Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλγερία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλγερία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2024

Ματιέ Μπελεζί: «Την ελευθερία της γραφής την έμαθα στον δρόμο»

 


Αφηγούμενο την μοίρα μιας χούφτας Γάλλων εποίκων και στρατιωτών στην Αλγερία του 19ου αιώνα, το πυκνό σε νοήματα μυθιστόρημα του Ματιέ Μπελεζί, Δεν είμαστε αγγελούδια, ανατέμνει τις θηριωδίες της γαλλικής αποικιοκρατίας.

Λάτρης της Ελλάδας και ιδίως της Τήλου, ο πλάνητας συγγραφέας μάς μιλά με αφορμή την πρόσφατη έκδοση του βιβλίου του στα ελληνικά.

«Συνδέομαι με την Ελλάδα σαν παλιός φίλος», ήταν ένα από τα -ευγενικά- σχόλιά σου που συνόδευαν την αρχική σου απάντηση στο αίτημά μου για συνέντευξη.

Από πού πηγάζει η έντονη αγάπη σου για την Ελλάδα και γιατί περιλαμβάνεις το νησί της Τήλου στα μέρη όπου θα μπορούσες να συνεχίσεις την ζωή σου;

Η αγάπη μου για τα ελληνικά νησιά και τον ελληνικό λαό πηγάζει ίσως από την ανάγνωση σε ηλικία είκοσι ετών του Κολοσσού του Αμαρουσίου, αυτού του φωτεινού κειμένου που έγραψε ο Χένρι Μίλερ κατά την παραμονή του στην Ελλάδα.

Ήταν ο Μίλερ που άνοιξε διάπλατα τις πόρτες της Ελλάδας προς εμένα, αυτής της αξέχαστης Ελλάδας την οποία η διαφθορά και η χυδαιότητα αυτού του κόσμου είναι αδύνατο να καταστρέψουν.

Και είπα, αν από έκτακτη κλιματική ανάγκη αναγκαζόμουν να βρω καταφύγιο, θα επέλεγα την Τήλο, γιατί υπάρχουν λόφοι και κοιλάδες εκεί που κρατούν μέσα τους αυτό το πολύ αρχαίο φως άλλων καιρών, όταν ο άνθρωπος είχε σεβασμό για τη γη.

Η Ελλάδα -ή τα ελληνικά νησιά, συγκεκριμένα- δεν είναι η μόνη χώρα στην οποία έχεις ζήσει.

Σε ποιο βαθμό η ζωή σε τόσο διαφορετικές χώρες όπως το Μεξικό, το Νεπάλ και η Ινδία έχει διαμορφώσει την οπτική σου τόσο για την ζωή όσο και για την συγγραφική τέχνη;

Έχω ζήσει μια περιπλανώμενη ζωή για ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου, γιατί δεν αντέχω να ζω για πολύ μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός σπιτιού.

Είναι περίεργη αυτή η συνεχής ανάγκη για το αλλού, όταν ένας συγγραφέας μάλλον αποζητά την μοναξιά των τεσσάρων τοίχων που προστατεύουν το έργο του.

Αλλά αυτή η διαρκής επιθυμία να παίρνω τους δρόμους, να συναναστρέφομαι με ξένους σε μένα πληθυσμούς, συνέβαλε αναμφίβολα στην ανάπτυξη και ενίσχυση της απόλυτης ανάγκης μου για ελευθερία.

Γιατί μέσα σ’ αυτή την απόλυτη ελευθερία γράφω τα κείμενά μου.

Όσο περισσότερο βγαίνω στους δρόμους, τόσο περισσότερο γράφω, τόσο περισσότερο η φαντασία μου γίνεται πλουσιότερη, γεμάτη με χαρακτήρες οι οποίοι στην συνέχεια παίρνουν σάρκα και οστά στα μυθιστορήματά μου.

Την ελευθερία της γραφής την έμαθα στον δρόμο, όχι στα παγκάκια κάποιου ιδρύματος.

Μιλώντας για την τέχνη της γραφής, πριν από είκοσι πέντε χρόνια αποφάσισες να της αφιερώσεις τη ζωή σου. Γιατί έκανες αυτή την επιλογή; Έχει αποδώσει δημιουργικά και υπαρξιακά;

Μεγάλωσα σε μια ταπεινή οικογένεια, όπου δεν υπήρχαν δέκα βιβλία στο ράφι. «Έπρεπε να έχεις γεννηθεί σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον για να έχεις την επιτήδευση της συγγραφής», έλεγα στον εαυτό μου.

Το να γράφω με εντυπωσίαζε, να γράφω σελίδες επί σελίδων, και μετά να τις συνδυάζω για να φτιάξω ένα βιβλίο. Ήταν μια φιλοδοξία προορισμένη για μια προνομιούχα ελίτ.

Σκέφτηκα πως, λόγω της κοινωνικής μου κατάστασης, δεν μπορούσα να έχω αυτήν την φιλοδοξία. Χρειάστηκα, λοιπόν, χρόνο για να τολμήσω να αναπτύξω ένα συγγραφικό έργο.

Όταν, όμως, πήρα την απόφασή μου, δεν ετίθετο ζήτημα να το μετατρέψω σε ψυχαγωγική δραστηριότητα. Παράτησα όσα έκανα στην προηγούμενη ζωή μου για να αφοσιωθώ ολοκληρωτικά στην δουλειά μου ως συγγραφέας.

Ξεκίνησα την πορεία μου, με τα μέτρια μέσα μου, αλλά τουλάχιστον είχα αυτή την απόλυτη ελευθερία που φαινόταν απαραίτητη για κάθε δημιουργική φιλοδοξία.

Πρόσφατα μεταφρασμένο στα ελληνικά, το μυθιστόρημά σου Δεν είμαστε αγγελούδια ξετυλίγεται για άλλη μια φορά στην Αλγερία.

Τι σηματοδοτεί για εσένα η Αλγερία τόσο ως συμβολική συμπύκνωση των δεινών της γαλλικής αποικιοκρατίας όσο και ως βιωμένη πραγματικότητα;

Δεν έχω πάει ποτέ στην Αλγερία. Ξέρω μόνο το Μαρόκο και την Τυνησία. Και δεν νιώθω την ανάγκη, γιατί για μένα η Αλγερία είναι πρώτα και κύρια μια λογοτεχνική περιοχή.

Ο Φόκνερ διάλεξε τον αμερικανικό Νότο, εγώ την Αλγερία για να γράψω τέσσερα μυθιστορήματα.

Μπορώ όμως να πω ότι έθεσα και στον εαυτό μου αυτό το ερώτημα: Γιατί η γαλλική λογοτεχνία, όπως και ο κινηματογράφος, δεν αποτύπωσε ποτέ αυτήν την δραματική περίοδο της κατάκτησης της Αλγερίας;

Και αυτό το ερώτημα, το οποίο έμενε αναπάντητο, με ώθησε να ασχοληθώ με τον προβληματισμό σχετικά με την γαλλική αποικιοκρατία, ένα θέμα που μου φαινόταν ότι προσεγγίζεται με ύποπτη απροθυμία από την Γαλλία.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η αποίκιση της Αλγερίας υλοποιήθηκε μέσω της δημιουργίας οικισμών εποίκων.

Αυτό σημαίνει ότι η Γαλλία προσπάθησε να επιβάλει τους νόμους της Γαλλικής Δημοκρατίας σε αυτήν την αφρικανική γη, αγνοώντας, ακόμη και προσπαθώντας να εξαφανίσει τον αυτόχθονα πολιτισμό.

Σε αυτό το μυθιστόρημα, η βάναυση βιωμένη πραγματικότητα του αποικισμού φιλτράρεται μέσα από το πρίσμα των Γάλλων εποίκων. Γιατί οι αφηγητές σας είναι μια γυναίκα και ένας λοχαγός;

Αυτή είναι ένα ερώτημα που δε θέτω ποτέ στον εαυτό μου. Αυτό που αναζητώ είναι φωνές: δυνατές, αξιόπιστες, ανθρώπινες φωνές.

Πραγματικές φωνές, ικανές να αφηγηθούν οικείες στιγμές της ζωής τους. Το αν αυτές οι φωνές ανήκουν σε γυναίκες ή σε άντρες δεν έχει σημασία για μένα.

Καθώς οι θηριωδίες του γαλλικού στρατού συσσωρεύονται και ο ριζωμένος αντιαραβικός/αντι-μουσουλμανικός ρατσισμός της γυναίκας αφηγήτριας εντείνεται, το βιβλίο σου γίνεται όλο και πιο αφόρητο.

Γιατί είναι σημαντικό για εσένα να δημιουργήσεις μια ανησυχαστική εμπειρία ανάγνωσης;

Και εδώ δεν προσπαθώ εσκεμμένα να αποσταθεροποιήσω τον αναγνώστη.

Με τον συνδυασμό των λέξεων θέλω απλώς να τον κάνω να ταξιδέψει στο χρόνο, να τον εγκαταστήσω στην δεκαετία του 1840 στην καρδιά αυτής της αλγερινής γης, στο κεφάλι, το σώμα και την σάρκα μιας γυναίκας και εξίσου στο κεφάλι, το σώμα και την σάρκα ενός στρατιώτη.

Αποδεικνύεται πως αυτή η εποχή του αποικισμού ήταν μια εξαιρετικά βίαιη εποχή. Επομένως, δεν πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι η δουλειά μου ως συγγραφέας αντικατοπτρίζει αυτήν την βία.

Και αν μερικές φορές ο αναγνώστης μπορεί να αισθάνεται άβολα, είναι επειδή έχει πολύ επιφανειακή γνώση των συνεπειών κάθε αποικισμού.

Οι Γάλλοι, όπως και οι Ισπανοί, οι Ιταλοί, οι Βέλγοι, οι Ολλανδοί, οι Άγγλοι και οι Γερμανοί, κατέφυγαν σε βία την οποία ίσα που μπορεί να φανταστεί κάποιος όταν οι στρατοί των εν λόγω χωρών αποβιβάστηκαν σε εδάφη πολύ βολικά χαρακτηριζόμενα ως «βαρβαρικά».  

Είναι καιρός η Ευρώπη ν’ αναθεωρήσει την κρίση της σχετικά με τα λεγόμενα οφέλη του αποικισμού.

Δεδομένης της συχνής έλλειψης σημείων στίξης, το κείμενο δίνει την εντύπωση ενός μακρού, αγωνιώδους ουρλιαχτού. Παρομοιάζεις, γενικά, την λογοτεχνία μ’ ένα ουρλιαχτό, μια εμπειρία που έχει και σωματική εκδήλωση;

Όχι μ’ ένα ουρλιαχτό. Αλλά μ’ ένα τραγούδι, ναι. Για μένα, κάθε σπουδαίο βιβλίο, κάθε σπουδαίο έργο κάνει να ακούγεται μια συγκεκριμένη μουσική. Ένας δικός του ρυθμός.

Υπάρχει, για παράδειγμα, η μουσική του Σελίν, αλλά και αυτή του Φόκνερ, του Προυστ, του Μέλβιλ, της Ντυράς ή της Γουλφ.  

Ανοίξτε τα βιβλία τους, θα εντυπωσιαστείτε αμέσως από τη μοναδική δύναμη του στυλ τους, τον μουσικό τρόπο που διαθέτουν να σας μεταφέρουν στον κόσμο τους.

Το Δεν είμαστε αγγελούδια έχει συζητηθεί και βραβευτεί ευρέως στην Γαλλία.

Πιστεύεις ότι η γαλλική κοινωνία είναι τελικά έτοιμη να αναγνωρίσει και να επεξεργαστεί την ενοχή της για την περίοδο του αποικισμού ή υπαναχωρεί όλο και περισσότερο σε μια ρατσιστική νοοτροπία;

Η Γαλλία δυσκολεύεται πραγματικά να αναγνωρίσει την πολύ κακή συμπεριφορά του γαλλικού στρατού στην Αλγερία. Αλλά το ίδιο ισχύει για όλες τις χώρες που ανέφερα προηγουμένως.

Ο αποικισμός επέτρεψε σε όλες αυτές τις χώρες να εκφράσουν τον ευρωπαϊκό ρατσισμό που διαιρούσε τον κόσμο σε ανώτερες και κατώτερες φυλές.

Η Γαλλία, η Πορτογαλία, το Βέλγιο εισέβαλαν στην Αφρική για να φέρουν τα λεγόμενα «φώτα» τους στους χαμένους λαούς. Αλλά στο όνομα αυτών των φώτων, άνθρωποι σκότωσαν, λεηλάτησαν και επέβαλαν με το ζόρι έναν πολιτισμό.

Σύμφωνα με το βιογραφικό σου, δεν ταυτίζεσαι με κανέναν πολιτικό και αποζητάς την μοναξιά.

Πώς αντιλαμβάνεσαι, ωστόσο, τον εαυτό σου με πολιτικούς/φιλοσοφικούς όρους; Είναι η μοναξιά προϋπόθεση για την βαθιά λογοτεχνία;

Πάντα ήμουν πολύ αριστερός πολιτικά. Σήμερα, όμως, πιστεύω ότι δεν μπορούμε να συλλογιζόμαστε με αυτόν τον τρόπο.

Αριστερά-δεξιά-κέντρο δεν έχουν πλέον νόημα μπροστά στην κλιματική αλλαγή που διαταράσσει βάναυσα το περιβάλλον μας. Η Ισπανία είναι ένα τρομακτικό παράδειγμα.

Μακροπρόθεσμα, η επιβίωση της ανθρωπότητας διακυβεύεται και τι κάνουν οι γυναίκες και οι άντρες αυτού του πλανήτη; Τίποτα. Απολύτως τίποτα.

Ποτέ δεν έχουν πουληθεί τόσα αυτοκίνητα, τόσα κλιματιστικά, δεν έχουν υπάρξει ποτέ τόσοι πολλοί ταξιδιώτες σε τρένα και αεροπλάνα.

Κάθε μέρα που περνά είναι μια μέρα μαζικής καταστροφής όσων είναι ακόμα ζωντανά. Οπότε ναι, υπάρχει πάντα η λύση της μοναξιάς για όσους χρειάζονται περιχαράκωση, αυτήν την ουσιαστική περιχαράκωση για να χτίσουν ένα έργο.

Αλλά ένας συγγραφέας δεν έχει καθήκον να δεσμευτεί;

Το επόμενο μυθιστόρημά μου, που θα έπρεπε να ονομάζεται Cantique du Chaos (Ύμνος του Χάους), είναι ένα είδος δυστοπίας που μέσω του Tεό, του κεντρικού ήρωά του, θέτει αυτά τα ερωτήματα της δέσμευσης και της επιβίωσης.

Ευχαριστώ θερμά την Charlotte Bréhat (Éditions Le Tripode) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και τον συγγραφέα για τον χρόνο που μου διέθεσε και την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Το μυθιστόρημα του Ματιέ Μπελεζί Δεν είμαστε αγγελούδια κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις opera σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη.



Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2023

Αλίς Ζενιτέρ: «Όταν γράφω, αισθάνομαι πιο δεκτική στον κόσμο γύρω μου»

 

Αλίς Ζενιτέρ (Φωτογραφία: Astrid di Crollalanza © Flammarion)

Ο Αντουάν είναι συνεργάτης ενός σοσιαλιστή βουλευτή. Η Αυτή είναι μια αντιθεσμική χάκερ. Οι δρόμοι τους διασταυρώνονται στο καινούριο μυθιστόρημα της Αλίς Ζενιτέρ, Σαν κράτος εν κράτει, έναν στοχασμό για το νόημα της πολιτικής.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά το φθινόπωρο του 2022. Μια συνομιλία με την συγγραφέα.

Το πρώτο σου μυθιστόρημα, Deux moins un égal zero, κυκλοφόρησε όταν ακόμα δεν είχες συμπληρώσει τα 17. Είναι η συγγραφή ένα είδος καλέσματος για σένα, το οποίο διαρκώς καλλιεργείς και εμπλουτίζεις;

Άρχισα να γράφω σαν παιχνίδι, πολύ νωρίς, γύρω στα επτά, και μου άρεσε περισσότερο από όλα τα άλλα παιχνίδια (τις κούκλες, τις καλύβες), οπότε συνέχισα.

Όταν γράφω, αισθάνομαι πιο δεκτική στον κόσμο γύρω μου, πιο φίνα στις αναλύσεις και τις αντιλήψεις μου παρά όταν ακούω, μιλάω ή σκέφτομαι. Συνεχίζω γιατί η ζωή μου θα ήταν αναμφισβήτητα φτωχότερη αν δεν έγραφα.

Και επίσης γιατί νιώθω ότι ακόμα μαθαίνω, ότι αναπτύσσω νέα εργαλεία, ότι κερδίζω σε ευελιξία.

Το κριτικά αναγνωρισμένο προηγούμενο μυθιστόρημά σου, Η τέχνη της απώλειας (Εκδόσεις Πόλις, 2019), ασχολείται με την ταραχώδη σχέση Γαλλίας-Αλγερίας.

Λαμβάνοντας υπόψη πως ο πατέρας σου είναι αλγερινής καταγωγής, ήταν η συγγραφή του ένας τρόπος να εξερευνήσεις τη σχέση σου με αυτό το αποικιοκρατικό παρελθόν;

Ήταν πάνω απ’ όλα ένα μέσο για την επανοικειοποίηση του όρου χαρκί, που συνδέθηκε με τον παππού μου όταν έφτασε στη Γαλλία (σημ.: Χαρκί ονομάζονταν οι Αλγερινοί Μουσουλμάνοι που συντάχθηκαν στο πλευρό της Γαλλίας στον Πόλεμο της Αλγερίας).

Πάντα αντιμετώπιζα τον όρο αυτό ως κάτι επαίσχυντο, επειδή οι μόνοι άνθρωποι που τον χρησιμοποιούσαν τον ενέτασσαν στο αφήγημα για τα οφέλη της γαλλικής αποικιοκρατίας.

Επομένως, με αυτή την έννοια, ναι, είχε να κάνει με το να έρθω αντιμέτωπη με έναν τρόπο -αρκετά διαδεδομένου στη Γαλλία- αντίληψης του αποικιακού παρελθόντος σήμερα.

Και ήθελα επίσης να γράψω μια αλγερινο-γαλλική ιστορία στην οποία οι κύριοι χαρακτήρες ήταν Αλγερινοί, όχι Γάλλοι από την Αλγερία, μια ιστορία όπου η Γαλλία ήταν η ξένη, το ψυχρό και αποσταθεροποιητικό αλλού.

Στην πραγματικότητα, ήθελα να γράψω μια ιστορία για τη μετανάστευση που δεν κρύβει τη μετανάστευση, όπως συνηθίζουν να κάνουν σήμερα τα δημοσιογραφικές ρεπορτάζ για τους μετανάστες.

Αν τα φαντάσματα της Ιστορίας κυριαρχούν στην Τέχνη της απώλειας, είναι το φάντασμα της (σύγχρονης) πολιτικής που κυριαρχεί στο Σαν κράτος εν κράτει.

Ήταν το μυθιστόρημα αυτό προϊόν απογοήτευσης από την πολιτική, θεσμική ή αντιθεσμική;

Όχι, ήταν μάλλον ένας τρόπος προβληματισμού σχετικά με τη δυσφορία που συνοδεύει αναγκαστικά τη μαχητικότητα:

Κάνω αρκετά; Σε σωστή θέση; Μπορώ να εκτιμήσω τι είναι πιθανό να πετύχει, να προκαλέσει μαζική, διαρκή αλλαγή στην κοινωνία; Και αν δεν μπορώ, τότε τι καθοδηγεί μια δέσμευση;

Νομίζω ότι με ενδιαφέρουν χαρακτήρες που είναι αγχωμένοι, ανήσυχοι και πως ήθελα να καταπιαστώ με το πολιτικό άγχος αυτή τη φορά.

Ο Αντουάν, ο άντρας πρωταγωνιστής του βιβλίου και συνεργάτης ενός σοσιαλιστή βουλευτή, ενσαρκώνει τον θεσμικό φορέα της πολιτικής, και συχνά θυμίζει έναν απομαγευμένο -και λιγότερο κυνικό, συγκριτικά με τον εργοδότη του- σοσιαλιστή.

Υπάρχουν «ίχνη» σου στον χαρακτήρα του;

Ναι. Με αγγίζει, σε κάθε περίπτωση.

Μερικοί αναγνώστες τον βρήκαν λίγο ήπιο σε σύγκριση με την Αυτή, αλλά με συγκινεί το δίλημμα του Aντουάν:

Η επιθυμία να αλλάξουν τα πράγματα, να καταρρεύσει το κατεστημένο από τη μια και από την άλλη η ανάγκη να ανήκει σε έναν καθησυχαστικό θεσμό, που τον επικυρώνει κοινωνικά. Είναι καταδικασμένος να είναι αιώνια δυσαρεστημένος.

H Αυτή, από την άλλη, μια αντιθεσμική χάκερ, διάγει μια επισφαλή και γειωμένη ζωή, σχεδόν πάντα «στην τσίτα». Μιας και ο χαρακτήρας της εμπνέεται από πραγματικά άτομα, τι σε συναρπάζει στην «κοινότητα» των χάκερ;

Η «ασυμμετρία» της, όπως αναφέρεται στο μυθιστόρημα;

Η ασυμμετρία είναι απολύτως συναρπαστική: η ασφάλεια των υπολογιστών είναι ένα πεδίο μάχης στο οποίο ένα απομονωμένο και αυτοδίδακτο άτομο μπορεί να θριαμβεύσει έναντι μιας πολυεθνικής.

Και μετά, υπάρχουν τρόποι για τους χακτιβιστές να οργανωθούν σε ομάδες, μαζικά, που μου φαίνονται ενδιαφέροντες. Κινήσεις όπως των σμηνών πουλιών ή των κοπαδιών ψαριών.

Θα πρόσθετα επίσης ότι οι εικονικές ταυτότητες, που κατασκευάστηκαν απόντος του σώματος, ήταν για μένα ένας νέος ρομαντικός τρόπος: υπάρχει μια ρευστότητα στο Διαδίκτυο που δε βρίσκεται στη «κρεατόσφαιρα».

«Το ίντερνετ πρέπει να το σκέφτεσαι σαν μια πόλη που εξευγενίζεται», η Αυτή λέει στον Αντουάν. Ο καπιταλιστικός «εξευγενισμός» όντως επιτίθεται σε όλα τα επίπεδα. Είναι αναστρέψιμη η κατάσταση, κατά τη γνώμη σου;

Αυτό είναι το θέμα μιας από τις πολιτικές συζητήσεις, στο μπαρ, μεταξύ του Αντουάν και των φίλων του: ποιος έχει αρκετούς ισχυρούς μοχλούς σήμερα για να αντιμετωπίσει την καπιταλιστική οργάνωση; Τα κράτη, ίσως.

Αλλά οι ίδιοι είναι εγκλωβισμένοι σε καπιταλιστικές επιχειρήσεις, οπότε τι θα τους ωθούσε να ξεφύγουν από αυτές; Μια επανάσταση; Ποια Και πώς ξεκινάς κάτι τέτοιο; Αν ήταν γνωστό, τότε θα υπήρχαν χιλιάδες.

Γι’ αυτό ο Aντουάν συνεχίζει να εργάζεται μέσα σε πολιτικούς θεσμούς, γι’ αυτό η Αυτή δεν υπολογίζει σε κανέναν άλλο εκτός από μια μικρή χούφτα «χακτιβιστές» (σημ.: ακτιβιστές του Διαδικτύου) για να πραγματοποιήσει ενέργειες...

Αν και το Σαν κράτος εν κράτει αποτυπώνει με πετυχημένο τρόπο απογοητευμένα άτομα σε αναζήτηση νοήματος στη ζωή και την πολιτική, δε φτάνει ποτέ σε μια συγκρουσιακή αφηγηματική κορύφωση.

Συμβιβάζεται, αντιθέτως, με ένα πιο συμφιλιωτικό, ενδοσκoπικό, ίσως και πρόσχαρο τέλος. Γιατί;

Έχω βαρεθεί τη δυναμική των συγκρούσεων πρόσωπο με πρόσωπο που βρίσκεται κάτω από μια τεράστια πλειονότητα της αφήγησης.

Ούτε ο Aντουάν ούτε η Αυτή μπορούν να διασταυρωθούν με μια ενσάρκωση του καπιταλισμού που θα μπορούσαν να νικήσουν.

Μπορούν να αγωνιστούν μόνο στη δική τους κλίμακα, να πετύχουν λίγο, να αποτύχουν πολύ και να ξεκινούν από την αρχή κάθε μέρα.

Είναι το εγχείρημα μιας ολόκληρης ζωής και σε αυτό το ταξίδι ζωής υπάρχουν και στιγμές γλυκύτητας και χαράς αφού ο ίδιος ο λόγος των αγώνων τους είναι ότι αυτές οι στιγμές υπάρχουν όσο το δυνατόν περισσότερο και για όσο πιο πολύ κόσμο γίνεται.

Η Γαλλία το τελευταίο διάστημα ταρακουνιέται από ένα «κύμα» μαζικών διαδηλώσεων και απεργιών εναντίον του σχεδίου του Προέδρου Μακρόν να αυξήσει το όριο συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 χρόνια.

Βλέπεις προοπτική -ακόμα και ελπίδα- σ’ αυτόν τον αγώνα, ή μια τέτοια εκτίμηση είναι πρόωρη;

Δεν μπορώ να προβλέψω το μέλλον. Αρκούμαι να χαίρομαι, στο παρόν, για το μέγεθος του κινήματος, ενώ ανησυχώ ότι η κυβέρνηση θα εφαρμόσει τον νόμο διά της βίας.

Παραφράζοντας το διάσημο σύνθημα του Μάη του ’68, Η ομορφιά βρίσκεται στον δρόμο, βιώνεται και η ομορφιά της πολιτικής καλύτερα «στον δρόμο»;

Και είναι τότε που η πολιτική γίνεται πιο συγκρουσιακή και επικίνδυνη για τις δομές εξουσίας;

Θεωρώ πως η πολιτική αντιπαράθεση είναι ιδιαίτερα όμορφη όταν επανεμφανίζεται στην καθημερινή ζωή, σε μέρη ή δομές όπου έχει ψευδώς διαγραφεί για οικονομικούς λόγους οι οποίοι είναι και πολιτικοί, ακόμα κι αν αυτό συγκαλύπτεται.

Δεν έχω φετίχ με τον δρόμο, αλλά διαπιστώνω ότι υπάρχει μια ομορφιά στο να κάνεις πικετοφορίες και καταλήψεις χώρων εργασίας ή κυκλικών κόμβων και -φυσικά- μια ομορφιά στις ZAD (σημ.: Ζώνες προς Υπεράσπιση, μαχητική κατάληψη περιοχών με στόχο την παρεμπόδιση έργων «ανάπτυξης» βλαπτικών για το περιβάλλον).

Ευχαριστώ θερμά τις Carole Saudejaud και Salma Elmoumni (Εκδόσεις Flammarion) για την καθοριστική συμβολή τους στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και για την παραχώρηση της φωτογραφίας της συγγραφέως.

Το μυθιστόρημα της Αλίς Ζενιτέρ Σαν κράτος εν κράτει κυκλοφορεί στα ελληνικά από το βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ σε μετάφραση του Γιώργου Καράμπελα.



Κυριακή 24 Ιουλίου 2022

Kαμέλ Νταούντ: «Η συγγραφή είναι συχνά η επιλογή της επιθυμίας, όχι της λογικής»

 

Καμέλ Νταούντ (Φωτογραφία: Louiza Ammi)

Δημοσιογράφος και συγγραφέας, ο Αλγερινός Καμέλ Νταούντ είναι εκ των πλέον ανερχόμενων γαλλόφωνων συγγραφέων του αραβικού κόσμου.

Συνομιλώντας μαζί του με αφετηρία το μυθιστόρημά του Ζαμπόρ ή Οι ψαλμοί, έναν λογοτεχνικό εορτασμό της λυτρωτικής λειτουργίας της γραφής, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πατάκη.

Γράψατε το μυθιστόρημα Ζαμπόρ ή Οι ψαλμοί για να εκφράσετε τις πεποιθήσεις σας, ενώ ισχυρίζεστε ότι όλη η γλώσσα είναι αυτοβιογραφική.

Μιας και είστε καταξιωμένος συγγραφέας και δημοσιογράφος, πώς προέκυψε κατ’ αρχάς αυτή η ενασχόληση με τη γλώσσα; Και με ποια έννοια είναι το Ζαμπόρ αυτοβιογραφικό;

Η γλώσσα είναι μια περίπλοκη ιστορία στην Αλγερία: τα αραβικά είναι η γλώσσα του θρησκευτικού κλήρου, της μυθοποιημένης ταυτότητας. Μας θέλουν να είμαστε αποκλειστικά Άραβες.

Λέγεται ότι τα γαλλικά είναι η γλώσσα του αποικιοκρατίας όταν είναι μέρος της Ιστορίας μας και μια άμεση κληρονομιά, και τα αλγερινά και τα βερβερικά δε γίνονται αποδεκτά ως γλώσσες.

Τα μεν λόγω του μύθου της εθνικής ενότητας που δεν ανέχεται πληθυντικές ταυτότητες, τα δε επειδή θεωρούνται πληβειακή, αόρατη γλώσσα, αν και ομιλούνται από την πλειονότητα των Αλγερινών.

Ως εκ τούτου, η χρήση της γλώσσας υπερπολιτικοποιείται.

Χρειάζεται προσπάθεια, μαθητεία για να την αποπολιτικοποιήσεις λίγο, να την επαναφέρεις στο πεδίο του οικείου, να τη χρησιμοποιήσεις ως έκφραση του εαυτού σου και όχι μόνο ως πολιτικής ή ταυτοτικής επιλογής.

Είναι ζήτημα περαιτέρω πολύπλοκο σε μια χώρα που μετρά μόνο 60 χρόνια ζωής. Για μένα, τα γαλλικά, που θεωρείται γλώσσα αποικισμού, είναι ωστόσο γλώσσα απελευθέρωσης.

Για τους μεγαλύτερους μου, τα γαλλικά είναι η γλώσσα του αποίκου, αλλά είμαι παιδί της ανεξαρτησίας.

Τα γαλλικά είναι, λοιπόν, μια οικεία γλώσσα που μου επέτρεψε να απελευθερωθώ, να ελευθερώσω την έκφρασή μου. Δεν  είναι αρεστό να λέγεται αυτό δυνατά σε μια χώρα που λατρεύει την ιστορία της αποαποικιοποίησης.

Το Zαμπόρ είναι ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα γιατί αφηγείται μια προσωπική ιστορία, τη μισή: αυτή της εκμάθησης της απελευθέρωσης μέσω της χρήσης μιας γλώσσας, από τον μύθο της χώρας, την παράδοση, τη θρησκεία. «Ζαμπόρ» σημαίνει ψαλμοί, οι «ψαλμοί» του Δαβίδ.

Το επίθετό μου είναι Νταούντ, μετάφραση του Δαβίδ.

Απ’ όσο ξέρω, γράφετε απευθείας στα γαλλικά. Ποια είναι η σχέση σας με τη γαλλική γλώσσα και κουλτούρα και γιατί αποφασίσατε να γράφετε στα γαλλικά κι όχι στα αραβικά;

Μια προσωπική ιστορία: στο σχολείο μάθαινα αραβικά, στο σπίτι ονειρευόμουν διαβάζοντας βιβλία στα γαλλικά. Η συγγραφή είναι συχνά η επιλογή της επιθυμίας, όχι της λογικής.

Ωστόσο, είμαι δίγλωσσος, αλλά η γλώσσα όπου βρίσκω το σώμα, το φύλο, τον ερωτισμό, το δέρμα και την ελευθερία είναι τα γαλλικά. Τίποτα ιδεολογικό, απλώς μια επιλογή αγάπης, νοήματος και αισθησιασμού.

Τόσο το Μερσώ, ο άλλος ξένος όσο και το Ζαμπόρ ή Οι ψαλμοί, το δεύτερο μυθιστόρημά σας που κυκλοφορεί στα ελληνικά, συνιστούν ένα φρέσκο, προσωπικό ξαναδούλεμα προϋπαρχόντων εμβληματικών κειμένων, του Ξένου και των Χιλίων και μίας νυχτών.

Θεωρείτε τον εαυτό σας έναν «αναβιωτή» των λογοτεχνικών παραδόσεων από τις oποίες αντλείτε έμπνευση;

Μου αρέσει πολύ αυτή η έκφραση του «αναβιωτή». Είμαι ένας μανιώδης αναγνώστης που ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα αναγνώστης απογοητευμένος από την έλλειψη πρόσβασης σε βιβλία.

Το πρώτο μου όνειρο συγγραφής δεν ήταν να γράψω μυθιστόρημα αλλά τα μυθιστορήματα που μου έλειπαν στο χωριό όπου έζησα ως παιδί.

Ονειρευόμουν, μου άρεσε να γράφω «σουίτες», δίτομα βιβλία, φανταστικά μυθιστορήματα. Αυτός ο σύνδεσμος διαιωνίζεται ακόμα και σήμερα στα γραπτά μου, άθελά μου.

Ίσως είναι και ένας τρόπος «καταβρόχθισης», επανασύνδεσης με το καθολικό, οικειοποίησης, επαναδιαβάσματος. Δεν είναι η συγγραφή ξαναδιάβασμα, αλλά με περισσότερη προσοχή και ελευθερία;

Ο Μπόρχες το είχε συνοψίσει με μια εντυπωσιακή φόρμουλα: όλα τα γραπτά είναι διακειμενικά, τα γραπτά συνομιλούν, συνεχίζουν, διακόπτουν το ένα το άλλο... κ.λπ.

Όταν μου λείπει η έμπνευση, έχω πάντα ένα κόλπο: ξεκινάω το κείμενο με τρεις ελλείψεις. Έτσι αποφεύγω το άγχος, μου δίνεται η ψευδαίσθηση ότι συνεχίζω και επομένως μειώνεται η έλλειψη αυτοπεποίθησης.

«Όλη  η γλώσσα δεν είναι παρά κακή μετάφραση», γράφει ο Κάφκα. Κι ο Ζαμπόρ γράφει, πάντως, ίσως εμμονικά, για να παρατείνει τη ζωή και πιθανόν να αναβάλει τον θάνατο άλλων.

Μια περιπέτεια, μια θεραπεία, μια προσευχή, ένα φυλαχτό, ένα κόλπο: τι είναι η συγγραφή γενικά και η λογοτεχνία ειδικά, τελικά; Η σωσίβια λέμβος μας με κατεύθυνση την αιωνιότητα; Ή, κάποιες φορές, ένα αδιέξοδο;

Τι μπορέσαμε να κατακτήσουμε ως αιωνιότητα αν όχι την τέχνη; Την οικοδόμηση ενός μνημείου. Ανιχνεύστε ένα αγαπημένο όνομα στο φλοιό ενός δέντρου ή σε ένα σχολικό τραπέζι από την παιδική μας ηλικία.

Τι κάνουν οι βασιλιάδες καλύτερα από το να στήνουν τα μνημεία τους; Τι μπορέσαμε να εξημερώσουμε από τον χρόνο αν όχι αυτά τα λίγα κομμάτια κειμένων, μνημείων και τραγουδιών;

Ναι, υπάρχει κάτι στη γραφή της αρχαίας ιεροτελεστίας που ήταν πάντα συνδεδεμένο με την αιωνιότητα, με την «αιωνιοποίηση».

Αυτή δεν είναι η μεγάλη ψευδαίσθηση των παλιών ποιητών; Είναι αδιέξοδο αυτό; Δεν το πιστεύω: το όνομα του Ομήρου προφέρεται πάντα.

Όταν προβαίνουμε σε ισολογισμό, αυτός είναι πενιχρός και επαρκής: συναντάμε, κατά τη διάρκεια της ζωής μας, μόνο τον συνάνθρωπό μας και ποτέ έναν Θεό,

Έχουμε ως αιωνιότητα μόνο τις αναμνήσεις, τις τέχνες και τα γραπτά μας. Τα υπόλοιπα είναι ένα στοίχημα πίστης. Θρησκεία ή περιπετειώδεις υποσχέσεις.

Διαβάζω ένα ποίημα του Καγιάμ, του ιδιοφυούς Πέρση, και, σε ένα δευτερόλεπτο, συμπίπτω με το αδιανόητο: αυτό που ένιωθε πριν από αιώνες, την οικειότητά του, το δέρμα του, το βλέμμα του, το μάτι του, τη στιγμή της αναπνοής του.

Αντιστρόφως, το σώμα του δεν υπάρχει πια και αυτό που μένει από αυτόν είναι ακριβώς αυτό που αντιλαμβανόταν ως το πιο εφήμερο: μια αίσθηση, ένα συναίσθημα. Είναι μια αφελής πίστη, αλλά απαιτεί λίγες αποποιήσεις σε σύγκριση με τις θρησκείες.

Ο αφηγητής σας διατηρεί μια διφορούμενη, συχνά κριτική στάση έναντι της θρησκείας. Πώς αξιολογείτε και βιώνετε τη θρησκεία γενικά -κι όχι μόνο το Ισλάμ- ως σύστημα ηθικών/φιλοσοφικών πεποιθήσεων και ως δομή εξουσίας;

Η θρησκεία είναι μια απάρνηση του μυστηρίου του παρόντος, ένας τρόπος εξαπάτησης του βάρους του κόσμου αλλά και μια επιλογή που ίσως μπορεί να σώσει. Προτιμώ την πνευματικότητα που σώζει και τον άνθρωπο και το δικαίωμά του στην αμφιβολία.

Ένας ραβίνος στη Γαλλία εξηγεί ότι η θρησκεία είναι μια καθιστική πράξη, η πνευματικότητα ένα νομαδικό κίνημα. Μου αρέσει πολύ αυτή η φόρμουλα.

Θρησκεία σημαίνει να πιστεύεις πως έχεις μια απάντηση, η πνευματικότητα συνίσταται στην προσπάθεια βίωσης της πιο όμορφης από τις ερωτήσεις. Οι «Απαντήσεις» είναι δολοφονικές από την άποψη ότι τραβούν το χαλί κάτω από τα πόδια του ταξιδιώτη.

Δε μου αρέσει η προσποίηση της «Απάντησης», τα δόγματα και οι φανατισμοί.

Η μεγάλη κλίση των θρησκειών είναι πως, μιλώντας για τον Θεό, μπαίνουμε στον πειρασμό να πάρουμε τον εαυτό μας για εκείνον και επομένως να του επιτρέψουμε το δικαίωμα ζωής και θανάτου έναντι άλλων που δε μοιάζουν με εμάς.

Ο Ζαμπόρ είναι ένας μανιώδης συγγραφέας και βιβλιόφιλος. Μπορείτε να ονοματίσετε πέντε βιβλία που σας έχουν διαμορφώσει ως συγγραφέα, αναγνώστη και άνθρωπο, και να εξηγήσετε γιατί είχαν τέτοια επίδραση πάνω σας;

Δύσκολη απάντηση: αυτή η λίστα με τα πέντε βιβλία αλλάζει με τον χρόνο, την ηλικία, την ειλικρίνεια.

Μπορώ να αναφέρω μερικά βιβλία: Αδριανού απομνημονεύματα, H μυστηριώδης νήσος, Τα άνθη του κακού, Ροβινσώνας Κρούσος ή 2001: Η oδύσσεια του διαστήματος.

Εκεί βρίσκω τα θεμελιώδη μου: τον νησιωτικό χώρο, τη φανταστική βιογραφία, την αίσθηση του ρυθμού και την ελευθερία τού να κοιτάς τον ουρανό με τα αστέρια του χωρίς να περνάς από προσευχή ή Θεό.

Σε αυτά τα μυθιστορήματα μερικές φορές μου αρέσει το ύφος, άλλες ο μύθος ή ακόμα και η λαμπρή απλότητα.

Τελευταίο και πιο σημαντικό, πώς αξιολογείτε τη σύγχρονη πολιτισμική σκηνή της Αλγερίας, εξήντα χρόνια μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της χώρας;

Η κουλτούρα παραμένει ο τελευταίος τομέας που μοιράζεται ένας παραδοσιακός πολιτισμικός σταλινισμός, ο κρατικός έλεγχος στον πολιτισμό και ο συντηρητισμός που επενδύεται από τη θρησκεία.

Για τους δύο «ναούς», Κράτος και Θρησκεία, ο πολιτισμός δεν είναι αναψυχή, απόδραση, ελευθερία ή ερωτισμός, αλλά περιορίζεται στην αποστολή έκφρασης της ταυτότητας, του δόγματος, του συντηρητισμού ή της πολιτικής ορθότητας.

Βρισκόμαστε σε μια χώρα όπου υπάρχει μια «θεσμική» κουλτούρα και μια άλλη σχεδόν παράνομη.

Μια κουλτούρα που χαιρετίστηκε ως «αυθεντική» αλλά όχι πολύ διασκεδαστική, όχι πολύ θρεπτική στο επίπεδο του νοηματος και της ευχαρίστησης, και μια άλλη -το Rai ως μουσική, η γραφή στα γαλλικά ή στα αραβικά… κ.λπ.- ωθήθηκε στο περιθώριο, αλλά παραμένει ζωντανή.

Ο πολιτισμός είναι υποχρεωμένος να εκφράζει μια ταυτότητα και μια θρησκευτική λατρεία ή μαρτύρια αποαποικιοποίησης, ενώ είναι μια πράξη ευχαρίστησης, νοήματος, σώματος.

Ο αγώνας για τον έλεγχο του πολιτισμού στην Αλγερία είναι σκληρός, με τη μεροληπτική διαιτησία ισλαμιστών που κάνουν τους αντιπάλους τους να αισθάνονται ένοχοι, τους αποκλείουν, τους κρίνουν για προδοσία και «ανηθικότητα», καταδικάζουν όσους δεν κηρύττουν τον πουριτανισμό τους.

Για μένα, η φτωχή κουλτούρα, η έλλειψη ελεύθερου χρόνου και ελευθερίας του σώματος και απολαύσεων είναι οι λόγοι που εξηγούν τις μαζικές αναχωρήσεις μεταναστών, των νέων που ονειρεύονται την Ευρώπη, τη φυγή από την πλήξη, την έλλειψη ελκυστικότητας της Αλγερίας.

Δεν είναι μια χώρα που τρώει άσχημα, αλλά που βαριέται, που λατρεύει τον θάνατο και τους μάρτυρες, που γυρίζει την πλάτη στη θάλασσα και στις χαρές. Η πολιτισμική και η σεξουαλική δυστυχία είναι οι πραγματικές δυστυχίες στην Αλγερία.

Για να ξεφύγεις από αυτές, υπάρχουν δύο επιλογές: η θρησκεία με την υπόσχεση του παραδείσου ή η θάλασσα με την υπόσχεση να φτάσεις ζωντανός στην Ευρώπη. Ανάμεσα στις δύο, ανακάλυψα τα βιβλία, τη λογοτεχνία.

Και αυτά ήταν για μένα η σωτηρία.

Ευχαριστώ θερμά την Sofiane Hadjadj (Editions Barzakh) για την πολύτιμη συνδρομή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγγραφέα.

Το μυθιστόρημα του Καμέλ Νταούντ Ζαμπόρ ή Οι ψαλμοί κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση του Γιάννη Στρίγκου.