Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βόρεια Ιρλανδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βόρεια Ιρλανδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Τζαν Κάρσον: «Εξακολουθούμε να βιώνουμε την κληρονομιά της σύγκρουσης στη Β. Ιρλανδία»

 


Έντονα αυτοβιογραφικό, με «πινελιές» μαγικού ρεαλισμού και εκτυλισσόμενο στη Βόρεια Ιρλανδία την περίοδο των «Ταραχών» το μυθιστόρημα της Τζαν Κάρσον Οι Αρπαγές εξερευνά τα ζητήματα της απώλειας, του ανήκειν και της λύτρωσης.

Η προ μηνών κυκλοφορία του στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Βακχικόν μάς έδωσε την ευκαιρία για μια συνομιλία με την συγγραφέα.

Το Οι Αρπαγές, το δεύτερο βιβλίο σας που κυκλοφορεί στα ελληνικά, εξερευνά τα ζητήματα της απώλειας, του ανήκειν και της λύτρωσης μέσα από την ιστορία της εντεκάχρονης Χάνα, της οποίας οι συμμαθητές αρρωσταίνουν και πεθαίνουν από μια μυστηριώδη ασθένεια.

Λαμβάνοντας υπόψη τη θεολογική προέλευση του τίτλου και την προτεσταντική σας ανατροφή, σε ποιον βαθμό η θρησκεία σάς έχει καθορίσει ως άτομο και ως συγγραφέα;

Είναι ένα τεράστιο ερώτημα, δύσκολο να απαντηθεί χωρίς να γράψει κανείς ολόκληρο βιβλίο. Κι αυτός είναι εν μέρει ο λόγος για τον οποίο έγραψα το Οι Αρπαγές.

Η ιστορία της Χάνα μοιάζει πολύ με τη δική μου και οι εμπειρίες της από τη φονταμενταλιστική ευαγγελική προτεσταντική κουλτούρα είναι σχεδόν πανομοιότυπες με εκείνες που βίωσα μεγαλώνοντας σε μια μικρή αγροτική κοινότητα της Βόρειας Ιρλανδίας, τις δεκαετίες του 1980 και του 1990.

Πάντα έσπευδα να κάνω τη διάκριση ανάμεσα στη θρησκεία -την οποία αντιλαμβάνομαι ως μια προσέγγιση πιο κανονιστική και συχνά περισσότερο εδραζόμενη σε δόγματα για τη ρύθμιση της ζωής με βάση πνευματικές διδασκαλίες- και την πίστη, την οποία εκλαμβάνω ως ένα είδος προσωπικής σύνδεσης με το θείο.

Ελπίζω το Οι Αρπαγές να δείχνει πως είναι δυνατόν να αμφισβητήσει κάποιος τους περιορισμούς και την υποκρισία που συνδέονται με τη φονταμενταλιστική θρησκευτική πρακτική, διατηρώντας παράλληλα μια αίσθηση προσωπικής πίστης.

Είμαι ευγνώμων για ορισμένους από τους τρόπους με τους οποίους η ανατροφή μου με διαμόρφωσε ως συγγραφέα.

Το γεγονός ότι μεγάλωσα έχοντας τη Βίβλο ως λογοτεχνικό κείμενο κεντρικής σημασίας στη ζωή μου, μου χάρισε από νωρίς μια εκτίμηση για τη γλώσσα, τη λειτουργική και την αφηγηματική μορφή - και ειδικότερα για την παραβολή και τον μαγικό ρεαλισμό.

Ωστόσο, όπως διαπιστώνει η Χάνα στο Οι Αρπαγές, δεν ήταν εύκολο να μεγαλώσει κάποια σε αυτήν την κοινότητα ως γυναίκα με ιδέες και την επιθυμία να τις εκφράσει.

Το να είναι κάποιος καλλιτέχνης ήταν επίσης πολύ δύσκολο να συμφιλιωθεί με τις πεποιθήσεις αυτής της κοινότητας.

Δε συμμετέχω πλέον σε καμία οργανωμένη μορφή θρησκευτικής πρακτικής, αλλά θα έλεγα ότι έχω διατηρήσει κάποια μορφή πίστης, και πιστεύω πως αυτό με ωθεί να αναζητώ μικρές στιγμές του θαυμαστού και του θείου όταν γράφω.

Ελπίζω να προσδίδει επίσης χάρη στον τρόπο με τον οποίο γράφω για τον κόσμο.

Με ποιους τρόπους -τόσο εποικοδομητικούς όσο και καταστροφικούς- έχει επηρεάσει η θρησκεία (τόσο ο Καθολικισμός όσο και ο Προτεσταντισμός) τη νοοτροπία του μέσου Ιρλανδού και της ιρλανδικής κοινωνίας στο σύνολό της;

Καταρχάς, δεν υφίσταται κάτι σαν «μέση ιρλανδική νοοτροπία».

Πρόκειται για ένα νησί βαθιά διχασμένο ανάμεσα σε πολλές διαφορετικές παρατάξεις και κοσμοθεωρίες, επομένως θα ήταν πραγματικά αφελές να επιχειρήσει κάποιος μια γενίκευση σχετικά με το πώς η θρησκεία έχει επηρεάσει το σύνολο του πληθυσμού.

Στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, μέχρι πολύ πρόσφατα, η Καθολική Εκκλησία ασκούσε τεράστιο έλεγχο στο εκπαιδευτικό σύστημα, την υγειονομική περίθαλψη, τα δικαιώματα των γυναικών κ.λπ.

Το γεγονός αυτό διαμόρφωσε τη βιωματική εμπειρία των περισσότερων πολιτών, τόσο σε πολιτικό όσο και σε πολιτισμικό επίπεδο.

Στη Βόρεια Ιρλανδία, η οποία αποτελεί τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου, η Καθολική Εκκλησία εξακολουθούσε να ασκεί μεγάλη επιρροή στους πιστούς Καθολικούς, ωστόσο υπήρχε ανέκαθεν μεγαλύτερος διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους.

Μεγάλωσα στη Βόρεια Ιρλανδία, σε μια προτεσταντική κοινότητα όπου οι οικιστικές περιοχές και τα σχολικά συστήματα ήταν διαχωρισμένα.

Το σχολικό σύστημα εδώ παραμένει διαχωρισμένο σε ποσοστό άνω του 90% μέχρι σήμερα, με μόλις το 10% των παιδιών μας να φοιτά σε μικτά σχολεία και όχι σε σχολεία χαρακτηριζόμενα ως προτεσταντικά ή καθολικά.

Το μεγαλύτερο μέρος της κρατικής κατοικίας παραμένει εξίσου διαχωρισμένο με βάση τις θρησκευτικές ή κοινοτικές διακρίσεις.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους αυτή η κατάσταση έχει επηρεάσει την αντίληψή μας για τον κόσμο, εκ των οποίων ελάχιστοι είναι θετικοί.

Για μένα, η πιο ύπουλη συνέπεια είναι το γεγονός πως πολλοί άνθρωποι μεγαλώνουν χωρίς να γνωρίζουν καμία εμπειρία ή κοσμοθεωρία διαφορετική από τη δική τους.

Η άγνοια μπορεί πολύ γρήγορα να οδηγήσει στον φόβο, ακόμη και στο μίσος, διασφαλίζοντας ότι οι παλιές προκαταλήψεις θα εξακολουθήσουν να υφίστανται στη Βόρεια Ιρλανδία.

Το μυθιστόρημά σας διαδραματίζεται την περίοδο των λεγόμενων «Ταραχών», σε ένα μικρό χωριό της Βόρειας Ιρλανδίας.

Γιατί αποφασίσατε να το τοποθετήσετε σε αυτό το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο και ποιες είναι οι δικές σας αναμνήσεις από εκείνη την εποχή;

Όπως προαναφέρθηκε, τοποθέτησα το μυθιστόρημα σε εκείνη τη χρονική στιγμή επειδή το 1993 είχα περίπου την ίδια ηλικία με τη Χάνα και ήταν μια περίοδος που θυμόμουν καθαρά.

Στην πραγματικότητα, πολλά από τα γεγονότα και τις πολιτισμικές αναμνήσεις των δικών μου πρώτων εφηβικών χρόνων περιλαμβάνονται στο Οι Αρπαγές.

Ήταν επίσης ενδιαφέρον να γράψω για τη Βόρεια Ιρλανδία, καθώς η περίοδος 1993-1994 σηματοδοτεί την έναρξη της ειρηνευτικής διαδικασίας που θα οδηγούσε τελικά στη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής.

Ήθελα, λοιπόν, να αξιοποιήσω το αίσθημα ελπίδας και αισιοδοξίας το οποίο μόλις άρχιζε να γίνεται εμφανές.

Τέλος, επέλεξα να τοποθετήσω την ιστορία στα μέσα της δεκαετίας του 1990, καθώς δεν ήθελα η Χάνα ή κάποιος από τους συμμαθητές της να έχουν πρόσβαση στο Διαδίκτυο.

Ήταν σημαντικό το γεγονός ότι εκείνοι, όπως κι εγώ, ζούσαν σε μια κατάσταση που θύμιζε γυάλα, χωρίς να έχουν επίγνωση ότι ο τρόπος ζωής τους διέφερε από εκείνον των ανθρώπων σε άλλα μέρη της χώρας ή, μάλλον, του κόσμου.

Κατά τη γνώμη σας, έχει αντιμετωπιστεί το συλλογικό τραύμα ή έχει απλώς καταπιεστεί; Και ποιες είναι οι προοπτικές για την ιρλανδική κοινωνία στο σύνολό της;

Χρειάζονται δεκαετίες, αν όχι περισσότερο, για να ανακάμψει μια κοινωνία από ένα βίαιο τραύμα, και εμείς εξακολουθούμε να βιώνουμε την κληρονομιά της σύγκρουσης εδώ στη Βόρεια Ιρλανδία.

Συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε ορισμένα από τα σοβαρότερα προβλήματα ψυχικής υγείας στην Ευρώπη, ενώ περισσότεροι άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους από αυτοκτονία στα χρόνια τα οποία ακολούθησαν τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής του 1998, απ’ ό,τι κατά τη διάρκεια ολόκληρης της περιόδου των Ταραχών.

Είναι αρκετά σαφές πως υπάρχουν ορισμένα ζητήματα που πρέπει ακόμη να αντιμετωπιστούν.

Θα υποστήριζα ότι νομοθετικές και διαρθρωτικές αλλαγές -όπως η πλήρης ενοποίηση του σχολικού συστήματος στη Βόρεια Ιρλανδία, σε συνδυασμό με τη στρατηγική χρηματοδότηση για την υποστήριξη της ψυχικής υγείας και την προγραμματισμένη απομάκρυνση των «τειχών της ειρήνης» τα οποία εξακολουθούν να διαχωρίζουν τις καθολικές από τις προτεσταντικές περιοχές του Μπέλφαστ- θα συνέβαλλαν ουσιαστικά στην αντιμετώπιση ορισμένων από τα θεμελιώδη ζητήματα που εξακολουθούν να επηρεάζουν τη χώρα, δεκαετίες μετά τη Συμφωνία Ειρήνης.

Και πάλι, δυσκολεύομαι να μιλήσω για τον αντίκτυπο των μέτρων τα οποία πρέπει να λάβουμε στον Βορρά, όσον αφορά τις επιπτώσεις τους στην Ιρλανδία στο σύνολό της.

Πρόκειται επί του παρόντος για δύο διαφορετικές χώρες, με δύο διαφορετικά συστήματα πολιτικής, εκπαίδευσης και υγείας.

Ωστόσο, είναι ενθαρρυντικό να βλέπουμε συζητήσεις -που διευκολύνονται από το Υπουργείο Εξωτερικών και Εμπορίου της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Shared Island»- να εξετάζουν πώς μπορούμε να καλλιεργήσουμε καλύτερες σχέσεις και να συνεργαστούμε στενά πέρα ​​από τα σύνορα.

Αν και το μυθιστόρημα δεν εξιστορείται -τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος του- από την κεντρική ηρωίδα, περιστρέφεται γύρω από αυτήν ή φιλτράρεται μέσα από τη δική της οπτική.

Ποια είναι η πιο συναρπαστική πλευρά της παιδικής ηλικίας και της πρώιμης εφηβείας, τόσο στη μυθοπλασία όσο και στην καθημερινή ζωή;

Οι αφηγητές/αφηγήτριες παιδιά αποτελούν πραγματικό δώρο. Επιτρέπουν στον συγγραφέα να αμφισβητήσει συστήματα και πεποιθήσεις υπό το πρίσμα της αθωότητας, αντί για τον κυνισμό ή την αυστηρή κριτική.

Υπάρχουν διάφορα σημεία στο Οι Αρπαγές όπου η Χάνα θέτει ερωτήματα τα οποία θα φάνταζαν υπερβολικά «ενημερωμένα» αν προέρχονταν από έναν ενήλικα χαρακτήρα.

Ίσως να υπήρξα και λίγο τεμπέλα, παρουσιάζοντας τη Χάνα ως 11χρονη το 1993.

Είμαστε σχεδόν συνομήλικες και, καθώς πρόκειται για μια περίοδο -τόσο της προσωπικής μου ζωής όσο και της Ιστορίας της χώρας- τόσο πλούσια και φορτισμένη με αναμνήσεις, μού φάνηκε φυσικό να τοποθετήσω το βιβλίο σε αυτήν.

Εκείνο το καλοκαίρι, ανάμεσα στο δημοτικό και το γυμνάσιο, είναι μια τόσο έντονη περίοδος για τα παιδιά, καθώς ισορροπούν στο κατώφλι της ενηλικίωσης.

Μπορώ ακόμα να θυμηθώ με κάθε λεπτομέρεια τι φορούσα, τι έτρωγα, τι άκουγα και τι έβλεπα στην τηλεόραση. Αυτό έκανε την έρευνα εξαιρετικά εύκολη όσον αφορά την αποτύπωση των εμπειριών της Χάνα.

Η Χάνα συνομιλεί συχνά με τους νεκρούς συμμαθητές της. Ωστόσο, δε μαθαίνουμε ποτέ αν πρόκειται για ένα χαρισματικό παιδί ή αν αυτές οι «συναντήσεις» είναι αποκύημα της φαντασίας της.

Αυτή η «πινελιά» μαγικού ρεαλισμού αποτελεί μέρος της γοητείας του μυθιστορήματος. Τι απολαμβάνετε περισσότερο στον μαγικό ρεαλισμό, από άποψη ύφους;

Ανέκαθεν ήμουν οπαδός του μαγικού ρεαλισμού. Νομίζω ότι απλώς διαθέτω υπερβολικά ζωηρή φαντασία.

Με ελκύουν συγγραφείς όπως οι Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και Σαλμάν Ράσντι, οι οποίοι χρησιμοποίησαν μαγικά στοιχεία για να εξετάσουν καίρια ζητήματα της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας των χωρών τους.

Για μένα, η Βόρεια Ιρλανδία φαντάζει ως το ιδανικό σκηνικό για μαγικό ρεαλισμό, με το μεθυστικό της μείγμα θρησκείας και πολιτικής, καθώς και τη βαθιά της ρίζα στον μύθο και τη λαογραφία.

Τα φανταστικά στοιχεία στις ιστορίες μου αναγκάζουν τον αναγνώστη να δει ένα κομμάτι της ιστορίας ή μια πτυχή του πολιτισμού που γνωρίζει εξαιρετικά καλά υπό ένα νέο πρίσμα.

Όσον αφορά τη Βόρεια Ιρλανδία, όπου η Ιστορία μπορεί συχνά να φαντάζει κουραστική και υπερβολικά συζητημένη, η ικανότητα προσέγγισης με φρέσκια ματιά μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη.

Μου αρέσει επίσης η αμφισημία την οποία προσδίδει ο μαγικός ρεαλισμός σε μια ιστορία.

Πολλές από τις εικόνες και τις μεταφορές εδώ αφήνονται στην ερμηνεία του αναγνώστη. Πιστεύω ότι αυτός είναι ένας εξαιρετικός τρόπος να σεβαστεί κάποιος τη νοημοσύνη του αναγνώστη και να τον προσκαλέσει να αλληλεπιδράσει με το κείμενο.

Και τέλος, σε έναν κόσμο σπαρασσόμενο από πολέμους, γενοκτονίες, αυξανόμενο αυταρχισμό -τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή- και διευρυνόμενη ανισότητα, ποιο είναι το νόημα της συγγραφής, αν δε συνοδεύεται και από κοινωνική δράση;

Πρόκειται για ένα ερώτημα με ιδιαίτερη φόρτιση. Φαίνεται να προϋποθέτει ότι η συγγραφή δεν αποτελεί μορφή κοινωνικού ακτιβισμού.

Θα υποστήριζα πως ένα βιβλίο που θέτει σημαντικά ερωτήματα και ωθεί τον αναγνώστη να σκεφτεί -ή ίσως και να επανεξετάσει- τις απόψεις ή τις πολιτικές του πεποιθήσεις, συχνά θα έχει πολύ μεγαλύτερη εμβέλεια και αντίκτυπο από μια μεμονωμένη πράξη φυσικού ακτιβισμού, με την παραδοσιακή έννοια του όρου.

Ο ακτιβισμός μπορεί -και οφείλει- να εκδηλώνεται με πάρα πολλές διαφορετικές μορφές.

Ευχαριστώ θερμά την Βίκυ Πορφυρίδου, μεταφράστρια του βιβλίου, για την πολύτιμη συμβολή της στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα της Τζαν Κάρσον Οι Αρπαγές κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Βακχικόν σε μετάφραση της Βίκυς Πορφυρίδου.



Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2024

Andy Cairns (Therapy?): «Ανήκω σε μια γενιά που κρατούσε την αναπνοή της»

 

Andy Cairns (Φωτογραφία: Tom Hoad)

Κουβεντιάζοντας με τον Andy Cairns, κιθαρίστα, τραγουδιστή και στιχουργό του ιδιαιτέρως αγαπητού βορειοϊρλανδικού ροκ συγκροτήματος Therapy?, ενόψει της πολυαναμενόμενης συναυλίας τους στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου.

Όχι μόνο ζείτε -δημιουργικά-, αλλά και «βασιλεύετε», έχοντας ίσως επιβιώσει περισσότερο από πολλούς σύγχρονούς σας - και χαίρομαι γι’ αυτό. Πώς έχεις βιώσει αυτό το τριαντάχρονο και πλέον «ταξίδι» σας;

Στην αρχή ήταν συναρπαστικά. Mεταξύ περίπου του 1998 και του 2003 ήταν ένας αγώνας.

Ως Therapy? αγαπάμε αυτό που κάνουμε, και είναι στο αίμα μας να παίζουμε λάιβ παντού. Ήδη το κάναμε στην Βόρεια Ιρλανδία, απ’ όπου καταγόμαστε, πριν καν υπογράψουμε συμβόλαιο με εταιρεία.

Οπότε, η περίοδος της πανδημίας θα ήταν ένα πλήγμα για εσάς.

Ήταν ένα πλήγμα που χάσαμε τα κοινά μας, αλλά τα μέλη της μπάντας συναντιόμασταν καθημερινά μέσω Zoom και δουλεύαμε πάνω σε τραγούδια. Κι αυτό μας διατήρησε συνετούς και μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε πόσο αγαπάμε αυτό που κάνουμε.

Αναθεώρησες εκείνον τον καιρό κάποιες από τις προτεραιότητές σου στην ζωή ή στην καλλιτεχνική δημιουργία;

Μερικές φορές δε συνειδητοποιείς όλα τα όμορφα πράγματα που κάνεις στην ζωή σου.

Σε πολλούς ανθρώπους έλειψε το να πηγαίνουν σε μπαρ. Εμένα, όμως, μου έλειψε το να συναντιέμαι με φίλους και να βρίσκομαι με τα μέλη της μπάντας. Το γεγονός αυτό με έκανε να εκτιμήσω όσα είχαμε.

Μέχρι την έναρξη της πανδημίας δουλεύαμε και γράφαμε διαρκώς, επί τριάντα τόσα χρόνια. Όταν αυτή συνέβη, κάναμε ένα βήμα πίσω - το χρειαζόμασταν, όπως και το κοινό μας, που μας θεωρούσε δεδομένους και νόμισε ότι δε θα μας ξαναέβλεπε λάιβ.

Ως συγκρότημα, δεν έχουμε ποτέ διαλυθεί, ξέρεις.

Μου προξενεί εντύπωση. Πώς είναι καν δυνατό; Όλες οι ανθρώπινες σχέσεις φθείρονται -και σε πολλές περιπτώσεις καταρρέουν- με την πάροδο του χρόνου.

Υπήρξαμε πολύ τυχεροί που συναντηθήκαμε με τον μπασίστα Michael McKeegan από την αρχή της δημιουργίας των Therapy? Ο αρχικός ντράμερ Fyfe Ewing ήταν επίσης πολύ καλός φίλος μας. Κάποια μέλη, ωστόσο, είχαν κατά καιρούς αποχωρήσει.

Αναρωτιόμασταν γιατί. Από το 2003, λοιπόν, συνήψαμε ένα «συμβόλαιο» ανάμεσά μας. Έτσι, αν κάποιος τσαντίζει τον άλλο ή δεν του αρέσει μια σύνθεση, ας το πει ευθέως.

Με αυτόν τον τρόπο λειτουργούμε έκτοτε. Είναι μια απλή διαδικασία, κι έχει καταστήσει την ζωή μας ευκολότερη.

Είναι μια πολύ υγιής στάση.

Αλλά και δύσκολη. Είναι σκληρό να πεις σε κάποιον: «Δε μου αρέσει ο τρόπος που παίζεις  τα ντραμς».

Δε μας αρέσει να προσβάλουμε τον οποιονδήποτε, προτιμούμε να του δίνουμε χώρο και να τον αγκαλιάζουμε όταν χρειάζεται, είτε πρόκειται για μέλος της μπάντας είτε του συνεργείου στις περιοδείες.

Άλλωστε, μπορεί σε κάποιον να λείπει οικογένειά του ή να είναι θλιμμένος.

Μπορεί, επομένως, κι ο άλλος να κάνει μια παρατήρηση. Τη σκέφτεσαι, κι ίσως τελικά έχει δίκιο.

Όλα όσα μου είπες ακούγονται πολύ θεραπευτικά!

Πάντως, όσο ευγενικοί/καλλιεργημένοι κι αν είστε, τόσο οι στίχοι των τραγουδιών σας όσο και το μουσικό τέμπο αποπνέουν πολλή δυσφορία, ένταση, επιθετικότητα, σκοτεινιά. Από πού πηγάζει όλη αυτή η σκοτεινιά;

Πρώτα απ’ όλα, είμαστε πολύ τυχεροί που είμαστε σε μια μπάντα η οποία αποτελεί μια διέξοδο έκφρασης.

Οποτεδήποτε βλέπω έναν τύπο σε κάποιο μπαρ μια Παρασκευή βράδι να γίνεται βίαιος, αυτό οφείλεται στο ότι κάτι στην ζωή του δεν πάει καλά. Λοιπόν, εγώ δε χρειάζεται να καταφύγω σε μια τέτοια αντίδραση, γιατί έχω την μουσική - και με κρατάει υγιή.

Δεν ξέρω από πού προέρχεται όλη αυτή η σκοτεινιά. Ίσως γιατί στην Βόρεια Ιρλανδία, όπου έχω γεννηθεί, πολλά παραμένουν ανείπωτα λόγω της πολιτικής κατάστασης.

Όταν κάποιος κοιτάζει την Βόρεια Ιρλανδία ως παρατηρητής, βλέπει δύο πλευρές, τις δύο πλευρές ενός πολέμου.

Στην πραγματικότητα, όμως, ζούσαμε ο ένας πλάι στον άλλο, παίζαμε μαζί, δουλεύαμε μαζί. Ανήκω σε μια γενιά που κρατούσε την αναπνοή της - κι αυτό το συνειδητοποίησα μεγαλώνοντας.

Διάβαζα Τζόις, Μπέκετ, Ο’Κονορ. Ο Μπέκετ αναφερόταν πολύ στην σκοτεινιά του κόσμου μέσα από το παράλογο. Αυτό προσπαθώ να κάνω κι εγώ. Χρησιμοποιώ ως παράδειγμα το τραγούδι Knives.

Από τα πιο χαρακτηριστικά σας.

Ο στίχος «I’m gonna get drunk/ Come round and fuck you up» δεν αντανακλά μια πραγματική πρόθεση. Είναι μια ένδειξη ανήμπορης οργής και δυσφορίας.

Αφορά σε έναν άνθρωπο που ο κόσμος τον τρομάζει και νιώθει αποτυχημένος γιατί ποτέ δε θα καταστρέψει κάποιον ψυχολογικά.

Άντλησα αυτή την προσέγγιση από τον Μπέκετ, ο οποίος ήταν σπουδαίος στο να εξετάζει πώς οι άνθρωποι διαχειρίζονται την αποτυχία. Στην ροκ, πολλοί στίχοι πρέποι να είναι θριαμβευτικοί. Εγώ βρίσκομαι στην αντίθετη πλευρά.

Υπονοείς, άρα, ότι τα νεανικά βιώματά σου από την Βόρεια Ιρλανδία διοχετεύτηκαν στην στιχοπλοκία σου, κι αυτό γίνεται αισθητό μέσα από την δυσφορία και την ένταση που αποπνέουν οι στίχοι.

Σε πολύ μεγάλο βαθμό.

Την περίοδο των πολιτικών ταραχών, οι περισσότεροι άνθρωποι συζητούσαν για βόμβες, εκρήξεις, όπλα, σκοτωμούς, όταν αναφέρονταν στο Μπέλφαστ.

Έφτανε κάποια στιγμή κατά την οποία σχεδόν δεν ήθελες να τους πεις από πού κατάγεσαι, γιατί δε θα μπορούσες να αναπνεύσεις.

Πέρα από τις ευρύτερες πολιτικές ταραχές, ωστόσο, κάθε νεαρό άτομο το οποίο μεγάλωνε στην Βόρεια Ιρλανδία εκείνη την εποχή βίωνε και προσωπικές αναστατώσεις που είχαν επίσης πολιτικό χαρακτήρα.

Γι’ αυτό και η οργή που ενυπάρχει σε πολλά από τα τραγούδια μας δε στρέφεται ενάντια σε κάποιο σύστημα, είναι δυσφορία και μόνο.

Είναι σαν ένας άνθρωπος να είναι εγκλωβισμένος σ’ έναν σάκο και διαρκώς να προσπαθεί ν’ απελευθερωθεί. Μπορείς να εντοπίσεις είτε απελπισία είτε παραλογισμό σε μια τέτοια κατάσταση.


Therapy? (Φωτογραφία: Tom Hoad)


Η μουσική, λοιπόν, ήταν ένας τρόπος για εσάς να νοηματοδοτήσετε τον κόσμο και να ξεπεράσετε τραυματικές καταστάσεις.

Κάθε μορφή κουλτούρας ήταν σημαντική για τους νέους ανθρώπους στην Βόρεια Ιρλανδία. Ήταν ένας τρόπος να ξεφύγεις από όσα έβλεπες και άκουγες. Όταν πήγαινες σε μια συναυλία ή σε μια γκαλερί, η πολιτική υποταγή ή η θρησκεία δεν έπαιζαν ρόλο.

Συγκαταλέγεται και ο κινηματογράφος στα ενδιαφέροντά σου.

Η δε γκάμα των προτιμήσεών σου είναι εντυπωσιακή, από την Νύχτα του κυνηγού μέχρι το El Topo και την Πόλη του Θεού! Σε γεμίζει, σε ενδυναμώνει η παρακολούθηση ταινιών;

Ήδη βλέπαμε πολλά φιλμ όταν σχηματίσαμε την μπάντα. Κάποια από αυτά βρήκαν τον δρόμο τους και στους στίχους.

Αγαπώ το σινεμά του Μπέλα Ταρ -για παράδειγμα, το Sátántangó-, μου αρέσει πολύ ο Ταρκόφσκι - ο Καθρέφτης είναι υπέροχος! Μπορώ να αντλήσω έμπνευση από την παρακολούθηση μιας ταινίας.

Παλαιότερα, όταν ήμασταν νέοι, βλέπαμε όλοι μαζί φιλμ αφού τελειώναμε μια ηχογράφηση.

Δεν είναι, πάντως, συνηθισμένο να παρακολουθούν τα μέλη μιας πανκ/μεταπάνκ/γκραντζ μπάντας τέτοιο είδος σινεμά - και πολύ περισσότερο να εμπνέονται από αυτό.

Μου αρέσει όταν οι άνθρωποι ανακαλύπτουν κάτι για πρώτη φορά. «Ω Θεέ μου, δεν έχεις δει Χοδορόφσκι;» απόρησα κάποτε απευθυνόμενος στον ντράμερ μας, τον Neil Cooper. Όταν είδε το El Topo, του φάνηκε φανταστικό.

Σε διασκέδαζε ο τρόπος με τον οποίο κατά καιρούς σάς συσχέτιζαν με μουσικά ρεύματα που ήταν στον καθένα οικεία ή με άλλα συγκροτήματα, προκειμένου να σας ταξινομήσουν κάπως;

Κατανοώ γιατί συμβαίνει αυτό. Ποτέ, όμως, δεν υπήρξαμε μέρος της οποιασδήποτε τάσης. Όταν ξεκινήσαμε, για παράδειγμα, ήταν το γκραντζ στα πάνω του, οπότε μας κατέτασσαν εκεί. Ήταν κάτι εύκολο για το κοινό και τις δισκογραφικές εταιρείες.

Είμαστε όμως, ακόμα εδώ και το πιο σημαντικό είναι μεγαλώσαμε στην Βόρεια Ιρλανδία, όπου την περίοδο των συγκρούσεων πολλά συγκροτήματα δεν έρχονταν να δώσουν συναυλίες.

Επειδή, λοιπόν, δεν μπορούσαν να τα δουν λάιβ, πολλοί άκουγαν τα πάντα: πανκ, μέταλ, ίντυ, «μαύρη» μουσική, ροκαμπίλι. Το μουσικό μας «λεξιλόγιο» όταν πρωτοξεκινήσαμε ήταν πολύ ανοιχτό.

Με την πάροδο του χρόνου γινόμαστε πιο στενόμυαλοι.

Έχετε υπάρξει και εμπορικά επιτυχημένο συγκρότημα, τουλάχιστον την εποχή που ηχογραφούσατε για την A&M. Πώς διαχειριζόσασταν αυτήν την επιτυχία;

Είχαμε κι οι τρεις δουλειές, αλλά αυτό δε θα μπορούσε να συνεχιστεί αν λείπαμε για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε περιοδείες.

Οπότε, πριν την κυκλοφορία του Nurse, του ντεμπούτου άλμπουμ, χρειαζόταν να κάνουμε ένα βήμα που θα μας επέτρεπε οικονομικά να είμαστε επαγγελματίες μουσικοί.

Δεν ήταν ακριβός δίσκος στην παραγωγή του, τον ηχογραφήσαμε σ’ ένα φτηνό στούντιο.

Της κυκλοφορίας του επόμενου δίσκου, του Troublegum, προηγήθηκε εκείνη του σινγκλ Screamager που έγινε επιτυχία, γεγονός το οποίο μας εξέπληξε.

Έτσι στην πραγματικότητα ξεκίνησαν τα βάσανα, γιατί λόγω των πολλών περιοδειών ο αρχικός ντράμερ δεν άντεχε. Μπορούσα να τον καταλάβω.

Ενόψει της επόμενης κυκλοφορίας, δυσκολευόμασταν να συνθέσουμε τραγούδια κι ήμασταν εξαντλημένοι. Ίσως θα έπρεπε να πάρει μια εξάμηνη άδεια τότε. Όχι για καλλιτεχνικούς λόγους, αλλά εξαιτίας της εξάντλησης.

Από την Α&Μ, πάλι, μας έλεγαν ότι, αφού το Troublegum είχε πουλήσει σχεδόν ένα εκατομμύριο αντίτυπα, το επόμενο θα έπρεπε να πουλήσει περισσότερα. Όταν, όμως, τηλεφωνείς στην εταιρεία και κανένας δεν το σηκώνει...

Καταλαβαίνεις τι «παίζει» πλέον. Τα τελευταία χρόνια, πάντως, ακολουθείτε διαφορετική πορεία, έχοντας υπογράψει σε μια μικρή εταιρεία.

Υπογράψαμε στην Marshall Records το 2017.

Πριν συμβεί αυτό, μια-δυο μεγάλες εταιρείες είχαν έρθει σε επαφή, λέγοντας πως θα μας έκαναν συμβόλαιο αν βγάζαμε ένα καινούριο Troublegum. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι τέτοιο.

Mε την Marshall Records μέχρι στιγμής όλα έχουν κυλήσει πολύ καλά. Ο επικεφαλής της ήταν παλαιότερα στην Universal και στην I.R.S., έχει δoυλέψει με τους R.E.M. και μας γνωρίζει από το παρελθόν.

Το στούντιο ηχογράφησης είναι τελευταίας τεχνολογίας, οι δίσκοι μας κυκλοφορούν παγκοσμίως και μας σέβονται γιατί είμαστε η «αρχαιότερη» μπάντα της εταιρείας. Ξέρουν, επίσης, πως πουλάμε έναν ορισμένο αριθμό δίσκων. Δεν υπάρχει πίεση.

Θα περιλαμβάνει κάποια έκπληξη η συναυλία σας στο Gagarin205 το Σάββατο 10 Φεβρουαρίου;

Μας αρέσει πολύ η Ελλάδα κι έχουμε παίξει στο Gagarin205 μερικές φορές. Έχουμε πολλούς Έλληνες φίλους τους οποίους έχουμε γνωρίσει από όταν πρωτοήρθαμε στην χώρα το 1994.

Όταν έχουμε καινούρια κυκλοφορία και δίνουμε συναυλία σε μια χώρα την οποία επισκεπτόμαστε κάθε χρόνο, παρουσιάζουμε αυτήν την κυκλοφορία και ένα-δυο τραγούδια ακόμα.

Επειδή, όμως, έχουμε να βρεθούμε στην Ελλάδα από το 2017, το σετ μας θα διατρέχει όλη την σταδιοδρομία μας. Θα παίξουμε, επομένως, και τραγούδια από τους δίσκους μας στην A&M.

Ευχαριστώ θερμά την Μάριαν Νικολάου (Angels PR Music Promotion) για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό της συνέντευξης.

Oι Therapy? εμφανίζονται λάιβ στο Gagarin205 Live Music Space το Σάββατο 10 Φεβρουαρίου. Την συναυλία ανοίγουν οι Half Gramme of Soma.



Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2022

Ουμπέρτο Παζολίνι: «Πιστεύω -ακόμα- πολύ στην ανθρωπότητα»

 


Έχοντας διαγνωστεί με μόνο λίγους μήνες ζωής, ο τριανταπεντάχρονος Τζον προσπαθεί αγωνιωδώς να βρει ανάδοχη οικογένεια για τον τρίχρονο γιο του, Μάικλ, στη διακριτικά συγκινητική ταινία του Ουμπέρτο Παζολίνι Για πάντα κοντά σου.

Συνομιλώντας με τον σκηνοθέτη ενόψει της κυκλοφορίας του φιλμ στους κινηματογράφους από τις 13 Ιανουαρίου.

Αυτό που κυρίως εκτίμησα στην ταινία σου Για πάντα κοντά σου ήταν ο λεπτά συναισθηματικός, ανθρώπινος τόνος της.

Σαν μια γενναιόδωρη μεσογειακή καρδιά να έχει «συναντηθεί» με τη συγκρατημένη, μεθοδική βρετανική σχολή κινηματογραφικής αφήγησης.

Αν νομίζεις ότι ήταν τόσο επιτυχημένη, τότε υπήρξαμε τυχεροί που τη δημιουργήσαμε.

Μιας κι είναι εμπνευσμένη από πραγματική ιστορία, ποιο ήταν το στοιχείο που περισσότερο σε προσέλκυσε σ’ αυτή;

Το πρώτο ήταν τι θα έκανα αν ήμουν ο Τζον, ο πρωταγωνιστής. Είμαι πατέρας, έχω τρεις κόρες -μεγάλες πια-, αλλά έχω βιώσει την πατρότητα νεαρών παιδιών.

Ασφαλώς στην περίπτωσή μου η κατάσταση ήταν διαφορετική, γιατί η μητέρα των παιδιών ήταν ακόμα τριγύρω και ο προνομιούχος τρόπος ζωής μου σημαίνει όχι μόνο λεφτά, αλλά και φίλους κι ένα πολύ ευρύ κοινωνικό δίκτυο.

Το ζήτημα, επομένως, είναι τι θα έκανα όχι ως αυτός που είμαι, αλλά ως ο Τζον. Κι αυτό με οδήγησε στην προσπάθεια να κατανοήσω τη ζωή άλλων ανθρώπων.

Έπειτα;

Επικοινώνησα με τις κοινωνικούς λειτουργούς που ασχολήθηκαν με την πραγματική υπόθεση, και δεν μπορούσαν να μου πουν τίποτα περισσότερο απ’ όσα ήδη αναφέρονταν στο δημοσιογραφικό άρθρο.

Συνοπτικά, η μητέρα είχε φύγει λίγο μετά τη γέννηση του γιου, ο πατέρας δεν είχε οικογένεια κι οι οικονομικοί τους πόροι ήταν πολύ περιορισμένοι. Όταν πέθανε, οι γείτονες έκαναν έρανο για να καλυφθούν τα έξοδα της κηδείας.

Κατόπιν, μίλησα με πολλούς ανθρώπους που εμπλέκονται σε διαδικασίες υιοθεσιών υπό διάφορες ιδιότητες.

Διάβασα, επίσης, βιβλία και μπλογκ ανθρώπων που ξέρουν ότι δεν τους έχει μείνει πολύς χρόνος ζωής. Κι έπειτα προσπάθησα να θυμηθώ πώς ήταν να είμαι πατέρας.

Η πιο έντονη ανάμνηση ήταν το ξεψείρισμα των κεφαλιών των κορών μου! Και τα βλέμματα.

Τζέιμς Νόρτον


Υπάρχει πολύ κοίταγμα στο φιλμ.

Τα παιδιά το κάνουν πολύ. Προσπαθούν να καταλάβουν πολλά περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε.

Μετά προσπάθησα να συνθέσω όλα αυτά τα στοιχεία σ’ ένα σενάριο. Και το γράψαμε.

Οπότε όλα έχουν να κάνουν με την ενσυναίσθηση.

Η οικογένειά μου λέει ότι δεν έχω καμία ενσυναίσθηση. Κι αν έχω, τη βάζω στη δουλειά μου.

Άρα, έχω ενσυναίσθηση απέναντι στους ανθρώπους εντός της δουλειάς μου ή μόνο απέναντι στη δουλειά μου; Δεν ξέρω. Είμαι λιγάκι κάθαρμα.

Ταλαντούχο, ωστόσο!

Και σίγουρα προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει στη ζωή των άλλων, αλλά και στο μυαλό των ηθοποιών. Αυτή η διαδικασία ξεκινά από τη συγγραφή του σεναρίου και συνεχίζεται στο πλατό.

Για παράδειγμα, ο Τζέιμς Νόρτον, ο πρωταγωνιστής, έπρεπε να παίξει σε τρία επίπεδα: το πρώτο ήταν ο θάνατος, πάντα παρών στο μυαλό του, το δεύτερο η προσποίηση και το τρίτο η πράξη.

Του έδωσα, λοιπόν, μια μικρή μαύρη πέτρα να βάλει στην τσέπη του, για να του υπενθυμίζει πως ο θάνατος είναι παρών ό,τι άλλο κι αν κάνει.

Και δούλεψε.

Έτσι νομίζω.

Η ερμηνεία του είναι εξαιρετικά σύνθετη, ενώ ο ίδιος δε λέει πολλά. Αυτό είναι, άλλωστε, το κύριο ζητούμενο του σεναρίου, η ελαχιστοποίηση της άρθρωσης κι έκφρασης σκέψεων.

Οδηγούμαστε, έτσι, παραφράζοντας τον τίτλο της ταινίας, σ’ ένα πολύ ξεχωριστό μέρος, μια προσπάθεια αναγνώρισης και κατανόησης μιας κατάστασης, μιας σχέσης.

Αυτό οφείλεται στις χαρισματικές ερμηνείες και των δύο και τη μεταξύ τους «χημεία».

Ήταν πραγματικά έργο του Τζέιμς.

Του ζήτησα να έρθει στο Μπέλφαστ δυο εβδομάδες πριν την έναρξη των γυρισμάτων και να περάσει όσο περισσότερο χρόνο ήταν δυνατόν με τον Ντάνιελ Λαμόντ. Το έκανε.

Επί δυο εβδομάδες πήγαινε στο σπίτι του, έπαιζαν στο δωμάτιό του, επισκέπτονταν το πάρκο, έτρωγαν με την οικογένειά του. Έγιναν φίλοι.

Οπότε, η τρυφερότητα που βλέπεις στην οθόνη είναι αληθινή. Ο Τζέιμς ήταν πολύ γενναιόδωρος από αυτή την άποψη. Οι περισσότεροι ηθοποιοί δε θα έκαναν το ίδιο.

Έτσι θα μου έμενε να χτίσω τη μεταξύ τους σχέση στο δωμάτιο του μοντάζ, αντί για το πλατό.

Οι πιο σημαντικές σκηνές είναι γυρισμένες σε δύο λήψεις ακριβώς γιατί ο Τζέιμς και ο Ντάνιελ βίωναν τη σύνδεση, άρα μπορούσαν να την υποδυθούν. Απλώς συνέβη.

Ντάνιελ Λαμόντ, Τζέιμς Νόρτον


Και οι ερμηνείες των δευτερευόντων χαρακτήρων την ίδια ενσυναίσθηση και ανθρωπιά αποπνέουν, πάντως. Ακόμα και των εργαζόμενων στην υπηρεσία υιοθεσίας.

Οι άνθρωποι που γνώρισα και οι οποίοι διευκολύνουν τις υιοθεσίες είναι απίστευτα γενναιόδωροι και το βρίσκουν αδύνατο να μην εμπλακούν συναισθηματικά στις υποθέσεις που αναλαμβάνουν.

Τρέφουν ελπίδες για την ευόδωση αυτών των διαδικασιών, αλλά τις περισσότερες φορές η κατάληξη είναι η αποτυχία.

Οι περισσότεροι ενδιαφερόμενοι να υιοθετήσουν θέλουν να υιοθετήσουν μωράκια, παιδάκια: όσο πιο μικρά, υγιή και ισορροπημένα γίνεται.

Και βέβαια υπάρχουν πολύ περισσότερα παιδιά που χρειάζονται οικογένεια, αλλά δεν υπάρχουν οικογένειες πρόθυμες να τα υιοθετήσουν, κάτι που επιδεινώνει το πρόβλημα.

Το φιλμ είναι γυρισμένο στο Μπέλφαστ;

Στο Μπέλφαστ και σε άλλες τοποθεσίες στη Βόρεια Ιρλανδία.

Κάποιος συγκεκριμένος λόγος γι’ αυτό;

Για να είμαι ειλικρινής, οικονομικός. Κάποιο τοπικό κινηματογραφικό fund μάς χρηματοδότησε.

Από την άλλη, ήθελα να αποτυπώσω ένα πολύ συγκεκριμένο σύμπαν.

Αν τα αγγλικά σου είναι καλά, θα κατάλαβες ότι η προφορά και η γενικότερη συμπεριφορά των ηθοποιών έχουν πολλή δύναμη. Ήθελα ένα συγκεκριμένο μέρος που θα αποκτούσε οικουμενική διάσταση, όχι το αντίστροφο.

Υπάρχει, εξάλλου, φανταστικό βάθος στο υποκριτικό ταλέντο στη Βόρεια Ιρλανδία. Για κάθε χαρακτήρα είχα να επιλέξω ανάμεσα σε πολλούς ηθοποιούς.

Από τους δευτερεύοντες χαρακτήρες εκείνος της Έλλα, μιας από τις υποψήφιες μητέρες, είναι ο αγαπημένος μου. Πολυ εσωτερική, «ζεστή» η ερμηνεία της.

Η Βάλερι Ο’ Κόνορ είναι πράγματι ένας αξιολάτρευτος, «ζεστός» άνθρωπος.

Τόσο η «λαμπυρίζουσα», δροσερή σαγήνη του εξωτερικού φωτός όσο και η βαθιά καθαρότητα των λήψεων σε εσωτερικούς χώρους αναδεικνύονται από την εξαιρετική φωτογραφία του Μάριους Παντούρου.

Συζητήσαμε πολύ πριν ξεκινήσουμε τα γυρίσματα σχετικά με το ποια θα έπρεπε να είναι η «γλώσσα» του φιλμ. Κι οι δυο συμφωνήσαμε πως θέλαμε έναν αληθινό κόσμο, όχι να βλέπουμε τους σκηνοθέτες σε ώρα δουλειάς.

Θέλαμε να το κάνουμε να μοιάζει με ντοκιμαντέρ, να μην υπάρχουν φίλτρα ανάμεσα στην οθόνη και το κοινό, καθώς και μια ευελιξία σε σχέση με τον Ντάνιελ.

Έτσι, η κάμερα ήταν τοποθετημένη στον ώμο, ώστε ο Μάριους να έχει την ευελιξία να ακολουθεί το αγόρι αν αυτό έκανε κάτι αντίθετο προς τις οδηγίες που του είχαν δοθεί.

Προσπαθήσαμε να κάνουμε την ταινία να μοιάζει όσο λιγότερο κινηματογραφική ήταν δυνατόν. Αυτό δουλεύει, νομίζω, γιατί δε σκέφτεσαι σχετικά με την κινηματογράφηση. Εξαφανιζόμαστε!

Κάθε φιλμ στο οποίο έχει δουλέψει ο Μάριους είναι αλλιώτικο.

Καταλαβαίνει κάθε ιστορία και πώς αυτή χρειάζεται να προσεγγιστεί, και υιοθετεί διαφορετική ματιά, όταν το σύνηθες για τους διευθυντές φωτογραφίας είναι να θέλουν να τραβήξουν όμορφες εικόνες.

Στην πραγματικότητα, όλοι το μπορούν. Το θέμα είναι αν αυτές εξυπηρετούν την ιστορία που αφηγείσαι. Ελπίζω να συνεργαστούμε ξανά.

Ντάνιελ Λαμόντ


Τα εισαγωγικά κάδρα, που αποτυπώνουν την καθημερινότητα απλών ανθρώπων μέσα από τζαμαρίες, παραπέμπουν στην αποστασιοποίηση του πρωταγωνιστή από την ανθρωπότητα, σαν να έχει ήδη πεθάνει;

Ο διαχωρισμός ήταν συνειδητός: έβλεπε τον κόσμο και τον φανταζόταν χωρίς τον ίδιο, προσπαθούσε να καταλάβει πώς λειτουργούσαν οι ζωές των άλλων.

Δεν είμαι διανοούμενος, ωστόσο, ούτε βαθύς- και τείνω ν’ ανακαλύπτω πράγματα αφού τα έχω κάνει. Τα πράγματα αποκτούν νόημα ακόμα και σε συνομιλίες όπως αυτή.

Ίσως, λοιπόν, την επόμενη φορά που μιλήσω γι’ αυτή την ταινία να χρησιμοποιήσω κάποιο στοιχείο από αυτή την κουβέντα!

Δε θα υποδείξω εγώ τον τρόπο θα βιώσει κάθε θεατής την ιστορία ή το πότε θα νιώσει το οτιδήποτε. Υποσυνείδητα μιλώ για στοιχεία του φιλμ, αλλά αυτά δεν εντάσσονταν στις αρχικές μου σκέψεις, εντάχθηκαν κατόπιν.

Αυτό είναι καλό, γιατί σημαίνει πως το φιλμ είναι ζωντανό, όχι «κλειδωμένο».

Είναι μια πλατφόρμα όπου κάθε θεατής μπορεί -ή όχι- να προβάλλει τις ανησυχίες, τα συναισθήματα και τους φόβους του.

Οι σημαντικές λέξεις είναι το «μπορεί», το «ή όχι», το «ίσως». Δεν έχεις καμία υποχρέωση να εμπλακείς στην ταινία. Ίσως κάποιοι βαρεθούν και εγκαταλείψουν την προβολή.

Χαμηλών τόνων δουλειές όπως η δικιά σου ίσως δε βρίσκουν τον δρόμο τους στο κοινό σε εποχές που ευνοούν πιο θορυβώδεις καλλιτεχνικές εκφράσεις.

Είναι ενδιαφέρον πρόβλημα.

Παρεμπιπτόντως, δεν τη θεωρώ έργο τέχνης, ούτε τον εαυτό μου καλλιτέχνη.

Επί χρόνια δουλεύω πάνω σε μια εκδοχή της Οδύσσειας. Η δικιά μου εκδοχή, που ελπίζω να γυρίσω το 2023 στην Ελλάδα αν λειτουργήσουν τα οικονομικά, επικεντρώνεται στο τι συμβαίνει στην Ιθάκη.

Ενστικτωδώς, όταν δουλεύω πάνω σε φιλμ, αφαιρώ, κρατώ την ένταση χαμηλά. Το βρίσκω, όμως, αρκετά δύσκολο να φανταστώ πώς θα κρατήσω χαμηλά την ένταση μιας ιστορίας όπως αυτές που αφηγείται ο Όμηρος.

Να παραμείνω, δηλαδή, χαμηλών τόνων με μια ιστορία που δεν είναι στ’ αλήθεια χαμηλών τόνων. Δεν έχει ποτέ πραγματοποιηθεί με τον τρόπο που θέλω εγώ. Μπορεί, βέβαια, να μην υλοποιηθεί ποτέ, να μη βρούμε χρήματα.

Το Για πάντα κοντά σου, πάντως, είναι ουσιώδες για την τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας ως ανθρώπους και κοινωνικά όντα.

Σ’ ευχαριστώ, είναι πολύ γενναιόδωρο αυτό.

Και που μας υπενθυμίζει ότι η ανθρωπότητα και τα συναισθήματα δεν είναι κάτι χαμένο.

Συμφωνώ. Πιστεύω -ακόμα- πολύ στην ανθρωπότητα.

Η ταινία του Ουμπέρτο Παζολίνι Για πάντα κοντά σου προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 13 Ιανουαρίου σε διανομή της Danaos Films.