Αυστραλός
συνθέτης και πολυοργανίστας
ιρακινο-εβραϊκής καταγωγής, ο Oren Ambarchi είναι
από τις πιο ξεχωριστές μορφές της σύγχρονης πειραματικής και αυτοσχεδιαστικής μουσικής.
Ενόψει της ζωντανής εμφάνισής του στο ΠΛΥΦΑ (18 Οκτωβρίου) μάς μιλά
για τις καταβολές και για τη δουλειά του με οξυδέρκεια και χιούμορ.
Είσαι
Αυστραλός συνθέτης και πολυοργανίστας ιρακινο-εβραϊκής καταγωγής. Με ποιον
τρόπο έχει το πολιτισμικό σου υπόβαθρο επηρεάσει -συνειδητά ή μη- τις
καλλιτεχνικές σου επιλογές;
Μεγάλωσα στην Αυστραλία
ως Αυστραλός πρώτης γενιάς, καθώς η οικογένειά μου ήταν μεταναστευτικής
προέλευσης.
Η μουσική ακουγόταν πάντα
δυνατά στο σπίτι· η οικογένειά μου διέθετε μια ποικιλόμορφη συλλογή δίσκων, με
κάθε είδους μουσική από όλο τον κόσμο.
Λάτρευαν τη μουσική -
πάντα έπαιζαν δίσκοι και γίνονταν πολλές οικογενειακές γιορτινές συγκεντρώσεις.
Για τον λόγο αυτό, από
πολύ μικρή ηλικία ήρθα σε επαφή με κάθε είδους μουσική στο σπίτι των γονιών και
των παππούδων μου - διάφορα είδη «παγκόσμιας» μουσικής από τη Μέση Ανατολή, την
Αφρική, την Ελλάδα, τις λατινόφωνες χώρες κ.ά.
Χωρίς να παραλείπω την
τζαζ, το κλασικό ροκ, το progressive
rock
και την easy
listening
μουσική.
Αυτό επηρέασε βαθιά την
αγάπη μου για κάθε είδους μουσική, η οποία έχει καθορίσει ό,τι δημιουργώ.
Το ότι ήμουν Αυστραλός
πρώτης γενιάς με έκανε να αισθάνομαι ξένος, και αργότερα, η ενασχόλησή μου με
την παράξενη μουσική μέσα σε αυτό το περιβάλλον εδραίωσε αυτό το συναίσθημα.
Υπήρχε πολύς ρατσισμός
και μου υπενθύμιζαν συνεχώς όπως ήμουν «διαφορετικός». Αυτό κάπως τροφοδότησε
το πάθος μου για την τέχνη και τη μουσική που ξέφευγαν από τα συνηθισμένα.
Ένιωθα ασφαλής κλεισμένος
στο δωμάτιό μου, να χάνομαι στη μουσική των δίσκων και να φτιάχνω παράξενες
κασέτες.
Η Αυστραλία της δεκαετίας
του 1970 ήταν αρκετά απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο και η πρόσβαση σε
πληροφορίες για μη εμπορική μουσική ήταν πολύ δύσκολη.
Έπρεπε, λοιπόν, να
διαθέτεις πραγματικό πάθος και να έχεις κυριολεκτικά εμμονή για να ανακαλύψεις
οτιδήποτε βρισκόταν εκτός των καθιερωμένων κυκλωμάτων.
Είναι πιθανό η δίψα μου
γι’ αυτά τα πράγματα να τροφοδοτήθηκε από το γεγονός πως βρισκόμουν τόσο μακριά
από το επίκεντρο των εξελίξεων, καθώς και από τη δυσκολία που υπήρχε τότε στο
να μάθει κανείς για οτιδήποτε δεν ήταν καθαρά εμπορικό.
Έτσι, από πολύ μικρή
ηλικία άρχισα να αποκτώ μια σχεδόν εμμονική ενασχόληση με κάθε είδους μουσική
και τέχνη.
Είχα επίσης την τύχη να
διαθέτει ο παππούς μου ένα κατάστημα που πουλούσε μεταχειρισμένα
«παλιοπράγματα».
Από την ηλικία των οκτώ ή
εννέα ετών μπορούσα να δανείζομαι από εκεί πεταλιέρες εφέ, μαγνητόφωνα
μπομπίνας, διάφορα μουσικά όργανα και δίσκους.
Αυτό αποτέλεσε για μένα μια τεράστια πύλη, καθώς
στάθηκα τυχερός να ανακαλύψω τόσα πολλά πράγματα που θα καθόριζαν τη ζωή μου.
Αρχικά
ντράμερ της free
jazz,
στράφηκες στην κιθάρα τυχαία και έκτοτε αφιερώθηκες στη διερεύνηση των ηχητικών
της δυνατοτήτων, αντιμετωπίζοντάς την περισσότερο ως αντικείμενο παρά ως
συμβατικό όργανο, όπως έχεις δηλώσει.
Τι
έχεις μάθει -ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος- μέσα από αυτήν τη δια βίου
δημιουργική σχέση και ποιος είναι ο ρόλος τον οποίο έχει παίξει -και συνεχίζει
να παίζει- το τυχαίο στη ζωή και την τέχνη σου;
Μεγάλωσα παίζοντας κυρίως
ντραμς και άρχισα να πειραματίζομαι με την κιθάρα όταν ήμουν γύρω στα είκοσι.
Πάντα με ενδιέφεραν τα ηλεκτρονικά και τα πετάλια εφέ, από πολύ μικρή ηλικία,
ακόμη και πριν αρχίσω να παίζω κιθάρα.
Όταν άρχισα να παίζω
κιθάρα, ήμουν ήδη βαθιά μυημένος στη free jazz ως ντράμερ, γεγονός που με οδήγησε να ανακαλύψω την
πειραματική μουσική.
Ήταν λογικό να προσεγγίσω
την κιθάρα με αντισυμβατικό τρόπο, καθώς άκουγα πολλή πειραματική μουσική και
δεν είχα εκπαιδευτεί ως κιθαρίστας.
Υποθέτω πως «χρησιμοποιώ»
την κιθάρα περισσότερο απ’ ό,τι την «παίζω», αν και τον τελευταίο καιρό
απολαμβάνω το να εντάσσεται ο συμβατικός τρόπος παιξίματος της κιθάρας στον
ηχητικό μου κόσμο.
Το τυχαίο είναι ένα
πολύτιμο εργαλείο στο οποίο βασίζομαι για να διαμορφώσω τα έργα μου.
Συχνά αντιπαραβάλλω
στοιχεία από διαφορετικές συνεδρίες ηχογράφησης που δεν έχουν καμία απολύτως
σχέση μεταξύ τους.
Το κάνω για να δω πώς
συνδυάζονται, ελπίζοντας ότι θα προκύψει κάτι εμπνευσμένο και απρόσμενο, το
οποίο θα μπορούσε να με οδηγήσει σε ένα μονοπάτι που επιθυμώ να εξερευνήσω
περαιτέρω.
Όταν ήμουν νέος, έπιανα
στα χέρια μου όποιο όργανο έβρισκα και προσπαθούσα να φτιάξω μουσική.
Όταν κάνω ηχογραφήσεις,
παίζω οτιδήποτε χρειαστεί για να «λειτουργήσει» το εγχείρημα. Με ενδιαφέρουν τα
διάφορα ηχοχρώματα και οι υφές, γι’ αυτό και σε όλη μου τη ζωή πειραματίζομαι
με διάφορα όργανα.
Θεωρείς
τον εαυτό σου πειραματικό συνθέτη ή μουσικό; Αν ναι, πού εντοπίζεται η
καινοτομία στην εποχή της πανταχού παρούσας Τεχνητής Νοημοσύνης;
Κάπως σιχαίνομαι τη λέξη
«συνθέτης» και ακόμα και ο όρος «πειραματικός» με ενοχλεί.
Στις μέρες μας, τόση
πολλή μουσική που χαρακτηρίζεται ως «πειραματική» μού φαίνεται εντελώς
προβλέψιμη και ασφαλής, οπότε θα προτιμούσα να μη χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη για
να περιγράψω αυτό το οποίο κάνω.
Οι καλλιτέχνες, ανεξαρτήτως
είδους, οφείλουν να ωθούν τον εαυτό τους να ανακαλύπτει νέα στοιχεία κάθε φορά
που δημιουργούν ένα έργο και να μην παραμένουν ποτέ στάσιμοι.
Όταν δημιουργώ ένα νέο
κομμάτι, δε μένω ποτέ ικανοποιημένος αν δεν ανακαλύπτω κάτι καινούργιο και
απρόσμενο. Πιστεύω ότι αυτή η φιλοσοφία θα πρέπει να ισχύει για όλα τα είδη
μουσικής.
Για μένα, μέρος της
απόλαυσης στη δημιουργία μουσικής είναι η στιγμή κατά την οποία αυτή φτάνει σε
ένα σημείο όπου γίνεται κάτι «άλλο» - ή όπου μοιάζει σχεδόν σαν να μην είμαι
πια εγώ ο οποίος τη δημιουργώ, καθώς με κάποιον τρόπο υπερβαίνει την ιδέα ή την
ίδια τη διαδικασία της μουσικής δημιουργίας και μετατρέπεται σε κάτι εντελώς
διαφορετικό.
Αυτό συμβαίνει σπάνια, αλλά είναι κάτι που επιδιώκω συνεχώς,
τόσο στη δική μου μουσική όσο και ως ακροατής.
Η
συνεισφορά σου στο άλμπουμ Black
One των Sunn O))) σηματοδοτεί την πρώτη σου
συνεργασία με αυτό το ιδιαίτερο συγκρότημα. Θα ήθελες να μιλήσεις
περισσότερο για αυτήν
τη συνάντηση;
Ο Stephen από τους Sunn O))) έπαιξε τη μουσική μου κατά τη
διάρκεια της έκδοσης του 2004 στο CMJ Festival στη Νέα Υόρκη - το Corkscrew
από το Grapes
from
the
Estate.
Aυτό οδήγησε σε ενεργοποίηση
συναγερμού πυρκαγιάς λόγω των συχνοτήτων και η πυροσβεστική αναγκάστηκε να
εκκενώσει τον χώρο.
Μετά από εκείνο το
περιστατικό, επικοινώνησε μαζί μου και είπε: «Πρέπει να συνεργαστούμε». Κάπως έτσι κατέληξα να δουλεύω στο
άλμπουμ τους, το Black
One.
To Tima Formosa σηματοδοτεί άλλη μια ξεχωριστή
συνάντηση, η οποία αυτή τη φορά συγκεντρώνει τα συλλογικά ταλέντα του Keiji Haino, του Jim O’Rourke και εσένα.
Σε
ποιον βαθμό αυτή η συνεργασία έχει επαναπροσδιορίσει την οπτική σου γύρω από τη
σύνθεση;
Δεν είμαι ακριβώς
σίγουρος πώς έχει επηρεάσει τη συνθετική μου προσέγγιση, καθώς ό,τι κάνουμε
είναι προϊόν αυτοσχεδιασμού: τρία άτομα παίζουν ζωντανά μαζί, χωρίς κανένα
απολύτως προσχέδιο.
Τις περισσότερες φορές
(αν και όχι πάντα), παίζω ντραμς σε αυτό το πρότζεκτ. Είναι πιθανό αυτό να
αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον μου για τον ρυθμό, ο οποίος αποτελεί αναμφίβολα
κυρίαρχο στοιχείο σε πολλά από τα δικά μου άλμπουμ.
«Γεφυρώνοντας τον μινιμαλισμό, τη σύγχρονη
ηλεκτρονική μουσική και το κλασικό ύφος της ECM, το ‘Shebang’ είναι αναμφίβολα έργο
του Oren
Ambarchi:
με εμμονική προσοχή στη λεπτομέρεια, ακατάπαυστο ρυθμό και έναν χαρακτήρα που
γιορτάζει τη μουσική δίχως δισταγμούς»,
διαβάζω για το Shebang.
Tι γιορτάζεις εδώ;
Δεν το έγραψα εγώ αυτό,
χαχά.
Νομίζω πως τα τελευταία
χρόνια διασκεδάζω περισσότερο όταν φτιάχνω δίσκους. Υπάρχουν περισσότερα
στοιχεία αντισυμβατικότητας που μπαίνουν στο παιχνίδι.
Ο κόσμος είναι αρκετά
σκοτεινός αυτές τις μέρες και ένα από τα πιο εύκολα πράγματα θα ήταν να φτιάξω
«σκοτεινή» μουσική - κάτι το οποίο, για μένα, αποτελεί κλισέ.
Μεγάλο μέρος της
πρόσφατης δουλειάς μου αποπνέει κάτι χαρούμενο ή μια αίσθηση κατάφασης στη ζωή
- όχι με τρόπο κραυγαλέο, αλλά το στοιχείο αυτό υπάρχει. Σίγουρα είμαι άνθρωπος που βλέπει το ποτήρι
μισογεμάτο.
Ένα
ζεστό και υγρό πρωινό του Ιουλίου ξύπνησα ιδρωμένος από έναν εφιάλτη και ένιωσα
αμέσως την ανάγκη να ακούσω το τελευταίο μέρος της καθηλωτικής τριλογίας σου Ghosted.
Εσύ
πώς διαχειρίζεσαι τα φαντάσματα - τα δημιουργικά και τα άλλα;
Το όνομα Ghosted δεν
έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία για εμάς· ήταν ένα αστείο όνομα το οποίο κάπως
«κόλλησε». Συγγνώμη αν αυτό σε απογοητεύει, χαχά.
Όσον αφορά τη διαχείριση
των «φαντασμάτων», μού έρχονται στο μυαλό δύο πράγματα.
Το ένα, είναι η επιρροή
των παλαιότερων μεγάλων δασκάλων -που δε βρίσκονται πια στη ζωή-, τους οποίους
είχα την τύχη να ακούσω ζωντανά πολλές φορές όταν ζούσα στη Νέα Υόρκη, στα τέλη
της εφηβείας μου.
Στάθηκα εξαιρετικά
τυχερός που είδα αυτούς τους καλλιτέχνες να εμφανίζονται ζωντανά· αυτό άσκησε
τεράστια επίδραση πάνω μου.
Για να μην αναφέρω την
αχόρταγη και έντονη ακρόαση παλαιότερων δίσκων, στους οποίους βυθιζόμουν
ασταμάτητα όσο μεγάλωνα στο Σίδνεϊ.
Όλα αυτά τα «φαντάσματα»
πλανώνται διαρκώς γύρω μου, επηρεάζοντας και διαμορφώνοντας ό,τι κάνω.
Ένα άλλο «φάντασμα» είναι
τα σφάλματα που ανακαλύπτω σε πολλές από τις πεταλιέρες μου - περιπτώσεις κατά
τις οποίες ανακαλύπτω κάτι που το πετάλι δεν είχε σχεδιαστεί να κάνει και, με
κάποιον τρόπο, αυτό το σφάλμα καταλήγει να αποτελεί τεράστιο κομμάτι της
ηχητικής μου παλέτας.
Κάπως σαν ένα φάντασμα
στη μηχανή το οποίο αναδεικνύεται και προβάλλεται.
«Διαποτισμένο από μια παμφάγα αγάπη για τη
μουσική, όπου όλα είναι ανοιχτά σε κάθε ενδεχόμενο, το ‘Cooked’ ίσως
να είναι η πιο άγρια διαδρομή στην οποία μας έχει παρασύρει μέχρι στιγμής ο Oren Ambarchi»,
διαβάζω στην παρουσίαση του εν λόγω άλμπουμ.
Ποιος
είναι ο επόμενος προορισμός σου;
Η
δημιουργία του Cooked διήρκεσε τρία χρόνια. Τον περισσότερο καιρό που
δεν το δούλευα ενεργά, απλώς το σκεφτόμουν.
Αφού ολοκληρώσω έναν προσωπικό
δίσκο στο στούντιο, αισθάνομαι κάπως εξαντλημένος και δεν μπορώ να φανταστώ ότι
θα κάνω ποτέ άλλον.
Ωστόσο, κάποια στιγμή θα
το ξανακάνω, καθώς είμαι ανήσυχο πνεύμα και -παρ’ όλο που η διαδικασία είναι
βασανιστική- λατρεύω να δημιουργώ δίσκους.
Με την ευκαιρία, η
αμερικανική δισκογραφική εταιρεία «Kou» πρόκειται να κυκλοφορήσει, αργότερα μέσα στο 2026,
έναν πολύ ωμό δίσκο για σόλο κιθάρα με τίτλο Prophetic Perfect Tense.
Αυτός ο δίσκος είναι ένας
από τους πιο άμεσους και λιτούς δίσκους κιθάρας τους οποίους έχω φτιάξει.
Σχεδόν καθόλου εφέ ή overdubs
και ολοκληρώθηκε μέσα σε μία μέρα περίπου - το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή, από το
Cooked.
Στην
πολυαναμενόμενη συναυλία σου στην Αθήνα δε
θα ερμηνεύσεις το Cooked. Έχεις πάντα εκ των προτέρων ξεκάθαρη
εικόνα για το τι θα παίξεις σε κάθε συναυλία ή υπάρχει περιθώριο για το
απρόοπτο, έστω και περιστασιακά;
Θα είναι μια αυτοσχέδια
σόλο εμφάνιση με κιθάρα - δεν έχω κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο, αλλά είμαι
σίγουρος πως θα αγγίξει στοιχεία από τη δουλειά που κάνω τελευταία με το τρίο Ghosted και τον επερχόμενο δίσκο
στην Kou.
Ελπίζω να σταθώ στο ύψος
των περιστάσεων.
Η φωτογραφία του Oren
Ambarchi είναι
του Τραϊανού Πακιουφάκη.
Ο Oren Ambarchi εμφανίζεται ζωντανά
την Κυριακή 18 Οκτωβρίου στο
ΠΛΥΦΑ, Κτίριο 7Α (Κορυτσάς 39, Βοτανικός).
Τη βραδιά ανοίγουν οι Tropical Geometry και
Σάββας Μεταξάς. Ώρα έναρξης: 20:30.
Διοργάνωση: ΠΩΡΩΣΗ.
.jpg)
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου