Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λωρίδα της Γάζας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λωρίδα της Γάζας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

Παλαιστίνη, θέατρο, πολιτική: Συναντώντας τον Ismail Khalidi και την Naomi Wallace

 


Συγγραφείς του θεατρικού Οράματα από το κέντρο της Γης, ο Παλαιστίνιος Ismail Khalidi και η Βορειοαμερικανίδα Naomi Wallace βρέθηκαν πρόσφατα στην Αθήνα στο πλαίσιο του ανεβάσματος του έργου από τη θεατρική ομάδα του Τμήματος Αγγλικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ.

Μια συζήτηση μαζί τους για την Παλαιστίνη και το θέατρο ως μορφή αντίστασης.

Είσαι Παλαιστίνιος, γεννήθηκες στη Βηρυτό, ενώ έχεις μεγαλώσει και ζήσει στις Η.Π.Α. Πώς εγγράφονται όλες αυτές οι ταυτοτικές αναφορές μέσα σου ως άνθρωπο, συγγραφέα, καλλιτέχνη;

Ιsmail Khalidi: Στην πραγματικότητα, ζω στη Χιλή επί μια δεκαετία.

Μεγάλωσα, ωστόσο, στις Η.Π.Α., όπου και εργάστηκα πολύ, οπότε σε μεγάλο βαθμό είμαι ένας Παλαιστίνιος της Διασποράς.

Η οικογένειά μου βρίσκεται διασκορπισμένη σε πολλά μέρη και νιώθω ταυτόχρονα σαν στο σπίτι μου σε πολλούς τόπους και στην πραγματικότητα όχι σαν στο σπίτι μου παντού.

Είμαι επίσης -κι αυτό είναι πολύ σημαντικό- ένας Παλαιστίνιος ο οποίος απολαμβάνει ένα ορισμένο επίπεδο προνομίων σχετιζόμενο με το οικογενειακό περιβάλλον μου, το ακαδημαϊκό υπόβαθρό μου, το διαβατήριο που κατέχω κ.λπ.

Προσπαθώ, λοιπόν, να έχω επίγνωση αυτής της συνθήκης. Όπως και εκατομμύρια Παλαιστίνιοι ανά τον κόσμο, αισθάνομαι, όμως, τελείως διαχωρισμένος, κατακερματισμένος και εξόριστος.

Γλωσσικά, είμαι πολύ επηρεασμένος από τη βορειοαμερικανική λογοτεχνία, ποίηση και μουσική, γράφω στα αγγλικά -προφανώς- και συχνά για ένα βορειοαμερικανικό ή αγγλόφωνο κοινό.

Νιώθω, ωστόσο, πως ο τρόπος που ακούω ή -μερικές φορές- μιλάω είναι από πολλές απόψεις παλαιστινιακά.

Αλλά και οι ιστορίες τις οποίες επιλέγω να γράψω αφορούν, κυρίως, στην Παλαιστίνη, τη Μέση Ανατολή, τον μουσουλμανικό κόσμο, την αντι-αποικιοκρατία και την αυτοκρατορία:

Aυτές είναι, εξάλλου, δυνάμεις που έχουν διαμορφώσει τη διαδρομή της οικογένειάς μου και τον κόσμο στον οποίο ζούμε.

Ο αντιιμπεριαλισμός, ο αντιρατσισμός, ο αντικαπιταλισμός είναι βασικοί άξονες της δουλειάς μου.

Ως Παλαιστίνιος δε βιώνω μονο την οργή, την ανημπόρια και τη θλίψη.

Βιώνω, επίσης, και την ενοχή επειδή μπορώ να αγκαλιάζω τον ηλικίας δυόμισι ετών γιο μου που γεννήθηκε μερικές μόνο μέρες μετά την έναρξη της γενοκτονίας, όταν δεκάδες χιλιάδες άλλοι γονείς δεν μπορούν να το κάνουν.

Τουλάχιστον κάνεις κάτι με το προνόμιό σου. Προσφέρεις «υπηρεσία» στην παλαιστινιακή υπόθεση.

Ι.Κ.: Το ελπίζω.

Ενδιαφέρομαι ολοένα και λιγότερο για το μέινστριμ βορειοαμερικανικό θέατρο, το οποίο εδώ και καιρό έχει κλείσει την πόρτα του στην απελευθέρωση των Παλαιστίνιων, σε καθετί ριζοσπαστικό, αντικαπιταλιστικό, αντιιμπεριαλιστικό.

Ο φιλελευθερισμός ανοίγει με πολλή ευγένεια την πόρτα στον φασισμό.

Το να ακούω, λοιπόν, φοιτήτριες/φοιτητές στην Αθήνα ή στη Γαλλία να διαβάζουν, να αναλύουν και να παρουσιάζουν το έργο μου φαντάζει πολύ πιο σημαντικό και χρήσιμο από την άποψη της συμμετοχής σε κάποιου είδους πολιτισμική αντίσταση.

Σε ποιον βαθμό είναι εφικτό να συνεχίζεις να αντιστέκεσαι, έχοντας κατά νου την εντεινόμενη συντηρητικοποίηση/φασιστικοποίηση σε Η.Π.Α., Ευρώπη και παγκοσμίως; Πώς υπερβαίνεις τους περιορισμούς;

Ι.Κ.:Δεν έχω οριστική απάντηση.

Πρέπει να παρεισφρέεις και να παρακάμπτεις και να φαντάζεσαι εκ νέου και να ασκείς πίεση από τα κάτω.

Κάποιοι άνθρωποι μπορούν, λοιπόν, να λειτουργούν ανατρεπτικά, εισάγοντας με πονηριά ένα έργο στο εθνικό θέατρο μια στις τόσες. Αυτό είναι χρήσιμο. Όπως και το θέατρο δρόμου. Δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος αντίστασης.

Το ζητούμενο είναι ο κοινός σκοπός, σε τι αντιτιθέμεθα, αλλά και τι προσπαθούμε να χτίσουμε. Αυτό που μερικές φορές μάς λείπει είναι η διαύγεια του οράματος κι η ενότητα σ’ αυτό. Ακόμα και εντός του ίδιου του παλαιστινιακού κινήματος.

Γι’ αυτό πιθανόν και βρισκόμαστε στο σημείο στο οποίο βρισκόμαστε.

Naomi Wallace: Τι όμορφο να σε ακούω να μιλάς, Ismail! (Γέλιο).

Πώς παρακάμπτεις εσύ, Naomi, ως συγγραφέας τους όποιους περιορισμούς;

N.W.: Είναι λανθασμένο να διερωτάσαι αν η δουλειά σου είναι αποτελεσματική ή αν μπορεί να αλλάξει τα πράγματα, αντί να απλά να αναλάβεις δράση.

Τις περισσότερες φορές δεν μπορώ να δω τι αντλούν οι άνθρωποι από τη δουλειά μου και πώς μπορεί να εισέλθει στη ζωή τους.

Ελπίζω να έχει αποτέλεσμα και να τους ενθαρρύνει να θέσουν άλλα ερωτήματα. Αλλιώς δε θα βρισκόμουν εδώ.

Η συνεργασία μου με το ΕΚΠΑ ή διάφορα θέατρα στη Γαλλία είναι από τις πλέον συναρπαστικές.

Λατρεύω να συνεργάζομαι με νέους ανθρώπους, να τους βλέπω να ενθουσιάζονται με ένα θεατρικό έργο.

Το Οράματα από το κέντρο της Γης που παρουσιάζεται στην Αθήνα [σημ.: η παράσταση ανέβηκε στις 26, 28 και 29 Μαΐου] μεταφράστηκε από τον αναπληρωτή καθηγητή του Τμήματος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, Κωνσταντίνο Μπλατάνη.

Τα μέλη της θεατρικής ομάδας του Τμήματος υποδύονται τους χαρακτήρες.

Πώς γνωριστήκατε, Ismail και Naomi;

Ι.Κ.: Γνωριστήκαμε στη Μινεάπολη το 2005.

Ν.W.: Πάνε είκοσι χρόνια!

Ι.Κ.: Εκείνη την εποχή ήμουν ηθοποιός και μόλις είχα αρχίσει να γράφω. Γνώριζα από καιρό τη δουλειά της Naomi. Συμμετείχα, επίσης, στην παράσταση της Πυρεξίας και κατόπιν γράψαμε ένα-δυο άρθρα μαζί.

Ν.W.: Πήγε τόσο καλό αυτό, που αποφασίσαμε να διασκευάσουμε το έργο του Γασάν Καναφάνι Επιστρέφοντας στη Χάιφα για το θέατρο, επειδή είχαμε ακούσει ότι το να εξασφαλίσουμε τα δικαιώματα από την οικογένειά του ήταν πρόκληση.

Και τα καταφέραμε. Είχαμε ένα μεγάλο θέατρο από πίσω μας, αλλά τελικά τρομοκρατήθηκε και αποσύρθηκε. Έτσι ξεκινήσαμε, πάντως. Στον βαθύ -αλλά όχι τόσο βαθύ- Νότο.

Ο ένας έγραφε τη μια σκηνή, η άλλη την επόμενη. Δεν είχαμε διαφωνίες. Συζητήσεις κάναμε. Όχι όμως για ζητήματα «ιδιοκτησιακής» φύσης, για το ποιος/ποια έγραψε τι. Οι εγωισμοί μας παραμερίστηκαν. Ο Καναφάνι μάς έμαθε πώς να γράφουμε.

Ι.Κ.: Διαφωνούσαμε για το ποιος/ποια, τελικά, είχε γράψει τη μία ή την άλλη ατάκα.

Τα πρώτα δύο θεατρικά έργα μας ήταν διασκευές. Πιο πριν είχαμε συγγράψει από κοινού τα άρθρα στα οποία αναφέρθηκα, ενώ είχαμε επιμεληθεί και ένα βιβλίο για το παλαιστινιακό θέατρο. Πατούσαμε σε κοινό πολιτικό και καλλιτεχνικό έδαφος.

Είναι πιο εύκολο να διασκευάσεις ένα έργο από κοινού με κάποιον αν πρέπει να μείνεις πιστός στο πρωτότυπο.

Ν.W.: Ήταν έδαφος για εκπαίδευση.

Ι.Κ.: Γράφαμε όσα θέλαμε και κατόπιν επιτρέπαμε ο ένας στην άλλη να διορθώσει το οτιδήποτε.

Ν.W.: Το κριτήριο ήταν αν όσα γράφαμε λειτουργούσαν.

Πόσο διαφέρουν τα κατά καιρούς κοινά των έργων σας; Είναι ο ενθουσιασμός που επιδεικνύουν ο ίδιος;

Ι.Κ.: Πάντα υπάρχει λογοκρισία στις Η.Π.Α. όσον αφορά στην Παλαιστίνη. Υπάρχει ακόμα κι εντός της διαδικασίας παραγωγής. Πρέπει, λοιπόν, πάντα να υπενθυμίζω στον εαυτό μου για ποιο κοινό γράφω.

Από την άλλη, πρέπει και να εκπαιδεύεις διαρκώς το κοινό, επειδή υπάρχουν πολλή παραπληροφόρηση, απανθρωποποίηση, ρατσισμός και άγνοια στις Η.Π.Α. Δεν πρέπει, όμως, να υποκύπτεις στο δέλεαρ τού να γράφεις για τους λάθος ανθρώπους.

Ή να παράγεις κάτι «ισορροπημένο».

Ν.W.: Στο θέατρο πάντα θέλουν να γράφεις και για τις δύο «πλευρές».

Ι.Κ.: Πολλοί αξιοπρεπείς, καλοπροαίρετοι συγγραφείς διαφθείρονται, νομίζω, από αυτήν τη συνθήκη.

Ευρισκόμενος στη Γαλλία και συζητώντας για το έργο μου με φοιτητές και φοιτήτριες, ένιωσα πως μέσα σε τρεις ώρες είχαν καταλάβει πολύ περισσότερα γι’ αυτό απ’ ό,τι το βορειοαμερικανικό κοινό την τελευταία εικοσιπενταετία.

Το χιλιάνικο κοινό πώς αντιδρά;

I.K.: Μόνο ένα έργο μου έχει ανέβει στη Χιλή. Σίγουρα οι άνθρωποι εκεί έχουν περισσότερες γνώσεις σχετικά με την Παλαιστίνη.

Η Χιλή έχει όμορφα ρεύματα πολιτισμικής αντίστασης, τα οποία όμως έχουν ευπρεπιστεί και υποστεί ηλεκτροσόκ από τον νεοφιλελευθερισμό.

Ο καπιταλισμός έχει τραυματίσει αυτήν τη χώρα και τους ανθρώπους της πραγματικά βαθιά. Η κανονικοποίηση του φασισμού έχει δουλέψει.

Πόσο απαιτητικό είναι να εξασφαλίσετε ότι η φωνή σας ακούγεται στις Η.Π.Α.;

N.W.: Υπάρχουν πολλά μικρά θέατρα, για τα οποία δεν ακούς κάτι, που συχνά κάνουν σημαντική δουλειά. Πρέπει, όμως, εσύ ο ίδιος να βγάλεις στη γύρα τη δουλειά σου, να βρεις σκηνοθέτες και θέατρα για να τη φιλοξενήσουν.

Ι.Κ.: Παλαιότερα, τουλάχιστον, υπήρχε στην Ελλάδα καλύτερη χρηματοδότηση των πολιτιστικών δρωμένων. Κάτι τέτοιο δε συνέβαινε ποτέ στις Η.Π.Α. Και οι θεατρικές παραγωγές δεν είναι φτηνές εκεί.

Είναι, λοιπόν, πολύ δύσκολο να χρηματοδοτήσεις θεατρικές παραγωγές με δικούς σου πόρους σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Ένα έργο για την Παλαιστίνη δε θα λάβει κριτικές στις εφημερίδες ή θα το σαμποτάρουν, κι έτσι δε θα έρθει κόσμος στην παράσταση.

Ένα άλλο ζήτημα με το οποίο έρχεσαι αντιμέτωπος γράφοντας για την Παλαιστίνη ή για ζητήματα φυλής και τάξης, όπως τείνουμε να κάνουμε με την Naomi, είναι η εντυπωσιακή ικανότητα του φιλελευθερισμού να προσαρμόζεται και να οικειοποιείται.

Όταν συμβαίνει κάτι στην Παλαιστίνη, θα αναζητήσουν στις Η.Π.Α. κάποιον φιλελεύθερο σκηνοθέτη για να παρουσιάσει ένα έργο. Θα φροντίσουν να εντάξουν το σχετικό «πιάτο» στο «μενού», όχι όμως αυτό που πρέπει οι άνθρωποι να φάνε.

Πώς αισθάνεσαι ενόψει του ανεβάσματος των Οραμάτων από το κέντρο της Γης στην Αθήνα, Ismail;

Ι.Κ.: Είναι η πρώτη δουλειά στην οποία εμπλέκομαι που παρουσιάζεται στην Ελλάδα, γεγονός το οποίο με ενθουσιάζει.

Ξέρω, βέβαια, ότι η Αθήνα έχει αλλάξει μέσα από τη διαδικασία του εξευγενισμού: το κεφάλαιο είναι ύπουλο. Ξέρω, επίσης, για τη συνεργασία της ελληνικής κυβέρνησης με το Ισραήλ.

Από την άλλη, κάνοντας βόλτα στα Εξάρχεια λίγες ώρες νωρίτερα ένιωσα σαν να βρισκόμουν στη Βηρυτό ή στο Κάιρο.

Για μένα, η Ελλάδα έχει μια Ιστορία ακτιβισμού, φοιτητικών κινημάτων, διαδηλώσεων, αντιφασισμού. Αυτά σκέφτομαι, λοιπόν, όταν περπατώ στην πόλη.

Ολοκληρώνοντας την κουβέντα, θα ήθελα να μου μιλήσεις λίγο περισσότερο για το ίδιο το έργο.

Ι.Κ: Το Οράματα από το κέντρο της Γης αποτελεί, μεταξύ άλλων, έναν φόρο τιμής στην παλαιστινιακή φαντασία. Η ικανότητα να φανταζόμαστε είναι ένα από τα πράγματα που μας κάνουν ανθρώπους.

Στην περίπτωση των Παλαιστινίων, η φαντασία είναι επίσης ένα αντίδοτο στην απανθρωποποίηση.

Τροφοδοτεί την ανθεκτικότητα, την αντίσταση και την ακλόνητη επιμονή. Να θυμόμαστε και να (επανα)φανταζόμαστε το διαγραμμένο και κλεμμένο παρελθόν, την ίδια την κλεμμένη γη.

Να φανταζόμαστε νέους τρόπους επιβίωσης από το αδιανόητο: ένα μέλλον σε μια απελευθερωμένη Παλαιστίνη, όπου τα σύνορα ανοίγουν αντί να μάς περικυκλώνουν.

Να χρησιμοποιούμε τη φαντασία για να επινοήσουμε, να δημιουργήσουμε, να αναζητήσουμε χαρά και ηρεμία και να δώσουμε παρηγοριά σε ανθρώπινα και μη όντα γύρω μας.

Η φαντασία είναι μια πράξη ανυπακοής στην απανθρωποποίηση, αλλά και μια πράξη αγάπης για τον εαυτό σου και τον κόσμο γύρω σου.

Ευχαριστώ θερμά τον Ismail Khalidi και την Naomi Wallace για την ουσιαστική διά ζώσης κουβέντα.



Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Σαουσάν Καούντ: «Η τέχνη και η πολιτική συχνά τέμνονται»

 


Διαποτισμένο από συντριπτική μελαγχολία, το Αφήνοντας τη Γάζα της Παλαιστίνιας Σαουσάν Καούντ είναι ένα ντοκιμαντέρ για το τραύμα της εξορίας μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας που μεταναστεύει από τη Γάζα στη Ρωσία.

Κουβεντιάζοντας με την σκηνοθέτρια λίγο πριν την ευρωπαϊκή πρεμιέρα του φιλμ της στο πλαίσιο του 28ου ΦΝΘ.

Γεννημένη στη Νάμπλους και κάτοικος της Ραμάλα, είσαι έμπειρη σκηνοθέτρια και επίσης λέκτορας πανεπιστημίου. Τι σε έστρεψε κατ’ αρχήν στο ντοκιμαντέρ;

Το ενδιαφέρον μου για τη σκηνοθεσία ντοκιμαντέρ ξεκίνησε πριν από περίπου είκοσι πέντε χρόνια, όταν εργαζόμουν στη δημοσιογραφία κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Ιντιφάντα.

Εκείνη την εποχή, ένιωθα ότι οι προσωπικές ιστορίες ήταν ο πιο ειλικρινής τρόπος για να κατανοήσουμε και να εκφράσουμε την πραγματικότητα που ζούσαμε.

Το ντοκιμαντέρ έγινε ένας τρόπος για μένα να ξεπεράσω τα δεδομένα των ειδήσεων και να εξερευνήσω την ανθρώπινη πλευρά αυτών των εμπειριών.

Αργότερα, πέρασα δώδεκα χρόνια διδάσκοντας στο πανεπιστήμιο και ίδρυσα τη δική μου εταιρεία παραγωγής στην Παλαιστίνη, την Mashahid for Art & Film Production.

Μέσω της εργασίας μου σε πολιτιστικά ιδρύματα όπως η Κινηματογραφική Λέσχη Παλαιστίνης και το Παλαιστινιακό Ινστιτούτο Κινηματογράφου, έχω παραμείνει στενά συνδεδεμένη με την παλαιστινιακή πολιτιστική σκηνή.

Για μένα, το ντοκιμαντέρ είναι τόσο μια δημιουργική γλώσσα όσο και μια προσωπική αναγκαιότητα.

Στο πλαίσιο της Παλαιστίνης είναι επίσης ένας τρόπος να διατηρήσουμε τις ιστορίες και να αναλογιστούμε την ταυτότητά μας και τη συλλογική μας μνήμη.

Σπούδασες μίντια και εργάστηκες ως ανταποκρίτρια στη Μόσχα για αρκετά χρόνια. Πώς συνδέεσαι με τη ρωσική πολιτιστική, πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα και πόσο έχει επηρεάσει την οπτική σου στον κινηματογράφο;

Σπούδασα τηλεοπτική δημοσιογραφία στη Ρωσία και αργότερα κινηματογραφική παραγωγή στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Τα χρόνια που πέρασα στη Μόσχα είχαν ισχυρό αντίκτυπο πάνω μου, όχι μόνο ακαδημαϊκά αλλά και πολιτισμικά.

Ο ρωσικός πολιτισμός, η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος άνοιξαν έναν διαφορετικό τρόπο θεώρησης της αφήγησης, ειδικά το βάθος που δόθηκε στις ανθρώπινες εμπειρίες και την ιστορική μνήμη.

Μετά τις σπουδές μου, εργάστηκα ως ανταποκρίτρια για το κανάλι MBC στην Ιερουσαλήμ, κάτι το οποίο με επανέφερε στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της περιοχής.

Με την πάροδο του χρόνου, άρχισα να ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα για ιστορίες που συνδέουν την Παλαιστίνη και τη Ρωσία, καθώς αυτές απηχούν μέρη του προσωπικού μου ταξιδιού.

Αυτές οι εμπειρίες διαμόρφωσαν την οπτική μου ως σκηνοθέτριας.

Μου επέτρεψαν να δω ιστορίες υπό πολλαπλά πολιτισμικά πρίσματα και να προσεγγίσω τη δημιουργία ντοκιμαντέρ με βαθύτερη επίγνωση της Ιστορίας, της ταυτότητας και των προσωπικών αφηγήσεων.

Το Αφήνοντας τη Γάζα, το τελευταίο σου ντοκιμαντέρ το οποίο προβάλλεται στο πλαίσιο του 28ου ΦΝΘ, αφηγείται την ιστορία της οικογένειας Ασούρ, που εγκαταλείπει τη Γάζα για μια νέα ζωή στο Βόλγκογκραντ της Ρωσίας.

Πώς και πότε συνάντησες για πρώτη φορά αυτήν την οικογένεια -τον Γασάν, την Ρωσίδα σύζυγό του, Άννα, και τις κόρες τους, Ντούνια και Λίζα- και πόσο ανοιχτή ήταν στο να μοιραστεί την οδυνηρή ιστορία της;

Γνώρισα για πρώτη φορά την οικογένεια Aσούρ μέσα από ένα σύντομο βίντεο που μοιράστηκε η Ντούνια στο διαδίκτυο.

Σε αυτό, μίλησε για τον εκτοπισμό, τον φόβο της για το μέλλον και την αβεβαιότητα για το αν το επόμενο βήμα θα ήταν η επιβίωση ή ο θάνατος.

Με άγγιξε επίσης βαθιά επίσης μια μικρή λεπτομέρεια: μίλησε για τις γάτες που αναγκάστηκαν να αφήσουν πίσω όταν έφυγαν από το σπίτι τους, ενώ κατάφεραν να πάρουν τον σκύλο τους, τον Γκούτσι.

Αυτές οι προσωπικές στιγμές αποκάλυψαν την ανθρώπινη πλευρά μιας πολύ μεγαλύτερης τραγωδίας.

Είναι ενδιαφέρον ότι αρχικά άκουσα για την ιστορία της Ντούνια μέσω της κόρης μου, Νάταλι, η οποία ζούσε στον Καναδά εκείνη την εποχή.

Είχε δει το βίντεο της Ντούνια και μου το είχε πει, καθώς είχαν σπουδάσει μαζί στο Εθνικό Ωδείο Μουσικής «Edward Said». Αυτή η προσωπική επαφή έκανε την ιστορία να μοιάζει ακόμα πιο κοντινή.

Στην αρχή, δεν ήξερα αν αυτό θα γινόταν ταινία. Όταν ξεκινήσαμε τα γυρίσματα μέσω της ομάδας μας στη Γάζα, η πρόθεσή μου ήταν απλώς να καταγράψω την ιστορία από μια ανθρώπινη οπτική γωνία.

Αργότερα, αφού η οικογένεια μεταφέρθηκε στη Ρωσία με τη βοήθεια του ρωσικού Υπουργείου Άμυνας, τους συνάντησα στο Βόλγκογκραντ. Χρειάστηκε χρόνος μέχρι να νιώσουμε όλοι άνετα να μετατρέψουμε την εμπειρία τους σε φιλμ.

Από πολλές απόψεις, η ίδια η διαδικασία των γυρισμάτων έγινε ένας χώρος συναισθηματικής απελευθέρωσης.

Η οικογένεια αισθάνθηκε πως η κοινοποίηση της ιστορίας της θα μπορούσε να δώσει φωνή σε πολλούς Παλαιστίνιους που έζησαν παρόμοιες εμπειρίες κατά τη διάρκεια του πολέμου.




Η Άννα παρομοιάζει τη Γάζα με το Στάλινγκραντ, με την έννοια ότι και οι δύο πόλεις και οι κάτοικοί τους είναι ανθεκτικοί και έχουν πολεμήσει/πολεμούν τον φασισμό, στο παρελθόν και στο παρόν, αντίστοιχα.

Συμμερίζεσαι την παρατήρησή της; Είναι ο γενοκτονικός σιωνισμός ο φασισμός του σήμερα;

Στο ντοκιμαντέρ, προσπαθώ να δώσω χώρο στους χαρακτήρες να εκφράσουν τα δικά τους συναισθήματα και ερμηνείες για την πραγματικότητα που έχουν βιώσει.

Η σύγκριση της Άννας προέρχεται από το προσωπικό της υπόβαθρο και την κατανόησή της για την Ιστορία, ιδιαίτερα της μνήμης του Στάλινγκραντ και την ανθεκτικότητα η οποία συνδέεται με αυτό.

Ως σκηνοθέτρια, ο ρόλος μου δεν είναι να επιβάλω μία μόνο ερμηνεία, αλλά να καταγράφω τις βιωματικές εμπειρίες των ανθρώπων στην ιστορία.

Αυτό που αντικατοπτρίζει το φιλμ είναι η ευρύτερη πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν οι Παλαιστίνιοι εδώ και δεκαετίες - εκτοπισμό, κατοχή και επαναλαμβανόμενους κύκλους βίας.

Για πολλούς Παλαιστίνιους, ο πιο πρόσφατος πόλεμος στη Γάζα έμοιαζε με μια ακραία συνέχεια αυτής της ιστορίας.

Μέσα από την ιστορία της οικογένειας, η ταινία αγγίζει θέματα επιβίωσης, απώλειας και αντοχής.

Η εμπειρία τους είναι βαθιά προσωπική, αλλά αντανακλά επίσης την ευρύτερη κατάσταση την οποία βιώνουν πολλοί Παλαιστίνιοι από το 1948 και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν σήμερα.

Διαποτισμένο από μια συντριπτική μελαγχολία, το Αφήνοντας τη Γάζα είναι μια ταινία για το τραύμα της εξορίας (που «βρίσκει συνεχώς νέες μορφές»), τη δύναμη του ανήκειν και της μνήμης και την ανάγκη για επιστροφή στην πατρίδα.

Θα ήθελες να αναλύσεις τη δυσκολία -καθώς και την αναγκαιότητα- της αντιμετώπισης και διαχείρισης αυτών των εννοιών σε κινηματογραφικό πλαίσιο;

Η εξορία δεν είναι μόνο μια σωματική κατάσταση· είναι επίσης μια συναισθηματική και ψυχολογική συνθήκη που συνεχίζει να μεταμορφώνεται με την πάροδο του χρόνου.

Στο Αφήνοντας τη Γάζα, με ενδιέφερε να εξερευνήσω πώς ο εκτοπισμός δεν τελειώνει όταν οι άνθρωποι εγκαταλείπουν έναν τόπο. Συνεχίζεται μέσα από τη μνήμη, μέσα από το αίσθημα του ανήκειν και μέσα από τη συνεχή επίγνωση του τι έχει χαθεί.

Η αντιμετώπιση αυτών των θεμάτων σε μια ταινία είναι ταυτόχρονα δύσκολη και απαραίτητη.

Είναι δύσκολη επειδή το τραύμα είναι βαθιά προσωπικό και δεν μπορεί πάντα να εκφραστεί εύκολα, ειδικά για ανθρώπους που εξακολουθούν να βιώνουν τις συνέπειές του.

Ταυτόχρονα, ο κινηματογράφος προσφέρει έναν χώρο όπου αυτές οι εμπειρίες μπορούν να μοιραστούν με ειλικρίνεια και ευαισθησία.

Για μένα, η πρόκληση ήταν να παραμείνω κοντά στην ανθρώπινη διάσταση της ιστορίας. Αντί να μιλάει για την εξορία με αφηρημένους όρους, το φιλμ παρακολουθεί την καθημερινή ζωή, τα συναισθήματα και τις αναμνήσεις μιας οικογένειας.

Μέσα από την εμπειρία τους, αρχίζουμε να κατανοούμε πώς η εξορία προσπαθεί να αναδιαμορφώσει την ταυτότητα, αλλά και πώς η μνήμη και η επιθυμία για επιστροφή παραμένουν ισχυρές δυνάμεις στη ζωή των ανθρώπων.




Το Αφήνοντας τη Γάζα είναι βαθιά πολιτικό. Κατά τη γνώμη σου, ταιριάζει η πολιτική στην τέχνη; Πρέπει οι καλλιτέχνες να μιλούν ανοιχτά για την πολιτική, όταν αισθάνονται την ανάγκη να το κάνουν;

Πιστεύω ότι η τέχνη είναι ένας τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι εκφράζουν τις ιστορίες τους, τις ανησυχίες τους και τις πραγματικότητες που βιώνουν. Είναι πολύ δύσκολο να διαχωρίσεις την τέχνη από το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο στο οποίο δημιουργείται.

Ως καλλιτέχνες, είμαστε μέρος του κόσμου γύρω μας και το έργο μας αναπόφευκτα αντανακλά τις εμπειρίες και τα ερωτήματα που διαμορφώνουν τη ζωή μας.

Για μένα, κάθε ταινία την οποία κάνω συνδέεται με ένα κομμάτι της δικής μου ανθρώπινης φύσης.

Ο κινηματογράφος, όπως και άλλες μορφές τέχνης, είναι μια γλώσσα μέσω της οποίας οι κοινωνίες επικοινωνούν τις αναμνήσεις, τους αγώνες και τις ελπίδες τους.

Υπό αυτή την έννοια, η τέχνη και η πολιτική συχνά τέμνονται, ειδικά όταν ασχολούνται με τις εμπειρίες ανθρώπων που ζουν μέσα σε συγκρούσεις ή ιστορικές αλλαγές.

Ταυτόχρονα, βλέπω τον ρόλο μου ως σκηνοθέτριας πρωτίστως στο να ακούω και να δίνω χώρο στις ιστορίες των άλλων.

Οι ταινίες δε μιλούν μόνο εκ μέρους μου. Αντικατοπτρίζουν τις φωνές και τις εμπειρίες των ανθρώπων των οποίων τις ζωές καταγράφουμε.

Το 2013, συνίδρυσες τη Mashahid for Art & Film Production. Έχει η λέξη «mashahid» συγκεκριμένη σημασία; Ποιοι ήταν οι στόχοι της εταιρείας, σε ποιο βαθμό έχουν υλοποιηθεί και τι απομένει να επιτευχθεί;

Η λέξη «mashahid» στα αραβικά σημαίνει «σκηνές» ή «στιγμές μαρτυρίας», γεγονός που αντικατοπτρίζει την ιδέα της παρατήρησης και της αποτύπωσης της πραγματικότητας μέσω του κινηματογράφου.

Όταν συνίδρυσα τη Mashahid for Art & Film Production το 2013, η πρόθεσή μου ήταν να βοηθήσω στη δημιουργία ενός χώρου για την παραγωγή ντοκιμαντέρ στην Παλαιστίνη.

Η Παλαιστίνη είναι ένα μέρος γεμάτο ιστορίες, αλλά ιστορικά είχαμε περιορισμένες κινηματογραφικές υποδομές και πόρους.

Μέσω της Mashahid, ήθελα να ενθαρρύνω την παραγωγή ντοκιμαντέρ και να ανοίξω έναν δρόμο για τους νεότερους κινηματογραφιστές να εξερευνήσουν αυτή τη μορφή αφήγησης.

Η εμπειρία μου στη διδασκαλία των μίντια και της κινηματογραφικής παραγωγής στο πανεπιστήμιο επηρέασε επίσης αυτό το όραμα, καθώς είδα πόσοι φοιτητές ήταν πρόθυμοι να εκφράσουν τις ιδέες τους, αλλά δεν είχαν ευκαιρίες και υποστήριξη.

Ένας από τους στόχους μας ήταν να εμπνεύσουμε νέους κινηματογραφιστές να προσεγγίσουν τον κινηματογράφο ως μια δημιουργική γλώσσα για την αφήγηση των δικών τους ιστοριών και όχι μόνο ως ένα μέσο προσανατολισμένο στις ειδήσεις.

Έχουμε προσπαθήσει να συμβάλουμε σε μια αυξανόμενη κατανόηση του ντοκιμαντέρ ως καλλιτεχνικής μορφής που μπορεί να διαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι παλαιστινιακές ιστορίες καταγράφονται και κοινοποιούνται στον κόσμο.

Υπάρχουν ακόμη πολλά τα οποία πρέπει να γίνουν, αλλά η δημιουργία αυτού του χώρου για δημιουργική αφήγηση ιστοριών ήταν ένα σημαντικό βήμα.

Ο προσχεδιασμένος πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν βρίσκεται σε εξέλιξη, όπως και ο αυξημένος εποικιστικός επεκτατισμός και η κρατικά υποστηριζόμενη βία εναντίον Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη.

Πώς βλέπεις την ευρύτερη κατάσταση στη Μέση Ανατολή; Ποια μπορεί να είναι η διέξοδος;

Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή είναι εξαιρετικά περίπλοκη και βαθιά οδυνηρή για πολλούς ανθρώπους που ζουν στην περιοχή.

Ως καταγόμενη από την Παλαιστίνη, βλέπω πώς οι απλοί άνθρωποι είναι συχνά αυτοί που επωμίζονται το μεγαλύτερο βάρος της σύγκρουσης και της αστάθειας.

Ως σκηνοθέτρια, η δουλειά μου επικεντρώνεται περισσότερο στην ανθρώπινη διάσταση αυτών των πραγματικοτήτων παρά στην πολιτική ανάλυση.

Πιστεύω ότι οι ιστορίες, ο πολιτισμός και ο διάλογος μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στο να βοηθήσουν τους ανθρώπους να κατανοήσουν ο ένας τον άλλον πέρα ​​από τις πολιτικές αφηγήσεις.

Αυτό στο οποίο ελπίζω, όπως πολλοί άνθρωποι στην περιοχή, είναι ένα μέλλον όπου οι κοινωνίες μπορούν να επικεντρωθούν στην οικοδόμηση και όχι στην καταστροφή.

Η ειρήνη, η αξιοπρέπεια και η δικαιοσύνη για τους ανθρώπους είναι απαραίτητες προϋποθέσεις, αν θέλουμε να φανταστούμε ένα πιο σταθερό και ανθρώπινο μέλλον για την περιοχή.

Το ντοκιμαντέρ της Σαουσάν Καούντ Αφήνοντας τη Γάζα, προβάλλεται, σε ευρωπαϊκή πρεμιέρα, στο πλαίσιο της ενότητας Ανοιχτοί Ορίζοντες του 28ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (5-15 Μαρτίου 2026), παρουσία της σκηνοθέτριας.

Πρεμιέρα: Παρασκευή 6 Μαρτίου (αίθουσα Φρίντα Λιάππα, 17:00). Επαναληπτική προβολή: Σάββατο 7 Μαρτίου (κινηματογράφος Μακεδονικόν, 15:00).

Το ντοκιμαντέρ θα είναι επίσης διαθέσιμο στη διαδικτυακή πλατφόρμα του Φεστιβάλ.



Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025

Νταϊάνα Άλαν: «Η μνήμη είναι ένα πεδίο μάχης»

 

Νταϊάνα Άλαν (Φωτογραφία: Lea Rener)

Συνδυάζοντας ηχητικά αρχεία Παλαιστινίων προσφύγων με βωβές ταινίες της βρετανικής κατοχής, η σκηνοθέτρια και καθηγήτρια ανθρωπολογίας Νταϊάνα Άλαν ιχνηλατεί στο ντοκιμαντέρ Διχοτόμηση την τραχιά συνέχεια της Νάκμπα.

Μια συνομιλία μαζί της ενόψει της προβολής του στο πλαίσιο του 9ου Φεστιβάλ WIFT GR το Σάββατο 29 Νοεμβρίου.

Είσαι σκηνοθέτρια και καθηγήτρια ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο McGill. Είσαι επίσης συνιδρύτρια του Αρχείου Nakba και κατέχεις την Έδρα Έρευνας του Καναδά στην ανθρωπολογία των ζωντανών αρχείων.

Με ποιους τρόπους το ανθρωπολογικό ακαδημαϊκό σου υπόβαθρο και η πρακτική σας συνυφαίνονται με την ενεργό ενασχόλησή σoυ στον κινηματογραφικό τομέα;

Έχω εκπαιδευτεί ως ανθρωπολόγος και σπούδασα κινηματογράφο στο Εργαστήριο Αισθητηριακής Εθνογραφίας του Χάρβαρντ με τον Λουσιέν Κάστεϊνγκ-Τέιλορ, κάτι που με καθόρισε και διαμόρφωσε τον τρόπο που προσεγγίζω τον κινηματογράφο:

Όχι απλώς ως εικονογράφηση ή αναπαράσταση, αλλά ως μέσο εξερεύνησης, συνεργασίας και σχέσης.

Η εργασία μου στον κινηματογράφο, με τη σειρά της, έχει διαμορφώσει τα ανθρωπολογικά και εθνογραφικά μου ενδιαφέροντα και δεσμεύσεις, καθώς και τη μορφή, τον σκοπό και το κοινό του έργου μου.

Εργάζομαι με Παλαιστίνιους που ζουν σε καταυλισμούς στον Λίβανο από το 2000, όταν ξεκίνησα τη διδακτορική μου έρευνα.

Το κύριο μέλημα αυτού του έργου τα τελευταία 25 χρόνια ήταν η καταγραφή των ιστοριών της εκδίωξης και του εκτοπισμού των Παλαιστινίων σε κοινότητες καταυλισμών.

Ήταν, επίσης, η διαρκής κληρονομιά της απέλασης του 1948 για περισσότερες από πέντε γενιές προσφύγων στην εξορία, οι οποίοι ζούσαν σε συνθήκες εντεινόμενης φτώχειας και κοινωνικοοικονομικού αποκλεισμού.

Κεντρικό στοιχείο αυτού του έργου είναι το Αρχείο Νάκμπα, μια πρωτοβουλία προφορικής ιστορίας από τα κατω που συνδημιούργησα το 2002 με τον Μαχμούντ Ζεϊντάν και μια ομάδα Παλαιστινίων ερευνητών.

Αυτό το αρχείο έχει καταγράψει κινηματογραφημένες μαρτυρίες με πρόσφυγες πρώτης γενιάς σχετικά με τη ζωή τους στην Παλαιστίνη πριν από το 1948 και την απέλαση που ακολούθησε τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ.

Κατά τη διάρκεια αυτού του ξεριζωμού, 750.000 Παλαιστίνιοι εκδιώχθηκαν βίαια από τα σπίτια και τη γη τους, και περίπου 110.000 -κυρίως από το Αλ-Τζαλίλ (Γαλιλαία) και τις παράκτιες πόλεις Χάιφα, Γιάφα και Άκρα- κατέφυγαν στον Λίβανο.

Αυτή είναι η κοινότητα με την οποία έχω συνεργαστεί ως αρχειονόμος, ακτιβίστρια, εθνογράφος και σκηνοθέτρια.

Ενώ έχω διεξάγει έρευνα σε καταυλισμούς σε όλο τον Λίβανο, η δημοσιευμένη έρευνά μου επικεντρώνεται στον καταυλισμό της Σατίλα στη Βηρυτό και σε άτυπες παλαιστινιακές συγκεντρώσεις στον Νότιο Λίβανο.

Από πού πηγάζει το βαθύ και συστηματικό ενδιαφέρον σου για τους Παλαιστίνιους και την Παλαιστινιακή Υπόθεση; Είναι απλώς ανθρωπολογικής φύσης ή έχει και ηθικές, πολιτικές, κοινωνικές και ευρύτερες πολιτισμικές διαστάσεις;

Η οικογένειά μου έχει ισχυρούς δεσμούς με τη Μέση Ανατολή επειδή οι γονείς μου εργάζονταν στον Λίβανο τη δεκαετία του 1970 και είχαν πολλούς Παλαιστίνιους φίλους, επομένως αυτός ο κόσμος ήταν μέρος της ανατροφής μου.

Γεννήθηκα στη Βηρυτό, αν και φύγαμε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου όταν ήμουν τριών ετών, οπότε δεν έχω καμία ανάμνηση από εκείνη την εποχή.

Η μητέρα μου δούλευε στη Γάζα τη δεκαετία του 1990 και συνεργάστηκε στενά με τον Eγιάντ Σαράτζ, ο οποίος ίδρυσε το Πρόγραμμα Ψυχικής Υγείας της Κοινότητας της Γάζας (GCMHP).

Υπήρξε το πρώτο ίδρυμα που προσέφερε υποστήριξη ψυχικής υγείας στην Παλαιστίνη, το οποίο δημιουργήθηκε μετά την πρώτη Ιντιφάντα.

Ο διά βίου ακτιβισμός της για τα δικαιώματα των Παλαιστινίων ήταν εξαιρετικά σημαντικός για την ενίσχυση των δικών μου πολιτικών δεσμεύσεων και της ευαισθητοποίησής μου σε αυτό το ζήτημα από νεαρή ηλικία.

Η πρώτη μου εμπειρία στην Παλαιστίνη ήταν το 1993, σε ηλικία δεκαεννέα ετών, όταν εργάστηκα ως ασκούμενη στο GCMHP.

Αυτή η εμπειρία ήταν καθοριστική για μένα - οι μορφές βίαιου ρατσισμού, αδικίας και βάναυσης κυριαρχίας που γνώρισα άλλαξαν τον τρόπο που έβλεπα τον κόσμο.

Ενώ συνέχισα τις σπουδές μου στην ιστορία του Αγγλικού Εμφυλίου Πολέμου ως προπτυχιακή φοιτήτρια, συμμετείχα ενεργά σε παλαιστινιακές φοιτητικές ομάδες στο Κέιμπριτζ.

Όταν τελικά υπέβαλα αίτηση για μεταπτυχιακές σπουδές ανθρωπολογίας, αρχικά πρότεινα να κάνω τη διδακτορική μου έρευνα στη Γάζα.

Για διάφορους λόγους, κατέληξα να μετατοπίσω την έρευνά μου στη συνεργασία με παλαιστινιακές κοινότητες στον Λίβανο.

Συνδυάζοντας «αρχειακό υλικό από τη βρετανική κατοχή της Παλαιστίνης με ηχογραφημένα αρχεία Παλαιστινίων προσφύγων στον Λίβανο», το τελευταίο σου ντοκιμαντέρ, Διχοτόμηση, ιχνηλατεί «γραμμές συνέχειας που άφησε ο σεισμικός εκτοπισμός».

Θα ήθελες να αναλύσεις τη σημασία της χρήσης και της επανοικειοποίησης αρχειακού υλικού στην κινηματογραφική σου προσέγγιση;

Αντλώντας από τα βρετανικά αποικιακά αρχεία για την ταινία, κεντρικός μου στόχος ήταν να αναλογιστώ κριτικά τον ρόλο που έπαιξε η Βρετανία στην καταστροφή της Παλαιστίνης και στην καταστροφή την οποία συνεχίζουν να υφίστανται οι Παλαιστίνιοι.

Δημιούργησα το οπτικό αρχείο εξ ολοκλήρου από αρχειακό υλικό που φυλάσσεται σε αποικιακές συλλογές στο Ηνωμένο Βασίλειο:

Επίκαιρα, ταινίες στρατολόγησης που παροτρύνουν τους Παλαιστίνιους να εργαστούν για αποικιακές υπηρεσίες και κυβερνητική προπαγάνδα για «εκπολιτιστικά» έργα όπως σιδηρόδρομοι, υγειονομική περίθαλψη και σχολεία.

Το υλικό εκτείνεται από το 1917 έως το 1948, από το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τον τερματισμό της Βρετανικής Εντολής, μετά το Σχέδιο Διαχωρισμού του ΟΗΕ.

Όταν απευθύνθηκα στα αρχεία για άδεια, ανακάλυψα ότι τα τέλη αδειοδότησης ήταν υπερβολικά και δεν ήμουν διατεθειμένη να πληρώσω ένα βρετανικό κυβερνητικό ίδρυμα για πρόσβαση σε υλικό το οποίο τεκμηριώνει την εκδίωξη των Παλαιστινίων.

Δεδομένου ότι αυτές οι εικόνες αυτοκρατορικών θεμάτων δεν «ανήκουν», με μια βαθύτερη έννοια, σε αυτούς τους θεσμούς που τις κατέχουν, διερεύνησα άλλες μορφές πρόσβασης.

Αυτό με οδήγησε στην επαναφωτογράφηση - ουσιαστικά, στο να ξανατραβήξω αρχεία χαμηλής ανάλυσης σε φιλμ 16 χιλιοστών χρησιμοποιώντας μια κάμερα Bolex.

Μπόρεσα, έτσι, να παρέμβω στην εικόνα με διαφορετικούς τρόπους - μέσω επανακαδραρίσματος, αλλαγής της ταχύτητας, του χρώματος και ούτω καθεξής.

Κρόπαρα και ξαναέστησα το πλάνο για να φέρω στο προσκήνιο την παλαιστινιακή ζωή του περιθωρίου, μεγεθύνοντας τα πρόσωπα και αντιστρέφοντας φόντο και πρώτο πλάνο.

Η ανακατασκευή των ψηφιακών αρχείων σε αναλογική μορφή δημιούργησε ένα εντελώς διαφορετικό είδος σχέσης με τα υλικά. Έτσι, ο περιορισμός έγινε εξαιρετικά γενεσιουργός.

Όλο αυτό το υλικό ήταν σιωπηλό, επομένως ο άλλος τρόπος με τον οποίο αναδημιουργώ το νόημα των εικόνων είναι μέσω του ήχου.

Για τον ήχο, έχω αντλήσει στοιχεία από ηχογραφήσεις που έχω κάνει με Παλαιστίνιους στον Λίβανο και σε διάφορα μέρη του εκτοπισμού τους τις τελευταίες δύο δεκαετίες.

Αυτές περιλαμβάνουν αποσπάσματα συνεντεύξεων, ηχογραφήσεις σε περιβάλλοντα χώρο από ηχοτοπία καταυλισμών

Το πιο σημαντικό, περιλαμβάνουν τραγούδια, ένα ακόμη αρχείο παλαιστινιακής Ιστορίας και εμπειρίας, αλλά και πηγή τεράστιας ποιητικής και πολιτικής δύναμης.

Φέρνοντας αυτά τα χρονικά και πολιτικά αποσυνδεδεμένα αρχεία σε αισθητηριακή σύνθεση και διαλεκτική ένταση, η Διχοτόμηση επιχειρεί -ή εγώ επιχειρώ σ’ αυτήν- να αμφισβητήσει τις αποικιακές αναπαραστάσεις του παρελθόντος μέσα από τα ηχοτοπία ενός προσφυγικού παρόντος.

Μερικές φορές οι συνομιλητές μου περιγράφουν αυτό που βλέπουν, αναφερόμενοι σε εικόνες από την εποχή της αποικιοκρατίας.

Προσθέτοντας τον ήχο παλαιστινιακών φωνών σε βωβά πλάνα, η ταινία ξεκινά μια συζήτηση μεταξύ αυτών των δύο αρχείων - αποικιακού και ιθαγενικού.




Είναι, κατά τη γνώμη σoυ, η κινηματογράφηση ένας τρόπος απογύμνωσης και αποδόμησης της κυρίαρχης αφήγησης, αποικιακής ή άλλης, είτε σχετίζεται με την Παλαιστίνη είτε όχι;

Θεωρώ την κινηματογράφηση τόσο αποδομητική όσο και αναδομητική. Συγκεκριμένα, με ενδιαφέρουν οι δυνατότητες που προσφέρουν πιο πειραματικές, μη γραμμικές μέθοδοι κινηματογράφησης.

Στη Διχοτόμηση, το διαλεκτικό μοντάζ και ο μη διηγητικός ήχος κινητοποιούνται για να αποδομήσουν τη μνήμη, την αρχειακή αυθεντία και την αποικιακή θεώρηση.

Οι ιδιαιτερότητες της φωνής, ή οι ηχογραφήσεις ηχοτοπίων από στρατόπεδα, γειώνουν και επαναπροσδιορίζουν τις βίαιες αφαιρέσεις που προβάλλονται στις αποικιακές ταινίες, οι οποίες επιδίωκαν να επιτηρήσουν, να χαρτογραφήσουν και να κυριαρχήσουν στην παλαιστινιακή ζωή.

Όπως και οι προηγούμενες ταινίες μου -και συγκεκριμένα το So Dear, So Lovely (2018)- έτσι κι αυτή χρησιμοποιεί την ασυγχρονικότητα ως αισθητική στρατηγική για την επέκταση της κριτικής επίγνωσης και την αναστάτωση των κυρίαρχων αφηγήσεων.

Τι μπορεί να πετύχει το χάσμα μεταξύ εικόνας και ήχου; Ως θεατές, νομίζω ότι περιπλέκει την ικανότητά μας να γνωρίζουμε και να κρίνουμε αυτό που βλέπουμε, προσφέροντας κάτι πολύ πιο ύπουλο.

Ελπίζω ότι αυτό θα οδηγήσει τους θεατές να αναρωτηθούν: «Τι διακυβεύεται για να απεικονιστεί αυτό το θέμα με αυτόν τον τρόπο;»

Στη Διχοτόμηση, η συνέχεια παρελθόντος και παρόντος είναι κυρίως αντιληπτή μέσω της αφόρητης εμπειρίας του εκτοπισμού, αλλά και της επιθυμίας της επιστροφής, και προσωποποιείται στην Σουμάγια Αλ-Χατζ, την «σχολιάστρια».

Εφόσον αφιερώνεις την ταινία σας σε αυτήν και σε «όλους τους Παλαιστίνιους που έχουν χωριστεί», θα ήθελες να μου πεις τι σς συνδέει συγκεκριμένα με αυτήν τη γυναίκα;

Γνώρισα για πρώτη φορά την Σουμάγια το 2000, όταν ξεκίνησα την διδακτορική μου έρευνα πεδίου στον καταυλισμό της Σατίλα.

Εργαζόμουν εθελοντικά στη Najdeh, μια γυναικεία ΜΚΟ, όπου δίδασκα αγγλικά. Ήταν από τους πρώτους ανθρώπους τους οποίους γνώρισα και γρήγορα έγινε στενή μου φίλη. Η φιλία μας, διάρκειας 25 χρόνων, είναι πολύτιμη.

Η Σουμάγια είναι ένας από τους πιο σοφούς, δυνατούς και ευγενικούς ανθρώπους που γνωρίζω και εξακολουθώ να νιώθω δέος για την ανθεκτικότητα και την πίστη της.

Πριν από αρκετά χρόνια, αποφάσισε να εγκαταλείψει τον Λίβανο και να ζητήσει άσυλο στο Βέλγιο.

Η αφήγηση του λαθραίου ταξιδιού της είναι ένα από τα βασικά αφηγηματικά νήματα της ταινίας και επικαλύπτει αποικιακά πλάνα. Η περιγραφή αυτού του ταξιδιού, και η κατάσταση του συνεχιζόμενου εκτοπισμού, καταργεί τη χρονική απόσταση.

Το κοινό αναγνωρίζει τη συνέχεια του εκτοπισμού που διαμορφώνει την παλαιστινιακή συνθήκη: η διχοτόμηση τού τότε είναι η διχοτόμηση τού σήμερα.

Όταν η Σουμάγια τραγουδά για χαμένους ανθρώπους και τόπους, την εμπειρία της εγκατάλειψης της μητέρας της και τον χωρισμό της από την κόρη της (η οποία παραμένει στον Λίβανο), η φωνή της -εκφραστική και στοιχειωτική- αναστατώνει τη γραμμική Ιστορία ζωντανεύοντας την κυκλική συνέχεια της στέρησης και της αντοχής.




Με βάση ποια κριτήρια αποφάσισες να «ντύσεις» το αρχειακό υλικό είτε με ήχο/μουσική/τραγούδια είτε με τη μαρτυρία της Σουμάγια;

Η διττής εστίασης δομή -σιωπηλές αποικιακές εικόνες από έναν αιώνα πριν σε συνδυασμό με σύγχρονες παλαιστινιακές φωνές και ηχοτοπία- ήταν απαραίτητη για την αμφισβήτηση της αυθεντίας των αποικιακών αρχείων και της ιδέας πως το παρελθόν τους έχει «τελειώσει».

Η ταινία σκόπιμα επικαλύπτει τις χρονικότητες.

Όταν ακούμε τη Σουμάγια να περιγράφει τη δική της βιαστική αναχώρηση, αρχικά υποθέτουμε ότι μιλάει για το 1948 - μέχρι που η ιστορία της μετατοπίζεται στην περιγραφή του αεροδρομίου και της απώλειας της τσάντας με τα πολύτιμα υπάρχοντά της, αποκαλύπτοντας πως είναι, στην πραγματικότητα, πρόσφατη.

Η προσθήκη ήχου έγινε ένας τρόπος για να υπογραμμιστεί η αναδρομική φύση του εκτοπισμού.

Τα ίδια τα αποικιακά πλάνα μεταφέρουν την καταστροφή: οι πρώτες εναέριες λήψεις παρακολούθησης από το 1917 αποτελούν παράδειγμα επιστημικής βίας:

Η αυτοκρατορική κατάληψη εδαφών, η υποδούλωση της ιθαγενούς ζωής και οι εξορυκτικές πρακτικές της αυτοκρατορίας.

Κοιτάζοντας πίσω, βλέπουμε τους σπόρους της παρούσας γενοκτονίας σε αυτές τις εικόνες, ακριβώς όπως αυτές προσβλέπουν σε πιθανά μέλλοντα - συμβολισμένα από τον επαναλαμβανόμενο ηλιογράφο που αναβοσβήνει τον κώδικα Μορς σε όλο το τοπίο, καλώντας μας να αντιδράσουμε.

Επιπλέον, η Διχοτόμηση είναι «ένας στοχασμός πάνω σε αυτά που θυμούνται τα σώματα και ξεχνούν οι αυτοκρατορίες». Είναι η μνήμη, ειδικά αυτή που είναι εγγεγραμμένη στο (συλλογικό) σώμα, ένα πεδίο μάχης;

Ως Βρετανή πολίτης, η σχέση μου με την Ιστορία του παλαιστινιακού εκτοπισμού δεν είναι απλή.

Υπό αυτήν την έννοια, η Διχοτόμηση αφορά τόσο στο βρετανικό αυτοκρατορικό φαντασιακό της Παλαιστίνης όσο και στη δική μου διαμόρφωση μέσα σε αυτό.

Κατ’ επέκταση, εξετάζει επίσης τη βρετανική ευθύνη και λογοδοσία - κάτι που σπάνια αναγνωρίζεται και συχνά ξεχνιέται συνειδητά.

Η συνεχιζόμενη και θεαματική βία την οποία έχει ασκήσει το Ισραήλ εναντίον του παλαιστινιακού λαού από το 1948 έχει επιτρέψει αυτές τις μορφές αυτοκρατορικής αμνησίας - συχνά αποκρύπτοντας το γεγονός ότι η Νάκμπα ξεκίνησε δεκαετίες νωρίτερα, υπό βρετανική αποικιακή κατοχή.

Η ταινία, από αυτή την άποψη, στοχεύει να επαναπροσδιορίσει την καταστροφή στο χρόνο και να μετακινήσει τον δείκτη του χρόνου πίσω.

Η μνήμη είναι πράγματι ένα πεδίο μάχης - η συνεχής απονομιμοποίηση της παλαιστινιακής Ιστορίας και εμπειρίας την έχει μετατρέψει σε τόπο έντονου αγώνα.

Ο ίδιος ο τίτλος, Διχοτόμηση, παραπέμπει όχι μόνο στο Σχέδιο Διχοτόμησης του ΟΗΕ του 1947 και στον αισθητηριακό διαχωρισμό εικόνας και ήχου, αλλά και στην κατάσταση που βιώνουν οι Παλαιστίνιοι σήμερα:

Έχουν απογυμνωθεί όχι μόνο από γη και οικογένεια, αλλά και από την ίδια τους την Ιστορία, η οποία συνεχίζει να περιθωριοποιείται και να φιμώνεται.

Η συζήτησή μας συμπίπτει με την προσπάθεια της λεγόμενης «διεθνούς κοινότητας» να επιβάλει μια νέα εντολή, υπό την ηγεσία του Τραμπ, στη Γάζα, μέσω ενός νομικά άκυρου και από κοινού απορριφθέντος από τις παλαιστινιακές αντιστασιακές οργανώσεις ψηφίσματος του ΟΗΕ.

Ποιες είναι οι πιθανές συνέπειες αυτής της απόφασης, αν επιχειρηθεί η υλοποίησή της;

Οποιοδήποτε σχέδιο δεν περιλαμβάνει την υποστήριξη παλαιστινιακών πολιτικών ομάδων -όπως συμβαίνει με το προτεινόμενο σχέδιο των Τραμπ και Μπλερ για μεταβατική διακυβέρνηση στη Γάζα- είναι καταδικασμένο σε αποτυχία.

Υπογραμμίζει για άλλη μια φορά την άθλια μυωπία της διεθνούς κοινότητας, η οποία επιλέγει αντανακλαστικά μια διεθνοποιημένη τεχνοκρατική εξουσία εις βάρος της παλαιστινιακής αυτοδιάθεσης.

Το όραμα για το μέλλον της Γάζας πρέπει να προέρχεται από τους κατοίκους της Γάζας. Είναι τόσο προφανές πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί μια δίκαιη και βιώσιμη ειρήνη στην περιοχή.

Ευχαριστώ θερμά την σκηνοθέτρια για τη σε βάθος συνομιλία και την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού.

Το ντοκιμαντέρ της Νταϊάνα Άλαν Διχοτόμηση προβάλλεται στο πλαίσιο του 9ου Φεστιβάλ WIFT GR - 50/50 Ισότητα και στον Κινηματογράφο το Σάββατο 29 Νοεμβρίου στις 19:00 (Ταινιοθήκη της Ελλάδος).