Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

Παλαιστίνη, θέατρο, πολιτική: Συναντώντας τον Ismail Khalidi και την Naomi Wallace

 


Συγγραφείς του θεατρικού Οράματα από το κέντρο της Γης, ο Παλαιστίνιος Ismail Khalidi και η Βορειοαμερικανίδα Naomi Wallace βρέθηκαν πρόσφατα στην Αθήνα στο πλαίσιο του ανεβάσματος του έργου από τη θεατρική ομάδα του Τμήματος Αγγλικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ.

Μια συζήτηση μαζί τους για την Παλαιστίνη και το θέατρο ως μορφή αντίστασης.

Είσαι Παλαιστίνιος, γεννήθηκες στη Βηρυτό, ενώ έχεις μεγαλώσει και ζήσει στις Η.Π.Α. Πώς εγγράφονται όλες αυτές οι ταυτοτικές αναφορές μέσα σου ως άνθρωπο, συγγραφέα, καλλιτέχνη;

Ιsmail Khalidi: Στην πραγματικότητα, ζω στη Χιλή επί μια δεκαετία.

Μεγάλωσα, ωστόσο, στις Η.Π.Α., όπου και εργάστηκα πολύ, οπότε σε μεγάλο βαθμό είμαι ένας Παλαιστίνιος της Διασποράς.

Η οικογένειά μου βρίσκεται διασκορπισμένη σε πολλά μέρη και νιώθω ταυτόχρονα σαν στο σπίτι μου σε πολλούς τόπους και στην πραγματικότητα όχι σαν στο σπίτι μου παντού.

Είμαι επίσης -κι αυτό είναι πολύ σημαντικό- ένας Παλαιστίνιος ο οποίος απολαμβάνει ένα ορισμένο επίπεδο προνομίων σχετιζόμενο με το οικογενειακό περιβάλλον μου, το ακαδημαϊκό υπόβαθρό μου, το διαβατήριο που κατέχω κ.λπ.

Προσπαθώ, λοιπόν, να έχω επίγνωση αυτής της συνθήκης. Όπως και εκατομμύρια Παλαιστίνιοι ανά τον κόσμο, αισθάνομαι, όμως, τελείως διαχωρισμένος, κατακερματισμένος και εξόριστος.

Γλωσσικά, είμαι πολύ επηρεασμένος από τη βορειοαμερικανική λογοτεχνία, ποίηση και μουσική, γράφω στα αγγλικά -προφανώς- και συχνά για ένα βορειοαμερικανικό ή αγγλόφωνο κοινό.

Νιώθω, ωστόσο, πως ο τρόπος που ακούω ή -μερικές φορές- μιλάω είναι από πολλές απόψεις παλαιστινιακά.

Αλλά και οι ιστορίες τις οποίες επιλέγω να γράψω αφορούν, κυρίως, στην Παλαιστίνη, τη Μέση Ανατολή, τον μουσουλμανικό κόσμο, την αντι-αποικιοκρατία και την αυτοκρατορία:

Aυτές είναι, εξάλλου, δυνάμεις που έχουν διαμορφώσει τη διαδρομή της οικογένειάς μου και τον κόσμο στον οποίο ζούμε.

Ο αντιιμπεριαλισμός, ο αντιρατσισμός, ο αντικαπιταλισμός είναι βασικοί άξονες της δουλειάς μου.

Ως Παλαιστίνιος δε βιώνω μονο την οργή, την ανημπόρια και τη θλίψη.

Βιώνω, επίσης, και την ενοχή επειδή μπορώ να αγκαλιάζω τον ηλικίας δυόμισι ετών γιο μου που γεννήθηκε μερικές μόνο μέρες μετά την έναρξη της γενοκτονίας, όταν δεκάδες χιλιάδες άλλοι γονείς δεν μπορούν να το κάνουν.

Τουλάχιστον κάνεις κάτι με το προνόμιό σου. Προσφέρεις «υπηρεσία» στην παλαιστινιακή υπόθεση.

Ι.Κ.: Το ελπίζω.

Ενδιαφέρομαι ολοένα και λιγότερο για το μέινστριμ βορειοαμερικανικό θέατρο, το οποίο εδώ και καιρό έχει κλείσει την πόρτα του στην απελευθέρωση των Παλαιστίνιων, σε καθετί ριζοσπαστικό, αντικαπιταλιστικό, αντιιμπεριαλιστικό.

Ο φιλελευθερισμός ανοίγει με πολλή ευγένεια την πόρτα στον φασισμό.

Το να ακούω, λοιπόν, φοιτήτριες/φοιτητές στην Αθήνα ή στη Γαλλία να διαβάζουν, να αναλύουν και να παρουσιάζουν το έργο μου φαντάζει πολύ πιο σημαντικό και χρήσιμο από την άποψη της συμμετοχής σε κάποιου είδους πολιτισμική αντίσταση.

Σε ποιον βαθμό είναι εφικτό να συνεχίζεις να αντιστέκεσαι, έχοντας κατά νου την εντεινόμενη συντηρητικοποίηση/φασιστικοποίηση σε Η.Π.Α., Ευρώπη και παγκοσμίως; Πώς υπερβαίνεις τους περιορισμούς;

Ι.Κ.:Δεν έχω οριστική απάντηση.

Πρέπει να παρεισφρέεις και να παρακάμπτεις και να φαντάζεσαι εκ νέου και να ασκείς πίεση από τα κάτω.

Κάποιοι άνθρωποι μπορούν, λοιπόν, να λειτουργούν ανατρεπτικά, εισάγοντας με πονηριά ένα έργο στο εθνικό θέατρο μια στις τόσες. Αυτό είναι χρήσιμο. Όπως και το θέατρο δρόμου. Δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος αντίστασης.

Το ζητούμενο είναι ο κοινός σκοπός, σε τι αντιτιθέμεθα, αλλά και τι προσπαθούμε να χτίσουμε. Αυτό που μερικές φορές μάς λείπει είναι η διαύγεια του οράματος κι η ενότητα σ’ αυτό. Ακόμα και εντός του ίδιου του παλαιστινιακού κινήματος.

Γι’ αυτό πιθανόν και βρισκόμαστε στο σημείο στο οποίο βρισκόμαστε.

Naomi Wallace: Τι όμορφο να σε ακούω να μιλάς, Ismail! (Γέλιο).

Πώς παρακάμπτεις εσύ, Naomi, ως συγγραφέας τους όποιους περιορισμούς;

N.W.: Είναι λανθασμένο να διερωτάσαι αν η δουλειά σου είναι αποτελεσματική ή αν μπορεί να αλλάξει τα πράγματα, αντί να απλά να αναλάβεις δράση.

Τις περισσότερες φορές δεν μπορώ να δω τι αντλούν οι άνθρωποι από τη δουλειά μου και πώς μπορεί να εισέλθει στη ζωή τους.

Ελπίζω να έχει αποτέλεσμα και να τους ενθαρρύνει να θέσουν άλλα ερωτήματα. Αλλιώς δε θα βρισκόμουν εδώ.

Η συνεργασία μου με το ΕΚΠΑ ή διάφορα θέατρα στη Γαλλία είναι από τις πλέον συναρπαστικές.

Λατρεύω να συνεργάζομαι με νέους ανθρώπους, να τους βλέπω να ενθουσιάζονται με ένα θεατρικό έργο.

Το Οράματα από το κέντρο της Γης που παρουσιάζεται στην Αθήνα [σημ.: η παράσταση ανέβηκε στις 26, 28 και 29 Μαΐου] μεταφράστηκε από τον αναπληρωτή καθηγητή του Τμήματος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, Κωνσταντίνο Μπλατάνη.

Τα μέλη της θεατρικής ομάδας του Τμήματος υποδύονται τους χαρακτήρες.

Πώς γνωριστήκατε, Ismail και Naomi;

Ι.Κ.: Γνωριστήκαμε στη Μινεάπολη το 2005.

Ν.W.: Πάνε είκοσι χρόνια!

Ι.Κ.: Εκείνη την εποχή ήμουν ηθοποιός και μόλις είχα αρχίσει να γράφω. Γνώριζα από καιρό τη δουλειά της Naomi. Συμμετείχα, επίσης, στην παράσταση της Πυρεξίας και κατόπιν γράψαμε ένα-δυο άρθρα μαζί.

Ν.W.: Πήγε τόσο καλό αυτό, που αποφασίσαμε να διασκευάσουμε το έργο του Γασάν Καναφάνι Επιστρέφοντας στη Χάιφα για το θέατρο, επειδή είχαμε ακούσει ότι το να εξασφαλίσουμε τα δικαιώματα από την οικογένειά του ήταν πρόκληση.

Και τα καταφέραμε. Είχαμε ένα μεγάλο θέατρο από πίσω μας, αλλά τελικά τρομοκρατήθηκε και αποσύρθηκε. Έτσι ξεκινήσαμε, πάντως. Στον βαθύ -αλλά όχι τόσο βαθύ- Νότο.

Ο ένας έγραφε τη μια σκηνή, η άλλη την επόμενη. Δεν είχαμε διαφωνίες. Συζητήσεις κάναμε. Όχι όμως για ζητήματα «ιδιοκτησιακής» φύσης, για το ποιος/ποια έγραψε τι. Οι εγωισμοί μας παραμερίστηκαν. Ο Καναφάνι μάς έμαθε πώς να γράφουμε.

Ι.Κ.: Διαφωνούσαμε για το ποιος/ποια, τελικά, είχε γράψει τη μία ή την άλλη ατάκα.

Τα πρώτα δύο θεατρικά έργα μας ήταν διασκευές. Πιο πριν είχαμε συγγράψει από κοινού τα άρθρα στα οποία αναφέρθηκα, ενώ είχαμε επιμεληθεί και ένα βιβλίο για το παλαιστινιακό θέατρο. Πατούσαμε σε κοινό πολιτικό και καλλιτεχνικό έδαφος.

Είναι πιο εύκολο να διασκευάσεις ένα έργο από κοινού με κάποιον αν πρέπει να μείνεις πιστός στο πρωτότυπο.

Ν.W.: Ήταν έδαφος για εκπαίδευση.

Ι.Κ.: Γράφαμε όσα θέλαμε και κατόπιν επιτρέπαμε ο ένας στην άλλη να διορθώσει το οτιδήποτε.

Ν.W.: Το κριτήριο ήταν αν όσα γράφαμε λειτουργούσαν.

Πόσο διαφέρουν τα κατά καιρούς κοινά των έργων σας; Είναι ο ενθουσιασμός που επιδεικνύουν ο ίδιος;

Ι.Κ.: Πάντα υπάρχει λογοκρισία στις Η.Π.Α. όσον αφορά στην Παλαιστίνη. Υπάρχει ακόμα κι εντός της διαδικασίας παραγωγής. Πρέπει, λοιπόν, πάντα να υπενθυμίζω στον εαυτό μου για ποιο κοινό γράφω.

Από την άλλη, πρέπει και να εκπαιδεύεις διαρκώς το κοινό, επειδή υπάρχουν πολλή παραπληροφόρηση, απανθρωποποίηση, ρατσισμός και άγνοια στις Η.Π.Α. Δεν πρέπει, όμως, να υποκύπτεις στο δέλεαρ τού να γράφεις για τους λάθος ανθρώπους.

Ή να παράγεις κάτι «ισορροπημένο».

Ν.W.: Στο θέατρο πάντα θέλουν να γράφεις και για τις δύο «πλευρές».

Ι.Κ.: Πολλοί αξιοπρεπείς, καλοπροαίρετοι συγγραφείς διαφθείρονται, νομίζω, από αυτήν τη συνθήκη.

Ευρισκόμενος στη Γαλλία και συζητώντας για το έργο μου με φοιτητές και φοιτήτριες, ένιωσα πως μέσα σε τρεις ώρες είχαν καταλάβει πολύ περισσότερα γι’ αυτό απ’ ό,τι το βορειοαμερικανικό κοινό την τελευταία εικοσιπενταετία.

Το χιλιάνικο κοινό πώς αντιδρά;

I.K.: Μόνο ένα έργο μου έχει ανέβει στη Χιλή. Σίγουρα οι άνθρωποι εκεί έχουν περισσότερες γνώσεις σχετικά με την Παλαιστίνη.

Η Χιλή έχει όμορφα ρεύματα πολιτισμικής αντίστασης, τα οποία όμως έχουν ευπρεπιστεί και υποστεί ηλεκτροσόκ από τον νεοφιλελευθερισμό.

Ο καπιταλισμός έχει τραυματίσει αυτήν τη χώρα και τους ανθρώπους της πραγματικά βαθιά. Η κανονικοποίηση του φασισμού έχει δουλέψει.

Πόσο απαιτητικό είναι να εξασφαλίσετε ότι η φωνή σας ακούγεται στις Η.Π.Α.;

N.W.: Υπάρχουν πολλά μικρά θέατρα, για τα οποία δεν ακούς κάτι, που συχνά κάνουν σημαντική δουλειά. Πρέπει, όμως, εσύ ο ίδιος να βγάλεις στη γύρα τη δουλειά σου, να βρεις σκηνοθέτες και θέατρα για να τη φιλοξενήσουν.

Ι.Κ.: Παλαιότερα, τουλάχιστον, υπήρχε στην Ελλάδα καλύτερη χρηματοδότηση των πολιτιστικών δρωμένων. Κάτι τέτοιο δε συνέβαινε ποτέ στις Η.Π.Α. Και οι θεατρικές παραγωγές δεν είναι φτηνές εκεί.

Είναι, λοιπόν, πολύ δύσκολο να χρηματοδοτήσεις θεατρικές παραγωγές με δικούς σου πόρους σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Ένα έργο για την Παλαιστίνη δε θα λάβει κριτικές στις εφημερίδες ή θα το σαμποτάρουν, κι έτσι δε θα έρθει κόσμος στην παράσταση.

Ένα άλλο ζήτημα με το οποίο έρχεσαι αντιμέτωπος γράφοντας για την Παλαιστίνη ή για ζητήματα φυλής και τάξης, όπως τείνουμε να κάνουμε με την Naomi, είναι η εντυπωσιακή ικανότητα του φιλελευθερισμού να προσαρμόζεται και να οικειοποιείται.

Όταν συμβαίνει κάτι στην Παλαιστίνη, θα αναζητήσουν στις Η.Π.Α. κάποιον φιλελεύθερο σκηνοθέτη για να παρουσιάσει ένα έργο. Θα φροντίσουν να εντάξουν το σχετικό «πιάτο» στο «μενού», όχι όμως αυτό που πρέπει οι άνθρωποι να φάνε.

Πώς αισθάνεσαι ενόψει του ανεβάσματος των Οραμάτων από το κέντρο της Γης στην Αθήνα, Ismail;

Ι.Κ.: Είναι η πρώτη δουλειά στην οποία εμπλέκομαι που παρουσιάζεται στην Ελλάδα, γεγονός το οποίο με ενθουσιάζει.

Ξέρω, βέβαια, ότι η Αθήνα έχει αλλάξει μέσα από τη διαδικασία του εξευγενισμού: το κεφάλαιο είναι ύπουλο. Ξέρω, επίσης, για τη συνεργασία της ελληνικής κυβέρνησης με το Ισραήλ.

Από την άλλη, κάνοντας βόλτα στα Εξάρχεια λίγες ώρες νωρίτερα ένιωσα σαν να βρισκόμουν στη Βηρυτό ή στο Κάιρο.

Για μένα, η Ελλάδα έχει μια Ιστορία ακτιβισμού, φοιτητικών κινημάτων, διαδηλώσεων, αντιφασισμού. Αυτά σκέφτομαι, λοιπόν, όταν περπατώ στην πόλη.

Ολοκληρώνοντας την κουβέντα, θα ήθελα να μου μιλήσεις λίγο περισσότερο για το ίδιο το έργο.

Ι.Κ: Το Οράματα από το κέντρο της Γης αποτελεί, μεταξύ άλλων, έναν φόρο τιμής στην παλαιστινιακή φαντασία. Η ικανότητα να φανταζόμαστε είναι ένα από τα πράγματα που μας κάνουν ανθρώπους.

Στην περίπτωση των Παλαιστινίων, η φαντασία είναι επίσης ένα αντίδοτο στην απανθρωποποίηση.

Τροφοδοτεί την ανθεκτικότητα, την αντίσταση και την ακλόνητη επιμονή. Να θυμόμαστε και να (επανα)φανταζόμαστε το διαγραμμένο και κλεμμένο παρελθόν, την ίδια την κλεμμένη γη.

Να φανταζόμαστε νέους τρόπους επιβίωσης από το αδιανόητο: ένα μέλλον σε μια απελευθερωμένη Παλαιστίνη, όπου τα σύνορα ανοίγουν αντί να μάς περικυκλώνουν.

Να χρησιμοποιούμε τη φαντασία για να επινοήσουμε, να δημιουργήσουμε, να αναζητήσουμε χαρά και ηρεμία και να δώσουμε παρηγοριά σε ανθρώπινα και μη όντα γύρω μας.

Η φαντασία είναι μια πράξη ανυπακοής στην απανθρωποποίηση, αλλά και μια πράξη αγάπης για τον εαυτό σου και τον κόσμο γύρω σου.

Ευχαριστώ θερμά τον Ismail Khalidi και την Naomi Wallace για την ουσιαστική διά ζώσης κουβέντα.



Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Naomi Mutoh: «Το Butoh είναι μια εγγενώς πρωτοποριακή μορφή τέχνης»

 


Εκ των σημαντικότερων εκπροσώπων του σύγχρονου Butoh, μιας καινοτόμου και πολυδιάστατης μορφής ιαπωνικού χοροθεάτρου, η Naomi Mutoh επισκέπτεται την Αθήνα για ένα διήμερο εργαστήρι (20-21/6) και μια σόλο περφόρμανς (26/6).

Με αφορμή αυτήν την επίσκεψη, συνομιλούμε με την καλλιτέχνιδα.

Μια καινοτόμος, ποικιλόμορφη και γενικά αταξινόμητη μορφή ιαπωνικού χοροθεάτρου, το Butoh δημιουργήθηκε μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Γιατί γεννήθηκε σε αυτό το ιστορικο-κοινωνικό πλαίσιο, κατά τη γνώμη σας;

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ιαπωνία, ως ηττημένο έθνος, υπέστη μια ριζική αναδιατύπωση της ταυτότητάς της λόγω των αμερικανικών πολιτικών.

Δεν απογυμνώθηκαν μονάχα τα πολιτικά, οικονομικά και διάφορα κοινωνικά της συστήματα.

Ακόμη και η υποκείμενη φιλοσοφία και οι θρησκευτικές πτυχές των ιαπωνικών παραδόσεων και πολιτισμού, που συνεχίζονταν από την αρχαιότητα, εξαλείφθηκαν εντελώς.

Ο ιαπωνικός λαός, πνευματικά ευνουχισμένος, βρισκόταν σε κατάσταση κρίσης από κάθε άποψη.

Για παράδειγμα, όπως ακριβώς υπάρχει η αρχαιοελληνική μυθολογία, η Ιαπωνία έχει επίσης τη δική της μυθολογία, γνωστή ως Σίντο.

Πρόκειται για μια πολυθεϊστική θρησκεία, και το έθνος της Ιαπωνίας λειτουργεί με βάση την κοινή πεποίθηση ότι οι διαδοχικοί αυτοκράτορες είναι απόγονοι θεών.

Μετά τον πόλεμο, αυτό το αυτοκρατορικό-θεοκρατικό σύστημα καταργήθηκε βίαια από τον αμερικανικό στρατό και μετατράπηκε σε ένα απλό συμβολικό διακοσμητικό στοιχείο.

Κατά μία έννοια, οι μεταπολεμικοί Ιάπωνες κατέστησαν ορφανοί, έχοντας χάσει τους γονείς τους στην πνευματικότητά τους.

Αντ’ αυτής, τούς δόθηκε το ναρκωτικό μιας ανταγωνιστικής κοινωνίας και μιας καταναλωτικής κουλτούρας στις οποίες εθίστηκαν, και αυτά τα ορφανά έχασαν την καθοδήγησή τους στη ζωή και παρασύρθηκαν από την αναταραχή των καιρών.

Λέγεται ότι το κίνημα Butoh ξεκίνησε το 1969, την ίδια χρονιά που γεννήθηκα. Εκείνη την εποχή, όλα βρίσκονταν εν μέσω χάους, ταραχής και τρέλας.

Πιστεύω πως οι καλλιτέχνες που έζησαν στην πρώτη γραμμή εκείνης της περιόδου -όχι μόνο οι χορευτές Butoh, αλλά καλλιτέχνες σε όλους τους τομείς της τέχνης- ήταν σαμάνοι οι οποίοι παρείχαν μια συγκεκριμένη κατεύθυνση στην ιαπωνική κοινωνία.

Νομίζω ότι οι παραστάσεις Butoh, μαζί με το κοινό, επέτρεψαν στο χορευτικό σώμα να κυριευτεί από το αόρατο, απέραντο σκοτάδι αυτού του καιρού, οδηγώντας σε μια έκσταση και μοιράζοντας την κάθαρση - μια πραγματική σαμανιστική τελετουργία.

Γιατί σας ελκύει προσωπικά;

Η προσωπική μου έλξη για το Butoh προερχόταν από το γεγονός πως, ως φοιτήτρια καλών τεχνών το 1988, ενδιαφερόμουν για την τέχνη γενικά, αλλά το Butoh ενσάρκωσε με τον καλύτερο τρόπο το συλλογικό ασυνείδητο εκείνης της εποχής.

Τότε, ήταν καθαρά underground. Λίγοι άνθρωποι στην Ιαπωνία το γνώριζαν, και το σνόμπαραν τόσο στις σχολές καλών τεχνών όσο και στην κοινωνία.

Ενώ η έννοια του Butoh έχει αλλάξει για μένα στα σχεδόν σαράντα χρόνια χορού, από τη στιγμή που μπήκα στη σχολή Καλών Τεχνών είχα μια διαισθητική πεποίθηση, χωρίς συγκεκριμένο λόγο, ότι η ενασχόληση με το σώμα ως μέσο ήταν ζωτικής σημασίας.

Αυτή η σημασία της επαφής με το σώμα συνεχίζει να εξελίσσεται, επεκτεινόμενη πέραν του πεδίου του χορού ως έκφρασης.

Θεωρείστε μία εκ των σημαντικότερων εκπροσώπων της σύγχρονης «ενσάρκωσης» του ιαπωνικού Butoh, έχοντας συνδεθεί με το έργο του αείμνηστου Kô Murobushi, ιδρυτή του Butoh, και της χορεύτριας Butoh, Carlotta Ikeda.

Σε ποιον βαθμό και με ποιους τρόπους η μελέτη και η συνεργασία μαζί τους έχει διαμορφώσει τον αρχικό σας προσανατολισμό σε αυτόν τον τομέα και πόσο έχετε εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου;

Χόρεψα στην πρώτη γραμμή της ομάδας «Ariadone» για οκτώ χρόνια.

Έμαθα πολλά, τόσο θετικά όσο και αρνητικά, από την ακραία αυστηρότητά τους στην εκπαίδευση, τις παλιές παραδοσιακές ιαπωνικές μεθόδους τους και τη σχέση απόλυτης υπακοής μεταξύ δασκάλου και μαθητευόμενου.

Χάρη στην εκπαίδευση της ομάδας, έμαθα όχι μόνο τις λεπτές εκφράσεις του Butoh, αλλά και πτυχές που αρχικά δεν κατείχα, όπως εξαιρετικά μυώδεις κινήσεις.

Ωστόσο, η Carlotta Ikeda δε μου δίδαξε ποτέ τις βασικές εκφραστικές μεθόδους του Butoh. Έλεγε: «Αν το θέλεις, κλέψ’ το».

Στην πραγματικότητα, χωρίς αυτό, η πραγματική μετάδοση είναι αδύνατη.

Από το 2007, διευθύνετε τη γαλλο-ιαπωνική ομάδα «Medulla», στο πλαίσιο της οποίας συνυφαίνετε σύγχρονη μουσική, νέες τεχνολογίες και υβριδικές μορφές περφόρμανς.

Θα θέλατε να σκιαγραφήσετε την κεντρική λογική και τους στόχους της ομάδας;

Αυτό που κατάφερα με το συγκεκριμένο εγχείρημα ήταν να ενσωματώσω δημιουργικές μορφές και συνεργατικά έργα, κάτι το οποίο δεν μπορούσα να κάνω με την Ariadone.

Ήταν μια ολοκληρωμένη συνεργασία με τον σύζυγό μου, συνθέτη και μουσικό Laurent Paris.

Η συγχώνευση των ατομικών μας δυνατών σημείων και της αντιθετικής, αντικρουόμενης αισθητικής μας κατέστησε δυνατή μια μορφή χορού περισσότερο σύμφωνη με την πραγματική εποχή, μια αληθινή αναπαράσταση της αρχικής φύσης του Butoh:

Πώς να επαναφέρουμε την ουσιαστική ψυχή από το νέο σκοτάδι της καταιγίδας της τεχνολογίας και της πληροφορίας - ένας «τεχνολογικός σαμανισμός».

Προσκεκλημένη της Quantum Body, επισκέπτεστε την Αθήνα για να πραγματοποιήσετε ένα διήμερο εργαστήρι και να παρουσιάσετε την παράσταση La Pesanteur et La Grâce, βασισμένη στο ποίημα του Jean Daive, Antonio Gramsci.

Τι σημαίνει για εσάς η διδασκαλία; Γιατί επιλέξατε να ασχοληθείτε με αυτό το συγκεκριμένο έργο; Θεωρείτε το Butoh μια πολιτική μορφή θεάτρου με την ευρύτερη έννοια του όρου;

Το Butoh είναι μια εγγενώς πρωτοποριακή μορφή τέχνης. Πιστεύω ότι εξελίσσεται συνεχώς, νιώθοντας το πνεύμα της εποχής και δίνοντας ζωή σε κάθε μέρος σαν ρίζωμα.

Αυτό το οποίο μπορώ να διδάξω είναι τη φιλοσοφία που διέπει το Butoh, ανεξάρτητα από τις μεταβαλλόμενες εποχές, και τις διάφορες μορφές οι οποίες έχουν εμπνεύσει αμέτρητους χορευτές ως αρχέτυπα.

Ελπίζω πως άνθρωποι όλων των ηλικιών και πολιτισμών θα τις προσαρμόσουν ελεύθερα στο δικό τους πλαίσιο, μεταμορφώνοντας και εξελίσσοντάς τες συνεχώς.

Ως έμπειρη ασκούμενη στο Butoh, θέλω να συναντήσω πρωτότυπες, νέες μορφές Butoh που ξεπερνούν τη δική μου φαντασία. Θέλω να εκπλήξω τον εαυτό μου.

Θέλω το Butoh να ξεπεράσει το είδος του χορού και όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι να διακρίνουν τη λαμπρότητα της ψυχής του.

Αν έχει απήχηση στις ψυχές των πολλών ανθρώπων oι οποίοι το παρακολουθούν και εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο, δε θα έχει αυτό από μόνο του πολιτική σημασία;

Όσον αφορά στην παρουσίαση του έργου La Pesanteur et La Grâce, έτυχε να είναι ένα σόλο έργο, τεχνικά σχετικά ελαφρύ και αρκετά πρόσφατο.

Είστε γενικά ανοιχτή σε δημιουργικές συνέργειες με καλλιτέχνες από διαφορετικά πολιτισμικά υπόβαθρα; Και ποιες ποιότητες αναζητάτε κυρίως σε αυτές τις συναντήσεις και στους συνεργάτες σας;

Ναι. Μια βασική ιδιότητα είναι η ικανότητα σεβασμού της αρμονίας. Αν υπάρχει κάτι που πρέπει να γίνει πέρα ​​από τα ατομικά εγώ, αυτό θα πάρει μορφή με φυσικό τρόπο.

Ευχαριστώ θερμά την Άντα Κουγιά για την πολύτιμη συνδρομή της στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Το διήμερο εργαστήρι Butoh υπό τη διεύθυνση της Naomi Mutoh θα διεξαχθεί το Σάββατο 20 και την Κυριακή 21 Ιουνίου (12:00-20:00) στο Fundamentals Yoga Center (Αγλαύρου 13, Κουκάκι).

Η σόλο περφόρμανς της Naomi Mutoh La Pesanteur et La Grâce θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 26 Ιουνίου (21:00) στη Σκηνή Brecht-2510 (3ης Σεπτεμβρίου 38, Αθήνα).



Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Χάινερ Γκαίμπελς: «Η τέχνη είναι η μόνη δυνατότητα και προϋπόθεση της ελευθερίας»

 

Χάινερ Γκαίμπελς (Φωτογραφία: Harald Hoffmann)

Συνθέτης, μαέστρος, πανεπιστημιακός καθηγητής, ο Γερμανός Χάινερ Γκαίμπελς έχει μεταμορφώσει το σύγχρονο θέατρο και τη μουσική μέσα από το πολύπλευρο έργο του επί πέντε και πλέον δεκαετίες.

Ενόψει της παρουσίασης του εμβληματικού Σλήμαν ΙΙΙ (29/5-1/6) στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, απάντησε από την Κολομβία στις ερωτήσεις μας.

«Ο Χάινερ Γκαίμπελς κατάφερε να επανεφεύρει το μουσικό θέατρο. Είναι ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της διεθνούς μουσικής και του πρωτοποριακού θεάτρου», διαβάζω στην απόφαση της κριτικής επιτροπής για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Θεάτρου που σας απονεμήθηκε το 2001.

Τροφοδοτείται η καλλιτεχνική σας πρακτική από την επείγουσα ανάγκη να επανεπινοείτε συνεχώς -ίσως ακόμη και να αμφισβητείτε- τον εαυτό σας ως καλλιτέχνη;

Η καλλιτεχνική μου πρακτική είναι βασισμένη στην εμπιστοσύνη στην ατομική φαντασία του κοινού και τροφοδοτείται από τη δυσπιστία προς την ιεραρχική δομή των θεσμικών μορφών τέχνης.

Επιπλέον, είμαι μουσικός και πιστεύω στην ανοιχτότητα της πολυφωνίας - όχι μόνο όταν μιλάμε για μουσική, αλλά και για όλα τα άλλα μέσα τα οποία παίζουν σημαντικό ρόλο στις παραστατικές τέχνες, όπως το φως, ο χώρος, οι λέξεις, οι ήχοι και οι εικόνες.

Πώς αντιλαμβάνεστε την έννοια της «πρωτοπορίας» σήμερα;

Κάποτε, στη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, μου είχε απονεμηθεί ένα δελτίο ταυτότητας πρωτοποριακού καλλιτέχνη, το οποίο είχε εκδώσει ένας άλλος καλλιτέχνης της αβάν-γκαρντ... Αλλά αυτό ήταν αστείο...

Επί του παρόντος βρίσκεστε στην Κολομβία, όπου την πρώτη εβδομάδα του Ιουνίου θα παρουσιάσετε το νέο σας έργο, DO YOU REMEMBER DO YOU NO I DON’T για το Teatro Colón. Πώς έχει εξελιχθεί αυτή η εμπειρία μέχρι στιγμής;

Ω, είναι μια υπέροχη εμπειρία, βρισκόμαστε ακόμα στη μέση της. Είναι μια συνεργατική διαδικασία με μια ομάδα 8 χορευτών και 6 μουσικών - όλα τα άτομα από την Κολομβία.

«Το έργο ξεδιπλώνεται ως ένα σύγχρονο μυστήριο. Το μυστήριο εδώ αναφέρεται στην κοινή αβεβαιότητα παρά στην υπέρβαση, στην κοινή προσοχή παρά στην κοινή πεποίθηση», σύμφωνα με την ιστοσελίδα σας.

Με ποια έννοια μπορεί το μυστήριο να γίνει απελευθερωτικό;

Δε θέλω να σκηνοθετήσω ένα συγκεκριμένο νόημα και δεν έχω κάποιο μήνυμα.

Έτσι, το μυστήριο είναι μια άλλη λέξη για την ανοιχτότητα της τέχνης στην ατομική ερμηνεία: ενός κειμένου, ενός τραγουδιού ή μουσικής και οποιωνδήποτε ήχων, ενός έργου τέχνης.

Ο Γάλλος συγγραφέας Μορίς Μπλανσό είχε μιλήσει για τη λογοτεχνία ως ένα σύγχρονο μαντείο.

Το Σλήμαν ΙΙΙ, το οποίο θα παρουσιαστεί στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, «είναι μια προσπάθεια δημιουργίας χώρων για την εμπειρία του κοινού, που μπορούν να επανεξετάσουν την αντίληψή μας για την Iστορία».

Η Ιστορία διαπερνά επίσης το DO YOU REMEBER DO YOU NO I DON’T, στην περίπτωση αυτή ως «ένα πεδίο από θραύσματα, υπολείμματα, χειρονομίες, μουσικές, ήχους και αντικείμενα».

Πού μπορεί να αποδοθεί το έντονο ενδιαφέρον σας για την Ιστορία ως (αποσπασματική) εμπειρία;

Το ενδιαφέρον μου είναι διττό: αφενός, μια αμφιβολία για τον κόσμο μας σήμερα. Αφετέρου, η αποφυγή της επανάληψης της Ιστορίας.

Το πολύπλευρο έργο σας σάς έχει ταξιδέψει σε «περισσότερες από 50 χώρες τα τελευταία 40 χρόνια». Πώς αυτή η ευλογία έχει αναζωογονήσει και διευρύνει την προσέγγισή σας στην τέχνη;

Ω, αυτό ήταν πριν από δέκα χρόνια... Υποθέτω ότι θα έχουν συμβεί περισσότερα μέχρι τώρα, αλλά είμαι πολύ προνομιούχος που έχω την ευκαιρία να κάνω τόσες πολλές όμορφες και εμπλουτιστικές συναντήσεις με τον Άλλο.

Είστε ενεργός υποστηρικτής της προώθησης «των συνθηκών και των δομών της σύγχρονης θεατρικής εκπαίδευσης, όντας συνιδρυτής αρκετών συνεργατικών δομών».

Ποια είναι η σημασία των συνεργατικών δομών στη θεατρική εκπαίδευση;

Είναι ο πυρήνας για την απελευθέρωση από τις εξουσίες και τις ιεραρχίες.

Στις μέρες μας, όλο και περισσότεροι/περισσότερες από εμάς ζούμε σε κυριολεκτικές ή μεταφορικές εμπόλεμες ζώνες. Ποιος είναι ο ρόλος -και το μέλλον- της τέχνης σε ένα τέτοιο πλαίσιο;

Η τέχνη είναι η μόνη δυνατότητα και προϋπόθεση της ελευθερίας.

Ευχαριστώ θερμά τον καλλιτέχνη για τον χρόνο του.

Η πολυεπίπεδη σκηνική σύνθεση του Χάινερ Γκαίμπελς, Σλήμαν ΙΙΙ, παρουσιάζεται μεταξύ 29 Μαΐου και 1 Ιουνίου στην Πειραιώς 260 (Δ), 21:00, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου.

Συντελεστές:

Σύνθεση-Σκηνοθεσία: Χάινερ Γκαίμπελς

Σκηνικά-Κοστούμια-Σχεδιασμός φωτισμού: Michael Simon

Δραματουργία: Stephan Buchberger

Βοηθός σκηνοθέτη: Αλίκη Στενού

Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Ελπίδα Δαλιάνη

Ήχος: Willi Bopp

Σχεδιασμός βίντεο: René Liebert

Παίζουν: Ακύλλας Καραζήσης, Ανδρομάχη Φουντουλίδου

Τραγουδούν: Λυδία Κονιόρδου, Άγγελος Κυδωνιεύς (κόντρα τενόρος)

Μουσικοί: Ανέστης Μπαρμπάτσης (μπουζούκι), Φίλιππος Φασούλας (κλαρίνο).