Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεξικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεξικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Ντάλια δε λα Σέρδα: «Η επανάστασή μου ήταν πάντα να παραμένω ζωντανή»

 


Συγγραφέας και ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των γυναικών, η Μεξικανή Ντάλια δε λα Σέρδα εισέρχεται δυναμικά στο λογοτεχνικό προσκήνιο με τη συλλογή διηγημάτων της, Αδέσποτες Σκύλες, που πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά.

Πρωταγωνίστριές της, Μεξικανές εγκλωβισμένες στον κύκλο της πολιτικής βίας, ως θύματα και θύτριες. Μια χειμαρρώδης συζήτηση με την συγγραφέα.

Σε ποιον βαθμό οι καταβολές σου από την εργατική τάξη και η ζωή σου στο περιθώριο σε έχουν διαμορφώσει ως ακτιβίστρια, συγγραφέα και άνθρωπο;

Οι καταβολές μου και το γεγονός ότι έζησα στο περιθώριο έχουν διαμορφώσει απολύτως όλα όσα κάνω.

Οι πολιτικές και λογοτεχνικές μου δεσμεύσεις είναι βαθιά διατομεακές όσον αφορά στην τάξη και τη φυλή, και ο ακτιβισμός μου διαμορφώνεται από αυτήν τη βιωμένη εμπειρία.

Η επανάστασή μου ήταν πάντα να παραμένω ζωντανή.

Όχι ως μεταφορά για τον κίνδυνο τού να είσαι γυναίκα στο Μεξικό -επειδή δεν αντιμετωπίζουν όλες οι γυναίκες το ίδιο επίπεδο κινδύνου-, αλλά επειδή έχω σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας και αυτοκτονικό ιδεασμό από την παιδική μου ηλικία.

Οι γυναίκες που διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο στο Μεξικό είναι συνήθως οι πιο επισφαλείς και φυλετικοποιημένες:

Γυναίκες που πρέπει να εργάζονται τη νύχτα ή την αυγή, γυναίκες χωρίς δίκτυα υποστήριξης, γυναίκες που παραμένουν σε κακοποιητικές σχέσεις, γυναίκες των οποίων η οικονομική ευαλωτότητα τις εκθέτει σε βία.

Δε βρίσκομαι σε αυτήν την κατάσταση. Δε βιώνω ενδοοικογενειακή βία, η μητέρα μου μένει στον κάτω όροφο, έχω ισχυρούς κύκλους υποστήριξης και δε χρειάζεται να εργάζομαι σε επικίνδυνες ώρες.

Αυτό που αντιμετωπίζω είναι το δημόσιο μίσος. Η λογοτεχνική μου επιτυχία, οι πολιτικές μου απόψεις και το γεγονός ότι γράφω από και για την εργατική τάξη έχουν δημιουργήσει τόσο αγάπη, όσο και μεγάλη εχθρότητα.

Και στο Μεξικό, το να είσαι μια πολιτικά αθυρόστομη γυναίκα -ειδικά μια γυναίκα η οποία γράφει για την κοινωνική τάξη, τη φυλή, τις αμβλώσεις, τη μετανάστευση και τον φεμινισμό- σημαίνει πως είσαι συνεχώς εκτεθειμένη σε εχθρότητα.

Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι επιθυμούν ανοιχτά τον θάνατό μου. Το να παραμείνω ζωντανή είναι, επομένως, και μια πολιτική πράξη· είναι σαν να αρνούμαι να εξαφανιστώ για να ικανοποιήσω όσους θέλουν να φιμωθεί η φωνή μου.

Πώς ορίζεις τη «λογοτεχνία της εργατικής τάξης» στο Μεξικό σήμερα;

Είναι δύσκολο να οριστεί, επειδή το Μεξικό έχει μακρά Ιστορία στη λογοτεχνία για την εργατική τάξη, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της έχει γραφτεί με ένα εξωτερικό, μερικές φορές εξωτικοποιημένο βλέμμα - ένα είδος λογοτεχνικού σαφάρι.

Συγγραφείς από μεσαία ή ανώτερα κοινωνικά στρώματα επισκέπτονται περιβάλλοντα εργατικής τάξης, καταναλώνουν αυτές τις εμπειρίες και στη συνέχεια τις παρουσιάζουν στη λογοτεχνία. Άλλοτε το κάνουν καλά, άλλοτε όχι και τόσο.

Για μένα, αυτό που εξακολουθεί να λείπει είναι η λογοτεχνία δημιουργημένη από τους ίδιους τους ανθρώπους της εργατικής τάξης, γραμμένη από τη δική τους βιωματική εμπειρία.

Αυτό παραμένει σπάνιο στο Μεξικό, επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι με πρόσβαση σε εκδόσεις προέρχονται από πιο προνομιούχες τάξεις.

Η μεξικανική λογοτεχνία εξακολουθεί να οφείλει χώρο στις φωνές της εργατικής τάξης να μιλήσουν για τον εαυτό τους.

Συνίδρυσες τη φεμινιστική οργάνωση Morras Help Morras. Μπορείς να μου πεις περισσότερα γι’ αυτήν την οργάνωση και για το τι έχει πετύχει μέχρι στιγμής;

Αρχίσαμε να εργαζόμαστε κρυφά γύρω στο 2012-2013 και το 2014 αρχίσαμε να χρησιμοποιούμε δημόσια το όνομα Morras Help Morras.

Συνοδεύσαμε γυναίκες σε αμβλώσεις σε πολιτείες όπου η άμβλωση εξακολουθούσε να ποινικοποιείται.

«Παράνομη» δε σημαίνει μη ασφαλής: ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ταξινομεί τις αμβλώσεις ως ασφαλείς, λιγότερο ασφαλείς ή μη ασφαλείς, και μια παράνομη έκτρωση μπορεί να είναι απολύτως ασφαλής εάν ακολουθηθεί το σωστό πρωτόκολλο.

Επί χρόνια αντιμετωπίζαμε πολιτικές διώξεις, επιθέσεις από συντηρητικές ομάδες, ακόμη και αντίσταση από ορισμένους φεμινιστικούς τομείς που αντιτίθεντο στις δημόσιες συζητήσεις σχετικά με τον ασφαλή τρόπο χρήσης της μισοπροστόλης, η οποία είναι ένα μη συνταγογραφούμενο φάρμακο στο Μεξικό.

Τι έχουμε καταφέρει;

- Έχουμε συνοδεύσει χιλιάδες γυναίκες και έγκυες, σε 5 έως 10 επεμβάσεις την ημέρα, χωρίς σοβαρές επιπλοκές

- Συνεισφέραμε στην αποποινικοποίηση των αμβλώσεων στο Αγουασκαλιέντες, όπου ζούμε και εργαζόμαστε.

- Αμφισβητήσαμε τα ταξικά και ρατσιστικά επιχειρήματα στο πλαίσιο του κυρίαρχου φεμινιστικού λόγου, ειδικά εκείνα τα οποία παρουσιάζουν την άμβλωση ως μορφή κοινωνικής εκκαθάρισης.

Ο ακτιβισμός μας διαμορφώνεται βαθιά από την κοινωνική και φυλετική τάξη.

Εργαζόμαστε σε ιδιαίτερα περιθωριοποιημένες γειτονιές όπου η άμβλωση συχνά στιγματίζεται και υποστηρίζουμε μια προσέγγιση η οποία σέβεται την αυτονομία και την αξιοπρέπεια του κυοφορούντος ατόμου.

Ποια είναι η τρέχουσα κατάσταση των αμβλώσεων στο Μεξικό - από νομικής, πολιτικής και κοινωνικής άποψης;

Η άμβλωση είναι πλέον νόμιμη σε όλο σχεδόν το Μεξικό μέχρι τη δωδέκατη εβδομάδα της κύησης, και είναι δωρεάν.

Υπάρχουν ακόμη ηθικά εμπόδια σε ορισμένα νοσοκομεία, αλλά δεν υπάρχει πλέον ποινικοποίηση για τις γυναίκες που κάνουν έκτρωση ή για εκείνες που τις συνοδεύουν.

Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα αποφανθεί ότι η ποινικοποίηση της άμβλωσης είναι αντισυνταγματική.

Αν και η νομοθεσία του Μεξικού δεν είναι η πιο εκτεταμένη -θα προτιμούσα ένα μοντέλο πιο κοντά στο μοντέλο της Κολομβίας, όπου η έκτρωση είναι νόμιμη έως την 22η εβδομάδα-, η πρόσβαση στο Μεξικό είναι ευρεία, τα δίκτυα υποστήριξης ισχυρά και το κοινωνικό στίγμα μειώνεται.

Η έκτρωση έχει γίνει ένα φυσιολογικό μέρος των καθημερινών συζητήσεων.

Σε μια εποχή κυριαρχούμενη από διαφορετικές μορφές φονταμενταλισμού, ποιες θεωρείς πιο επικίνδυνες και γιατί;

Από την πολιτική μου σκοπιά -υποστηρίζοντας τη νόμιμη άμβλωση, τους νόμους για την ισότητα των φύλων, την ισότητα στον γάμο, τους νόμους για την ταυτότητα φύλου και τις μη επιθετικές πολιτικές μετανάστευσης- οι πιο επικίνδυνοι φονταμενταλισμοί στη Λατινική Αμερική είναι ο ιουδαιοχριστιανικός και η ακροδεξιά.

Μεγάλωσα σε χριστιανικό σπίτι, επομένως γνωρίζω την τεράστια επιρροή που έχουν αυτοί οι θρησκευτικοί θεσμοί.

Αν και το Μεξικό είναι συνταγματικά ένα κοσμικό κράτος και τα μέλη του κλήρου υποτίθεται ότι δεν παρεμβαίνουν σε πολιτικά ζητήματα, στην πραγματικότητα το κάνουν συχνά.

Στη Βραζιλία, οι Προτεστάντες πάστορες έκαναν ανοιχτά εκστρατεία υπέρ του Μπολσονάρου.

Στο Μεξικό, οι ιερείς δίνουν τακτικά οδηγίες στους ανθρώπους να ψηφίζουν υποψηφίους οι οποίοι υπερασπίζονται τις «οικογενειακές αξίες».

Αυτό το επίπεδο πολιτικής επιρροής καθιστά τους συγκεκριμένους φονταμενταλισμούς ιδιαίτερα επικίνδυνους.

Η συλλογή διηγημάτων Αδέσποτες Σκύλες αφηγείται τις ιστορίες διαφορετικών γυναικών. Τι σε γοητεύει περισσότερο στη φόρμα του διηγήματος;

Ερωτεύτηκα τη φόρμα του διηγήματος από ανάγκη.

Για πολλά χρόνια είχα τρεις ή τέσσερις δουλειές ταυτόχρονα:

Υπάλληλος σε τηλεφωνικό κέντρο, πωλήτρια σε υπαίθρια αγορά, πωλήτρια προϊόντων καταλόγου, εργαζόμενη σε μπαρ και αργότερα σε γραφείο σύνταξης εφημερίδας. Είχα πολύ λίγο χρόνο.

Το διήγημα μού επέτρεψε να γράψω ολοκληρωμένες αφηγήσεις σε 5 έως 20 σελίδες χωρίς την πίεση της δημιουργίας ενός ολοκληρωμένου μυθιστορήματος 120 ή 130 σελίδων.

Μου επέτρεψε να αξιοποιήσω στο έπακρο τον λίγο χρόνο που είχα, ενώ παράλληλα ανέπτυσσα ένα λογοτεχνικό έργο.

Τι ενώνει αυτούς τους διαφορετικούς γυναικείους χαρακτήρες, πέρα ​​από την επιθυμία τους να επιβιώσουν σε έναν ασφυκτικό πατριαρχικό κόσμο;

Αυτό που τις ενώνει είναι πως είναι πιο ισχυρές από την πατριαρχική, ρατσιστική και καπιταλιστική βία η οποία τις περιβάλλει. Δεν επιβιώνουν μόνο από αυτήν τη βία - πολλές από αυτές την ξεπερνούν, της αντιστέκονται ή τη μεταμορφώνουν.

Οι χαρακτήρες πεθαίνουν, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις ο θάνατος δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Ήθελα να στείλω αυτό το μήνυμα: στο Μεξικό, η βία δε χρειάζεται να καθορίζει το πεπρωμένο μας.

Οι Μεξικανές αντιμετωπίζουν τον ρατσισμό, τις ταξικές διακρίσεις, την πατριαρχία και τον καπιταλισμό καθημερινά με όποιους πόρους έχουν στη διάθεσή τους.

«Το να είσαι γυναίκα είναι μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης», λέει μια αφηγήτρια. Με ποια έννοια;

Όταν άρχισα να γράφω αυτό το βιβλίο πριν από δέκα χρόνια (σημ.: η συνέντευξη δόθηκε τον Δεκέμβριο του 2025), η κύρια ανησυχία μου ήταν η γυναικοκτονία στην ερωτική ζωή.

Στο Μεξικό, επτά έως έντεκα γυναίκες σκοτώνονται καθημερινά και η συντριπτική πλειοψηφία δε σκοτώνεται σε ένοπλες συγκρούσεις, αλλά από συντρόφους -ή πρώην συντρόφους-, άντρες που κάποτε έλεγαν: «Σ’ αγαπώ».

Εκείνη την εποχή, το να είσαι γυναίκα έμοιαζε με κατάσταση έκτακτης ανάγκης, επειδή ούτε καν το σπίτι σου, ούτε το άτομο που ισχυρίζεται ότι σε αγαπάει, δεν εγγυώνται ασφάλεια.

Σήμερα, εξακολουθώ να πιστεύω πως το να είσαι γυναίκα μπορεί να είναι επικίνδυνο, ειδικά όταν είσαι σε σχέση με έναν άντρα που δεν έχει συναισθηματικά εργαλεία ή βρίσκεται σε ευάλωτη συναισθηματική κατάσταση.

Αλλά αυτήν τη στιγμή στο Μεξικό, πιστεύω ότι η πραγματική κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι το να είσαι ένας νεαρός, φυλετικοποιημένος, επισφαλής άνδρας, ο οποίος στατιστικά είναι αυτός που πεθαίνει μαζικά στον συνεχιζόμενο πόλεμο κράτους-καρτέλ.

Ο τίτλος σου αναφέρεται στον Ταραντίνο. Πόσο κοντά είσαι στον νεο-νουάρ κινηματογράφο και γιατί;

Λατρεύω τον βίαιο κινηματογράφο, τις ταινίες τρόμου και τα ακραία φιλμ.

Η οικογένειά μου δούλευε σε νυχτερινές βάρδιες σχεδόν όλη την παιδική μου ηλικία, οπότε συχνά περνούσα τις νύχτες μόνη.

Το να παρακολουθώ τις πιο ασεβείς, ενοχλητικές ταινίες που μπορούσα να βρω με βοήθησε να διαχειριστώ το άγχος μου. Μου αρέσουν επίσης οι ταινίες εκδίκησης και οι υπερβολικά βίαιες αφηγήσεις.

Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναφορά στον Ταραντίνο δεν ήταν καλλιτεχνική. Ήταν τυχαία. Ενώ έγραφα το προσχέδιο για τις Αδέσποτες Σκύλες, ο σύζυγός μου έβλεπε το Reservoir Dogs. Μου άρεσε ο τίτλος και τον προσάρμοσα.

Αυτή είναι όλη η ιστορία.

Πότε -και πώς- θα σταματήσει το Μεξικό να είναι «ένα τέρας που καταβροχθίζει τις γυναίκες»;

Πιστεύω ότι το τέρας δεν καταβροχθίζει όλες τις γυναίκες εξίσου.

Καταβροχθίζει κυρίως γυναίκες οι οποίες έχουν καταστεί επισφαλείς, γυναίκες φυλειτικοποιημένες, χωρίς δίκτυα υποστήριξης, γυναίκες παγιδευμένες σε βίαιες σχέσεις ή σε οικονομικές συνθήκες που τις εκθέτουν σε βλάβη.

Για να διαλύσουμε αυτό το τέρας, χρειαζόμαστε διαρθρωτικές αλλαγές:

Αξιοπρεπή στέγαση. Μη επισφαλείς θέσεις εργασίας. Ολοκληρωμένη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση. Προσιτή φροντίδα ψυχικής υγείας.

Κοινοτικά δίκτυα αρκετά ισχυρά για να βοηθήσουν τις γυναίκες να εγκαταλείψουν κακοποιητικές σχέσεις. Μη τιμωρητικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης.

Χρειαζόμαστε επίσης οι άνδρες να έχουν πρόσβαση σε εργαλεία συναισθηματικής ρύθμισης.

Ένας άντρας ο οποίος δεν μπορεί να διαχειριστεί την απογοήτευση, τον φόβο ή την εγκατάλειψή του είναι ένας άντρας σε κίνδυνο - για τον εαυτό του και άλλους.

Πιστεύω πράγματι ότι το Μεξικό μπορεί να πάψει να είναι αυτό το τέρας, αλλά όχι μέσω ηθικού διαλόγου.

Πρέπει να συμβεί μέσω της υλικής μεταμόρφωσης των συνθηκών που παράγουν βία.

Ευχαριστώ θερμά το τιμ των Εκδόσεων Carnívora για την πολύτιμη συνδρομή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης, και φυσικά την συγγραφέα για το φλογερό, ασυμβίβαστο πνεύμα της.

Η συλλογή διηγημάτων Αδέσποτες Σκύλες της Ντάλια δε λα Σέρδα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora σε μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη.




Πέμπτη 6 Μαρτίου 2025

«Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα»: Συζητώντας με τις μεταφράστριες του βιβλίου

 

Κριστίνα Ριβέρα Γκάρσα (Φωτογραφία: Juan Rodrigo Llaguno)

Βραβευμένο με το Πούλιτζερ για το 2024, το Αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα της Μεξικανής ιστορικού και μυθιστοριογράφου Κριστίνα Ριβέρα Γκάρσα ανατέμνει τη γυναικοκτονία της αδερφής της συγγραφέως από τον πρώην σύντροφό της.

Εξιστορεί, συνάμα, τον μέχρι στιγμής αδικαίωτο νομικό αγώνα της συγγραφέως. Το βιβλίο κυκλοφορεί στις 8 Μαρτίου από τις Εκδόσεις Carnívora. Συζητώντας με τις μεταφράστριές του, Ασπασία Καμπύλη και Χριστίνα Φιλήμονος.

Πάντα εκλεκτικές -συχνά με απρόσμενο τρόπο-, οι Εκδόσεις Carnívora ανοίγονται με την κυκλοφορία του βραβευμένου με Πούλιτζερ βιβλίου της Κριστίνα Ριβέρα Γκάρσα, Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, και στο πεδίο των απομνημονευμάτων.

Ήταν η ανακάλυψη/αποκάλυψη του συγκεκριμένου βιβλίου που πυροδότησε αυτό το άνοιγμα; Ή προϋπήρχε ως στρατηγική επιλογή, απλώς δεν είχε βρεθεί το κατάλληλο όχημα που θα την υλοποιούσε;

Το Aήττητο Kαλοκαίρι της Λιλιάνα είναι ένα βιβλίο που θα εκδίδαμε σε κάθε περίπτωση, δεδομένου ότι το θεωρούμε απολύτως εναρμονισμένο με την εκδοτική μας γραμμή, τόσο ως προς τη θεματολογία, όσο και ως προς το ύφος και τη γλώσσα.

Σχετικά με την κατηγοριοποίηση του καταλόγου μας, τώρα, ήδη έχουμε εγκαινιάσει (με το Η Ζωή δεν είναι Χρήσιμη, ένα εξίσου ιδιαίτερο βιβλίο) τη σειρά Blanca, τη δοκιμιακή μας σειρά.

Τη σχεδιάσαμε με σκοπό να φιλοξενήσουμε ακριβώς τέτοιου είδους non-fiction κείμενα, μολονότι δεν πρόκειται πάντα για δοκίμια με την αυστηρή έννοια του όρου, αλλά πιο πολύ για κείμενα που πραγματεύονται κρίσιμα σύγχρονα κοινωνικά θέματα με γλώσσα και ύφος αρκετά απρόσμενα, για να χρησιμοποιήσουμε τον δικό σας χαρακτηρισμό.

Γιατί εκτιμάτε πως υπάρχει χώρος για απομνημονεύματα -εν προκειμένω σε μια χειραφετητική σίγουρα κατεύθυνση- σε μια φαινομενικά υπερκορεσμένη εγχώρια εκδοτική αγορά;

Το Aήττητο Kαλοκαίρι της Λιλιάνα είναι ένα βιβλίο τόσο ιδιαίτερο που δεν χρειάστηκε να μας απασχολήσουν τέτοιου είδους ερωτήματα.

Αυτό που το χαρακτηρίζει δεν είναι το είδος, τα απομνημονεύματα ή η βιογραφία, κατηγορία στην οποία κέρδισε το Πούλιτζερ, αλλά ο άκρως λογοτεχνικός τρόπος με τον οποίο συνθέτει τα αποσπάσματα μιας ζωής:

Μέσα από ημερολόγια, σημειώσεις σε σχολικά τετράδια, επιστολές της Λιλιάνα, συνεντεύξεις με τους φίλους της, με την καταγραφή -με τρόπο πολλές φορές ποιητικό και αφαιρετικό- της έρευνας προς την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.

Σε κάθε περίπτωση, σας συγχαίρω γι’ αυτήν την επιλογή, παρότι, ως αναγνώστης, βίωσα έναν συνδυασμό αποκαρδίωσης, οργής και παραίτησης διαβάζοντάς το βιβλίο.

Ποια ήταν τα δικά σας κυρίαρχα συναισθήματα όταν πρωτοέπεσε στα χέρια σας και πώς αυτά μετεξελίχθηκαν κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, και κατόπιν στο πλαίσιο της μεταφραστικής διαδικασίας;

Τα συναισθήματά μας ήταν μάλλον παρόμοια με τα δικά σας.

Αλλά, ως μεταφράστριες μάς γοήτευσε επιπλέον η δομή, το ύφος, ο αντικομφορμισμός της Λιλιάνα όπως αποτυπώνεται μέσα από τη χρήση της γλώσσας -ακόμα και της στίξης- στα γραπτά της κείμενα.

Ενώ, όσο προχωρούσε η μεταφραστική διαδικασία, ήμασταν όλο και πιο πεπεισμένες ότι είναι ένα βιβλίο που ταιριάζει απόλυτα στην εκδοτική φιλοσοφία της Carnívora.

Φτάνοντας στην έκδοση, δεν μπορούμε να μην αισθανόμαστε συγκίνηση και πως αποτίνουμε τον ελάχιστο φόρο τιμής στη φωτεινή αυτή νεαρή γυναίκα και στον αγώνα της αδελφής της για δικαιοσύνη.

Δεδομένης της μεταφραστικής εμπειρίας και των δύο σας, πώς διαχειριστήκατε τη μεταφραστική διαδικασία; Υπήρξε συλλογικό εγχείρημα εξ αρχής ή κατανεμήθηκε μεταξύ σας και στη συνέχεια δουλεύτηκε εκ νέου από κοινού;

Η κατανομή έγινε πιο πολύ με υφολογικά κριτήρια, που στην προκειμένη περίπτωση, κατά βολικό τρόπο, συνέπιπταν με τον χωρισμό του βιβλίου περίπου στη μέση.

Εν συνεχεία, η καθεμία επιμελήθηκε εξ ολοκλήρου το βιβλίο, και από κοινού παρακολουθήσαμε κάθε στάδιο της τελικής επιμέλειας μέχρι την έκδοσή του.

Πέρα από τις ερευνητικές και τις λογοτεχνικές αρετές του αλλά και της ανάδειξης ενός βαθέος συναισθηματικού πυρήνα, το Αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα επιβεβαιώνει τη ζοφερή «παράδοση» των γυναικοκτονιών στο Μεξικό.

Από την άλλη, αποκαλύπτει και την ύπαρξη ενός παράλληλου ανυπότακτου, πολύχρωμου κόσμου, που αντιστέκεται, διαδηλώνει, συγκρούεται. Ποιες είναι οι ομοιότητες ανάμεσα στην ελληνική και τη μεξικανική πραγματικότητα;

Υπάρχουν ομοιότητες, καθώς τόσο στο Μεξικό όσο και στην Ελλάδα η έμφυλη βία και οι γυναικοκτονίες αποτελούν μια οδυνηρή πραγματικότητα.

Ωστόσο, αυτό στο οποίο θέλουμε να σταθούμε είναι σε ένα αμφιλεγόμενο δυστυχώς ζήτημα για την Ελλάδα και συνάμα ένα στοιχείο-βασικό σημείο της ρητορικής της Γκάρσα: τη βαρύτητα της γλώσσας.

Στο Μεξικό, ο όρος «γυναικοκτονία» είναι θεσμικά κατοχυρωμένος και αναγνωρισμένος, ενώ στην Ελλάδα ακόμη γίνεται αγώνας για την αποδοχή του.

Το Αήττητο Καλοκαίρι της Λιλιάνα υπογραμμίζει το πόσο σημαντικό είναι να ονομάζουμε τα πράγματα με ακρίβεια, γιατί μόνο έτσι μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά.

Η Ελλάδα έχει ακόμα να μάθει πολλά σε αυτό το επίπεδο, καθώς η αποδοχή του όρου δεν είναι απλώς συμβολική - είναι ένα απαραίτητο βήμα για την καταπολέμηση της έμφυλης βίας.

«Το πένθος είναι το τέλος της μοναξιάς», γράφει κάπου η Κριστίνα Ριβέρα Γκάρσα.

Το πιστεύετε κι εσείς; Μπορούν η απώλεια, το τραύμα και το πένθος να λειτουργήσουν απελευθερωτικά - σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο; Κι αν ναι, γιατί;

Ναι, το πιστεύουμε, επειδή πένθος σημαίνει ότι συνειδητοποιείς και αποδέχεσαι την απώλεια, ότι παύεις να ζεις ανάμεσα στους νεκρούς και ότι κατά κάποιο τρόπο συγχωρείς τον εαυτό σου που ζεις και βάζεις τέλος στην επιβεβλημένη από τις ενοχές απομόνωση.

Και ναι, η απώλεια, το τραύμα και το πένθος μπορούν να λειτουργήσουν απελευθερωτικά, και το βλέπουμε να συμβαίνει, αρκεί να συνοδεύονται από τον αναγκαίο αγώνα για δικαίωση.

Eντέλει, ο (νομικός) αγώνας για το εκ νέου άνοιγμα της συγκεκριμένης υπόθεσης γυναικοκτονίας παραμένει σε εξέλιξη ή έχει ανασταλεί; Πότε παραγράφονται οι ανθρωποκτονίες σύμφωνα με το μεξικανικό ποινικό δίκαιο;

Η υπόθεση της γυναικοκτονίας της Λιλιάνα παραμένει επίσημα ανοιχτή, καθώς ο βασικός ύποπτος, Άνχελ Γκονσάλες, δεν έχει συλληφθεί ποτέ και παραμένει φυγόδικος.

Η έλλειψη σημαντικής προόδου στην έρευνα και η απουσία συγκεκριμένων ενεργειών από τις αρχές έχουν οδηγήσει σε αίσθηση ατιμωρησίας και στασιμότητας στη διαδικασία της δικαιοσύνης.

Αρχικά, το έγκλημα χαρακτηρίστηκε ως «απλή ανθρωποκτονία», κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να δοθεί μικρότερη προτεραιότητα στην αναζήτηση του δράστη.

Επιπλέον, η κυρίαρχη αντίληψη του εγκλήματος ως «παθητικού εγκλήματος πάθους» και η έλλειψη της αντίληψης φύλου στις έρευνες εκείνης της εποχής, καθώς και η απουσία του όρου «γυναικοκτονία» στην τότε νομοθεσία, δυσχέραιναν τη σωστή αντιμετώπιση της υπόθεσης.

Η Κριστίνα Ριβέρα Γκάρσα έχει αναφέρει σε συνεντεύξεις ότι υπάρχουν ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες ο Γκονσάλες μπορεί να έχει πεθάνει στην Καλιφόρνια, αν και αυτό δεν έχει επιβεβαιωθεί επίσημα.

Η οικογένεια της Λιλιάνα δεν έχει βρει ακόμη δικαιοσύνη.

Ευχαριστώ θερμά την Μάχη Κανελλάκη, Υπεύθυνη Επικοινωνίας των Εκδόσεων Carnívora, για την πολύτιμη συνδρομή της στην υλοποίηση της συνέντευξης και για την παραχώρηση της φωτογραφίας της συγγραφέως.

Το βιβλίο της Κριστίνα Ριβέρα Γκάρσα Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora το Σάββατο 8 Μαρτίου σε μετάφραση των Ασπασίας Καμπύλη και Χριστίνας Φιλήμονος.



Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2025

Murcof: «Είναι δύσκολο να ξέρεις ποιο έρχεται πρώτο, η ζωή ή η μουσική»

 


Συνομιλώντας με τον μεξικανικής καταγωγής εμβληματικό συνθέτη και παραγωγό ηλεκτρονικής μουσικής Murcof, ενόψει της συναυλιακής του εμφάνισης με τον εξίσου ξεχωριστό Jan Jelinek το Σάββατο 15 Φεβρουαρίου στο Ωδείον Αθηνών.

Η συνειδητή επιλογή ενός σκηνικού ονόματος συνήθως υποδηλώνει κάτι σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ένας καλλιτέχνης αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ή επιθυμεί να τον προσδιορίσουν οι άλλοι.

Τι σημαίνει η επιλογή του ονόματος Murcof;

Φοβάμαι πως δεν υπάρχει κανένα εσωτερικό νόημα πίσω από αυτό.

Το Murcof είναι απλώς ένα αρκτικόλεξο του ονόματός μου: MURillo COrona Fernando. Έψαχνα για κάτι που δε θα πρόδιδε αμέσως την εθνικότητά μου, οπότε αυτό ήταν τέλειο.

Δεδομένου ότι οι περισσότερες από τις αρχικές μου επιρροές και το σαμπλαρισμένο υλικό προέρχονταν από δίσκους Ανατολικοευρωπαίων συνθετών -Γεωργία (Kαντσέλι), Εσθονία (Περτ), Ουγγαρία (Λιγκέτι), Ουκρανία (Σιλβέστροφ), Ρωσία (Γκουμπαϊντουλίνα)-, το Murcof ακουγόταν σαν όνομα από αυτήν την περιοχή, τουλάχιστον σε μένα, οπότε το κράτησα.

Στον ιστότοπό σου, και κάτω από το καλλιτεχνικό/σκηνικό σου όνομα, χρησιμοποιείς το συνοπτικό «tagline» «μινιμαλιστική ηλεκτρονική μουσική από τον εσωτερικό χώρο/εσωτερικό διάστημα».

Προφανώς σε αντίθεση με το «απώτερο διάστημα», για να επισημάνω την ενδοσκοπική φύση της δουλειάς μου.

Τι σε προσέλκυσε πρωτίστως στην ηλεκτρονική μουσική και πού μπορεί να αποδοθεί η κλίση σου προς έναν πολύ προσωπικό -αλλά όχι ακριβώς αυτοαναφορικό- μινιμαλισμό;

Η λατρεία μου για την ηλεκτρονική μουσική ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του '70, όταν ήμουν παιδί, με ένα από τα αγαπημένα μου άλμπουμ από τη συλλογή βινυλίων του πατέρα μου, το  Jon Santo plays Bach.

Πολύ παρόμοια δουλειά με το διάσημο άλμπουμ Switched on Bach της Wendy Carlos, αλλά πολύ καλύτερη από κάθε άποψη, κατά τη γνώμη μου.

Και όχι πολύ αργότερα με τα αριστουργηματικά άλμπουμ του Jean Michael Jarre, Oxygene and Equinox, τα οποία εδραίωσαν τη λατρεία μου για την ηλεκτρονική μουσική.

Παρόλο που δεν ήταν ακριβώς μια αμιγώς ηλεκτρονική μπάντα, οι Pink Floyd είχαν επίσης τεράστιο αντίκτυπο πάνω μου στην παιδική μου ηλικία και στην αρχή της εφηβείας μου,

Ειδικά τα άλμπουμ The Final Cut και The Wall, τα οποία εναλλάσσονταν αγρίως στο γουόκμαν μου.

Η εννοιολογική φύση των άλμπουμ τους, τα μεγάλης διάρκειας τραγούδια, η έντονη χρήση ηχογραφήσεων πεδίου και άλλων μη μουσικών ήχων άσκησαν μεγάλο αντίκτυπο σε μένα.

Οι μινιμαλιστικές επιρροές ήρθαν λίγο αργότερα, στις αρχές και στα μέσα της δεκαετίας του ’90 (τα είκοσί μου), όταν ανακάλυψα σύγχρονους συνθέτες, όπως οι Φέλντμαν, Λιγκέτι, Περτ, Σέλσι κ.λπ.

Ήταν μια πολύ συναρπαστική περίοδος μουσικής ανακάλυψης για μένα, αλλά η πρόσβαση σε αυτό το είδος μουσικής δεν υπήρχε στη γενέτειρά μου.

Έπρεπε, επομένως, να περάσουμε τα σύνορα με προορισμό το Σαν Ντιέγκο για να αγοράσουμε μουσική. Ευτυχώς δεν ήταν πολύ μακριά από το μέρος όπου ζούσα τότε, στο βορειοδυτικό Μεξικό.

Εγώ κι οι φίλοι μου πηγαίναμε εκεί τα Σαββατοκύριακα, πηδώντας από το ένα δισκάδικο στο άλλο:

Tower Records, Licorice Pizza, Off the Record και άλλα τέτοια -όλα έχουν κλείσει εδώ και καιρό, φυσικά-, αγοράζοντας όλα τα είδη μουσικής. Όχι μόνο μοντέρνα κλασική.

Επισκεπτόμουν επίσης τη βιβλιοθήκη του SDSU μόνος μου μερικές φορές, η οποία ήταν ανοιχτή σε μη φοιτητές όπως εγώ. Είχαν μια τεράστια συλλογή μοντέρνας μουσικής.

Περνούσα ολόκληρα απογεύματα εκεί απλά διαλέγοντας τυχαίους δίσκους για να τους ακούσω από τους προσωπικούς τους θαλάμους ακρόασης που υπήρχαν στον χώρο, γράφοντας τα ονόματα όσων μου άρεσαν για να τους αγοράσω αργότερα.

Όσον αφορά στη μινιμαλιστική ηλεκτρονική μουσική, γνώρισα το minimal techno και το tech house από τους παλιούς μου φίλους Ruben Tamayo, γνωστό και ως Fax, και τον Ejival από τους Static Discos.

«Κόλλησα» αμέσως, χωρίς να ξέρω πως αυτό ήταν ό,τι χρειαζόμουν για να ολοκληρώσω τη φόρμουλα Murcof.  

Από νωρίς, σε γοήτευε η διάσταση/προοπτική του σχεδιασμού ήχου στο πλαίσιο της εμπλοκής σου με τη μουσική. Θα ήθελες να αναφερθείς πιο αναλυτικά σ’ αυτή;

Καθώς άρχισα να ενδιαφέρομαι περισσότερο να κάνω ηλεκτρονική μουσική, στα μέσα έως τα τέλη της δεκαετίας του ’80, ο πατέρας μου μού αγόρασε το πρώτο μου «σοβαρό» συνθεσάιζερ, το Kawai K1.

Πριν από αυτό είχα παίξει μόνο με ένα Yamaha Portasound και με το μικρό Casio SK1 sampler.

Εκ των υστέρων ακούγεται αρκετά λεπτό, αλλά τότε μου φαινόταν καταπληκτικό, άνοιξε έναν εντελώς νέο κόσμο.

Ήμουν γοητευμένος με τις δυνατότητες του σχεδιασμού ήχου, συνήθιζα να περνώ ώρες καταδυόμενος στο μενού και κάνοντας τυχαίες τροποποιήσεις παραμέτρων. «Κόλλησα».

Λίγο νωρίτερα είχα επίσης έναν υπολογιστή Commodore 64, ο οποίος είχε το διάσημο τσιπ ήχου SID, και παρόλο που τον χρησιμοποιούσα κυρίως για να παίζω βιντεοπαιχνίδια, έκανα και λίγο προγραμματισμό ήχου.

Επειδή, όμως, δεν είχα τρόπο να αγοράσω ένα περιφερειακό αποθήκευσης δεδομένων δισκέτας και οι γονείς μου δεν ήταν πεπεισμένοι ότι ήταν καλή ιδέα, δεν μπορούσα να αποθηκεύσω την πρόοδό μου.

Έτσι, γρήγορα απογοητεύτηκα και τα παράτησα και απλώς συνήθισα να παίζω παιχνίδια και να χαζολογάω με τον προγραμματισμό BASIC.

Η δισκογραφία σου είναι τεράστια και ποικιλόμορφη, οπότε θα εστιάσω σε μερικές από τις δουλειές σου. Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, οι τρεις πρώτες (Martes, Remembranza και Cosmos) συμπίπτουν με σημαντικές καμπές στη ζωή σου.

Είναι η μουσική και η σύνθεση οχήματα μέσω των οποίων στοχάζεσαι συνεχώς τον εαυτό σου; Με ποιους τρόπους έχουν επηρεάσει σημαντικά γεγονότα στη ζωή σου (πατρότητα, θάνατος, μετανάστευση) την καλλιτεχνική σου προσέγγιση;

Η μουσική ήταν μέρος της ζωής μου από τότε που γεννήθηκα, χάρη στον πατέρα μου.

Ήταν κυρίως κιθαρίστας μπλουζ αλλά έπαιζε και πολλά άλλα όργανα και γίνονταν τακτικά τζαμαρίσματα στο σπίτι μας με τους θείους μου και μερικούς από τους φίλους του.

Οπότε, καθώς μεγάλωνα, ήταν φυσικό να ασχοληθώ με τη μουσική αρχικά ως χόμπι και αργότερα ως επάγγελμα.

Αλλά η μουσική είναι ένα εγγενές μέρος της ζωής μας είτε είσαι μουσικός είτε όχι. Μια αφηρημένη γλώσσα που κινείται αμφίδρομα δίνοντας φωνή στην εσωτερική μας ζωή, αλλά και επηρεάζοντας την.

Επομένως, είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις το ένα από το άλλο, ή να ξέρεις ποιο έρχεται πρώτο, η ζωή ή η μουσική.

Συγκεράζοντας αναλογικά συνθεσάιζερ και σύγχρονες τεχνικές παραγωγής, με τις διακριτές κινηματογραφικές πινελιές σου, το Twin Color (vol 1), το πιο πρόσφατο άλμπουμ σου, είναι μια πολύ-αισθητηριακή οπτικοακουστική εμπειρία.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι εν μέρει επινοήθηκε στο πλαίσιο -ή στον απόηχο- της εποχής της «πανδημίας», σε ποιον βαθμό έχει αναδιαμορφωθεί με τα χρόνια; Και πόσο διαφορετικό -ή παρόμοιο- μπορεί να είναι το Vol 2;

Το Twin Color είναι σε μεγάλο βαθμό συνδεδεμένο με τα πεντηκοστά γενέθλιά μου, που ήταν τον Ιούλιο του 2020, εν μέσω της πανδημίας.

Και ο τόσος ελεύθερος χρόνο που είχα στα χέρια μου «χάρη» στο επιβεβλημένο λόκνταουν λόγω του κόβιντ, πραγματικά με έκανε να αναπολήσω την παιδική μου ηλικία και την πρώιμη εφηβεία μου (δεκαετίες ’70 και ’80).

Δεν υπήρχε, επομένως, καλύτερος τρόπος να βουτήξω σε μια νοσταλγική φρενίτιδα από τη μουσική.

Άρχισα, λοιπόν, ν’ ακούω τη μουσική που άκουγα τότε στο σπίτι, στο ραδιόφωνο, στο αυτοκίνητο του μπαμπά μου, στις ταινίες κ.λπ. Κάποια κλασικά ροκ πράγματα, αλλά κυρίως synth pop και new wave, καθώς και τα σάουντρακ της εποχής.

Προφανώς, άρα, αυτό το ταξίδι στη μνήμη επηρέασε τη μουσική που έκανα εκείνη την περίοδο, η οποία αργότερα ενοποιήθηκε σε ένα άλμπουμ το οποίο ονομάζεται Twin Color.

Ένα τίτλο που επινόησε η τετράχρονη τότε κόρη μου, παρεμπιπτόντως, η οποία χωρίς να ξέρει συνεργάστηκε στο άλμπουμ με τη φωνούλα της.

Αυτήν τη στιγμή προσπαθώ να βάλω τις βάσεις για το Vol 2. Σίγουρα θα είναι ένα άλμπουμ βασισμένο στο synth όπως ήταν το Vol 1, αλλά όχι τόσο βουτηγμένο στη νοσταλγία αυτήν τη φορά.

Το μόνο που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι το σημείο εκκίνησης είναι η σύνθεση FM, αλλά θα δούμε τι θα ακολουθήσει.

Η Λένα Πλάτωνος, πρωτοπόρος της σύγχρονης ηλεκτρονικής σκηνής της Ελλάδας, έχει παλαιότερα δηλώσει πως «η μουσική του μέλλοντος είναι η ηλεκτρονική». Συμμερίζεσαι τη βεβαιότητά της;

Σίγουρα τα εργαλεία παραγωγής ηλεκτρονικής μουσικής είναι σχεδόν πανταχού παρόντα στο στούντιο, ανεξαρτήτως είδους.

Νομίζω ότι στο μέλλον θα συνεχίσουμε να βλέπουμε πώς τα ήδη γκρίζα όρια μεταξύ των ειδών εξακολουθούν να θολώνουν και να διαλύονται.

Δε νομίζω, όμως, πως αυτό θα εκτοπίσει απαραιτήτως άλλα πιο «παραδοσιακά» είδη, συμπεριλαμβανομένης της αμιγώς ακουστικής μουσικής όπως στην κλασική μουσική, για παράδειγμα..

Ο πραγματικός ταραξίας της εποχής μας είναι χωρίς αμφιβολία η τεχνητή νοημοσύνη, καθώς γίνεται ολοένα και πιο πανταχού παρούσα και θα συνεχίσει να είναι, φτάνοντας τελικά σε κάθε μικρή γωνιά του μουσικού κόσμου και στη ζωή μας:

Από το πώς σκεφτόμαστε για τη μουσική μέχρι την τελική της παράδοση.

Σε ελάχιστο χρόνο, αν όχι ήδη, θα σχεδιάζουμε τα δικά μας όργανα, πραγματικά ή εικονικά, με μια απλή εντολή.

Ή ζητώντας από έναν εικονικό Mάιλς Ντέιβις, Στοκχάουζεν ή οποιονδήποτε άλλον επιθυμούμε να μας βοηθήσει «πρακτικά» στο τελευταίο μας κομμάτι.

Ή σχεδιάζοντας τα δικά μας προσωπικά νυχτερινά ηχοτοπία για να μας βοηθήσουν να φτάσουμε στον τέλειο βαθύ ύπνο, κ.λπ. Ή απλά συνεχίζοντας με ό,τι δούλευε πριν.

Σίγουρα μας περιμένουν ενδιαφέροντες καιροί, όχι χωρίς τους κινδύνους τους. Σίγουρα επεκτείνοντας στον νιοστό βαθμό το ήδη ευρύ φάσμα εργαλείων χειρισμού και παραγωγής ήχου που έχουμε στη διάθεσή μας.

Ευχαριστώ θερμά τον Murcof για τον χρόνο που μου αφιέρωσε και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Οι εμβληματικοί ηλεκτρονικοί συνθέτες/παραγωγοί Murcof και Jan Jelinek εμφανίζονται ζωντανά το Σάββατο 15 Φεβρουαρίου στο Αμφιθέατρο «Ιωάννης Δεσποτόπουλος» του Ωδείου Αθηνών στο πλαίσιο των St Paul’s Sessions 7 στις 21:00.