Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

«Αδέσποτοι»: Συναντώντας την Αναστασία Γκίβαλου και τον Νικόλα Δροσόπουλο

 


Mια έντιμη ματιά στο φλέγον και επίκαιρο ζήτημα της άρνησης στράτευσης μέσα από την ιστορία της φιλίας μιας αντροπαρέας, η ταινία της Αναστασίας Γκίβαλου Αδέσποτοι συζητήθηκε ιδιαίτερα στο φετινό Φεστιβάλ Δράμας.

Το φιλμ κέρδισε τα βραβεία σκηνοθεσίας και αντρικής ερμηνείας (Νικόλας Δροσόπουλος) στο πλαίσιο του Εθνικού Διαγωνιστικού. Συναντώντας την Αναστασία και τον Νικόλα.

Γιατί είναι τόσο σημαντικό και επείγον για σένα, Αναστασία, να εστιάζεις στην πολιτική και ταξική διάσταση στη δημιουργία ταινιών - εν προκειμένω μέσα από τους Αδέσποτους, την πρώτη μικρού μήκους δουλειά σου;

Αναστασία Γκίβαλου: Ο κινηματογράφος είναι κάτι θετικό, επειδή είναι ένα μέσο το οποίο παίρνουμε στα χέρια μας και άνθρωποι που υπό φυσιολογικές συνθήκες δε θα μπορούσαμε.

Γνωρίζουμε, εξάλλου, πόσο δύσκολη είναι η κατάσταση με τις χρηματοδοτήσεις και πόσοι παλεύουν επί χρόνια για να τις εξασφαλίσουν.

Το ότι, όμως, υπάρχουν ιστορίες οι οποίες αφορούν την τάξη μας και ειπώνονται από ανθρώπους πιο κοντά σε μάς είναι, τελικά, πιο σημαντικό από την αρτιότητα του ίδιου του φιλμ.

Ας είναι, λοιπόν, «κουτσή» μια ταινία, αλλά ας ειπωθούν, τουλάχιστον, κάποια πράγματα από ανθρώπους που δεν μπορούν να τα εκφράσουν, επειδή δεν έχουν 20.000 Ευρώ στην άκρη.

Τι σε οδήγησε, λοιπόν, να αφηγηθείς τη συγκεκριμένη ιστορία, ανάμεσα σε άλλες ιστορίες οι οποίες έχουν την ίδια διάσταση;

Α.Γ.: Υπάρχουν δύο επίπεδα, το εξωτερικό και το εσωτερικό.

Το εξωτερικό αφορά στις συνθήκες οι οποίες επικρατούν αυτήν τη στιγμή, όπως για παράδειγμα στην Παλαιστίνη, σε φέρνουν αντιμέτωπο με την εποχή σου και σου θέτουν το ερώτημα: «Τι θα έκανα αν ο πόλεμος ερχόταν εδώ;»

Έτσι προκύπτει το εσωτερικό επίπεδο, το οποίο συνδέεται με το τι θα έκανε κάθε άτομο ξεχωριστά σε μια τέτοια συνθήκη.

Στην Ελλάδα, υπάρχει υποχρεωτική στράτευση για τους άντρες -οσονούπω και για τις γυναίκες-, ενώ η άρνηση στράτευσης, η οποία αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα για το οποίο πολλοί παλεύουν επί χρόνια, ενέχει ρομαντισμό κι συμβολισμό.

Ως ζήτημα, με ενδιέφερε και επειδή είμαι έξω από αυτό, και γι’ αυτό μπορούσα να θέσω κάποια ζητήματα με μεγαλύτερη ψυχραιμία.

Εσύ, Νικόλα, που στο φιλμ υποδύεσαι τον Ορέστη, έναν νεαρό αρνητή στράτευσης, πώς διάκεισαι έναντι του ζητήματος της στράτευσης - και της άρνησής της;

Νικόλας Δροσόπουλος: Προσωπικά, έχω πάρει Ι5. Το πήρα συνειδητά, δεν ήθελα και δεν μπορούσα να πάω στρατό.

Είναι ταξικό το ζήτημα: θα έφευγα έναν χρόνο από τη δουλειά μου, θα έμπαινα «μέσα» οικονομικά και θα με χαρτζιλίκωναν οι γονείς μου χωρίς να διαθέτουν χρήματα, για να μου λέει κάποιος: «Κάνε δέκα κάμψεις».

Ταυτόχρονα, αυτό που πιο πολύ με ακουμπάει στην ταινία δεν είναι η εστίαση στον στρατό, αλλά στην εποχή.

Είμαστε μια γενιά η οποία ιδεολογικοποιήθηκε άγαρμπα το 2008 και συνάμα το ίδιο το σύστημα και η ίδια η κοινωνία μάς αποτρέπουν από την πίστη στην ιδεολογία.

Στρέφοντάς μας στην αναζήτηση της προσωπικής λύσης.

Ν.Δ.: Στο τέλος της βραδιάς, η αποϊδεολογικοποίηση και η έλλειψη πίστης στην πίστη μάς κάνουν να καταντούμε ένα κομματάκι των σόσιαλ μίντια.

Οι εκατό «τρελοί» που ζουν στο Άγιο Όρος, οι θρησκευόμενοι, οι κομμουνιστές συντηρούν και για μένα που δεν πιστεύω την έννοια της πίστης. Συντηρούν κάτι. Κι αυτό το κάτι, χρειάζεται.

Nωρίτερα, μου έλεγες ότι το να κάνεις σινεμά είναι το όνειρό σου. Ως ηθοποιός, τι βρίσκεις στο σινεμά, το θέατρο και την τέχνη, γενικότερα;

Ν.Δ.: Όπως με γοητεύει το θέατρο, επειδή κάθε παράσταση είναι διαφορετική, έτσι με γοητεύει και το σινεμά, επειδή το κάνουμε μία φορά, αλλά μπορούμε να ανασυνθέτουμε τα κομμάτια του σαν παζλ για καιρό.

Βλέπω μια συμπόρευση καλλιτεχνών όλων των ιδιοτήτων, από τον σκηνοθέτη μέχρι τον μοντέρ και τον ηχολήπτη, που φτιάχνουν και ξαναφτιάχνουν κάτι, καθένας με βάση το υλικό του.

Εσένα, Αναστασία, ως πρωτοεμφανιζόμενη -σε σκηνοθετικό/σεναριακό επίπεδο- στο κινηματογραφικό πεδίο, τι σε γοητεύει πιο πολύ στο συγκεκριμένο μέσο;

Α.Γ.: Συμφωνώ με την έννοια του παζλ και στο πώς συγκεντρώνεις ψηφίδες συνθέτοντας πραγματικότητες και περιβάλλοντα, ιστορίες που κουβαλούν κομμάτι της αλήθειας σου.

Στην περίπτωση των Αδέσποτων, μια τέτοια αλήθεια είναι η φιλία ανάμεσα στους χαρακτήρες




Το σενάριο υπήρξε πρωτοβουλία σου ή δέχτηκες σχόλια, συμβουλές και υποδείξεις;

Α.Γ.: Ξεκίνησα να γράφω το σενάριο στο πλαίσιο ενός σεμιναρίου του Γιώργου Τελτζίδη, ο οποίος με βοήθησε να προχωρήσω.

Με τους ηθοποιούς συζητήσαμε πολύ επί του σεναρίου - με τον Νικόλα διαφωνούσαμε, μέχρι την τελευταία στιγμή.

Ποιος κέρδισε;

Α.Γ.: Εγώ, αλλά μπορεί τελικά να έχασα και ο Νικόλας να είχε δίκιο. Ήμουν γενικά δεκτική, αλλά είχα μπει σε τριπάκια από τα οποία δεν μπορούσα να απεμπλακώ. Υπήρχαν πολλά αυτοσχεδιαστικά στοιχεία στις σκηνές.

Ν.Δ.: Υπήρχε συνδιαμόρφωση, που είναι πολύ συγκινητική, καθώς συνδέεται με το συλλογικό πνεύμα, αλλά -πολύ καλώς- η Αναστασία ήταν η «καπετάνισσα».Συμβαίνει αυτό στην τέχνη, δε γίνεται αλλιώς.

Ο σκηνοθέτης έχει ευθύνες. Αν, στο τέλος της βραδιάς, εγώ δεν παίξω καλά, θα ξεχαστώ σύντομα. Το όνομα του σκηνοθέτη, όμως, θα χαραχτεί στη μνήμη.

Σε τι ακριβώς συνίσταται, αν υπάρχει, η έμφυλη οπτική στο σινεμά και κάτα πόσο επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεις το εκάστοτε υλικό;

Και δε μιλάω τόσο για το αν «πρέπει» ή αν «δικαιούσαι» να καταπιαστείς με ένα «αντρικό» θέμα.

Α.Γ.: Είναι πιο σύνηθες οι άντρες να μην επικοινωνούν προβλήματα που μπορεί να έχουν, αυτά να συσσωρεύονται και να δημιουργούν νευρώσεις.Το έχω παρατηρήσει να συμβαίνει, ήθελα να το θίξω και το έκανα.

Ήθελα η αδυναμία επικοινώνησης των προβλημάτων σε μια αντρική παρέα και η υπαρκτή ματσίλα να «σπάνε» από μια τρυφερότητα, κάτι το οποίο πετύχαμε μαζί με τα παιδιά.

Για σένα, Νικόλα, υπάρχουν ρόλοι τους οποίους θα μπορούσαν να ενσαρκώσουν  καλύτερα άνθρωποι που φέρουν μια συγκεκριμένη έμφυλη ταυτότητα;

Ν.Δ.: Θεωρώ πως μια γυναίκα είναι πιο κοντά και στις δύο ματιές -χωρίς και την αντρική δεν μπορεί να επιβιώσει- από ό,τι ένας άντρας.

Οι άντρες δυσκολευόμαστε να «μαλακώσουμε» και να αγκαλιάσουμε τη θηλυκή πλευρά μας, την οποία έχουμε και δεν έχουμε.

Και να γίνουμε πιο ολοκληρωμένοι άνθρωποι.

Ν.Δ.: Να γίνουμε, βασικά, άνθρωποι. Δε χρειάζεται να έχεις τον έλεγχο συνέχεια.

Από μικρά παιδιά, μαθαίνουμε να κλαίμε με σφιγμένα δόντια μόνο στις κηδείες ή μπροστά στην ερωτική μας σύντροφο, προκειμένου -τουλάχιστον αυτή- να μας ερωτευτεί.

Την αδυναμία ερωτευόμαστε, οπότε διαλέγουμε να τη δείχνουμε εκεί που μας συμφέρει.

Σπάνια οι άντρες μιλάνε για την «κακία» τους ως άντρες, αντί να αναγνωρίζουν το τραύμα τους ως τέτοιοι, ενώ πολύ εύκολα, ως δημιουργοί, συνθέτουν γυναικείους χαρακτήρες που βασανίζονται, στενάζουν και υποδουλώνονται.




Πόσο αισθάνεστε κομμάτι «αδέσποτων» κοινοτήτων κάποιου τύπου;

Α.Γ.: Αν και δεν έχω ζήσει τις δεκαετίες του 1980 ή του 1990, οπότε μπορεί να τις ωραιοποιώ, νιώθω πως τότε υπήρχε μια πιο «καθαρή» ιδεολογική γραμμή που ένωνε τους ανθρώπους πιο εύκολα από ό,τι σήμερα.

Είμαστε άνθρωποι οι οποίοι αναζητάμε καταφύγιο ο ένας στον άλλο, απλώς δεν ξέρουμε πια πώς να το βρούμε, επειδή έχουμε χάσει την ειλικρίνεια και την επαφή με τον εαυτό μας.

Θα μπορούσε η ενασχόληση με την τέχνη να είναι ένα καταφύγιο;

Ν.Δ.: Για να υπάρξουν το σινεμά και το θέατρο, πρέπει να μάθεις να μοιράζεσαι και να εκτίθεσαι. Η τέχνη είναι ομαδικό άθλημα.

Ο τρόπος δημιουργίας των Αδέσποτων είναι ο ορισμός της πίστης στο συλλογικό. Χαίρομαι για τα βραβεία της ταινίας ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο.

Μέσα σε έναν ζόφο, μια ομάδα πενήντα νέων ανθρώπων χωρίς προνόμια έφτιαξε ένα φιλμ «από τα κάτω» με πάρτυ, αγάπη και φροντίδα, κόντρα σε ένα κατεστημένο που μας ταλαιπωρεί και δεν αγαπάει τους καλλιτέχνες. Κι αυτό είναι κάτι.

Μετά από αυτήν την αρχή, πώς βλέπεις τη δικιά σου συνέχεια, Αναστασία;

Α.Γ.: Δεν περίμενα τίποτα.

Το βραβείο σκηνοθεσίας στο φετινό Φεστιβάλ Δράμας αυξάνει την πίστη σου τόσο στις δικιές σου δυνατότητες, όσο και σε εκείνες των συλλογικών εγχειρημάτων;

Α.Γ.: Σίγουρα.

Είναι από τις ευκαιρίες που συμβαίνουν πολύ σπάνια στη ζωή και πρέπει να τις αρπάξεις. Μου άρεσε πολύ η δουλειά με τη συγκεκριμένη ομάδα, και θέλω να ζήσω κάτι ανάλογο και στην επόμενη.

Ό,τι ιστορίες σκέφτομαι, ωστόσο, δε με ικανοποιούν όσο αυτή των Αδέσποτων.

Επειδή, επίσης, οι Αδέσποτοι ήταν ένα μη ολοκληρωμένο έργο με πολύ «ψωμί», θα μου άρεσε να το αναπτύξω σε μια ταινία μεγάλου μήκους, εστιάζοντας στην περίοδο μεταξύ 2008 και καραντίνας μέσα από την ιστορία αυτής της παρέας.

Εσύ, Νικόλα, θα ήσουν διατεθειμένος να επιβιβαστείς εκ νέου στο ίδιο «τρένο»;

Ν.Δ.: Η πίστη πως συλλογικά μπορούν να συμβούν ωραία πράγματα είναι αυτή που με κάνει να εκκινώ να είμαι μέρος ενός κόσμου. Οπότε, προφανώς θα ήμουν μέρος αυτού του κόσμου.

Η ταινία της Αναστασίας Γκίβαλου Αδέσποτοι κέρδισε τα Βραβεία Σκηνοθεσίας και Ανδρικής Ερμηνείας (Νικόλας Δροσόπουλος) στο πλαίσιο του Εθνικού Διαγωνιστικού του 49ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.

Επόμενος σταθμός στις προβολές της, το 67ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (5-15 Νοεμβρίου).



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου