Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2023

Λερντ Χαντ: «Για να αντιμετωπίσεις την Ιστορία των Η.Π.Α., έπρεπε να κοιτάξεις το κακό»

 

Λερντ Χαντ (Φωτογραφία: Eva Sikelianos Hunt)

Εμπνευσμένο από το λιντσάρισμα δύο Αφροαμερικανών το 1930 στην Ιντιάνα, το μυθιστόρημα του Λερντ Χαντ, Ο νυχτερινός δρόμος, εξερευνά το «φεγγαρόλουστο σκοτάδι» που «διαποτίζει» τη συλλογική βορειοαμερικανική «ψυχή».

Μια εκτενής συνομιλία με τον συγγραφέα με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου τον περσινό χειμώνα από τις Εκδόσεις Πόλις.

Το μυθιστόρημα Ο νυχτερινός δρόμος, πρόσφατα μεταφρασμένο στα ελληνικά, αποκαλύπτει, όπως και το προηγούμενό σου, το Neverhome, ένα βαθύ ενδιαφέρον  για τη βορειοαμερικανική Ιστορία, και κυρίως για τις πιο σκοτεινές πτυχές της.

Τι σε προσελκύει σ’ αυτό το πεδίο εμπειρίας, γνώσης και τραύματος;

Το μυθιστόρημα O νυχτερινός δρόμος είναι μέρος μιας ανεπίσημης τετραλογίας που καταπιάνεται με ουσιαστικά ζητήματα και στιγμές στην Ιστορία των Η.Π.Α.

Το Kind One (2012) ασχολείται με τη σκλαβιά, ενώ το Neverhome (2014) με τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο.  

Το Ο νυχτερινός δρόμος (2017) με τα συμπτώματα του συστημικού ρατσισμού της τραγικής περιόδου των νόμων του «Jim Crow».

Το In the House in the Dark of the Woods (2018), τέλος, ρίχνει μια ματιά στην καταπίεση της αποικιακής περιόδου και τη σχετιζόμενη υστερία απέναντι στις μάγισσες.

Αν και τα μέρη του σπανίως συνδέθηκαν ανοιχτά από τους διαφορετικούς εκδοτικούς οίκους που τα έβγαλαν στον κόσμο, αυτό το «σκοτεινό αμερικανικό κουαρτέτο» ήταν η προσπάθειά μου να λάβω υπόψη τις ακόμα παρούσες πρακτικές και στάσεις οι οποίες συνέβαλαν στην πολύ καθυστερημένη γέννηση των κινημάτων #blacklivesmatter και #metoo στις Η.Π.Α. του 21ου αιώνα.

Η αίσθησή μου όταν εγκαινίασα αυτό το δεκαετούς διάρκειας και τεσσάρων μυθιστορημάτων εγχείρημα ήταν η εξής:

Για να αντιμετωπίσεις την Ιστορία των Η.Π.Α., έπρεπε να είσαι έτοιμος να κοιτάξεις κάποιο σοβαρό κακό κατάματα και να καταγράψεις πόσο εσύ ο ίδιος και οι άνθρωποι γύρω σου -σχεδόν όλοι στην πραγματικότητα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- ήταν συνένοχοι.

Βασισμένο στα γεγονότα του λιντσαρίσματος δύο Αφροαμερικανών, των Thomas Shipp και Abram Smith, στις 7 Αυγούστου 1930 στην Ιντιάνα, το μυθιστόρημά σου εξερευνά το «φεγγαρόλουστο σκοτάδι» που «διαποτίζει» τη συλλογική βορειοαμερικανική «ψυχή».

Επιπλέον, αναδεικνύει την «κοινοτοπία του κακού» του «μέσου» λευκού Βορειοαμερικανού της εποχής, ο οποίος φαίνεται να νιώθει δικαιωμένος ως ανώτερος όταν γίνεται μάρτυρας ή δράστης πράξεων ρατσιστικής βίας.

Είναι αυτή η «κοινοτοπία» κάτι που σε απασχολεί πολύ;

Πέρασα πολύ καιρό μεγαλώνοντας στο σπίτι της γιαγιάς μου στην αγροτική Ιντιάνα: πέντε χρόνια στο σπίτι της κι έπειτα τέσσερα ακόμα στην πολιτεία για τις πανεπιστημιακές σπουδές μου.

Ούτε μια φορά, σ’ όλα εκείνα τα χρόνια, δεν άκουσα κάτι για το διαβόητο λιντσάρισμα που έλαβε χώρα στο Μάριον της Ιντιάνα, ούτε καν για τη διασύνδεσή του με το τραγούδι το οποίο η Billie Holiday έκανε διάσημο, το Strange Fruit.

Όταν για πρώτη φορά άκουσα για το λιντσάρισμα, που συνέβη σε απόσταση μιας ώρας με το αυτοκίνητο από τη φάρμα της γιαγιάς μου και έλαβε τεράστια δημοσιότητα, σοκαρίστηκα.

Στην αρχή σχεδόν είχα την αίσθηση ότι η ίδια η γη είχε είχε «διπλώσει» το περιστατικό και το είχε θάψει κάτω από τις πόλεις και τα χωράφια.

Αλλά καθώς συλλογιζόμουν και διάβαζα, μου έκανε εντύπωση η κοινοτοπία στην οποία αναφέρθηκες, αυτή η πρωτόγνωρη στιγμή της αρπαγής ανθρώπων που αντιμετωπίζεται σαν καρναβάλι ή ταινία προς παρακολούθηση, αλλά όχι προς σκέψη.

Για πολλούς ανθρώπους της εποχής, λοιπόν, όλο αυτό είχε απλώς ξεχαστεί, ένα φρικτό γεγονός ανάμεσα σε τόσα πολλά.

Περιγράφω ένα συναίσθημα που βίωσα σχετικά με το γιατί κανένας δε μιλούσε γι’ αυτό: όχι τα γεγονότα του ζητήματος. Αλλά οι συνέπειες της σκέψης ήταν ενοχλητικές.

Αν δεν υπήρχε το τραγούδι της Billie Holiday κι εκείνη η απαίσια φωτογραφία λευκών που γιόρταζαν δείχνοντας προς τους δολοφονημένους νεαρούς, ίσως και να μην ξέραμε καν για εκείνη τη μέρα, πόσο μάλλον να αισθανόμασταν κάτι γι’ αυτή.

Στην τελική, έχουν συμβεί τόσο πολλά παρόμοια περιστατικά απ’ άκρου εις άκρον των Η.Π.Α.

Δεν ξέρω πώς ως είδος μπορούμε να νιώσουμε πιο «δυνατά» για μια τέτοια φρικωδία που έχει προκληθεί από ανθρώπους. Ούτε και ξέρω πώς μπορούμε να θυμόμαστε πιο χρήσιμα κατόπιν.

Έχω, όμως, αισθανθεί να παρακινούμαι σε βιβλία όπως το Kind One και Ο νυχτερινός δρόμος να προσπαθήσω να εξερευνήσω την πιθανότητα με κάποιον τρόπο να το κάνουμε.

Τρεις γυναικείοι χαρακτήρες διαφορετικού φυλετικού, κοινωνικού και εκπαιδευτικού υποβάθρου είναι οι αφηγήτριες του μυθιστορήματός σου. Γιατί εστιάζεις τόσο συχνά στη θηλυκή αντίληψη της ανθρώπινης κατάστασης;

Εξ αρχής ήταν σαφές για μένα ότι η οποιαδήποτε στάση οικειότητας με τους δύσκολους χαρακτήρες και τα συγκείμενα με τα οποία καταπιανόμουν θα ήταν ανεπαρκής.

Απλά δε θα λειτουργούσε υπαρξιακά αν διέτρεχα χάσκοντας μερικά από τα πιο δύσκολα ερωτήματα που αφορούν τις Η.Π.Α.

Και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για έναν συγγραφέα -με προσοχή, σεβασμό, ταπεινότητα- να ατενίσει τον κόσμο από το να το κάνει μέσα από μυαλά και σώματα που δε μοιάζουν με τα δικά του.

Στις Η.Π.Α., τουλάχιστον, έχουμε τα τελευταία χρόνια εμφυσήσει στους εαυτούς μας ανελέητα τη σπουδαιότητα τού να μην το κάνουμε αυτό, «σφυροκοπώντας» μας ένα δόγμα:

Ότι το να αφηγηθείς ιστορίες υπό ένα πρίσμα που δεν είναι απολύτως ταυτόσημο με το δικό σου ισοδυναμεί με την πρόκληση βλάβης.

Οι κανόνες γύρω από αυτό είναι όλο και πιο δύσκολο να αναλυθούν και ποτέ δεν είναι ξεκάθαρο ποιος τους διαμορφώνει και προβαίνει σε κρίσεις, είναι όμως ευρέως διαδεδομένοι και εσωτερικεύονται από ολοένα και περισσότερους συγγραφείς.

Οι ίδιοι οι συγγραφείς, πάντως, κάνουν εξαιρέσεις για τους εαυτούς τους, όπως είναι βολικό.

Ο Νυχτερινός δρόμος είχε γραφτεί πριν το βάρος των συγκεκριμένων περιορισμών κυριαρχήσει πλήρως και ήμουν απλά αρκετά ξεροκέφαλος να μην τα παρατάω ακόμα κι αφότου αυτό είχε συμβεί. 

Το μυθιστόρημα, που κυκλοφόρησε ακριβώς μετά το εκλογικό φιάσκο του Ντόναλντ Τραμπ, δέχτηκε σκληρή κριτική βάσει αυτής της επιχειρηματολογίας, αλλά δε θα άλλαζα την προσέγγισή μου ακόμα κι αν, όπως λένε, γύριζα τον χρόνο πίσω.

Είναι, νομίζω, σημαντικό να προσθέσω πως ουδέποτε είπα στον εαυτό μου, με κάποιον μηχανικό τρόπο: «Θέλω να γράψω αυτό το βιβλίο από τη σκοπιά μιας γυναίκας»...

Οι φωνές αυτοπροτάθηκαν και το βιβλίο προέκυψε από τις φωνές. Η διαδικασία ήταν οργανική και η μέθοδος αναγκαία.

Χρησιμοποιείς ευφημισμούς («καλαμποκολούλουδα», «καλαμποκομούστακα», «καλαμποκόριζες») αναφερόμενος σε Αφροαμερικανούς, λευκούς και ιθαγενείς Αμερικανούς, επιλογή που συμβαδίζει με τον εκτοπισμό της βίας από το «κάδρο».

Θα ήθελες να αναλύσεις το σκεπτικό αυτών των επιλογών;

Είμαι πλέον προσεκτικός όταν απαντώ σ’ αυτή την ερώτηση, καθώς ορισμένοι κριτικοί δραττόμενοι από μια προγενέστερη καλοπροαίρετη απόπειρα, ένιωσαν ότι «αφηγήθηκα μια ιστορία που δεν ήταν δικιά μου» για κάποιου είδους πλάκα.

«Πασάλειψε» μερικούς ευφημισμούς για να αποφύγεις τις βαθιά ριζωμένες δυσκολίες της εδραιωμένης ρατσιστικής γλώσσας και κάνε λίγη πλάκα κ.λπ.

Η απλή κι όχι πολύ πρωτότυπη σκέψη μου ήταν πως τα καθιερωμένα φυλετικά επίθετα και οι υποτιμητικές περιγραφές ήταν ιδιαιτέρως βαρύνουσας σημασίας στο γραπτό κείμενο, για να μην πω μη βιώσιμα όσον αφορά στη χρήση τους από μένα ως λευκού ανθρώπου στο πλαίσιο του 21ου αιώνα.

Δεν υπάρχουν καθιερωμένα φυλετικά επίθετα σε κάποιο από τα τέσσερα βιβλία που ανέφερα.

Θα μπορούσα έτσι να εμβαθύνω περισσότερο στη διαχείριση της φρίκης εκείνης της νύχτας χωρίς τον περσπασμό ενός μικρού αριθμού λέξεων συχνά χρησιμοποιούμενων τότε, αλλά σήμερα αδύνατο να προφερθούν.

Δημιούργησα ένα διαφορετικό είδος περισπασμού χρησιμοποιώντας άλλες λέξεις προς αντικατάστασή τους; Πιθανόν. Αλλά πρόκειται για διαφορετικού είδους περισπασμό, και μπορώ να ζήσω μ’ αυτόν.

Λιντσαρίσματα όπως αυτά που συνέβαιναν στις Η.Π.Α. σε προηγούμενους αιώνες μπορεί να μη συμβαίνουν πια, αλλά ο θεσμοθετημένος φυλετικός, θρησκευτικός και κοινωνικός στιγματισμός παραμένει ανεξέλεγκτος. Γιατί;

Ιδού ένα από τα σπουδαία ερωτήματα της εποχής μας. Μακάρι να είχα μια απάντηση. Δε θα προσβάλω εσένα ή τους αναγνώστες σου ξεπετώντας κάποια γρήγορη, εύκολη και ασφαλώς λανθασμένη απάντηση.

«Το να κάνεις λάθος είναι ένα είδος αγάπης, γιατί όταν κάνεις λάθη μαθαίνεις, και το να μαθαίνεις είναι ένα είδος αγάπης και η αγάπη είναι πάντα καλή», συμπεραίνει η Κυρά των Αγγέλων.

Είναι η αγάπη, όσο αφελές κι αν αυτό ακούγεται, ένα αντίδοτο στην προαναφερθείσα «κοινοτoπία του κακού»;

Ακόμα κι όταν ζούσα στην Ιντιάνα τη δεκαετία του 1980, πολλές δεκαετίες μετά τα γεγονότα που αναπλάθω στον Νυχτερινό δρόμο, συχνά με εξέπληττε ο εύκολος, καθημερινός ρατσισμός κι ο μισογυνισμός τους οποίους συναντούσα.

Αυτό συνέβαινε στο πλαίσιο μιας έντονης θρησκευτικότητας, συνοδευόμενης από προσευχή πριν και μετά από κάθε αθλητική εκδήλωση και σχεδόν όλοι οι άνθρωποι που γνώριζα παρακολουθούσαν κάποιου είδους θρησκευτική λειτουργία την Κυριακή.

Φτάνει πια με την ειρήνη και την αγάπη και το να κάνεις στους άλλους όσα θα ήθελες να σου κάνουν!

Φυσικά, δεν υπάρχει τίποτα απολύτως ασυνήθιστο σε μια τέτοια υποκρισία και δεν εννοώ πως όλοι όσοι με περιέβαλλαν «έσταζαν» ρατσιστική και μισογυνική σκέψη.

Κι αν ήταν να αποδώσω βασικές ιδιότητες στους πολλούς καλούς ανθρώπους που είχα στη ζωή μου στην Ιντιάνα, θα τοποθετούσα την ικανότητά τους για αγάπη πολύ ψηλά στη λίστα.

Σε ένα πιο στέρεα πολιτικό επίπεδο, ποιος είναι ο αντίκτυπος κινημάτων όπως το «Black Lives Matter» στην κατεύθυνση μιας αλλαγής παραδείγματος στις Η.Π.Α.;

Το κίνημα #blacklivesmatter έχει κάνει τεράστιο καλό κι έχει παρακινήσει σπουδαία θετική δράση σε όλη τη χώρα. Υπήρξαν αναποδιές καθ’ οδόν;  Βέβαια.

Αλλά  για το είδος της κλίμακας στο οποίο αναφερόμαστε όταν συζητάμε για τα κινήματα #blm και #metoo κάτι τέτοιο είναι και αναπόφευκτο.

Γενικά έχουν υπάρξει πολύ θετικά κι έχουν προσφέρει ελπίδα ενόψει δυσεπίλυτων ζητημάτων σε πολλούς ανθρώπους, εμού συμπεριλαμβανομένου!

Είσαι παντρεμένος με την ποιήτρια Ελένη Σικελιανού. Παραθέτεις επίσης Michael Palmer, τον αγαπημένο μου σύγχρονο Βορειοαμερικανό ποιητή, στην αρχή του μυθιστορήματός σου.

Είναι το βίωμα της ποίησης -μαζί με την Ιστορία και τους μύθους- ένας βαθύτερος τρόπος κατανόησης του εαυτού και επίτευξης προόδου, είτε σε ατομικό είτε σε ευρύτερα κοινωνικό επίπεδο;

Χαίρομαι τόσο πολύ που μοιραζόμαστε ένα ενδιαφέρον για τον Michael Palmer! Διαβάζω τη δουλειά του από τη δεκαετία του 1990 όταν ξεκίνησα ως συγγραφέας. Είναι έξοχος ποιητής, αν και δε νομίζω ότι διαβάζεται στις μέρες μας όσο του αξίζει.

Πράγματι, οι ποιητές γενικά δε διαβάζονται σχεδόν όσο πρέπει γιατί -δε θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο- στη σπουδαία ποίηση, όπως και στη σπουδαία μουσική, θα έλεγα, μπορούμε να γνωρίσουμε τους εαυτούς μας πληρέστερα.

Ευχαριστώ θερμά την Άλκηστη Τριμπέρη (Εκδόσεις Πόλις) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Ευχαριστώ επίσης τον συγγραφέα για την ευγενική παραχώρηση της φωτογραφίας του που συνοδεύει το κείμενο.

Το μυθιστόρημα του Λερντ Χαντ Ο νυχτερινός δρόμος κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση του Χρήστου Οικονόμου.



Κυριακή 22 Μαΐου 2022

Ντ. Χάντερ: «Το να έχω ανθρώπους γύρω μου με έσωσε από τον εαυτό μου»

 


Ως παιδί σεξεργάτης, ως έφηβος τοξικοεξαρτημένος, κατόπιν βίαιος κακοποιός, σταδιακά πολιτικοποιούμενος στους χώρους της Αριστεράς και της αναρχίας.

Ο λόγος για τον Βρετανό Ντ. Χάντερ, ο οποίος, με εξαιρετική διαύγεια, στοχάζεται πάνω στις εμπειρίες του στο συνταρακτικό αυτοβιογραφικό βιβλίο του Chav/Αλληλεγγύη από τα υπόγεια. Συνομιλώντας μαζί του.

Οργισμένο, θρηνητικό, στοχαστικό, διαυγές, ειλικρινές, το αυτοβιογραφικό βιβλίο σου Chav/Αλληλεγγύη από τα υπόγεια είναι ένα από τα πιο έντονα αναγνώσματα των τελευταίων μηνών. Σκεφτόσουν πολύ καιρό να το γράψεις;

Όχι, μου ήρθε η ιδέα καθώς έκανα νυχτερινές βάρδιες. Γυρνώντας σπίτι ένιωθα βαριεστημάρα, οπότε άρχισα να γράφω.

Ήμουν οργισμένος σχετικά με την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν τα κοινωνικά κινήματα στη Μεγάλη Βρετανία εκείνη την περίοδο και ταυτόχρονα σκεφτόμουν τι μου είχε συμβεί στο παρελθόν. Ήθελα, λοιπόν, να γράψω γι’ αυτά τα θέματα.

Μετά από μερικούς μήνες μοιράστηκα μερικά από αυτά τα κείμενα μέσω των social media, φίλοι μού πρότειναν να τα περιλάβω σ’ ένα βιβλίο κι έτσι προχώρησα σε μια αυτοέκδοση 20-30 αντιτύπων που εξαντλήθηκαν.

Είχες κάποια συγκεκριμένη δομή στο μυαλό σου;

Όχι, απλώς προσπάθησα να βάλω τα δοκίμια σε μια σειρά, κυρίως από θεματικής άποψης. Προσπάθησα, λοιπόν, να βρω έναν σύνδεσμο. Δεν ήταν, πάντως, στις προθέσεις μου να κυκλοφορήσω ένα βιβλίο.

Πώς προέκυψε, επομένως; Ακολούθησες απλώς τη ροή όσων πίεζαν να βγουν στην επιφάνεια; Αυτό έδωσε μορφή σε όλο το εγχείρημα;

Έτσι συνέβη, νομίζω. Κάθε δοκίμιο πήγαζε από μια σκέψη ή μια ιστορία από το παρελθόν που ήθελα να μοιραστώ. Ή από κάποια ιδέα στην οποία ήθελα να εμβαθύνω.

Η σταδιακή πολιτικοποίησή σου και η κατοπινή ένταξή σου σε πιο δομημένα σχήματα -ομάδες, συνελεύσεις- ήταν μια αργή διαδικασία, έτσι δεν είναι;

Δεν ξέρω αν η ίδια η διαδικασία ήταν αργή, απλώς οδηγήθηκα σ’ αυτή αργότερα από άλλους, γύρω στα 25-30.

Ήμουν, ωστόσο, πιο εξοπλισμένος να εμπλακώ λόγω των εμπειριών που είχα βιώσει και πρόθυμος να εξετάσω τα πράγματα και να σκεφτώ πιο συλλογικά από κάποιον που είχε διάγει μια περισσότερο εξατομικευμένη ζωή.

Μέσα σε λίγα χρόνια, όμως, απογοητεύτηκες από την κυρίαρχη νοοτροπία εντός των πολιτικών κύκλων και ομάδων της Αριστεράς και του αναρχικού χώρου με τους οποίους συνδέθηκες.

Από νωρίς υπήρχε αυτή η δυσφορία, η οποία εντεινόταν όλο και περισσότερο μέχρι που έγινε γενικευμένη. Αλλά και η κοινωνία με έσπρωχνε πέρα από τα όριά μου. Εξακολουθώ να εμπλέκομαι, ακόμα και σήμερα, αλλά το κάνω πιο προσεκτικά.

Κι έχεις βρει τον τρόπο να είσαι πιο «παραγωγικός» κινηματικά και πολιτικά σε σχέση με τον τρόπο που λειτουργούσες στο παρελθόν.

Σ’ έναν βαθμό, ναι.

Η αναφορά, εξάλλου, στις έννοιες της συλλογικότητας, της αλληλοβοήθειας, της αλληλεγγύης για κάποιους είναι εύκολα λόγια, ένας τρόπος να χτίσουν μια ατομική βάση.

Έχοντας επίγνωση αυτού καλλιεργώ πιο ρεαλιστικές προσδοκίες από τους ανθρώπους κι έχω πολύ μεγαλύτερη υπομονή. Είμαι επίσης πιο επιλεκτικός σε ό,τι εμπλέκομαι και διασφαλίζω πως αυτό έχει νόημα για μένα κι όχι απλά ρητορικό χαρακτήρα.

Δε μ΄ενδιαφέρει να με βλέπουν να κάνω κάτι.

Η πολιτική δράση δεν είναι χόμπι, ούτε τρόπος να οικοδομήσει κάποιος ένα ριζοσπαστικό ίματζ.

Ακριβώς.

Έχεις περάσει πολλά στη ζωή σου. Και μπορεί να μη βγήκες από αυτά αλώβητος, κατόρθωσες όμως να επιβιώσεις μέχρι τώρα. Όλα όσα υπέστης -αλλά κι εκείνα για τα οποία φέρεις ευθύνη- σε έχουν κάνει πιο αποφασισμένο και συλλογικό;

Υποθέτω ότι ναι.

Πριν από μερικούς μήνες εγκατέλειψα ένα πολιτικό εγχείρημα όπου είχα εμπλακεί επί τρία χρόνια και η τρέχουσα περίοδος είναι η πρώτη κατά την τελευταία εικοσαετία στην οποία δε συμμετέχω σε κάτι.

Γράφω το διδακτορικό μου, οπότε βιώνω μια ατομική διαδικασία μάθησης. Αναζητώ, όμως, κίνητρα για να εμπλακώ σε ένα καινούριο εγχείρημα, ώστε αυτό να με αντιπροσωπεύει αυθεντικά κι όχι να είναι κάτι επιτελεστικό.

Με προσελκύουν οι γνήσιοι λόγοι γι’ αυτή την ενασχόληση, αλλά, ταυτόχρονα, έχω την επιλογή -μετά από πολύ καιρό- να πω: «Όχι, δε θέλω να συμμετάσχω κάπου, θέλω να κάνω τα δικό μου».

Έχω σαρανταρίσει πια, δε θέλω να πιέζω τον εαυτό μου. Δεν έχω τη γαμημένη την ενέργεια γι’ αυτό. Δεν ξέρω αν απάντησα στην ερώτησή σου.



Δεν πρόκειται για μια αυστηρά δομημένη διαδικασία ερωταποκρίσεων, αλλά πιο πολύ μια ανταλλαγή ιδεών και σκέψεων.

Ευτυχώς!

Υπάρχει όντως είτε μια έλλειψη λογοτεχνίας της εργατικής τάξης είτε πολιτικής ανάλυσης από τη σκοπιά της εργατικής τάξης, και μια τάση άλλων να μιλάνε για την τάξη αυτή ή -ακόμα χειρότερα- να δρουν εξ ονόματός της.

Έχει τα τελευταία χρόνια αντιστραφεί η συγκεκριμένη τάση στη βρετανική κοινωνία; Αναδεικνύονται περισσότερα δείγματα εργατικής λογοτεχνίας;

Ναι, έχει συντελεστεί κάποια αλλαγή τα τελευταία τέσσερα-πέντε χρόνια.

Υπάρχει ένα κίνημα από συγγραφείς προερχόμενους από την εργατική τάξη που γίνεται ολοένα και πιο δημοφιλές, και κατόπιν μέλη του εν μέρει εισέρχονται στο μέινστριμ.

Ταυτόχρονα, κυκλοφορούν πολλά έντυπα εργατικού προσανατολισμού -σε κάποια από τα οποία συμμετέχω κι εγώ-, κι αυτό είναι σημαντικό.

Υπάρχει, ωστόσο, και μια τάση έκφρασης της ζωής της εργατικής τάξης με αποδέκτη ένα μεσοαστικό αναγνωστικό κοινό, αντί για τη δημιουργία ενός διαλόγου σχετικά με την εργατική τάξη.

Μια «στημένη» αναπαράστασή της ώστε να φανεί ελκυστική σε ένα συγκεκριμένο αναγνωστικό κοινό κι όχι ως αυτή που είναι- είτε κάτι τέτοιο είναι αρεστό είτε όχι.

Παρατηρείται μια τάση αναζήτησης από την πλευρά του μέινστριμ εκδοτικού χώρου χαρακτήρων φτωχών ανθρώπων που τα πάνε καλά και γίνονται καλοί πολίτες.

Κάθε χρόνο κυκλοφορούν δύο ή τρία τέτοιου είδους βιβλία, με τους συγγραφείς τους να παρουσιάζονται ως οι «αυθεντικές φωνές της εργατικής τάξης» τη στιγμή που βρίσκονται πολύ μακριά από αυτή.

Δε θέλω να απορρίψω τα βιώματα των συγγραφέων -της φτώχειας, για παράδειγμα-, αλλά αυτός είναι ένας τρόπος να καταναλωθούν οι ιστορίες τους, ιδίως αν δεν ασκούν ιδιαίτερη κριτική στο ταξικό σύστημα.

Τέτοιες αφηγήσεις τείνουν να εστιάζουν στην ατομική «ιστορία επιτυχίας», γεγονός που αντανακλά τον τρόπο λειτουργίας -και την κυρίαρχη νοοτροπία- του καπιταλισμού.

Κι αν δεν τα καταφέρνεις είναι γιατί δεν προσπαθείς αρκετά σκληρά. Υπάρχουν, λοιπόν, αυτοί κίνδυνοι, αλλά και πολύ καλά δείγματα λογοτεχνίας της εργατικής τάξης.

Εδώ μπορούμε να αναφέρουμε τη δουλειά του πολύ αγαπητού Αλμπέρτο Προυνέτι, υπεύθυνου για το επίμετρο του βιβλίου σου στην ελληνική έκδοση.

Ενδιαφέρθηκε να το μεταφράσει στα ιταλικά, προσφέρθηκε να το κάνει πολύ ευγενικά, υπήρξε πολύ υποστηρικτικός και οι χαρακτήρες των βιβλίων του είναι πηγαίοι.

Είναι ευτύχημα που μεταφράστηκε και στα ελληνικά, διευκολύνοντας την επικοινωνία με ευρύτερα κοινά.

Ναι, αν και στην αρχή δε σκέφτηκα πολύ βαθιά σχετικά μ’ αυτό.

Κατά το παρελθόν υπήρξα πολύ «μυωπικός» και καθόλου διεθνιστής στην προσέγγισή μου, δε σκεφτόμουν τι συνέβαινε έξω από μια ακτίνα μερικών χιλιομέτρων πέριξ  της γενέτειράς μου.

Ακόμα κι η παλιά βρετανική εργατική τάξη παρουσιάζει πολλές εσωτερικές διαφοροποιήσεις. Για να «χτίσεις» μια μια ταξική συνείδηση χρειάζεται να «χτίσεις» μια αμοιβαία κατανοήση αυτού που όλοι και όλες είμαστε.

Σε μια εποχή κατακερματισμού και ανανοηματοδότησης της εργατικής τάξης το να μοιράζεσαι εμπειρίες και να αποκτάς έναν κοινό βηματισμό με τους ομοίους σου είναι ένας τρόπος να δρομολογηθεί η ανατροπή του υπάρχοντος.

Δεν μπορείς να «μετρήσεις» αντικειμενικά το πού βρίσκεται η εργατική τάξη. Αν χρησιμοποιήσουμε μαρξικούς όρους, όποιος πουλά την εργατική του δύναμη, ανήκει σ’ αυτή.

Ταυτόχρονα με την διαφοροποιημένη ιεραρχία αναφορικά με τους φυσικούς πόρους υπάρχει και διαφορετικό ένταση αυτοστοχασμού σχετικά με την ταυτότητά σου.

Κατά τις δεκαετίες του 1980-90 το να είσαι μέλος της εργατικής τάξης στη Μεγάλη Βρετανία αντιμετωπιζόταν υποτιμητικά και δαιμονοποιείτο.

Προσωπικά, έχοντας υπάρξει έγκλειστος, δεν έχω τα ίδια βιώματα από εργατική τάξη με άτομα μαρξιστικών πολιτικών πεποιθήσεων. Γίνεται πολύς λόγος για τις τάξεις στη Μεγάλη Βρετανία, ο οποίος αυτοϋπονομεύεται.

Έχει επιδεινωθεί η κατάσταση για την εργατική τάξη στη Μεγάλη Βρετανία μετά το Brexit;

Σε έναν βαθμό ναι, αλλά η υποχώρηση έχει υπάρξει σταθερή εδώ και πολλά χρόνια: το επίπεδο φτώχειας ανεβαίνει, ο βαθμός κοινωνικού αποκλεισμού αυξάνεται.

Είναι, επομένως, δύσκολο να πω αν αυτό οφείλεται στο Brexit ή αν θα συνέβαινε έτσι κι αλλιώς. Το Brexit «σκότωσε» την κεϋνσιανή θεωρία, το μεταπολεμικό συμβόλαιο ανάμεσα στις τάξεις.

Έχουμε δε τόσο διευρυμένη μεσαία τάξη γιατί αποικίσαμε και εκμεταλλευτήκαμε τον μισό κόσμο. Έτσι αποκτήσαμε το κοινωνικό κράτος που με αργούς ρυθμούς διαλύεται. Tώρα δεν μπορούμε να εκμεταλλευτούμε τους άλλους τόσο πολύ.

Αν δεν είχες υποστηριχτεί από τους τόσους ανθρώπους ανά τα χρόνια, πιθανόν δε θα είχες επιβιώσει.

Για να επιβιώσω, έπρεπε να βασιστώ σε άλλους ανθρώπους- είτε ήμουν έγκλειστος, είτε άστεγος στους δρόμους. Το να έχω ανθρώπους γύρω μου με έσωσε από τον εαυτό μου σε έναν βαθμό.

Από αυτό το σημείο, από το πόσο νοιαζόμαστε για τους άλλους, ξεκινά η οικοδόμηση του κόσμου που φανταζόμαστε, έξω από νεοφιλελεύθερους τρόπους αλληλεπίδρασης.

Ακόμα και οι πιο προστατευμένοι τριαντάρηδες μεσοαστοί συνδέονται με άλλους ανθρώπους για την επιβίωσή τους, απλώς δεν το ξέρουν. Όλοι εξαρτώμαστε από τους άλλους.

To βιβλίο του Ντ. Χάντερ Chav/Αλληλεγγύη από τα υπόγεια κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων σε μετάφραση των Έμιλυ Μαγκουρίλου, Γιώργου Μαμώλη και Χρήστου Πάνα.

Παρουσία του συγγραφέα, συζητάμε τη Δευτέρα 23 Μαΐου, 19:30, στο Αυτοδιαχειριζόμενο Πάρκο Ναυαρίνου για την κατάσταση του υποπρολεταριάτου και τη σχέση του με τα κινήματα.



Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

Μια παρουσίαση των νεοσύστατων ελευθεριακών εκδόσεων «Ναυτίλος» από τη Θεσσαλονίκη



Οι νεοσύστατες εκδόσεις Ναυτίλος από τη Θεσσαλονίκη άνοιξαν «πανιά» μόλις το Μάη που μας πέρασε. Πρόκειται για «ένα συλλογικό εκδοτικό σχήμα ελευθεριακού προσανατολισμού με κινηματικά χαρακτηριστικά», το οποίο προέκυψε «μέσα από τις διαδικασίες της συλλογικότητας Μαύρο & Κόκκινο και τους αγώνες για τον κοινωνικό αναρχισμό, την πανανθρώπινη ελευθερία», μου εξηγεί η διαχειριστική του ομάδα. Πρώτη κυκλοφορία του Ναυτίλου, το βιβλίο του Νίκου Σούζα “Σταμάτα να μιλάς για θάνατο μωρό μου”- Πολιτική και κουλτούρα στο ανταγωνιστικό κίνημα στην Ελλάδα (1974-1998). Περισσότερα για το Ναυτίλο, στην κουβέντα που ακολουθεί.

Πότε και πώς «γεννήθηκε» ο Ναυτίλος, γιατί επιλέχτηκε το συγκεκριμένο όνομα, ποιοι είναι οι «πλοηγοί» του και ποια τα πολιτικά του χαρακτηριστικά;
Οι ελευθεριακές εκδόσεις Ναυτίλος δημιουργήθηκαν μόλις τον περασμένο Μάη στη Θεσσαλονίκη. Αποτελούν ένα συλλογικό εκδοτικό σχήμα ελευθεριακού προσανατολισμού με κινηματικά χαρακτηριστικά. Ο Ναυτίλος αποτελεί ουσιαστικά την ανάγκη έκφρασης ενός συνόλου ανθρώπων- αυτοί είναι και οι ερασιτέχνες «πλοηγοί» του- όπως αυτό προέκυψε μέσα από τις διαδικασίες της συλλογικότητας Μαύρο & Κόκκινο και τους αγώνες για τον κοινωνικό αναρχισμό, την πανανθρώπινη ελευθερία.
 
Το συγκεκριμένο όνομα επιλέχτηκε κυρίως λόγω ενός παλιότερου κοινωνικού κέντρου που λειτουργούσε στην πόλη μας τη δεκαετία του ’90 κι επειδή έχουμε μια «ευαισθησία» σε σχέση με την ανάδειξη της ιστορικότητας του ελευθεριακού κινήματος σε αυτό το νότιο άκρο των Βαλκανίων επιλέξαμε να το επαναφέρουμε στην καθημερινή ζωή των κοινωνικών κινημάτων. Πέρα βέβαια από αυτή τη γενική αναφορά, για τον καθένα από εμάς μπορεί να συμβολίζει και κάτι ξεχωριστό, για κάποιον τον κάπταιν Νέμο του Βερν, ή ίσως μια περικοπή του Ίταλο Καλβίνο.
Αποτελεί μετεξέλιξη ή συνέχεια παρόμοιου προσανατολισμού εκδοτικών εγχειρημάτων στην Ελλάδα; Και πώς σχετίζεται με αυτά;

Κάποιοι από εμάς έχουμε συνεισφέρει παλιότερα και σε άλλα εκδοτικά εγχειρήματα παρόμοιου προσανατολισμού, όμως η σχέση που έχει ο Ναυτίλος με ό,τι έχει προϋπάρξει θέλουμε να είναι πιο βαθιά από αυτή τη συμμετοχή. Θεωρούμε ότι οι ιδέες, η αισθητική, τα νοήματα και οι αξίες που θέλει να μεταφέρει ο Ναυτίλος συνδέονται με ένα πιθανώς αδιόρατο, αλλά πολύ δυνατό, νήμα με τις προηγούμενες απόπειρες διάχυσης της ελευθεριακής κουλτούρας στο κοινωνικό σύνολο. Αναγνωρίζουμε τον κοινωνικό τόπο, την οικειότητα των σκέψεων δεκάδων προηγούμενων ή και σύγχρονων εγχειρημάτων: η Διεθνής Βιβλιοθήκη, η εφημερίδα Άλφα, ή οι Εκδόσεις των Ξένων και η Ευτοπία μπορούν να αναφερθούν ως κάποιες από αυτές. Μας αρέσει να σκεφτόμαστε το Ναυτίλο ως τη νεότερη απόπειρα εμπλουτισμού των ελευθεριακών εντύπων που ήδη μετρά σαράντα χρόνια πορείας.
Ποιες είναι προσδοκίες κι οι στόχοι του;

Ο Ναυτίλος προσδοκά να εξοικειώσει μεγαλύτερα κοινωνικά σύνολα με την εκφορά της σκέψης και τη δράση του ελευθεριακού κινήματος. Ευελπιστεί να καταθέσει με μια συνεπή τακτικότητα κάποιους τίτλους είτε στο αμιγώς πολιτικό πεδίο - δίχως όμως να εξαντλείται σε αυτό- που μπορούν να αναδείξουν το εύρος, τη σημαντικότητα, αλλά και τη χρησιμότητα των αντιεξουσιαστικών αντιλήψεων, της λογοτεχνίας που συνέχει την αισθητική με τα νοήματα που έχει ανάγκη η κοινωνία των από-τα-κάτω. Ακόμη, πολύ πιο απλά, να αναδείξει την ομορφιά της ανθρώπινης δημιουργίας. Οι εκδόσεις μας στοχεύουν μέσω της ενεργής συνεισφοράς τους στην εξέλιξη, την επικαιροποίηση των χειρονομιών ελευθεριακής αντίστασης και την απόδοσή τους σε έντυπη μορφή.  
Αυτές τις μέρες κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο των εκδόσεών σας “Σταμάτα να μιλάς για θάνατο μωρό μου”- Πολιτική και κουλτούρα στο ανταγωνιστικό κίνημα στην Ελλάδα (1974-1998) του Νίκου Σούζα.  Συνιστά μια ψηφίδα στο «μωσαϊκό» της, δυστυχώς, ελλειμματικής κινηματικής, και δη αναρχικής, ιστοριογραφίας;

Τις επόμενες μέρες και μέχρι το τέλος του Ιουνίου το βιβλίο θα υπάρχει στις προθήκες των βιβλιοπωλείων σε όλη την Ελλάδα, όπως επίσης και στα DIY ράφια καταλήψεων, στεκιών και ελεύθερων χώρων που θα εκδηλώσουν ενδιαφέρον να το προμηθευτούν. Κάποιοι το έχουν κάνει ήδη. Η ερώτηση αυτή συνιστά ταυτόχρονα και ενός είδους απάντηση, αφού ακριβώς με αυτή τη σκέψη στο μυαλό επιλέξαμε το βιβλίο του Νίκου να αποτελέσει την πρώτη μας έκδοση. Υπάρχει μια εκκωφαντική σιωπή γύρω από την κινηματική ιστορία, ενώ η αναρχική ιστοριογραφία στην Ελλάδα μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί «tabula rasa». Επειδή, λοιπόν, κάποιες φορές η σιωπή «δεν είναι χρυσός», αλλά αντιθέτως μπορεί να υποθάλψει το «τέρας της λήθης», επιλέξαμε να μη «σταθούμε συνένοχοι», αλλά να επιχειρήσουμε να σπάσουμε τη σιωπή. Θεωρούμε ότι, για να πράξεις κάτι τέτοιο και για να πετύχει, πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός και ο καταλληλότερος τρόπος να συμβεί αυτό ήταν η έκδοση της εξαιρετικής μελέτης του Νίκου. Είναι ένα βιβλίο που, οποιοσδήποτε κι αν λάμβανε τον κόπο να το εκδώσει, οι άνθρωποι του κινήματος θα είχαν μόνο κέρδος από την ανάγνωσή του, αφού αναδεικνύει μια πληθώρα ζητημάτων υπό το πρίσμα της ιστορικής τους προέλευσης ως επίδικων ζωντανών διαδικασιών του ανταγωνιστικού κινήματος.
Έχετε κάτι καινούριο στα «σκαριά»;

Ναι, και μάλιστα αρκετά. Κυριαρχεί ένας γενικός ενθουσιασμός στους «πλοηγούς», για να δημιουργηθούν νέα πράγματα. Οι δύο βασικοί άξονες, πάνω στους οποίους θα κινηθούμε το επόμενο διάστημα, θα είναι η συνέχιση της εκδοτικής ενασχόλησης με την ιστορία του αναρχικού κινήματος στην Ελλάδα, όπως επίσης και η θεωρητική επεξεργασία των πολιτικών - και όχι μόνο- προσήμων του κοινωνικού αναρχισμού. Ορισμένες μεταφράσεις σημαντικών ντοκουμέντων, αλλά και μερικές δικές μας συνεισφορές, πιστεύουμε ότι θα καλύψουν την έντυπη δράση μας τον επόμενο χρόνο.

Το βιβλίο του Νίκου Σούζα “Σταμάτα να μιλάς για θάνατο μωρό μου”- Πολιτική και κουλτούρα στο ανταγωνιστικό κίνημα στην Ελλάδα (1974-1998) παρουσιάζεται, μετά το 2ο φεστιβάλ αναρχικού βιβλίου Πάτρας και το 5ο ελευθεριακό φεστιβάλ βιβλίου Θεσσαλονίκης, στο 2ήμερο εκδηλώσεων Μέρες Χημείου ’85- Ο ανατρεπτικός “χώρος” τη δεκαετία του ’80, που διοργανώνεται στην Κατάληψη Πραποπούλου, Προφήτη Ηλία 49, Χαλάνδρι,  την Παρασκευή 19 και το Σάββατο 20 Ιουνίου (http://protovouliaxalandriou.blogspot.gr/2015/06/19-20-2015.html).
Το μπλογκ του Ναυτίλου είναι https://nautilos2015.wordpress.com/

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015

Dan Georgakas: «Το να είσαι επαναστάτης σημαίνει να μιλάς με παρρησία σε όσους είναι ανίσχυροι»


Ακτιβιστής του αναρχικού χώρου και της Αριστεράς, συγγραφέας, κριτικός κινηματογράφου, ιστορικός, ποιητής, ο Ελληνο-αμερικανός Dan Georgakas παραμένει ακμαίος κι οξυδερκής, παρά τα 77 του χρόνια. Κουβεντιάζουμε μαζί του, με αφορμή το ντοκιμαντέρ του Κώστα Βάκκα Dan Georgakas-Επαναστάτης της Διασποράς, που προβάλλεται στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Πέμπτη 19 και το Σάββατο 21 Μαρτίου.

Πώς ήταν να μεγαλώνεις στη «Greektown» του Ντιτρόιτ στη δεκαετία του ’40; Ποιες είναι οι εντονότερες αναμνήσεις σου από αυτή την εποχή;

Θα χρειαζόταν ένα βιβλίο, προκειμένου να μιλήσω για τους στοχασμούς μου σχετικά με αυτή την περίοδο της ζωής μου, και το έχω γράψει. Ο τίτλος του είναι «My Detroit-Growing Up Greek and American in Motor City». Κινδυνεύοντας να φανεί ότι προωθώ τη δουλειά μου, βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να σε ενημερώσω πως η ελληνική έκδοση του βιβλίου θα κυκλοφορήσει αυτή τη χρονιά από τις «Εκδόσεις των Συναδέλφων». Συνοψίζοντας, όμως, για να απαντήσω στην ερώτησή σου, στη δεκαετία του ’40 λίγοι Έλληνες ζούσαν στην «Greektown» του Ντιτρόιτ, ή σε άλλες «Greektowns». Οι περισσότεροι ζούσαν σε πολυεθνικές γειτονιές. Στην περίπτωσή μου, σε απόσταση ενός τετραγώνου από το σπίτι μου, είχαμε Γάλλους, Βέλγους, Σικελούς, Λιβανέζους, Σέρβους, Γερμανούς, Πολωνούς, γαλλόφωνους Καναδούς, Σύρους, Σκωτσέζους, Ασκεναζί Εβραίους, λευκούς Αππαλάχιους (hillbillies) και κανονικά αμερικανικά νοικοκυριά. Δεν υπήρχαν πολλές εθνοτικές αντιπαραθέσεις, γιατί καμία ομάδα δεν ήταν αρκετά μεγάλη, ώστε να κυριαρχεί. Δε συνέβαινε το ίδιο σε όλες τις άλλες πόλεις, αλλά είναι σύνηθες για τους περισσότερους Ελληνο-αμερικανούς. Νωρίς συνειδητοποίησα ότι εμείς που προερχόμασταν από «εθνοτικές» ομάδες διαφέραμε από τον μέσο Αμερικανό. Όχι για καλύτερο ή χειρότερο, απλώς ήμασταν διαφορετικοί. Ό,τι θεωρείτο συχνά ως «φυσιολογικό» (εφηβικά ραντεβού ή διανυκτερεύσεις σε σπίτια φίλων), ήταν κάτι καινούριο για μας και φαγητά όπως το γιαούρτι κι οι ελιές φαίνονταν παράξενα σε εκείνους. Φυσιολογικά αυτό θα άλλαζε αργότερα πολύ. Πηγαίναμε σινεμά μία ή δύο φορές τη βδομάδα. Προβάλλονταν δυο ταινίες τη φορά και μπορούσες να μείνεις και να τις δεις δωρεάν. Μάθαμε πολλά για την αμερικανική κουλτούρα από εκείνες τις ταινίες. Ένας κριτικός έχει αναφερθεί στη γενιά μου ως «Αμερικανούς που διαμορφώθηκαν από τις ταινίες».

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60, υπήρξες ένα από τα πιο επιδραστικά μέλη της αναρχικής ομάδας «Black Mask». Θα μπορούσες να μου πεις για την ιστορία, τις πολιτικές απόψεις και τις δραστηριότητές της; Θεωρείς ακόμη τον εαυτό σου αναρχικό κι αν ναι, με ποιο ρεύμα αναρχισμού ταυτίζεσαι περισσότερο;

Υπήρξα ένα από τα πρώιμα και επιδραστικά μέλη της ομάδας «Black Mask», γράφοντας σε σχεδόν κάθε τεύχος των εντύπων που εξέδιδαν. Ήμαστε ένα καλλιτεχνικο-πολοιτικό γκρουπ που επεδίωκε να επηρεάσει τη «Νέα Αριστερά» στην κατεύθυνση του αντι-ολοκληρωτισμού. Η καλλιτεχνική μας δουλειά ήταν εξίσου σημαντική με τις διαδηλώσεις κι οι ίδιες οι διαδηλώσεις συχνά έμοιαζαν με παραστάσεις. Προσπαθήσουμε να ενώσουμε τις διάφορες αναρχικές μικρο-ομάδες της Νέας Υόρκης σε κοινές δράσεις, αλλά δεν τα καταφέραμε. Στόχος μας πάντοτε το κατεστημένο κι όχι να ανταγωνιστούμε τους επαναστάτες. Μια από τις φωτογραφίες που επέζησαν από την ομάδα μας δείχνει στην πορεία «Wall Street is War Street», η οποία έγινε το 1967, όπου φορούσαμε μαύρες μάσκες και κουβαλούσαμε κρανία.

Ο δικός μου τύπος αναρχισμού παραπέμπει σε εκείνον των Victor Serge, Pyotr Kropotkin και William Morris. Το καλύτερο ίσως θα ήταν να θεωρούμαι σύγχρονος αναρχο-συνδικαλιστής, ή, όπως ο Τσόμσκι κι άλλοι αυτοαποκαλούνται τώρα, ελευθεριακός σοσιαλιστής. Πιστεύω ότι η ιδέα ενός κόμματος της πρωτοπορίας από τη φύση της και αναπόφευκτα οδηγεί στη δικτατορία. Από τη στιγμή που πρέπει να έχουμε κάποιου είδους διακυβέρνηση, η πρόκληση είναι να δημιουργήσουμε μια νέα κοινωνία από τη βάση στην κορυφή και πάντοτε να διατηρούμε όσο περισσότερες διαδικασίες λήψης αποφάσεων είναι εφικτό στο επίπεδο της βάσης.

Συμμετείχες ενεργά στο αντιδικτατορικό κίνημα, επειδή δεν μπορούσες να ανεχτείς την επιστροφή του φασισμού στην Ευρώπη και την Ελλάδα, ακόμη περισσότερο. Στις μέρες μας, περίπου μισό αιώνα αργότερα, η Ακροδεξιά, γενικότερα, κι ο νεοναζισμός, ειδικότερα, φαίνεται ότι έχουν μια αυξανόμενη απήχηση στην ελληνική κοινωνία. Πώς ερμηνεύεις το γεγονός αυτό και πώς σε κάνει να νιώθεις, δεδομένου ότι έχεις στοχοποιηθεί από το νεοϋορκέζικο παράρτημα της αξιοθρήνητης συμμορίας της Χρυσής Αυγής;

Το αφήνω στους Έλληνες να ασχοληθούν με την παράνοια όσων υποστηρίζουν τη Χρυσή Αυγή. Ο αντισημιτισμός είναι απεχθής και σίγουρα υπάρχουν καλύτερες λύσεις για τα «κύματα» μεταναστών χωρίς χαρτιά από εκείνες που προσφέρει η Χ.Α. Στις Η.Π.Α., οργανωθήκαμε εναντίον της Χ.Α., όταν επιχείρησε να συγκροτήσει μια νομότυπη δύναμη στη Νέα Υόρκη. Μια ταινία που έγινε για αυτή από τον Richard Ledes υπήρξε πολύ αποτελεσματική. Ο Richard κατάφερε να κάνει όλα τα τμήματα της ελληνο-αμερικανικής κοινότητας (υπεύθυνους συντηρητικούς, εκκλησιαστικούς ηγέτες, την ΑΧΕΠΑ, δημοσιογράφους και πολλούς αριστεριστές) να αποκηρύξουν αυτά τα άτομα. Το ότι η Χ.Α. απάντησε αποκαλώντας με έναν «διαταραγμένο αναρχικό» ποσώς με απασχολεί. Έχουν εκτοξεύσει πιο σοβαρές απειλές εναντίον άλλων.

Στο κινηματογραφικό «μέτωπο», έχεις εμπλακεί ιδιαιτέρως στο περιοδικό Cineaste από τη «βρεφική» του ηλικία στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Το θεωρείς «σχολείο» τόσο για σένα, όσο και για τους αναγνώστες του, με την πάροδο του χρόνου;

Το περιοδικό «Cineaste» ιδρύθηκε, προκειμένου να προωθήσει ταινίες που οι mainstream κριτικοί αγνοούσαν. Αυτό συνέβη σε μια εποχή, κατά την οποία ελάχιστες ξενόγλωσσες ταινίες προβάλλονταν ευρέως στις Η.Π.Α. κι οι ριζοσπαστικές αμερικανικές ταινίες προβάλλονταν σπάνια.  Ήμαστε περήφανοι που προωθούσαμε ταινίες από αριστεριστές Αμερικανούς και δίναμε σημαντικό χώρο σε ξένους δημιουργούς με παρόμοιες αντιλήψεις. Αναπτύξαμε από νωρίς μια σχέση με τον Κώστα Γαβρά κι έκτοτε εξακολουθούμε να βρισκόμαστε σε επαφή μαζί του. Είχαμε, επίσης, πολύ καλή σχέση με τον Όλιβερ Στόουν. Τόσο ο Γαβράς, όσο κι ο Στόουν, έχουν γράψει για το περιοδικό. Με ενδιαφέρουν, εξάλλου, οι Ελληνο-αμερικανοί δημιουργοί κι έχω πάρει συνεντεύξεις, μεταξύ άλλων, από τον Hermes Pan, χορογράφο του Φρεντ Αστέρ, και τον Ντιν Ταβουλάρης, σκηνογράφο στις περισσότερες ταινίες του Κόπολα. Σε ιστορικό επίπεδο, συμμετείχαμε στην προσπάθεια αποκατάστασης της αναφοράς σε συγγραφείς που είχαν περιληφθεί στη «μαύρη λίστα» και ρίξαμε μια σοβαρή ματιά στις ταινίες τους. Έχουμε γράψει κριτικές για πολλές ταινίες της «Νέας Αριστεράς» και για ριζοσπαστικές ταινίες που ακολούθησαν. Το περιοδικό δεν είχε ποτέ «κομματική» γραμμή σχετικά με την αισθητική ή την πολιτική. Διοικούμαστε ως κολεκτίβα κι οι μεμονωμένοι συγγραφείς έχουν τις δικές τους «φωνές»/ αντιλήψεις, που είναι διαφόρων αποχρώσεων αριστερά του κέντρου. Αντί για μια «σχολή σκέψης» (άλλος ένας –ισμός), επιδιώκουμε να είμαστε κομμάτι μιας εναλλακτικής κουλτούρας.

Έχει περάσει ένας αιώνας από το θάνατο του Joe Hill, ενός από τα πολυτραγουδισμένα μέλη των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (IWW). Έχοντας υπάρξει ένας από τους συγγραφείς του συλλογικού έργου Solidarity Forever: An Oral History of the IWW, πόσο επίκαιροι νομίζεις ότι είναι οι αγώνες τους και γιατί επέλεξες να εντρυφήσεις σε αυτούς;

Αυτό που με τράβηξε σε αυτούς ήταν η εξωπραγματική γενναιότητά τους ως επαναστάτες της εργατικής τάξης. Νομίζω ότι ο αναρχο-συνδικαλισμός τους ήταν πρακτικός και χρήζει επανεξέτασης. Δε νομίζω πως πρέπει να επαναλάβουμε ό,τι έκαναν εκείνοι, αλλά να σκεφτούμε σχετικά με το γενικότερο προσανατολισμό τους. Δεν αποτελεί σύμπτωση πως οι κυβερνητικές διώξεις των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου στη δεκαετία του '20 υπήρξαν πιο σοβαρές από τη μεταγενέστερη καταδίωξη του Κομμουνιστικού Κόμματος των Η.Π.Α. Με μια δίκη, έχωσαν στη φυλακή 100 ηγέτες και φτιάχτηκε μια λίστα, ώστε να φυλακιστεί κάθε γνωστός ακτιβιστής. Πολλοί απάντησαν βγαίνοντας στην παρανομία ή πηγαίνοντας στο Μεξικό, μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα, κάτι που πήρε πολλά χρόνια.

Ποια είναι η γνώμη σου για την τρέχουσα πολιτική κατάσταση στις Η.Π.Α.; Έχει απομείνει καθόλου Αριστερά εκεί έξω, ή επιδραστικές αναρχικές ομάδες; Και ποια είναι η άποψή σου για το λεγόμενο κίνημα «Occupy»;

Πριν από χρόνια, υπήρχε η ταινία «Επαναστάτης χωρίς αιτία». Νομίζω ότι βρίσκει εφαρμογή στις μέρες μας όσον αφορά σε πολλούς Αμερικανούς. Κατανοούν πως το σύστημα δε λειτουργεί, αλλά έχουν επιλέξει να μην αντιστέκονται. Δεν υφίσταται οργανωμένη Αριστερά, αλλά σε μια πόλη υπάρχουν, εδώ κι εκεί, κάποια αριστερίστικα εργατικά συνδικάτα, δυναμικές τοπικές ομάδες, ακόμη και μέλη της τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι αναρχικοί κυρίως ασχολούνται με το ασκούν κριτική στο status quo, αντί να χτίζουν το καινούριο στο «κέλυφος» του παλιού, όπως οι Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου είχαν επιχειρήσει. Το κίνημα «Occupy» υπήρξε πηγή έμπνευσης και πέτυχε να καθιερώσει τη ρητορική του «99% έναντι του 1%», που τώρα είναι αποδεκτή από όλες τις πολιτικές ομάδες, αριστερές ή δεξιές. Το «Occupy» ήταν αναρχικό στη φύση του, αλλά δεν είχε αρκετή οργάνωση, ώστε να διατηρηθεί, από τη στιγμή που η κυβέρνηση άρχισε να του επιτίθεται με σοβαρό τρόπο. Αυτή η επίθεση περιλάμβανε την τοποθέτηση προβοκατόρων στις τάξεις του και ταυτόχρονα την καταστολή όλων των τοπικών εκφάνσεών του.

Υποθέτω ότι παρακολουθείς και την κατάσταση στην Ελλάδα. Αν κι ίσως είναι λίγο πρόωρο, πώς αξιολογείς την παρούσα κυβέρνηση συνασπισμού;

Χωρίς να μπαίνω σε λεπτομέρεις ή να χώνω τη μύτη μου σε μια πολιτική κατάσταση που γνωρίζω μόνο εξ αποστάσεως, θα είχα υποστηρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ με ευχαρίστηση. Το πόσα, βέβαια, μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να αποσπάσει από τη γερμανο-φινλανδο-δανέζικη κλίκα μένει να φανεί. Η συνολική πολιτική δυναμική της Ευρώπης πρέπει να αλλάξει. Δύσκολη επιδίωξη, αλλά οι Έλληνες πάντοτε αντιμετωπίζουν καταστάσεις με μικρές πιθανότητες επιτυχίας. Η άσκηση πίεσης στους ηγέτες του ΣΥΡΙΖΑ να κρατήσουν την πορεία που έχουν χαράξει είναι καλή, αλλά το να τους ξεγράφεις ως αναποτελεσματικούς και μοιρολατρικά συμβιβασμένους φαίνεται πρόωρο, σε αυτή τη φάση. Περιμένω να δω και τι είναι διατεθειμένοι να προτείνουν οι κριτικοί στην κοινή γνώμη ως εναλλακτική πολιτική.

Και, τελικά, ο τίτλος του ντοκιμαντέρ του Κώστα Βάκκα που θα προβληθεί στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης είναι Dan Georgakas-Επαναστάτης της Διασποράς. Θεωρείς τον εαυτό σου επαναστάτη; Από τι είναι καμωμένοι οι επαναστάτες, τελικά;

Το να είσαι επαναστάτης στην Αμερική, σημαίνει να αναγνωρίζεις ότι ο καπιταλισμός έχει εκπληρώσει τον ιστορικό του ρόλο να καθαιρέσει τη φεουδαλιστική κουλτούρα. Αντί να βελτιώνει το επίπεδο ζωής μας,  ο καπιταλισμός τώρα επιτίθεται σε αυτό κι υιοθετεί πολιτικές που θα μπορούσαν να επιφέρουν μοιραία βλάβη στον πλανήτη. Πολλοί Αμερικανοί το αναγνωρίζουν, αλλά βολεύονται, επειδή φοβούνται πως δεν μπορεί να γίνει τίποτε κι ότι οι ίδιοι προσωπικά μπορούν να επιβιώσουν με ένα λογικό τρόπο. Ένας επαναστάτης δεν αποδέχεται τα δεδομένα του καπιταλισμού κι είναι προετοιμασμένος να αναλάβει προσωπικά ρίσκα λέγοντας «ΟΧΙ» σε απαιτήσεις να συμμορφώνεται πάντα. Στην περίπτωσή μου, ενώ σπούδαζα στο κολέγιο, ήρθα σε επαφή με ριζοσπαστικές ομάδες, των οποίων η ανάλυση της πραγματικότητας φαινόταν πολύ πιο ακριβής από εκείνη που διδασκόμουν στα ακαδημαϊκά πλαίσια. Νομίζω πως ένας επαναστάτης πρέπει να έχει γνώση των βασικών γεγονότων και μια στρατηγική, κάθώς κι ένα οργανωτικό μοντέλο για μια αλλαγή που δε θα αναπαράγει τις στρατηγικές και το οργανωτικό μοντέλο της αυταρχικής κουλτούρας. Το να είσαι επαναστάτης σχετίζεται λιγότερο με το να μιλάς με παρρησία στην εξουσία και περισσότερο με το να μιλάς με παρρησία σε όσους είναι ανίσχυροι, αγνοούν, ή υποτιμούν την εξουσία που θα μπορούσαν να ασκήσουν. Μέχρι να υπάρξει μια αυθεντική και μαζική πολιτιστική επανάσταση, δε νομίζω ότι μια επαναστατική αλλαγή είναι δυνατή. Όταν ήμουν πιο νέος, καλοπροαίρετοι άνθρωποι μου έλεγαν πως οι ιδέες μου θα γίνονταν πιο συντηρητικές, καθώς θα μεγάλωνα. Ανακάλυψα ότι ισχύει το αντίθετο.

Το ντοκιμαντέρ του Κώστα Βάκκα Dan Georgakas-Επαναστάτης της Διασποράς προβάλλεται στα πλαίσια του 17ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Πέμπτη 19 Μαρτίου (αίθουσα Τώνια Μαρκετάκη, 20:00) και το Σάββατο 21 Μαρτίου (αίθουσα Τώνια Μαρκετάκη, 12:30).