Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυτοσχεδιασμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυτοσχεδιασμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Η πειραματική μουσική στο προσκήνιο: Συζητώντας για το expAИD Festival (6-7 Ιουνίου)

 

Ον Off Studio


Το διήμερο expAИD Festival (6-7 Ιουνίου) είναι καρπός της σύμπραξης 4 ανεξάρτητων αθηναϊκών χώρων αφιερωμένων στην ηλεκτροακουστική, πειραματική και αυτοσχεδιαστική μουσική.

Ενόψει του Φεστιβάλ, μάς μιλούν η συνθέτρια, performer και αυτοσχεδιάστρια Νεφέλη Σταματογιαννοπούλου και η ηχολήπτρια, συνθέτρια, sound designer και performer Triggered Vefa (Μαρία Κόλια).

Στην πρώτη μας επικοινωνία, Νεφέλη, μου έγραψες ότι το expAИD Festival προέκυψε από μια ιδέα σου μετά από μια δύσκολη περίοδο. Ποια ήταν αυτή η ιδέα και πώς σταδιακά εξελίχθηκε, εμβαθύνθηκε και διευρύνθηκε;

Το να ζεις στην Αθήνα και να διατηρείς έναν χώρο ελευθερίας, που είναι ζωτικής σημασίας για την εξέλιξη της έρευνας, της σκέψης και της δημιουργίας, είναι αρκετά δύσκολο, παρότι για μένα αποτελεί αναγκαιότητα.

Μπορεί να σε οδηγήσει σε πολύ όμορφες καταστάσεις και να γνωρίσεις φωτισμένα πρότζεκτ και ανθρώπους, αλλά επίσης να προκαλέσει μεγάλη ματαίωση και στρες.

Όλα αυτά συνήθως -ευτυχώς όχι πάντα, και εύχομαι να συμβαίνει όλο και λιγότερο- μπορούν να οδηγήσουν, για παράδειγμα, σε ασθένειες.

Το ζήτημα, όμως, είναι πώς αντιμετωπίζονται αυτές οι δυσκολίες και πώς μπορούμε να ενωθούμε όσοι, όσες και όσα πιστεύουμε σε αυτό, ώστε να προχωρήσουμε παραπέρα.

Επικοινώνησα αυτήν την ιδέα αρχικά ως μια απλή και όμορφη σκέψη, χωρίς πολλή μελέτη αλλά ούτε και πίεση, στον αγαπημένο μου φίλο και συνεργάτη, Δήμο Βρύζα, που διατηρεί το Stress.Studio.

Συμφωνήσαμε να «παίξουμε» αυτό το όμορφο παιχνίδι -το expAИD Festival, δηλαδή- μαζί με τους αγαπημένους μας Δημήτρη Αλεξάκη και Φωτεινή Μπάνου από το KET, καθώς και τον Γιώργο Βαρουτά από το Underflow και φυσικά όλα τα πλάσματα που εμπλέκονται στους χώρους.

Πρόκειται για ανθρώπους με τους οποίους συνεργαζόμαστε εδώ και πολλά χρόνια και έχουμε συχνά ανταλλάξει προβληματισμούς και σκέψεις.

Είναι κάτι που, είμαι βέβαιη, όλοι μας είχαμε φανταστεί ότι κάποια στιγμή θα μπορούσε να συμβεί.

Δυστυχώς, αφορμή για την εκκίνησή του ήταν μια μεγάλη πτώση. Τώρα, όμως, θέλω να ελπίζω πως κοιτάμε προς τα πάνω.

Νομίζω ότι μόνο μέσα από μια κοινή πορεία, αλληλεγγύη και πίστη μπορούμε να προχωρήσουμε και να δημιουργήσουμε κάτι ουσιαστικό και -γιατί όχι- και με ηρεμία..

«Είμαστε ανεξάρτητοι αθηναϊκοί χώροι αφιερωμένοι στη σύγχρονη ηλεκτροακουστική, πειραματική και αυτοσχεδιαστική μουσική. Υπάρχουμε έξω από τα όρια του επίσημου πολιτιστικού χάρτη», δηλώνετε στο μανιφέστο του Φεστιβάλ.

Πώς διαχειρίζεστε τις πολλαπλές προκλήσεις -και ματαιώσεις- τής, εντός ή εκτός εισαγωγικών, ανεξαρτησίας σας;

Η ανεξαρτησία δεν είναι για εμάς μια ταυτότητα που επιλέξαμε για να διαφοροποιηθούμε, αλλά μια συνθήκη μέσα στην οποία μάθαμε να υπάρχουμε και να δημιουργούμε.

Φυσικά, αυτή η συνθήκη συνοδεύεται από πολλές δυσκολίες: οικονομική επισφάλεια, εξάντληση, αβεβαιότητα, περιορισμένους πόρους και συχνά την αίσθηση ότι σημαντικές καλλιτεχνικές πρακτικές παραμένουν αόρατες ή υποτιμημένες.

Υπάρχουν στιγμές ματαίωσης, γιατί η φροντίδα ενός ανεξάρτητου χώρου απαιτεί καθημερινή δουλειά, η οποία συχνά δε φαίνεται.

Παρ’ όλα αυτά, η ανεξαρτησία μάς προσφέρει κάτι πολύτιμο:

Την ελευθερία να διαμορφώνουμε το περιεχόμενο, τον χρόνο και τους τρόπους με τους οποίους εργαζόμαστε, χωρίς να χρειάζεται να προσαρμόζουμε τη σκέψη ή την καλλιτεχνική μας έρευνα σε εξωτερικές προσδοκίες.

Για εμάς, ανεξαρτησία δε σημαίνει απομόνωση. Αντιθέτως, σημαίνει τη δυνατότητα να δημιουργούμε δίκτυα αλληλεγγύης, συνεργασίας και ανταλλαγής γνώσης ανάμεσα σε ανθρώπους και κοινότητες που μοιράζονται παρόμοιες ανησυχίες.


Νεφέλη Σταματογιαννοπούλου


Πόσο θελκτικές είναι οι «σειρήνες» του μέινστριμ;

Δεν τις αντιμετωπίζω ως κάτι εχθρικό, ούτε ως κάτι που πρέπει να απορριφθεί εκ προοιμίου. Το ερώτημα δεν είναι αν κάτι είναι μεγάλο ή μικρό, θεσμικό ή ανεξάρτητο.

Το ερώτημα είναι αν μπορεί να υποστηρίξει ουσιαστικά την καλλιτεχνική πράξη χωρίς να αλλοιώσει τον λόγο ύπαρξής της.

Αν υπάρχουν γέφυρες που επιτρέπουν σε πιο πειραματικές και ερευνητικές πρακτικές να αποκτήσουν μεγαλύτερη ορατότητα χωρίς να χάσουν την αυτονομία τους, τότε αυτές οι συναντήσεις έχουν ενδιαφέρον.

Αυτό που προσπαθούμε να προστατεύσουμε δεν είναι μια ιδέα «καθαρότητας» της ανεξαρτησίας, αλλά τον χώρο της ελευθερίας.

Τη δυνατότητα να παίρνουμε ρίσκα, να αποτυγχάνουμε, να δοκιμάζουμε, να αναθεωρούμε και να δημιουργούμε με όρους που γεννιούνται από πραγματικές καλλιτεχνικές ανάγκες και όχι από την ανάγκη της συνεχούς προβολής ή επιβεβαίωσης.

Και τελικά, αυτό είναι το οποίο μάς κρατά ενεργούς: η πίστη ότι η αξία ενός έργου ή μιας κοινότητας δεν καθορίζεται από το μέγεθος της απήχησής της, αλλά από το βάθος της σχέσης που μπορεί να δημιουργήσει με τους ανθρώπους οι οποίοι τη συναντούν.

«Η ανεξαρτησία μας δεν είναι μόνο ζήτημα κλίμακας ή καθεστώτος, αλλά πρώτα απ’ όλα ζήτημα συνθηκών παραγωγής», συμπληρώνετε. Θα ήθελες να αναφερθείς στην κρισιμότητα των «συνθηκών παραγωγής»;

Οι συνθήκες παραγωγής είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα πιο κρίσιμα και ταυτόχρονα λιγότερο ορατά ζητήματα στον χώρο της τέχνης.

Συχνά, συζητάμε για το τελικό αποτέλεσμα -την παράσταση, τη συναυλία, την έκθεση, το φεστιβάλ-, αλλά πολύ λιγότερο για το πώς αυτή/αυτό κατέστη δυνατό να υπάρξουν.

Για εμάς, οι συνθήκες παραγωγής δεν αφορούν μόνο τους οικονομικούς πόρους, αλλά και τον χρόνο, τον χώρο, τη φροντίδα, την πρόσβαση σε μέσα, τη δυνατότητα πειραματισμού.

Κυρίως, τις ανθρώπινες σχέσεις που υποστηρίζουν μια δημιουργική διαδικασία.

Στον χώρο της πειραματικής, ηλεκτροακουστικής και αυτοσχεδιαστικής μουσικής, όπου η έρευνα αποτελεί συχνά αναπόσπαστο μέρος του ίδιου του έργου, η πίεση για άμεσα, μετρήσιμα ή εμπορικά αποτελέσματα μπορεί να λειτουργήσει περιοριστικά.

Χρειάζεται χρόνος για να αναπτυχθούν ιδέες, να προκύψουν συνεργασίες, να υπάρξει ακόμη και το δικαίωμα της αποτυχίας. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, η καλλιτεχνική δημιουργία κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια διαρκή παραγωγή περιεχομένου.

Όταν μιλάμε, λοιπόν, για ανεξαρτησία ως ζήτημα συνθηκών παραγωγής, εννοούμε την προσπάθεια να διαμορφώσουμε περιβάλλοντα όπου η καλλιτεχνική έρευνα μπορεί να αναπνέει.

Περιβάλλοντα τα οποία δε βασίζονται αποκλειστικά στην ταχύτητα, την ανταγωνιστικότητα ή την αδιάκοπη ορατότητα, αλλά αφήνουν χώρο για πειραματισμό, διάλογο και ουσιαστική συνάντηση.

Αυτό είναι κάτι που προσπαθούμε να καλλιεργούμε τόσο μέσα από τους χώρους μας,  όσο και μέσα από το expAИD Festival.

Ταυτόχρονα, θεωρώ ότι οι συνθήκες παραγωγής είναι και ένα πολιτικό ζήτημα.

Καθορίζουν ποιοι μπορούν να δημιουργήσουν, υπό ποιες προϋποθέσεις, ποιοι έχουν πρόσβαση σε πόρους και ποιοι μένουν εκτός.

Γι’ αυτό και η συζήτηση γύρω από αυτές δεν αφορά μόνο τους καλλιτέχνες, αλλά συνολικά το πώς αντιλαμβανόμαστε την πολιτιστική παραγωγή και τη θέση της μέσα στην κοινωνία.

Για μένα, η ουσιαστική ανεξαρτησία δεν είναι η αυτάρκεια ούτε η αποκοπή από θεσμούς ή δομές.

Είναι η δυνατότητα να διατηρείς την καλλιτεχνική σου ακεραιότητα και να δημιουργείς τις κατάλληλες συνθήκες ώστε άνθρωποι, ιδέες και πρακτικές να μπορούν να εξελιχθούν με ουσιαστικό και βιώσιμο τρόπο.

Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο, αλλά και το πιο σημαντικό διακύβευμα σήμερα.


Stress.Studio


«Δεν είμαστε ούτε διακοσμητικό περιθώριο ούτε προθάλαμος των ‘πραγματικών’ σκηνών. Είμαστε οι χώροι όπου νέες γλώσσες ακούγονται για πρώτη φορά», επισημαίνετε. Σε τι συνίσταται μια «νέα γλώσσα», για εσάς;

Όταν μιλάμε για «νέες γλώσσες», δεν αναφερόμαστε απαραίτητα σε κάτι εντελώς πρωτόγνωρο ή σε μια αγωνιώδη αναζήτηση του καινούργιου για το καινούργιο.

Για εμάς, μια νέα γλώσσα γεννιέται όταν αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε, συνδέουμε και εκφράζουμε την εμπειρία μας μέσα από τον ήχο, το σώμα, την τεχνολογία, τον χώρο ή τη συλλογική πράξη.

Στον χώρο της νέας, πειραματικής και αυτοσχεδιαστικής μουσικής, αλλά και των πολυμεσικών τεχνών, οι νέες γλώσσες συχνά εμφανίζονται πολύ πριν αποκτήσουν όνομα ή αναγνώριση ή ακόμα και τάση.

Προκύπτουν μέσα από διαδικασίες έρευνας, από συναντήσεις ανθρώπων με διαφορετικά υπόβαθρα, από τη διάθεση να αμφισβητηθούν καθιερωμένες φόρμες και ιεραρχίες και να δημιουργηθούν νέες.

Μπορεί να είναι ένας νέος τρόπος ακρόασης, μια διαφορετική σχέση ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό, μια ξεχωριστή χρήση της τεχνολογίας και άλλων μέσων ή ακόμη και ένας νέος τρόπος συνύπαρξης μέσα σε έναν καλλιτεχνικό χώρο.

Αυτό που μας ενδιαφέρει δεν είναι τόσο η καινοτομία ως αυτοσκοπός, αλλά η δυνατότητα να ανοίγονται νέοι τρόποι σκέψης και αντίληψης.

Xώροι όπως το Oν Off Studio, το Stress.Studio, το KET, το Underflow και κάποιοι άλλοι ανεξάρτητοι πυρήνες δημιουργίας λειτουργούν συχνά ως εργαστήρια όπου οι ιδέες μπορούν να δοκιμαστούν πριν αποκτήσουν μια πιο σταθερή μορφή.

Εκεί, υπάρχει ο χρόνος, η εγγύτητα και η ελευθερία να συμβεί κάτι που δε γνωρίζουμε εκ των προτέρων αν θα πετύχει ή πού θα οδηγήσει.

Γι’ αυτό και θεωρώ ότι οι «νέες γλώσσες» δεν αφορούν μόνο το αισθητικό αποτέλεσμα.

Αφορούν και τους τρόπους με τους οποίους οργανώνουμε τις κοινότητές μας, συνεργαζόμαστε, μοιραζόμαστε γνώση και φανταζόμαστε διαφορετικές μορφές πολιτιστικής παραγωγής.

Είναι νέες μορφές σχέσης τόσο με την τέχνη όσο και μεταξύ μας.

Όταν λέμε πως δεν είμαστε το διακοσμητικό περιθώριο ούτε ο προθάλαμος των «πραγματικών» σκηνών, εννοούμε ακριβώς αυτό:

Ότι πολλές από τις ιδέες, τις πρακτικές και τις αισθητικές που αργότερα αναγνωρίζονται ως σημαντικές γεννιούνται πρώτα σε μικρούς, ανεξάρτητους αλλά σημαντικούς, κατά την Ιστορία, χώρους.

Σε χώρους όπου υπάρχει η ελευθερία να ακούσεις κάτι το οποίο δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί, κάτι που βρίσκεται ακόμη σε διαδικασία γέννησης. Και αυτή η στιγμή της αναζήτησης είναι, για εμάς, εξίσου σημαντική με το ίδιο το έργο.


Triggered Vefa (Μαρία Κόλια)


«Με υπόβαθρο στη χημεία, τη μουσική τεχνολογία και την ηχοληψία, το έργο της διερευνά τη σχέση μεταξύ ήχου, οικολογίας, τεχνολογίας και πολιτικής», διαβάζω για σένα, Μαρία. Ποιο είναι το «νήμα» το οποίο συνέχει αυτά τα διακριτά πεδία;

Για μένα είναι η περιέργεια για το πώς αλληλοεπιδρούν συστήματα που εκ πρώτης όψεως φαίνονται ασύνδετα.

Η χημεία ήταν το πρώτο μου πτυχίο, όμως κάποια στιγμή ένιωσα την ανάγκη να αξιοποιήσω αυτήν τη γνώση πιο δημιουργικά, μέσα από τη μουσική και τον ήχο.

Η χημεία με έμαθε να παρατηρώ διαδικασίες μετασχηματισμού και σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος, ενώ ο ήχος και η μουσική μού έδωσαν έναν τρόπο να τις βιώνω και να τις εκφράζω αισθητικά.

Ένας τρόπος με τον οποίο επικοινωνούν η χημεία και ο ήχος είναι η ηχοποίηση (sonification), όπου χημικά δεδομένα μεταφράζονται σε ηχητικές παραμέτρους και μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία για μια μουσική σύνθεση.

Παράλληλα, η ηχοληψία και η μουσική τεχνολογία παρέχουν το τεχνικό και θεωρητικό υπόβαθρο για την ηχογράφηση, επεξεργασία, μίξη και σύνθεση ήχου.

Στο ερευνητικό μου έργο έχω ασχοληθεί με ηχοτοπία, ηλεκτρονικά, αισθητήρες, προγραμματισμό και μουσική σύνθεση/performance.

Με ενδιαφέρει να εξερευνώ πώς η επιστήμη, η τεχνολογία, η τέχνη και η πολιτική που βρίσκονται πίσω από όλα αυτά, αλληλοεπηρεάζονται και πώς αυτές οι σχέσεις μπορούν να γίνουν αντιληπτές μέσα από τον ήχο και τη μουσική.

Όσον αφορά την πολιτική, θεωρώ πως συνδέεται με οτιδήποτε κάνουμε.

Οι επιλογές, οι ανησυχίες και οι τρόποι έκφρασής μας διαμορφώνονται πάντα μέσα σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο.

Γι’ αυτό με ενδιαφέρει η τέχνη όχι μόνο ως αισθητική εμπειρία, αλλά και ως χώρος όπου μπορούμε να επεξεργαστούμε, να μοιραστούμε και να εκφράσουμε συλλογικά τα ζητήματα τα οποία μας καταπιέζουν και μας απασχολούν.

Σημασία έχει επίσης το πώς και το πού παρουσιάζουμε την τέχνη μας: οι συνεργασίες, οι χώροι και οι κοινότητες που δημιουργούμε.

Θα ήθελες να μου μιλήσεις για το συναφές πρότζεκτ σου «Oceanic ClimateScapes»;

Το Oceanic ClimateScapes είναι μια  πειραματική περφόρμανς η οποία διερευνά το creative sonification (δημιουργική ηχοποίηση) ως μέσο κατανόησης και ενσυναίσθησης απέναντι στις οικολογικές αλλαγές που συμβαίνουν στα θαλάσσια περιβάλλοντα. 

Η περφόρμανς αντιστοιχίζει τέσσερις φυσικοχημικές παραμέτρους (pH, αλατότητα, θερμοκρασία και στάθμη νερού) σε ηχητικούς μετασχηματισμούς οι οποίοι εφαρμόζονται σε θαλάσσια ηχοτοπία, καταγεγραμμένα με υδρόφωνα στην Ελληνική Τάφρο, σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Έρευνας Κητωδών «Πέλαγος».

Κατά τη διάρκεια της περφόρμανς, αισθητήρες συνδεδεμένοι σε ένα κύκλωμα Arduino  συλλέγουν δεδομένα σε πραγματικό χρόνο από ένα δοχείο με υγρό, τα οποία μετασχηματίζουν τα θαλάσσια ηχοτοπία μέσω διαδικασιών sonification και αλγοριθμικής σύνθεσης.

Με έναν τρόπο, τα ίδια τα κλιματικά δεδομένα λειτουργούν ως «μαέστρος» του έργου.

Αν και το sonification-ηχοποίηση έχει τις ρίζες του στην ντετερμινιστική αναπαράσταση δεδομένων με τη μορφή  ήχου, με ενδιαφέρει η στιγμή όπου το επιστημονικό δεδομένο αποκτά και μια αισθητική διάσταση, δημιουργώντας μια δομημένη μουσική σύνθεση και οδηγώντας σε  νέους τρόπους ακρόασης.

Το έργο επιχειρεί να αναδείξει πώς η ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή μεταβάλλει τα οικοσυστήματα, μέσα από μια ηχητική αναλογία όπου και τα ίδια τα φυσικά ηχοτοπία αλλοιώνονται και απομακρύνονται από την αρχική τους μορφή.


Underflow Record Store & Art Gallery


Συμμετέχεις στο πειραματικό queerfem dream-punk συγκρότημα Rabbithole, το οποίο πρόσφατα εμφανίστηκε στο Κηπάκι της Τσαμαδού στο lineup μιας benefit συναυλίας για το Punk Against Capitalism.

Πού συγκλίνουν πανκ και ηλεκροακουστική μουσική, για σένα;

Παρότι αισθητικά μοιάζουν να ανήκουν σε διαφορετικούς κόσμους, θα έλεγα πως τόσο η πανκ όσο και η ηλεκτροακουστική μουσική συγκλίνουν στη δημιουργία μουσικής γλώσσας μέσω της αμφισβήτησης καθιερωμένων και εμπορικών δομών.

Η πανκ το πετυχαίνει κυρίως κοινωνικοπολιτικά.

Γεννήθηκε μέσα από DIY χώρους και από μια ανάγκη αντίδρασης σε κυρίαρχες κοινωνικές, πολιτικές και μουσικές συνθήκες, δίνοντας έμφαση περισσότερο στην ενέργεια και την έκφραση, παρά στην τεχνική αρτιότητα.

Η ηλεκτροακουστική μουσική, από την άλλη, αμφισβητεί παραδοσιακές αντιλήψεις για τη μουσική σύνθεση, όπου η μελωδία και η αρμονία αποτελούν τον κεντρικό δομικό άξονα.

Αντί να βασίζεται αποκλειστικά στο τονικό σύστημα και στη γραμμική ανάπτυξη της μουσικής, υπάρχει έντονος πειραματισμός με τον ήχο ως πρωτογενές υλικό που μπορεί να παραχθεί (για παράδειγμα μέσω synthesizer), να ηχογραφηθεί, να αναλυθεί και να μετασχηματιστεί με  τεχνολογικά μέσα φτιάχνοντας μια ολόκληρη μουσική σύνθεση.

Δηλαδή η υφή, το ηχόχρωμα και η επεξεργασία του ήχου αποκτούν ισότιμο ρόλο στη σύνθεση.

Με αυτή την έννοια, η ηλεκτροακουστική μουσική «επαναστατικοποιεί» το εσωτερικό της μουσικής γλώσσας, ενώ η πανκ επεμβαίνει περισσότερο στους χώρους, τις σχέσεις και τις κοινωνικές δομές μέσα στις οποίες η μουσική παράγεται και βιώνεται.

Και τα δύο μπορούν να δημιουργήσουν χώρους συλλογικότητας και να δώσουν χώρο σε πιο underground καλλιτεχνικές φωνές.

Και γιατί όχι, μπορούν να συνδυαστούν, παίρνοντας στοιχεία το ένα από το άλλο και δημιουργώντας νέες μουσικές μορφές και πρακτικές.

Πόσο καίρια είναι η έμφυλη διάσταση στην καλλιτεχνική πρακτική σου;

Η έμφυλη διάσταση είναι επίσης σημαντική για μένα, όχι απαραίτητα ως θεματολογία κάθε έργου, αλλά επειδή, όπως είπα, θεωρώ ότι η τέχνη δεν είναι ποτέ αποκομμένη από το κοινωνικοπολιτικό της πλαίσιο.

Με ενδιαφέρει η δημιουργία κοινοτήτων οι οποίες αμφισβητούν τα στερεότυπα μέσα από τη μουσική και την τέχνη.

Η φεμινιστική ενδυνάμωση μέσα από DIY χώρους ήταν αυτή που με έφερε κοντά με άλλ@ καλλιτέχν@ και οδήγησε στη δημιουργία των Rabbithole.

Επίσης, ο χώρος της τεχνολογίας του ήχου, της ηχοληψίας, της μουσικής παραγωγής και των πειραματικών σκηνών παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανδροκρατούμενος.

Γι’ αυτό θεωρώ καίρια την ενίσχυση της ορατότητας και της ενδυνάμωσης fem-queer φωνών και πρακτικών, ώστε να μπορούν να εκφράζουν και να διαμορφώνουν τον δικό τους λόγο γύρω από τις εμπειρίες και τις καταπιέσεις τις οποίες βιώνουν.

Την Κυριακή 7 Ιουνίου μάς «καλημερίζεις» στο Ον Off Studio, στο πλαίσιο του expAИD Festival. Κρύβουν μαγεία οι «μικρές» ώρες; Σε εμπνέουν, τόσο δημιουργικά όσο και ιδιοσυγκρασιακά;

Ακόμα και σε μια μεγαλούπολη η οποία έχει θόρυβο όλη τη μέρα, αυτές είναι οι ώρες που συνήθως κοιμάται και βρίσκεται σε μετάβαση.

Δεν ξέρω αν θα το χαρακτήριζα «μαγεία», σίγουρα όμως ενέχουν μια ησυχία η οποία βοηθά τη φαντασία, τη δημιουργία και την ακρόαση, εσωτερική και εξωτερική.


ΚΕΤ (Φωτογραφία: Δημήτρης Αλεξάκης)


Ζούμε, χωρίς αμφιβολία, σε καιρούς γενικευμένης καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Είναι η συλλογική συνειδητή βίωση και υλοποίηση τέχνης, ανεξαρτήτως μορφής, μια μορφή αντίστασης;

Πιστεύω πως ναι,  μπορεί να είναι.

Σε μια εποχή όπου η κυρίαρχη λογική μάς ωθεί διαρκώς προς την κοινωνική αποξένωση, τον ατομικισμό, την ιδέα ότι η αξία μας και η ευημερία μας μετριούνται από τόσο «παράγουμε» και  την εμπορευματοποίηση σχεδόν κάθε πτυχής της ζωής, η συλλογική δημιουργία και η κοινή εμπειρία της τέχνης ανοίγουν έναν διαφορετικό τρόπο ύπαρξης.

Δε θεωρώ πως η τέχνη από μόνη της αρκεί για να αλλάξει τις υλικές συνθήκες της πραγματικότητας.

Μπορεί, όμως, όταν γεννιέται και εκφράζεται μέσω DIY χώρων και γενικότερα  κοινοτήτων από τα  κάτω, να δημιουργήσει τόπους συνάντησης, φαντασίας, κριτικής σκέψης, αλληλεγγύης και γενικότερα συνύπαρξης πέρα από τα πλαίσια της καπιταλιστικής  σήψης. 

Αυτό, από μόνο του, έχει πολιτική σημασία.

Ευχαριστώ θερμά τις Νεφέλη Σταματογιαννοπούλου και Triggered Vefa (Μαρία Κόλια) για τη συμβολή τους σ’ αυτόν τον δημιουργικό διάλογο.

 

Ακολουθεί το πλήρες πρόγραμμα του διημέρου:

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

19:30

Stress.Studio (Θεμιστοκλέους 42, Εξάρχεια)

Θεανώ Τσέλιου

Νομίζω Σίγουρα (Θεανώ Μεταξά, Πιτσί)

Πόρτες: 19:30

Συναυλίες: 20:00–21:00

 

21:30

Underflow Record Store & Art Gallery (Καλλιρόης 39, Κουκάκι)

Yorgas Helmet (Γιώργος Καραμανωλάκης)

Acte Vide (Δανάη Στεφάνου, Γιάννης Κοτσώνης)

Πόρτες: 21:30

Συναυλίες: 22:00–23:00

 

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

05:30

Ov Off Studio (Φειδιππίδου 22, Αμπελόκηποι)

Triggered Vefa (Μαρία Κόλια)

Flood The Zone - Στράτος Στεριανός, Σεραΐνα Παπαγεωργίου

Πόρτες: 05:30

Συναυλίες: 06:00–07:30

 

19:30

Electro Duo - Δημήτρης Λώλης, Στέλιος Τσίλογλου-Ιγνατιάδης

Γιώργος Κατσάνος

Πόρτες: 19:30

Συναυλίες: 20:00–21:00

 

21:30

ΚΕΤ (Κύπρου 91Α, Κυψέλη)

Cyborgutt 2.0 - φø

Impro - Βίκη Στείρη, Μαρίσσα Μπίλη, Πετρίνα Γιαννάκου, Πέτρος Κολοτούρος, Jeph Vanger

Πόρτες: 21:30

Συναυλίες: 22:00–23:00

Εισιτήρια

25€ - Ενιαίο εισιτήριο για όλες τις συναυλίες

https://www.more.com/gr-el/tickets/music/expaddiimero-festibal-peiramatikis-mousikis

12€ - Είσοδος ανά χώρο

10€ - Μειωμένο (φοιτητές, ΑμεΑ, άνεργοι)

Με το ενιαίο εισιτήριο των 25€ εξασφαλίζεται η πρόσβαση σε όλες τις συναυλίες, σε όλους τους χώρους.



Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Fred Frith: «Περνώ πολύ χρόνο ακούγοντας τον ήχο του ανέμου και του νερού»

 


Θρυλική μορφή της αυτοσχεδιαστικής και πειραματικής μουσικής επί δεκαετίες, ο Βρετανός συνθέτης, κιθαρίστας και εκπαιδευτικός Fred Frith εμφανίζεται την Πέμπτη 28 Μαΐου για πρώτη φορά ως ντουέτο με τον Δήμο Βρύζα στην Ελλάδα.

Ενόψει της συναυλίας, και του διήμερου σεμιναρίου του καλλιτέχνη που θα προηγηθεί, είχαμε μια χορταστική συνομιλία μαζί του.

Το συνεχιζόμενο ταξίδι σας μέσα στη και μέσα από τη μουσική ξεκίνησε με το βιολί όταν ήσασταν μικρό παιδί.

Γιατί τελικά σάς κέρδισε η κιθάρα και σε ποιον βαθμό η ανακάλυψη των μπλουζ και της φολκ έχει συμβάλει στην προσέγγισή σας σε αυτό το όργανο;

Είχα έναν υπέροχο δάσκαλο βιολιού από την ηλικία των πέντε έως δέκα ετών, αλλά όταν αλλάξαμε πόλη άλλαξα δάσκαλο και δεν τα πήγαινα καλά με τον καινούργιο!

Δύο χρόνια αργότερα, κάποιος άφησε μια κιθάρα στο σχολείο και ανακάλυψα πως μπορούσα ήδη να την παίζω λόγω της εκπαίδευσής μου στο βιολί, έτσι αμέσως έπεισα τους γονείς μου να μου αγοράσουν μια κιθάρα!

Ενδιαφερόμουν για οτιδήποτε είχε να κάνει με το όργανο, και μέχρι τα δεκατέσσερά μου ερμήνευα φολκ τραγούδια και έπαιζα επίσης σε μια μπλουζ μπάντα, οπότε προφανώς όλα αυτά είναι βαθιά συνδεδεμένα με την εξέλιξή μου ως μουσικός.

Επίσης, έμαθα μόνος μου κλασική κιθάρα, προσπάθησα να μάθω φλαμένκο και σιγά σιγά ανέπτυξα το ηλεκτρικό μου παίξιμο προς πολλές κατευθύνσεις.

Η εισαγωγή στις φιλοσοφίες του John Cage και του Frank Zappa ήταν επίσης ένα σημείο καμπής στη ζωή σας. Γιατί;

Δεν είμαι σίγουρος τι εννοείς με τον όρο «φιλοσοφία».

Η ανάγνωση του βιβλίου Silence του John Cage με επηρέασε σίγουρα πολύ, αλλά αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν η ιδέα πως η «μουσική» δε χρειάζεται να αφορά «νότες», αλλά οποιονδήποτε ήχο θέλεις να οργανώσεις.

Ως βιολιστής με κλασική εκπαίδευση, είχα επικεντρωθεί στις νότες σε μια παρτιτούρα από την αρχή. Αυτή η ιδέα μου άνοιξε τα αυτιά σε έναν άλλο τρόπο να φαντάζομαι τη σύνθεση.

Ακούγοντας τους Mothers of Invention, ενθάρρυνε τη σκέψη μου ότι ένα ροκ συγκρότημα θα μπορούσε να είναι ένα εξίσου χρήσιμο όχημα για σοβαρές μουσικές ιδέες με οποιοδήποτε άλλο...

Σχηματίσατε τους Henry Cow το 1968 με τον Tim Hodgkinson.

Σε ποιον βαθμό το γεγονός ότι η μουσική σας δεν έτυχε ευνοϊκής υποδοχής στο Ηνωμένο Βασίλειο σάς οδήγησε να υιοθετήσετε μιας εντελώς DIY προσέγγισης και να λειτουργήσετε εκτός των ορίων της μουσικής βιομηχανίας;

Δεν είμαι σίγουρος σε τι βασίζεις την εκτίμησή σου.

Δώσαμε περισσότερες από διακόσιες συναυλίες στο Ηνωμένο Βασίλειο μεταξύ 1973 και 1978, κάτι όχι πολύ διαφορετικό από τις άλλες χώρες στις οποίες παίζαμε. Αν μιλάς για τα Μ.Μ.Ε., αυτό δεν είναι το ίδιο με το κοινό!

Υιοθετήσαμε μια προσέγγιση DIY επειδή θέλαμε να έχουμε τον έλεγχο όσο το δυνατόν περισσότερων παραμέτρων, χωρίς να εξαρτώμαστε από ατζέντηδες, μάνατζερ και ηχολήπτες με ατζέντες που δε συμφωνούσαν απαραίτητα με τις δικές μας.

Οπότε ναι, είχαμε το δικό μας λεωφορείο, το δικό μας φορτηγό, τον δικό μας ηχητικό εξοπλισμό και ήμασταν μια συλλογικότητα η οποία περιλάμβανε οδηγούς, τεχνικούς, ηχολήπτες, διαχειριστές/bookers.

Χωρίς αυτήν τη δομή, το γκρουπ σίγουρα θα είχε καταρρεύσει πολύ νωρίτερα.

Σε αντίθεση με το Ηνωμένο Βασίλειο, η (ηπειρωτική) Ευρώπη σάς φέρθηκε με πολύ πιο φιλικό τρόπο. Σας προσκάλεσε μάλιστα το Κ.Κ.Ι. να συμμετάσχετε σε συναυλίες υπό τη διοργάνωση της εφημερίδας LUnità.

Πού αποδίδετε αυτήν τη διαφοροποίηση στη νοοτροπία;

Ο τρόπος λειτουργίας μας σήμαινε ότι είχαμε προσωπικές σχέσεις με τους ανθρώπους απέναντι στους οποίους εμφανιζόμασταν, και αυτό ήταν εξαιρετικά μεταβλητό.

Υπήρχαν πολλές πολύ φιλικές διασυνδέσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Ωστόσο, οι βρετανικές μας συναυλίες έτειναν να συνδέονται περισσότερο με ιδρύματα όπως πανεπιστήμια, κολέγια και καλλιτεχνικά κέντρα.

Δεν υπήρχε το ίδιο κύκλωμα ανεξάρτητων μη κερδοσκοπικών ενώσεων που ξεπήδησαν στη Γαλλία και την Ιταλία τη δεκαετία του 1970.

Ακόμα παίζω σε μέρη στη Γαλλία στα οποία έπαιζαν οι Henry Cow, συχνά υπό τη διεύθυνση των ίδιων ανθρώπων!

Η Festa Unità λάμβανε χώρα χώρα παντού, από τις μεγαλύτερες πόλεις μέχρι τα μικρότερα χωριά της Ιταλίας, και οι άνθρωποί της είχαν τη δυνατότητα να διοργανώσουν συναυλίες σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.

Οπότε, ήταν μια φυσική επιλογή για εμάς ως μια ταξιδιωτική αυτόνομη μονάδα.

Η διαφορά στη νοοτροπία έγκειται περισσότερο στην υιοθέτηση της τέχνης του εφικτού σε όποιο πολιτισμικό περιβάλλον κι αν βρίσκεσαι...

Άκουγα το σεμνά τιτλοφορημένο, αλλά σχεδόν απόκοσμο, ντεμπούτο άλμπουμ σας, Guitar Solos, το οποίο κυκλοφόρησε το 1974.

Θα θέλατε να μου πείτε περισσότερα για τη σύντομη διαδικασία ηχογράφησης και τις τεχνικές κιθάρας που χρησιμοποιήσατε;

Προσπαθούσα να φανταστώ την κιθάρα ως ορχήστρα!

O επιπλέον μαγνήτης πάνω από το πρώτο τάστο και η στερεοφωνική ρύθμιση του οργάνου επέτρεπαν τρεις ξεχωριστές εξόδους.

Συν το close mic, το μικρόφωνο στα πόδια μου καθώς κινείτο πάνω από τα πετάλια, το μικρόφωνο στην αναπνοή μου, τα ambient μικρόφωνα - συνολικά, οκτώ κανάλια.

Η χρήση ενός καποτάστου και ενός πεταλιού έντασης ήχου κατέστησε δυνατή τη μετατροπή του ήχου εναλλάσσοντας μαγνήτες.

Σε όλα τα κομμάτια εκτός από το No Birds, για το οποίο δύο κιθάρες ήταν ακουμπισμένες στο πάτωμα, έπαιζα την κιθάρα στη συμβατική θέση.

Χρησιμοποιούσα, όμως, τεχνικές tapping ανεπτυγμένες ειδικά για να επιτρέπουν την εισαγωγή της λογαριθμικής κλίμακας στα αριστερά του αριστερού χεριού, ενισχυμένης από τον μαγνήτη στο καποτάστο.

Μετά τη διάλυση των Henry Cow, σχηματίσατε τους Art Bears. Ως μουσικά περίεργος νεαρός ενήλικας και συλλέκτης βινυλίων, ανακάλυψα τη μουσική σας και εσάς, ως καλλιτέχνη, μέσα από τους δίσκους αυτού του συγκροτήματος.

Μουσικά μιλώντας, ποιες ήταν οι κύριες διαφορές μεταξύ των δύο συγκροτημάτων;

Ο πρώτος δίσκος των Art Bears προοριζόταν αρχικά ως δίσκος των Henry Cow, αλλά στην πραγματικότητα οδήγησε στη διάλυση των δεύτερων και στη δημιουργία των πρώτων.

Οι Art Bears ήταν ένα εντελώς διαφορετικό εγχείρημα από κάθε άποψη.

Ασχοληθήκαμε αποκλειστικά με τα τραγούδια και τη μορφή του τραγουδιού, όχι με τις ποικίλες πειραματικές προσεγγίσεις στον αυτοσχεδιασμό και τη σύνθεση που είχαμε υιοθετήσει στους Henry Cow.

Και οι ρόλοι μας ήταν πολύ σαφείς.

Ο Chris [Cutler] έγραφε τους στίχους, εγώ συνέθετα τη μουσική, η Dagmar [Krause] ερμήνευε τον κύριο ρόλο ως τραγουδίστρια και παρήγαμε το υλικό μαζί στο στούντιο, παίζοντας εγώ όλα τα όργανα, εκτός από τα ντραμς.

Ο Etienne Conod, ο μηχανικός και ιδιοκτήτης των Sunrise Studios, έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτήν τη διαδικασία.




Γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1970 μετακομίσατε στη Νέα Υόρκη.

«Η Νέα Υόρκη ήταν μια βαθιά απελευθερωτική εμπειρία για μένα. Για πρώτη φορά ένιωσα πως μπορούσα να είμαι ο εαυτός μου και να μην προσπαθώ να ανταποκριθώ σε αυτό που φανταζόμουν ότι σκέφτονταν οι άνθρωποι για μένα», έχετε δηλώσει.

Ενώ βρισκόσασταν εκεί, γνωριστήκατε και συνεργαστήκατε με τον John Zorn και τον Bill Laswell, μεταξύ πολλών άλλων. Πώς σχολιάζετε τον αντίκτυπο αυτών των συναντήσεων στο καλλιτεχνικό όραμα και τις τεχνικές σας;

Αυτές ήταν μόνο δύο από τις πολλές συναντήσεις οι οποίες έγιναν φιλίες ζωής.

Οι συναντήσεις μου με τον Tom Cora, την Zeena Parkins, την Lesli Dalaba, τον Bob Ostertag, για να μην ξεχάσω χορογράφους όπως οι Bebe Miller και Rosalind Newman, ήταν όλες πολύ σημαντικές για την εξέλιξή μου ως αυτοσχεδιαστή και συνθέτη.

Προφανώς ο John Zorn υπήρξε μια συνεχής πηγή ενέργειας και έμπνευσης, και η γνωριμία με τον Bill μού επέτρεψε να υιοθετήσω μια πιο καταπρόσωπο ροκ προσέγγιση στους Massacre και τους Material.

Τη δεκαετία του 1980 συνθέσατε μουσική για χορευτικά, κινηματογραφικά και θεατρικά έργα. Ήταν συνολικά μια αναζωογονητική εμπειρία;

Συνθέτω για χορό και κινηματογράφο σε τακτική βάση τα τελευταία σαράντα χρόνια. Αποτελεί ένα τεράστιο κομμάτι της επαγγελματικής μου ζωής και συνεχίζω να μαθαίνω πολλά από αυτό.

Έχετε επίσης «διδάξει για είκοσι χρόνια στο θρυλικό επίκεντρο της αμερικανικής πειραματικής μουσικής, το Mills College στο Όκλαντ της Καλιφόρνια». Τι έχετε μάθει εσείς οι ίδιος από αυτήν τη μακρά διαδικασία;

Υπομονή. Ταπεινότητα, ελπίζω.

Είχα την τύχη, τόσο στο Mills College όσο και στη Μουσική Ακαδημία της Βασιλείας, να γνωρίσω εξαιρετικούς/εξαιρετικές νέους/νέες μουσικούς που σκέφτονται και εργάζονται διαφορετικά.

Πολλοί/πολλές από αυτούς/αυτές έχουν γίνει πολύτιμοι/πολύτιμες φίλοι/φίλες και συνάδελφοι/συναδέλφισσες:

Sudhu Tewari, Eva-Maria Karbacher, Cenk Ergun, Jordan Glenn, Paula Sanchez, gabby fluke-mogul, Alexandre Cahen, Camille Émaille, Nava Dunkelman, Annie Lewandowski.

Υπάρχουν και πολλοί/πολλές άλλοι/άλλες - η λίστα είναι μακρά!

Ως ασυμβίβαστος υποστηρικτής της πειραματικής και ανεξάρτητα παραγόμενης/διανεμημένης μουσικής, πώς αξιολογείτε τις προοπτικές της, ιδίως με την έλευση της σύγχρονης τεχνολογίας και της Τεχνητής Νοημοσύνης;

Από πολλές απόψεις φαίνεται ζοφερό, αλλά οι άνθρωποι δε σταματούν να είναι δημιουργικοί και να προσπαθούν να κατανοήσουν τον κόσμο.

Είμαι, λοιπόν, αρκετά σίγουρος ότι οι περιορισμοί και τα μειονεκτήματα αυτής της τεχνολογίας θα ριζοσπαστικοποιήσουν τις δημιουργικές μας προσεγγίσεις με τρόπους που βρισκόμαστε στη διαδικασία να τους ανακαλύψουμε!

Συνεχίζετε να εμφανίζεστε ζωντανά, είτε σόλο είτε με τους «συν-συνωμότες» σας. Γιατί χρησιμοποιείτε αυτόν τον όρο;

Για μένα περιγράφει μια συγκεκριμένη προσέγγιση στην εργασία και τη ζωή. Έναν τρόπο να ορίσουμε την ανεξαρτησία από οποιοδήποτε μέρος της κοινωνίας το οποίο περιφρονεί την τέχνη και τους καλλιτέχνες.

Είναι προνόμιό μου να κάνω αυτό που αγαπώ, με τους ανθρώπους που αγαπώ, σχεδόν με τους δικούς μου όρους σε όλο τον κόσμο.

Είθε αυτό να συνεχιστεί για πολύ καιρό!

Για να χρησιμοποιήσω τα δικά σας λόγια, «[Κάνετε] θόρυβο, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, για περισσότερα από πενήντα χρόνια». Έχετε κάποια ιδέα για το τι σάς επιφυλάσσει το (μουσικό) μέλλον; Περισσότερο θόρυβο ή και λίγη σιωπή;

Πάντα ήταν και τα δύο. Είμαι φανατικός παρατηρητής πουλιών από τα δώδεκά μου χρόνια και περνώ πολύ χρόνο σε απομακρυσμένα μέρη παρακολουθώντας, ακούγοντας και απολαμβάνοντας τον ήχο του ανέμου και του νερού.

Αυτό είναι το μέρος όπου αισθάνομαι ευτυχισμένος. Αυτός είναι ο αγαπημένος μου θόρυβος!

Την Πέμπτη 28 Μαΐου θα εμφανιστείτε ζωντανά στην Αθήνα με τον Δήμο Βρύζα. Σε ποιον βαθμό είστε εξοικειωμένος με την ελληνική πειραματική σκηνή;

Η μάλλον περιορισμένη γνώση μου για την πειραματική μουσική στην Ελλάδα προέρχεται κυρίως από πρώην μαθητές που ασχολούνται με αυτήν, δηλαδή τον Δήμο φυσικά, αλλά και την Μαρίνα Ταντανόζη και τον Τάσο Τατόρογλου:

Και τα τρία άτομα είναι τρομεροί/τρομερή μουσικοί/μουσικός και σπουδαίοι/σπουδαία αυτοσχεδιαστές/αυτοσχεδιάστρια, κάτι το οποίο από μόνο του υποδηλώνει μια ακμάζουσα σκηνή!

Επίσης, εμφανίστηκα στο Φεστιβάλ Tectonics του Ιλάν Βολκόφ στην Αθήνα το 2017 και γνώρισα πολλούς Έλληνες ερμηνευτές που δεν είχα υπόψη μου.

Τι αναζητάτε και τι συνήθως αντλείτε από δημιουργικές συνέργειες στο εσωτερικό και το εξωτερικό;

Μου αρέσει να συνεργάζομαι με οποιονδήποτε ξέρει πώς να ακούει, πώς να είναι παρών σε κάθε στιγμή και είναι ικανός, σε συνεχή βάση, να εκπλήσσει τον εαυτό του (και εμένα!)

Η έκπληξη δε χρειάζεται να είναι συντριπτική ή δραματική, έχει να κάνει περισσότερο με την ικανότητα να αντιμετωπίζεις τον άξονα μεταξύ αυτού που ξέρεις και αυτού που δεν ξέρεις με απροσδόκητους τρόπους...

O Fred Frith εμφανίζεται ζωντανά, για πρώτη φορά στην Ελλάδα ως ντουέτο με τον Δήμο Βρύζα, την Πέμπτη 28 Μαΐου, 21:00, στο Underflow Record Store & Art Gallery (Καλλιρόης 39, Αθήνα), στο πλαίσιο της Scenius Series.

Την Τρίτη 26 και την Τετάρτη 27 Μαΐου (16:00-21:00) παραδίδει, στον ίδιο χώρο, σεμινάριο απευθυνόμενο σε μουσικούς, με τίτλο: «This moment is not the same: Listening, hearing & letting go».