Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Fred Frith: «Περνώ πολύ χρόνο ακούγοντας τον ήχο του ανέμου και του νερού»

 


Θρυλική μορφή της αυτοσχεδιαστικής και πειραματικής μουσικής επί δεκαετίες, ο Βρετανός συνθέτης, κιθαρίστας και εκπαιδευτικός Fred Frith εμφανίζεται την Πέμπτη 28 Μαΐου για πρώτη φορά ως ντουέτο με τον Δήμο Βρύζα στην Ελλάδα.

Ενόψει της συναυλίας, και του διήμερου σεμιναρίου του καλλιτέχνη που θα προηγηθεί, είχαμε μια χορταστική συνομιλία μαζί του.

Το συνεχιζόμενο ταξίδι σας μέσα στη και μέσα από τη μουσική ξεκίνησε με το βιολί όταν ήσασταν μικρό παιδί.

Γιατί τελικά σάς κέρδισε η κιθάρα και σε ποιον βαθμό η ανακάλυψη των μπλουζ και της φολκ έχει συμβάλει στην προσέγγισή σας σε αυτό το όργανο;

Είχα έναν υπέροχο δάσκαλο βιολιού από την ηλικία των πέντε έως δέκα ετών, αλλά όταν αλλάξαμε πόλη άλλαξα δάσκαλο και δεν τα πήγαινα καλά με τον καινούργιο!

Δύο χρόνια αργότερα, κάποιος άφησε μια κιθάρα στο σχολείο και ανακάλυψα πως μπορούσα ήδη να την παίζω λόγω της εκπαίδευσής μου στο βιολί, έτσι αμέσως έπεισα τους γονείς μου να μου αγοράσουν μια κιθάρα!

Ενδιαφερόμουν για οτιδήποτε είχε να κάνει με το όργανο, και μέχρι τα δεκατέσσερά μου ερμήνευα φολκ τραγούδια και έπαιζα επίσης σε μια μπλουζ μπάντα, οπότε προφανώς όλα αυτά είναι βαθιά συνδεδεμένα με την εξέλιξή μου ως μουσικός.

Επίσης, έμαθα μόνος μου κλασική κιθάρα, προσπάθησα να μάθω φλαμένκο και σιγά σιγά ανέπτυξα το ηλεκτρικό μου παίξιμο προς πολλές κατευθύνσεις.

Η εισαγωγή στις φιλοσοφίες του John Cage και του Frank Zappa ήταν επίσης ένα σημείο καμπής στη ζωή σας. Γιατί;

Δεν είμαι σίγουρος τι εννοείς με τον όρο «φιλοσοφία».

Η ανάγνωση του βιβλίου Silence του John Cage με επηρέασε σίγουρα πολύ, αλλά αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν η ιδέα πως η «μουσική» δε χρειάζεται να αφορά «νότες», αλλά οποιονδήποτε ήχο θέλεις να οργανώσεις.

Ως βιολιστής με κλασική εκπαίδευση, είχα επικεντρωθεί στις νότες σε μια παρτιτούρα από την αρχή. Αυτή η ιδέα μου άνοιξε τα αυτιά σε έναν άλλο τρόπο να φαντάζομαι τη σύνθεση.

Ακούγοντας τους Mothers of Invention, ενθάρρυνε τη σκέψη μου ότι ένα ροκ συγκρότημα θα μπορούσε να είναι ένα εξίσου χρήσιμο όχημα για σοβαρές μουσικές ιδέες με οποιοδήποτε άλλο...

Σχηματίσατε τους Henry Cow το 1968 με τον Tim Hodgkinson.

Σε ποιον βαθμό το γεγονός ότι η μουσική σας δεν έτυχε ευνοϊκής υποδοχής στο Ηνωμένο Βασίλειο σάς οδήγησε να υιοθετήσετε μιας εντελώς DIY προσέγγισης και να λειτουργήσετε εκτός των ορίων της μουσικής βιομηχανίας;

Δεν είμαι σίγουρος σε τι βασίζεις την εκτίμησή σου.

Δώσαμε περισσότερες από διακόσιες συναυλίες στο Ηνωμένο Βασίλειο μεταξύ 1973 και 1978, κάτι όχι πολύ διαφορετικό από τις άλλες χώρες στις οποίες παίζαμε. Αν μιλάς για τα Μ.Μ.Ε., αυτό δεν είναι το ίδιο με το κοινό!

Υιοθετήσαμε μια προσέγγιση DIY επειδή θέλαμε να έχουμε τον έλεγχο όσο το δυνατόν περισσότερων παραμέτρων, χωρίς να εξαρτώμαστε από ατζέντηδες, μάνατζερ και ηχολήπτες με ατζέντες που δε συμφωνούσαν απαραίτητα με τις δικές μας.

Οπότε ναι, είχαμε το δικό μας λεωφορείο, το δικό μας φορτηγό, τον δικό μας ηχητικό εξοπλισμό και ήμασταν μια συλλογικότητα η οποία περιλάμβανε οδηγούς, τεχνικούς, ηχολήπτες, διαχειριστές/bookers.

Χωρίς αυτήν τη δομή, το γκρουπ σίγουρα θα είχε καταρρεύσει πολύ νωρίτερα.

Σε αντίθεση με το Ηνωμένο Βασίλειο, η (ηπειρωτική) Ευρώπη σάς φέρθηκε με πολύ πιο φιλικό τρόπο. Σας προσκάλεσε μάλιστα το Κ.Κ.Ι. να συμμετάσχετε σε συναυλίες υπό τη διοργάνωση της εφημερίδας LUnità.

Πού αποδίδετε αυτήν τη διαφοροποίηση στη νοοτροπία;

Ο τρόπος λειτουργίας μας σήμαινε ότι είχαμε προσωπικές σχέσεις με τους ανθρώπους απέναντι στους οποίους εμφανιζόμασταν, και αυτό ήταν εξαιρετικά μεταβλητό.

Υπήρχαν πολλές πολύ φιλικές διασυνδέσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Ωστόσο, οι βρετανικές μας συναυλίες έτειναν να συνδέονται περισσότερο με ιδρύματα όπως πανεπιστήμια, κολέγια και καλλιτεχνικά κέντρα.

Δεν υπήρχε το ίδιο κύκλωμα ανεξάρτητων μη κερδοσκοπικών ενώσεων που ξεπήδησαν στη Γαλλία και την Ιταλία τη δεκαετία του 1970.

Ακόμα παίζω σε μέρη στη Γαλλία στα οποία έπαιζαν οι Henry Cow, συχνά υπό τη διεύθυνση των ίδιων ανθρώπων!

Η Festa Unità λάμβανε χώρα χώρα παντού, από τις μεγαλύτερες πόλεις μέχρι τα μικρότερα χωριά της Ιταλίας, και οι άνθρωποί της είχαν τη δυνατότητα να διοργανώσουν συναυλίες σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.

Οπότε, ήταν μια φυσική επιλογή για εμάς ως μια ταξιδιωτική αυτόνομη μονάδα.

Η διαφορά στη νοοτροπία έγκειται περισσότερο στην υιοθέτηση της τέχνης του εφικτού σε όποιο πολιτισμικό περιβάλλον κι αν βρίσκεσαι...

Άκουγα το σεμνά τιτλοφορημένο, αλλά σχεδόν απόκοσμο, ντεμπούτο άλμπουμ σας, Guitar Solos, το οποίο κυκλοφόρησε το 1974.

Θα θέλατε να μου πείτε περισσότερα για τη σύντομη διαδικασία ηχογράφησης και τις τεχνικές κιθάρας που χρησιμοποιήσατε;

Προσπαθούσα να φανταστώ την κιθάρα ως ορχήστρα!

O επιπλέον μαγνήτης πάνω από το πρώτο τάστο και η στερεοφωνική ρύθμιση του οργάνου επέτρεπαν τρεις ξεχωριστές εξόδους.

Συν το close mic, το μικρόφωνο στα πόδια μου καθώς κινείτο πάνω από τα πετάλια, το μικρόφωνο στην αναπνοή μου, τα ambient μικρόφωνα - συνολικά, οκτώ κανάλια.

Η χρήση ενός καποτάστου και ενός πεταλιού έντασης ήχου κατέστησε δυνατή τη μετατροπή του ήχου εναλλάσσοντας μαγνήτες.

Σε όλα τα κομμάτια εκτός από το No Birds, για το οποίο δύο κιθάρες ήταν ακουμπισμένες στο πάτωμα, έπαιζα την κιθάρα στη συμβατική θέση.

Χρησιμοποιούσα, όμως, τεχνικές tapping ανεπτυγμένες ειδικά για να επιτρέπουν την εισαγωγή της λογαριθμικής κλίμακας στα αριστερά του αριστερού χεριού, ενισχυμένης από τον μαγνήτη στο καποτάστο.

Μετά τη διάλυση των Henry Cow, σχηματίσατε τους Art Bears. Ως μουσικά περίεργος νεαρός ενήλικας και συλλέκτης βινυλίων, ανακάλυψα τη μουσική σας και εσάς, ως καλλιτέχνη, μέσα από τους δίσκους αυτού του συγκροτήματος.

Μουσικά μιλώντας, ποιες ήταν οι κύριες διαφορές μεταξύ των δύο συγκροτημάτων;

Ο πρώτος δίσκος των Art Bears προοριζόταν αρχικά ως δίσκος των Henry Cow, αλλά στην πραγματικότητα οδήγησε στη διάλυση των δεύτερων και στη δημιουργία των πρώτων.

Οι Art Bears ήταν ένα εντελώς διαφορετικό εγχείρημα από κάθε άποψη.

Ασχοληθήκαμε αποκλειστικά με τα τραγούδια και τη μορφή του τραγουδιού, όχι με τις ποικίλες πειραματικές προσεγγίσεις στον αυτοσχεδιασμό και τη σύνθεση που είχαμε υιοθετήσει στους Henry Cow.

Και οι ρόλοι μας ήταν πολύ σαφείς.

Ο Chris [Cutler] έγραφε τους στίχους, εγώ συνέθετα τη μουσική, η Dagmar [Krause] ερμήνευε τον κύριο ρόλο ως τραγουδίστρια και παρήγαμε το υλικό μαζί στο στούντιο, παίζοντας εγώ όλα τα όργανα, εκτός από τα ντραμς.

Ο Etienne Conod, ο μηχανικός και ιδιοκτήτης των Sunrise Studios, έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτήν τη διαδικασία.




Γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1970 μετακομίσατε στη Νέα Υόρκη.

«Η Νέα Υόρκη ήταν μια βαθιά απελευθερωτική εμπειρία για μένα. Για πρώτη φορά ένιωσα πως μπορούσα να είμαι ο εαυτός μου και να μην προσπαθώ να ανταποκριθώ σε αυτό που φανταζόμουν ότι σκέφτονταν οι άνθρωποι για μένα», έχετε δηλώσει.

Ενώ βρισκόσασταν εκεί, γνωριστήκατε και συνεργαστήκατε με τον John Zorn και τον Bill Laswell, μεταξύ πολλών άλλων. Πώς σχολιάζετε τον αντίκτυπο αυτών των συναντήσεων στο καλλιτεχνικό όραμα και τις τεχνικές σας;

Αυτές ήταν μόνο δύο από τις πολλές συναντήσεις οι οποίες έγιναν φιλίες ζωής.

Οι συναντήσεις μου με τον Tom Cora, την Zeena Parkins, την Lesli Dalaba, τον Bob Ostertag, για να μην ξεχάσω χορογράφους όπως οι Bebe Miller και Rosalind Newman, ήταν όλες πολύ σημαντικές για την εξέλιξή μου ως αυτοσχεδιαστή και συνθέτη.

Προφανώς ο John Zorn υπήρξε μια συνεχής πηγή ενέργειας και έμπνευσης, και η γνωριμία με τον Bill μού επέτρεψε να υιοθετήσω μια πιο κατά μέτωπο ροκ προσέγγιση στους Massacre και τους Material.

Τη δεκαετία του 1980 συνθέσατε μουσική για χορευτικά, κινηματογραφικά και θεατρικά έργα. Ήταν συνολικά μια αναζωογονητική εμπειρία;

Συνθέτω για χορό και κινηματογράφο σε τακτική βάση τα τελευταία σαράντα χρόνια. Αποτελεί ένα τεράστιο κομμάτι της επαγγελματικής μου ζωής και συνεχίζω να μαθαίνω πολλά από αυτό.

Έχετε επίσης «διδάξει για είκοσι χρόνια στο θρυλικό επίκεντρο της αμερικανικής πειραματικής μουσικής, το Mills College στο Όκλαντ της Καλιφόρνια». Τι έχετε μάθει εσείς οι ίδιος από αυτήν τη μακρά διαδικασία;

Υπομονή. Ταπεινότητα, ελπίζω.

Είχα την τύχη, τόσο στο Mills College όσο και στη Μουσική Ακαδημία της Βασιλείας, να γνωρίσω εξαιρετικούς/εξαιρετικές νέους/νέες μουσικούς που σκέφτονται και εργάζονται διαφορετικά.

Πολλοί/πολλές από αυτούς/αυτές έχουν γίνει πολύτιμοι/πολύτιμες φίλοι/φίλες και συνάδελφοι/συναδέλφισσες:

Sudhu Tewari, Eva-Maria Karbacher, Cenk Ergun, Jordan Glenn, Paula Sanchez, gabby fluke-mogul, Alexandre Cahen, Camille Émaille, Nava Dunkelman, Annie Lewandowski.

Υπάρχουν και πολλοί/πολλές άλλοι/άλλες - η λίστα είναι μακρά!

Ως ασυμβίβαστος υποστηρικτής της πειραματικής και ανεξάρτητα παραγόμενης/διανεμημένης μουσικής, πώς αξιολογείτε τις προοπτικές της, ιδίως με την έλευση της σύγχρονης τεχνολογίας και της Τεχνητής Νοημοσύνης;

Από πολλές απόψεις φαίνεται ζοφερό, αλλά οι άνθρωποι δε σταματούν να είναι δημιουργικοί και να προσπαθούν να κατανοήσουν τον κόσμο.

Είμαι, λοιπόν, αρκετά σίγουρος ότι οι περιορισμοί και τα μειονεκτήματα αυτής της τεχνολογίας θα ριζοσπαστικοποιήσουν τις δημιουργικές μας προσεγγίσεις με τρόπους που βρισκόμαστε στη διαδικασία να τους ανακαλύψουμε!

Συνεχίζετε να εμφανίζεστε ζωντανά, είτε σόλο είτε με τους «συν-συνωμότες» σας. Γιατί χρησιμοποιείτε αυτόν τον όρο;

Για μένα περιγράφει μια συγκεκριμένη προσέγγιση στην εργασία και τη ζωή. Έναν τρόπο να ορίσουμε την ανεξαρτησία από οποιοδήποτε μέρος της κοινωνίας το οποίο περιφρονεί την τέχνη και τους καλλιτέχνες.

Είναι προνόμιό μου να κάνω αυτό που αγαπώ, με τους ανθρώπους που αγαπώ, σχεδόν με τους δικούς μου όρους σε όλο τον κόσμο.

Είθε αυτό να συνεχιστεί για πολύ καιρό!

Για να χρησιμοποιήσω τα δικά σας λόγια, «[Κάνετε] θόρυβο, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, για περισσότερα από πενήντα χρόνια». Έχετε κάποια ιδέα για το τι σάς επιφυλάσσει το (μουσικό) μέλλον; Περισσότερο θόρυβο ή και λίγη σιωπή;

Πάντα ήταν και τα δύο. Είμαι φανατικός παρατηρητής πουλιών από τα δώδεκά μου χρόνια και περνώ πολύ χρόνο σε απομακρυσμένα μέρη παρακολουθώντας, ακούγοντας και απολαμβάνοντας τον ήχο του ανέμου και του νερού.

Αυτό είναι το μέρος όπου αισθάνομαι ευτυχισμένος. Αυτός είναι ο αγαπημένος μου θόρυβος!

Την Πέμπτη 28 Μαΐου θα εμφανιστείτε ζωντανά στην Αθήνα με τον Δήμο Βρύζα. Σε ποιον βαθμό είστε εξοικειωμένος με την ελληνική πειραματική σκηνή;

Η μάλλον περιορισμένη γνώση μου για την πειραματική μουσική στην Ελλάδα προέρχεται κυρίως από πρώην μαθητές που ασχολούνται με αυτήν, δηλαδή τον Δήμο φυσικά, αλλά και την Μαρίνα Ταντανόζη και τον Τάσο Τατόρογλου:

Και τα τρία άτομα είναι τρομεροί/τρομερή μουσικοί/μουσικός και σπουδαίοι/σπουδαία αυτοσχεδιαστές/αυτοσχεδιάστρια, κάτι το οποίο από μόνο του υποδηλώνει μια ακμάζουσα σκηνή!

Επίσης, εμφανίστηκα στο Φεστιβάλ Tectonics του Ιλάν Βολκόφ στην Αθήνα το 2017 και γνώρισα πολλούς Έλληνες ερμηνευτές που δεν είχα υπόψη μου.

Τι αναζητάτε και τι συνήθως αντλείτε από δημιουργικές συνέργειες στο εσωτερικό και το εξωτερικό;

Μου αρέσει να συνεργάζομαι με οποιονδήποτε ξέρει πώς να ακούει, πώς να είναι παρών σε κάθε στιγμή και είναι ικανός, σε συνεχή βάση, να εκπλήσσει τον εαυτό του (και εμένα!)

Η έκπληξη δε χρειάζεται να είναι συντριπτική ή δραματική, έχει να κάνει περισσότερο με την ικανότητα να αντιμετωπίζεις τον άξονα μεταξύ αυτού που ξέρεις και αυτού που δεν ξέρεις με απροσδόκητους τρόπους...

O Fred Frith εμφανίζεται ζωντανά, για πρώτη φορά στην Ελλάδα ως ντουέτο με τον Δήμο Βρύζα, την Πέμπτη 28 Μαΐου, 21:00, στο Underflow Record Store & Art Gallery (Καλλιρόης 39, Αθήνα), στο πλαίσιο της Scenius Series.

Την Τρίτη 26 και την Τετάρτη 27 Μαΐου (16:00-21:00) παραδίδει, στον ίδιο χώρο, σεμινάριο απευθυνόμενο σε μουσικούς, με τίτλο: «This moment is not the same: Listening, hearing & letting go».



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου