Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Ναταλία Γεωργοσοπούλου: «Δε διαχωρίζω την τέχνη από την πολιτική και τη ζωή»

 

Φανή Βοβώνη (αριστερά), Ναταλία Γεωργοσοπούλου (δεξιά)/ (Φωτογραφία: Αντωνία Κάντα)

Μια επί σκηνής κατάδυση στον κόσμο της έγκλειστης αντάρτισσας πόλεων Ουλρίκε Μάινχοφ επιχειρούν η ηθοποιός Ναταλία Γεωργοσοπούλου και η βιολίστρια Φανή Βοβώνη στην παράσταση Ulrike - Γράμματα από τη νεκρή πτέρυγα.

Συνομιλώντας με την Ναταλία Γεωργοσοπούλου με αφετηρία την εξαιρετική αυτή δουλειά, η οποία παρουσιάζεται στο Θέατρο Φούρνος μέχρι και τις 13 Μαΐου.

«Τα όπλα της κριτικής δεν μπορούν, βέβαια, να αντικαταστήσουν την κριτική των όπλων», έγραφε ο Καρλ Μαρξ στην εισαγωγή της Συμβολής στην Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου.

Ποιο είναι το, πρωτίστως υπαρξιακό και δευτερευόντως πολιτικό, «κατώφλι» που χρειάζεται να διαβεί ένας άνθρωπος προκειμένου να υπερβεί το πλαίσιο της τυπικής νομιμότητας, με ό,τι μια τέτοια επιλογή συνεπάγεται;

Γράφει η Ουλρίκε Μάινχοφ, το 1968 λίγο καιρό πριν περάσει στην παρανομία με τη RAF, στο περιοδικό Konkret:

«Διαμαρτυρία είναι όταν λέω πως αυτό και αυτό δε μου αρέσει. Αντίσταση είναι όταν φροντίζω αυτό που δε μου αρέσει, να μη συνεχιστεί. Η διαμαρτυρία είναι όταν αρνούμαι να αποδέχομαι κάτι. Η αντίσταση είναι όταν βεβαιώνομαι ότι όλος ο κόσμος επίσης παύει να το αποδέχεται».

To άρθρο της είχε τίτλο Από τη Διαμαρτυρία στην Αντίσταση. Δύο χρόνια μετά, η Μάινχοφ πήδηξε κυριολεκτικά και μεταφορικά από το παράθυρο της ως τότε ζωής της για να διεκδικήσει μια άλλη- ελεύθερη ζωή.

Η Ουλρίκε Μάινχοφ, την οποία ενσαρκώνεις με ένταση και συνέπεια στην παράσταση Ulrike - Γράμματα από τη νεκρή πτέρυγα, υπήρξε ένας τέτοιος άνθρωπος.

Τι, επομένως, σε εμπνέει, σαγηνεύει ή/και τρομάζει στην Μάινχoφ ως άνθρωπο, ριζοσπαστικό πολιτικό υποκείμενο και σκηνικό χαρακτήρα, 50 χρόνια μετά τη δολοφονία της στα κρατικά κολαστήρια του Στάμχαϊμ;

H Oυλρίκε Μάινχοφ έζησε τα παιδικά της χρόνια τη θηριωδία του ναζισμού. Έπειτα πολιτικοποιήθηκε και έγινε μαχόμενη δημοσιογράφος με έντονη παρουσία στα αντιπολεμικά κινήματα της εποχής. Στη συνέχεια, πέρασε στην παρανομία με τη RAF.

Βλέπει κάποιος την πορεία ενός ανθρώπου που φέρει το τραύμα του πολέμου και αναζητά μια άλλη συνθήκη ζωής, προσπαθώντας με κάθε μέσο να μην επαναληφθούν τα εγκλήματα του παρελθόντος. Αναζητά ένα παρόν και ένα μέλλον.

Στο τέλος, φυλακίζεται σε ειδικά κελιά, λευκά και ηχομονωμένα, βιώνοντας την πλήρη αισθητηριακή απομόνωση. Μέσα σ’ αυτήν τη συνθήκη η ενέργειά της για αντίσταση επιβιώνει.

Από το 1968 που έγραψε τη φράση την οποία προανέφερα μέχρι το 1976, που δολοφονείται, η αντίσταση την χαράσσει και την διαπερνά.

Στα γράμματά της βλέπεις την πίστη, τη δύναμη ενός ανθρώπου ο οποίος, ακόμα και όταν το σώμα τον εγκαταλείπει, η ψυχή και η σκέψη συγκροτείται για να κρατήσει την ιδεολογία.

Η επιστολογραφία της, στην οποία βασίζεται η παράσταση, μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά. Γιατί, ως δημιουργική ομάδα, επιλέξατε να καταπιαστείτε με το συγκεκριμένο κείμενο;

Τα γράμματά της, που μεταφράσαμε ο Σάββας Στρούμπος, η Φανή Βοβώνη κι εγώ, δεν είναι απλώς προσωπικές εξομολογήσεις ή πολιτικά ντοκουμέντα.

Οι λέξεις, οι φθόγγοι, οι σκέψεις, τα συναισθήματα, οι ήχοι αποτελούν, όπως έλεγε ο Σάββας στις πρόβες, μια σύγχρονη υπαρξιακή και ιστορική τραγωδία.

Τα έντονα βιώματα τα οποία βάζει στο χαρτί μάς κινητοποίησαν να μεταφράσουμε το υλικό και να το μεταφέρουμε στην σκηνή, σε μια παράσταση όπου ο λόγος, η μουσική, το σώμα προσπαθούν να αποκαλύψουν τις εσωτερικές διαδρομές ενός ανθρώπου που βιώνει την ακραία συνθήκη της πλήρους απομόνωσης των αισθήσεων.

Ενός ανθρώπου ο οποίος διατηρεί την ενέργεια για σκέψη, για δράση, για αντίσταση όταν το σώμα καταρρέει.

Δεν προσπαθούμε να αναπαραστήσουμε την Ουλρίκε Μάινχοφ επί σκηνής, η ζωή μάς υπερβαίνει.. Προσπαθούμε μέσω της ποιητικής να φέρουμε στο θέατρο τους ψυχικούς κραδασμούς μιας ανυπότακτης επαναστάτριας.

Γιατί η γραφή αποτελεί -ή μπορεί να αποτελέσει- «σανίδα σωτηρίας» σε καταστάσεις εγκλεισμού -πολύχρονου ή μη-, όπως συχνά έχουμε δει να συμβαίνει ανά τους αιώνες σε περιπτώσεις πολιτικών κρατουμένων, ίσως και όχι μόνο;

Σε συνθήκες απομόνωσης, όπου δε βλέπεις κανέναν και δεν ακούς τίποτα, η ενέργεια της γραφής φαντάζομαι είναι μια κάποια ανακούφιση.

Γράφοντας το ανείπωτο, πρέπει να είναι μια μορφή ενεργοποίησης και αντίστασης της σκέψης από τον εκάστοτε μηχανισμό ο οποίος συντρίβει τον κρατούμενο.

O μονόλογος είναι ένα θεατρικό είδος με ιδιαίτερες απαιτήσεις τόσο από τον/την ηθοποιό, όσο και από το εκάστοτε κοινό. Ποιες είναι οι κύριες προκλήσεις με τις οποίες κλήθηκες να αναμετρηθείς στη συγκεκριμένη παράσταση;

Θα έλεγα πως η παράσταση είναι ένα υβρίδιο θεάτρου, περισσότερο σαν σκηνική εγκατάσταση. Στη σκηνή είμαστε η Φανή Βοβώνη που παίζει βιολί και εγώ.

Ο λόγος και η μουσική, από κοινού, επιχειρούν ένα ταξίδι καταβύθισης στον κόσμο των γραμμάτων της Ουλρίκε Μάινχοφ. Αυτό το οποίο δεν μπορεί να πει ο λόγος έρχεται να το πει το βιολί και εκεί που το βιολί δεν είναι αρκετό είναι ο λόγος.

Είμαστε 2 ερμηνεύτριες οι οποίες προσπαθούμε με κάθε μέσο να υπερβούμε την κανονική συνθήκη χρήση της γλώσσας. Θα έλεγα, επομένως, ότι δεν πρόκειται για μονόλογο.


Φανή Βοβώνη (αριστερά), Ναταλία Γεωργοσοπούλου (δεξιά)/ (Φωτογραφία: Αντωνία Κάντα)



Επί σκηνής, συνυπάρχετε, λοιπόν, με την Φανή Βοβώνη, υπεύθυνη για την πρωτότυπη μουσική, τη μουσική δραματουργία και βιολίστρια. Για μια παράσταση στα όρια του «θεάτρου δωματίου» το βιολί μοιάζει ιδανικό.

Γιατί προτιμήθηκε;

Προσωπικά, το βιολί είναι το αγαπημένο μου όργανο, επειδή μου θυμίζει τις συχνότητες που μπορεί να πιάσει ένας άνθρωπος, από πολύ υψηλές τονικότητες ως μπάσες.

Επίσης, είναι ένα όργανο το οποίο πρέπει να εφαρμόσει στο σώμα του μουσικού, δεν τοποθετείται στον χώρο. Είναι ελεύθερο.

Όταν με τον Σάββα Στρούμπο συζητούσαμε για την μορφή της παράστασης, εκείνος πρότεινε ως μουσικό επί σκηνής την Φανή, λόγω της μουσικής της δεινότητας και λόγω της σωματικότητας που φέρει με το βιολί.

Έπειτα, μάθαμε πως η Ουλρίκε Μάινχοφ έπαιζε βιολί και ήταν λίγο πριν το σπουδάσει.

Μια συγκυρία πραγμάτων μας οδήγησαν στην παράσταση να υπάρχει μια βιολίστρια επί σκηνής όπου με απολύτως ενσώματο τρόπο διαμορφώνει τον ηχητικό κόσμο της παράστασης.

Το σκηνικό είναι αφαιρετικό, λιτό, σχεδόν γυμνό. Λευκό χρωματικά -για να συμβολίσει την αισθητηριακή απομόνωση του «λευκού κελιού»-, με λίγα διάσπαρτα αντικείμενα εδώ κι εκεί.

Πόσο αναγκαία είναι για σένα η λιτότητα των αφηγηματικών μέσων;

Σε μια παράσταση όπου το κείμενο είναι τόσο δυνατό, καταιγιστικό, υπάρχει ανάγκη να βρεθούν μέσα ποιητικά για να ανοίξουν τον χρόνο και τον χώρο.

Η λευκή σκηνική εγκατάσταση, την οποία έχει επιμεληθεί η Κατερίνα Σωτηρίου, είναι σαν τον λευκό καμβά όπου όλα είναι δυνατά: το σώμα μπορεί να ραγίσει, το στόμα να κραυγάσει, το βιολί να κινηθεί σε αλλόκοτους δρόμους.

Έπειτα το κοστούμι  φέρει μια σκηνική ποιητική. Δεν υπάρχει ταύτιση νατουραλιστική. Το κοστούμι μοιάζει σαν γάζα ή ένα κουρέλι που καλύπτει το πληγωμένο σώμα.

Το σώμα μένει έκθετο σε μια τέτοια συνθήκη, γίνεται φορέας μνήμης του βασανιστηρίου της λευκής απομόνωσης.

Δε θέλουμε να κρύψουμε τίποτα, επιθυμούμε όλα να είναι φανερά, σαν κάποιος να χαράκωσε κάποιον και αυτός αιμορραγεί με ανοιχτές πληγές.

Οτιδήποτε άλλο θα ήταν συγκάλυψη ενός βασανιστηρίου που στόχο είχε τη σωματική και ψυχική εξόντωση του κρατούμενου.

«Το ζήτημα δεν είναι να κάνουμε πολιτικές ταινίες, αλλά να κάνουμε ταινίες πολιτικά», υποστήριζε ο Γκοντάρ. Πώς εμπεριέχεται το πολιτικώς πράττειν στο modus operandi σου ως καλλιτέχνιδας;

Και πόσο απαραίτητη είναι η επαναπολιτικοποίηση της τέχνης σε μια εποχή κατά την οποία οι εξουσιαστικές ελίτ -ακόμα και οι καλλιτεχνικές- θα προτιμούσαν οι καλλιτέχνες/καλλιτέχνιδες να μην παίρνουν πολιτική θέση δημοσίως;

Οι παραστάσεις που έχουν γίνει με την Ομάδα «Άλας», της οποίας είμαι ιδρυτικό μέλος, είναι όλες ανεξάρτητες, χειροποίητες.

Η επιθυμία για δημιουργία, ανεξάρτητα από το αν οι οικονομικές συνθήκες για να πραγματοποιηθεί η παράσταση είναι ευνοϊκές ή όχι, είναι από μόνη της πολιτική πράξη.

Προσωπικά, δε διαχωρίζω την τέχνη από την πολιτική, από την καθημερινότητα και από τη ζωή. Αυτό θα οδηγούσε σε έναν διαιρεμένο άνθρωπο ο οποίος ανάλογα με πού βρίσκεται, πράττει.

Είναι σημαντικό να δημιουργούμε τη ζωή με γνώμονα το αν η καρδιά μας χτυπάει πραγματικά γι’ αυτό το οποίο κάνουμε. Αν διατηρούμε την ενέργεια της δημιουργίας στην τέχνη, αυτό για μένα είναι πολιτικό.

Ο τρόπος σκέψης, και όχι η θεματολογία, είναι πολιτική. Είναι πράξη ζωής. Έλεγε ο Νίκος Παπατάκης:

«Σε αναζήτηση μιας κραυγής ικανής να εκφράσει όλον τον πόνο, όλη την εξέγερση των βασανισμένων του κόσμου... οι χαρακτήρες βρίσκονται σε μια κατάσταση όπου δεν μπορούν παρά να εξεγερθούν».

Οι καλλιτέχνες παίρνουν θέση δημοσίως με το έργο τους. Πολλές φορές, αν κάποιος εκφράζεται περισσότερο δημόσια για την πολιτική, δηλώνει τον μικρό βαθμό πολιτικής του συνείδησης.

Ο καλλιτέχνης είναι σημαντικό να φέρει μια ησυχία για να ακούει, όχι θόρυβο με λόγια εκτός της τέχνης.

Η παράσταση Ulrike - Γράμματα από τη νεκρή πτέρυγα, με συμπρωταγωνίστριες τις Ναταλία Γεωργοσοπούλου και Φανή Βοβώνη, παρουσιάζεται στο Θέατρο Φούρνος (Μαυρομιχάλη 168, Νεάπολη Εξαρχείων).

Μέρες και ώρες παραστάσεων: Δευτέρα έως Τετάρτη, 4, 5, 6, 11, 12 και 13 Μαΐου.