Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νουάρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νουάρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Ιουλίου 2025

Ντιντιέ Ντενένξ: «Πιστεύω πως και οι κομπάρσοι γράφουν Ιστορία»

 


Προερχόμενος από κομμουνιστικό, αναρχικό και αντιμιλιταριστικό περιβάλλον, ο Ντιντιέ Ντενένξ είναι ένας από τους πιο πολυσυζητημένους Γάλλους νέο-νουάρ συγγραφείς.

Μια συνομιλία μαζί του με αφορμή την κυκλοφορία στα ελληνικά του μυθιστορήματός του Η πορεία ενός κοινού καθάρματος, όπου ανατρέχει σε σαράντα χρόνια γαλλικής Ιστορίας, από την Κατοχή έως τις εκλογές του 1981.

Προέρχεστε από ένα μικτό υπόβαθρο: κομμουνιστικό, αναρχικό και αντιμιλιταριστικό.

Πώς έχει επηρεάσει αυτή η κληρονομιά την επιλογή σας ως προς το στιλ γραφής/είδος, τον πολιτικό προσανατολισμό και τις θεματικές σας ανησυχίες;

Υπήρξα ασυγχρόνιστος από πολύ μικρή ηλικία.

Μεγαλωμένος εν μέρει από έναν παππού λιποτάκτη το 1917, μέσα στον πόλεμο, ο οποίος κατόπιν είχε καταδικαστεί σε καταναγκαστικά έργα, βρισκόμουν σε δύσκολη θέση στο σχολείο όταν ερχόταν η ώρα να γιορτάσουμε τη νίκη κάθε 11η Νοεμβρίου.

Ο άλλος παππούς μου είχε επίσης συγκρουστεί με την Ιστορία. Κομμουνιστής δήμαρχος μιας πόλης στα προάστια του Παρισιού το 1935, είχε απορρίψει τη συμμαχία που σχημάτισαν ο Χίτλερ και ο Στάλιν το 1939.

Το να ζεις με δύο απόκληρους σε βοηθά να καταλάβεις τον κόσμο!

Επίσης, μου άνοιξε κατάμουτρα η πόρτα της Ιστορίας στις 8 Φεβρουαρίου 1962, σε ηλικία 13 ετών, όταν ένας καλός φίλος της μητέρας μου δολοφονήθηκε από την αστυνομία κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης για την ειρήνη στην Αλγερία.

Ο υπεύθυνος αστυνομικός διοικητής, Μορίς Παπόν, βρέθηκε στη συνέχεια στο τραπέζι του υπουργικού συμβουλίου.

Αργότερα, το 1998, ήταν ο μόνος Γάλλος που καταδικάστηκε για συνέργεια σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Εν τω μεταξύ, του είχα αφιερώσει ένα μυθιστόρημα, το Έγκλημα και Μνήμη, το 1983, το οποίο αφηγείτο την ιστορία αυτού του θλιβερού χαρακτήρα πολύ πριν ξυπνήσει η Δικαιοσύνη.

Γιατί βλέπετε το νέο-νουάρ, το οποίο υπηρετείτε τόσο επιμελώς και συστηματικά, ως ιδανικό εργαλείο και όχημα για ριζοσπαστική κοινωνικοπολιτική κριτική;

Και γιατί είναι τόσο σημαντικό να υπενθυμίζεται στο γαλλικό αναγνωστικό κοινό το αποικιακό παρελθόν της Γαλλίας;

Το νέο-νουάρ -εδώ ονομάζεται «νεοπολάρ»- εμφανίστηκε αμέσως μετά τον Μάιο του 1968 με την πένα συγγραφέων όπως ο Μανσέτ, ο Βοτρέν ή ο Φαζαρντί.

Ήμουν στο εργοστάσιο εκείνη την εποχή και μου άρεσαν αυτά τα μυθιστορήματα για τους μικροδιαρρήκτες που έπαιρναν εκδίκηση από τα μικροαφεντικά και από εκείνους οι οποίοι κινούσαν τα νήματά τους.

Η γαλλική αποικιακή περίοδος διήρκεσε σχεδόν ενάμιση αιώνα και διαμόρφωσε νοοτροπίες.

Ένας από τους χειρότερους Γάλλους αποικιοκράτες, ο Ζιλ Φερί, ήταν επίσης η πολιτική προσωπικότητα που επέβαλε τη ρεπουμπλικανική σχολή τη δεκαετία του 1880.

Για δεκαετίες, οι τάξεις αντηχούσαν με τον λόγο περί ανωτερότητας της λευκής φυλής, μια ομιλία την οποία εκφώνησε ο Φερί στην Εθνοσυνέλευση με σχεδόν καθολική έγκριση. Έτσι, επινοήθηκε το οξύμωρο σχήμα της «Αυτοκρατορικής Γαλλίας».

Με τον Κανίβαλο, το πρώτο από τα μυθιστορήματά σας που διάβασα πριν από μερικά χρόνια, αναδεικνύετε την αποικιακή εκμετάλλευση του λαού των Κανάκ από την Τρίτη Γαλλική Δημοκρατία.

Έχει αναγνωρίσει ειλικρινά η Γαλλία το μακροπρόθεσμο τραύμα το οποίο προκάλεσε στις πρώην αποικίες της και στους κατοίκους τους;

Σε αυτά τα ζητήματα, η Γαλλία προχωρά αργά.

Στη Νέα Καληδονία, όπως και σε άλλα αποικισμένα εδάφη, οι αρχικοί κάτοικοι θεωρούνταν «ιθαγενείς» και διέπονταν από ένα καθεστώς κατωτερότητας που προερχόταν από τη δουλεία, τον «ιθαγενή κώδικα».

Καμία υπηκοότητα, καταναγκαστική εργασία, φόροι επί της ζωής και όχι επί της εργασίας, απαγόρευση μετακίνησης, αποκλεισμός από την εκπαίδευση, κ.λπ.

Στην Αλγερία, τη δεκαετία του 1950, όταν αυτός ο κώδικας «φιλελευθεροποιήθηκε», τα 9 εκατομμύρια Άραβες και Καβύλοι εξέλεξαν 22 βουλευτές στην Εθνοσυνέλευση.

Το ένα εκατομμύριο Ευρωπαίοι εξέλεξαν επίσης 22 βουλευτές στην ίδια Συνέλευση της Δημοκρατίας. Μια αναλογία πρακτικά 1 προς 10.

Ταυτόχρονα, η βρεφική θνησιμότητα ήταν 10 φορές υψηλότερη μεταξύ των «ιθαγενών» γυναικών στην Αλγερία από ό,τι μεταξύ των Ευρωπαίων γυναικών.

Οι μισθοί των Αράβων αγροτών είναι δέκα φορές χαμηλότεροι και το ποσοστό των Αραβόπαιδων στο σχολείο είναι δέκα φορές χαμηλότερο από αυτό των «γηγενών» παιδιών.

Και για να γίνουν τα πράγματα ακόμα πιο ξεκάθαρα, τα αποτελέσματα του Πολέμου της Αλγερίας (1954-1962) ενισχύουν αυτή την αναφορά: 50.000 Γάλλοι στρατιώτες σκοτώθηκαν, σχεδόν 500.000 ήταν τα αλγερινής καταγωγής θύματα.

Αυτή είναι η γαλλική αποικιοκρατία, ένα ολοκληρωτικό καθεστώς που καλύπτεται από τη σημαία της Ελευθερίας, της Ισότητας και της Αδελφοσύνης, το οποίο υποβιβάζει το ιθαγενές άτομο στο ένα δέκατο αυτού που είναι.

Θα χρειαστεί πολύ περισσότερος χρόνος και προσπάθεια για να αποκαλυφθεί η αισχρότητα της πραγματικότητας.

Στο Η πορεία ενός κοινού καθάρματος, ανατρέχετε σε σαράντα χρόνια γαλλικής Ιστορίας, από την Κατοχή έως τις προεδρικές εκλογές του 1981, μέσα από την οπτική γωνία του Κλεμάν Ντιπρέ, ενός αστυνομικού.

Γιατί από την οπτική γωνία ενός αστυνομικού, και γιατί έπρεπε να είναι κάθαρμα;

Η επιλογή, κατά κάποιον τρόπο, μου επιβλήθηκε από τους αγώνες που έδινα τη στιγμή κατά την οποία έγραφα αυτό το μυθιστόρημα.

Αγωνιζόμουν σκληρά ενάντια σε ένα τμήμα της γαλλικής Ακροαριστεράς που είχε ενταχθεί στον αγώνα ενός σφοδρού αρνητή του Ολοκαυτώματος, του Ρομπέρ Φορισόν.

Με τους νέους και απίθανους φίλους του, συμπεριλαμβανομένων ερευνητών του CNRS και συγγραφέων, ομολόγησε ότι οι ναζιστικοί θάλαμοι αερίων δεν υπήρχαν ποτέ και ότι, κατά κάποιον τρόπο, στο Άουσβιτς, μόνο ψείρες είχαν θανατωθεί με αέρια.

Τότε συνειδητοποίησα πως ένας από τους ηγέτες αυτής της Ακροαριστεράς που αρνείται το Ολοκαύτωμα ήταν γιος ενός υψηλόβαθμου αστυνομικού, άμεσου συνεργάτη του Μορίς Παπόν.

Του υπουργού, δηλαδή, ο ο οποίος ευθύνεται για τον θάνατο του γείτονά μου και έχει αναγνωριστεί ως εγκληματίας κατά της ανθρωπότητας.

Ερεύνησα τη βιογραφία αυτού του χαρακτήρα που τερμάτισε την καριέρα του το 1980 με μια παραληρηματική πλεκτάνη εναντίον ενός Γάλλου κωμικού, του Κολίς, ο οποίος ντρόπιασε τον νυν πρόεδρο θέτοντας υποψηφιότητα στις προεδρικές εκλογές.

Το μυθιστόρημα που έγραψα, παρά τη μυθοπλαστική του μορφή, είναι στην πραγματικότητα ένα ντοκιμαντέρ.

Αν δεν είχε συνταξιοδοτηθεί, πιστεύετε πως θα μπορούσε να είχε υπηρετήσει υπό ένα «σοσιαλιστικό» καθεστώς;

Αν ο χαρακτήρας μου δεν είχε αναγκαστεί να συνταξιοδοτηθεί, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα είχε υπηρετήσει τον Φρανσουά Μιτεράν.

Αυτό θα του επέτρεπε να συναντήσει, για παράδειγμα, τον Ρενέ Μπουσκέ, οργανωτή της μεγάλης σύλληψης των Εβραίων του Παρισιού το 1942, και τακτικό θαμώνα στα σαλόνια του Μεγάρου των Ηλυσίων Πεδίων σαράντα χρόνια αργότερα.

Θέλετε να παρουσιάζετε τους χαρακτήρες σας με έναν όχι και τόσο κολακευτικό τρόπο; Και σας πειράζει αν το αναγνωστικό κοινό σας δεν αισθάνεται άνετα να ταυτιστεί με έναν ή μερικούς από αυτούς;

Είμαι αρκετά αφελής ώστε να πιστεύω ότι η εξέταση καθαρμάτων στη μυθοπλασία παρέχει τα κλειδιά για την ανίχνευσή τους στην πραγματικότητα.

Ένας «γαλαξίας» χαρακτήρων, τόσο μυθοπλαστικών όσο και πραγματικών, είναι παρών σε αυτό το μυθιστόρημα. Ποιος είναι ο σκοπός της συνύφανσης των τροχιών όλων αυτών των χαρακτήρων στην ιστορία σας;

Πιστεύω πως και οι κομπάρσοι γράφουν Ιστορία.

Οι χαρακτήρες που παίρνουν αποφάσεις χρειάζονται τα άπειρα μικρά γκρίζα ανθρωπάκια τα οποία ποτίζουν την κοινωνία με ό,τι αποφασίζεται στις υψηλές θέσεις.

Και αυτό μας επιτρέπει να αναδείξουμε αυτή τη μικρή μειονότητα που αρνείται να σκύψει, που επιδιώκει απεγνωσμένα να ενταχθεί στους παρασκηνιακούς δρόμους.

Η ανεπαρκής αποναζιστικοποίηση του δημόσιου τομέα και η ατιμωρησία των δωσίλογων είναι ένα άλλο σημείο το οποίο τίθεται στο Κάθαρμα.

Στην Ελλάδα, το ζήτημα αυτό μόλις πρόσφατα άρχισε να αποτελεί αντικείμενο εις βάθος ιστορικής έρευνας. Τιμώρησε η Γαλλία τα καθάρματα που ενεπλάκησαν σε αποτρόπαιες πράξεις βαρβαρότητας κατά τη διάρκεια της Κατοχής;

Ο Μορίς Παπόν, δήμιος των Εβραίων του Μπορντό το 1942, έγινε νομάρχης του Παρισιού το 1956, υπουργός Προϋπολογισμού το 1978, στη συνέχεια ταμίας του κύριου κόμματος της γαλλικής Δεξιάς και καταδικάστηκε μόλις το 1998.

Ορισμένοι κρατικοί φορείς ελέγχθηκαν και τιμωρήθηκαν μετά τον πόλεμο, άλλοι όμως τομείς, όπως η βιομηχανία και η δικαστική εξουσία, σε μεγάλο βαθμό γλίτωσαν.

Ο κύριος συνεργάτης, ο Πεταίν, δικάστηκε από κάποιον που είχε ορκιστεί πίστη σε αυτόν...

Αργότερα, στρατηγοί οι οποίοι βασάνιζαν κατά τη διάρκεια των αποικιακών περιπετειών έγιναν υπουργοί της Δημοκρατίας...

Το κράτος έχει επίσης την αποστολή να παρέχει υλικό στους συγγραφείς.

Ορθώς αντιτίθεστε στην άρνηση του Ολοκαυτώματος.

Αντιτίθεστε εξίσου στην εργαλειοποίησή του από τo κυρίαρχo σιωνιστικό αφήγημα και, ακόμη χειρότερα, στην εφαρμογή της λογικής/πρακτικής του Ολοκαυτώματος εναντίον των Παλαιστινίων;

Πρόσφατα, ο πρόεδρος της Αλγερίας, ο οποίος κρατάει στις φυλακές του έναν Γάλλο συγγραφέα, τον Μπουαλέμ Σανσάλ, ισχυρίστηκε για πρώτη φορά, 60 χρόνια μετά την ανεξαρτησία, ότι η Γαλλία είχε διαπράξει γενοκτονία στην Αλγερία.

Εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας σημαδεύουν το ταξίδι της Γαλλίας στο Μαγκρέμπ.

Κατά τη γνώμη μου, ωστόσο, η η αναγνώριση της γενοκτονίας είναι ένας ελιγμός χαμηλού πολιτικού επιπέδου.

Στη Μέση Ανατολή, σε τεράστιες περιοχές της Βόρειας Αφρικής, η εθνοκάθαρση έχει επηρεάσει τους Εβραίους του Ιράκ, της Συρίας, της Αιγύπτου, της Λιβύης, της Αλγερίας, χώρες όπου αυτό το αρχαίο συστατικό έχει εξαφανιστεί εντελώς.

Το Ισραήλ, το οποίο σήμερα κυβερνάται από την αποικιακή ακροδεξιά, είναι επίσης ένα πολυεθνικό κράτος όπου ζουν σχεδόν 2 εκατομμύρια Άραβες, το ένα πέμπτο του πληθυσμού.

Τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας τα οποία διέπραξε ο ισραηλινός στρατός στη Γάζα, σε απάντηση στο πογκρόμ που οργάνωσαν οι πολιτοφυλακές της Χαμάς, είναι αναμφισβήτητα.

Όπως οι βομβαρδισμοί της Δρέσδης, του Βερολίνου, της Κολωνίας και του Τόκιο το 1945, τους οποίους οι ιστορικοί προσέχουν να μην χαρακτηρίσουν ως «γενοκτονία».

Αποχωρήσατε από το Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά δεν εγκαταλείψατε εντελώς την πολιτική ούτε αποκηρύξατε τα κομμουνιστικά σας ιδανικά.

Από τη δεκαετία του 1990, αυτοπροσδιορίζεστε ως «ελευθεριακός κομμουνιστής». Τι σημαίνει, από φιλοσοφικής/θεωρητικής αλλά και πρακτικής άποψης, να είσαι ελευθεριακός κομμουνιστής σε έναν μονοπολικό κόσμο;

Σήμερα, όταν μια συγκεκριμένη αριστερά αποκαθιστά την έννοια της φυλής, συνεχίζω να ισχυρίζομαι ότι η κοινωνική τάξη είναι ένας ουσιαστικός καθοριστικός παράγοντας.

Η δε αλληλεγγύη που δημιουργεί είναι ο αποτελεσματικότερος μοχλός για την αλλαγή της κατάστασης του κόσμου.

Το κομμουνιστικό μοντέλο τελικά πέθανε στην Πράγα της Τσεχοσλοβακίας τον Αύγουστο του 1968. Ένα μοντέλο που αγνοούσε την ελευθερία και διακήρυττε πως η συλλογική ευτυχία ήταν η πρώτη προϋπόθεση για την ατομική ευτυχία.

Αυτό έχει οδηγήσει σε βαρβαρότητα και στην εντατική αναπαραγωγή κλώνων του Πούτιν. Τοποθετώντας το άτομο ξανά στο επίκεντρο αντιστρέφεται η πρόταση: η ατομική ευτυχία είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για τη συλλογική ευτυχία.

Η γαλλική κοινωνία εξακολουθεί περιστασιακά να εκπλήσσει τις περισσότερες ευρωπαϊκές/δυτικές κοινωνίες με την αντοχή και ζωντάνια των λαϊκών τάξεων- κι όμως ο αξιοθρήνητος Μακρόν φαίνεται να εξακολουθεί να έχει την εξουσία.

Ποια είναι η άποψή σας για τη σύγχρονη γαλλική πολιτική;

Δυστυχώς, προς το παρόν μας περιμένουν μόνο δυσάρεστα πράγματα.

Τι πιστεύετε για τη νεότερη γενιά νέο-νουάρ συγγραφέων;

Μακριά από το αποθαρρυντικό ρεύμα των θρίλερ, της αιματοχυσίας και των κατά συρροή δολοφόνων, υπάρχουν αρκετές δυνατές φωνές:

O ταξιδευτής Καρίλ Φερέ, η αναλύτρια Ντομινίκ Μανοτί, ο εκπληκτικός Ολιβιέ Νορέκ, ο νοσταλγικός Πατρίκ Πεσερό και η Σαντρίν Κολέτ, ο στιλιστικός «γάμος» της Μαργκερίτ Ντυράς και της Πατρίσια Χάισμιθ.

Ευχαριστώ θερμά την Κέλη Δασκαλά (Εκδόσεις Κέδρος) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον συγγραφέα, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Το μυθιστόρημα του Ντιντιέ Ντενένξ Η πορεία ενός κοινού καθάρματος κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Κέδρος σε μετάφραση του Βασίλη Παπακριβόπουλου.



Δευτέρα 30 Ιουνίου 2025

Μισέλ Πεντινιελί: «Γράφω επειδή είμαι θυμωμένη»

 

Μισέλ Πεντινιελί (Φωτογραφία: Mouloud Zoughebi)

Πενηντάρα, χωρίς παιδιά, αστεία και θαρραλέα συνάμα, η Ντιου Μποκανέρα είναι μια ιδιωτική ντετέκτιβ που θα κάνει άνω-κάτω τη Νίκαια, μια πόλη μαστιζόμενη από οξείες ταξικές αντιθέσεις, για να βρει τον δράστη αποτρόπαιων φόνων.

Συνομιλώντας με την θυμωμένη -και εξαιρετικά πολιτικοποιημένη- δημιουργό της, την Γαλλίδα, κορσικανικής καταγωγής συγγραφέα, Μισέλ Πεντινιελί, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου της Μποκανέρα στα ελληνικά.

Παλαιότερα -και πιθανώς ακόμα- δημοσιογράφος και διαδικτυακή συντάκτρια, στράφηκες στη μυθοπλασία -και συγκεκριμένα στο νουάρ- μόλις πριν από επτά χρόνια. Τι υπαγόρευσε αυτήν τη μετατόπιση και γιατί σε ελκύει το νουάρ;

Το 2015, συμμετείχα σε έναν διαγωνισμό διηγήματος τον οποίο διοργάνωσε το φεστιβάλ Toulouse Polars du Sud και το κείμενό μου Celle que lon ne vois pas κατατάχθηκε ανάμεσα στα τρία κορυφαία.

Στη συνέχεια, δέχτηκα πιέσεις από φίλους και συγγενείς να προσπαθήσω να γράψω «περισσότερα». Ξεκίνησα να γράφω το Μποκανέρα τους μήνες που ακολούθησαν.

Το νουάρ ήταν μια προφανής επιλογή για μένα, γιατί αυτό διαβάζω από τότε που έμαθα να διαβάζω (ή σχεδόν)! Αυτά είναι κοινωνικά μυθιστορήματα τα οποία αφορούν περισσότερο από μια έρευνα, στη βία και τη δυσλειτουργία. Γι’ αυτά θέλω να μιλήσω.

Η ιδιωτική ντετέκτιβ Τζιούλια «Ντιου» Μποκανέρα είναι η πρωταγωνίστρια του Μποκανέρα, του πρώτου από τα μυθιστορήματά σου που κυκλοφορούν στα ελληνικά και μιας σειράς μυθιστορημάτων με την ίδια ως κεντρικό χαρακτήρα.

Γιατί υπάρχει σχετική έλλειψη γυναικών συγγραφέων νουάρ μυθοπλασίας και κυρίαρχων γυναικείων χαρακτήρων ιστορικά - αν και αυτή η τάση φαίνεται να αντιστρέφεται επί του παρόντος;

Ελπίζω ν’ αντιστρέφεται!

Ιστορικά, οι εκδότες δεν έπαιρναν στα σοβαρά τις γυναίκες συγγραφείς για να γράψουν νουάρ ή αστυνομικά μυθιστορήματα. Στις Η.Π.Α., στις δεκαετίες του 1940 και του ’50, ορισμένες πρωτοπόροι -για παράδειγμα η Κρεγκ Ράις- έγραφαν με ανδρικό όνομα.

Στη Γαλλία, την ίδια εποχή, ονομάζονταν Μάικ Κούπερ ή Μάριο Ρόουπ. Αργότερα, στη δεκαετία του ’90, πολλές γυναίκες χρησιμοποίησαν ονόματα ουδέτερου φύλου, όπως Ντομινίκ Μανοτί ή Φρεντ Βάργκας, για να διατηρήσουν μια ορισμένη ασάφεια.

Αλλά υπάρχουν όλο και περισσότερες γυναίκες συγγραφείς αστυνομικών στη Γαλλία, και, το πιο σημαντικό, υπάρχουν όλο και περισσότερες γυναίκες εκδότριες γι’ αυτό το είδος.

Αντιθέτως, η αποτύπωση των γυναικείων χαρακτήρων έχει παραμείνει στερεοτυπική για πολύ καιρό: το θύμα, η πόρνη, η μαύρη χήρα, η αυταρχική κυρία που περιμένει απεγνωσμένα έναν άντρα να την εξημερώσει...

Για να κατανοήσουμε τον ρόλο των γυναικείων χαρακτήρων στη μυθοπλασία (βιβλίο ή ταινία), η Άλισον Μπέχντελ (Αμερικανίδα σκιτσογράφος) επινόησε ένα τεστ με τρεις απλές ερωτήσεις όσον αφορά στη μυθοπλασία:

  1. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο αναγνωρισμένες γυναίκες;
  2. Μιλάνε μεταξύ τους τουλάχιστον μία φορά;
  3. Μιλάνε για κάτι άλλο εκτός από έναν άντρα;

Αυτό το ερωτηματολόγιο μπορεί να εφαρμοστεί σε οποιαδήποτε μυθοπλασία, αλλά είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην αστυνομική λογοτεχνία.

Απλώς δοκίμασέ το και θα συνειδητοποιήσεις ότι προερχόμαστε από πολύ μακριά. Έτσι, ήθελα να δημιουργήσω γυναικείους χαρακτήρες οι οποίοι σκέφτονται και ενεργούν όπως οποιεσδήποτε γυναίκες που εσύ και εγώ μπορεί να γνωρίζουμε.

Εξέτασες τον εαυτό σου σε βάθος ώστε να «πλάσεις» τον χαρακτήρα της με πειστικό τρόπο;

Έχουμε πράγματι μερικά κοινά σημεία: φοράμε τζιν και Doc Martens ή βρίζουμε πολύ (δηλαδή, πολύ!)

Αλλά πάνω απ’ όλα είναι το μεγάφωνό μου: έχουμε τις ίδιες απόψεις για τη ζωή, έχουμε τον ίδιο θυμό, την ίδια οργή ενάντια σε όλα όσα πάνε στραβά σε αυτόν τον κόσμο και υπάρχουν πολλά να πούμε.

Γράφω επειδή είμαι θυμωμένη. Και η Μποκανέρα είναι η φωνή μου.

Η γενέτειρά σου, η πόλη της Νίκαιας, και ιδιαίτερα οι παλιές, εργατικές και σχετικά ανεπηρέαστες από την αστικοποίηση και την εισροή μαζικού τουρισμού γειτονιές της, αποτελεί έναν από τους κύριους χαρακτήρες του Μποκανέρα.

Πώς θα περιέγραφες τη σχέση σου με τη Νίκαια, στην οποία επέστρεψες μετά από μια μακρά διαμονή στο Παρίσι, είτε μυθοπλαστικά είτε σε επίπεδο βιώματος; Σε ποιον βαθμό παραμένει οικεία σε σένα;

Είναι μια σχέση αγάπης/μίσους. Αυτή η πόλη είναι όμορφη και μοναδική. Για όλους όσους βρίσκονται έξω από αυτήν, είναι ένας τόπος πολυτέλειας. Και αυτό είναι που έχουν την τάση να δημιουργούν οι διάφοροι δήμαρχοι.

Η τωρινή δημοτική αρχή προχωρά παραπέρα: καταστρέφει πολιτιστικούς χώρους για να τους αντικαταστήσει με κήπους (τόσο περιβαλλοντικά ευαισθητοποιημένοι!), και αρνείται να χτίσει κοινωνικές κατοικίες, προτιμώντας ξενοδοχεία 5 αστέρων.

Αυτή η πολιτική στρέφεται μόνο προς τους τουρίστες.

Εν τω μεταξύ, το 21% των κατοίκων ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, που είναι πολύ υψηλό. Και δε γίνεται τίποτα γι’ αυτούς. Εξού και ο θυμός μου.

Αλλά αυτή είναι η πόλη ΜΟΥ, και ζουν εκεί πολλοί υπέροχοι άνθρωποι. Πολλοί υπέροχοι άνθρωποι ζούσαν εκεί κάποτε, παλεύοντας για έναν καλύτερο κόσμο. Δε θέλω να ξεχαστούν. Οπότε γράφω γι’ αυτούς.

Είναι η νοσταλγία για τα συγκείμενα του παρελθόντος -συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων και των τόπων- που διαπερνά την αφήγησή σου μια δυνητικά πολιτική πράξη από μόνη της;

Και αν ναι, είναι το μυθιστόρημά σου ένας τρόπος «διάσωσης» αυτών των συγκειμένων;

Πρέπει να είναι σαφές: μια πόλη πρέπει να εξελίσσεται. Δεν μπορεί να μένει κολλημένη στο παρελθόν. Είμαι κάθετα αντίθετη με όσους λένε «ήταν καλύτερα πριν».

Αλλά πρέπει να κινηθεί προς την κοινωνική και περιβαλλοντική πρόοδο, για τη βελτίωση του κοινού καλού. Κάτι το οποίο δεν ισχύει στη Νίκαια.

Επομένως ναι, θέλω να υπενθυμίσω πως η Νίκαια ήταν κάποτε ένα πραγματικό λιμάνι, με λιμενεργάτες που εργάζονταν σε αυτήν, και εξακολουθεί να είναι μια πόλη κοντά στα σύνορα.

Τα συγκεκριμένα γεγονότα επέτρεψαν τη μετανάστευση από όλα τα μέρη της Μεσογείου - και της Ιταλίας, της Σερβίας και των χωρών της Βαλτικής.

Η Νίκαια χτίστηκε έτσι, με αυτό το μίγμα πληθυσμών. Παρά τον ακροδεξιό λόγο -και έχουμε πολύ τέτοιο λόγο εδώ- γεννηθήκαμε έτσι.

Η ομοφοβία στο πλαίσιο της ανόδου των πολιτικών ταυτότητας στην ακροδεξιά εκδοχή τους είναι ένας άλλος αφηγηματικός άξονας του Μποκανέρα.

Είναι το διάσημο σύνθημα της Γαλλικής Επανάστασης, «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη», νεκρό - ή απλώς αδρανές; Και γιατί;

Όπως παντού στην Ευρώπη, επηρεαζόμαστε από την αρνητική αντίδραση.

Για να μας εμποδίσουν να αμφισβητήσουμε τα πραγματικά οικονομικά και οικολογικά προβλήματα, ανεμίζουν «κόκκινες σημαίες» μπροστά στα μάτια μας: μετανάστευση και woke κουλτούρα.

Είναι πάντα πιο εύκολο να λες ψέματα και να βρίσκεις αποδιοπομπαίους τράγους.

Μεταξύ των ηγετών μας, η αδελφοσύνη και η ισότητα έχουν από καιρό παραμεριστεί και κάθε σπιθαμή της ελευθερίας μας δέχεται επίθεση. Αλλά εξακολουθώ να εμπιστεύομαι την ικανότητα του λαού να αντισταθεί. Κόντρα σε όλα.

Είναι η Ευρώπη επίσης πολιτισμικά, ηθικά και πολιτικά νεκρή, υπό το πρίσμα της συνενοχής της συντριπτικής πλειοψηφίας των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων στη ζωντανά μεταδιδόμενη γενοκτονία που διαπράττεται εναντίον των Παλαιστινίων;

Αυτό σηματοδοτεί το τέλος της ανθρωπιάς μας σε τόσα πολλά διαφορετικά επίπεδα. Συλλογικά και ατομικά.

Για άλλη μια φορά, προσκολλώμαι σε όλες τις ενέργειες που αναλαμβάνονται από άτομα, όπως ο Στόλος της Ελευθερίας. Προσκολλώμαι στις ομιλίες της Φραντσέσκα Αλμπανέζε. Προσκολλώμαι σε όλα τα μάτια τα οποία μοιάζουν με τα δικά μου.

Ποια είναι η άποψή σας για την Ευρώπη σε πολιτιστικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο σήμερα;

Και ποιος είναι ο ρόλος -και ίσως η ευθύνη- της τέχνης, ιδιαίτερα της λογοτεχνίας και των συγγραφέων, στην αμφισβήτηση, ακόμη και στην ανατροπή των κυρίαρχων αφηγήσεων;

Η ιδέα μιας Ευρώπης των λαών είναι κάτι που πάντα με γοήτευε, αλλά φυσικά δεν είναι αυτή που έχει τεθεί σε εφαρμογή.

Σήμερα, εκτός από όλες τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές μάχες οι οποίες πρέπει να δοθούν, πρέπει να αγωνιστούμε για τον πολιτισμό. Γιατί πιστεύω ΑΛΗΘΙΝΑ ότι είναι το μόνο πράγμα που θα μας σώσει από τη βαρβαρότητα.

Και η βαρβαρότητα δεν είναι αποκύημα της φαντασίας, αλλά μια πολιτική που εφαρμόζεται σχεδόν παντού.

«Για να επιβιώσεις, είναι συχνά απαραίτητο να δώσεις μια μάχη και για να δώσεις μια μάχη πρέπει να λερωθείς», έγραφε κάποτε ο Τζορτζ Όργουελ στο 1984.

Ποιες -άλλες- μάχες, είτε κυριολεκτικές είτε μεταφορικές, αξίζει να δώσουμε αυτήν τη στιγμή, κατά τη γνώμη σου;

Θα έλεγα για τις δημόσιες υπηρεσίες επειδή -τουλάχιστον στη Γαλλία- είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ μας, η προστασία μας και η κληρονομιά για όσους δεν έχουν κληρονομιά. Και ο πολιτισμός θα πρέπει να αποτελεί μέρος αυτής της κληρονομιάς.

Ευχαριστώ θερμά την Άλκηστη Τριμπέρη (Εκδόσεις Πόλις) για την πολύτιμη συνδρομή της στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Ευχαριστώ επίσης την συγγραφέα για τον ενθουσιασμό με τον οποίο ανταποκρίθηκε στο αίτημά μου, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας της.

Το μυθιστόρημα της Μισέλ Πεντινιελί Μποκανέρα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση του Γιάννη Καυκιά.



Τετάρτη 25 Ιουνίου 2025

Λεονάρδο Παδούρα: «Πάντα αναζητώ με την Ιστορία να φωτίσω το παρόν»

 

Λεονάρδο Παδούρα (Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη)

Συναντώντας τον αειθαλή Λεονάρδο Παδούρα, τον πιο σημαντικό εν ζωή Κουβανό συγγραφέα, στο πλαίσιο του 17ου Φεστιβάλ ΛΕΑ, με αφορμή την έκδοση στα ελληνικά του μυθιστορήματός του Τέλειο παρελθόν.

Σας καλωσορίζω για άλλη μια φορά στην Αθήνα. Θα μπορούσατε να ζήσετε εδώ;

Ίσως θα μπορούσα να το σκεφτώ να ζήσω εδώ, αν ήμουν είκοσι χρόνια νεότερος και είχα ένα σπίτι σε κάποιο από τα ελληνικά νησιά.

Συμπληρωματικά, θα μπορούσατε να δημιουργήσετε μυθοπλαστικούς χαρακτήρες και σε ένα άλλο περιβάλλον εκτός από το κουβανικό;

Σίγουρα όχι. Γράφω για την πραγματικότητα που γνωρίζω, κι αυτή είναι η πραγματικότητα της Κούβας.

Ακόμα κι όταν συνθέτω χαρακτήρες οι οποίοι είναι εκτός Κούβας, με κάποιον τρόπο στοχάζονται για πράγματα που συμβαίνουν στην κουβανική πραγματικότητα.

Για παράδειγμα, στο μυθιστόρημά μου Σαν σκόνη στον άνεμο υπάρχουν χαρακτήρες οι οποίοι ζουν σε πολλά μέρη του κόσμου,

Όλοι τους, όμως, συλλογίζονται για συμπεριφορές και γεγονότα που έχουν να κάνουν με την Κούβα και αντανακλούν τη σημερινή πραγματικότητα.

Το μυθιστόρημα Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά ξεκινάει από την Κούβα, τελειώνει στην Κούβα και η Κούβα διαδραματίζει έναν πολύ κρίσιμο ρόλο μέσα από μια διαδικασία η οποία οδηγεί στην εξέλιξη των γεγονότων.

Κρίσιμο ρόλο στη δουλειά σας διαδραματίζει και η Ιστορία. «Η Ιστορία είναι ένας εφιάλτης από τον οποίο προσπαθώ να ξυπνήσω», έλεγε ο Στίβεν Ντένταλους στον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις. Τι είναι για εσάς η Ιστορία;

Η Ιστορία με ενδιαφέρει κυρίως ως ένας τρόπος καλύτερης κατανόησης του παρόντος.

Γι’ αυτό με ενδιαφέρουν τα φαινόμενα που έχουν τη μορφή ενός κύκλου ο οποίος επαναλαμβάνεται.

Σε κάποιο μυθιστόρημά υπάρχει ένας χαρακτήρας των αρχών του 19ου αιώνα κι ένας άλλος του τέλους του 20ού  αιώνα.

Κάποια στιγμή, ο ένας κοιτάζει τον άλλο και συμβαίνει κάτι σαν μια αμοιβαία αναγνώριση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Η Ιστορία, λοιπόν, μάς χρησιμεύει για να μάθουμε από τα λάθη που έχουμε διαπράξει.

Προφανώς, όμως, ποτε δε μαθαίνουμε από την Ιστορία, πάντα επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη.

Επιστρέφοντας στους κύκλους που επαναλαμβάνονται, Οι Αιρετικοί είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο διασχίζει τους αιώνες. Όλες τις χρονικές στιγμές, ωστόσο, τις χρησιμοποιώ γι’ αυτό που με ενδιαφέρει, την ελευθερία του ατόμου.

Πάντα, λοιπόν, αναζητώ με την Ιστορία να φωτίσω το παρόν.

Θεωρείτε ότι το νουάρ ως είδος είναι εγγενώς πολιτικό ή αποτυπώνει με τρόπο εναργέστερο τις κοινωνικές διεργασίες, αντιφάσεις και ανισότητες;

Πιστεύω πως δεν έχει την αποκλειστική λειτουργία να αντικατοπτρίζει την κοινωνική πραγματικότητα.

Πιστεύω ότι στη λογοτεχνία, ανεξαρτήτως είδους, πρέπει να αφήνεις χώρους ελευθερίας. Αν «φορτώνεις» στη λογοτεχνία ή σε ένα είδος λογοτεχνίας μια ευθύνη, είναι σαν να την περιορίζεις.

Από την άλλη, είναι σίγουρο πως τα τελευταία τριάντα-σαράντα χρόνια το νουάρ/αστυνομικό μυθιστόρημα έχει προσλάβει έναν πολύ έντονο κοινωνικό χαρακτήρα.

Είναι σαν μια ευθύνη η οποία αναπτύχθηκε κατά τη δεκαετία του 1980 και εξακολουθεί να εξελίσσεται ακόμα.

Ο λόγος είναι ότι οι κοινωνίες έγιναν -και γίνονται ακόμα- ολοένα πιο βίαιες και διεφθαρμένες και υπάρχει σ’ αυτές όλο και περισσότερος φόβος. Αυτά ακριβώς τα στοιχεία χρησιμοποιεί το αστυνομικό μυθιστόρημα.

Γι’ αυτό και δεν είναι παράξενο πως σε χώρες οι οποίες δεν είχαν παράδοση στο αστυνομικό μυθιστόρημα εμφανίστηκαν συγγραφείς που γράφουν τέτοια μυθιστορήματα ως κοινωνικά μυθιστορήματα.

Υπήρχαν τρεις χώρες με μεγάλη παράδοση στο αστυνομικό: η Αγγλία, η Γαλλία και οι Η.Π.Α. Οι υπόλοιπες, από αυτήν την άποψη, ήταν λίγο περιφερειακές.

Από τις τελευταίες, έχουν προκύψει ρεύματα και συγγραφείς πολύ σημαντικοί. Στην ισπανική γλώσσα, πάρα πολλοί, η σκανδιναβική σχολή, στην Ελλάδα ο Μάρκαρης.

Ο Μάριο Κόντε, ένας από τους πιο εμβληματικούς και -θα έλεγα- πολύ συμπαθητικούς ήρωες μυθιστορημάτων σας είναι, όπως σωστά έχει περιγραφεί, ένας αντι-ήρωας/αντι-αστυνομικός, απογοητευμένος, θλιμμένος, είρων, ευφυής.

Ταυτόχρονα, είναι και εκπρόσωπος μιας γενιάς που βρίσκεται «στα μισά του δρόμου», χωρίς πρόσωπο, θέση και αρχίδια, όπως υπογραμμίζεται στο Τέλειο παρελθόν. Πόσο κομμάτι αυτής της γενιάς αισθάνεστε, κύριε Παδούρα;

Ο Μάριο Κόντε είναι γεμάτος με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της γενιάς, μιας γενιάς στην οποία είπαν να δουλέψει για το μέλλον και της υποσχέθηκαν ότι αν το έκανε, αυτό το μέλλον θα ερχόταν.

Δούλεψε, λοιπόν, γι’ αυτό το μέλλον κι όταν το μέλλον ήρθε, ήταν ένα παρόν απογοήτευσης και φτώχειας.

Κατά τη δεκαετία του 1990, αυτή ήταν μια διαδικασία η οποία άρχισε να γίνεται εμφανής για τη γενιά μου. Γι’ αυτό και λέω πως ήμασταν μια γενιά ηττημένων, όχι χαμένων, γιατί ηττηθήκαμε χωρίς να μας αφήσουν να παλέψουμε.

Η πολιτική απογοήτευση οδήγησε και σε μια κοινωνική κρίση, η οποία με τη σειρά οδήγησε πολλούς ανθρώπους, αφ’ ενός, να φύγουν από την Κούβα και, αφ’ ετέρου,  όσους έμειναν να ζουν σε πολύ δύσκολες συνθήκες.

Πρόκειται για μια διαδικασία που σε πολλά μυθιστορήματά μου περιγράφεται ως «κοινωνική κόπωση». Δε θέλουμε, άρα, να ζούμε άλλο μέσα στην Ιστορία, αλλά μέσα σε μια φυσιολογική κατάσταση.

Η ενασχόληση με τη λογοτεχνία είναι για εσάς μια απόπειρα καλλιέργειας και εμβάθυνσης σε μια αίσθηση κανονικότητας/φυσιολογικού;

Η λογοτεχνία είναι ένας τρόπος να εισέλθεις στην πραγματικότητα της κοινωνιολογίας, της οικονομίας και της πολιτικής και να προσπαθήσεις να στοχαστείς γι’ αυτήν. Η λογοτεχνία το κάνει με τα εργαλεία της, τις λέξεις και τη φαντασία.

Καμιά φορά, η λογοτεχνία έχει χαρακτήρα προφητικό.

Όχι γιατί οι λογοτέχνες είναι κάποιοι γκουρού που μαντεύουν το μέλλον, απλώς έχουν μια τέτοια σχέση με την πραγματικότητα η οποία τους κάνει να λένε πράγματα πριν αυτά συμβούν.

Οπότε ναι, πιστεύω ότι η λογοτεχνία είναι ένας τρόπος να εμβαθύνουμε στην πραγματικότητα, αν και υπάρχουν και άλλοι τρόποι, που η λογοτεχνία σε βοηθάει να βρεις. Καθένας το κάνει με τον δικό του.

Ο Κόντε έχει τους δικούς του ηθικούς κώδικες. Θα ήθελα να μου σχολιάσετε τη σπουδαιότητα τού να είσαι ηθικός σε μια εποχή βαθιά ανήθικη.

Χρειαζόταν να είναι ένας χαρακτήρας με πολύ αυστηρό ηθικό κώδικα, γιατί ήθελα να του δώσω ένα ηθικό ανάστημα ώστε να μπορεί να κρίνει τους ανήθικους.

Αν τον είχα κάνει διεφθαρμένο, ο τρόπος που θα έκρινε τη διαφθορά δε θα είχε το ίδιο βάρος, όπως έχει τώρα.

Μιλάω πολύ για την έννοια της εντιμότητας στο μυθιστόρημά μου Έντιμοι άνθρωποι, πώς την αντιλαμβάνεται ο Κόντε και πώς την εφαρμόζει.

Η εντιμότητα συνδέεται με τον σεβασμό κάποιων θεμελιωδών κανόνων. Πιστεύω ότι ο βασικός κώδικας ηθικής είναι ο σεβασμός στα δικαιώματα των άλλων.

Στις σύγχρονες κοινωνίες -είτε μιλάμε για την Ελλάδα και την Κούβα, είτε για τη Ρωσία και το Ισραήλ- παραβιάζονται διαρκώς τα δικαιώματα των άλλων, γιατί η οικονομική και πολιτική εξουσία γίνεται όλο και πιο διαβρωτική.

Μια από τις αποστολές του Κόντε, γράφετε στο επίμετρο του Τέλειου παρελθόντος, είναι να εκφράζει τον τρόμο απέναντι στα γηρατειά και τον θάνατο. Εσείς, πόσο συμφιλιωμένος είστε με τη διαδικασία των γηρατειών και τον θάνατο;

Η αίσθηση των γηρατειών, του χρόνου που περνάει σε καταλαμβάνει ολόκληρο. Τη νιώθεις στο σώμα σου, κι είναι φυσιολογικό.

Το θέμα είναι αν κάποιος αντιλαμβάνεται κατά πόσο η πνευματική γήρανση έχει τον ίδιο ρυθμό με τη σωματική. Ο εγκέφαλος δεν είναι μυς.

Η πνευματική γήρανση είναι, επομένως, αυτή που με φοβίζει περισσότερο, γιατί είναι η μια διαδικασία η οποία πολλές φορές σε μετατρέπει σε άνθρωπο συντηρητικό.

Η συνέντευξη με τον Λεονάρδο Παδούρα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 17ου Φεστιβάλ ΛΕΑ.

Ευχαριστώ θερμά την Ισμήνη Κουρούπη (Εκδόσεις Καστανιώτη) για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό της συνέντευξης με τον συγγραφέα και την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως τον Κώστα Αθανασίου, γνώστη του έργου του Παδούρα και μεταφραστή του στα ελληνικά, για τη ρέουσα διαδοχική μετάφραση των ερωτήσεών μου στα ισπανικά και των απαντήσεων του συγγραφέα στα ελληνικά.

Το μυθιστόρημα του Λεονάρδο Παδούρα Τέλειο παρελθόν κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση του Κώστα Αθανασίου.



Τρίτη 4 Ιουνίου 2024

Claudia Piñeiro: «Πιστεύω στα νέα ξεκινήματα. Όχι όμως για όλους τους χαρακτήρες»

 

Claudia Piñeiro (Φωτογραφία: Alejandra López)

Η ανακάλυψη του καμένου/τεμαχισμένου πτώματος μιας 17χρονης βρίσκεται στην «καρδιά» του παθιασμένα αθεϊστικού, πολυφωνικού μυθιστορήματος της πολυμεταφρασμένης Αργεντίνας συγγραφέως Claudia Piñeiro, Καθεδρικοί.

Μια συζήτηση μαζί της με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά.

Είστε η τρίτη πιο μεταφρασμένη συγγραφέας από την Αργεντινή μετά τους Μπόρχες και Κορτάσαρ. Σας δημιουργεί το γεγονός αυτό και ένα αυξημένο αίσθημα ευθύνης έναντι του αναγνωστικού κοινού σας;

Είναι τιμή και χαρά για μένα το γεγονός ότι βρίσκομαι ανάμεσα στους πλέον μεταφρασμένους συγγραφείς της χώρας μου.

Δεν θεωρώ ότι αυτό μού δημιουργεί μεγαλύτερη ευθύνη απέναντι στους αναγνώστες, επειδή με την ίδια αφοσίωση και προσπάθεια θα έγραφα ακόμα και αν δεν ήμουν στη συγκεκριμένη λίστα.

Το ότι είμαι στη λίστα δεν θ’ αλλάξει τα κείμενα που θα γράφω στο μέλλον, ούτε, αν δεν ήμουν, θα ένιωθα λιγότερη υπευθυνότητα απέναντι στους αναγνώστες.

Υπάρχουν, ωστόσο, κάποια σημεία σ’ αυτή την επιλογή των περισσότερο μεταφρασμένων συγγραφέων τα οποία αξίζει να προσέξει κανείς.

Μεταξύ των έξι πρώτων (προσθέτοντας στους παραπάνω τον Ρομπέρτο Αρλτ, τον Ρικάρδο Πίλια και τον Σέσαρ Άιρα) μόνο ο Άιρα κι εγώ είμαστε συγγραφείς εν ζωή. Και είμαι η μοναδική γυναίκα.

Μου φαίνεται ότι υπάρχουν κάποια ζητήματα προς σκέψη σχετικά.

Αφιερώνετε τους Καθεδρικούς, το τρίτο μυθιστόρημά σας που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora, «Σ’ εκείνους που κατασκευάζουν τον δικό τους καθεδρικό, χωρίς θεό».

Ας ξεκινήσουμε με την έννοια του καθεδρικού, λοιπόν. Τι συμπυκνώνει για εσάς; Και σε τι συνίσταται η «οφειλή» σας στον μέγιστο Βορειοαμερικανό διηγηματογράφο, Ρέιμοντ Κάρβερ;

Η έννοια το καθεδρικού που προσπαθώ να μεταδώσω μέσα απ’ το μυθιστόρημα είναι μιας κατασκευής που μας στηρίζει.

Όποιος πιστεύει σε κάποιον θεό στηρίζεται στην πίστη του, την οποία μπορούμε να συγκεκριμενοποιήσουμε με την εικόνα του καθεδρικού.

Όσοι δεν πιστεύουμε έχουμε άλλους καθεδρικούς που μας στηρίζουν: τις λέξεις, τη λογοτεχνία, την οικογένεια, τους φίλους, τους αγώνες για έναν καλύτερο κόσμο, τα πάθη.

Το βιβλίο σας είναι παθιασμένα -σχεδόν πολεμικά- αθεϊστικό και αντικληρικαλιστικό. Από πού πηγάζει και πώς έχει μετασχηματιστεί με την πάροδο του χρόνου η δικιά σας αθεΐα;

Έχοντας ζήσει για αιώνες και σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, σε κοινωνίες στις οποίες η πλειονότητα των ανθρώπων έχει ανάγκη να πιστέψει σε κάτι, η εύλογη ερώτηση φαίνεται να είναι αυτή: πώς καταλήγει να γίνει άθεος κανείς;

Εγώ, ωστόσο, θα έκανα την ανάποδη ερώτηση:

Θα με ενδιέφερε να μάθω πώς καταλήγει κανείς να έχει θρησκευτική πίστη, να πιστεύει σε έναν ή περισσότερους θεούς, να δέχεται κανόνες στη ζωή του λες και πρόκειται για τα λόγια κάποιου θεού, κι όχι των ανθρώπων που διατήρησαν και προώθησαν αυτές τις εκκλησίες κατά τη διάρκεια των αιώνων.

Υπάρχουν θαυμαστές ιστορίες τις οποίες αφηγούνται οι διάφορες θρησκείες και οι οποίες θεωρώ ότι έχουν μεγάλη αξία.

Ειλικρινά ζηλεύω όσους μπορούν να πιστέψουν ότι είναι αληθινές, με την προϋπόθεση πάντα ότι αυτό δεν τους εμποδίζει να ζήσουν τη ζωή που θα ήθελαν.

Εκείνο για το οποίο κατηγορώ κάποιες θρησκείες είναι ότι σε αναγκάζουν να ζεις με κανόνες τους οποίους δεν μοιάζει να έχει σκεφτεί κανένας θεός, ιδίως εφόσον κάνουν διακρίσεις κατά των γυναικών ή των μειονοτήτων, ανακατεύονται στη σεξουαλικότητα των ανθρώπων και μας γεμίζουν ενοχές.

Πρέπει να είναι πολύ καθησυχαστικό να πιστεύεις ότι κάτι υπάρχει μετά τη ζωή και δεν κατακρίνω όποιον έχει ανάγκη να κρατηθεί απ’ αυτό.

Οφείλω όμως να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου, δεν μπορώ να πω ότι πιστεύω κάτι που δεν πιστεύω.

Πώς ήταν η εξέλιξή μου; Μεγάλωσα σε μια πιστή καθολική οικογένεια, πήγα σε σχολή καλογραιών.

Όταν τόλμησα να σκεφτώ από μόνη μου, κατάλαβα ότι δεν πίστευα σ’ αυτούς τους θεούς που μου είχαν επιβάλει. Αυτό έγινε ακριβώς μετά τον θάνατο του πατέρα μου.

Η ανακάλυψη του καμένου/τεμαχισμένου πτώματος της 17χρονης, από καλή καθολική οικογένεια, Άννα Σαρδά, βρίσκεται στην «καρδιά» των Καθεδρικών, με επτά αφηγήτριες/αφηγητές να εξιστορούν τη δικιά τους εκδοχή των γεγονότων.

Πώς καταλήξατε στην επινόηση των συγκεκριμένων χαρακτήρων; Και πόσο κομβικές είναι η αποσιώπηση, η σιωπή, τα μυστικά κι η (θρησκευτική) υποκρισία στην ύφανση του αφηγηματικού «ιστού» σας;

Προτού αρχίσω να γράφω, συνήθως σκέφτομαι για αρκετό καιρό ποιος θα είναι ο αφηγητής της ιστορίας μου. Στην περίπτωση των Καθεδρικών μου πήρε ακόμα περισσότερο χρόνο.

Έχοντας αποκλείσει τον πανταχού παρόντα αφηγητή, δεν κατάφερνα ν’ αποφασίσω ποιο έπρεπε να είναι το πρόσωπο που θα έλεγε την ιστορία. Δοκίμαζα διάφορες εναλλακτικές, χωρίς καμία να με πείθει.

Ώσπου συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να μιλήσουν όλοι, όχι μόνο επειδή αυτό έλυνε το ζήτημα του αφηγητή, αλλά και προς χάριν της αφηγηματικής στρατηγικής.

Μιλώντας ο καθένας τους χωριστά, όχι μόνο θα μας έλεγε ό,τι ήξερε για αυτό που συνέβη στην Άννα, αλλά θα μας έδειχνε και τον βαθμό της ευθύνης που αποδεχόταν όσον αφορά το συμβάν.

Κάποιοι απ’ τους χαρακτήρες έχουν μεγάλη ευθύνη, αλλά δεν την αποδέχονται. Κάποιοι άλλοι, παρότι έχουν ασήμαντες μάλλον ευθύνες, νιώθουν ένοχοι.

Το επόμενο θέμα που έπρεπε να λύσω, μόλις πήρα αυτή την απόφαση, ήταν πώς να δώσω ξεχωριστή φωνή στον καθέναν τους.

Πώς συνδέεται, εξάλλου, το -δεδηλωμένο- ενδιαφέρον σας για την εγκληματολογία και την ιατροδικαστική με τη σύνθεση των Καθεδρικών;

Αποτελεί πάντα ένα στήριγμα που δίνει αληθοφάνεια σε όσα γράφω.

Στην προκειμένη περίπτωση, επιπλέον, υπάρχει ένα πρόσωπο που είναι εγκληματολόγος, οπότε έπρεπε να εντρυφήσω στο αντίστοιχο λεξιλόγιο. Μελέτησα πολύ σχετικά με τον τεμαχισμό και την καύση.

Αλλά, επίσης, σχετικά με την εμπροσθόδρομη αμνησία, τη θρησκευτική κλίση, τη ζωή ενός ιεροσπουδαστή, το ψήσιμο της κεραμικής, τους διάφορους ευρωπαϊκούς καθεδρικούς, κ.λπ.

«Ο τρόπος που ονοματίζουμε αποκαλύπτει την καταγωγή μας, [...] πιο πολύ ίσως από οποιαδήποτε προφορά. Από εκεί είμαστε, απ’ τον τόπο όπου ανθίζει ή δίνει καρπό η κάθε λέξη», σύμφωνα με την Λία. Ποια είναι η δική σας «καταγωγή»;

Είμαι Αργεντίνα, έτσι νιώθω, αλλά είμαι επίσης και Λατινοαμερικάνα. Γεννήθηκα σε μια μικρή κοινότητα, το Μπουρσάκο, 25 χιλιόμετρα απ’ το Μπουένος Άιρες.

Τα περισσότερα από τα μυθιστορήματά μου διαδραματίζονται εκεί ή σε πολύ κοντινές περιοχές (Τουρδέρα, Τεμπέρλει, Ανδρογέ, όπου επίσης διαδραματίζονται μερικά απ’ τα διηγήματα του Μπόρχες).

Οφείλω όμως να τονίσω ότι οι ρίζες μου βρίσκονται στη Γαλικία, στην Ισπανία. Εκεί γεννήθηκε ο πατέρας μου, το ίδιο και οι τέσσερις παππούδες μου. Δεν έχω καμία αμφιβολία για τις γαλιθιάνικες ρίζες μου.

«Για ποιο λόγο αποφασίζει κάποιος να γίνει γονιός;» διερωτάται ο Ματέο. Και συνεχίζει:

«Υπάρχουν τόποι όπου είναι δύσκολο να επιβιώσεις: [...] ένα ερημονήσι, η κορυφή ενός βουνού, [...], μια εμπόλεμη ζώνη, η ζούγκλα. Η οικογένειά μου. [...] Η οικογένεια είναι ένα σύστημα». Τι σημαίνουν οικογένεια και γονεϊκότητα για εσάς;

Στην προσωπική μου ζωή σημαίνουν πολλά. Είναι αξιοσημείωτο πόσο συχνά ρωτούν εμάς τις γυναίκες για αυτό το θέμα, ενώ τους άντρες, όχι. Λες και όταν μια γυναίκα μιλάει για αυτό επιδιώκουν να βρουν δεσμούς με την προσωπική της ζωή.

Ευτυχώς, είναι μια προκατάληψη που σιγά σιγά εκλείπει. Έχω σύντροφο και τρία παιδία, ενώ ο άντρας μου έχει τέσσερα. Είμαστε πολυπληθής οικογένεια. Και είναι κι οι θείοι, τα ξαδέρφια κ.λπ.

Ποτέ δεν ήμουν σίγουρη αν ήθελα να παντρευτώ, πάντα όμως ήθελα να γίνω μητέρα.

Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο σε όλες τις γυναίκες, κι εμένα με ενδιαφέρει να δω και άλλες όψεις της μητρότητας, την επιθυμία να μη γίνεις μητέρα, τις μητρότητες που δεν καταλήγουν όπως θα θέλαμε, τις ατελείς μητέρες.

Mε ενδιαφέρει να κάνω να καταρρεύσει ο μύθος ότι όλες οι γυναίκες πρέπει να είμαστε όπως μας είπαν ότι πρέπει να είμαστε, κι επιπλέον να ξέρουμε πώς να το κάνουμε, να είμαστε τέλειες και να μην γκρινιάζουμε.

Αυτές οι συγκρούσεις με ενδιαφέρουν.

«Κάνει καλό να γελάς όταν ο τρόμος καραδοκεί», διαπιστώνει η Μαρσέλα. Σώζει το γέλιο;

Αναμφίβολα. Είναι κάτι που μου έμαθε η μητέρα μου και την ευγνωμονώ. Το γέλιο πάντα σώζει, ιδίως όταν γελάμε με τον ίδιο μας τον εαυτό.

«Η αλήθεια που μας αρνούνται πονάει μέχρι την τελευταία μας μέρα», εξομολογείται ο πατέρας της Άννα, Αλφρέδο. Απαλύνει τον ψυχοσωματικό πόνο η ανακάλυψη της αλήθειας ή μπορεί και να μας διαλύσει;

Και τα δύο. Κάποιοι είναι προετοιμασμένοι και μακάρι να ήταν πάντα καλύτερο να μαθαίνεις την αλήθεια.

Ο Αλφρέδο, ωστόσο, αναγνωρίζει ότι δεν είναι πάντα έτσι και ανησυχεί για τον Ματέο. Λέει ότι μερικές φορές οι άνθρωποι χρειάζεται να μείνουν ένα βήμα πίσω απ’ την αλήθεια, γιατί αν φτάσουν σ’ αυτήν θα καταρρεύσουν.

Επειδή, ωστόσο, ο Αλφρέδο πιστεύει ότι είναι πάντα καλύτερο να μαθαίνεις την αλήθεια, αλλά συγχρόνως ξέρει και το ρίσκο που αυτό συνεπάγεται, προετοιμάζει τη στιγμή της αποκάλυψής της.

Η ολοκλήρωση της ανάγνωσης του μυθιστορήματος μού άφησε μια γλυκόπικρη, σχεδόν ελπιδοφόρα «επίγευση». Πιστεύετε στα, «αποκαθαρμένα» από τα «βαρίδια» ενός τραυματικού παρελθόντος, νέα ξεκινήματα;

Τα μυθιστορήματά μου είναι συνήθως σκληρά, πάντα όμως υπάρχει ένα πρόσωπο που κρατάει αναμμένο τον δαυλό της ελπίδας. Άλλες φορές με τη φλόγα να καίει πιο δυνατά και άλλες λιγότερο, πάντα όμως υπάρχει η ελπίδα.

Πιστεύω στα νέα ξεκινήματα, ναι. Όχι όμως για όλους τους χαρακτήρες, μερικοί μπορούν να το κάνουν, ενώ άλλοι, όχι.

Για άλλη μια φορά, η Ασπασία Καμπύλη καταπιάστηκε με το μεράκι και τον επαγγελματισμό που την διακρίνουν με τη μετάφραση των ερωτήσεών μου στα ισπανικά και των απαντήσεων της συγγραφέως στα ελληνικά.

Το μυθιστόρημα της Claudia Piñeiro Καθεδρικοί κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora σε μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη.