Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισραήλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισραήλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

Παλαιστίνη, θέατρο, πολιτική: Συναντώντας τον Ismail Khalidi και την Naomi Wallace

 


Συγγραφείς του θεατρικού Οράματα από το κέντρο της Γης, ο Παλαιστίνιος Ismail Khalidi και η Βορειοαμερικανίδα Naomi Wallace βρέθηκαν πρόσφατα στην Αθήνα στο πλαίσιο του ανεβάσματος του έργου από τη θεατρική ομάδα του Τμήματος Αγγλικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ.

Μια συζήτηση μαζί τους για την Παλαιστίνη και το θέατρο ως μορφή αντίστασης.

Είσαι Παλαιστίνιος, γεννήθηκες στη Βηρυτό, ενώ έχεις μεγαλώσει και ζήσει στις Η.Π.Α. Πώς εγγράφονται όλες αυτές οι ταυτοτικές αναφορές μέσα σου ως άνθρωπο, συγγραφέα, καλλιτέχνη;

Ιsmail Khalidi: Στην πραγματικότητα, ζω στη Χιλή επί μια δεκαετία.

Μεγάλωσα, ωστόσο, στις Η.Π.Α., όπου και εργάστηκα πολύ, οπότε σε μεγάλο βαθμό είμαι ένας Παλαιστίνιος της Διασποράς.

Η οικογένειά μου βρίσκεται διασκορπισμένη σε πολλά μέρη και νιώθω ταυτόχρονα σαν στο σπίτι μου σε πολλούς τόπους και στην πραγματικότητα όχι σαν στο σπίτι μου παντού.

Είμαι επίσης -κι αυτό είναι πολύ σημαντικό- ένας Παλαιστίνιος ο οποίος απολαμβάνει ένα ορισμένο επίπεδο προνομίων σχετιζόμενο με το οικογενειακό περιβάλλον μου, το ακαδημαϊκό υπόβαθρό μου, το διαβατήριο που κατέχω κ.λπ.

Προσπαθώ, λοιπόν, να έχω επίγνωση αυτής της συνθήκης. Όπως και εκατομμύρια Παλαιστίνιοι ανά τον κόσμο, αισθάνομαι, όμως, τελείως διαχωρισμένος, κατακερματισμένος και εξόριστος.

Γλωσσικά, είμαι πολύ επηρεασμένος από τη βορειοαμερικανική λογοτεχνία, ποίηση και μουσική, γράφω στα αγγλικά -προφανώς- και συχνά για ένα βορειοαμερικανικό ή αγγλόφωνο κοινό.

Νιώθω, ωστόσο, πως ο τρόπος που ακούω ή -μερικές φορές- μιλάω είναι από πολλές απόψεις παλαιστινιακά.

Αλλά και οι ιστορίες τις οποίες επιλέγω να γράψω αφορούν, κυρίως, στην Παλαιστίνη, τη Μέση Ανατολή, τον μουσουλμανικό κόσμο, την αντι-αποικιοκρατία και την αυτοκρατορία:

Aυτές είναι, εξάλλου, δυνάμεις που έχουν διαμορφώσει τη διαδρομή της οικογένειάς μου και τον κόσμο στον οποίο ζούμε.

Ο αντιιμπεριαλισμός, ο αντιρατσισμός, ο αντικαπιταλισμός είναι βασικοί άξονες της δουλειάς μου.

Ως Παλαιστίνιος δε βιώνω μονο την οργή, την ανημπόρια και τη θλίψη.

Βιώνω, επίσης, και την ενοχή επειδή μπορώ να αγκαλιάζω τον ηλικίας δυόμισι ετών γιο μου που γεννήθηκε μερικές μόνο μέρες μετά την έναρξη της γενοκτονίας, όταν δεκάδες χιλιάδες άλλοι γονείς δεν μπορούν να το κάνουν.

Τουλάχιστον κάνεις κάτι με το προνόμιό σου. Προσφέρεις «υπηρεσία» στην παλαιστινιακή υπόθεση.

Ι.Κ.: Το ελπίζω.

Ενδιαφέρομαι ολοένα και λιγότερο για το μέινστριμ βορειοαμερικανικό θέατρο, το οποίο εδώ και καιρό έχει κλείσει την πόρτα του στην απελευθέρωση των Παλαιστίνιων, σε καθετί ριζοσπαστικό, αντικαπιταλιστικό, αντιιμπεριαλιστικό.

Ο φιλελευθερισμός ανοίγει με πολλή ευγένεια την πόρτα στον φασισμό.

Το να ακούω, λοιπόν, φοιτήτριες/φοιτητές στην Αθήνα ή στη Γαλλία να διαβάζουν, να αναλύουν και να παρουσιάζουν το έργο μου φαντάζει πολύ πιο σημαντικό και χρήσιμο από την άποψη της συμμετοχής σε κάποιου είδους πολιτισμική αντίσταση.

Σε ποιον βαθμό είναι εφικτό να συνεχίζεις να αντιστέκεσαι, έχοντας κατά νου την εντεινόμενη συντηρητικοποίηση/φασιστικοποίηση σε Η.Π.Α., Ευρώπη και παγκοσμίως; Πώς υπερβαίνεις τους περιορισμούς;

Ι.Κ.:Δεν έχω οριστική απάντηση.

Πρέπει να παρεισφρέεις και να παρακάμπτεις και να φαντάζεσαι εκ νέου και να ασκείς πίεση από τα κάτω.

Κάποιοι άνθρωποι μπορούν, λοιπόν, να λειτουργούν ανατρεπτικά, εισάγοντας με πονηριά ένα έργο στο εθνικό θέατρο μια στις τόσες. Αυτό είναι χρήσιμο. Όπως και το θέατρο δρόμου. Δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος αντίστασης.

Το ζητούμενο είναι ο κοινός σκοπός, σε τι αντιτιθέμεθα, αλλά και τι προσπαθούμε να χτίσουμε. Αυτό που μερικές φορές μάς λείπει είναι η διαύγεια του οράματος κι η ενότητα σ’ αυτό. Ακόμα και εντός του ίδιου του παλαιστινιακού κινήματος.

Γι’ αυτό πιθανόν και βρισκόμαστε στο σημείο στο οποίο βρισκόμαστε.

Naomi Wallace: Τι όμορφο να σε ακούω να μιλάς, Ismail! (Γέλιο).

Πώς παρακάμπτεις εσύ, Naomi, ως συγγραφέας τους όποιους περιορισμούς;

N.W.: Είναι λανθασμένο να διερωτάσαι αν η δουλειά σου είναι αποτελεσματική ή αν μπορεί να αλλάξει τα πράγματα, αντί να απλά να αναλάβεις δράση.

Τις περισσότερες φορές δεν μπορώ να δω τι αντλούν οι άνθρωποι από τη δουλειά μου και πώς μπορεί να εισέλθει στη ζωή τους.

Ελπίζω να έχει αποτέλεσμα και να τους ενθαρρύνει να θέσουν άλλα ερωτήματα. Αλλιώς δε θα βρισκόμουν εδώ.

Η συνεργασία μου με το ΕΚΠΑ ή διάφορα θέατρα στη Γαλλία είναι από τις πλέον συναρπαστικές.

Λατρεύω να συνεργάζομαι με νέους ανθρώπους, να τους βλέπω να ενθουσιάζονται με ένα θεατρικό έργο.

Το Οράματα από το κέντρο της Γης που παρουσιάζεται στην Αθήνα [σημ.: η παράσταση ανέβηκε στις 26, 28 και 29 Μαΐου] μεταφράστηκε από τον αναπληρωτή καθηγητή του Τμήματος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, Κωνσταντίνο Μπλατάνη.

Τα μέλη της θεατρικής ομάδας του Τμήματος υποδύονται τους χαρακτήρες.

Πώς γνωριστήκατε, Ismail και Naomi;

Ι.Κ.: Γνωριστήκαμε στη Μινεάπολη το 2005.

Ν.W.: Πάνε είκοσι χρόνια!

Ι.Κ.: Εκείνη την εποχή ήμουν ηθοποιός και μόλις είχα αρχίσει να γράφω. Γνώριζα από καιρό τη δουλειά της Naomi. Συμμετείχα, επίσης, στην παράσταση της Πυρεξίας και κατόπιν γράψαμε ένα-δυο άρθρα μαζί.

Ν.W.: Πήγε τόσο καλό αυτό, που αποφασίσαμε να διασκευάσουμε το έργο του Γασάν Καναφάνι Επιστρέφοντας στη Χάιφα για το θέατρο, επειδή είχαμε ακούσει ότι το να εξασφαλίσουμε τα δικαιώματα από την οικογένειά του ήταν πρόκληση.

Και τα καταφέραμε. Είχαμε ένα μεγάλο θέατρο από πίσω μας, αλλά τελικά τρομοκρατήθηκε και αποσύρθηκε. Έτσι ξεκινήσαμε, πάντως. Στον βαθύ -αλλά όχι τόσο βαθύ- Νότο.

Ο ένας έγραφε τη μια σκηνή, η άλλη την επόμενη. Δεν είχαμε διαφωνίες. Συζητήσεις κάναμε. Όχι όμως για ζητήματα «ιδιοκτησιακής» φύσης, για το ποιος/ποια έγραψε τι. Οι εγωισμοί μας παραμερίστηκαν. Ο Καναφάνι μάς έμαθε πώς να γράφουμε.

Ι.Κ.: Διαφωνούσαμε για το ποιος/ποια, τελικά, είχε γράψει τη μία ή την άλλη ατάκα.

Τα πρώτα δύο θεατρικά έργα μας ήταν διασκευές. Πιο πριν είχαμε συγγράψει από κοινού τα άρθρα στα οποία αναφέρθηκα, ενώ είχαμε επιμεληθεί και ένα βιβλίο για το παλαιστινιακό θέατρο. Πατούσαμε σε κοινό πολιτικό και καλλιτεχνικό έδαφος.

Είναι πιο εύκολο να διασκευάσεις ένα έργο από κοινού με κάποιον αν πρέπει να μείνεις πιστός στο πρωτότυπο.

Ν.W.: Ήταν έδαφος για εκπαίδευση.

Ι.Κ.: Γράφαμε όσα θέλαμε και κατόπιν επιτρέπαμε ο ένας στην άλλη να διορθώσει το οτιδήποτε.

Ν.W.: Το κριτήριο ήταν αν όσα γράφαμε λειτουργούσαν.

Πόσο διαφέρουν τα κατά καιρούς κοινά των έργων σας; Είναι ο ενθουσιασμός που επιδεικνύουν ο ίδιος;

Ι.Κ.: Πάντα υπάρχει λογοκρισία στις Η.Π.Α. όσον αφορά στην Παλαιστίνη. Υπάρχει ακόμα κι εντός της διαδικασίας παραγωγής. Πρέπει, λοιπόν, πάντα να υπενθυμίζω στον εαυτό μου για ποιο κοινό γράφω.

Από την άλλη, πρέπει και να εκπαιδεύεις διαρκώς το κοινό, επειδή υπάρχουν πολλή παραπληροφόρηση, απανθρωποποίηση, ρατσισμός και άγνοια στις Η.Π.Α. Δεν πρέπει, όμως, να υποκύπτεις στο δέλεαρ τού να γράφεις για τους λάθος ανθρώπους.

Ή να παράγεις κάτι «ισορροπημένο».

Ν.W.: Στο θέατρο πάντα θέλουν να γράφεις και για τις δύο «πλευρές».

Ι.Κ.: Πολλοί αξιοπρεπείς, καλοπροαίρετοι συγγραφείς διαφθείρονται, νομίζω, από αυτήν τη συνθήκη.

Ευρισκόμενος στη Γαλλία και συζητώντας για το έργο μου με φοιτητές και φοιτήτριες, ένιωσα πως μέσα σε τρεις ώρες είχαν καταλάβει πολύ περισσότερα γι’ αυτό απ’ ό,τι το βορειοαμερικανικό κοινό την τελευταία εικοσιπενταετία.

Το χιλιάνικο κοινό πώς αντιδρά;

I.K.: Μόνο ένα έργο μου έχει ανέβει στη Χιλή. Σίγουρα οι άνθρωποι εκεί έχουν περισσότερες γνώσεις σχετικά με την Παλαιστίνη.

Η Χιλή έχει όμορφα ρεύματα πολιτισμικής αντίστασης, τα οποία όμως έχουν ευπρεπιστεί και υποστεί ηλεκτροσόκ από τον νεοφιλελευθερισμό.

Ο καπιταλισμός έχει τραυματίσει αυτήν τη χώρα και τους ανθρώπους της πραγματικά βαθιά. Η κανονικοποίηση του φασισμού έχει δουλέψει.

Πόσο απαιτητικό είναι να εξασφαλίσετε ότι η φωνή σας ακούγεται στις Η.Π.Α.;

N.W.: Υπάρχουν πολλά μικρά θέατρα, για τα οποία δεν ακούς κάτι, που συχνά κάνουν σημαντική δουλειά. Πρέπει, όμως, εσύ ο ίδιος να βγάλεις στη γύρα τη δουλειά σου, να βρεις σκηνοθέτες και θέατρα για να τη φιλοξενήσουν.

Ι.Κ.: Παλαιότερα, τουλάχιστον, υπήρχε στην Ελλάδα καλύτερη χρηματοδότηση των πολιτιστικών δρωμένων. Κάτι τέτοιο δε συνέβαινε ποτέ στις Η.Π.Α. Και οι θεατρικές παραγωγές δεν είναι φτηνές εκεί.

Είναι, λοιπόν, πολύ δύσκολο να χρηματοδοτήσεις θεατρικές παραγωγές με δικούς σου πόρους σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Ένα έργο για την Παλαιστίνη δε θα λάβει κριτικές στις εφημερίδες ή θα το σαμποτάρουν, κι έτσι δε θα έρθει κόσμος στην παράσταση.

Ένα άλλο ζήτημα με το οποίο έρχεσαι αντιμέτωπος γράφοντας για την Παλαιστίνη ή για ζητήματα φυλής και τάξης, όπως τείνουμε να κάνουμε με την Naomi, είναι η εντυπωσιακή ικανότητα του φιλελευθερισμού να προσαρμόζεται και να οικειοποιείται.

Όταν συμβαίνει κάτι στην Παλαιστίνη, θα αναζητήσουν στις Η.Π.Α. κάποιον φιλελεύθερο σκηνοθέτη για να παρουσιάσει ένα έργο. Θα φροντίσουν να εντάξουν το σχετικό «πιάτο» στο «μενού», όχι όμως αυτό που πρέπει οι άνθρωποι να φάνε.

Πώς αισθάνεσαι ενόψει του ανεβάσματος των Οραμάτων από το κέντρο της Γης στην Αθήνα, Ismail;

Ι.Κ.: Είναι η πρώτη δουλειά στην οποία εμπλέκομαι που παρουσιάζεται στην Ελλάδα, γεγονός το οποίο με ενθουσιάζει.

Ξέρω, βέβαια, ότι η Αθήνα έχει αλλάξει μέσα από τη διαδικασία του εξευγενισμού: το κεφάλαιο είναι ύπουλο. Ξέρω, επίσης, για τη συνεργασία της ελληνικής κυβέρνησης με το Ισραήλ.

Από την άλλη, κάνοντας βόλτα στα Εξάρχεια λίγες ώρες νωρίτερα ένιωσα σαν να βρισκόμουν στη Βηρυτό ή στο Κάιρο.

Για μένα, η Ελλάδα έχει μια Ιστορία ακτιβισμού, φοιτητικών κινημάτων, διαδηλώσεων, αντιφασισμού. Αυτά σκέφτομαι, λοιπόν, όταν περπατώ στην πόλη.

Ολοκληρώνοντας την κουβέντα, θα ήθελα να μου μιλήσεις λίγο περισσότερο για το ίδιο το έργο.

Ι.Κ: Το Οράματα από το κέντρο της Γης αποτελεί, μεταξύ άλλων, έναν φόρο τιμής στην παλαιστινιακή φαντασία. Η ικανότητα να φανταζόμαστε είναι ένα από τα πράγματα που μας κάνουν ανθρώπους.

Στην περίπτωση των Παλαιστινίων, η φαντασία είναι επίσης ένα αντίδοτο στην απανθρωποποίηση.

Τροφοδοτεί την ανθεκτικότητα, την αντίσταση και την ακλόνητη επιμονή. Να θυμόμαστε και να (επανα)φανταζόμαστε το διαγραμμένο και κλεμμένο παρελθόν, την ίδια την κλεμμένη γη.

Να φανταζόμαστε νέους τρόπους επιβίωσης από το αδιανόητο: ένα μέλλον σε μια απελευθερωμένη Παλαιστίνη, όπου τα σύνορα ανοίγουν αντί να μάς περικυκλώνουν.

Να χρησιμοποιούμε τη φαντασία για να επινοήσουμε, να δημιουργήσουμε, να αναζητήσουμε χαρά και ηρεμία και να δώσουμε παρηγοριά σε ανθρώπινα και μη όντα γύρω μας.

Η φαντασία είναι μια πράξη ανυπακοής στην απανθρωποποίηση, αλλά και μια πράξη αγάπης για τον εαυτό σου και τον κόσμο γύρω σου.

Ευχαριστώ θερμά τον Ismail Khalidi και την Naomi Wallace για την ουσιαστική διά ζώσης κουβέντα.



Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Ανμαρί Τζάσιρ: «Η Παλαιστίνη είναι η μόνη σταθερά στη ζωή μου»

 

Ανμαρί Τζάσιρ (Φωτογραφία: Άρης Ράμμος)

Παθιασμένη όσο και οι ταινίες της, η Ανμαρί Τζάσιρ είναι από τις πιο καταξιωμένες Παλαιστίνιες σκηνοθέτριες.

Συνομιλώντας μαζί της με αφορμή την αθηναϊκή πρεμιέρα του πιο πρόσφατου φιλμ της, Παλαιστίνη 36, την Παρασκευή 13 Μαρτίου στον κινηματογράφο Τριανόν.

Έχουμε συναντηθεί διά ζώσης μόνο μία φορά, όταν παρευρέθηκες στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την παρουσίαση της ταινίας σου, Όταν σε είδα. Πόσο έχεις αλλάξει από τότε και τι έχει παραμείνει το ίδιο;

Γεια σου, Γιάννη. Χαίρομαι που επικοινωνώ ξανά μαζί σου. Πολλά έχουν αλλάξει από τότε.

Έγινα μητέρα, έχασα αγαπημένα μου πρόσωπα και εμείς, ως Παλαιστίνιοι, βρεθήκαμε να ζούμε τη γενοκτονία του ίδιου μας του λαού. Η ζωή έχει αλλάξει πολύ. Όσο για αυτό το οποίο παραμένει το ίδιο: η πειθαρχία στην άσκηση της ελπίδας.

Αν και γεννήθηκες στην Παλαιστίνη, έζησες ελάχιστα εκεί στα πρώιμα χρόνια της ζωής σου, έχοντας περάσει την παιδική και νεανική σου ηλικία στη Σαουδική Αραβία, προτού μετακομίσεις στις Η.Π.Α. για σπουδές.

Στην πραγματικότητα, έχω περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου στην Παλαιστίνη: εκεί ζω τώρα και είναι το μέρος στον κόσμο όπου έχω ζήσει περισσότερο από οπουδήποτε αλλού.

Τα παιδικά μου χρόνια στη Σαουδική Αραβία με έχουν επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό, και ο χρόνος που πέρασα στις Η.Π.Α. ήταν επίσης ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μου.

Ωστόσο, η Παλαιστίνη είναι η μόνη σταθερά στη ζωή μου, το μόνο μέρος στο οποίο επέστρεφα πάντα.

Πώς βίωσες την περίοδο που υπήρξες Παλαιστίνια της Διασποράς, ειδικά στο βορειοαμερικανικό πολιτιστικό/πολιτικό περιβάλλον, και πώς σε έχει βοηθήσει ο κινηματογράφος να επαναπροσδιορίσεις το πλαίσιο της ταυτότητάς σου;

Ως κάποια που ζει στην Παλαιστίνη, δε θεωρώ τον εαυτό μου μέρος της Διασποράς.

Ωστόσο, πιστεύω ότι όλοι οι Παλαιστίνιοι είναι πρόσφυγες: μέχρι να αποκτήσουμε την ελευθερία μας, όλοι μας είμαστε πρόσφυγες, ανεξάρτητα από το πού ζούμε - είτε εντός, είτε εκτός Παλαιστίνης.

Είσαι ένθερμη υποστηρίκτρια του ανεξάρτητου κινηματογράφου εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες.

Τι σημαίνει να είσαι ανεξάρτητη σκηνοθέτρια όσον αφορά στο καλλιτεχνικό όραμα, την πολιτική δέσμευση και την αυτονομία χρηματοδότησης στις μέρες μας;

Η ανεξαρτησία είναι συνδεδεμένη με την ελευθερία. Πιστεύω πως πρέπει να αγωνιστούμε γι’ αυτήν την ελευθερία ως καλλιτέχνες, ως κινηματογραφιστές και ως άνθρωποι.

Σημαίνει ότι πρέπει να αγωνιστούμε για το όραμά μας, να έχουμε πίστη στους ανθρώπους με τους οποίους συνεργαζόμαστε - η συνεργατική φύση της δουλειάς μας είναι μέρος αυτού.

Προερχόμενη από έναν τόπο που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ξένη χρηματοδότηση, είναι επίσης εξαιρετικά σημαντικό να επιμείνουμε στην ανεξαρτησία και τη χρηματοδότηση χωρίς απολύτως κανέναν καλλιτεχνικό όρο.

Στις μέρες μας, υπάρχει η αίσθηση ότι ο ανεξάρτητος κινηματογράφος απειλείται περισσότερο από ποτέ, και πολλές ταινίες που ονομάζονται ανεξάρτητες δεν απειλούνται.

Η τελευταία, εύστοχα τιτλοφορημένη και πιο πολιτικά φορτισμένη ταινία σου, Παλαιστίνη 36, αφηγείται την αραβική εξέγερση του 1936-1939 ενάντια στη βρετανική αποικιακή κυριαρχία στην Παλαιστίνη κατά την περίοδο της Εντολής.

Γιατί επέλεξες να εμβαθύνεις σ’ αυτήν την περίοδο;

Πώς θα μπορούσα να μην το κάνω; Είναι η ιστορία των καταβολών μας. Όλα όσα αφορούν αυτήν τη στιγμή είναι εκρηκτικά, απολύτως κρίσιμα για την κατανόηση του κόσμου σήμερα και σχετικά με τη ζωή μας.

Το 1936 σηματοδοτεί την έναρξη της μεγαλύτερης και μακροβιότερης εξέγερσης κατά της τριακονταετούς βρετανικής κυριαρχίας στη χώρα μου.

Αυτή η εξέγερση με επικεφαλής τους αγρότες ήταν η αρχή ενός οργανωμένου εθνικού κινήματος για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης - και είναι ένα κίνημα που δεν έχει τελειώσει ποτέ.

«Η ιστορία θα είναι ευγενική μαζί μου γιατί εγώ σκοπεύω να τη γράψω», δήλωνε κάποτε αλαζονικά ο Τσόρτσιλ. Στο Παλαιστίνη 36, ωστόσο, δεν είναι ο νικητής ο οποίος γράφει την Ιστορία/ιστορία.

Μέσα από την αφήγησή σου, οι καταπιεσμένοι Παλαιστίνιοι ανακτούν τη φιμωμένη φωνή τους.

Απολύτως. Και είναι η ιστορία του κόσμου πραγματικά - ότι μια ομάδα αλαζόνων ηλίθιων έγραψαν Ιστορία.

Όταν παρουσιάσαμε την ταινία για πρώτη φορά στο Ηνωμένο Βασίλειο, συνέβησαν δύο απίστευτα πράγματα: το ένα είναι πως πήγαμε στο βρετανικό κοινοβούλιο για να προβάλουμε την ταινία και να κάνουμε μια συζήτηση.

Το μόνο το οποίο σκεφτόμουν ήταν ότι στεκόμουν στα ίδια τα δωμάτια, περπατώντας στους διαδρόμους, όπου ελήφθησαν εκατό φρικτές αποφάσεις για να βλάψουν και να χειραγωγήσουν τον λαό μου.

Ένα πορτρέτο του Λόρδου Μπάλφουρ ήταν σε έναν τοίχο. Σε ένα άλλο δωμάτιο, του θείου του Λόρδου Πιλ ή κάτι τέτοιο.

Όταν κάναμε πρεμιέρα στο φεστιβάλ κινηματογράφου BFI του Λονδίνου, είπα στη σκηνή: «Πριν από ενενήντα χρόνια, οι Βρετανοί ήρθαν στη γη μας. Τώρα είμαστε εδώ, για να σας πούμε από τη δική μας οπτική γωνία την ιστορία εκείνων των χρόνων».




Θα ήθελες να αναλύσεις τον ρόλο του κινηματογράφου, ιδίως του σύγχρονου παλαιστινιακού κινηματογράφου, ως εργαλείου για την επανεγγραφή της Ιστορίας/ιστορίας υπό το πρίσμα των καταπιεσμένων και ως μέσου συλλογικής ενδυνάμωσης;

Είναι πολύ σημαντικό ένας λαός να βλέπει τον εαυτό του στην οθόνη και να απορρίπτουμε την ιδέα ότι ο κινηματογράφος είναι για τους προνομιούχους, για όσους έχουν εξουσία ή για ανθρώπους μακριά.

Είμαστε εμείς σε αυτήν την οθόνη, είναι οι ζωές μας, οι ιστορίες μας - αυτό είναι απίστευτα ενδυναμωτικό.

Κυρίως επειδή οι ζωές μας διαγράφονται συνεχώς. Η ίδια μας η ύπαρξη αποτελεί απειλή για τόσους πολλούς ανθρώπους. Οι ιστορίες μας, η Ιστορία μας, η αγάπη μας και η ανθεκτικότητά μας.

Όλα αυτά απειλούνται κάθε μέρα από τότε που γεννήθηκα. Η παλαιστινιακή τέχνη λέει «όχι» ξανά και ξανά - δε θα εξαφανιστούμε. Ποτέ. Δε θα επιτρέψουμε σε κανέναν να μας το κάνει αυτό.

Ποιο κοινό είχες κυρίως κατά νου όταν γύριζες αυτήν τη μεγάλου μήκους ταινία, τη μόνη η οποία έχει γυριστεί στην Παλαιστίνη από τις 7 Οκτωβρίου και τη μεγάλης κλίμακας γενοκτονία που ακολούθησε;

Έχω πάντα κατά νου το παλαιστινιακό κοινό πρώτα και κύρια:

Ο κινηματογράφος είναι εκεί όπου μιλάμε ο ένας στον άλλον, αμφισβητούμε ο ένας τον άλλον, ενωνόμαστε συλλογικά για να δημιουργήσουμε, να παρακολουθήσουμε, για να τιμήσουμε τους προγόνους μας και τους μάρτυρές μας, αλλά και να επικρίνουμε και να αμφισβητήσουμε τις αποφάσεις μας.

Είναι ο χώρος όπου υπερασπιζόμαστε τη ζωή.

Όπως ήταν αναμενόμενο, το Παλαιστίνη 36 έχει απαγορευτεί στο Ισραήλ. Πώς ερμηνεύεις την αυξανόμενη φασιστικοποίηση τόσο των ισραηλινών κρατικών μηχανισμών όσο και της αντίστοιχης κοινωνίας;

Για άλλη μια φορά, οι άνθρωποι απειλούνται, και τα συστήματα απειλούνται, όταν αμφισβητείται η εξουσία.

Οι Παλαιστίνιοι είναι σαν θαλάσσια φυτά κάτω από το νερό - κύματα έρχονται και παρέρχονται και εμείς προσπαθούμε να κρατηθούμε εκεί που βρισκόμαστε.

Μερικές φορές το νερό είναι πιο ήρεμο από άλλα, άλλοτε είναι παλιρροϊκό κύμα. Έτσι βλέπω τον φασισμό: αρνούμαστε να τον αφήσουμε να μας τραβήξει έξω και να μας πετάξει μακριά. Aντέχουμε κάθε κύμα.

Δεν είναι μόνο το ισραηλινό κράτος που υιοθετεί και επιβάλλει ολοένα και πιο αυταρχικά μέτρα κατά του παλαιστινιακού πληθυσμού.

Το ίδιο ισχύει και για τα περισσότερα δυτικά κράτη, τα οποία τείνουν να ποινικοποιούν ακόμη και τον φιλοπαλαιστινιακό λόγο. Γιατί;

Είναι μια καλή ερώτηση. Γιατί;

Ίσως επειδή είμαστε ένας επαναστατικός λαός, ένας λαός που έχει απορρίψει τον έλεγχο για εκατοντάδες και εκατοντάδες χρόνια - είναι στο αίμα μας. Είμαστε ένας ελεύθερος λαός, ανεξάρτητα από το ποια κατοχή αντιμετωπίζουμε αυτήν τη στιγμή.

Από την άλλη, ένας επίσης αυξανόμενος αριθμός πολιτών ανά τον κόσμο, συχνά ενάντια στην επίσημη πολιτική των αντίστοιχων κυβερνήσεων, εκδηλώνει την αλληλεγγύη του προς τους Παλαιστίνιους και την παλαιστινιακή υπόθεση, αγανακτισμένος από τη γενοκτονία.

Μπορεί αυτή η καθυστερημένη κινητοποίηση της βάσης να ερμηνευτεί ως ένδειξη αλλαγής παραδείγματος, ακόμη και στον κόσμο του κινηματογράφου;

Το ελπίζω. Πραγματικά. Νιώσαμε πιο μόνοι από ποτέ κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας.

Με πληγώνει το γεγονός ότι όλος ο κόσμος παρακολουθούσε την εξόντωσή μας για περισσότερα από δύο χρόνια και δεν έκανε απολύτως τίποτα - δεν θα μπορέσω ποτέ να εκφράσω πλήρως το πώς ήταν αυτό για εμάς.

Και ναι, αυτές οι διαμαρτυρίες αυξήθηκαν, οι άνθρωποι ήρθαν σε επαφή, κάποιοι πήραν θέση - και τους είδαμε. Τους είδαμε και τους γνωρίζουμε. Ο τρόπος με τον οποίο αυτοί οι άνθρωποι επέμειναν να σπάσουν αυτή την θανατηφόρα σιωπή. Έχει νόημα.

Και τέλος, κατά τη γνώμη σου, θα επουλωθεί ποτέ το τραύμα που προκλήθηκε στους Παλαιστίνιους από την βάναυση ισραηλινή κατοχή και εκδηλώθηκε μέσα από χιλιάδες καθημερινές τραγωδίες ή απλώς θα αλλάζει διαρκώς μορφές;

Δεν ξέρω αν μπορώ να απαντήσω σε αυτήν την ερώτηση τώρα. Είναι πολύ επώδυνη. Πραγματικά δεν ξέρω πώς μπορούν οι άνθρωποι να γιατρευτούν από τέτοια βαρβαρότητα. Πραγματικά δεν ξέρω. Σε ευχαριστώ, αγαπητέ Γιάννη.

Ευχαριστώ θερμά την Aya Saleh Samaha (Innovatus Advertising) για την πολύτιμη συμβολή της στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Μετά την ελληνική πρεμιέρα της στο πλαίσιο του 66ου ΦΚΘ, η ταινία της Ανμαρί Τζάσιρ Παλαιστίνη 36 πραγματοπoιεί την αθηναϊκή την Παρασκευή 13 Μαρτίου (19:30 & 22:00) στον κινηματογράφο Τριανόν (Κοδριγκτώνος 22, Κυψέλη).



Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Σαουσάν Καούντ: «Η τέχνη και η πολιτική συχνά τέμνονται»

 


Διαποτισμένο από συντριπτική μελαγχολία, το Αφήνοντας τη Γάζα της Παλαιστίνιας Σαουσάν Καούντ είναι ένα ντοκιμαντέρ για το τραύμα της εξορίας μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας που μεταναστεύει από τη Γάζα στη Ρωσία.

Κουβεντιάζοντας με την σκηνοθέτρια λίγο πριν την ευρωπαϊκή πρεμιέρα του φιλμ της στο πλαίσιο του 28ου ΦΝΘ.

Γεννημένη στη Νάμπλους και κάτοικος της Ραμάλα, είσαι έμπειρη σκηνοθέτρια και επίσης λέκτορας πανεπιστημίου. Τι σε έστρεψε κατ’ αρχήν στο ντοκιμαντέρ;

Το ενδιαφέρον μου για τη σκηνοθεσία ντοκιμαντέρ ξεκίνησε πριν από περίπου είκοσι πέντε χρόνια, όταν εργαζόμουν στη δημοσιογραφία κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Ιντιφάντα.

Εκείνη την εποχή, ένιωθα ότι οι προσωπικές ιστορίες ήταν ο πιο ειλικρινής τρόπος για να κατανοήσουμε και να εκφράσουμε την πραγματικότητα που ζούσαμε.

Το ντοκιμαντέρ έγινε ένας τρόπος για μένα να ξεπεράσω τα δεδομένα των ειδήσεων και να εξερευνήσω την ανθρώπινη πλευρά αυτών των εμπειριών.

Αργότερα, πέρασα δώδεκα χρόνια διδάσκοντας στο πανεπιστήμιο και ίδρυσα τη δική μου εταιρεία παραγωγής στην Παλαιστίνη, την Mashahid for Art & Film Production.

Μέσω της εργασίας μου σε πολιτιστικά ιδρύματα όπως η Κινηματογραφική Λέσχη Παλαιστίνης και το Παλαιστινιακό Ινστιτούτο Κινηματογράφου, έχω παραμείνει στενά συνδεδεμένη με την παλαιστινιακή πολιτιστική σκηνή.

Για μένα, το ντοκιμαντέρ είναι τόσο μια δημιουργική γλώσσα όσο και μια προσωπική αναγκαιότητα.

Στο πλαίσιο της Παλαιστίνης είναι επίσης ένας τρόπος να διατηρήσουμε τις ιστορίες και να αναλογιστούμε την ταυτότητά μας και τη συλλογική μας μνήμη.

Σπούδασες μίντια και εργάστηκες ως ανταποκρίτρια στη Μόσχα για αρκετά χρόνια. Πώς συνδέεσαι με τη ρωσική πολιτιστική, πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα και πόσο έχει επηρεάσει την οπτική σου στον κινηματογράφο;

Σπούδασα τηλεοπτική δημοσιογραφία στη Ρωσία και αργότερα κινηματογραφική παραγωγή στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Τα χρόνια που πέρασα στη Μόσχα είχαν ισχυρό αντίκτυπο πάνω μου, όχι μόνο ακαδημαϊκά αλλά και πολιτισμικά.

Ο ρωσικός πολιτισμός, η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος άνοιξαν έναν διαφορετικό τρόπο θεώρησης της αφήγησης, ειδικά το βάθος που δόθηκε στις ανθρώπινες εμπειρίες και την ιστορική μνήμη.

Μετά τις σπουδές μου, εργάστηκα ως ανταποκρίτρια για το κανάλι MBC στην Ιερουσαλήμ, κάτι το οποίο με επανέφερε στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της περιοχής.

Με την πάροδο του χρόνου, άρχισα να ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα για ιστορίες που συνδέουν την Παλαιστίνη και τη Ρωσία, καθώς αυτές απηχούν μέρη του προσωπικού μου ταξιδιού.

Αυτές οι εμπειρίες διαμόρφωσαν την οπτική μου ως σκηνοθέτριας.

Μου επέτρεψαν να δω ιστορίες υπό πολλαπλά πολιτισμικά πρίσματα και να προσεγγίσω τη δημιουργία ντοκιμαντέρ με βαθύτερη επίγνωση της Ιστορίας, της ταυτότητας και των προσωπικών αφηγήσεων.

Το Αφήνοντας τη Γάζα, το τελευταίο σου ντοκιμαντέρ το οποίο προβάλλεται στο πλαίσιο του 28ου ΦΝΘ, αφηγείται την ιστορία της οικογένειας Ασούρ, που εγκαταλείπει τη Γάζα για μια νέα ζωή στο Βόλγκογκραντ της Ρωσίας.

Πώς και πότε συνάντησες για πρώτη φορά αυτήν την οικογένεια -τον Γασάν, την Ρωσίδα σύζυγό του, Άννα, και τις κόρες τους, Ντούνια και Λίζα- και πόσο ανοιχτή ήταν στο να μοιραστεί την οδυνηρή ιστορία της;

Γνώρισα για πρώτη φορά την οικογένεια Aσούρ μέσα από ένα σύντομο βίντεο που μοιράστηκε η Ντούνια στο διαδίκτυο.

Σε αυτό, μίλησε για τον εκτοπισμό, τον φόβο της για το μέλλον και την αβεβαιότητα για το αν το επόμενο βήμα θα ήταν η επιβίωση ή ο θάνατος.

Με άγγιξε επίσης βαθιά επίσης μια μικρή λεπτομέρεια: μίλησε για τις γάτες που αναγκάστηκαν να αφήσουν πίσω όταν έφυγαν από το σπίτι τους, ενώ κατάφεραν να πάρουν τον σκύλο τους, τον Γκούτσι.

Αυτές οι προσωπικές στιγμές αποκάλυψαν την ανθρώπινη πλευρά μιας πολύ μεγαλύτερης τραγωδίας.

Είναι ενδιαφέρον ότι αρχικά άκουσα για την ιστορία της Ντούνια μέσω της κόρης μου, Νάταλι, η οποία ζούσε στον Καναδά εκείνη την εποχή.

Είχε δει το βίντεο της Ντούνια και μου το είχε πει, καθώς είχαν σπουδάσει μαζί στο Εθνικό Ωδείο Μουσικής «Edward Said». Αυτή η προσωπική επαφή έκανε την ιστορία να μοιάζει ακόμα πιο κοντινή.

Στην αρχή, δεν ήξερα αν αυτό θα γινόταν ταινία. Όταν ξεκινήσαμε τα γυρίσματα μέσω της ομάδας μας στη Γάζα, η πρόθεσή μου ήταν απλώς να καταγράψω την ιστορία από μια ανθρώπινη οπτική γωνία.

Αργότερα, αφού η οικογένεια μεταφέρθηκε στη Ρωσία με τη βοήθεια του ρωσικού Υπουργείου Άμυνας, τους συνάντησα στο Βόλγκογκραντ. Χρειάστηκε χρόνος μέχρι να νιώσουμε όλοι άνετα να μετατρέψουμε την εμπειρία τους σε φιλμ.

Από πολλές απόψεις, η ίδια η διαδικασία των γυρισμάτων έγινε ένας χώρος συναισθηματικής απελευθέρωσης.

Η οικογένεια αισθάνθηκε πως η κοινοποίηση της ιστορίας της θα μπορούσε να δώσει φωνή σε πολλούς Παλαιστίνιους που έζησαν παρόμοιες εμπειρίες κατά τη διάρκεια του πολέμου.




Η Άννα παρομοιάζει τη Γάζα με το Στάλινγκραντ, με την έννοια ότι και οι δύο πόλεις και οι κάτοικοί τους είναι ανθεκτικοί και έχουν πολεμήσει/πολεμούν τον φασισμό, στο παρελθόν και στο παρόν, αντίστοιχα.

Συμμερίζεσαι την παρατήρησή της; Είναι ο γενοκτονικός σιωνισμός ο φασισμός του σήμερα;

Στο ντοκιμαντέρ, προσπαθώ να δώσω χώρο στους χαρακτήρες να εκφράσουν τα δικά τους συναισθήματα και ερμηνείες για την πραγματικότητα που έχουν βιώσει.

Η σύγκριση της Άννας προέρχεται από το προσωπικό της υπόβαθρο και την κατανόησή της για την Ιστορία, ιδιαίτερα της μνήμης του Στάλινγκραντ και την ανθεκτικότητα η οποία συνδέεται με αυτό.

Ως σκηνοθέτρια, ο ρόλος μου δεν είναι να επιβάλω μία μόνο ερμηνεία, αλλά να καταγράφω τις βιωματικές εμπειρίες των ανθρώπων στην ιστορία.

Αυτό που αντικατοπτρίζει το φιλμ είναι η ευρύτερη πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν οι Παλαιστίνιοι εδώ και δεκαετίες - εκτοπισμό, κατοχή και επαναλαμβανόμενους κύκλους βίας.

Για πολλούς Παλαιστίνιους, ο πιο πρόσφατος πόλεμος στη Γάζα έμοιαζε με μια ακραία συνέχεια αυτής της ιστορίας.

Μέσα από την ιστορία της οικογένειας, η ταινία αγγίζει θέματα επιβίωσης, απώλειας και αντοχής.

Η εμπειρία τους είναι βαθιά προσωπική, αλλά αντανακλά επίσης την ευρύτερη κατάσταση την οποία βιώνουν πολλοί Παλαιστίνιοι από το 1948 και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν σήμερα.

Διαποτισμένο από μια συντριπτική μελαγχολία, το Αφήνοντας τη Γάζα είναι μια ταινία για το τραύμα της εξορίας (που «βρίσκει συνεχώς νέες μορφές»), τη δύναμη του ανήκειν και της μνήμης και την ανάγκη για επιστροφή στην πατρίδα.

Θα ήθελες να αναλύσεις τη δυσκολία -καθώς και την αναγκαιότητα- της αντιμετώπισης και διαχείρισης αυτών των εννοιών σε κινηματογραφικό πλαίσιο;

Η εξορία δεν είναι μόνο μια σωματική κατάσταση· είναι επίσης μια συναισθηματική και ψυχολογική συνθήκη που συνεχίζει να μεταμορφώνεται με την πάροδο του χρόνου.

Στο Αφήνοντας τη Γάζα, με ενδιέφερε να εξερευνήσω πώς ο εκτοπισμός δεν τελειώνει όταν οι άνθρωποι εγκαταλείπουν έναν τόπο. Συνεχίζεται μέσα από τη μνήμη, μέσα από το αίσθημα του ανήκειν και μέσα από τη συνεχή επίγνωση του τι έχει χαθεί.

Η αντιμετώπιση αυτών των θεμάτων σε μια ταινία είναι ταυτόχρονα δύσκολη και απαραίτητη.

Είναι δύσκολη επειδή το τραύμα είναι βαθιά προσωπικό και δεν μπορεί πάντα να εκφραστεί εύκολα, ειδικά για ανθρώπους που εξακολουθούν να βιώνουν τις συνέπειές του.

Ταυτόχρονα, ο κινηματογράφος προσφέρει έναν χώρο όπου αυτές οι εμπειρίες μπορούν να μοιραστούν με ειλικρίνεια και ευαισθησία.

Για μένα, η πρόκληση ήταν να παραμείνω κοντά στην ανθρώπινη διάσταση της ιστορίας. Αντί να μιλάει για την εξορία με αφηρημένους όρους, το φιλμ παρακολουθεί την καθημερινή ζωή, τα συναισθήματα και τις αναμνήσεις μιας οικογένειας.

Μέσα από την εμπειρία τους, αρχίζουμε να κατανοούμε πώς η εξορία προσπαθεί να αναδιαμορφώσει την ταυτότητα, αλλά και πώς η μνήμη και η επιθυμία για επιστροφή παραμένουν ισχυρές δυνάμεις στη ζωή των ανθρώπων.




Το Αφήνοντας τη Γάζα είναι βαθιά πολιτικό. Κατά τη γνώμη σου, ταιριάζει η πολιτική στην τέχνη; Πρέπει οι καλλιτέχνες να μιλούν ανοιχτά για την πολιτική, όταν αισθάνονται την ανάγκη να το κάνουν;

Πιστεύω ότι η τέχνη είναι ένας τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι εκφράζουν τις ιστορίες τους, τις ανησυχίες τους και τις πραγματικότητες που βιώνουν. Είναι πολύ δύσκολο να διαχωρίσεις την τέχνη από το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο στο οποίο δημιουργείται.

Ως καλλιτέχνες, είμαστε μέρος του κόσμου γύρω μας και το έργο μας αναπόφευκτα αντανακλά τις εμπειρίες και τα ερωτήματα που διαμορφώνουν τη ζωή μας.

Για μένα, κάθε ταινία την οποία κάνω συνδέεται με ένα κομμάτι της δικής μου ανθρώπινης φύσης.

Ο κινηματογράφος, όπως και άλλες μορφές τέχνης, είναι μια γλώσσα μέσω της οποίας οι κοινωνίες επικοινωνούν τις αναμνήσεις, τους αγώνες και τις ελπίδες τους.

Υπό αυτή την έννοια, η τέχνη και η πολιτική συχνά τέμνονται, ειδικά όταν ασχολούνται με τις εμπειρίες ανθρώπων που ζουν μέσα σε συγκρούσεις ή ιστορικές αλλαγές.

Ταυτόχρονα, βλέπω τον ρόλο μου ως σκηνοθέτριας πρωτίστως στο να ακούω και να δίνω χώρο στις ιστορίες των άλλων.

Οι ταινίες δε μιλούν μόνο εκ μέρους μου. Αντικατοπτρίζουν τις φωνές και τις εμπειρίες των ανθρώπων των οποίων τις ζωές καταγράφουμε.

Το 2013, συνίδρυσες τη Mashahid for Art & Film Production. Έχει η λέξη «mashahid» συγκεκριμένη σημασία; Ποιοι ήταν οι στόχοι της εταιρείας, σε ποιο βαθμό έχουν υλοποιηθεί και τι απομένει να επιτευχθεί;

Η λέξη «mashahid» στα αραβικά σημαίνει «σκηνές» ή «στιγμές μαρτυρίας», γεγονός που αντικατοπτρίζει την ιδέα της παρατήρησης και της αποτύπωσης της πραγματικότητας μέσω του κινηματογράφου.

Όταν συνίδρυσα τη Mashahid for Art & Film Production το 2013, η πρόθεσή μου ήταν να βοηθήσω στη δημιουργία ενός χώρου για την παραγωγή ντοκιμαντέρ στην Παλαιστίνη.

Η Παλαιστίνη είναι ένα μέρος γεμάτο ιστορίες, αλλά ιστορικά είχαμε περιορισμένες κινηματογραφικές υποδομές και πόρους.

Μέσω της Mashahid, ήθελα να ενθαρρύνω την παραγωγή ντοκιμαντέρ και να ανοίξω έναν δρόμο για τους νεότερους κινηματογραφιστές να εξερευνήσουν αυτή τη μορφή αφήγησης.

Η εμπειρία μου στη διδασκαλία των μίντια και της κινηματογραφικής παραγωγής στο πανεπιστήμιο επηρέασε επίσης αυτό το όραμα, καθώς είδα πόσοι φοιτητές ήταν πρόθυμοι να εκφράσουν τις ιδέες τους, αλλά δεν είχαν ευκαιρίες και υποστήριξη.

Ένας από τους στόχους μας ήταν να εμπνεύσουμε νέους κινηματογραφιστές να προσεγγίσουν τον κινηματογράφο ως μια δημιουργική γλώσσα για την αφήγηση των δικών τους ιστοριών και όχι μόνο ως ένα μέσο προσανατολισμένο στις ειδήσεις.

Έχουμε προσπαθήσει να συμβάλουμε σε μια αυξανόμενη κατανόηση του ντοκιμαντέρ ως καλλιτεχνικής μορφής που μπορεί να διαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι παλαιστινιακές ιστορίες καταγράφονται και κοινοποιούνται στον κόσμο.

Υπάρχουν ακόμη πολλά τα οποία πρέπει να γίνουν, αλλά η δημιουργία αυτού του χώρου για δημιουργική αφήγηση ιστοριών ήταν ένα σημαντικό βήμα.

Ο προσχεδιασμένος πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν βρίσκεται σε εξέλιξη, όπως και ο αυξημένος εποικιστικός επεκτατισμός και η κρατικά υποστηριζόμενη βία εναντίον Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη.

Πώς βλέπεις την ευρύτερη κατάσταση στη Μέση Ανατολή; Ποια μπορεί να είναι η διέξοδος;

Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή είναι εξαιρετικά περίπλοκη και βαθιά οδυνηρή για πολλούς ανθρώπους που ζουν στην περιοχή.

Ως καταγόμενη από την Παλαιστίνη, βλέπω πώς οι απλοί άνθρωποι είναι συχνά αυτοί που επωμίζονται το μεγαλύτερο βάρος της σύγκρουσης και της αστάθειας.

Ως σκηνοθέτρια, η δουλειά μου επικεντρώνεται περισσότερο στην ανθρώπινη διάσταση αυτών των πραγματικοτήτων παρά στην πολιτική ανάλυση.

Πιστεύω ότι οι ιστορίες, ο πολιτισμός και ο διάλογος μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στο να βοηθήσουν τους ανθρώπους να κατανοήσουν ο ένας τον άλλον πέρα ​​από τις πολιτικές αφηγήσεις.

Αυτό στο οποίο ελπίζω, όπως πολλοί άνθρωποι στην περιοχή, είναι ένα μέλλον όπου οι κοινωνίες μπορούν να επικεντρωθούν στην οικοδόμηση και όχι στην καταστροφή.

Η ειρήνη, η αξιοπρέπεια και η δικαιοσύνη για τους ανθρώπους είναι απαραίτητες προϋποθέσεις, αν θέλουμε να φανταστούμε ένα πιο σταθερό και ανθρώπινο μέλλον για την περιοχή.

Το ντοκιμαντέρ της Σαουσάν Καούντ Αφήνοντας τη Γάζα, προβάλλεται, σε ευρωπαϊκή πρεμιέρα, στο πλαίσιο της ενότητας Ανοιχτοί Ορίζοντες του 28ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (5-15 Μαρτίου 2026), παρουσία της σκηνοθέτριας.

Πρεμιέρα: Παρασκευή 6 Μαρτίου (αίθουσα Φρίντα Λιάππα, 17:00). Επαναληπτική προβολή: Σάββατο 7 Μαρτίου (κινηματογράφος Μακεδονικόν, 15:00).

Το ντοκιμαντέρ θα είναι επίσης διαθέσιμο στη διαδικτυακή πλατφόρμα του Φεστιβάλ.



Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Naomi Wallace: «Η αντίσταση είναι σανίδα σωτηρίας για το πνεύμα μας»

 

Naomi Wallace (Φωτογραφία: Gregory Costanzo)

Επτά χαρακτήρες από την Παλαιστίνη, το Ισραήλ και το Ιράκ αναζητούν σύνδεση εν μέσω πολέμου στο θεατρικό έργο Πυρεξία - Τρία οράματα για τη Μέση Ανατολή, σε σκηνοθεσία Τατιάνας Λύγαρη.

Ενόψει της ολοκλήρωσης των παραστάσεων την 1η Φεβρουαρίου, συνομιλούμε με την συγγραφέα του έργου, την Βορειοαμερικανίδα Naomi Wallace, μια από τις πλέον ένθερμες φιλοπαλαιστινιακές φωνές διεθνώς.

Το Variety σε έχει χαρακτηρίσει ως «την πιο πολιτικά αφοσιωμένη θεατρική συγγραφέα της γενιάς [σου]».

Τι σημαίνει το να είσαι «πολιτικά αφοσιωμένη θεατρική συγγραφέας» στις μέρες μας και ποιες είναι οι κύριες ευθύνες σου ως τέτοιας απέναντι στον εαυτό σου, τους αναγνώστες/τις αναγνώστριές σου και τους μαθητές/τις μαθήτριές σου;

Είμαι, όπως όλοι/όλες μας, άρρηκτα συνδεδεμένη με και παγιδευμένη σε ευρύτερα κοινωνικά συστήματα και πολιτικές δυνάμεις.

Στο έργο μου, δε διαχωρίζω τα άτομα, τα σώματά τους, τις επιθυμίες τους, τα κολλήματά τους από τις συνθήκες οι οποίες τα διαμορφώνουν και τα παραμορφώνουν.

Συχνά, αναρωτιέμαι πώς ένας/μία θεατρικός/θεατρική συγγραφέας μπορεί να μην είναι πολιτικά εμπλεκόμενος/-η; Στη σκηνή ασχολείσαι πάντα με την εξουσία και την ανταλλαγή, με άνισες σχέσεις, αλλιώς δε θα υπήρχε δράμα, ούτε ένταση.

Πάντα με ενδιέφερε επίσης το ποιος επιτρέπεται να μιλάει και να καταλαμβάνει χώρο στη σκηνή; Τίνος η αυτονομία παραμένει, όταν τελειώνει η παράσταση. και τι νιώθει και σκέφτεται το κοινό, όταν σβήνουν τα φώτα;

Θα έλεγα ότι δεν έχει να κάνει τόσο με την «ευθύνη» όσο με τη σύνδεση και την ψυχική υγεία.

Πώς μπορούμε να παραμείνουμε λογικοί και ανθρώπινοι σε έναν κόσμο φλεγόμενο από την οικολογική κατάρρευση και τους ρατσιστικούς, ιμπεριαλιστικούς πολέμους και τον μιλιταρισμό;

Εγώ, και άλλοι «πολιτικά αφοσιωμένοι» συγγραφείς, ενεργούμε ή/και γράφουμε ενάντια σε ό,τι μας υποβαθμίζει, επειδή η αντίσταση είναι σανίδα σωτηρίας για το πνεύμα μας.

Στο έργο σου Πυρεξία- Τρία οράματα για τη Μέση Ανατολή, το οποίο παρουσιάζεται στην Αθήνα σε σκηνοθεσία της Τατιάνα Λύγαρη, επτά χαρακτήρες από την Παλαιστίνη, το Ισραήλ και το Ιράκ αναζητούν σύνδεση εν μέσω πολέμου.

Τι έχει τροφοδοτήσει τη μακροχρόνια ενασχόλησή σου με τη Μέση Ανατολή, τους λαούς της και την τραυματική της Ιστορία, και ιδιαίτερα την υποστήριξη από πλευράς σου της παλαιστινιακής υπόθεσης όλα αυτά τα χρόνια;

Από τότε που ήμουν νεαρή συγγραφέας, ενδιαφερόμουν για την ασυμφωνία μεταξύ των ελευθεριών των Η.Π.Α. στο εσωτερικό και του πολέμου και της καταστολής η οποία επιβάλλεται εναντίον οποιουδήποτε λαού στον κόσμο δε θέτει τις ανάγκες των Η.Π.Α. πάνω απ’ όλα.

Το βλέπουμε τώρα με τη Βενεζουέλα. Πώς τολμά ένας λαός να επιθυμεί να επωφεληθεί από τους δικούς του πόρους;

Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός πάντα απασχολούσε τη φαντασία μου - άλλωστε, έχω γίνει μάρτυρας των πολέμων του και έχω πληρώσει γι’ αυτόν μέσω των φόρων μου.

Αλλά, περισσότερο, με εμπνέουν οι άνθρωποι που αντιστέκονται στην αυτοκρατορική ισχύ των Η.Π.Α., που αντιστέκονται στη λεηλασία της γης και των σωμάτων τους.

Αυτό κάνουν οι Παλαιστίνιοι τα τελευταία 70 χρόνια περίπου ενάντια στην παράνομη και βάναυση κατοχή του Ισραήλ.

Αν η αντίθεση στον πόλεμο του Βιετνάμ συνόδευσε άμεσα τα πρώτα μου χρόνια, ο αγώνας για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης ήταν πάντα μέρος της ζωής της οικογένειάς μου.

Και μου φαίνεται πως όσα συμβαίνουν στην Παλαιστίνη και το Ισραήλ μάς λένε πολλά για το τι θα συμβεί σε εμάς τους υπόλοιπους.

Δες τι κάνει τώρα η ICE στις ΗΠΑ. Δες τη συνεχιζόμενη και αναγκαστική φτωχοποίηση των περισσότερων Αμερικανών και την καταστολή της ελευθερίας του λόγου και του δικαιώματος στη διαμαρτυρία όσον αφορά την Παλαιστίνη.

Μόλις επισκέφτηκα τα παράνομα κατεχόμενα εδάφη της Δυτικής Όχθης και της ανατολικής Ιερουσαλήμ τον Νοέμβριο για να μιλήσω με τους συναδέλφους μου που κάνουν θέατρο σε μια εποχή γενοκτονίας.

Αυτό που άκουγα ξανά και ξανά ήταν η ερώτηση: «Μπορείτε να το φανταστείτε αυτό;»

«Αυτό», εννοώντας τη γενοκτονία στη Γάζα, την τρομοκρατία των εποίκων στη Δυτική Όχθη, καθώς και τις συνεχείς κατεδαφίσεις σπιτιών και την κατάσχεση γης που ανήκει σε Παλαιστίνιους.

Αυτός είναι ο στόχος: να προσπαθήσουμε να φανταστούμε, να αφηγηθούμε και να αναπαραστήσουμε αυτό το οποίο για εμάς είναι αδιανόητο, αλλά αποτελεί καθημερινή πραγματικότητα για τους Παλαιστίνιους.

Το έργο σου ταλαντεύεται ανάμεσα στον ρεαλισμό και ένα (πυρετώδες) όνειρο και χρησιμοποιεί μια γλώσσα ταυτόχρονα σύγχρονη και βαθιά ποιητική.

Κατά τη γνώμη σου, επιτυγχάνουμε -είτε ως συγγραφείς είτε ως αναγνώστες/αναγνώστριες- καθαρότητα όρασης σε μια πυρετώδη κατάσταση;

Λοιπόν, η φαντασία είναι συχνά «πυρετώδης», έτσι δεν είναι; Νομίζω ότι υπάρχει κάτι πολύ παραγωγικό, ακόμη και προκλητικό, στην εξόρυξη αυτής της έντασης μεταξύ του σουρεαλιστικού και του ρεαλιστικού.

Πάντα έχω κατά νου την έννοια της «ανοικείωσης» του Μπρεχτ, όταν γράφω - της μετατροπής του οικείου σε κάτι άλλο, προκειμένου να έρθουν στο προσκήνιο οι κοινωνικές σχέσεις.

Η ανοικείωση είναι ένα είδος πυρετώδους κατάστασης, μια επαυξημένη πραγματικότητα.

Ο τίτλος του έργου είναι δανεισμένος από έναν στίχο του T.Σ. Έλιοτ. Πώς συνδέεσαι με τον Έλιοτ και με την ποίηση, γενικότερα;

Ειδικά στην Έρημη Χώρα, βρίσκω τον Έλιοτ να κάνει κάτι παρόμοιο με τα πολιτισμικά του ερείπια και τους υπνωτιστικούς ρυθμούς του. Δεν μπορούμε να προσγειωθούμε πουθενά επειδή είμαστε πάντα σε εγρήγορση.

Δε θεωρώ απαραιτήτως το έργο μου ιδιαίτερα ποιητικό. Δίνω προσοχή στη γλώσσα και στις λέξεις, εντός και εκτός των συμφραζομένων.

Αλλά έτσι ακούω τους ανθρώπους να μιλάνε. Αυτά άκουγα μεγαλώνοντας στο Κεντάκι. Αυτό το μείγμα γλώσσας για το οποίο μιλάς είναι αυτό που ακούω στο κεφάλι μου.

Ο αυξανόμενος αυταρχισμός στη Δύση συμβαδίζει με την αυξανόμενη ισλαμοφοβία, την υιοθέτηση ηθικών διπλών στανταρ όσον αφορά το Ισραήλ/Παλαιστίνη και την ποινικοποίηση/δίωξη (φιλο)παλαιστινιακών φωνών.

Γιατί;

Οι παλαιστινιακές φωνές και όσοι/όσες υποστηρίζουν τον παλαιστινιακό αγώνα για ελευθερία έχουν λογοκριθεί εδώ και δεκαετίες, ειδικά στις Η.Π.Α.

Ο Έντουαρντ Σαΐντ έγραψε ένα διάσημο άρθρο το 1984 με τίτλο Άδεια αφήγησης σχετικά με την καταστολή οποιασδήποτε ιστορίας για τους Παλαιστίνιους (στην προκειμένη περίπτωση την εισβολή στον Λίβανο το 1982), η οποία αντιτάσσεται στην αμερικανο-ισραηλινή εκδοχή.

Κάποτε, κατηγορήθηκα από ένα μεγάλο αμερικανικό θέατρο ότι έγραψα ένα θεατρικό έργο «το οποίο επεδείκνυε συμπάθεια προς τους τρομοκράτες». Γιατί;

Απλώς και μόνο επειδή παρουσιάζονταν στη σκηνή Παλαιστίνιοι χαρακτήρες που αντιστάθηκαν στην Κατοχή με λόγια και ένα ανεμόπτερο, για να σπάσουν το Τείχος του Διαχωρισμού!

Αυτό, λοιπόν, δεν είναι κάτι καινούργιο.

Ο χαρισματικός Παλαιστίνιος-Αμερικανός συγγραφέας Ismail Khalidi έχει υποστεί επανειλημμένη λογοκρισία στο σημαντικό έργο του.

Ο χαρακτηρισμός της Palestine Action στη Μεγάλη Βρετανία ως «τρομοκρατικής» οργάνωσης αποτελεί μια πολύ επικίνδυνη κλιμάκωση αυτής της τάσης.

Ποιος, κατά τη γνώμη σου, είναι ο αντίκτυπος της ποινικοποίησης του κινήματος αλληλεγγύης προς τους Παλαιστίνιους και της πολιτικής διαφωνίας γενικότερα στην ποιότητα των πολιτικών ελευθεριών στη Μεγάλη Βρετανία;

Όσο για τον χαρακτηρισμό της Palestine Action ως «τρομοκρατικής» ομάδας από τη βρετανική κυβέρνηση, νομίζω ότι αυτό καταδεικνύει δύο πράγματα πολύ ξεκάθαρα.

Κατ’ αρχάς, βανδαλίζοντας στρατιωτικό εξοπλισμό και περιουσία που χρησιμοποιείται για τον εξοπλισμό του Ισραήλ, η Palestine Action αποδείχθηκε πολύ επιτυχημένη στο να εφιστήσει την προσοχή στη συνενοχή του Ηνωμένου Βασιλείου στη γενοκτονία.

Δεύτερον, δείχνει ότι η φιλοϊσραηλινή κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου χάνει τον έλεγχο της αφήγησής της, πως όλο και περισσότεροι άνθρωποι στη χώρα και σε όλο τον κόσμο συνειδητοποιούν ότι το ισραηλινό κράτος, εξοπλισμένο σχεδόν αποκλειστικά από τις Η.Π.Α., είναι ένα κράτος που διαπράττει γενοκτονική τρομοκρατία εναντίον των αυτοχθόνων της περιοχής. Κι αυτό πρέπει να σταματήσει.

Όσο ανατριχιαστική κι αν είναι η ποινικοποίηση και ένα κάλεσμα αφύπνισης για όποιον πιστεύει στη δημοκρατία και τα πολιτικά δικαιώματα (καθώς και στο διεθνές δίκαιο!), οι μαζικές συλλήψεις διαδηλωτών που «υποστηρίζουν την Palestine Action» και οι συνεχιζόμενες φιλοπαλαιστινιακές διαδηλώσεις δείχνουν πως η κυβέρνηση αποτυγχάνει.

Tι θα περιλάβανε μια «ενημερωμένη» εκδοχή της Πυρεξίας το 2026, σε μια περίοδο όπου, παρά τη λεγόμενη «εκεχειρία» -ήδη παραβιασμένη από το Ισραήλ περισσότερες από χίλιες φορές-, η γενοκτονία των Παλαιστινίων συνεχίζεται;

Δεν πιστεύω πραγματικά στην ιδέα ενός «ενημερωμένου» θεατρικού έργου. Το κοινό είναι πολύ έξυπνο. Δεν πρέπει να το υποτιμούμε. Μπορεί να παρακολουθήσει την Πυρεξία και να κάνει τις δικές του συνδέσεις και ενημερώσεις στο μυαλό του.

Και φυσικά, η Πυρεξία είναι μέρος μιας ιστορίας που τώρα επεκτείνεται σε ένα πιο πρόσφατο θεατρικό έργο, γραμμένο με τον Ismail Khalidi, με τίτλο Οράματα από το κέντρο της γης για τη γενοκτονία στη Γάζα.

Αυτό το έργο αποτελεί ανάθεση το θεάτρου «ASHTAR» στη Ραμάλα και έκανε πρεμιέρα στα αραβικά στη Δυτική Όχθη το 2024.

Όσο για την εκεχειρία, το Ισραήλ δεν την έχει τηρήσει με κανέναν τρόπο, σε αντίθεση με τις αντιστασιακές ομάδες στη Γάζα, οι οποίες το έχουν κάνει. Ο ισραηλινός στρατός συνεχίζει να βομβαρδίζει και να λιμοκτονεί τους κατοίκους της Γάζας.

Και το πληρώνουμε εμείς. Το πληρώνει και η Ελλάδα, επιτρέποντας στην ισραηλινή αεροπορία να επιδίδεται σε βομβαρδισμούς πάνω από τον εναέριο χώρο της, μέσω στρατιωτικής συνεργασίας και επενδύσεων.

Πρέπει να αντισταθούμε σε αυτήν τη θανάσιμη υποστήριξη από τις κυβερνήσεις μας.

Αν με ρωτήσεις, δε βλέπω καμία διέξοδο στον πόλεμο εναντίον των Παλαιστινίων (στην πραγματικότητα δεν υπάρχει «σύγκρουση»). Μια μαζική κινητοποίηση από τα «κάτω» στη Δύση και στην Ανατολή ίσως να βοηθούσε.

Εσύ, τι πιστεύεις;

Νομίζω ότι πολύ συχνά κάνουμε τους εαυτούς μας να νιώθουν ανίσχυροι στην προσπάθειά μας να δούμε το «τέλος» της αυτοκρατορίας, το τέλος του αποικιακού καθεστώτος των εποίκων.

Μερικές φορές είναι σαν να λαχταράμε μια εγγύηση πως μπορούμε να «νικήσουμε» ενάντια στις δυνάμεις κατοχής, του πολέμου και της εξαθλίωσης της πλειοψηφίας. Ενάντια στην καταστροφή του πλανήτη μας.

Αλλά αναλαμβάνουμε δράση, νομίζω, όχι επειδή μπορούμε να είμαστε σίγουροι και σίγουρες ότι θα πετύχουμε, αλλά επειδή η αλληλεγγύη και η αντίσταση είναι οι καλύτερές μας ποιότητες.

Πρέπει να αξιοποιήσουμε τη φυσική μας τάση να στεκόμαστε στο πλευρό των άλλων, να γνωρίζουμε πως δεν είμαστε μόνοι/μόνες, ούτε καν πραγματικά «άτομα», αλλά μάλλον τόσο βαθιά συνδεδεμένοι/-ες μεταξύ μας που χωρίς αυτήν τη σύνδεση, δεν υπάρχουμε πραγματικά.

Ίσως λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι η αντίσταση, είτε μέσω του θεάτρου είτε με άλλα μέσα, είναι ο τρόπος με τον οποίο επιτρέπουμε την πλήρη άνθηση της ύπαρξής μας;

Ευχαριστώ θερμά την Samara Wash για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και την Naomi Wallace για την άμεση ανταπόκριση, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας της.

Η παράσταση Πυρεξία- Τρία οράματα για τη Μέση Ανατολή, σε κείμενο της Naomi Wallace και σκηνοθεσία της Τατιάνας Λύγαρη, παρουσιάζεται μέχρι την 1η Φεβρουαρίου στην Αμαξοστοιχία-Θέατρο το Τρένο στο Ρουφ (Σιδηροδρομικός & Προαστιακός Σταθμός Ρουφ, επί της Λεωφόρου. Κωνσταντινουπόλεως).