Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πανδημία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πανδημία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2024

Andy Cairns (Therapy?): «Ανήκω σε μια γενιά που κρατούσε την αναπνοή της»

 

Andy Cairns (Φωτογραφία: Tom Hoad)

Κουβεντιάζοντας με τον Andy Cairns, κιθαρίστα, τραγουδιστή και στιχουργό του ιδιαιτέρως αγαπητού βορειοϊρλανδικού ροκ συγκροτήματος Therapy?, ενόψει της πολυαναμενόμενης συναυλίας τους στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου.

Όχι μόνο ζείτε -δημιουργικά-, αλλά και «βασιλεύετε», έχοντας ίσως επιβιώσει περισσότερο από πολλούς σύγχρονούς σας - και χαίρομαι γι’ αυτό. Πώς έχεις βιώσει αυτό το τριαντάχρονο και πλέον «ταξίδι» σας;

Στην αρχή ήταν συναρπαστικά. Mεταξύ περίπου του 1998 και του 2003 ήταν ένας αγώνας.

Ως Therapy? αγαπάμε αυτό που κάνουμε, και είναι στο αίμα μας να παίζουμε λάιβ παντού. Ήδη το κάναμε στην Βόρεια Ιρλανδία, απ’ όπου καταγόμαστε, πριν καν υπογράψουμε συμβόλαιο με εταιρεία.

Οπότε, η περίοδος της πανδημίας θα ήταν ένα πλήγμα για εσάς.

Ήταν ένα πλήγμα που χάσαμε τα κοινά μας, αλλά τα μέλη της μπάντας συναντιόμασταν καθημερινά μέσω Zoom και δουλεύαμε πάνω σε τραγούδια. Κι αυτό μας διατήρησε συνετούς και μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε πόσο αγαπάμε αυτό που κάνουμε.

Αναθεώρησες εκείνον τον καιρό κάποιες από τις προτεραιότητές σου στην ζωή ή στην καλλιτεχνική δημιουργία;

Μερικές φορές δε συνειδητοποιείς όλα τα όμορφα πράγματα που κάνεις στην ζωή σου.

Σε πολλούς ανθρώπους έλειψε το να πηγαίνουν σε μπαρ. Εμένα, όμως, μου έλειψε το να συναντιέμαι με φίλους και να βρίσκομαι με τα μέλη της μπάντας. Το γεγονός αυτό με έκανε να εκτιμήσω όσα είχαμε.

Μέχρι την έναρξη της πανδημίας δουλεύαμε και γράφαμε διαρκώς, επί τριάντα τόσα χρόνια. Όταν αυτή συνέβη, κάναμε ένα βήμα πίσω - το χρειαζόμασταν, όπως και το κοινό μας, που μας θεωρούσε δεδομένους και νόμισε ότι δε θα μας ξαναέβλεπε λάιβ.

Ως συγκρότημα, δεν έχουμε ποτέ διαλυθεί, ξέρεις.

Μου προξενεί εντύπωση. Πώς είναι καν δυνατό; Όλες οι ανθρώπινες σχέσεις φθείρονται -και σε πολλές περιπτώσεις καταρρέουν- με την πάροδο του χρόνου.

Υπήρξαμε πολύ τυχεροί που συναντηθήκαμε με τον μπασίστα Michael McKeegan από την αρχή της δημιουργίας των Therapy? Ο αρχικός ντράμερ Fyfe Ewing ήταν επίσης πολύ καλός φίλος μας. Κάποια μέλη, ωστόσο, είχαν κατά καιρούς αποχωρήσει.

Αναρωτιόμασταν γιατί. Από το 2003, λοιπόν, συνήψαμε ένα «συμβόλαιο» ανάμεσά μας. Έτσι, αν κάποιος τσαντίζει τον άλλο ή δεν του αρέσει μια σύνθεση, ας το πει ευθέως.

Με αυτόν τον τρόπο λειτουργούμε έκτοτε. Είναι μια απλή διαδικασία, κι έχει καταστήσει την ζωή μας ευκολότερη.

Είναι μια πολύ υγιής στάση.

Αλλά και δύσκολη. Είναι σκληρό να πεις σε κάποιον: «Δε μου αρέσει ο τρόπος που παίζεις  τα ντραμς».

Δε μας αρέσει να προσβάλουμε τον οποιονδήποτε, προτιμούμε να του δίνουμε χώρο και να τον αγκαλιάζουμε όταν χρειάζεται, είτε πρόκειται για μέλος της μπάντας είτε του συνεργείου στις περιοδείες.

Άλλωστε, μπορεί σε κάποιον να λείπει οικογένειά του ή να είναι θλιμμένος.

Μπορεί, επομένως, κι ο άλλος να κάνει μια παρατήρηση. Τη σκέφτεσαι, κι ίσως τελικά έχει δίκιο.

Όλα όσα μου είπες ακούγονται πολύ θεραπευτικά!

Πάντως, όσο ευγενικοί/καλλιεργημένοι κι αν είστε, τόσο οι στίχοι των τραγουδιών σας όσο και το μουσικό τέμπο αποπνέουν πολλή δυσφορία, ένταση, επιθετικότητα, σκοτεινιά. Από πού πηγάζει όλη αυτή η σκοτεινιά;

Πρώτα απ’ όλα, είμαστε πολύ τυχεροί που είμαστε σε μια μπάντα η οποία αποτελεί μια διέξοδο έκφρασης.

Οποτεδήποτε βλέπω έναν τύπο σε κάποιο μπαρ μια Παρασκευή βράδι να γίνεται βίαιος, αυτό οφείλεται στο ότι κάτι στην ζωή του δεν πάει καλά. Λοιπόν, εγώ δε χρειάζεται να καταφύγω σε μια τέτοια αντίδραση, γιατί έχω την μουσική - και με κρατάει υγιή.

Δεν ξέρω από πού προέρχεται όλη αυτή η σκοτεινιά. Ίσως γιατί στην Βόρεια Ιρλανδία, όπου έχω γεννηθεί, πολλά παραμένουν ανείπωτα λόγω της πολιτικής κατάστασης.

Όταν κάποιος κοιτάζει την Βόρεια Ιρλανδία ως παρατηρητής, βλέπει δύο πλευρές, τις δύο πλευρές ενός πολέμου.

Στην πραγματικότητα, όμως, ζούσαμε ο ένας πλάι στον άλλο, παίζαμε μαζί, δουλεύαμε μαζί. Ανήκω σε μια γενιά που κρατούσε την αναπνοή της - κι αυτό το συνειδητοποίησα μεγαλώνοντας.

Διάβαζα Τζόις, Μπέκετ, Ο’Κονορ. Ο Μπέκετ αναφερόταν πολύ στην σκοτεινιά του κόσμου μέσα από το παράλογο. Αυτό προσπαθώ να κάνω κι εγώ. Χρησιμοποιώ ως παράδειγμα το τραγούδι Knives.

Από τα πιο χαρακτηριστικά σας.

Ο στίχος «I’m gonna get drunk/ Come round and fuck you up» δεν αντανακλά μια πραγματική πρόθεση. Είναι μια ένδειξη ανήμπορης οργής και δυσφορίας.

Αφορά σε έναν άνθρωπο που ο κόσμος τον τρομάζει και νιώθει αποτυχημένος γιατί ποτέ δε θα καταστρέψει κάποιον ψυχολογικά.

Άντλησα αυτή την προσέγγιση από τον Μπέκετ, ο οποίος ήταν σπουδαίος στο να εξετάζει πώς οι άνθρωποι διαχειρίζονται την αποτυχία. Στην ροκ, πολλοί στίχοι πρέποι να είναι θριαμβευτικοί. Εγώ βρίσκομαι στην αντίθετη πλευρά.

Υπονοείς, άρα, ότι τα νεανικά βιώματά σου από την Βόρεια Ιρλανδία διοχετεύτηκαν στην στιχοπλοκία σου, κι αυτό γίνεται αισθητό μέσα από την δυσφορία και την ένταση που αποπνέουν οι στίχοι.

Σε πολύ μεγάλο βαθμό.

Την περίοδο των πολιτικών ταραχών, οι περισσότεροι άνθρωποι συζητούσαν για βόμβες, εκρήξεις, όπλα, σκοτωμούς, όταν αναφέρονταν στο Μπέλφαστ.

Έφτανε κάποια στιγμή κατά την οποία σχεδόν δεν ήθελες να τους πεις από πού κατάγεσαι, γιατί δε θα μπορούσες να αναπνεύσεις.

Πέρα από τις ευρύτερες πολιτικές ταραχές, ωστόσο, κάθε νεαρό άτομο το οποίο μεγάλωνε στην Βόρεια Ιρλανδία εκείνη την εποχή βίωνε και προσωπικές αναστατώσεις που είχαν επίσης πολιτικό χαρακτήρα.

Γι’ αυτό και η οργή που ενυπάρχει σε πολλά από τα τραγούδια μας δε στρέφεται ενάντια σε κάποιο σύστημα, είναι δυσφορία και μόνο.

Είναι σαν ένας άνθρωπος να είναι εγκλωβισμένος σ’ έναν σάκο και διαρκώς να προσπαθεί ν’ απελευθερωθεί. Μπορείς να εντοπίσεις είτε απελπισία είτε παραλογισμό σε μια τέτοια κατάσταση.


Therapy? (Φωτογραφία: Tom Hoad)


Η μουσική, λοιπόν, ήταν ένας τρόπος για εσάς να νοηματοδοτήσετε τον κόσμο και να ξεπεράσετε τραυματικές καταστάσεις.

Κάθε μορφή κουλτούρας ήταν σημαντική για τους νέους ανθρώπους στην Βόρεια Ιρλανδία. Ήταν ένας τρόπος να ξεφύγεις από όσα έβλεπες και άκουγες. Όταν πήγαινες σε μια συναυλία ή σε μια γκαλερί, η πολιτική υποταγή ή η θρησκεία δεν έπαιζαν ρόλο.

Συγκαταλέγεται και ο κινηματογράφος στα ενδιαφέροντά σου.

Η δε γκάμα των προτιμήσεών σου είναι εντυπωσιακή, από την Νύχτα του κυνηγού μέχρι το El Topo και την Πόλη του Θεού! Σε γεμίζει, σε ενδυναμώνει η παρακολούθηση ταινιών;

Ήδη βλέπαμε πολλά φιλμ όταν σχηματίσαμε την μπάντα. Κάποια από αυτά βρήκαν τον δρόμο τους και στους στίχους.

Αγαπώ το σινεμά του Μπέλα Ταρ -για παράδειγμα, το Sátántangó-, μου αρέσει πολύ ο Ταρκόφσκι - ο Καθρέφτης είναι υπέροχος! Μπορώ να αντλήσω έμπνευση από την παρακολούθηση μιας ταινίας.

Παλαιότερα, όταν ήμασταν νέοι, βλέπαμε όλοι μαζί φιλμ αφού τελειώναμε μια ηχογράφηση.

Δεν είναι, πάντως, συνηθισμένο να παρακολουθούν τα μέλη μιας πανκ/μεταπάνκ/γκραντζ μπάντας τέτοιο είδος σινεμά - και πολύ περισσότερο να εμπνέονται από αυτό.

Μου αρέσει όταν οι άνθρωποι ανακαλύπτουν κάτι για πρώτη φορά. «Ω Θεέ μου, δεν έχεις δει Χοδορόφσκι;» απόρησα κάποτε απευθυνόμενος στον ντράμερ μας, τον Neil Cooper. Όταν είδε το El Topo, του φάνηκε φανταστικό.

Σε διασκέδαζε ο τρόπος με τον οποίο κατά καιρούς σάς συσχέτιζαν με μουσικά ρεύματα που ήταν στον καθένα οικεία ή με άλλα συγκροτήματα, προκειμένου να σας ταξινομήσουν κάπως;

Κατανοώ γιατί συμβαίνει αυτό. Ποτέ, όμως, δεν υπήρξαμε μέρος της οποιασδήποτε τάσης. Όταν ξεκινήσαμε, για παράδειγμα, ήταν το γκραντζ στα πάνω του, οπότε μας κατέτασσαν εκεί. Ήταν κάτι εύκολο για το κοινό και τις δισκογραφικές εταιρείες.

Είμαστε όμως, ακόμα εδώ και το πιο σημαντικό είναι μεγαλώσαμε στην Βόρεια Ιρλανδία, όπου την περίοδο των συγκρούσεων πολλά συγκροτήματα δεν έρχονταν να δώσουν συναυλίες.

Επειδή, λοιπόν, δεν μπορούσαν να τα δουν λάιβ, πολλοί άκουγαν τα πάντα: πανκ, μέταλ, ίντυ, «μαύρη» μουσική, ροκαμπίλι. Το μουσικό μας «λεξιλόγιο» όταν πρωτοξεκινήσαμε ήταν πολύ ανοιχτό.

Με την πάροδο του χρόνου γινόμαστε πιο στενόμυαλοι.

Έχετε υπάρξει και εμπορικά επιτυχημένο συγκρότημα, τουλάχιστον την εποχή που ηχογραφούσατε για την A&M. Πώς διαχειριζόσασταν αυτήν την επιτυχία;

Είχαμε κι οι τρεις δουλειές, αλλά αυτό δε θα μπορούσε να συνεχιστεί αν λείπαμε για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε περιοδείες.

Οπότε, πριν την κυκλοφορία του Nurse, του ντεμπούτου άλμπουμ, χρειαζόταν να κάνουμε ένα βήμα που θα μας επέτρεπε οικονομικά να είμαστε επαγγελματίες μουσικοί.

Δεν ήταν ακριβός δίσκος στην παραγωγή του, τον ηχογραφήσαμε σ’ ένα φτηνό στούντιο.

Της κυκλοφορίας του επόμενου δίσκου, του Troublegum, προηγήθηκε εκείνη του σινγκλ Screamager που έγινε επιτυχία, γεγονός το οποίο μας εξέπληξε.

Έτσι στην πραγματικότητα ξεκίνησαν τα βάσανα, γιατί λόγω των πολλών περιοδειών ο αρχικός ντράμερ δεν άντεχε. Μπορούσα να τον καταλάβω.

Ενόψει της επόμενης κυκλοφορίας, δυσκολευόμασταν να συνθέσουμε τραγούδια κι ήμασταν εξαντλημένοι. Ίσως θα έπρεπε να πάρει μια εξάμηνη άδεια τότε. Όχι για καλλιτεχνικούς λόγους, αλλά εξαιτίας της εξάντλησης.

Από την Α&Μ, πάλι, μας έλεγαν ότι, αφού το Troublegum είχε πουλήσει σχεδόν ένα εκατομμύριο αντίτυπα, το επόμενο θα έπρεπε να πουλήσει περισσότερα. Όταν, όμως, τηλεφωνείς στην εταιρεία και κανένας δεν το σηκώνει...

Καταλαβαίνεις τι «παίζει» πλέον. Τα τελευταία χρόνια, πάντως, ακολουθείτε διαφορετική πορεία, έχοντας υπογράψει σε μια μικρή εταιρεία.

Υπογράψαμε στην Marshall Records το 2017.

Πριν συμβεί αυτό, μια-δυο μεγάλες εταιρείες είχαν έρθει σε επαφή, λέγοντας πως θα μας έκαναν συμβόλαιο αν βγάζαμε ένα καινούριο Troublegum. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι τέτοιο.

Mε την Marshall Records μέχρι στιγμής όλα έχουν κυλήσει πολύ καλά. Ο επικεφαλής της ήταν παλαιότερα στην Universal και στην I.R.S., έχει δoυλέψει με τους R.E.M. και μας γνωρίζει από το παρελθόν.

Το στούντιο ηχογράφησης είναι τελευταίας τεχνολογίας, οι δίσκοι μας κυκλοφορούν παγκοσμίως και μας σέβονται γιατί είμαστε η «αρχαιότερη» μπάντα της εταιρείας. Ξέρουν, επίσης, πως πουλάμε έναν ορισμένο αριθμό δίσκων. Δεν υπάρχει πίεση.

Θα περιλαμβάνει κάποια έκπληξη η συναυλία σας στο Gagarin205 το Σάββατο 10 Φεβρουαρίου;

Μας αρέσει πολύ η Ελλάδα κι έχουμε παίξει στο Gagarin205 μερικές φορές. Έχουμε πολλούς Έλληνες φίλους τους οποίους έχουμε γνωρίσει από όταν πρωτοήρθαμε στην χώρα το 1994.

Όταν έχουμε καινούρια κυκλοφορία και δίνουμε συναυλία σε μια χώρα την οποία επισκεπτόμαστε κάθε χρόνο, παρουσιάζουμε αυτήν την κυκλοφορία και ένα-δυο τραγούδια ακόμα.

Επειδή, όμως, έχουμε να βρεθούμε στην Ελλάδα από το 2017, το σετ μας θα διατρέχει όλη την σταδιοδρομία μας. Θα παίξουμε, επομένως, και τραγούδια από τους δίσκους μας στην A&M.

Ευχαριστώ θερμά την Μάριαν Νικολάου (Angels PR Music Promotion) για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό της συνέντευξης.

Oι Therapy? εμφανίζονται λάιβ στο Gagarin205 Live Music Space το Σάββατο 10 Φεβρουαρίου. Την συναυλία ανοίγουν οι Half Gramme of Soma.



Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2024

Σέρχιο Μπλάνκο: «Ο θεατρικός λόγος αναζητά την σάρκα των ερμηνευτών»

 


Εν μέρει εμπνευσμένο από τον μύθο του Οιδίποδα, το θεατρικό έργο του σπουδαίου Γαλλο-Ουρουγουανού Σέρχιο Μπλάνκο, Μια Θήβα, καταπιάνεται με το έγκλημα, τον φόνο, την εξουσία, την τάξη και την ίδια την θεατρική αναπαράσταση.

Η σκηνική απόδοσή του, σκηνοθετημένη από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο και με τους Δημήτρη Καπουράνη και Θάνο Λέκκα στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, συνεχίζει να προκαλεί ζωηρό ενδιαφέρον. Συζητώντας με τον συγγραφέα.

Σύμφωνα με το λιτό βιογραφικό σου, αποφάσισες να αφοσιωθείς ολοκληρωτικά στην συγγραφή και την σκηνοθεσία αφού σπούδασες κλασική φιλολογία.

Τότε φυτεύτηκαν οι «σπόροι» του πάθους σου για το θέατρο και εδραιώθηκε η σχέση σου με το ελληνικό πολιτισμικό πλαίσιο;

Το ενδιαφέρον μου για τον ελληνικό πολιτισμό χρονολογείται πολύ πιο πίσω. Προέρχεται από την μητέρα μου που ήταν μεγάλη ελληνίστρια και γνώστρια του αρχαιοελληνικού κόσμου.

Όταν γεννήθηκα, δούλευε πάνω στην διατριβή της και μετά μου μίλησε στα αρχαία ελληνικά. Η πρώτη γλώσσα που άκουσα ήταν τα αρχαία ελληνικά. Από εκεί, λοιπόν, πηγάζει η έλξη μου για τον ελληνικό κόσμο.

Συνδέεσαι συχνά με την «αυτομυθοπλαστική» προσέγγιση στην δραματουργία. Θα ήθελες να εξηγήσεις την ανάγκη χρήσης της και τον τρόπο με τον οποίο την υλοποιείς προσωπικά;

Η αυτομυθοπλασία είναι μια επιθυμία να χρησιμοποιήσω γεγονότα της ζωής μου ή βιωμένες εμπειρίες για να δημιουργήσω τα θεατρικά μου έργα.

Το ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι η ζωή μου είναι μόνο μια αφετηρία. Το συναρπαστικό είναι να βλέπω πώς μεταμορφώνονται σιγά σιγά αυτά τα βιογραφικά δεδομένα.

Η πρόκληση, λοιπόν, που αντιμετωπίζω σχετίζεται με το να δω τον τρόπο με τον οποίο όλα αυτά μεταμορφώνονται μέσα από τις φανταστικές διαδικασίες που μετασχηματίζουν την πραγματική εμπειρία σε καλλιτεχνικό γεγονός.

Γι’ αυτό επιμένω πάντα ότι το «εγώ» των κομματιών μου δεν έχει καμία σχέση με το αληθινό μου «εγώ», αφού υπήρξε μια διαδικασία μεταμόρφωσης. Η αυτομυθοπλασία είναι μια δημιουργική διαδικασία όπου η έννοια της μεταφοράς είναι θεμελιώδης.

Εμπνευσμένο από τον μύθο του Οιδίποδα και τα επινοημένα πρακτικά μιας υπόθεσης πατροκτονίας, το θεατρικό σου Μια Θήβα αφηγείται τις συναντήσεις ενός θεατρικού συγγραφέα και του δράστη μιας πατροκτονίας, με προοπτική την συγγραφή και το ανέβασμα ενός έργου ορμώμενου από την εν λόγω ιστορία.

Με αφετηρία ένα ελλειπτικό κείμενο, εξερευνώνται τα ζητήματα του εγκλήματος, του φόνου, της εξουσίας, της τάξης και της ίδιας της θεατρικής αναπαράστασης. Τι, λοιπόν, μπορεί να αναπαρασταθεί θεατρικά και τι όχι, κατά την γνώμη σου;

Πιστεύω ότι όλα μπορούν να αναπαρασταθούν στην σκηνή στον βαθμό που αυτή η αναπαράσταση περνάει μέσα από την γλώσσα.

Γι’ αυτό με ενδιαφέρουν πολύ οι αφηγηματικοί μηχανισμοί επί σκηνής, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να αναπαράγουμε τον κόσμο μέσα από γλωσσικές πράξεις.

Στον βαθμό που καταλαβαίνουμε πως η πράξη της αφήγησης ή της εξιστόρησης είναι και θεατρική πράξη, τότε όλα μπορούν να αναπαρασταθούν επί σκηνής.

Ο αφηγητής/θεατρικός συγγραφέας, Σ., και ο νεαρός αυτουργός της πατροκτονίας, Mαρτίν, ανήκουν σε εντελώς διαφορετικές κοινωνικές τάξεις.

Ως θεατής του έργου/αναγνώστης του κειμένου νιώθω ότι ο Σ. -ηθελημένα ή μη- εκδηλώνει την πνευματική του υπεροχή εκμεταλλευόμενος/υποτιμώντας τον «φίλο» του. Γιατί ήθελες να αναδείξεις αυτήν την πτυχή;

Η ανάγνωσή σου είναι πολύ ενδιαφέρουσα και έγκυρη, όπως πάντα η ανάγνωση κάθε ανθρώπου που έρχεται αντιμέτωπος με ένα έργο τέχνης, αλλά δεν τη συμμερίζομαι. Δε νομίζω ότι ο χαρακτήρας του Σ. αισθάνεται ανώτερος από τον Μαρτίν ή τον υποτιμά.

Αυτό που νιώθει είναι πως χρησιμοποιεί την γλώσσα αλλιώς και αυτό προσπαθεί να μοιραστεί με τον Μαρτίν. Ο Σ. προσπαθεί να μοιραστεί την γλώσσα με τον Μαρτίν αφού ο τελευταίος δεν έχει λέξεις.

Ο Μαρτίν δεν μπορεί να ονοματίσει τι του συμβαίνει, δεν έχει λόγια να το κάνει. Αυτό είναι το βάσανό του. Και αυτό που κάνει ο Σ. είναι να προσπαθεί να βρει λέξεις για τον Μαρτίν, ώστε εκείνος να πει την ιστορία του και να ονοματίσει τον πόνο του.

Όταν αρθρώνουμε μέσω του λόγου επώδυνα πεδία της ζωής μας -όταν δηλαδή τα ονοματίζουμε-, τότε, όπου υπήρξαν βάσανα, μπορεί να υπάρξει και θεραπεία.

Η γλώσσα, η πράξη της ονομασίας, μπορεί να μας βοηθήσει να ανακουφίσουμε τον πόνο.

Αυτό το μοίρασμα της γλώσσας είναι που ενώνει τον Σ. και τον Mαρτίν οι οποίοι, παρόλο που ανήκουν σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, συναντιούνται με όμορφο και έντονο τρόπο.

Δεν πιστεύω, ωστόσο, ότι ο ένας είναι ανώτερος από τον άλλο, ούτε ότι ο ένας υποτιμά τον άλλο.

Αντίθετα, ο Σ. γοητεύεται βαθιά από τον Μαρτίν, τον οποίο βλέπει σχεδόν ως ήρωα, και εκφράζει μεγάλο θαυμασμό γι’ αυτόν.

Σύμφωνα με τον Σ., η απόσταση μεταξύ του προτύπου και της προσομοίωσης είναι αυτή που κάνει πάντα την τέχνη καλύτερη από την πραγματικότητα. Αντανακλά ο αφορισμός του και την δική σου γνώμη;

Χωρίς αμφιβολία, πιστεύω πως ό,τι συμβαίνει στην τέχνη είναι πάντα καλύτερο από αυτό που συμβαίνει στην πραγματική ζωή. Η αναπαράσταση του κόσμου είναι πάντα πολύ καλύτερη από τον κόσμο.

Νομίζω πως γι’ αυτό ανθρωπολογικά δεν υπάρχει κοινωνία που να μην έχει τις καλλιτεχνικές της εκφράσεις. Χρειαζόμαστε την τέχνη γιατί είναι ένας χώρος όπου για λίγο ξεφεύγουμε από το αβάσταχτο βάρος της πραγματικότητας.

«Ο σύγχρονος καλλιτέχνης [...] είναι κάποιος που δημιουργεί κάτι ρισκάροντας ταυτόχρονα», συμπεραίνει ο Σ. Είναι η επιλογή της ανάληψης ρίσκου προϋπόθεση της θεατρικής διαδικασίας;

Όχι πάντα. Μερικές φορές ρισκάρουμε περισσότερο σε κάποιες δημιουργίες παρά σε άλλες. Εξαρτάται πολύ από κάθε έργο.

Περιστασιακά, σκηνοθετείς τα έργα σου. Στην περίπτωση του Μια Θήβα αυτό έχει συμβεί δύο φορές μέχρι τώρα.

Σε ποιον βαθμό και με ποιους τρόπους κάθε νέα σκηνοθετική προσπάθεια διευρύνει/εμπλουτίζει την οπτική σου σ’ αυτό το έργο ειδικά και στην θεατρική συγγραφή, γενικά;

Σκηνοθέτησα το Μια Θήβα πριν από δέκα χρόνια και στην συνέχεια υπήρξαν περισσότερα από εικοσιπέντε σκηνικά ανεβάσματα ανά τον κόσμο σε διαφορετικά θέατρα και διαφορετικές χώρες.

Το ίδιο έχει συμβεί με τα περισσότερα έργα μου, που σκηνοθετούνται από διαφορετικούς σκηνοθέτες θεάτρου σε διαφορετικά μέρη.

Υπάρχουν περισσότερα από διακόσια ανεβάσματα των κειμένων μου σε πέντε ηπείρους και αυτό είναι κάτι το εξαιρετικό, γιατί κάθε νέα σκηνοθεσία εμπλουτίζει το κείμενο και ως εκ τούτου του δίνει νέα ζωή.

Ο θεατρικός λόγος αναζητά την σάρκα των ερμηνευτών, επομένως η πραγματική του υλοποίηση δεν έγκειται στην έκδοσή του σε βιβλίο αλλά σε κάθε σκηνικό του ανέβασμα.

Όσο περισσότερα ανεβάσματα του ίδιου κειμένου υπάρχουν, τόσο το καλύτερο για το κείμενο γιατί προστίθενται νέες αναγνώσεις, νέες εκδοχές, νέοι τρόποι ανάλυσής του.

Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από την διαφορετικότητα και την πολλαπλότητα των ερμηνειών. Όσο περισσότερες διαφορετικές «αναγνώσεις» υπάρχουν για το ίδιο έργο, τόσο καλύτερο για το έργο.

Συμφωνώ απόλυτα με την ιδέα του ημιτελούς έργου, δηλαδή την ιδέα ότι κάθε έργο είναι ημιτελές και είναι τελικά ο παραλήπτης που ολοκληρώνει την κατασκευή του με απόλυτη ελευθερία και αυτονομία.

Συνεργάζεσαι, κατά καιρούς, με τον σκηνοθέτη κάθε καινούριου -ή παλαιότερου- έργου σου που ανεβαίνει ή διαθέτεις αρκετή αυτεπίγνωση ώστε να τους επιτρέπεις πλήρως τον τρόπο με τον οποίο τελικά θα τα παρουσιάσουν;

Μόλις δώσω τα πνευματικά δικαιώματα, αποδεσμεύομαι εντελώς και αφήνω κάθε νέα ομάδα να προβεί στην δική της δημιουργία. Όσο μπορώ, όταν μπορώ, ταξιδεύω για να παρακολουθήσω τις παραστάσεις, και είναι κάτι που πάντα μου αρέσει πολύ.

Μπορεί κάποια ανεβάσματα να μου αρέσουν περισσότερο από άλλα, αλλά, γενικά, πάντα με συναρπάζει να βλέπω πώς μια ολόκληρη ομάδα καλλιτεχνών έχει αποκρυπτογραφήσει και ερμηνεύσει αυτά που έχω γράψει.

Είναι μια καλή άσκηση που βοηθά κάποιον να βγει από το κέντρο τους και να παραδοθεί με απόλυτη εμπιστοσύνη στην ερμηνεία των άλλων.

Το θέατρο είναι μια συλλογική τέχνη όπου η παραγωγή νοημάτων είναι πολλαπλή και όπου η γνώμη του θεατρικού συγγραφέα είναι μία ακόμη εν μέσω μιας ολόκληρης ομάδας.

Το να δημιουργείς ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους είναι κάτι εξαιρετικό, είναι μια υπέροχη δημοκρατική άσκηση.

Στο θέατρο -όπως και στην δημοκρατία- η ομορφιά εμφανίζεται όταν υπάρχει διαφωνία και συζήτηση. Από την διαφωνία και την αντιπαράθεση απόψεων γεννιέται το θέατρο. Απαραίτητη η φωνή της Αντιγόνης, αλλά και της Ισμήνης.

Εμπνευσμένο από την νοσηλεία σου κατά την διάρκεια της πανδημίας, το έργο COVID-451 (2020) πραγματεύεται τα θέματα «της μοναξιάς, της αλληλοβοήθειας και της ανάγκης των άλλων, της διαλεκτικής μεταξύ επιστήμης και τέχνης και της απαραίτητης προσφυγής στην ποίηση για να θεραπευθούν τα τραύματα».

Ποτέ δε νοσηλεύτηκα λόγω της COVID-19!

Στο COVID-451 υπάρχει ένα ξεκάθαρο παράδειγμα ότι σε όλα τα έργα αυτομυθοπλασίας πρέπει να υπάρχει ένα μεγάλο μέρος μυθοπλασίας.

Ξεκινώ, λοιπόν, από μια αλήθεια, που είναι η πανδημία και το θέμα του άρρωστου σώματος, αλλά αυτή η αλήθεια τοποθετείται στο πεδίο της μυθοπλασίας.

Ευτυχώς, όλα όσα λέω εκεί δε μου συνέβησαν, ευτυχώς δεν ήμουν ποτέ στα πρόθυρα του θανάτου σε μονάδα εντατικής θεραπείας, αλλά παρόλα αυτά, παρόμοια γεγονότα συνέβησαν σε πολλούς ανθρώπους.

Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύεται, η αυτομυθοπλασία δε συνίσταται στο να μιλάς για τον εαυτό σου, αλλά μάλλον στο να ξεκινάς από τον εαυτό σου για να μιλήσεις για τους άλλους.

Στο πλαίσιο της παράστασης καλείς πραγματικούς υγειονομικούς στη σκηνή, όπου συνδημιουργείτε μια «alterficción». Ποιος είναι ο δραματουργικός σκοπός αυτής της επιλογής και σε τι διαφέρει από την «αυτομυθοπλασία»;

Στο συγκεκριμένο εγχείρημα κάλεσα προσωπικό από δομές υγειονομικής περίθαλψης και από τις ιστορίες του συνέθεσα το κείμενο.

Το δημιούργησα επίσης ως μυθοπλαστικό, γι’ αυτό και το έχω περιγράψει ως «alterficción» («εναλλακτική μυθοπλασία»).

Σε κάθε περίπτωση, πέρα ​​από αυτό που είναι αλήθεια ή ψέμα, η επιδίωξη της παράστασης COVID-451 είναι να μιλήσει για το θέμα του άρρωστου σώματος και του φόβου του θανάτου.

Όχι, όμως, υπό το πρίσμα  των απομονωμένων ατόμων, αλλά μιας κοινωνίας και μιας κοινότητας που μπορεί να απειλούνται με εξαφάνιση.

Για έναν μη επαγγελματία λάτρη του σύγχρονου θεάτρου, η παρακολούθηση παραστάσεων στην Ελλάδα είναι μια ακριβή, και άρα ελιτίστικη, ενασχόληση.

Πώς, κατά την γνώμη σου, μπορεί η θεατρική πράξη να επανασυνδεθεί με κοινά όλων των κοινωνικών τάξεων, ανακτώντας την παιδαγωγική -και ενδεχομένως απελευθερωτική- λειτουργία της;

Το ζήτημα τού να μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι το θέατρο συνδέεται με κοινό όλων των τάξεων και δεν περιορίζεται στο να είναι μια ελιτίστικη τέχνη είναι μια από τις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε όλοι όσοι αφοσιωνόμαστε σ’ αυτό.

Είναι ένα θέμα το οποίο απαιτεί την σκέψη και την συνεργασία πολλών παραγόντων: καλλιτεχνών, πολιτιστικών υπεύθυνων, πολιτικών, κοινωνιολόγων και άλλων.

Δεν έχω την απάντηση, αλλά έχω την επιθυμία να χτίσουμε κοινωνίες όπου καθένας ο οποίος θέλει να παρακολουθήσει μια θεατρική ή οπερατική παράσταση και να επισκεφθεί ένα μουσείο δε θα χρειάζεται να καταβάλει υπεράνθρωπη προσπάθεια.

Δε νομίζω, όμως, πως μόνο εμείς οι δημιουργοί έχουμε την λύση, αφού δεν πρόκειται τόσο για καλλιτεχνικό, αλλά για κοινωνικό πρόβλημα.

Ευχαριστώ θερμά τον συγγραφέα για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Το θεατρικό έργο του Σέρχιο Μπλάνκο Μια Θήβα κυκλοφορεί στα ελληνικά από την Κάπα Εκδοτική σε μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ και επιμέλεια της Σωτηρίας Αποστολάκη.

Η σκηνική απόδοσή του, σκηνοθετημένη από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο και με τους Δημήτρη Καπουράνη και Θάνο Λέκκα στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, συνεχίζεται με επιτυχία για δεύτερη σεζόν στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Οι παραστάσεις πραγματοποιούνται κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00.