτράρεται μέσα από το μεράκι;

Γ.Π.: Αφ’ ενός, το μεράκι είναι ένα από τα καλά στοιχεία του ανθρώπινου χαρακτήρα. Αφ’ ετέρου, είναι ίσως ο μόνος τρόπος να ανταποκριθείς σε μια δουλειά που δεν επέλεξες.

Το μεράκι σε βοηθάει να την αγαπήσεις, κι έτσι να την κάνεις με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ώστε να νιώθεις κι εσύ καλά με τον εαυτό σου.

Μπορεί, λοιπόν, να υπερβεί το μεράκι τον καταναγκασμό; Όχι, αλλά σου δίνει δύναμη για να τον αντέξεις.

Α.Τ.: Συμφωνώ με τον Γιώργο, αλλά πρέπει να δημιουργηθούν οι συνθήκες για να κάνεις καλά τη δουλειά σου.

Αν, για παράδειγμα, αναγκάζεσαι να σκάβεις δρόμους, πρέπει να σκάβεις συγκεκριμένες ώρες την ημέρα και ημέρες την εβδομάδα. Όταν ξεπερνάς τις αντοχές σου και γυρνάς σπίτι σου κουρέλι...

Ξεζουμίζεσαι, καταρρέεις και εντέλει πεθαίνεις. Και τότε δεν μπορείς να διεκδικήσεις τίποτα - ούτε συλλογικά, ούτε ατομικά.

Α.Τ.: Μιλάμε για το οκτάωρο, που το έχουν διαλύσει. Σε ένα γραφείο το οκτάωρο είναι εντάξει, αλλά σε χειρωνακτικές εργασίες; Όχι. Εκεί πρέπει να δουλεύεις τρίωρο και να πληρώνεσαι αναλόγως.

Γ.Π.: Στο Αρμπάιτ μιλάμε για εργαζόμενες οι οποίες είναι υπό καθεστώς καταναγκασμού και αδικημένες.

Γιατί εστιάσατε στην έμφυλη διάσταση της εργασίας ή του έμφυλου εργασιακού καταναγκασμού;

Γ.Π.: Επειδή, ούτως ή άλλως, οι γυναίκες βρίσκονται σε πιο αδικημένη θέση.

Επιπλέον, υπάρχει και μια πιο αντικειμενική συνθήκη που οδήγησε σ’ αυτήν την επιλογή: η παράσταση ήταν αποτέλεσμα εξετάσεων σχολής, κι οι σπουδάστριες ήταν μονο γυναίκες.

Πώς κύλησε η διαδικασία;

Γ.Π.: Μάς άρεσε και μάς γέμιζε όλες και όλους. Την πιστεύαμε ως παράσταση, επρόκειτο για δικά μας κείμενα, που τα αγαπήσαμε. Τα πονέσαμε τα κορίτσια τα οποία συμμετέχουν.

Υπάρχει ένα παράλληλο «αρμπάιτ» εκεί: νέες κοπέλες ηθοποιοί.

Όλες είναι στα πρώτα βήματα ή στα πρώτα χρόνια ενασχόλησής τους με την υποκριτική;

Γ.Π.: Όλες. Θέλαμε να στηρίξουμε και το κείμενο και εκείνες. Το πρώτο ανέβασμα της παράστασης καθυστέρησε, ωστόσο, έναν χρόνο, επειδή αργήσαμε να μιλήσουμε στον Μάνο Καρατζογιάννη του Θεάτρου Σταθμός κι είχε κλείσει το πρόγραμμά του.

Στο μεταξύ, ξαναδουλέψαμε τους θεματικούς άξονες και τη μουσική επένδυση κι έτσι, ως παράσταση, ήταν πλέον πολύ πιο ολοκληρωμένη.

Τι εξυπηρετεί δραματουργικά η σπονδυλωτή δομή της αφήγησης;

Γ.Π.: Στο πλαίσιο εξετάσεων είναι εξυπηρετικό από πρακτικής άποψης να υπάρχει μια τέτοια δομή, ώστε να αναδεικνύεται ο/η ηθοποιός σε διαφορετικούς ρόλους.

Από την άλλη, γουστάραμε να γράψουμε ιστορίες. Ένας θεματικός άξονας όπως η εργασία αναδεικνύεται, εξάλλου, με μεγαλύτερο πλούτο αν αποτυπωθεί μέσα σε διαφορετικά εργασιακά περιβάλλοντα.

Πώς μοιράσατε μεταξύ σας τη συγγραφική δουλειά; Ήταν κάτι τόσο απλό και φυσικό;

A.T.: Με τον Γιώργο συνήθως «στήνουμε» μαζί το έργο, την ιστορία, τους χαρακτήρες, τη δομή.

Κατόπιν, γράφω το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου και τους διαλόγους και στη συνέχεια, μαζί με τον Γιώργο, το «ξαναπερνάμε» και του δίνουμε την τελική του μορφή. Λειτουργεί αυτή η συνθήκη, κυλάει όμορφα και φυσικά.

Δεν είναι εύκολο, όμως.

Α.Τ.: Καθόλου εύκολο. Με τον Γιώργο έχουμε την «άπλα» όταν κάτι δε μας αρέσει, να μη μας αρέσει από κοινού.

Όσον αφορά στο Αρμπάιτ, έγραφε καθένας τη δικιά του ιστορία, τη διαβάζαμε, τη διορθώναμε και καταλήγαμε.

Ο λόγος των ηθοποιών μετρούσε;

Γ.Π.: Όποια αμφιβολία έχουν οι ηθοποιοί, τη συζητάμε, επειδή μάς ανησυχεί όταν υπάρχει.


Φωτογραφία: Ελίνα Γιουνανλή


Γεφυρώνεται κυρίως το αντιληπτικό και λιγότερο το ηλικιακό χάσμα μέσω της θεατρικής συνεργασίας;

Γ.Π.: Γεφυρώνεται. Άλλοι ηθοποιοί είναι πιο ανήσυχοι και ενεργοί πολιτικά, άλλοι όχι.

Απλώς, στην επιλογή των ηθοποιών έχουμε πάντα κατά νου να συνεννοούμαστε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Σε όλες τις δουλειές που έχουμε κάνει συμφωνούμε, πάνω κάτω, με τους/τις ηθοποιούς σε επίπεδο κοσμοθεωρίας.

Αυτό συνέβη και στην περίπτωση του Αρμπάιτ, και μάλιστα απ’ την αρχή. Οι επτά ηθοποιοί της παράστασης είναι κατά πολύ λαϊκά κορίτσια, τα οποία έχουν γεννηθεί χωρίς «πλάτες».

Ένα αγεφύρωτο χάσμα θα αποτελούσε, πάντως, τροχοπέδη στην εξέλιξη της διαδικασίας, έτσι δεν είναι είναι;

Γ.Π.: Θα δημιουργούσε δυσκολία, ναι. Αλλά κάτι τέτοιο δε συμβαίνει συχνά, επειδή ακριβώς έχουμε τον νου μας.

Το Αρμπάιτ είναι μια παράσταση που παρακολουθείται σχεδόν απνευστί. Πώς επιτυγχάνεται η αίσθηση του ρυθμού;

Γ.Π.: H αίσθηση του ρυθμού κατακτιέται και με τις παραστάσεις και με τον καιρό.

Τόσο τα Ανεξάρτητα Κράτη όσο και το Αρμπάιτ δεν είναι χτισμένα κατά τρόπο ώστε ο ρυθμός να «τρέχει» σύμφωνα με τον χρόνο, αλλά βάσει της αλήθειας τού τι συμβαίνει την εκάστοτε στιγμή.

Αν η αλήθεια του κειμένου είναι γρήγορη, γρήγορος είναι και ο ρυθμός. Σε κάθε περίπτωση, αν το κείμενο είναι αληθινό, έχει ρυθμό. Η αλήθεια είναι ένας εσωτερικός μετρονόμος.

Ο ρυθμός προκύπτει από την πρόβα την οποία κάνεις πάνω στην κάθε σκηνή του έργου. Αν έχουμε χάσει κάτι σε παραστάσεις, αυτό συμβαίνει επειδή έχουμε χάσει σε επίπεδο αλήθειας, άρα και ρυθμού.

Κι εσύ, Αντώνη, αναζητάς την ίδια αλήθεια κάθε φορά που γράφεις/γράφετε.

Α.Τ.: Μόνο.

Και υποκριτικά, αντίστοιχα;

Α.Τ.: Η φυσική τάση, είτε συγγραφικά είτε υποκριτικά, είναι προς την αλήθεια, να μπορεί κάποιος να πει, «Αυτό θα μπορούσε να συμβεί».

Ακόμα κι ένα ποιητικό κείμενο να πάρεις στα χέρια σου, η τάση πρέπει πάντα να είναι προς τον ρεαλισμό. Ηχούν τα λόγια που εκφέρονται «κανονικά»; Βγαίνουν από έναν άνθρωπο;

Δύσκολο και διαρκές στοίχημα.

Α.Τ.: Είμαστε ακόμα μακριά από το να το κερδίσουμε στη δουλειά μας. Αυτό, όμως, σε ωθεί να κάνεις το επόμενο εγχείρημα πιο αληθινό.

Κάθε χρόνο, συμμετέχεις, Αντώνη, (και) σε ουκ ολίγες ταινίες, κυρίως -αλλά όχι μόνο- μικρού μήκους. Δε γίνεται αυτό κάποια στιγμή βιολογικά κουραστικό και ψυχοφθόρο; Ή κάθε καινούρια εμπλοκή σε αναζωογονεί/ανατροφοδοτεί;

Α.Τ.: Επειδή με έχετε βαρεθεί, μάλλον θα σταματήσω!

Η συμμετοχή στις μικρού μήκους έχει ξεκινήσει από μια ανάγκη μου να εκπαιδευτώ στο σινεμά. Στην Ελλάδα, δεν υπήρχε άλλος τρόπος να μάθω. Οπότε, οι πολύ πρώτες μικρού και μεγάλου μήκους όπου συμμετείχα ήταν αποτέλεσμα αυτής της ανάγκης.

Από ένα σημείο και μετά, προκύπτει από την ανάγκη και το χρέος μου να βοηθήσω όσο μπορώ. Αν κάποιος σκηνοθέτης μου προτείνει να παίξω στην ταινία του, προσπαθώ να αντιληφθώ αν μπορώ να δω τον εαυτό μου σ’ αυτήν.

Εφόσον καταφέρω να βρω κοινά με τον σκηνοθέτη, σίγουρα θα πω «ναι» στην πρότασή του.

Το έχω παρακάνει, βέβαια. Έχουν ξεπεράσει τις σαράντα οι εμφανίσεις μου σε μικρού μήκους φιλμ. Βλέπω, όμως, την υποκριτική και με αθλητικούς όρους.

Να μη χάνεις τη φόρμα σου;

Α.Τ.: Με την έννοια του ρεκόρ. (Γέλιο).

Όπως και να ’χει, με συγκινούν άνθρωποι οι οποίοι -όπως εσείς- έχουν φτάσει όπου έχουν φτάσει, κι όμως διαθέτουν τον εαυτό τους και τον χρόνο τους και σε άλλα άτομα πέραν ενός στενού κύκλου συνεργατών/συνεργατριών.

Α.Τ.: Πώς θα γνωριστείς με τον άλλο; Στο μπαρ; Όχι. Μέσα από τη δουλειά. Έχουν προκύψει φίλοι και συνεργάτες μέσα από τέτοιες διαδικασίες, επειδή βρήκαμε έναν κοινό τόπο.

Αν δεν είχα ανταποκριθεί σε μια πρόταση, θα είχα χάσει έναν φίλο ή έναν συνεργάτη. Ανεξαρτήτως της επιτυχίας του αποτελέσματος, μ’ αρέσει να μπαίνω στη διαδικασία της δουλειάς μ’ έναν άνθρωπο, επειδή έτσι τον γνωρίζω πολύ καλύτερα.

Η αποδοχή από ένα ευρύτερο κοινό, πόσο απασχολεί τον καθένα από εσάς;

Γ.Π.: Δε μου είναι αδιάφορη, επειδή η δουλειά πρέπει να είναι βιώσιμη. Κι όταν -εντός ή εκτός εισαγωγικών- μπλέκουμε με μεγάλους θεατρικούς χώρους, πρέπει να έχουμε κόσμο.

Αλλιώς, πολύ απλά, η παράσταση θα κατέβει. Κι αν συμβεί κάτι τέτοιο, πάει χαράμι ο κόπος.

Από εκεί και πέρα, είναι ωραίο να σου λένε «μπράβο». Μια βράβευση μου προκαλεί αμηχανία. Όχι ότι δε χαίρομαι, αλλά δεν είναι ο σκοπός μου.

Το κυριότερο, λοιπόν, είναι η βιωσιμότητα μιας παράστασης σε σχέση με τους αριθμούς.

Με «καίει», εξάλλου, το να κάνει η παράσταση τη δουλειά που είναι να κάνει, το να είναι ο κόσμος είναι μέσα στην ιστορία. Όταν δε συμβαίνει, κι όμως ακούω θετικά σχόλια μετά, σχεδόν δε μ’ ενδιαφέρουν.

Μ’ ενδιαφέρει να σώσω ό,τι δεν πάει καλά και με στενοχωρεί όταν μια δουλειά δεν επικοινωνεί με το κοινό όσο θα έπρεπε.

Η αποδοχή ή η επιτυχία μιας παράστασης δε σημαίνει, πάντως, τίποτε για την επόμενη.

Εσένα, Αντώνη, σε αφορά η αποδοχή - δημιουργικά και ψυχικά;

Α.Τ.: Είμαι πολύ κοντά σε όσα λέει ο Γιώργος.

Η αποδοχή σε κάνει να πας παρακάτω. Χωρίς αυτήν, ακόμα και σε μια ερωτική σχέση, σταματάς.

Γ.Π.: Αν δεν υπάρχει αποδοχή, σημαίνει πως κάτι δεν κάνεις σωστά ή δεν αφορά αυτό που κάνεις το κοινό.

Μετά από την πολύχρονη εμπλοκή σας στο καλλιτεχνικό πεδίο, αισθάνεστε ότι κάτι έχετε καταφέρει, πως έχετε υπερβεί την αίσθηση του αναγκασμού ή της κάλυψης της βιοτικής μέριμνας και γουστάρετε αυτό το οποίο κάνετε;

Γ.Π.: Το γουστάρουμε και μας τρέφει.

Δεν κάνεις θέατρο για να βγάλεις λεφτά, ούτε ξεκινάς με τη σιγουριά πως θα σε ζήσεις από αυτό. Αν η αρχική φλόγα παραμένει αναμμένη, συνεχίζεις να βρίσκεις λόγους να την ανανεώνεις.

Αισθάνομαι ότι κάτι έχω καταφέρει, αλλά ποτέ, δυστυχώς, με ασφάλεια και σιγουριά. Ίσως σ’ αυτήν την ανασφάλεια έγκειται η περιπέτεια του θεάτρου.

Πρέπει να φροντίζεις τα θεμέλια της συγκεκριμένης δουλειάς, επειδή, από στιγμή σε στιγμή, μπορεί να κατεδαφιστούν.

Α.Τ.: Η ανασφάλεια είναι ίδιον του θεάτρου. Σε ζορίζει, αλλά πάντα σε ωθεί στο να αναζητήσεις το επόμενο βήμα. Αν δεν την επιζητούσαμε, ίσως να κάναμε μια άλλη δουλειά. Μπορεί να μας κουράζει, αλλά μας κρατάει πιο ενεργούς και νέους.

Η παράσταση Αρμπάιτ, σε κείμενο και σκηνοθεσία Γιώργου Παλούμπη και Αντώνη Τσιοτσιόπουλου, επιστρέφει στη σκηνή του Θεάτρου Σταθμός (Βίκτωρος Ουγκώ 55, Μεταξουργείο) από το Σάββατο 21 Φεβρουαρίου.

Παραστάσεις: κάθε Σάββατο στις 18:00 και Κυριακή στις 21:15.

Ερμηνεύουν: Σοφία Ακασοπούλου, Ελευθερία Αράκη, Θεοδώρα Βαλομάνδρα, Βίκυ Εδιάρογλου, Εύα Θεολόγη, Άννα Μαρίνου, Μαρίτσα Φωτιάδου.

Φωτογραφία: Ελίνα Γιουνανλή


Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Πρισίλα Μόρις: «Ακολουθώ το ένστικτό μου και γράφω για ό,τι με καλεί»

 


Ο πόλεμος που ρήμαξε τη Βοσνία και το Σαράγεβο είναι ο «καμβάς» των σπαρακτικών Μαύρων Πεταλούδων, μυθιστορηματικού ντεμπούτου της βοσνιακής καταγωγής Βρετανίδας συγγραφέως Πρισίλα Μόρις.

Κουβεντιάζοντας μαζί της με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

«Έγραψα το μυθιστορηματικό ντεμπούτο μου ‘Μαύρες Πεταλούδες’ για να κατανοήσω τον πόλεμο που ρήμαξε τη γενέτειρα της μητέρας μου μεταξύ 1992-1996», γράφεις στην ιστοσελίδα σου.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι ως παιδί περνούσες τα καλοκαίρια σου στο Σαράγεβο, ποιες είναι οι πιο έντονες αναμνήσεις σου από εκείνη την περίοδο;

Η μητέρα μου είναι από το Σαράγεβο και ο πατέρας μου Άγγλος. Μεγάλωσα στην Αγγλία, αλλά πέρασα τα παιδικά μου καλοκαίρια στο Σαράγεβο, επισκεπτόμενη τους παππούδες μου από την πλευρά της μητέρας μου.

Οι πιο έντονες αναμνήσεις μου περιστρέφονται γύρω από τον γαλανό ουρανό, τα χαμογελαστά πρόσωπα, τις μεγάλες τολύπες καπνού τσιγάρων και το πολύ φαγητό.

Θυμάμαι να κάθομαι έξω με ήλιο σ’ ένα μακρύ τραπέζι κάτω από τα δέντρα, τριγυρισμένο από ξαδέλφια, παππούδες και γιαγιάδες, θείες και θείους που έτρωγαν ψητό αρνί στη σούβλα και ζεστά ψωμάκια καλαμποκιού αλειμμένα με καϊμάκι.

Θυμάμαι τη μυρωδιά της μούχλας του διαμερίσματος των παππούδων μου στη νέα συνοικία του Σαράγεβο, το οποίο είχε ελαιογραφίες και κιλίμια που κάλυπταν κάθε ελεύθερο εκατοστό του τοίχου.

Θυμάμαι τον ενθουσιασμό της βόλτας με το παιδικό τρενάκι στον ζωολογικό κήπο και του πικνίκ στις πηγές του ποταμού Μπόσνα.

Θυμάμαι τον πατέρα μου να κάθεται σε μια στοίβα από κιλίμια στη Μπαστσάρσια, την παλιά οθωμανική καρδιά του Σαράγεβο, να πίνει καφέ και να παζαρεύει τις τιμές.

Μερικές από τις πιο πρώιμες, πιο έντονες αναμνήσεις μου είναι από τα βουνά έξω από το Σαράγεβο, όπου οι παππούδες μου είχαν ένα μικρό πέτρινο εξοχικό.

Θυμάμαι να καβαλάω τους ώμους του πατέρα μου μέσα από σκοτεινά δάση ψάχνοντας για αρκούδες, να κολυμπάω σε ορμητικά ποτάμια, να κάνω ηλιοθεραπεία σε ζεστούς βράχους, να τρώω παγωμένο καρπούζι που είχε κρυώσει στο ποτάμι...

Όλα μου φαίνονταν τόσο μουντά και γκρίζα όταν επέστρεφα στην Αγγλία.

Και τι κατανόησες για τους πολέμους οι οποίοι μάστισαν την πρώην Γιουγκοσλαβία, τη Βοσνία και το Σαράγεβο μέσα από τη διαδικασία συγγραφής αυτού του μυθιστορήματος;

Ήμουν 19 ετών όταν ξέσπασαν οι πόλεμοι στην πρώην Γιουγκοσλαβία, καθώς οι δημοκρατίες κήρυξαν την ανεξαρτησία τους η μία μετά την άλλη.

Η Σλοβενία ​​αποσχίστηκε αρκετά εύκολα το 1991, αλλά συντελέστηκε αιματοχυσία όπου υπήρχαν σερβικές μειονότητες - δηλαδή στην Κροατία και τη Βοσνία. Οι Σέρβοι, σε μεγάλο βαθμό, δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τη Γιουγκοσλαβία.

Ο πόλεμος στη Βοσνία ήταν ιδιαίτερα βάναυσος επειδή εμπλέκονταν τρεις εθνοτικές ομάδες: οι Βόσνιοι (Μουσουλμάνοι), οι Σέρβοι (Ορθόδοξοι) και οι Κροάτες (Καθολικοί).

Ο όρος «εθνοκάθαρση» επινοήθηκε κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου. Υπήρξαν στρατόπεδα συγκέντρωσης, στρατόπεδα βιασμού και η γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα. Ήταν φρικτό.

Θυμάμαι να παρακολουθώ την πολιορκία του Σαράγεβο να εξελίσσεται κάθε βράδυ στις ειδήσεις του BBC από το σπίτι μου στο νοτιοδυτικό Λονδίνο.

Σερβοβόσνιοι εθνικιστές περικύκλωσαν την πόλη και βομβάρδισαν σπίτια, νοσοκομεία, βιβλιοθήκες, τζαμιά και εκκλησίες από τα βουνά.

Ελεύθεροι σκοπευτές στις στέγες σκότωναν αμάχους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά καθώς εκείνοι διέσχιζαν τους δρόμους από κάτω.

Οι τηλεφωνικές γραμμές και η ταχυδρομική υπηρεσία είχαν διακοπεί, οπότε δεν είχαμε ιδέα αν οι παππούδες μου ήταν ζωντανοί ή νεκροί.

Το ηλεκτρικό ρεύμα, το φυσικό αέριο και το νερό κόπηκαν ένα προς ένα.

Ο ολοκληρωτικός αποκλεισμός σήμαινε ότι ο Ο.Η.Ε. έπρεπε να στέλνει αεροπορικώς τρόφιμα από την Ιταλία κάθε δέκα ημέρες για να κρατήσει στη ζωή τον πληθυσμό μισού εκατομμυρίου ανθρώπων.

Ήταν μια βαθιά συναισθηματική, ενοχλητική, μπερδεμένη περίοδος.

Η οικογένεια της μητέρας μου ήταν εθνοτικά μικτή - όπως ήταν το ένα τρίτο των οικογενειών του Σαράγεβο πριν από τον πόλεμο.

Ο παππούς μου ήταν Σερβοβόσνιος, η γιαγιά μου ήταν Σλοβένα (Καθολική) και ο αδερφός της ήταν παντρεμένος με Βόσνια.

Ήταν ένα απόλυτο σοκ να βλέπεις το Σαράγεβο, το οποίο ήταν φημισμένο προπολεμικά για την πολυφωνία, τη ζεστασιά, τη φιλοξενία, την ανοχή και τον εορτασμό άλλων πολιτισμών, να βυθίζεται σε τέτοιο διχασμό και σφαγές.

Αρχικά, στο Ηνωμένο Βασίλειο παρουσιάστηκε ως εμφύλιος πόλεμος.

Μέχρι το τέλος του σχεδόν τετραετούς πολέμου, ωστόσο, έγινε απολύτως σαφές πως, αν και διαπράχθηκαν φρικαλεότητες και από τους τρεις εθνικισμούς, ο πόλεμος οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στη σερβική επιθετικότητα, με την πλήρη υποστήριξη του Μιλόσεβιτς.

Ο Τούτζμαν στην Κροατία δεν ήταν πολύ καλύτερος, επιδιώκοντας να δημιουργήσει μια Μεγάλη Κροατία. Ο Ιζετμπέγκοβιτς, ο Βόσνιος πρόεδρος, επίσης δεν ήταν καθόλου άγιος, αλλά η δική του αντίδραση ήταν κυρίως αμυντική, απαντητική.

Με τις Μαύρες Πεταλούδες μ’ ενδιέφερε να αναπαραστήσω την αντιεθνικιστική φωνή μέσω της καλλιτέχνιδας Ζόρα και να συνθέσω μια ερωτική επιστολή στο μοναδικό, ζεστό, πολυπολιτισμικό Σαράγεβο που γνώριζα ως παιδί.

Ήθελα επίσης πολύ να δείξω την ομορφιά της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, για να αντισταθμίσω τις εικόνες πολέμου και καταστροφής τις οποίες έχουν πολλοί στο μυαλό τους όταν σκέφτονται την περιοχή.

Ένα από τα πολλά που κατάλαβα μέσα από τη διαδικασία συγγραφής του μυθιστορήματός μου ήταν ότι οι πόλεμοι σφυρηλάτησαν τις εθνικιστικές ακρότητες και την επιστροφή στη θρησκεία από όλες τις πλευρές, και όχι το αντίστροφο.

Αυτό εξηγείται με σαφήνεια στην εξαιρετική εθνογραφία της πολιορκίας από την Κροάτισσα ανθρωπολόγο Ιβάνα Μάτσεκ, Το Σαράγεβο υπό Πολιορκία, την οποία συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Σε ποιον βαθμό μοιράζεσαι ή/και έχεις ξεπεράσει το συλλογικό, καθώς και το οικογενειακό τραύμα που σχετίζεται με τον πόλεμο;

Το τραύμα είναι βαθύ και ταυτόχρονα κάτι μακρινό για μένα.

Δε μεγάλωσα στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Δεν έζησα τον πόλεμο. Δε μιλάω καν βοσνιακά πέρα ​​από ένα βασικό επίπεδο, καθώς, δυστυχώς, η μητέρα μου δε θεωρούσε τα σερβοκροατικά «χρήσιμη» γλώσσα(!)

Ωστόσο, εξακολουθούσα να νιώθω μια πολύ ισχυρή συναισθηματική σύνδεση με τους παππούδες μου, ειδικά με την γιαγιά μου, και ο πόλεμος άφησε έναν ταραχώδη συναισθηματικό αντίκτυπο σε όλη μου την οικογένεια.

Ένας ξάδερφος της μητέρας μου σκοτώθηκε από ελεύθερο σκοπευτή, ενώ άλλα ξαδέρφια διασκορπίστηκαν παντού: στις Η.Π.Α., την Αυστρία, την Κένυα και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Πολλά μέλη της βοσνιακής πλευράς της οικογένειάς μας παρέμειναν στο Σαράγεβο, το οποίο τώρα είναι στην συντριπτική του πλειονότητα βοσνιακό. Μια κατακερματισμένη οικογένεια.

Η διάρκειας δεκατριών ετών διαδικασία έρευνας και συγγραφής του βιβλίου έφερε ξανά στο προσκήνιο το τραύμα.

Ήμουν σε κατάθλιψη και ανίκανη να γράψω για έναν χρόνο, αφού πέρασα πέντε μήνες στο Σαράγεβο το 2010 συλλέγοντας ιστορίες πολέμου - και τελικά η διαδικασία βοήθησε κάπως στην επούλωση του τραύματος.

Κάθε φορά που δίνω μια ομιλία για τις Μαύρες Πεταλούδες, αισθάνομαι πως τιμώ τις ιστορίες πολέμου τις οποίες ευγενικά μοιράστηκαν μαζί μου οι συγγενείς και οι φίλοι μου στο Σαράγεβο, και αυτό μου φαίνεται επίσης σαν κάτι θεραπευτικό.

Θεωρείς τη διαδικασία της γραφής γενικά ως ένα μέσο για την ανακάλυψη/εκ νέου ανακάλυψη του εαυτού, του ιστορικού υποβάθρου, του κοινωνικού πλαισίου και των στενών σχέσεων ενός ανθρώπου;

Θεωρώ τη γραφή μια πράξη δημιουργίας που συχνά περιλαμβάνει πτυχές ανακάλυψης και εκ νέου ανακάλυψης.

Για μένα, η γραφή είναι ένα βήμα προς τα μέσα για να ανασύρω αναμνήσεις, ανθρώπους, μέρη και πράγματα τα οποία αντηχούν, στοιχειώνουν και βασανίζουν, προκειμένου να τα αναδείξω. Ακολουθώ το ένστικτό μου και γράφω για ό,τι με καλεί.

Ο τόπος με γοητεύει πολύ - και το να γράφω για τον τόπο συχνά με οδηγεί σε ανθρώπους, στην ιστορία, τον πολιτισμό, την πλοκή και ούτω καθεξής.

Η δομή είναι επίσης εξαιρετικά σημαντική. Αφιέρωσα πολύ χρόνο για να βεβαιωθώ πως η δομή των Μαύρων Πεταλούδων έμοιαζε αληθινή και είχε το νόημα που ήθελα να έχει.

Ωριμάζεις μέσα από τη συγγραφή, τόσο ως συγγραφέας όσο και ως άνθρωπος;

Ναι, θα έλεγα ναι. Σίγουρα έχω ωριμάσει.

«Αφετηρία ήταν η εμπνευσμένη ιστορία του θείου μου, του Βόσνιου ζωγράφου τοπίων Ντομπρίβογε Μπελικάσιτς», αναφέρεις επίσης στην ιστοσελίδα σου.

Πράγματι, η Ζόρα, ένας από τους δύο κύριους χαρακτήρες του μυθιστορήματος, είναι ζωγράφος. Γιατί η ζωγραφική υπήρξε τόσο κρίσιμο σημείο εκκίνησης ήδη από την αρχική σύλληψη του μυθιστορήματος;

Η ιστορία του προ-θείου μου ήταν ο καταλύτης για τις Μαύρες Πεταλούδες. Δεν ήταν μόνο η ζωγραφική, αλλά ολόκληρη η καλλιτεχνική του ιστορία που ενέπνευσε το μυθιστόρημα. Θα την περιγράψω εδώ με λίγα λόγια.

Ο Ντομπριβόγιε Μπελικάσιτς, ή Ντόμπρι εν συντομία, ήταν 68 ετών όταν ξεκίνησε η πολιορκία. Είχε ένα υπέροχο στούντιο πάνω από την Εθνική Βιβλιοθήκη στο Παλιό Δημαρχείο του Σαράγεβο.

Τον Αύγουστο του 1992, το εμβληματικό κτίριο έγινε στόχος εμπρηστικών οβίδων και γρήγορα τυλίχτηκε στις φλόγες.

Πάνω από 1.5 εκατομμύριο βιβλία και 300 πίνακες του Ντόμπρι καταστράφηκαν στην πυρκαγιά, η οποία έγινε σύμβολο του πολιορκημένου Σαράγεβο.

Οι κάτοικοι του Σαράγεβο αποκαλούσαν «μαύρες πεταλούδες» τις στάχτες που σκοτείνιαζαν τον ουρανό για μέρες.

Συντετριμμένος, ο Ντόμπρι πίστευε πως δε θα ζωγράφιζε ποτέ ξανά. Αυτός, η σύζυγός του και η πεθερά του έφυγαν από το Σεράγεβο με ένα κονβόι του Ερυθρού Σταυρού λίγους μήνες αργότερα.

Δυστυχώς, η πεθερά του πέθανε στο μακρύ ταξίδι προς την Αγγλία, όπου ζούσαν η κόρη και ο γαμπρός τους.

Μετά από μια περίοδο ανάρρωσης, ο Ντόμπρι επανασυνδέθηκε με τη φύση και άρχισε να βλέπει τον κόσμο από την αρχή.

Ζωγράφιζε την ύπαιθρο του Γουίλτσιρ και πολλά από τα γιουγκοσλαβικά τοπία που είχαν καεί στην πυρκαγιά. Συνέχισε να ζωγραφίζει για τις επόμενες δύο δεκαετίες της ζωής του, και έγινε το γηραιότερο μέλος μιας διάσημης λέσχης τέχνης του Μπρίστολ.

Άκουσα για πρώτη φορά την ιστορία του στην κηδεία του παππού μου στην Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία στο Νότινγκ Χιλ του Λονδίνου.

Ο παππούς μου δεν ανάρρωσε ποτέ πραγματικά από τον πόλεμο και πέθανε λίγα χρόνια αφότου ο πατέρας μου τον έσωσε από το Σαράγεβο το 1993.

Αντιθέτως, η ιστορία του προ-θείου μου ήταν, για μένα, μια ιστορία ελπίδας. Άκουσα σε αυτήν μια ιστορία για την τέχνη που θριάμβευσε πάνω στην τραγωδία του πολέμου. Η ζωγραφική του τού επέτρεψε να ενταχθεί σε μια νέα χώρα σε μεγάλη ηλικία.

Η εικόνα των βιβλίων και της τέχνης τα οποία καίγονταν, η σκέψη των όμορφων οθωμανικών γεφυρών και βουνών που ζωγράφιζε και ξαναζωγράφιζε, με κατέκλυσε έντονα. Έπρεπε να το γράψω.

Αυτή ήταν η στιγμή κατά την οποία σπάρθηκε ο αρχικός σπόρος των Μαύρων Πεταλούδων.

Υποθέτοντας πως όλοι οι ανθρώπινοι χαρακτήρες είναι εμπνευσμένοι από πραγματικά πρόσωπα ή ιστορίες για τις οποίες μπορεί να έχεις ακούσει ή διαβάσει, θέλεις να αναφερθείς στη διαδικασία μέσω της οποίας συνέθεσες κάθε χαρακτήρα;

Οι περισσότεροι χαρακτήρες προέρχονται από ανθρώπους που γνώρισα στο Σαράγεβο το 2010.

Για παράδειγμα, η μικρή Ούνα βασίζεται σε ένα κορίτσι η οποία ζούσε δίπλα στους παππούδες μου στο Σαράγεβο και ήταν οκτώ ετών όταν ξέσπασε ο πόλεμος.

Το 2010, ήταν είκοσι έξι ετών και μου έκανε εβδομαδιαία μαθήματα βοσνιακών. Μου διηγήθηκε πολλές από τις αναμνήσεις της από τον πόλεμο και αρκετές από αυτές συμπεριλήφθηκαν στο βιβλίο.

Ο Μιρσάντ, ο Βόσνιος ιδιοκτήτης βιβλιοπωλείου με τον οποίο η Ζόρα έχει στενή φιλία, βασίστηκε σε έναν κορνιζοποιό που μου διηγήθηκε την ιστορία του πολέμου στο μαγαζί του ένα απόγευμα.

Η Λένκα έχει ως πρότυπο μια διερμηνέα με την οποία εξακολουθώ να έχω επαφή. Και ούτω καθεξής.

Φυσικά, χρησιμοποιώ τους πραγματικούς ανθρώπους ως σημεία εκκίνησης και στη συνέχεια, όταν εισαχθούν στην ιστορία, αρχίζουν να κάνουν και να λένε πράγματα από μόνοι τους.

Η «αληθινή» Ούνα, για παράδειγμα, δεν έβαψε ποτέ ούτε ένα τεράστιο δέντρο στον ραγισμένο τοίχο του σαλονιού της!

Η Ζόρα;

Η Ζόρα ήρθε σε μένα αστραπιαία.

Αρχικά να γράφω με πρωταγωνιστή έναν άνδρα καλλιτέχνη και, για κάποιον λόγο, απλά δεν απογειωνόταν. Δυσκολευόμουν να μεταφέρω την ιστορία μακριά από τους προ-θείους μου και στη σφαίρα της μυθοπλασίας.

Μόλις είχα ξαναδιαβάσει την Πανούκλα του Αλμπέρ Καμύ, από πολλές απόψεις ένα αρχετυπικό μυθιστόρημα πολιορκίας. Έκλεισα το βιβλίο και ξαφνικά μια κοκκινομάλλα γυναίκα, γύρω στα 55, ήρθε προς το μέρος μου.

Αρκετά σημεία της πλοκής συνδέθηκαν με τον χαρακτήρα της:

Θα χωριζόταν από τον σύζυγό της στις αρχές του πολέμου και ουσιαστικά θα τον βίωνε μόνη της· θα έχανε μια πολύ στενή φιλία με τον γείτονά της· κάποιος πολύ κοντινός της άνθρωπος θα πέθαινε.

Άρχισα να γράφω ξανά το βιβλίο, αυτήν τη φορά από την οπτική γωνία της Ζόρα. Και τότε, το μυθιστόρημα πραγματικά απογειώθηκε.

Αν η Ζόρα είναι ένας από τους κύριους -τραυματισμένους, εύθραυστους, αλλά κάπως ανθεκτικούς- χαρακτήρες των Μαύρων Πεταλούδων, τότε το Σαράγεβο είναι, σίγουρα, ο άλλος, που αναδύεται ως μια ζωντανή οντότητα.

Πώς το ζωντάνεψες με αφηγηματικούς όρους;

Χαίρομαι που το εντόπισες.

Το Σαράγεβο είναι αναμφίβολα ο άλλος κύριος χαρακτήρας στο μυθιστόρημά μου. Το Μαύρες Πεταλούδες κατά κάποιον τρόπο αφορά στη σχέση της Ζόρα με την αγαπημένη της πόλη, καθώς αυτή αλλάζει σχεδόν ανεπανόρθωτα.

Άντλησα έμπνευση από τις παιδικές μου αναμνήσεις και τις πολλές βόλτες που έκανα στην πόλη το 2010 για να δώσω μια βαθιά αίσθηση του τόπου και της ατμόσφαιρας.

Απορρόφησα λεπτομέρειες για την υφή της ζωής υπό πολιορκία όταν έπαιρνα συνεντεύξεις από ανθρώπους και διάβαζα μαρτυρίες από πρώτο χέρι, όπως επιστολές και ημερολόγια της πολιορκίας, για να μάθω πώς επέζησαν οι άνθρωποι.

Μου αρέσει να χρησιμοποιώ και τις πέντε αισθήσεις μου καθώς γράφω, γι’ αυτό υπάρχουν πολλές μυρωδιές, ήχοι, γεύσεις και υφές στο γράψιμό μου που ζωντανεύουν πραγματικά την πόλη, έτσι ώστε σχεδόν να αναπνέει.

Ό,τι μου λείπει ως αναγνώστης, και όχι επειδή προσωπικά δεν το «γνωρίζω» με κάποιον τρόπο (το Σαράγεβο είναι η αγαπημένη μου πόλη στον κόσμο), είναι μια πιο λεπτομερής αναφορά στις αιτίες του πολέμου - πάλι με αφηγηματικούς όρους.

Συμβαίνει αυτό επειδή σκόπευες να εξερευνήσεις την οδυνηρή πρόσφατη Ιστορία υπό το πρίσμα των καθημερινών ανθρώπων -ανεξαρτήτως εθνικότητας ή/και φιλοσοφικών/θρησκευτικών πεποιθήσεων- που τη βιώνουν;

Χαίρομαι πολύ που μαθαίνω πως το Σαράγεβο είναι η αγαπημένη σου πόλη στον κόσμο! Είναι ένα τόσο μοναδικό, ξεχωριστό, όμορφο μέρος.

Δε σκόπευα να γράψω ένα ιστορικό βιβλίο, αλλά να αποτυπώσω την καθημερινότητα της ζωής υπό πολιορκία και το πώς η φυσιολογική, πολιτισμένη ζωή εκτράπηκε σε μια κατάσταση ανομίας και ακραίων συνθηκών τους πρώτους μήνες του 1992.

Πρόκειται περισσότερο για μια ανθρωπολογική, παρά για μια ιστορική προσέγγιση.

Ωστόσο, ήταν πολύ σημαντικό για μένα να καταγράψω με ακρίβεια τη σωστή χρονολογική σειρά των γεγονότων της πολιορκίας στο βιβλίο μου, ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο ακριβές ιστορικά.

Καταλαβαίνω την επιθυμία του αναγνώστη να εξηγηθεί καλύτερα το υπόβαθρο, αλλά σε αυτήν την περίπτωση ένιωσα επίσης ότι δε θα ταίριαζε με το στιλ αφήγησης του μυθιστορήματός μου.

Η Ζόρα, η πρωταγωνίστρια, μέσα από τα μάτια της οποίας γίνεται αντιληπτός ο πόλεμος, είναι παγιδευμένη στη στιγμή. Το μυθιστόρημα αφηγείται σε ενεστώτα χρόνο για λόγους αμεσότητας που δεν επιτρέπει καμία σκέψη από ένα σημείο στο μέλλον.

Η Ζόρα, όπως ο προ-θείος μου και πολλοί άνθρωποι από τους οποίους πήρα συνέντευξη, δεν είχαν ιδέα εκείνη την εποχή τι είχε προκαλέσει τον πόλεμο ή ότι επρόκειτο να έρθει. Ξαφνιάστηκαν.

Η Ζόρα είναι μια αντιεθνικίστρια Σερβοβόσνια καλλιτέχνις που δεν ενδιαφερόταν για την πολιτική και πίστευε ακράδαντα στο ιδανικό ενός πλουραλιστικού Σαράγεβο, στο οποίο οι άνθρωποι ζούσαν ειρηνικά ο ένας δίπλα στον άλλον.

Οι αναγνώστες μπορούν να ανατρέξουν σε βιβλία Ιστορίας ή να ψάξουν στο διαδίκτυο για να κατανοήσουν το ιστορικό πλαίσιο, και πραγματικά ελπίζω να το κάνουν, έχοντας διαβάσει το βιβλίο μου.

Ποιο είναι το μέλλον της Βοσνίας μέσα σε μια ηθικά και πολιτικά καταρρέουσα Ευρώπη, τουλάχιστον σε κυβερνητικό/καθεστωτικό επίπεδο στις περισσότερες χώρες, αν λάβουμε υπόψη τον αυξανόμενο αυταρχισμό και την ισλαμοφοβία;

Ζοφερό, με μια λέξη. Θα ήθελα πολύ να είμαι πιο θετική και ελπίζω να κάνω λάθος.

Αφιερώνεις το Μαύρες Πεταλούδες στην μητέρα σου. Τι γνώμη έχει γι’ αυτό;

Είναι πολύ περήφανη.

Ευχαριστώ θερμά την Μαρία Ζαμπάρα (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια) για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα της Πρισίλα Μόρις Μαύρες Πεταλούδες κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια σε μετάφραση της Μυρτούς Καλοφωλιά.



Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Amelia Fletcher: «Η ‘γωνιά’ μας στο σύμπαν της ποπ είναι λιγότερο μικρή απ’ όσο νομίζαμε»

 

Heavenly (Φωτογραφία: Alison Wonderland)

Φτιαγμένοι από τις «στάχτες» του ποπ συγκροτήματος Talulah Gosh, οι Βρετανοί Heavenly διέγραψαν μια λαμπρή πορεία στη θρυλική Sarah Records, διαλύθηκαν το 1996 και επανασχηματίστηκαν το 2023.

Με ένα καινούριο άλμπουμ, εμφανίζονται λάιβ στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου. Συζητώντας με την Amelia Fletcher, τραγουδίστρια, στιχουργό και κιθαρίστρια του γκρουπ.

Οι Heavenly σχηματίστηκαν το 1989 από τις στάχτες των Talulah Gosh, «ενός βασικού μέλους της σκηνής C86». Θα ήθελες να ρίξεις λίγο φως σε εκείνες τις περασμένες μέρες και να αναλύσεις τη σημασία της σκηνής C86;

Η σκηνή C86 πήρε το όνομά της από την κασέτα C86, η οποία ήταν μια συλλογή από indie συγκροτήματα που ήταν ανερχόμενα εκείνη την εποχή.

Οι Talulah Gosh δημιουργήθηκαν λίγο αργά για να συμμετάσχουν στην κασέτα, αλλά ήμασταν ακόμα μέρος της ίδιας σκηνής.

Αγαπούσαμε τα συγκροτήματα και πηγαίναμε στις συναυλίες τους ως θαυμαστές, αλλά ήμασταν πρόθυμοι να προσπαθήσουμε να φτιάξουμε και τη δική μας μουσική.

Αυτό το οποίο μου άρεσε στη σκηνή, και εξακολουθεί να μου αρέσει στην indie σκηνή σήμερα, ήταν ότι υπήρχε μια πραγματική αίσθηση κοινότητας. Γνώρισα τόσους πολλούς φίλους εκεί που είναι ακόμα φίλοι σήμερα.

Αυτό το οποίο δε φανταζόμουν τότε ήταν ότι η σκηνή θα ενδιέφερε ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, και σίγουρα όχι 40 χρόνια αργότερα!

Κάνατε το ντεμπούτο σας με δύο απολαυστικά εφτάιντσα ποπ «γλυκίσματα», τα I Fell in Love Last Night και Our Love Is Heavenly, που κυκλοφόρησαν το 1990 από τη Sarah Records. Πώς όριζες τότε και πώς ορίζεις τώρα την «ποπ» μουσική;

Νομίζω ότι η ποπ μουσική μπορεί να πάρει πολλές διαφορετικές μορφές.

Αλλά με αυτά τα τραγούδια, νομίζω πως εμπνεύστηκα σε μεγάλο βαθμό από τα γυναικεία συγκροτήματα και τραγουδιστές της δεκαετίας του 1960 όπως ο Buddy Holly.

Ήθελα να μιμηθώ τον τρόπο τους με μια μελωδία, αλλά και την προθυμία τους να επιδεικνύουν τα συναισθήματά τους ανοιχτά.

Μου άρεσε, όμως, επίσης ο φαζαριστός ήχος συγκροτημάτων όπως οι Girls At Our Best και οι The Shop Assistants, οπότε και αυτά τα τραγούδια προσπαθούσαν να τον αποτυπώσουν.

Πού έγκειται κυρίως η πρωτοτυπία της Sarah Records; Στην ασυμβίβαστη, αντικαθεστωτική -ακόμα και αντικαπιταλιστική- νοοτροπία του ιδρυτικού της ντουέτου; Αλλά, βέβαια, και στο εξαιρετικά καλό της γούστο στη μουσική;

Δε νομίζω ότι έγιναν πολλά πράγματα την εποχή της αντικαθεστωτικής νοοτροπίας της Sarah.

Θεωρούνταν απλώς ελαφρώς ντροπαλοί άνθρωποι οι οποίοι ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για τις δημόσιες συγκοινωνίες, τη γεωγραφία του Μπρίστολ και τη μουσική παράξενων ανδρόγυνων εραστών της ποπ, σαν εμάς, που έμοιαζαν παράξενα αδιάφοροι για τις ροκ εν ρολ χαζομάρες ή ακόμα και για την επιτυχία.

Τώρα, καθώς ο κόσμος ανατρέχει στο παρελθόν, νομίζω πως είναι δικαιολογημένα πιο ενδιαφέρουσα. Η επίμονη ανεξαρτησία και η αντι-macho στάση της - ακόμη και το όνομα Sarah ήταν μια συνειδητή επιλογή. Και ναι, η μουσική ήταν επίσης υπέροχη!

Το The Decline and Fall of Heavenly, το τρίτο σας άλμπουμ, σηματοδοτεί μια ελαφρά αλλαγή στον ήχο του συγκροτήματος, με την έννοια ότι γίνεται πιο έντονος και οξύτερος.

Διακρίνεις επίσης στον εαυτό σου μια εξέλιξη στις δεξιότητές σου στη σύνθεση τραγουδιών;

Στις Η.Π.Α., είχαμε υπογράψει στην K Records, η οποία ήταν στην Ολύμπια της Ουάσινγκτον.

Κάθε καλοκαίρι, περνούσαμε μερικές εβδομάδες παίζοντας εκεί. Ενώ βρισκόμασταν στις Η.Π.Α. με το δεύτερο άλμπουμ μας, Le Jardin de Heavenly, το κίνημα των riot grrrl μόλις ξεκινούσε και γνωρίσαμε μερικές από τις εμπλεκόμενες.

Παίζαμε πολύ με αυτά τα συγκροτήματα, ειδικά με τις Bratmobile, και η σύνθεση των τραγουδιών μου άρχισε φυσικά να υιοθετεί πτυχές του ήχου τους και των θεμάτων για τα οποία τραγουδούσαν.

Νομίζω πως το EP Atta Girl και το άλμπουμ The Decline and Fall of Heavenly είναι ίσως οι πιο ενδιαφέροντες δίσκοι που έχουμε κάνει.

Τα τραγούδια είναι ακόμα πολύ ποπ εξωτερικά, αλλά μέσα τους υπάρχουν κάπως πιο σκοτεινές ιστορίες oι οποίες λέγονται.

Η αυτοκτονία του αδελφού σου και συνιδρυτικού μέλους των Heavenly, Mathew Fletcher, επισκίασε την κυκλοφορία του Operation Heavenly, του τελευταίου σας άλμπουμ πριν διαλυθείτε ως «Heavenly» για πρώτη φορά.

Ήταν μια απαίσια περίοδος. Ήμασταν σε κατάσταση σοκ για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο Μathew ήταν τόσο σημαντικό μέλος του συγκροτήματος, που δε σκεφτήκαμε καν να συνεχίσουμε χωρίς αυτόν.

Και δεν κάναμε τίποτα για να προσπαθήσουμε να προωθήσουμε το νέο άλμπουμ από τη στιγμή κατά την οποία συνέβη αυτό. Απλώς δε φαινόταν πλέον σημαντικό.

Προς τιμήν σας, αποφασίσατε να τερματίσετε τη χρήση αυτού του ονόματος, ενώ παράλληλα συνεχίσατε να είστε μουσικά ενεργοί, αν και με άλλα ψευδώνυμα.

Με βάση την εκ των υστέρων γνώση, θα μπορούσε να είχε αποτραπεί ο πρόωρος θάνατός του;

Ποιος ξέρει; Θα ήθελα να το πιστεύω, όμως.

Δε νομίζω ότι κάποιος από εμάς, συμπεριλαμβανομένων των γονιών μου, πήρε ποτέ την κατάθλιψή του αρκετά σοβαρά. Τη γνωρίζαμε, αλλά ποτέ δεν είχε περάσει απ’ το μυαλό μας ότι θα οδηγούσε σε αυτοκτονία.

Ήταν δύσκολο επειδή ήταν από τους ανθρώπους με κατάθλιψη που μπορούσε να είναι απίστευτα αστείος και διασκεδαστικός το βράδυ και αργότερα τη νύχτα να τον έβρισκες να σπάει ένα παράθυρο με τη γροθιά του από την απογοήτευσή του.

Απλώς δεν ξέραμε αν ή πώς να παρέμβουμε.

Αλλά θα ήθελα να πιστεύω ότι τα πράγματα μπορεί να ήταν διαφορετικά σήμερα. Για παράδειγμα, δε νομίζω πως είχε κάνει ποτέ κάποια θεραπεία.

Έχοντας βιώσει πρόσφατα τον θάνατο αγαπημένων προσώπων, γνωρίζω ότι το τραύμα της απώλειας μπορεί να παραμείνει για πάντα.

Ήταν η ενασχόλησή σου με τη μουσική και η αφοσίωσή σου σε αυτήν ένας τρόπος για να αντιμετωπίσεις την απώλεια του αδελφού σου και επίσης να τιμήσεις τη μνήμη του;

Υποθέτω πως ναι. Σίγουρα, έχω γράψει αρκετά τραγούδια για εκείνον όλα αυτά τα χρόνια, και νομίζω ότι αυτό με βοήθησε να διαχειριστώ τα πράγματα.

Θα ήθελα να πιστεύω πως θα ένιωθε τιμή αν το ήξερε, αν και πιθανότατα απλώς θα με κορόιδευε ως ηλίθια!

Μαζί με τον Rob Pursey έχετε ιδρύσει την Skep Wax, μια εκλεκτική ανεξάρτητη ποπ δισκογραφική εταιρεία. Ποια ανάγκη υπαγόρευσε αυτήν την απόφαση;

Θέλαμε να ξεκινήσουμε μια δισκογραφική εταιρεία επί πολύ καιρό.

Συζητούσαμε μάλιστα να το κάνουμε το 1990, όταν ξεκινήσαμε τους Heavenly, αλλά μετά η Sarah προσφέρθηκε να κυκλοφορήσει το υλικό μας και την εγκαταλείψαμε. Για περίπου 30 χρόνια!

Αλλά το 2020, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, αποφασίσαμε τελικά ότι είχαμε αρκετό χρόνο και ενέργεια για να προσπαθήσουμε ξανά.

Πειραματιστήκαμε κυκλοφορώντας πρώτα τη δική μας μουσική και στη συνέχεια αισθανθήκαμε αρκετή γενναιότητα ώστε να ασχοληθούμε με τη μουσική άλλων ανθρώπων!

Πόσο συγκινητικό ήταν για εσάς να συμπεριλάβετε στο ρόστερ τους πρώην συναδέλφους σας στην δισκογραφική εταιρεία Sarah, Orchids, μεταξύ άλλων εκλεκτών καλλιτεχνών;

Σε αρκετά πρώιμο στάδιο κυκλοφορήσαμε μια συλλογής με τίτλο Under The Bridge με τρέχουσα μουσική την οποία δημιουργούσαν άτομα που συμμετείχαν στα συγκροτήματα της Sarah.

Απλώς επειδή θεωρήσαμε ενδιαφέρον το γεγονός ότι τόσοι πολλοί από εμάς ήμασταν ακόμα ενεργοί και φτιάχναμε εξαιρετική μουσική.

Ήταν υπέροχο που ξανάρθαμε σε επαφή με όλους αυτούς τους ανθρώπους και αυτό φυσικά μας οδήγησε στο να κυκλοφορήσουμε τους The Orchids και επίσης τους The Gentle Spring, στους οποίους συμμετέχει ο Michael Hiscock από τους The Field Mice.

Λατρεύουμε και τα δύο συγκροτήματα!

Τον Ιούλιο του 2025 κυκλοφορήσατε το πρώτο σας εφτάιντσο ως Heavenly μετά από 26 χρόνια, το Portland Town/ Someone Who Cares, το οποίο θα ακολουθήσει ένα άλμπουμ, το Highway To Heavenly, στις 27 Φεβρουαρίου του 2026.

Πώς νιώσατε «ανακτώντας» το αρχικό σας όνομα;

Όταν κυκλοφορήσαμε το σινγκλ, μάς φάνηκε αρκετά φυσικό, καθώς παίζαμε ήδη μαζί για μερικά χρόνια. Μας φάνηκε πολύ πιο περίεργο όταν παίξαμε για πρώτη φορά χωρίς αυτόν το 2023.

Αλλά ήμασταν πολύ τυχεροί που βρήκαμε, στο πρόσωπο του Ian, έναν ντράμερ ο οποίος είναι καλός φίλος και επίσης πολύ ευαίσθητος σχετικά με την κατάσταση.

Μιας και το Portland Town είναι ένα τραγούδι για την «ταίριασμα», ​​πιστεύεις πως έχετε βρει πλέον τη μικρή σας γωνιά στο απέραντο σύμπαν της ποπ μουσικής;

Νομίζω ότι την έχουμε βρει. Και, στην πραγματικότητα, η «γωνιά» μας στο σύμπαν της ποπ είναι λιγότερο μικρή απ’ όσο νομίζαμε. Προς μεγάλη μας έκπληξη!

Σίγουρα ανυπομονώ να σας δω ζωντανά στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου. Σχεδιάζετε να παρουσιάσετε μια λαχταριστή συλλογή από καλούδια από όλη σας την καριέρα;

Ναι, καθώς και κάποιο καινούριο υλικό! Ελπίζω να το απολαύσεις!

Ευχαριστώ θερμά την Amelia Fletcher για την «κολλητική» ευδιαθεσία της, την ενθουσιώδη ανταπόκρισή της στο αίτημα για συνέντευξη και για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού.

Οι Heavenly εμφανίζονται, για πρώτη φορά ζωντανά στην Αθήνα, στο πλαίσιο του Pure Show το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου στο Temple (Ιάκχου 17, Γκάζι).

Τη συναυλία ανοίγουν οι The Vaxtones. Ακολουθούν DJ sets από τους Bampeace, Spheras, Anthony Kingston και Kostas Fontalis.


Ηeavenly (Φωτογραφία: Alison Wonderland)