Η μνήμη, η λήθη, η φροντίδα και η απώλεια μέσα από τη σχέση
μητέρας-κόρης διατρέχουν την ποιητική μικρού μήκους ταινία της Ανθής Δαουτάκη, Αμάραντη, που κέρδισε το Βραβείο Σκηνογραφίας στο φετινό Φεστιβάλ Δράμας.
Συναντώντας
την
σκηνοθέτρια και την πρωταγωνίστρια του φιλμ, Υψιπύλη Σοφιά.
Παρακολουθώντας
την μικρού μήκους ταινία σου, Αμάραντη,
φέτος στη Δράμα ένιωσα ότι αποκαλύπτει αρχή οράματος.
Πώς
οραματίζεσαι τον κινηματογράφο σε επίπεδο σύλληψης ιδεών, θεματικών αξόνων,
χαρακτήρων, αλλά και πρακτικής υλοποίησης;
Ανθή
Δαουτάκη: Κατευθείαν στα πολύ βαθιά!
Έτσι
το προτιμώ!
Α.Δ.: Ξεκινώντας από το
δεύτερο σκέλος της ερώτησης, δε μου αρέσει που το σινεμά απαιτεί τόσα χρήματα
προκειμένου να υλοποιηθεί και αποτελεί ένα σπορ το οποίο μπορούν να το κάνουν
οι πλούσιοι.
Ταυτόχρονα, έχουμε χάσει
την ικανότητα να κάνουμε κινηματογράφο με λιγότερο ακριβή εργαλεία, Υπάρχει ένα
φετίχ γύρω από την υλικοτεχνική διάσταση του σινεμά. Μεταφέρεται το βάρος στη
φόρμα παρά στην ουσία.
Αν
και δεν ήξερα ότι ασχολείσαι με τα εικαστικά, η ματιά και η φόρμα της ταινίας σου
έχουν έντονη και έντονα εικαστική διάσταση.
Α.Δ.: Χαίρομαι για την
επισήμανσή σου.
Απλώς είναι δύσκολο να
την πετύχω. Όπως, κατά κύριο λόγο, δυσκολεύομαι με τη δραματουργία - με τους
ηθοποιούς, δηλαδή. Ενώ μου είναι εύκολο να δημιουργήσω ωραίες εικόνες, το τι
συμβαίνει σε αυτές είναι πολύ δύσκολο.
Τι
σε δυσκολεύει πιο πολύ;
Α.Δ.: Ο ανθρώπινος παράγοντας,
επειδή η υλοποίηση αυτού που έχεις φαντασιωθεί περνάει αναγκαστικά μέσα από
έναν άλλο άνθρωπο.
Αυτός ο παράγοντας
προξενεί, ταυτόχρονα, τις μεγαλύτερες δυσκολίες στη ζωή μας, αλλά είναι και το
ομορφότερο κομμάτι της.
Επιστρέφοντας στο πρώτο
σκέλος της ερώτησης, με ελκύει το ποιητικό σινεμά, όπως μου αρέσουν τα
παραμύθια και το μαγικό στοιχείο το οποίο εισάγουν στην καθημερινότητα.
Ποια
είναι η Αμάραντη; Ένας άνθρωπος, ένας χαρακτήρας, μία κατάσταση;
Α.Δ.: Oυσιαστικά είναι μία μετάβαση, μία πληγή που μπορεί, κάποια στιγμή, να
γίνει πηγή.
Εξ
ού και το υγρό στοιχείο.
Α.Δ.: Το οποίο προέκυψε
τυχαία, δεν επρόκειτο για εμμονή, ούτε -ελπίζω- για κάποια μανιέρα.
Η
συνάντησή σας με την Ανθή πόσο προηγείτο της συνεργασίας σας, Υψιπύλη;
Υψιπύλη
Σοφιά: Έγινε μέσω casting.
Απλώς μιας και ήταν
ουσιαστικά η πρώτη φορά που περνούσα από μία τέτοια διαδικασία αφότου τελείωσα
τη Δραματική Σχολή, υπήρξα πολύ τυχερή επειδή δεν υλοποιήθηκε με άγριο και
τυπικό τρόπο, όπως συχνά συμβαίνει.
Δημιουργήθηκε μία άνεση
μεταξύ μας πολύ γρήγορα και οργανικά, ενώ βρισκόμασταν και οι δύο σε παρόμοια
φάση ζωής όντας νέες δημιουργοί, με εμένα να χρειάζομαι τη βοήθεια της Ανθής,
και εκείνη να είναι ανοιχτή στις προτάσεις μου.
![]() |
| Υψιπύλη Σοφιά |
Πέραν
της οικειότητας που είχε αναπτυχθεί μεταξύ σας και δεδομένου ότι πρόκειται για
την πρώτη κινηματογραφική εμφάνισή σου, ένιωσες κάποιο άγχος;
Υ.Σ.: Η δυσκολία την
οποία αισθάνθηκα ήταν αυτή που πάντα
αισθάνομαι όταν πρόκειται να παίξω:
Το στρες σχετικά με πώς θα
φανώ, πώς θα με αποτυπώσουν και πώς θα προσεγγίσω και -ενδεχομένως- θα
εμπλουτίσω τη φαντασία του ανθρώπου τον οποίο έχω απέναντί μου.
Οι μέρες πριν από τα γυρίσματα ήταν οι πιο
δύσκολες, επειδή έπρεπε να αποφύγω οτιδήποτε με αποσπά, και να ζήσω μία δεύτερη
ζωή: σαν να ζούσε ο χαρακτήρας κάποιες «φέτες» ζωής, για παράδειγμα στο σπίτι
όπου έγιναν τα γυρίσματα.
Υπήρχε, επίσης, πολλή φροντίδα
στο πλαίσιό τους, και οι άνθρωποι ήταν πολύ σεβαστικοί όσον αφορά στην ανάγκη
του οποιουδήποτε να συγκεντρωθεί.
Όταν οι άνθρωποι είναι
φροντιστικοί, θα πάρεις το καλύτερο από αυτούς - τόσο στο επίπεδο μιας σχέσης,
όσο και σε επαγγελματικό.
Η
μνήμη και η λήθη, εν προκειμένω στο πλαίσιο της σχέσης μητέρας-κόρης, αποτελούν
δύο βασικούς άξονες του φιλμ. Πώς βιώνεις -περισσότερο-, παρά νοηματοδοτείς, τη
μνήμη, τη λήθη και τη συνύφανσή τους;
Α.Δ.: Έχω πολύ
αγαπησιάρικη σχέση με την μαμά μου. Είναι και φίλη μου. Μου είναι πολύ οικείο
να ξεκινώ να γράφω κάτι, και να καταλήγω να γράφω για εκείνη.
Η μαμά μου δεν πάσχει από
Αλτσχάιμερ όπως ο χαρακτήρας της ταινίας,
και ελπίζω να μην της συμβεί κάτι τέτοιο ποτέ.
Είχε, στην
πραγματικότητα, τέσσερις μαμάδες, επειδή καμιά από τις αδερφές της γιαγιάς μου
δεν παντρεύτηκε. Έτσι, όταν η μαμά μου ήταν μικρή, την φρόντιζαν, και το ίδιο
έκανε και εκείνη όταν μεγάλωσε, σαν επέκταση του εαυτού της.
Μία από αυτές τις
γιαγιάδες μου, η Κατίνα, έπασχε από Αλτσχάιμερ, και όχι μόνο αδυνατούσε να
αναγνωρίσει ποιος είσαι, αλλά δεν μπορούσε, σε μεταγενέστερα στάδια της νόσου,
να θυμηθεί λέξεις ή να ολοκληρώσει προτάσεις.
Έχω δει, λοιπόν, πώς
είναι να χάνεις κομμάτια του εαυτού σου, αλλά και πώς μπορεί να αντιμετωπίζεις
μια τέτοια συνθήκη με χιούμορ.
Η φροντίδα είχε εξελιχθεί
σε κάτι τόσο εύκολο μέσα στο σπίτι, που δε βίωνα την αίσθηση της ασθένειας. Πλέον,
δεν αντιμετωπίζουμε τη φροντίδα ως κάτι όμορφο και ανταποδοτικό.
Όλα
όσα μόλις θίξαμε, ανησυχούν, αφορούν ή προβληματίζουν και εσένα Υψιπύλη;
Υ.Σ.: Έχω κι εγώ μία πολύ
ιδιαίτερη σχέση με την μαμά μου, αν και χωρίς τα χαρακτηριστικά της σχέσης της
Ανθής με την δική της μητέρα. Δε θα έλεγα, για παράδειγμα, ότι η μαμά μου είναι
φίλη μου.
Η σχέση μου με εκείνη
έχει υπάρξει και συγκρουσιακή. Αισθάνομαι, ωστόσο, πως κουβαλάω την μαμά μου,
και αυτό αποτυπώνεται σε οτιδήποτε δημιουργώ. Η μαμά μου με έκανε μικρή,
μεγαλώνοντας παράλληλα και η ίδια.
Ζόρικο.
Υ.Σ.: Τη «δίκασα» γι’
αυτό.
Την
απάλλαξες;
Υ.Σ.: Την απάλλαξα, για
να μπορέσω να επιβιώσω. Noμίζω
πως αυτή ήταν η πιο σοφή απόφαση.
Η μεταξύ μας σχέση είναι
μια σχέση ζωής, οπότε μπορούσα να συνδεθώ με τον χαρακτήρα που υποδύομαι στο
φιλμ.
Και όπως για την Ανθή η
αποτύπωση της σχέσης των χαρακτήρων είχε μια εξορκιστική διάσταση, έτσι και για
μένα μπορεί η πληγή, στο τέλος, να λειτουργήσει και ως λίπασμα.
Α.Δ.: Είχε κάποτε
διαβάσει σε ένα βιβλίο σχετικά με τη γλώσσα πως, καθώς συγκροτούμαστε ως
άνθρωποι, χτίζουμε κάτι σαν σπίτι. Ένας καναπές είναι ένας κοινωνικός κύκλος,
και μας παρέχει ασφάλεια.
Όταν χάνεις τη μνήμη σου,
καταρρέει το σπίτι, δηλαδή η αίσθηση τού ποιος/ποια είσαι.
Αυτό μου θύμισε την
εικόνα σπιτιών χτισμένων κοντά στη θάλασσα, τα οποία φθείρονται όλο και
περισσότερο, μέχρι που τα κύματα εισβάλλουν μέσα τους, και τα σπίτια
μετατρέπονται σε θάλασσα. Επιστρέφοντας στο χάος, γίνεσαι ένα με το όλο.
Υ.Σ.: Νομίζω ότι η
ενηλικίωση έχει κάτι από Αλτσχάιμερ.
Δηλαδή;
Υ.Σ.: Μεγαλώνοντας, μαθαίνουμε
πολλά, αλλά ταυτόχρονα ξεχνάμε άλλα, πολύ ουσιαστικά.
Αν -αισίως- φτάσουμε σε
μια ηλικία κατά την οποία μπορούμε να αναλογιστούμε τι έχουμε ξεχάσει,
καταβάλλουμε μια τρομερή προσπάθεια να ξαναθυμηθούμε ποιοι ήμασταν πριν μάθουμε
όλα αυτά τα πράγματα.
Συνεπώς, δεν υπάρχει
άνθρωπος που να μην μπορεί να ταυτιστεί -έστω και λίγο- με το ζήτημα της λήθης.
Α.Δ.: Μεγαλώνοντας,
επιστρέφουμε στα χόμπι τα οποία μάς άρεσαν όταν ήμασταν μικρά.
Η
Όλια Λαζαρίδου, η οποία υποδύεται τον χαρακτήρα της μητέρας, σου άρεσε από
μικρή ως ηθοποιός;
Α.Δ.: Από μικρή, δεν
ξέρω. Ενθουσιάστηκα, όμως, που την είχαμε μαζί μας. Ήταν ειλικρινής η
προσέγγιση, όπως και η απάντηση από πλευράς της.
Είναι πολύ ανθρώπινη, μάς
κάλεσε στο σπίτι της για φαγητό, μάς έλεγε ιστορίες. Νομίζω ότι μας συμπάθησε.
Το χάρηκε.
Η
Αμάραντη δεν έχει, βέβαια, ολοκληρώσει
τον κύκλο της, αλλά ποιος φαντάζεσαι πως θα μπορούσε να είναι ένας καινούριος
κύκλος; Υπάρχει στον ορίζοντα κάτι τέτοιο;
Α.Δ.: Υπάρχουν δύο-τρία
πράγματα.
Ξεκίνησα να ασχολούμαι με
το σινεμά επειδή ήθελα να αφηγηθώ μία συγκεκριμένη ιστορία για μία μαμά που την
απατάει ο σύντροφός της και για τη σχέση της με τις κόρες της. Ό,τι κάνω έκτοτε
είναι αποσπάσματα αυτής της ιστορίας.
Η επόμενη μικρού μήκους
δουλειά μου αφορά μια ομάδα γυναικών που παρακολουθούν μαθήματα μπαλέτου και τη
μεταξύ τους αλληλεπίδραση όταν μία από αυτές καταρρέει. Για μεγάλου μήκους, δεν
είμαι έτοιμη, νομίζω.
Έχοντας
πάρει το «βάπτισμα του ύδατος», πώς βλέπεις τον εαυτό σου στο κινηματογραφικό
πεδίο;
Υ.Σ.: Με γοήτευσε και με
γοητεύει τόσο πολύ η διαδικασία και η «ιδιωτικότητα» του σινεμά, που αν κάποιος
μου πρότεινε να κάνω non-stop γυρίσματα
όλο τον χρόνο, θα του απαντούσα: «Ναι».
Θα ήθελα, λοιπόν, να
δουλέψω στον κινηματογράφο και με τον εαυτό μου μέσα από τον κινηματογράφο, επειδή είναι μετατοπισμένος σε σχέση με
το θέατρο, το οποίο έχω σπουδάσει.
Το θέατρο απαιτεί μία
τεχνική μεγέθυνση του εσωτερικού. Ο κινηματογράφος όχι, αλλά δε συγχωρεί και
καθόλου. Είναι πολύ εύκολο να φανείς ελεεινά ψεύτης στην κάμερα. Το ζητούμενο
είναι στρίψεις το «τιμόνι», να εκπλαγείς κι η ίδια από κάτι.
Αναζητάς
κι εσύ την έκπληξη, Ανθή;
Α.Δ.: Δεν την αναζητώ από
την αρχή, επειδή έχω πολύ έντονες εικόνες στο κεφάλι μου. Συλλέγω στοιχεία,
συνθέτω ένα παζλ, και κάποια στιγμή συνειδητοποιώ ότι όλα έχουν κάποιο νόημα. Η
έκπληξη προκύπτει εκεί.
Υ.Σ.: «Για να μου αρέσει ένας πίνακας, πρέπει να με
‘γρατζουνίσω’», μου έλεγε η Ανθή, κι αυτό μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση.
Α.Δ.: Δε συμβαίνει σε
όλους τους ανθρώπους.
Επειδή είμαι εκπαιδεύτρια
στα εικαστικά σε άτομα με νοητική αναπηρία, βλέπω πώς σχεδιάζουν διάφοροι
άνθρωποι. Μερικοί, χρειάζονται δύο εβδομάδες για να ολοκληρώσουν ένα σχέδιο.
Κάπως έτσι είμαι κι εγώ.
Υ.Σ.: Αυτή η εικόνα με
έκανε να αισθανθώ μεγάλη ανακούφιση, ότι δηλαδή πρέπει να «τσαλακώσεις» πολύ τα
πράγματα για να βρεις μέσα τους κάτι.
Η ταινία της Ανθής Δαουτάκη
Αμάραντη
κέρδισε το Βραβείο
Σκηνογραφίας (Κωνσταντίνος
Χαλδαίος, Ευθύμης Γρόνθος, Αφροδίτη Ψυχούλη) στο πλαίσιο του Εθνικού Διαγωνιστικού του 49ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών
Μικρού Μήκους Δράμας.
Προβάλλεται
την Παρασκευή 6
Νοεμβρίου στο πλαίσιο του 67ου
ΦΚΘ (Αίθουσα Τζον
Κασσαβέτης, 16:00), ενώ
είναι διαθέσιμη και στη διαδικτυακή πλατφόρμα του Φεστιβάλ μέχρι τη λήξη του.
.jpg)
%20(1).jpg)
%20(1).jpg)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου