Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

Όλγα Μερίνο: «Η αγάπη μάς καθιστά πραγματικά ανθρώπους»

 

Όλγα Μερίνο (Φωτογραφία: Marta Calvo)

Ανθεκτική όσο και εύθραυστη, η Άντζι καταφεύγει σε ένα χωριό του ισπανικού Νότου κυνηγημένη από τους δαίμονές της, για να ανακαλύψει, όμως, καινούριους.

Φόρος τιμής στην αντιστεκόμενη γυναίκα, το μυθιστόρημα της Όλγα Μερίνο, Εδώ δεν συμπαθούν τους ξένους, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη. Συζητώντας με την συγγραφέα.

Γεννημένη στη Βαρκελώνη, σπούδασες στο Λονδίνο και εργάστηκες στη Μόσχα μετά την κατάρρευση του σοβιετικού καθεστώτος.

Με ποιους τρόπους αυτές οι εμπειρίες εμπλούτισαν την αντίληψη που έχεις για τον εαυτό σου ως άτομο, συγγραφέα και δημοσιογράφο;

Αναμφίβολα, και μάλιστα και στις τρεις πτυχές τις οποίες αναφέρεις.

Τα ταξίδια και η γνωριμία με άλλους πολιτισμούς αποτελούν έναν αλάνθαστο τρόπο για να διευρύνουμε τους ορίζοντές μας.

Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στο εξωτερικό, συντελέστηκαν βαθιές κοινωνικοπολιτικές αλλαγές: στο Λονδίνο βίωσα την πτώση της Μάργκαρετ Θάτσερ, ενορχηστρωμένη από το ίδιο της το κόμμα.

Στη Μόσχα, την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την ανάδυση του «καπιταλισμού-καζίνο».

Η εμπειρία στη Ρωσία ήταν ένα δώρο που με γέμισε με πλήθος αισθήσεων για να γράψω: βίωσα την ανθρώπινη δυστυχία, την απόλυτη σκληρότητα, την παραλογισμό του πολέμου στην Τσετσενία.

Αλλά και μια απέραντη ομορφιά και μια γλώσσα συγκλονιστική.

Το μυθιστόρημά σου Εδώ δεν συμπαθούν τους ξένους εστιάζει στη ζωή της Άντζι η οποία, κυνηγημένη από τους δαίμονες του παρελθόντος της και αναζητώντας ένα καταφύγιο, μετακομίζει σε ένα απομονωμένο χωριό της Ανδαλουσίας, για να ανακαλύψει, όμως, κι άλλους δαίμονες.

Ανθεκτική και εύθραυστη στον ίδιο βαθμό, είναι μία από τις πιο αξιομνημόνευτες αντι-ηρωίδες που έχουν αναδυθεί το τελευταίο διάστημα στο ισπανόφωνο μυθιστόρημα. Θα ήθελες να αναλύσεις πώς διαμορφώθηκε ο χαρακτήρας της;

Σε ευχαριστώ για την ερώτησή σου.

Το μυθιστόρημα δεν πήρε μορφή στο χαρτί προτού εμφανιστεί ο χαρακτήρας της Άντζι, κι εκείνη δεν ξεδιπλώθηκε παρά μόνο όταν άκουσα τη χροιά της φωνής της.

Δεν υπάρχει πια φόβος μέσα της, παρά μόνο ανυποταξία. Είναι η φωνή της γυναίκας η οποία έχει στριμωχτεί στη γωνία και είναι έτοιμη να ορθώσει το ανάστημά της.

Ιστορικά, οι γυναίκες που ξέφευγαν από τα καθιερωμένα πρότυπα -στον γάμο, τη μητρότητα, τη σεξουαλική επιθυμία- στιγματίζονταν. Στον Μεσαίωνα, καίγονταν στην πυρά ως μάγισσες.

Τον 19ο αιώνα, με τη γέννηση της ψυχιατρικής, τις έκλειναν σε άσυλα, ακόμη κι αν το μόνο το οποίο ζητούσαν ήταν το -ανύπαρκτο τότε- διαζύγιο. Σε αυτό το πλαίσιο γεννιέται η φωνή της Άντζι.

Οι «άλλοι» λένε πως η Άντζι δεν είναι στα καλά της, πως μάλλον είναι τρελή. Η ίδια, ωστόσο, υποστηρίζει ότι γνωρίζει τη σκιά της και την αλήθεια της.

Πιστεύεις πως μπορούμε να εξελιχθούμε ως άνθρωποι μόνο αν αναγνωρίσουμε τόσο την παράλογη (σκιά) όσο και τη λογική (αλήθεια) πλευρά μας;

Είτε το αποδεχόμαστε είτε όχι, οι άνθρωποι είναι ένα μίγμα πάθους και ορθολογισμού, φωτός και σκιάς. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το θέμα της τρέλας, εκεί όπου τα όρια της λογικής θολώνουν από εξωγενείς ή ενδογενείς παράγοντες.

Ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας έχει επιμεληθεί, για τον μεξικανικό εκδοτικό οίκο Gris Tormenta, μια συλλογή κειμένων για την τρέλα, η οποία περιλαμβάνει αποσπάσματα από έργα των:

Άντον Τσέχοφ (Ο Θάλαμος Αρ. 6), Μιγκέλ ντε Θερβάντες (Ο δικηγόρος από γυαλί), Λορ Αντλέρ (Μαργκερίτ Ντιράς), Ρεμ Κούλχαας (Παραληρηματική Νέα Υόρκη) και Έρασμου του Ρότερνταμ (Μωρίας εγκώμιο).

Πέντε εξαιρετικά αποσπάσματα. Το θέμα της τρέλας με ενδιαφέρει τόσο πολύ, που δεν αποκλείω το ενδεχόμενο να καταπιαστώ μ’ αυτό σε ένα νέο μυθιστόρημα.

Η Άντζι θλίβεται επειδή, ως άνθρωποι, δεν ξέρουμε τι να κάνουμε με την αχρησιμοποίητη αγάπη.

Γεννιέται, άραγε, η λογοτεχνία από ένα πλεόνασμα της εμπειρίας της αγάπης - ή, αντίθετα, από την έλλειψή της;

Όμορφη και έξυπνη ερώτηση, στην οποία δεν ξέρω πώς ακριβώς να απαντήσω.

Πιστεύω ότι η αγάπη -και μια παραλλαγή της, η συμπόνια- είναι το συναίσθημα που μας καθιστά πραγματικά ανθρώπους. Εκεί έγκειται η ουσία των πάντων: στην παρουσία ή την απουσία της.

Όταν ο άνθρωπος ήταν ακόμη νομάδας, κάποια μέρα άρχισε να θάβει τους νεκρούς του - ίσως όχι με την ιδέα ότι θα τους ξαναέβλεπε, αλλά τουλάχιστον για να εκφράσει πως το συγκεκριμένο ανθρώπινο ον ήταν σημαντικό γι’ αυτόν, ώστε να μην βεβηλώσει κάποιος ό,τι είχε απομείνει από αυτό.

Αντίστοιχα, η ανθρωπολόγος Μάργκαрεт Μιντ είπε πως το πρώτο σημάδι πολιτισμού ήταν ένα επουλωμένο ανθρώπινο μηριαίο οστό - ένδειξη ότι ένα τραυματισμένο άτομο πρέπει να είχε λάβει βοήθεια από κάποιον άλλον.

Εκεί ξεκινά η ανθρωπότητα. Ή πεθαίνει.

Παρομοιάζεις την κοινωνική θέση της Άντζι -ως απόβλητης- με εκείνη του Ιμπραχίμα και του Βιτάλυ, μεταναστών από τη Σενεγάλη και την Ουκρανία αντίστοιχα, οι οποίοι στέκονται στο πλευρό της στα δύσκολα.

Πρόκειται για μια συμμαχία ταξικού ή υπαρξιακού χαρακτήρα;

Χαίρομαι που η ερώτησή σου αναδεικνύει τη σύνδεση βάσει κοινωνικής τάξης ανάμεσα στην Άντζι και τον Ιμπραχίμα και τον Βιτάλυ, τους δύο μετανάστες οι οποίοι εργάζονται ως περιστασιακοί εργάτες στα χωράφια.

Σε αυτούς τους καιρούς του υπερ-καπιταλισμού και της υπερ-τεχνολογίας, μάς λένε ότι η ταξική πάλη είναι νεκρή και θαμμένη, υπό το πρίσμα της μαρξιστικής θεωρίας.

Ωστόσο, είναι εξίσου αληθές πως οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται σε τέτοιο βαθμό, ώστε να υπονομεύουν αυτό που είχαμε αντιληφθεί ως ευημερία της μεσαίας τάξης.

Η Άντζι και οι μετανάστες ενώνονται επειδή είναι φτωχοί, επειδή έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον, επειδή βρίσκονται στο ίδιο βυθιζόμενο καράβι.

Κατά τον ίδιο τρόπο, το παρελθόν της Άντζι είναι έντονα σημαδεμένο από την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκει η ίδια και η οικογένειά της: τους ακτήμονες αγρότες.

Αυτή η ταξική διαφορά ήταν και παραμένει πολύ έντονη στην Ανδαλουσία, στη νότια Ισπανία.

Ανάμεσα στα απαγορευμένα μυστικά που ψηλαφεί η Άντζι περιλαμβάνονται οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Ωστόσο, επιλέγεις κυρίως να αφήνεις να εννοηθεί αυτή η πτυχή της μυθοπλασίας, αντί να την εξερευνάς σε βάθος. Γιατί;

Προτιμούσα η δευτερεύουσα ιστορία της ομοφυλοφιλίας να παραμείνει κρυφή, σαν ψίθυρος.

Από τη μία πλευρά, επειδή στο χωριό όπου ζει η Άντζι όλα είναι τυλιγμένα σε ένα πυκνό πέπλο μυστικότητας, όλα είναι θολά:

Οι αυτοκτονίες, οι σχέσεις εξουσίας, τα όρια ανάμεσα στις εκτάσεις γης, οι υπερβολές οι οποίες διαπράχθηκαν στο παρελθόν, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου (1936-39).

Από την άλλη, δεν ήθελα να εμβαθύνω στο θέμα, καθώς είχα ήδη εξερευνήσει την ανδρική ομοφυλοφιλία σε ένα προηγούμενο μυθιστόρημά μου, το Perros que ladran en el sótano (Alfaguara, 2012).

Το μυθιστόρημα αυτό αφηγείται την ιστορία ενός ομοφυλόφιλου άνδρα που προσπαθεί να επιβιώσει στην Ισπανία του Φράνκο ως τραγουδιστής καμπαρέ.

Η αυτοκτονία -ή η γραμμή αίματος η οποία συνδέει αρκετούς από τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος- συγκαταλέγεται, από την άλλη πλευρά, στα βασικά και πιο επαναλαμβανόμενα αφηγηματικά στοιχεία που χρησιμοποιείς.

Αναρωτιέμαι γιατί.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή γεννήθηκε η σπίθα για τη συγγραφή του Εδώ δεν συμπαθούν τους ξένους:

Με συγκλόνισε βαθιά η αυτοκτονία ενός γνωστού μου, του οποίου ο πατέρας είχε επίσης αφαιρέσει τη ζωή του.

Ο άνδρας αυτός -φίλος μου- περίμενε να φτάσει στην ίδια ηλικία με τον πατέρα του και απαγχονίστηκε την ίδια ακριβώς ημέρα που ο γεννήτοράς του είχε αυτοκτονήσει.

Με συγκίνησε βαθιά εκείνο το είδος της αγωνιώδους και τελετουργικής αναμονής.

Έκανα πολλή έρευνα -ίσως υπερβολικά πολλή- γύρω από την αυτοκτονία, μόνο και μόνο για να μάθω ότι δεν είναι γενετικά «κληρονομική» και να συνειδητοποιήσω πως δεν ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα με θέμα την αυτοκτονία, αλλά το αντίθετο:

Έναν ύμνο στη ζωή.

Η παρόρμηση για αυτοκτονία δεν κληρονομείται· ίσως η κατάθλιψη να κληρονομείται. Αυτό που «αντιγράφεται» είναι τα ακραία πρότυπα συμπεριφοράς για τη διαφυγή από ένα συγκεκριμένο πρόβλημα:

Ο πατέρας μου το έκανε έτσι, η θεία μου το έκανε έτσι, ο γείτονας το έκανε έτσι...

Η άνυδρη, τραχιά και αφιλόξενη αγροτική ενδοχώρα της Ισπανίας, όπου διαδραματίζεται το μυθιστόρημά σου, παρέχει το ηθικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο και λειτουργεί ως μυθιστορηματικός χαρακτήρας αυτός καθαυτός, προσδίδοντας στο έργο σου μια χροιά «νεο-γουέστερν».

Πράγματι, το τοπίο αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο στο Εδώ δεν συμπαθούν τους ξένους, ένα είδος συμπρωταγωνιστή στο πλευρό της Άντζι.

Ο συγγραφέας Μιγκέλ Ντελίμπες έλεγε πως για να γράψεις ένα μυθιστόρημα χρειάζονται τρία στοιχεία: ένας άνδρας ή μια γυναίκα, ένα πάθος και ένα τοπίο.

Η τραχύτητα του τοπίου του ισπανικού Νότου, διάσπαρτου με λιόδεντρα, προσφέρει το ιδανικό σκηνικό για μια ιστορία που είναι, στην ουσία της, γεμάτη πάθος.

Μου αρέσουν τα γουέστερν.

Αν και, στην πραγματικότητα, το γουέστερν αποτελεί τη θεμελιώδη αφήγηση των Η.Π.Α. -με όλο το έπος των πρωτοπόρων και την άφιξή τους σε μια αδάμαστη φύση-, νομίζω ότι ορισμένες από τις βασικές του αρχές εμφανίζονται και στο μυθιστόρημά μου:

Οι τυχοδιώκτες και οι περαστικοί, η δύναμη της φύσης, η μοναξιά, η αυθαιρεσία της εξουσίας, η εκδίκηση. Και το σαλούν, όπου οι ντόπιοι σμίγουν για να πιουν παρέα.

Τι είναι, λοιπόν, αυτό το οποίο σου κεντρίζει κυρίως το ενδιαφέρον σε ετούτο το απομονωμένο σύμπαν;

Η αίσθηση της ελευθερίας και της αυτογνωσίας.

Ευχαριστώ θερμά την Teresa Pintó (Agencia Literaria Carmen Balcells) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και για την παραχώρηση της φωτογραφίας της συγγραφέως.

H φωτογραφία της Όλγα Μερίνο είναι της Marta Calvo.

Το μυθιστόρημα της Όλγα Μερίνο Εδώ δεν συμπαθούν τους ξένους κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση της Μαρίας Παλαιολόγου.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου