Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γαλλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γαλλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

Mathieu Goust: «Όλα είναι πολιτικά, επομένως και η καλλιτεχνική δημιουργία»

 


Ισορροπώντας βαθιά πολιτικά ανάμεσα στη μαρτυρία, τις ηχογραφήσεις πεδίου και τη ζωντανή μουσική, η περφόρμανς του πολυπράγμονα Γάλλου καλλιτέχνη Mathieu Goust Στο μονοπάτι θέτει τη φωνή του Γιάννη Μάγγου στον πυρήνα της.

Μια ειλικρινής συνομιλία με τον καλλιτέχνη ενόψει της παρουσίασης της δουλειάς του στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων στις 28 Οκτωβρίου.

Είσαι αυτοδίδακτος μουσικός και καλλιτέχνης δραστηριοποιούμενος σε πολλαπλά πεδία: κρουστά, ηλεκτρονική μουσική, τζαζ, θέατρο, τσίρκο, χορό και λογοτεχνικές αναγνώσεις.

Τι αναζητάς και τι βρίσκεις σε κάθε μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης, και με ποιους τρόπους η διεπιστημονική σου προσέγγιση στην τέχνη συμβάλλει στην εξέλιξή σου τόσο ως ατόμου, όσο και ως καλλιτέχνη;

Σήμερα, είμαι πολύ πιο προσηλωμένος στη μορφή την οποία μπορεί να πάρει η μουσική, στη λειτουργία της - είτε μέσα σε ένα έργο, είτε στην κοινωνία. Το ύφος δεν έχει σημασία για μένα.

Προσπαθώ πάντα να κάνω πράγματα που δεν έχω ξανακάνει ποτέ και που δεν ξέρω πώς να κάνω.

Μου αρέσει να μαθαίνω, να λέω «ναι» και να βρίσκομαι με την πλάτη στον τοίχο. Μπορεί να είναι κάτι πολύ τεχνικό (ένα νέο όργανο, εργαλείο, αντικείμενο...), αλλά και πολύ εμπειρικό: η αναζήτηση μορφών έκφρασης που δεν έχω εξερευνήσει ακόμη.

Επίσης, βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον το να προσπαθώ να βρίσκομαι σε ένα «σωστό» σημείο κατά τη διάρκεια μιας δημιουργικής διαδικασίας:

Είτε αυτό αφορά τη σχέση με τους συνεργάτες μου είτε το τι μπορώ να προσφέρω καλλιτεχνικά, δίνω μεγάλη σημασία στο τελικό αποτέλεσμα του έργου, ενώ ελάχιστα με απασχολεί το πώς φαίνομαι την ώρα που εργάζομαι.

Με την πάροδο του χρόνου, αυτό με οδήγησε στο να μην θέτω πλέον στον εαυτό μου κακές ερωτήσεις σχετικά με την αξία μου -ως άνδρας ή ως καλλιτέχνης- και να εστιάζω τη σημασία των πραγμάτων κάπου αλλού, πέρα ​​από τον εαυτό μου, κάτι που είναι ευχάριστο.

Ως εκ τούτου, η τέχνη μού έχει προσφέρει πολλά και με έχει διαπλάσει σημαντικά.

Νομίζω ότι όλα αυτά συνδέονται αναπόφευκτα με το γεγονός πως είμαι αυτοδίδακτος· για πολύ καιρό με απασχολούσε το «σύνδρομο του απατεώνα», αλλά σήμερα το ζήτημα αυτό δε με απασχολεί πλέον καθόλου.

Το Στο μονοπάτι, η περφόρμανς που αφορά τον βίαιο θάνατο του Βασίλειου Μάγγου στα χέρια της ελληνικής αστυνομίας, βασίζεται σε μια ιδέα των ιδρυτών του ΚΕΤ, Δημήτρη Αλεξάκη και Φωτεινής Μπάνου.

Πώς εξελίχθηκε και μετασχηματίστηκε αυτή η ιδέα με την πάροδο του χρόνου;

Πράγματι, η αρχική ιδέα προέρχεται από το KET

Ο Δημήτρης Αλεξάκης και η Φωτεινή Μπάνου, αλλά και η Αγγελική Καράμπελα, φυσικά, συγκαταλέγονται σε εκείνους τους ανθρώπους που δρομολογούν καταστάσεις ή συναντήσεις, χωρίς να αποκομίζουν κανένα προσωπικό όφελος.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι πολύτιμοι.

Πήγαμε, μαζί με τον Δημήτρη Αλεξάκη και τον γιο μου, για να καταγράψουμε τον Γιάννη κατά μήκος του μονοπατιού το οποίο χάραξε προς τιμήν του γιου του, Βασίλειου.

Η ανθρωπιά, η ειλικρίνεια και το βάθος όσων μας είπε ο Γιάννης -με τη μία, χωρίς να καταφύγει σε σημειώσεις ή ερωτήσεις-, η δύναμη της στιγμής και του τόπου όπου βρεθήκαμε, καθώς και η, δυστυχώς, δραματική διαχρονικότητα της αληθινής ιστορίας η οποία ξεδιπλώθηκε, μάς καθήλωσαν αμέσως.

Μας πήρε πολύ χρόνο να σκεφτούμε, να δοκιμάσουμε, προτού βρούμε τη μορφή η οποία προσπαθεί να δικαιώσει αυτήν την ιστορία.

Πώς να εκφράσει κάποιος αυτήν τη μαρτυρία; Πώς να τοποθετηθεί απέναντί της; Πώς να «σβήσει» τον εαυτό του με τον καλύτερο τρόπο;

Όπως συμβαίνει συχνά, η μορφή προέκυψε σταδιακά και, σε κάποια φάση, μας φάνηκε αυτονόητη. Η μορφή αυτή μάς φαίνεται αρκετά εύστοχη σε σχέση με αυτό το οποίο επιδιώκει να εκφράσει.

Πρόκειται για ένα είδος «ζωντανού» podcast, όπου προσπαθώ να εξαφανιστώ ώστε να αφήσω τον ακροατή απέναντι σε αυτή την ιστορία, δίνοντάς του όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ελευθερία να την κάνει δική του.

Η ιδέα είναι πως, σε μια εποχή που οι πληροφορίες, οι ιστορίες και οι ήχοι βρίσκονται παντού γύρω μας, μπορούμε να ακούσουμε μία από αυτές -με όλες τις σημασίες τις οποίες εμπεριέχει- χάρη στη συνύπαρξή μας και στον χρόνο που αφιερώνουμε σε αυτήν τη στιγμή.

Πιθανότατα προσεγγίζουμε λιγότερους ανθρώπους απ’ ό,τι αν δημιουργούσαμε ένα ηχητικό podcast που μπορεί να ακουστεί στο διαδίκτυο, αλλά με έναν πιο ουσιαστικό και ανθρώπινο τρόπο.

Αυτή η επιλογή μορφής είναι, φυσικά, πολιτική.

Μόλις δημιουργήθηκε η περφόρμανς, ήθελα να την παρουσιάσω μπροστά στον Γιάννη, στο ΚΕΤ και στις Σταγιάτες, για να δω αν θα δεχόταν να συνεχίσω να την παίζω με αυτή τη μορφή.

Το ταξίδι στη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα ήταν υψίστης σημασίας.

Μπόρεσα να παίξω σε μέρη που συνδέονται με ισχυρές αξίες -ιδίως όσον αφορά τους πολιτικούς αγώνες-, μαζί με ανθρώπους αφοσιωμένους στην αναζήτηση τρόπων ζωής πέρα ​​από τις πιέσεις του καπιταλισμού.

Πρόκειται, όπως φαίνεται, για ένα έργο βαθιά ανθρωπιστικό και, ταυτόχρονα, με κοινωνική και πολιτική συνείδηση, το οποίο βασίζεται στη συνάντησή σου με τον Γιάννη Μάγγο, τον πατέρα του Βασίλειου.

Θα ήθελες να αναφερθείς εκτενέστερα στη σχέση σου με τον Γιάννη;

Δεν είναι η δουλειά που είναι βαθιά ανθρώπινη και ταυτόχρονα κοινωνικά και πολιτικά συνειδητή: ο Γιάννης Μάγγος είναι.

Είχα την ευκαιρία να τον συναντήσω πολλές φορές, αρχικά για την ηχογράφηση και και κατόπιν για να του παρουσιάσω το Στο μονοπάτι. Προφανώς ήθελα να συμφωνήσει στον τρόπο αφήγησης της ιστορίας, με τη φωνή του.

Κουβεντιάζουμε από καιρού εις καιρόν και ελπίζω να μπορέσω να τον δω μόλις ξανάρθω στην Ελλάδα.

Είναι η καλλιτεχνική δημιουργία, ανεξάρτητα από το είδος ή τη μορφή, μια εγγενώς πολιτική διαδικασία/εργαλείο και, αν ναι, τη χρησιμοποιείς συχνά ως τέτοια;

Στα μάτια μου, όλα είναι πολιτικά, επομένως και η καλλιτεχνική δημιουργία:

Για παράδειγμα, το να θέλει κάποιος να δημιουργήσει ένα έργο καθαρής ψυχαγωγίας αποτελεί πολιτική επιλογή, την οποία, παρεμπιπτόντως, δεν καταδικάζω απαραίτητα.

Εξαρτάται από την πρόθεση που κρύβεται από πίσω. Για μένα, η πρόθεση είναι θεμελιώδης. Γιατί κάνουμε πράγματα, είτε είναι καλλιτεχνικά είτε όχι;

Η επιλογή της μορφής είναι αναγκαστικά και πολιτική, αλλά δεν είναι η ίδια η μορφή που είναι πολιτική, είναι το τι κάνουμε εμείς με αυτήν:

Το θέατρο δρόμου μπορεί να είναι άνευ νοήματος, ενώ μια συναυλία σε μια παραδοσιακή αίθουσα μπορεί να είναι εξαιρετικά δυνατή.

Τέλος, ο τρόπος με τον οποίο γίνονται τα πράγματα -ο τρόπος δημιουργίας και παρουσίασης του έργου κάποιου- είναι, φυσικά, επίσης πολιτικός:

Πώς δουλεύει κανείς σε ομάδα; Με ποιους; Ποια είναι η θέση του καθενός πάνω στη σκηνή; Ποια είναι η σχέση με το κοινό και πού το τοποθετούμε (όπως φυσικά τοποθετούμε και τους εαυτούς μας);

Επομένως, ό,τι κάνω στη μουσική αποτελεί μέρος αυτού του τρόπου αντίληψης των πραγμάτων και, στα μάτια μου, έχει πολιτική σημασία, ακόμα κι αν αυτό δεν είναι πάντα εμφανές με την πρώτη ματιά.

Υπάρχει το περιεχόμενο ενός έργου, η μορφή του, αλλά και η διαδικασία δημιουργίας του, η οποία είναι επίσης πολιτικά:

Μπορεί να υπάρχει μια προσπάθεια χαρακτηριζόμενη από μεγάλη αφοσίωση, που όμως έχει στηθεί με έναν πολύ σκληρό, αυταρχικό τρόπο -ή με σκοπό την ικανοποίηση του εγώ ή της δίψας για εξουσία κάποιου-, και μια άλλη φαινομενικά λιγότερο αφοσιωμένη, η οποία, όμως, δομικά έχει αναπτύξει πολύ δικαιότερες κοινωνικές σχέσεις...

Όλα είναι περίπλοκα και διαρκώς αλληλένδετα, και για άλλη μια φορά σκέφτομαι πως η πρόθεση είναι κάτι πρωταρχικό.

Πώς ερμηνεύεις το γεγονός ότι η τέχνη του ηχοτοπίου σπάνια εμβαθύνει στην κοινωνική πραγματικότητα;

Δεν ξέρω. Αυτό συνδέεται με το ερώτημα γιατί ένας καλλιτέχνης δημιουργεί ηχοτοπία. Θα έπρεπε να ρωτήσεις τους ίδιους.

Το όριο μεταξύ τέχνης και ψυχαγωγίας είναι πορώδες, σε όλους τους τομείς. Σε κάθε περίπτωση, δεν ισχυρίζομαι ότι κατέχω κάποια αλήθεια· το πολύ-πολύ μια άποψη, ενστικτώδη ή στοχαστική.

«Η δύναμη του έργου πηγάζει από την ίδια τη χειρονομία που το γέννησε. Με το μονοπάτι που άνοιξε, ο Γιάννης Μάγγος μετατρέπει το πένθος σε μια διαδρομή ανοιχτή σε όλες και όλους και σε έναν τόπο συνάντησης των ανθρώπων με τη φύση», διαβάζω στο Δ.Τ.

Με ποιους τρόπους το πένθος, πέρα ​​από το ότι συμβάλλει στη διαχείριση μιας απώλειας από το άτομο, μπορεί να μετατραπεί και σε μια συλλογική πολιτική πράξη;

Η απάντηση δίνεται από τον Γιάννη Μάγγο· βρίσκεται σε όσα κάνει και λέει. Τα λόγια του, τα οποία προβάλλω κατά τη διάρκεια της περφόρμανς, είναι ουσιώδη.

Αυτό είναι επίσης το ζητούμενο κατά τη διάρκεια της περφόρμανς - αλλά όχι μόνο αυτό, καθώς το πλαίσιο είναι πολύ ανοιχτό. Προσπαθώ να συνεχίσω αυτήν την πορεία, χρησιμοποιώντας τα δικά μου μέσα.

Το Στο μονοπάτι βρίσκεται σε διάλογο με το Different Trains του Steve Reich και τους ηχητικούς περιπάτους της Janet Cardiff. Με ποια έννοια έργα όπως αυτά λειτούργησαν για εσένα ως σημείο αναφοράς;

Σε καμία περίπτωση. Για να είμαι ειλικρινής, δε γνώριζα αυτά τα έργα, αλλά σε ευχαριστώ που μου τα έδειξες και θα τα ακούσω με μεγάλη προσοχή.

Κατά τη διάρκεια αυτής της δουλειάς, το μόνο που μας απασχολούσε πραγματικά ήταν να βρισκόμαστε στο σωστό μέρος για τον Γιάννη, τον Βασίλειο, τη φύση και τον αγώνα.

Καθόλου το αν θα αποτελούσαμε μέρος ενός καλλιτεχνικού κινήματος ή αν θα αποδεσμευόμασταν από αυτό.

Σε γενικές γραμμές, τα σημεία αναφοράς μου απέχουν πολύ από το να είναι αποκλειστικά καλλιτεχνικά.

Μπορεί να οφείλεται στη στάση ενός ατόμου, στην ισορροπία και τη δύναμη ενός χώρου, σε έναν τρόπο μαγειρέματος, σε ένα συναίσθημα ή σε μια μυρωδιά.I

Παρεμπιπτόντως, ακούω το Different Trains καθώς σου απαντώ, έχοντας διαβάσει λίγα πράγματα γι’ αυτό - σε ευχαριστώ πολύ, είναι πολύ όμορφο.

Tην Τετάρτη 28 Οκτωβρίου θα μοιραστείς το Στο μονοπάτι με το αθηναϊκό κοινό.

Σε ποιον βαθμό εμπλουτίζεται το έργο σου όταν μοιράζεται με ένα κοινό, και μάλιστα όταν αυτό ενδέχεται να διαθέτει κοινωνική/πολιτική συνείδηση ​​και να είναι ενεργό;

Η ίδια η ουσία αυτού του έργου έγκειται στο να μοιράζεται ζωντανά. Αυτή τη στιγμή, δεν έχει κανέναν άλλον λόγο ύπαρξης. Η ένταση κατά τη διάρκειά του είναι ζωτικής σημασίας.

Η περφόρμανς τρέφεται από αυτές τις συναντήσεις, θέτει ερωτήματα στον εαυτό της και εξελίσσεται διαρκώς. Μετά από αυτήν, υπάρχει πάντα μια στιγμή συζήτησης σχετικά με την επικαιρότητα αυτής της ιστορίας.

Ο Γιάννης έχει μιλήσει συχνά, για παράδειγμα ενημερώνοντάς μας για την πορεία της δίκης, αλλά και για τον πολιτικό της αντίκτυπο και άλλους αγώνες, του παρελθόντος ή του παρόντος:

Αυτή η περφόρμανς αποτελεί επίσης έναν διαφορετικό τρόπο διακίνησης πληροφοριών, έναν τρόπο διαμοιρασμού τους - σίγουρα σε μικρότερη κλίμακα, αλλά πιο ανθρώπινο, πρόσωπο με πρόσωπο.

Και εδώ, πρόκειται για πολιτική επιλογή.

Σχεδόν πάντα παρουσίαζα αυτήν την παράσταση σε χώρους και με ανθρώπους κοινωνικά και πολιτικά πιο ευαισθητοποιημένοι και δραστήριοι.

Από εκεί γεννήθηκαν πολιτικές συζητήσεις, όπως ανέφερα, αλλά και καλλιτεχνικές.

Υπήρξαν αρκετές αντιπαραθέσεις σχετικά με το αν είναι απαραίτητη η χρήση βίντεο κατά τη διάρκεια της περφόρμανς· οι απόψεις και των δύο πλευρών ήταν πολύ ενδιαφέρουσες. Προς το παρόν, δεν υπάρχει βίντεο.

Μου επιτρέπει επίσης να ανακαλύπτω άλλους καλλιτέχνες ή έργα, όπως -για παράδειγμα- κατά τη διάρκεια αυτής της συνέντευξης.

Συζητώ πολύ με τους ανθρώπους για τη μορφή, για το πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί, καθώς και για τους χώρους όπου έχω ήδη εμφανιστεί· νιώθω κάπως σαν μια μικρή μέλισσα η οποία έχει την ευκαιρία να συναντήσει διάφορα λουλούδια.

Υπάρχουν πολλά μέρη και άτομα με γενναιότητα, ανθρωπιά και ζωντάνια, και είναι πάντα δυνατή εμπειρία να μοιράζεσαι μια αληθινή στιγμή με άλλους.

Το KET είναι, από αυτήν την άποψη, ένας αξιοσημείωτος χώρος:

Συνδυάζει την καλλιτεχνική απαίτηση με μια ανθρώπινη ζεστασιά, σπάνια για τα θέατρα - τουλάχιστον για εκείνα που γνωρίζω στη Γαλλία, στο πλαίσιο του επιχορηγούμενου θεάτρου.

Αυτό το θέατρο είναι, επίσης, πολιτικό και ανθρώπινο.

Για άλλη μια φορά, επανέρχομαι στην πρόθεση πίσω από τις πράξεις: το KET δεν αποτελεί μια στάση, αλλά μια πραγματική κοινωνική και πολιτική δέσμευση. Αυτά τα στοιχεία γίνονται ιδιαίτερα αισθητά όταν φτάνεις σε έναν χώρο για να τα υλοποιήσεις.

Σε τέτοια μέρη διακυβεύονται περισσότερα από την κοινωνική ή οικονομική αναγνώριση.

Το πιο σημαντικό όμως είναι να συνεχίσουμε να γνωστοποιούμε ότι άλλοι άνθρωποι σκοτώνουν παιδιά για να διασφαλίσουν την οικονομική κυριαρχία - σήμερα, στην Ελλάδα και αλλού. Τι κάνουμε με αυτό;

Oι φωτογραφίες είναι του Δημήτρη Αλεξάκη.

Η περφόρμανς του Mathieu Goust Στο μονοπάτι παρουσιάζεται στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων (Κύπρου 91Α & Σικίνου 35Α, Κυψέλη) την Τετάρτη 28 Οκτωβρίου.

Ώρα προσέλευσης: 20:30. Ώρα έναρξης: 21:00.



Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

Sébastien Pietrapiana (Corpus Delicti): «Πάντα με γοήτευε η ψυχική αποξένωση»

 


Οι Corpus Delicti, ένα από τα πιο διακριτά γαλλικά -και εν γένει ευρωπαϊκά- συγκροτήματα της gothic rock/post-punk σκηνής, επιστρέφουν συναυλιακά στην Αθήνα το Σάββατο 10 Οκτωβρίου για μια ανεπιτήδευτα σκοτεινή βραδιά.

Ενόψει του λάιβ, κουβεντιάζουμε με τον Sébastien Pietrapiana, τραγουδιστή του συγκροτήματος.

Ως νομικός όρος, το «corpus delicti» μεταφράζεται ως «σώμα του εγκλήματος».

Η επιλογή του ως ονόματος για το συγκρότημα ήταν τυχαία ή φέρει συγκεκριμένους συνειρμούς (που δεν σχετίζονται απαραίτητα με τη λατινική γλώσσα ή τη νομική επιστήμη);

Ο όρος «corpus delicti», από τον οποίο το συγκρότημα πήρε το όνομά του, αναφέρεται σε μια σουρεαλιστική φωτογραφική προσέγγιση που βασίζεται στην αποδόμηση και την επακόλουθη ανασύνθεση μιας εικόνας.

Το αποτέλεσμα είναι μια εικόνα στην οποία η πραγματικότητα παραμένει αναγνωρίσιμη, αλλά καθίσταται σωματικά αδύνατη:

Ένα σώμα μπορεί να εμφανίζεται παραμορφωμένο, διάφορες προοπτικές μπορεί να συνυπάρχουν και διαφορετικά τμήματα της εικόνας μπορεί να φαίνονται μετατοπισμένα ή συγχωνευμένα.

Επομένως, δεν έχει καμία σχέση με τον νομικό όρο.

Οι έντονες, και συνήθως βουτηγμένες στην αγωνία, συνθέσεις σας αντλούν εξίσου στοιχεία από το post-punk και το gothic rock, ενώ κατά καιρούς διαπνέονται από μια ιδιαίτερη κινηματογραφική αισθητική.

Ποιο είναι το «σύνηθες» σημείο εκκίνησης για μια σύνθεση των Corpus Delicti;

Μπορεί να διαφέρει, αλλά πολύ συχνά ξεκινά με μια ιδέα για το μπάσο ή τα ντραμς.

Ωστόσο, στο Liminal, θα μπορούσε επίσης να ξεκινήσει από τα τύμπανα -όπως στο Crash, για παράδειγμα-, ή από τα φωνητικά, όπως στο Under His Eye.

Η πρώτη demo κασέτα σας, στην οποία κάνατε παραγωγή μόνοι σας, κυκλοφόρησε το 1992. Πώς θα περιέγραφες το γενικότερο κλίμα στη Γαλλία την εποχή που ηχογραφήθηκε η κασέτα;

Για το κλίμα στη Γαλλία, δεν είμαι πια και τόσο σίγουρος...

Μπορώ, όμως, ακόμα να σου μιλήσω για τον ενθουσιασμό μας. Για τους περισσότερους από εμάς, ήταν η πρώτη φορά σε στούντιο.

Για μένα, ήταν ένα όνειρο το οποίο γινόταν πραγματικότητα, καθώς τραγουδώ από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου.

Ήταν μια μαγική περίοδος: ανακάλυπτα όλες τις δυνατότητες τις οποίες προσέφερε το στούντιο και έβλεπα τα τραγούδια να παίρνουν μορφή. Λάτρεψα κάθε στάδιο της διαδικασίας.

Το Twilight, το ντεμπούτο άλμπουμ των Corpus Delicti, συγκαταλέγεται στα ορόσημα του είδους. Σε ποιον βαθμό συμβάδιζε με τις κυρίαρχες τάσεις της εναλλακτικής σκηνής στη χώρα κατά την εποχή της κυκλοφορίας του;

Δεν είχε απολύτως καμία σχέση με όσα συνέβαιναν στη χώρα εκείνη την εποχή.

Ήταν ένα εντελώς περιθωριακό είδος, το οποίο αργότερα έγινε κάπως πιο δημοφιλές, καθώς ταινίες όπως το Control και συγκροτήματα όπως οι Interpol συνέβαλαν στο να φτάσει σε ευρύτερο κοινό.

Ωστόσο, το 1993 επρόκειτο για μια πραγματικά εξειδικευμένη σκηνή και έπρεπε να ψάξεις πολύ για να βρεις συγκροτήματα αυτού του είδους. Πολύ σπάνια τραβούσαμε την προσοχή του εθνικού ροκ Τύπου, ο οποίος απλώς δεν ενδιαφερόταν για εμάς.

Τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και τόσο πολύ σήμερα. Πλέον, είμαστε κάπως σαν τους «νονούς» της σκηνής εδώ!

Αν το έχω καταλάβει σωστά, το The Side of the Moon -η αγαπημένη μου σύνθεση του άλμπουμ- παρουσιάζεται μέσα από την οπτική γωνία ενός (πρώην) τροφίμου ψυχιατρικού ιδρύματος.

Τι είναι αυτό που σε ελκύει στα ζητήματα ψυχικής υγείας, γενικότερα;

Παράξενο. Δεν είναι ένα τραγούδι για το οποίο μας μιλάει συχνά ο κόσμος!

Πάντα με γοήτευε η ψυχική αποξένωση και το τι μπορεί να οδηγήσει ορισμένα άτομα να ζουν σε έναν εντελώς παράλληλο κόσμο, με τις δικές του αλήθειες.

Δε θυμάμαι πια ακριβώς τον λόγο, αλλά είχα πλάσει την ιστορία ενός άντρα που πίστευε ότι το φεγγάρι είχε δύο πλευρές και ο οποίος έμεινε έκπληκτος όταν ανακάλυψε την άλλη πλευρά για πρώτη φορά, αφού βγήκε από το ψυχιατρείο. 

Μετά την κυκλοφορία τριών άλμπουμ, μπήκατε σε μια μακρά περίοδο αποχής. Πώς ερμηνεύετε, λοιπόν, τη διαρκή δημοτικότητά σας και ποια ανάγκη, συγκεκριμένα, σάς ώθησε να επιστρέψετε στη συλλογική δημιουργική σας πορεία;

Κατ’ αρχάς, από τη δική μας πλευρά, πέρα ​​από τον Roma -τον αρχικό μας ντράμερ-, κανείς μας δε σταμάτησε ποτέ να ασχολείται με τη μουσική κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου.

Κοιτάζοντας πίσω, πιστεύω πως τα τρία άλμπουμ μας από τη δεκαετία του ’90 περιέχουν μερικά πραγματικά καλά τραγούδια που, τελικά, δεν ήταν υπερβολικά συνδεδεμένα με την εποχή τους.

Δεν ήταν απομιμήσεις των Sisters of Mercy, όπως τόσα άλλα συγκροτήματα εκείνης της περιόδου. Ήταν απλώς καλά ροκ τραγούδια.

Είχαμε επίσης την τύχη να συμπεριληφθούμε σε αρκετές λίστες με τις «καλύτερες επιλογές» εκείνης της εποχής,

Αυτό σήμαινε ότι, με την έλευση του διαδικτύου, η μουσική μας έγινε σταδιακά εύκολα προσβάσιμη, χωρίς εμείς να κάνουμε απολύτως τίποτα.

Στη συνέχεια, χάρη σε αυτό, άρχισαν να έρχονται προτάσεις για συναυλίες γύρω στο 2017, μεταξύ άλλων και από χώρες τις οποίες δεν είχαμε επισκεφθεί ποτέ πριν.

Κατόπιν, το 2019, η Cleopatra Records επανακυκλοφόρησε τα άλμπουμ, με τη συγκατάθεσή μας.

Τότε ήταν που οι τέσσερίς μας -ο Roma, ο Chrys, ο Franck κι εγώ- σμίξαμε ξανά και σκεφτήκαμε: γιατί να μην κάνουμε μερικές συναυλίες, να γνωρίσουμε αυτό το νέο κοινό που μας ζητούσε, αλλά και να επανασυνδεθούμε με το παλιό;

Έτσι ξεκίνησαν όλα πάλι και μείναμε πραγματικά άναυδοι από την αντίδραση του κόσμου.

Το Liminal, η πιο πρόσφατη δουλειά των Corpus Delicti, σάς βρίσκει σε εξαιρετική φόρμα.

Ο τίτλος αποτελεί αντανάκλαση του μεταβατικού χαρακτήρα της εποχής μας -σε πολιτισμικό, υπαρξιακό και πολιτικό επίπεδο- ή αναφέρεται και στο δημιουργικό στάδιο στο οποίο βρίσκεστε αυτή τη στιγμή;

Όταν βρήκαμε εκείνον τον τίτλο, ήταν απολύτως τέλειος.

Το μεταίχμιο είναι ένας χώρος ανάμεσα σε δύο κόσμους, μια μεταβατική κατάσταση, αλλά και το σημείο εκκίνησης για κάτι καινούργιο. Αποτύπωνε απόλυτα αυτό που βιώναμε και την κατεύθυνση προς την οποία οδεύαμε.

Δε θα μπορούσαμε να ονειρευτούμε καλύτερο τίτλο.

Το εξώφυλλο φιλοτεχνήθηκε από τον Jean-Luc Verna. Θα ήθελες να σχολιάσεις αυτήν τη συνεργασία;

Και πάλι, μερικές φορές όλα μπαίνουν απλώς στη θέση τους...

Θαυμάζουμε την προσωπικότητα και το έργο του Jean-Luc εδώ και πολλά χρόνια. Επικοινωνήσαμε μαζί του αρχικά για να εμφανιστεί στο βίντεο του Room 36 και δέχτηκε μέσα σε λίγα λεπτά.

Στη συνέχεια, αρχίσαμε να εμβαθύνουμε στο έργο του, και συγκεκριμένα στα σχέδιά του, και αυτό το συγκεκριμένο έργο μάς φάνηκε αμέσως ιδανικό για τον τίτλο και το εξώφυλλο του άλμπουμ. Δέχτηκε αμέσως να μας επιτρέψει να το χρησιμοποιήσουμε.

Είναι ένας εξαιρετικός άνθρωπος και καλλιτέχνης, και σήμερα έχουμε έρθει πολύ κοντά του.

Το Σάββατο 10 Οκτωβρίου επιστρέφετε συναυλιακά στην Αθήνα, περίπου έναν χρόνο μετά την εμφάνισή σας στο Open Air Festival του Death Disco (ήμουν κι εγώ εκεί!)

Τι θυμάστε περισσότερο από την προηγούμενη εμφάνισή σας στην πόλη και τι σας συνδέει με την ελληνική post-punk/goth/darkwave σκηνή;

Θυμόμαστε ακόμα τον απίστευτο ενθουσιασμό του κοινού εκείνο το βράδυ, με ανθρώπους από όλο τον κόσμο, καθώς και αρκετούς φίλους που είχαν ταξιδέψει ειδικά για τη συγκεκριμένη περίσταση και το φεστιβάλ.

Θυμόμαστε επίσης τη θερμή υποδοχή από τον Λεωνίδα Σκιαδά, τον διοργανωτή, τις άψογες συνθήκες και τη βαθιά μας αγάπη για αυτήν την πόλη, στην οποία επιστρέφουμε πάντα με χαρά.

Δε γνωρίζουμε πολύ καλά την ελληνική σκηνή, αλλά μπορούμε να αναφέρουμε τους Anima Triste, ένα συγκρότημα που μας αρέσει πολύ και τα μέλη του οποίου είναι επίσης εξαιρετικοί άνθρωποι.

Eυχαριστώ θερμά τον Μάνο Νομικό για την πολύτιμη συμβολή του στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Οι Corpus Delicti εμφανίζονται ζωντανά στο Death Disco (Ωγύγου 16 & Λεπενιώτου 24, Ψυρρή) το Σάββατο 10 Οκτωβρίου.

Τη συναυλία ανοίγουν οι Πατρινοί Grey Gallows.



Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

Grégory Dargent: «Ο κόσμος είναι στοιχειωμένος από φαντάσματα της μνήμης»

 


Μουσικός, συνθέτης και φωτογράφος, ο αλγερινής καταγωγής Γάλλος Grégory Dargent παρουσιάζει στις 6 Οκτωβρίου στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων το Soleil d’Hiver.

Πρόκειται για μια οπτικοακουστική περφόρμανς για ούτι, ηλεκτρονικά μέσα, μαγνητικές ταινίες και προβολές, που καταπιάνεται με τα φαντάσματα της ατομικής και της συλλογικής μνήμης. Συνομιλώντας με τον καλλιτέχνη.

Γιος ενός Γάλλου που εγκατέλειψε την Αλγερία το 1961, αναρωτιέσαι πόσο η εμπειρία του ξεριζωμού συνέβαλε στην απόφασή σου να ασχοληθείς με το ούτι, προσπαθώντας να αναζητήσεις τα ίχνη ενός κόσμου τον οποίο κληρονόμησες, αλλά δεν έζησες.

Είναι η τέχνη -και ειδικότερα η εμβάθυνση στο ούτι- ένας τρόπος να επανασυνδεθείς με τις ρίζες σου ή/και να τις επαναπροσδιορίσεις;

Αυτό είναι πράγματι το κεντρικό ερώτημα πίσω από το Soleil d’Hiver.

Δεν μπορώ να ισχυριστώ πως επρόκειτο για μια συνειδητή αναζήτηση, αλλά δεν μπορώ παρά να το θέτω υπό αμφισβήτηση.

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία, για παράδειγμα, ήταν η σιωπή που περιέβαλλε την Αλγερία στην οικογένειά μου.

Όλοι γνώριζαν ότι οι παππούδες μου είχαν ζήσει στο Οράν και κατόπιν στο Αλγέρι, και πως ο πατέρας μου, ο θείος και η θεία μου είχαν μεγαλώσει εκεί. Δεν επρόκειτο για «μυστικό».

Κι όμως, κανείς δε μιλούσε ποτέ γι’ αυτό. Ίσως εκείνες οι σιωπές να δημιούργησαν για μένα μια γοητεία, ένα μυστήριο.

Μέσα από τα μάτια της παιδικής μου ηλικίας, η Αλγερία απέκτησε σχεδόν μυθικές διαστάσεις και, κατ’ επέκταση, το ίδιο συνέβη και με τον αραβικό κόσμο στο σύνολό του.

Ανάμεσα στις πρώτες μου τηλεοπτικές αναμνήσεις είναι οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί του Ιράκ το 1991 - εκείνες οι πράσινες εκρήξεις σε μαύρο φόντο τις οποίες έβλεπα κάθε μέρα.

Στη συνέχεια ήρθε η τρομερή «Μαύρη Δεκαετία» της Αλγερίας, από το 1992 έως το 2002.

Προβαλλόταν συνεχώς στην τηλεόραση και, στο μυαλό μου, όλα άρχισαν να μπλέκονται μεταξύ τους: η σύγχρονη πραγματικότητα του αραβικού κόσμου -που πολύ συχνά συνδεόταν με τον ιμπεριαλισμό- και η σιωπή μέσα στη δική μου οικογένεια.

Νομίζω ότι, ως παιδί, έπλασα έναν τεράστιο φανταστικό κόσμο μέσα από όλα αυτά.

Ανακάλυψα το ούτι τυχαία, σε μια πειρατική κασέτα, όταν ήμουν γύρω στα είκοσι. Ερωτεύτηκα τον ήχο του, νομίζοντας αρχικά ότι άκουγα κιθάρα.

Έψαξα για την ηχογράφηση και τελικά βρήκα το άλμπουμ: ήταν ένας σόλο δίσκος για ούτι. Δε γνώριζα καν την ύπαρξη του οργάνου. Πρόκειται για το Le Foundou de Béchar του ουτίστα Alla. Μόνο αργότερα έμαθα ότι ήταν Αλγερινός.

Πριν ξαναβρώ τον δίσκο, δεν είχα αναρωτηθεί ποτέ για την «καταγωγή» αυτής της μουσικής. Ήταν απλώς μουσική. Ξαφνικά, έγινε η μουσική του «Άλλου».

Κι αυτός ο «Άλλος» συνδεόταν τόσο με την οικογένειά μου όσο και με τα φρικτά γεγονότα που έβλεπα να εκτυλίσσονται καθώς μεγάλωνα.

Από τότε, νιώθω να συνδέομαι με αυτό. Και προσπαθώ να δημιουργήσω κάτι που να είναι ειλικρινές ως προς αυτήν τη σύνδεση.

Για παράδειγμα, δεν παίζω παραδοσιακή μουσική στο ούτι. Το κάνω όταν με προσκαλούν, αλλά στη δική μου δουλειά δεν προσπαθώ να διατηρήσω ή να σεβαστώ κάποια παράδοση.

Από τις πρώτες κιόλας νότες τις οποίες έπαιξα στο ούτι, συνέθετα. Προσπαθούσα να οδηγήσω το όργανο κάπου αλλού. Σήμερα, όταν το σκέφτομαι, διακρίνω μια σύνδεση με την κληρονομιά μου.

Ο πατέρας μου δεν είναι Άραβας, Καβύλος, Βερβέρος ή Αλγερινός. Είναι παιδί της αποικιοκρατίας. Μεγάλωσε σε έναν συγκεκριμένο τόπο, πιστεύοντας ότι όλα όσα τον περιέβαλλαν αποτελούσαν τον πολιτισμό και τον κόσμο του.

Και τότε, μια μέρα, του είπαν πως δεν ήταν έτσι. Επέστρεψε στη «χώρα του», μόνο και μόνο για να νιώσει ξένος εκεί.

Ίσως, κάπου μέσα σε όλα αυτά, να προσπαθώ να δημιουργήσω με το ούτι ένα είδος μουσικής που δεν ανήκει ούτε στη Δύση ούτε στην Ανατολή, με την -ίσως ουτοπική- ιδέα ότι, τελικά, θα μπορούσε να ανήκει παντού ταυτόχρονα.

Το έργο σου κινείται στο μεταίχμιο της παραδοσιακής και της πειραματικής/αυτοσχεδιαστικής μουσικής, της φωτογραφίας και της εγκατάστασης.

Ποια είναι η πιο συναρπαστική πτυχή αυτής της διεπιστημονικής προσέγγισης στην καλλιτεχνική δημιουργία;

Είμαι τυχερός που δεν αντιμετωπίζω τα εργαλεία τα οποία χρησιμοποιώ ως ιερά. Αυτό μου επέτρεψε, για παράδειγμα, να παίζω ούτι χωρίς να αισθάνομαι περιορισμένος από πολιτισμικές ή αισθητικές αναστολές.

Μου αρέσει να χρησιμοποιώ όποια εργαλεία έχω στη διάθεσή μου.

Συχνά λέω ότι φωτογραφίζω με τον ίδιο τρόπο που παίζω μουσική. Αυτοσχεδιάζω, αναζητώ το νόημα σε αυτό το οποίο κάνω, ρισκάρω και προσπαθώ να παραμείνω ειλικρινής ως προς το ποιος είμαι.

Δεν είμαι παραδοσιακός καλλιτέχνης. Δεν είμαι μουσικός της πρωτοπορίας. Δεν είμαι φωτογράφος που κινείται εντός μιας κλασικής παράδοσης. Δεν είμαι σύγχρονος καλλιτέχνης της αφαίρεσης.

Κι όμως, κατά κάποιον τρόπο, προσπαθώ να είμαι όλα αυτά ταυτόχρονα.

Με την πάροδο του χρόνου, αυτή η ποικιλία εργαλείων έχει καταστεί ζωτικής σημασίας για τη δουλειά μου. Μέχρι τώρα, ελάχιστα έχω χρησιμοποιήσει «λέξεις».

Έτσι, η φωτογραφία έχει γίνει η λογοτεχνία μου και η μουσική η συναισθηματική μου έκρηξη. Μαζί, συνθέτουν ένα σύνολο που προσπαθώ να κάνω όσο το δυνατόν πιο συνεκτικό και βαθύ. Και υπάρχουν συγκρούσεις μέσα σε αυτήν τη σχέση.

Με συναρπάζουν αυτές οι συγκρούσεις: ποιο θα υπερισχύσει, το νόημα που μεταφέρει μια εικόνα ή ο ήχος που τη συνοδεύει; Μήπως η μουσική αγκαλιάζει την εικόνα ή μήπως η εικόνα εικονοποιεί τον ήχο; Ποιο από τα δύο κερδίζει;

Για κάποιον σαν εμένα, του οποίου το έργο είναι βαθιά ριζωμένο σε ζητήματα δυϊσμού, αυτές οι εντάσεις προσφέρουν ένα εξαιρετικά ισχυρό πεδίο εξερεύνησης.

Υπάρχει επίσης μια άλλη σημαντική διαφορά: εμφανίζομαι μπροστά σε κοινό.

Στο Soleil d’Hiver, παρόλο που ελέγχω όλες τις εικόνες ζωντανά, αυτές δε δημιουργούνται στην πραγματικότητα εκείνη τη στιγμή.

Όταν παίζω, ωστόσο, η μουσική ερμηνεύεται ζωντανά, μπροστά στο κοινό. Είναι κάτι απτό.

Μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο βιωμένη, περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένη. Αυτό είναι κάτι που με απασχολεί πολύ το τελευταίο διάστημα. Έτσι, το ούτι, όταν παίζεται ζωντανά, γίνεται το παρόν.

Η ηλεκτρονική επεξεργασία μετατρέπεται σε μια πολύ πρόσφατη ανάμνηση. Οι μαγνητικές ταινίες γίνονται μια πιο μακρινή ανάμνηση.

Και οι εικόνες μετατρέπονται σε ένα είδος φασματικής ανάμνησης, την οποία κάθε θεατής ερμηνεύει μέσα από την προσωπική του ιστορία.

Αυτά τα διαφορετικά επίπεδα είναι που με συναρπάζουν.

Οι φωτογραφίες του λευκώματος Soleil d’Hiver είναι συνήθως κοκκώδεις, κατά κύριο λόγο ασπρόμαυρες, συχνά επεξεργασμένες ή «παραμορφωμένες», ενίοτε θολές, υπερεκτεθειμένες και εκτός εστίασης, και γενικά προκαλούν μια αίσθηση ανησυχίας.

Είναι αυτό το προϊόν μιας ορθολογικής ή μιας διαισθητικής διαδικασίας; Σε ποιον βαθμό καθορίζεται η μνήμη, στη δική σου περίπτωση, από αυτά τα χαρακτηριστικά ή τις ποιότητες;

Φάντασμα. Νομίζω πως αυτή είναι η αγαπημένη μου λέξη όταν περιγράφω ορισμένες πτυχές του φωτογραφικού και μουσικού μου έργου.

Για το πρώτο μου βιβλίο, το H, ταξίδεψα στην αλγερινή Σαχάρα, στις τοποθεσίες των δεκαεπτά πυρηνικών δοκιμών που πραγματοποίησε εκεί η Γαλλία τη δεκαετία του 1960. Ήξερα ότι, εξήντα χρόνια αργότερα, δε θα έβλεπα τίποτα.

Κι όμως, πήγα εκεί για να φωτογραφίσω. Φωτογράφισα την απουσία, τη σιωπή και τη μοναξιά, αλλά και τη δική μου ταυτότητα ως Γάλλου ο οποίος επισκεπτόταν το μέρος. Κατά κάποιον τρόπο, ήμουν κι εγώ φάντασμα.

Όπως εκείνες οι στιγμές που νιώθουμε σαν θεατές της ίδιας μας της ζωής, σαν φαντάσματα που αιωρούμαστε πάνω από τον εαυτό μας.

Για μένα, το έργο μου αφορά το να μοιράζομαι το πώς αισθάνομαι και πώς προσεγγίζω αυτά τα ερωτήματα.

Και όταν καταπιάνομαι με ζητήματα που αφορούν την επικράτεια, την οικογένεια, τον πόλεμο, την εξορία και τον πολιτισμό, το μόνο το οποίο μπορώ να κάνω είναι να αφήσω άφθονο χώρο για την υποκειμενικότητα του καθενός.

Πιστεύω ότι αυτή η οπτική γλώσσα το επιτρέπει. Το ασπρόμαυρο δεν είναι η πραγματικότητα. Το θόλωμα δεν είναι η πραγματικότητα. Οι εικόνες που έχουν καταστραφεί με οξύ δεν είναι η πραγματικότητα.

Κι όμως, ελπίζω πως μπορούν να μιλήσουν για τη μνήμη που σβήνει, για τις αναμνήσεις που πλάθει η φαντασία, και ενίοτε για τον φόβο.

Και ανάμεσα σε αυτές τις εικόνες, επιλέγω σκόπιμα και ορισμένες οι οποίες είναι πολύ κλασικές, πολύ καθαρές, πολύ μετωπικές, ώστε να επαναφέρω λίγη πραγματικότητα ανάμεσα σε όλα αυτά τα φαντάσματα.

Η μνήμη αποτελεί κεντρικό άξονα στο έργο μου, αν και δεν είναι κάτι το οποίο επέλεξα συνειδητά. Επιβλήθηκε από μόνη της, μόλις η φωτογραφία έγινε μέρος αυτού που κάνω.

Το H ξεκίνησε με την ιστορία, την αποικιοκρατία και τη βόμβα υδρογόνου. Το Soleil d’Hiver πραγματεύεται την οικογένειά μου, τους πολέμους, την εξορία, το πένθος και τον εαυτό μου.

Αυτήν την περίοδο εργάζομαι πάνω στο Zone Blanche (Λευκή Ζώνη - προσωρινός τίτλος), το οποίο θα εξερευνήσει τη μετατραυματική μνήμη, την άρνηση, τη μνημονική αποσύνδεση και την απώλεια μνήμης που βίωσα κατά τη διάρκεια ενός ατυχήματος, στο οποίο δεκατρείς άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους μπροστά στα μάτια μου.

Με το πέρασμα των χρόνων, φαίνεται πως κινούμαι από το απείρως μεγάλο προς το απείρως μικρό, διατηρώντας πάντα το ζήτημα της μνήμης κάπου στο επίκεντρο.

Και αν θέλουμε να το δούμε από πολιτική σκοπιά, πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες μας είναι προβλήματα μνήμης. Ξεχνάμε γρήγορα. Μετασχηματίζουμε τα πράγματα. Πλάθουμε φαντασιώσεις για το παρελθόν.

Αυτήν τη στιγμή, έχω την αίσθηση ότι ολόκληρος ο κόσμος είναι στοιχειωμένος από φαντάσματα και μεταμορφώσεις της μνήμης. Ίσως να είμαι απλώς προϊόν της εποχής μου.

«Η ζωή του φωτογραφικού φιλμ είναι συναρπαστική. Τα φιλμ έχουν τη δική τους αίσθηση του χρόνου», γράφεις. Θα ήθελες να αναπτύξεις αυτήν τη σκέψη; Τι εκτιμάς περισσότερο στο αναλογικό φιλμ;

Ένα ρολό φιλμ είναι σαν ένα συναρπαστικό χρονολόγιο.

Μέσα σε τριάντα έξι καρέ μπορεί να συμπυκνώνεται ένα λεπτό ζωής - αν «δω» κάτι και αποφασίσω να το φωτογραφίσω τριάντα έξι φορές με την ελπίδα να βγάλω «τη» φωτογραφία, κάτι που, για μένα τουλάχιστον, δεν πετυχαίνει ποτέ!

Ή μπορεί αυτά τα τριάντα έξι καρέ να καλύπτουν μια περίοδο τριών ετών. Η ιστορία που διηγούμαι σχετικά με αυτό στο βιβλίο μου είναι πέρα ​​για πέρα ​​αληθινή.

Διαθέτω αρκετές φωτογραφικές μηχανές και, κάποιες φορές, δε χρησιμοποιώ κάποια από αυτές για έναν ολόκληρο χρόνο.

Όταν πέθανε η μητέρα μου, την φωτογράφισα με μια μικρή compact μηχανή. Αρκετούς μήνες αργότερα, ταξίδευα με πλοίο προς το Αλγέρι και ήθελα να τελειώσω ένα «παλιό φιλμ», οπότε φωτογράφισα τη θάλασσα.

Όταν τελικά εμφάνισα το φιλμ, ανακάλυψα τι είχα επιλέξει να φωτογραφίσω με εκείνη τη μηχανή τους προηγούμενους μήνες. Εκεί είναι η μητέρα μου, ξαπλωμένη μέσα σε ένα λευκό σάβανο, και αμέσως μετά ο αφρός των κυμάτων της Μεσογείου.

Εκείνο το φιλμ, που μου πήρε έναν χρόνο για να το ολοκληρώσω, καθόρισε την πορεία μου. Το βιβλίο μου ξεκινά σχεδόν αμέσως με αυτές τις οπτικές αναλογίες.

Υπάρχει, επίσης, η υλική υπόσταση του αναλογικού φιλμ, την οποία λατρεύω και ίσως ακόμη και να χρειάζομαι.

Μου αρέσει που δεν μπορώ να βλέπω τις φωτογραφίες τις οποίες τραβάω όταν ταξιδεύω. Περπατώ για ώρες, επί μέρες ολόκληρες, χωρίς να βλέπω ούτε μία εικόνα. Αυτό με βοηθά να αναζητώ ποιητικούς χώρους όταν φωτογραφίζω ή κινηματογραφώ.

Με την ψηφιακή φωτογραφία, δε θα είχα ποτέ την πειθαρχία να μην ελέγχω τα πάντα κάθε βράδυ.

Έτσι, φωτογραφίζω μέσα στη σιωπή και παραμένω «τυφλός» για εβδομάδες, προτού δω τελικά τις εικόνες. Νομίζω πως αυτό με βοηθάει αφάνταστα.

Και επειδή η αναλογική φωτογραφία απαιτεί χρόνο και χρήμα, νομίζω ότι αναζητώ κάτι βαθύτερο μέσα στις εικόνες μου. Πρέπει να βυθίζομαι ολοκληρωτικά σε αυτές, καθώς είναι σχετικά λίγες και η καθεμία γίνεται πολύτιμη. Κι αυτό βοηθάει.

Και αφού το φιλμ εμφανιστεί, μπορώ ακόμα να επέμβω σε αυτό. Μπορώ να το βυθίσω σε οξύ, να το αφήσω πεταμένο στο πάτωμα ή να το προστατεύω εμμονικά από τον παραμικρό κόκκο σκόνης.

Η ψυχική μου κατάσταση μπορεί να συνεχίσει να επηρεάζει το αντικείμενο. Αυτό το βρίσκω όμορφο.

Έχω την ίδια σχέση με τα όργανά μου. Το βασικό μου ούτι είναι γεμάτο σημάδια από το μάλλον βίαιο δεξί μου χέρι και από τις περιοδείες. Το άλλο μου ούτι παραμένει άψογο στο σπίτι. Γιατί το ένα και όχι το άλλο; Δεν έχω ιδέα.

Το ζήτημα της ποιότητας της εικόνας είναι σχεδόν δευτερεύον. Δε με ενδιαφέρουν οι συζητήσεις περί αναλογικής έναντι ψηφιακής φωτογραφίας. Ωστόσο, η χειρονομία μου παραμένει καθαρά αναλογική, ακριβώς όπως συμβαίνει και στη μουσική.

Ο πατέρας σου υποψιαζόταν πως δεν ήσουν «πραγματικός» φωτογράφος -πόσο μάλλον μουσικός ή ουτίστας-, αλλά αξιωματικός των υπηρεσιών πληροφοριών.

Ποια είναι η πιθανή -έστω και φανταστική- σύνδεση ανάμεσα στη φωτογραφία και την κατασκοπεία;

Το πιστεύει ακόμα! Ήμουν το πρώτο άτομο στην οικογένειά μου -και το μόνο- που πήγε στο πανεπιστήμιο. Έτσι, όταν οι γονείς μου συνειδητοποίησαν ότι ήθελα να γίνω καλλιτέχνης, δυσκολεύτηκαν πολύ να το καταλάβουν.

Ο πατέρας μου υπηρετούσε στον στρατό, η μητέρα μου εργαζόταν για τον στρατό, ο θείος μου, η αδελφή μου, ο παππούς μου... όλοι τους συνδέονταν με τον στρατό. Κι εγώ μεγάλωσα σε στρατιωτικές βάσεις στη Γερμανία.

Κανείς τους δεν ήταν ανώτερος αξιωματικός· όλοι τους ανήκαν στο υπαξιωματικό και κατώτερο προσωπικό.

Έτσι, όταν αποφάσισα να ασχοληθώ με τη μουσική, άρχισα να ενδιαφέρομαι για το ούτι και ξεκίνησα να ταξιδεύω στον αραβικό κόσμο και αργότερα σε όλη τη Μεσόγειο, οι γονείς μου αδυνατούσαν απλώς να καταλάβουν τι συνέβαινε.

Και κάποια στιγμή, ο πατέρας και η μητέρα μου άρχισαν να πιστεύουν αυτήν την ιστορία: ότι ήμουν μυστικός πράκτορας και πως η μουσική και η φωτογραφία αποτελούσαν την «κάλυψή» μου στο εξωτερικό.

Ο πατέρας μου μού το είπε για πρώτη φορά πριν από πέντε χρόνια, μετά τον θάνατο της μητέρας μου.

Πριν από έναν χρόνο, τον κινηματογράφησα και του πήρα συνέντευξη σχετικά με αυτό, και εξακολουθεί να το πιστεύει. Επομένως, το H ήταν προφανώς μια αποστολή στην Αλγερία.

Η παραμονή μου στη Βηρυτό κατά τις περιόδους των βομβαρδισμών αποτελούσε, αναγκαστικά, μια αποστολή. Η απέλασή μου από την Αλγερία και η απαγόρευση εισόδου στη χώρα, πριν από τρία χρόνια, συνδέονταν με τις αποστολές μου.

Οφείλω να ομολογήσω πως το βρίσκω εξαιρετικά αστείο.

Ό,τι κι αν κάνω, ο πατέρας μου το ερμηνεύει σαν να είμαι κατάσκοπος, και οφείλω να ομολογήσω πως η θεωρία αυτή λειτουργεί εκπληκτικά καλά. Κάποια μέρα, ονειρεύομαι να γυρίσω μια ταινία γι' αυτό.

Μπορώ, φυσικά, να καταλάβω πώς κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα. Δε διαθέτει ιδιαίτερο καλλιτεχνικό υπόβαθρο και είναι ένας άνθρωπος ο οποίος δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να ακολουθήσει ανώτατη εκπαίδευση.

Έτσι, από τη δική του οπτική γωνία, βλέπει απλώς τον γιο του -που μεγάλωσε ανάμεσα σε στρατιώτες- να παίρνει μια κάμερα και να ταξιδεύει σε μέρη τα οποία κάποιοι θεωρούν «επικίνδυνα».

Όταν πήγα στην Αλγερία για να δημιουργήσω το H, κατά τη διάρκεια τριών ξεχωριστών ταξιδιών στο Ρεγκάν και το Ταμανρασέτ, ανακρίθηκα δεκαοκτώ φορές από την αστυνομία και τον στρατό. Κι εκείνοι ανησυχούσαν μήπως κατασκόπευα.

Έτσι, το ζήτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε σχέση με τη φωτογραφία.

Φυσικά, είναι πολύ εύκολο να γίνει αυτή η φανταστική σύνδεση. Αν φωτογραφίζω κάποιον, κατά μία έννοια τον παρατηρώ. Τον κατασκοπεύω, ίσως.

Ωστόσο, δουλεύω κυρίως με φακούς 28mm και 35mm, οπότε, όταν φωτογραφίζω κάποιον, συχνά στέκομαι σε απόσταση ενός μέτρου από αυτόν. Αυτό με καθιστά ιδιαίτερα κακό κατάσκοπο.

Νομίζω, όμως, ότι αυτό εγείρει ένα σημαντικό ερώτημα σχετικά με τις εικόνες στον κόσμο μας και τη σχέση την οποία έχει ο καθένας μας με αυτές.

Κατά μία έννοια, η φωτογραφία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δείξει τι υπάρχει, για να διατηρήσει μια ακριβή καταγραφή των πραγμάτων. Τις τοποθεσίες των πυρηνικών δοκιμών, για παράδειγμα.

Ένας κατάσκοπος ή ένας δημοσιογράφος θα μπορούσε να τις φωτογραφίσει με αυτόν τον τρόπο. Εγώ φωτογραφίζω για να δείξω ποιος είμαι εκείνη τη στιγμή.

Αν φωτογραφίσω ένα αραβικό τοπίο με μιναρέδες στο βάθος, τοίχους κατακόκκινους σαν το αίμα και έναν πράσινο ουρανό -αποτέλεσμα της δράσης οξέος στο φιλμ-, δεν αποτυπώνω αυτό που υπάρχει εκεί.

Προσπαθώ να δείξω ποιος είμαι εγώ σε σχέση με αυτό το οποίο υπάρχει εκεί.

Ίσως λοιπόν να είμαι κατάσκοπος, τελικά. Κατασκοπεύω τον εαυτό μου και μετά δείχνω το αποτέλεσμα σε άλλους ανθρώπους, με την ελπίδα ότι ίσως αναγνωρίσουν κάτι από τον εαυτό τους σε αυτό.

Το συγκεκριμένο έργο αποτελεί καρπό αρκετών περιόδων καλλιτεχνικής φιλοξενίας στη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική, τη Γαλλία και την Ελλάδα, καθώς και συναντήσεων με διάφορους καλλιτέχνες κατά τη διάρκεια αυτής της πορείας.

Πόσο έχει αλλάξει το δικό σου βλέμμα -προς τα έξω και προς τα μέσα- μέσα από αυτήν τη διαδικασία;

Ήταν μια συναρπαστική εμπειρία και ένα τεράστιο προνόμιο. Οι συναντήσεις που είχα κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων φιλοξενίας ήταν καθοριστικές.

Από καλλιτεχνικής άποψης, κατ’ αρχάς, είχα την αίσθηση ότι «με καταλαβαίνουν». Αυτή η απλή διαπίστωση μου έδειξε κυρίως πόση πρόοδο πρέπει ακόμη να σημειώσει η χώρα μου σε ορισμένα ζητήματα.

Στη Γαλλία, παρά την πραγματική ποικιλομορφία του πληθυσμού μας, το παίξιμο του ουτιού εξακολουθεί να θεωρείται εξωτικό. Ένας «Γάλλος» ο οποίος παίζει ούτι θεωρείται ακόμη πιο εξωτικός.

Βάζω τη λέξη «Γάλλος» σε εισαγωγικά, επειδή το ερώτημα του τι σημαίνει να είναι κανείς Γάλλος έχει εξελιχθεί σε τεράστιο ζήτημα στη χώρα μου.

Ας πούμε ότι -δυστυχώς, στα μάτια ορισμένων ανθρώπων- πρόκειται για έναν λευκό άνδρα, με χριστιανικό πολιτισμικό υπόβαθρο, που μιλάει γαλλικά και παίζει ούτι.

Χρειαζόταν να δημιουργήσω αυτό το ρεπερτόριο μπροστά σε καλλιτέχνες και κοινό για τους οποίους το ίδιο το ούτι δεν αποτελούσε έκπληξη.

Στη Γαλλία, εξακολουθεί να υπάρχει μια μορφή οριενταλιστικής προσδοκίας γύρω από αυτό το όργανο. Η Ιστορία της χώρας μου εξηγεί σε μεγάλο βαθμό αυτήν τη σχεδόν ψυχαναλυτική σχέση με τον αραβικό κόσμο.

Η αποικιοκρατία παραμένει ένα τεράστιο και άλυτο ζήτημα στη Γαλλία.

Έτσι, όταν έπαιζα μπροστά σε αιγυπτιακό ή λιβανέζικο κοινό, βρισκόμουν επιτέλους αντιμέτωπος με την πραγματικότητα της μουσικής μου. Το ερώτημα δεν ήταν πια αν μπορούσα να κάνω τον κόσμο να ονειρευτεί, απλώς παίζοντας αυτό το όργανο.

Το πραγματικό ερώτημα έγινε: τι έχω στ’ αλήθεια να πω με αυτό; Τις χρειαζόμουν εκείνες τις στιγμές. Και ήταν όλες τους εξαιρετικές.

Φυσικά, υπάρχουν πάντα και πιο συντηρητικοί άνθρωποι -κάτι απολύτως φυσιολογικό- οι οποίοι θεωρούν ότι δεν είναι αυτός ο ενδεδειγμένος τρόπος χειρισμού των πραγμάτων. Έχουν και αυτοί τα δίκια τους, και είχαμε ορισμένες πολύ έντονες συζητήσεις.

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια εκείνων των συναντήσεων συνέβησαν, κατά κύριο λόγο, όμορφα πράγματα.

Το ερώτημα το οποίο έθετα στον εαυτό μου σχετικά με τη συγγένεια ανάμεσα σε Λιβανέζους, Αιγύπτιους, Έλληνες ή Ιρακινούς καλλιτέχνες που κινούνται στον χώρο της αβάν γκαρντ μουσικής και εμένα -έναν Γάλλο παίκτη του ουτιού προερχόμενο από τη σύγχρονη τζαζ- επιλύθηκε γρήγορα.

Κινούμαστε ο ένας προς τον άλλον. Και τίποτα πια δε θα μας εμποδίσει να συναντηθούμε. Πρόκειται για ψευδοερωτήματα. Μέσω της τέχνης, για άλλη μια φορά, καταργούμε εν μέρει ορισμένα σύνορα.

Δεν είμαστε όλοι πολιτισμικά πανομοιότυποι -ευτυχώς-, αλλά έχουμε τόσα πολλά να μοιραστούμε.

Και εκπλήσσομαι συνεχώς από το ανοιχτό πνεύμα των ανθρώπων που έχω γνωρίσει, τόσο απέναντι στη ζωή όσο και απέναντι στην τέχνη.

Όταν έπαιζα στο Ιράκ, για παράδειγμα, μπροστά σε ένα κοινό ορισμένες φορές αρκετά παραδοσιακό, φοβόμουν ότι τα πράγματα ίσως πήγαιναν άσχημα. Ήταν υπέροχα.

Είναι ένα απλό μάθημα, αλλά ένα μάθημα που εγώ, ως Γάλλος, οφείλω να υπενθυμίζω συνεχώς στον εαυτό μου.

Όποτε προκύπτει ο πειρασμός του σνομπισμού, οφείλω να παραμένω ταπεινός. Αυτό ισχύει στη μουσική και σε ανθρώπινο επίπεδο, αλλά πιστεύω ότι θα έπρεπε να ισχύει και για τις χώρες και τις ηπείρους.

Ο κόσμος έχει αλλάξει δραματικά τα τελευταία χρόνια και χαίρομαι που διανύω αυτήν την πορεία εν μέσω της συγκεκριμένης συνθήκης.

Την Τρίτη 6 Οκτωβρίου θα εμφανιστείς ζωντανά στην Αθήνα στον χώρο του KET, ο οποίος διακρίνεται πάντα για τη δημιουργική ανησυχία και τη φιλόξενη ατμόσφαιρά του.

Δεδομένου ότι γνωρίζεις καλά την πόλη -και την Ελλάδα, γενικότερα-, σε ποιον βαθμό νιώθετε πολιτισμικά «σαν στο σπίτι σου» όταν επιστρέφεις στη χώρα;

Το KET είναι ένας υπέροχος χώρος, διευθυνόμενος από υπέροχους και θαρραλέους ανθρώπους. Και μόνο αυτό με κάνει να νιώθω βαθιά συνδεδεμένος μαζί τους.

Πρέπει να παραδεχτώ ότι, τελικά, δυστυχώς γνωρίζω ελάχιστα την Ελλάδα.

Έχω βρεθεί εκεί αρκετές φορές ως μουσικός και έχω γνωρίσει ορισμένες πόλεις μέσα από τις εμφανίσεις και τις επαφές μου με τον κόσμο.

Ονειρεύομαι, όμως, να μπορέσω κάποια μέρα να αφιερώσω ουσιαστικό χρόνο εκεί, απλώς και μόνο για να κατανοήσω λίγο καλύτερα τη χώρα και τους ανθρώπους της.

Αλλά ναι, η Ελλάδα μπορεί μερικές φορές να μοιάζει με τον τρόπο που νιώθω εσωτερικά.

Διαθέτει μια απίστευτα έντονη και ζωντανή Ιστορία και γεωγραφία, αποτελώντας σημείο συνάντησης πολλών διαφορετικών κληρονομιών και πολιτισμών, με αντιφάσεις πολύ εμφανείς. Νιώθω βαθιά οικειότητα με αυτά τα ερωτήματα.

Στη Γαλλία, δεν είναι τόσο η γεωγραφία μας που έχει εγείρει αυτά τα ερωτήματα, όσο η αυτοκρατορική μας Ιστορία. Στην Ελλάδα, αυτά μοιάζουν σχεδόν χαραγμένα στον ίδιο τον τόπο.

Και νομίζω πως αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που με ελκύουν τόσο έντονα στη χώρα σας.

Σε έναν ολοένα πιο ομοιογενή μονοπολικό κόσμο, ποιες είναι οι προοπτικές, οι πολιτικές δυναμικές και ο ενδεχόμενος αντίκτυπος των πειραματικών καλλιτεχνικών πρακτικών, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο;

Κατ’ αρχάς, παρά τις προσπάθειές μου να αποστασιοποιηθώ, αναπόφευκτα έχω μια πολύ γαλλική οπτική για το ζήτημα αυτό. Επομένως, δεν μπορώ πραγματικά να μιλήσω εκ μέρους ανθρώπων σε άλλα μέρη οι οποίοι αντιμετωπίζουν τα ίδια ζητήματα.

Στη χώρα μου, παρατηρώ μια αυξανόμενη καλλιτεχνική τυποποίηση και, ενίοτε, μεγαλύτερη εστίαση στη μορφή παρά στο νόημα. Το μέλλον προμηνύεται δύσκολο.

Ακόμη και για ανθρώπους σαν εμάς, που παραμένουμε κάπως προστατευμένοι, διαπιστώνω ότι οι πειραματικές σκηνές υποκύπτουν σε τάσεις και μόδες και οργανώνονται όλο και περισσότερο γύρω από ιεραρχικές δομές και τους δικούς τους «αστέρες» - τηρουμένων, βέβαια, των αναλογιών.

Σιγά σιγά, αυτός ο κόσμος αρχίζει να υποφέρει από τα ίδια προβλήματα με την κοινωνία εν γένει και με άλλους καλλιτεχνικούς τομείς.

Από οικονομικής άποψης, τα πράγματα γίνονται όλο και πιο δύσκολα, καθώς η κερδοφορία μιας εκδήλωσης αποκτά πλέον ολοένα και μεγαλύτερη σημασία.

Και το ζήτημα της κερδοφορίας αλλάζει τα πάντα. Διότι, κατά τη γνώμη μου, αν σκεφτούμε με καθαρά καλλιτεχνικούς, ποιητικούς, πολιτικούς ή συναισθηματικούς όρους, τα έργα αυτά είναι εξαιρετικά κερδοφόρα.

Συζήτησα γι’ αυτό το καλοκαίρι με μια γυναίκα από το κοινό, η οποία περίμενε σχεδόν μία ώρα για να μου μιλήσει μετά από μια παράσταση του Soleil d’Hiver.

Ήρθε να μου πει ότι δεν της άρεσε απολύτως τίποτα στη δουλειά μου. Φαινόταν σχεδόν θυμωμένη. Εμένα μου φάνηκε υπέροχο. Την ευχαρίστησα και της είπα πως ο θυμός είναι ένα συναίσθημα όπως κάθε άλλο.

Τι ήταν αυτό που την είχε θυμώσει; Ήταν θυμωμένη μαζί μου; Με τον εαυτό της;

Μιλήσαμε για σχεδόν μία ώρα. Νομίζω ότι και οι δύο βγήκαμε κερδισμένοι από αυτήν τη συζήτηση. Επομένως, αν μιλάμε για κερδοφορία, εκείνη και μόνο η γυναίκα δικαιολόγησε το ταξίδι των 800 χιλιομέτρων με το τρένο για να δώσω εκείνη τη συναυλία.

Δυστυχώς, ο κόσμος μας δε λειτουργεί με βάση αυτούς τους κανόνες. Αν η κερδοφορία σημαίνει να έχεις ένα μεγάλο κοινό που δαπανά πολλά χρήματα, τότε βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το κεντρικό παράδοξο των πρακτικών μας.

Η πολιτική χειρονομία βρίσκεται εκεί. Ταξιδεύω κάπου, μερικές φορές χωρίς να βγάλω καθόλου λεφτά, απλά και μόνο επειδή η δουλειά πρέπει να υπάρχει. Σε αυτό συνίσταται η αντίθεση με τα συστήματα τα οποία μας περιβάλλουν.

Προσωπικά, έχω την ανάγκη οι καλλιτεχνικές χειρονομίες μου να φέρουν νόημα. Αφήγηση, μια θέση, ένα αίτημα, ένα ερώτημα: όλα αυτά είναι σημαντικά για μένα.

Ένας Γάλλος που κακομεταχειρίζεται ένα ούτι προκειμένου να μιλήσει για τον πατέρα του ο οποίος εγκατέλειψε την Αλγερία είναι κάτι πολιτικό. Η ίδια η φύση αυτών των ερωτήσεων είναι πολιτική.

Δεν ευθύνεται ο πατέρας μου επειδή μεγάλωσε στην Αλγερία, ούτε επειδή στο πλαίσιο της ανατροφής του τού έλεγαν πως η Αλγερία είναι η πατρίδα του, ούτε επειδή οι Αλγερινοί πάλεψαν για να ξανακερδίσουν την ανεξαρτησία τους.

Δεν ήταν λάθος του που επέστρεψε στη Γαλλία και δεν μπορούσε να κατανοήσει την ίδια του τη θλίψη. Η αποικιοκρατία, η παγκοσμιοποίηση και ο ιμπεριαλισμός δημιούργησαν αυτήν την περφόρμανς.

Και είμαι μονάχα ένα εργαλείο μέσω του οποίου μπορούν να διατυπωθούν αυτές οι ερωτήσεις, όπως είναι το ούτι και η κάμερά μου.

Αισθάνομαι αυτήν τη δυναμική σε πολλά από όσα βλέπω και ακούω επί του παρόντος. Πιστεύω και ελπίζω ότι οι πρακτικές μας θα εκφραστούν σε αυξανόμενο βαθμό με αυτόν τον τρόπο.

Ευχαριστώ θερμά τον καλλιτέχνη για τον χρόνο του και για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού.

Ο Grégory Dargent εμφανίζεται ζωντανά την Τρίτη 6 Οκτωβρίου στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων (Κύπρου 91Α & Σικίνου 35Α, Κυψέλη, Αθήνα). Τη συναυλία ανοίγουν οι Bethnal Greener.

Πόρτες: 20:30. Έναρξη: 21:00.