Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 17ο Φεστιβάλ ΛΕΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 17ο Φεστιβάλ ΛΕΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Ιουλίου 2025

Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο: «Η λογοτεχνία μπορεί απολύτως να είναι μια πράξη αγάπης»

 


Η απώλεια του πατέρα του και η διαχείρισή της βρίσκονται στον πυρήνα του πυκνού, στοχαστικού και μελαγχολικού αφηγήματος του Πορτογάλου μυθιστοριογράφου και ποιητή Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο, Μου πέθανες.

Μια συζήτηση με τον Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ ΛΕΑ.

Συναντηθήκαμε για πρώτη φορά το φαινομενικά μακρινό 2017, στο πλαίσιο μιας ακόμη διοργάνωσης του Φεστιβάλ ΛΕΑ. Φορούσες τότε ένα μπλουζάκι με το όνομα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν με «heavy metal» γραμματοσειρά.

Νιώθεις ακόμα «κομμάτι της διασταύρωσης διαφορετικών μορφών πολιτισμού», όπως μου είχες αναφέρει, ειδικά στην ασφυκτικά μονοπολιτισμική εποχή μας;

Εξακολουθώ να αισθάνομαι -και πολύ μάλιστα- κομμάτι της διασταύρωσης διαφορετικών μορφών πολιτισμού.

Σε ετούτους τους ολοένα και πιο ομοιόμορφους και πολιτισμικά στενούς καιρούς, αυτή η αίσθηση της τομής φαίνεται πιο απαραίτητη από ποτέ.

Είναι μέσα από την ανάμιξη διαφορετικών προοπτικών, γλωσσών και παραδόσεων που συνεχίζω να βρίσκω νόημα, ανοιχτότητα και έναν τρόπο να αντιστέκομαι στην απλοποίηση.

Επιστρέφοντας στο παρόν, είναι ένα από αυτά τα παράδοξα της λογοτεχνίας -στη δημοσιευμένη της εκδοχή, όταν πρόκειται για εσένα- που το πρώτο σου βιβλίο, Μου πέθανες, τυχαίνει να μεταφράζεται τελευταίο, τουλάχιστον στην Ελλάδα.

Πώς βιώνεις αυτό το παράδοξο και τα παράδοξα γενικότερα, και κυρίως αυτά τα οποία εμπεριέχουν συναντήσεις μυθοπλασίας και πραγματικότητας;

Είναι ένα παράδοξο που καλωσορίζω με μια κάποια τρυφερότητα.

Η ιδέα ότι το Μου πέθανες, το πρώτο μου βιβλίο, φτάνει στην Ελλάδα μόλις τώρα, μετά από τόσα άλλα, μοιάζει με μια ήσυχη κυκλική επιστροφή στον χρόνο, σχεδόν σαν μυθοπλασία η οποία επιστρέφει στην πραγματικότητα.

Τείνω να σκέφτομαι τα παράδοξα όχι ως γρίφους προς επίλυση, αλλά ως προσκλήσεις, σαν ανοίγματα όπου το νόημα διευρύνεται αντί να στενεύει.

Ειδικά όταν η μυθοπλασία και η πραγματικότητα έρχονται σε σύγκρουση, η ένταση μεταξύ τους μπορεί να φέρει στο φως αλήθειες οι οποίες διαφορετικά είναι δύσκολο να διατυπωθούν.

Επομένως, αυτή η καθυστερημένη άφιξη δε μοιάζει καθόλου λανθασμένη. Μοιάζει με μια ουσιαστική ηχώ, μια υπενθύμιση πως οι ιστορίες βρίσκουν τον δικό τους χρόνο, μερικές φορές πιο σοφό από τον δικό μας.

Το Μου πέθανες αψηφά την κατηγοριοποίηση, αν και μοιάζει με ερωτική επιστολή στον αποθανόντα πατέρα σου, με τον ίδιο τρόπο που το Γκαλβέιας δίνει την εντύπωση ερωτικής επιστολής στον γενέθλιο τόπο σου.

Μπορεί η λογοτεχνία να είναι (και) μια ερωτική επιστολή σε κάποιον/κάτι ή ένας τρόπος για να εξερευνήσουμε/αντιμετωπίσουμε τη θλίψη, την απώλεια και το πένθος;

Νομίζω πως η λογοτεχνία μπορεί να είναι -και συχνά είναι- μια ερωτική επιστολή, μερικές φορές ρητά, τις περισσότερες φορές εν αγνοία μας.

Μας επιτρέπει να εκφράσουμε με λόγια ό,τι αντιστέκεται στο να ειπωθεί στην καθημερινή ζωή.

Το Μου Πέθανες μπορεί να ξεκίνησε ως μια χειρονομία έναντι της θλίψης, αλλά στην ουσία του έγινε ένα είδος συζήτησης με τον πατέρα μου, με την πάροδο του χρόνου.

Υπό αυτή την έννοια, η γραφή γίνεται ένας τρόπος να κρατιόμαστε από κάτι/κάποιον, αλλά και να αφήνουμε πίσω μας τα πράγματα. Το πένθος δεν απαιτεί πάντα λύση. Μερικές φορές απλώς ζητά ένα ασφαλές καταφύγιο.

Και ναι, και το Γκαλβέιας είναι γραμμένο με την ίδια παρόρμηση: να αποτυπώσει έναν τόπο, συναισθήματα, ανθρώπους με λέξεις, και με αυτόν τον τρόπο, να ανταποδώσει κάτι.

Οπότε ναι, η λογοτεχνία μπορεί απολύτως να είναι μια πράξη αγάπης: ήσυχη, επίμονη και βαθιά ανθρώπινη.

Δεδομένου του ότι αυτό ήταν το πρώτο βιβλίο σου που κυκλοφόρησε ποτέ, πιστεύεις πως «οφείλεις» κατά κάποιο τρόπο στον πατέρα σου την ενασχόλησή σου με τη λογοτεχνία γενικότερα, ανεξαρτήτως μορφής;

Ναι, νομίζω ότι του οφείλω πολλά. Ο πατέρας μου δεν ήταν συγγραφέας, αλλά μου χάρισε τη σιωπή μέσα από την οποία μπορεί να αναπτυχθεί η γραφή. Ακόμα και σε αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί απουσία, μου έδωσε παρουσία.

Μερικές φορές, αυτό το οποίο κληρονομούμε δεν είναι μια σαφής πορεία, αλλά μια συγκεκριμένη ένταση, ένας συγκεκριμένος τρόπος θεώρησης του κόσμου.

Νομίζω πως η ενασχόλησή μου με τη λογοτεχνία προήλθε, εν μέρει, από την προσπάθεια να κατανοήσω αυτήν την ένταση, από την προσπάθεια να μετατρέψω κάτι βαθιά προσωπικό σε κάτι το οποίο θα μπορούσε να μοιραστεί.

Κουβαλάω τον πατέρα μου σε κάθε στίχο, ακόμα και όταν οι λέξεις δεν τον αναφέρουν.

Πώς αξιολογείς, λοιπόν, τη δική σου «εξέλιξη» ως συγγραφέα με την πάροδο του χρόνου; Έχεις βρει τον δρόμο σου ή υπάρχουν στιγμές που ακόμα τον αναζητάς;

Η συγγραφή, για μένα, ήταν πάντα μια μορφή αναζήτησης. Δε νομίζω ότι έχω φτάσει ποτέ σε κάποιο οριστικό σημείο, και δεν είμαι σίγουρος πως θα το ήθελα.

Κάθε βιβλίο μοιάζει με μια νέα αρχή, ένα νέο ερώτημα, μια νέα αβεβαιότητα στην οποία πρέπει να μπω.

Φυσικά, με την πάροδο του χρόνου αποκτάς εργαλεία, μια βαθύτερη εμπιστοσύνη στη δική σου διαδικασία, ίσως ακόμη και μια πιο καθαρή φωνή.

Αλλά η ουσία παραμένει η ίδια: μια ανάγκη να εξερευνήσεις, να καταλάβεις, να προσεγγίσεις κάτι που είναι απλώς απρόσιτο.

Αν ποτέ ένιωθα ότι είχα πραγματικά «βρει τον δρόμο μου», νομίζω πως θα σταματούσα να γράφω. Είναι η άγνοια που με κρατάει σε εγρήγορση.

Το Μου πέθανες κυριαρχείται από έναν ελεγειακό, στοχαστικό, απαλά ποιητικό τόνο. Εφόσον είσαι και ποιητής, σε ποιο βαθμό η ποίηση εμποτίζει το μυθιστορηματικό σου έργο - και αντίστροφα;

Για μένα, τα όρια ανάμεσα στην ποίηση και τη μυθοπλασία ήταν πάντα πορώδη. Δεν αλλάζω ταχύτητα μεταξύ τους, αλλά περισσότερο μεταφέρω τη μία μέσα στην άλλη.

Η ποίηση με διδάσκει να ακούω το βάρος κάθε λέξης. Αυτή η προσοχή διεισδύει φυσικά στην πρόζα μου, διαμορφώνοντας την υφή της φωνής, τον ρυθμό, τις συναισθηματικές υποδηλώσεις.

Ταυτόχρονα, η μυθοπλασία δίνει στην ποίηση έναν ευρύτερο καμβά, με χαρακτήρες, αφήγηση, χρόνο να ξεδιπλώνονται.

Έτσι, όταν γράφω ένα μυθιστόρημα, συχνά υπάρχει ένα ποιητικό νήμα το οποίο κυλάει ήσυχα από κάτω. Και όταν γράφω ποιήματα, συχνά υπάρχει μια κρυμμένη ιστορία που προβάλλει.

Υποθέτω πως πάντα αναζητώ εκείνον τον χώρο όπου οι δύο μορφές αγγίζονται: όπου το συναίσθημα γίνεται γλώσσα και η γλώσσα γίνεται κάτι σχεδόν φυσικό.

Έχοντας χάσει και τους δύο γονείς μου από καρκίνο πέρυσι, το βιβλίο σου με συγκίνησε αφάνταστα. 25 μετά την απώλεια του πατέρα σου, έχεις καταφέρει να συμφιλιωθείς τις επιπτώσεις της ή έστω να τη μεταμορφώσεις δημιουργικά;

Λυπάμαι πραγματικά για την απώλειά σου. Αυτού του είδους η θλίψη αναδιαμορφώνει τα πάντα, βαδίζουμε στον κόσμο διαφορετικά μετά.

Όσο για μένα, 25 χρόνια αργότερα, δε θα έλεγα ότι την έχω ξεπεράσει οριστικά. Η θλίψη δεν ακολουθεί μια ευθεία γραμμή. Εξελίσσεται, αλλάζει μορφή, μερικές φορές ξεθωριάζει, μερικές φορές επιστρέφει με εκπληκτική ένταση.

Αλλά έχω μάθει να ζω με αυτήν.

Και, ναι, προσπάθησα να τη μετατρέψω σε κάτι που μπορεί να μοιραστεί. Η συγγραφή μου έχει δώσει έναν χώρο όπου η απουσία γίνεται παρουσία, όπου η μνήμη μπορεί να αναπνεύσει.

Με αυτόν τον τρόπο, νομίζω πως έχω βρει μια μορφή διαλόγου ο οποίος συνεχίζεται, ακόμη και τώρα. Δε σβήνει την απώλεια, αλλά της δίνει νόημα.

Τέλος, είναι δυνατόν να συνεχίζουμε να γράφουμε σε περιόδους πολέμου και γενοκτονίας -η γενοκτονία των Παλαιστινίων είναι στο μυαλό μου- ή νιώθεις την ανάγκη να το κάνεις ακριβώς λόγω της τρέχουσας κατάστασης των πραγμάτων;

Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό ερώτημα, το οποίο κουβαλάω συνεχώς μέσα μου. Υπάρχουν στιγμές που η συγγραφή μοιάζει αδύνατη, σχεδόν αυτάρεσκη, μπροστά σε τόσα βάσανα. Αλλά μετά θυμάμαι ότι και η σιωπή έχει συνέπειες.

Για μένα, η γραφή δεν είναι μια απόδραση από τον κόσμο, είναι ένας τρόπος να βρίσκομαι μέσα σε αυτόν. Ένας τρόπος να είμαι μάρτυρας, να αντιστέκομαι, να θυμάμαι.

Σε περιόδους βίας και αδικίας, η λογοτεχνία μπορεί να συγκρατήσει την ανθρώπινη πολυπλοκότητα όταν όλα τα άλλα ισοπεδώνονται. Μπορεί να διαφυλάξει φωνές οι οποίες διαφορετικά θα μπορούσαν να σβηστούν.

Αισθάνομαι την ανάγκη να γράφω λόγω της τρέχουσας κατάστασης των πραγμάτων, όχι παρά αυτήν. Ακόμα κι αν οι λέξεις φαίνονται μικρές, μπορούν να μεταφέρουν αλήθεια, τρυφερότητα και αντίσταση. Και μερικές φορές, αυτό είναι που μένει.

Η συνέντευξη με τον Ζοζέ Λούς Πεϊσότο πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 17ου Φεστιβάλ ΛΕΑ.

Ευχαριστώ θερμά την Αγγελική Δημοπούλου (Εκδόσεις Βακχικόν) για την πολύτιμη συμβολή της στην υλοποίησή της, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγγραφέα.

Το βιβλίο του Ζοζέ Λούς Πεϊσότο Μου πέθανες κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Βακχικόν σε μετάφραση της Ζωής Καραμπέκιου.



Τετάρτη 25 Ιουνίου 2025

Λεονάρδο Παδούρα: «Πάντα αναζητώ με την Ιστορία να φωτίσω το παρόν»

 

Λεονάρδο Παδούρα (Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη)

Συναντώντας τον αειθαλή Λεονάρδο Παδούρα, τον πιο σημαντικό εν ζωή Κουβανό συγγραφέα, στο πλαίσιο του 17ου Φεστιβάλ ΛΕΑ, με αφορμή την έκδοση στα ελληνικά του μυθιστορήματός του Τέλειο παρελθόν.

Σας καλωσορίζω για άλλη μια φορά στην Αθήνα. Θα μπορούσατε να ζήσετε εδώ;

Ίσως θα μπορούσα να το σκεφτώ να ζήσω εδώ, αν ήμουν είκοσι χρόνια νεότερος και είχα ένα σπίτι σε κάποιο από τα ελληνικά νησιά.

Συμπληρωματικά, θα μπορούσατε να δημιουργήσετε μυθοπλαστικούς χαρακτήρες και σε ένα άλλο περιβάλλον εκτός από το κουβανικό;

Σίγουρα όχι. Γράφω για την πραγματικότητα που γνωρίζω, κι αυτή είναι η πραγματικότητα της Κούβας.

Ακόμα κι όταν συνθέτω χαρακτήρες οι οποίοι είναι εκτός Κούβας, με κάποιον τρόπο στοχάζονται για πράγματα που συμβαίνουν στην κουβανική πραγματικότητα.

Για παράδειγμα, στο μυθιστόρημά μου Σαν σκόνη στον άνεμο υπάρχουν χαρακτήρες οι οποίοι ζουν σε πολλά μέρη του κόσμου,

Όλοι τους, όμως, συλλογίζονται για συμπεριφορές και γεγονότα που έχουν να κάνουν με την Κούβα και αντανακλούν τη σημερινή πραγματικότητα.

Το μυθιστόρημα Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά ξεκινάει από την Κούβα, τελειώνει στην Κούβα και η Κούβα διαδραματίζει έναν πολύ κρίσιμο ρόλο μέσα από μια διαδικασία η οποία οδηγεί στην εξέλιξη των γεγονότων.

Κρίσιμο ρόλο στη δουλειά σας διαδραματίζει και η Ιστορία. «Η Ιστορία είναι ένας εφιάλτης από τον οποίο προσπαθώ να ξυπνήσω», έλεγε ο Στίβεν Ντένταλους στον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις. Τι είναι για εσάς η Ιστορία;

Η Ιστορία με ενδιαφέρει κυρίως ως ένας τρόπος καλύτερης κατανόησης του παρόντος.

Γι’ αυτό με ενδιαφέρουν τα φαινόμενα που έχουν τη μορφή ενός κύκλου ο οποίος επαναλαμβάνεται.

Σε κάποιο μυθιστόρημά υπάρχει ένας χαρακτήρας των αρχών του 19ου αιώνα κι ένας άλλος του τέλους του 20ού  αιώνα.

Κάποια στιγμή, ο ένας κοιτάζει τον άλλο και συμβαίνει κάτι σαν μια αμοιβαία αναγνώριση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Η Ιστορία, λοιπόν, μάς χρησιμεύει για να μάθουμε από τα λάθη που έχουμε διαπράξει.

Προφανώς, όμως, ποτε δε μαθαίνουμε από την Ιστορία, πάντα επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη.

Επιστρέφοντας στους κύκλους που επαναλαμβάνονται, Οι Αιρετικοί είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο διασχίζει τους αιώνες. Όλες τις χρονικές στιγμές, ωστόσο, τις χρησιμοποιώ γι’ αυτό που με ενδιαφέρει, την ελευθερία του ατόμου.

Πάντα, λοιπόν, αναζητώ με την Ιστορία να φωτίσω το παρόν.

Θεωρείτε ότι το νουάρ ως είδος είναι εγγενώς πολιτικό ή αποτυπώνει με τρόπο εναργέστερο τις κοινωνικές διεργασίες, αντιφάσεις και ανισότητες;

Πιστεύω πως δεν έχει την αποκλειστική λειτουργία να αντικατοπτρίζει την κοινωνική πραγματικότητα.

Πιστεύω ότι στη λογοτεχνία, ανεξαρτήτως είδους, πρέπει να αφήνεις χώρους ελευθερίας. Αν «φορτώνεις» στη λογοτεχνία ή σε ένα είδος λογοτεχνίας μια ευθύνη, είναι σαν να την περιορίζεις.

Από την άλλη, είναι σίγουρο πως τα τελευταία τριάντα-σαράντα χρόνια το νουάρ/αστυνομικό μυθιστόρημα έχει προσλάβει έναν πολύ έντονο κοινωνικό χαρακτήρα.

Είναι σαν μια ευθύνη η οποία αναπτύχθηκε κατά τη δεκαετία του 1980 και εξακολουθεί να εξελίσσεται ακόμα.

Ο λόγος είναι ότι οι κοινωνίες έγιναν -και γίνονται ακόμα- ολοένα πιο βίαιες και διεφθαρμένες και υπάρχει σ’ αυτές όλο και περισσότερος φόβος. Αυτά ακριβώς τα στοιχεία χρησιμοποιεί το αστυνομικό μυθιστόρημα.

Γι’ αυτό και δεν είναι παράξενο πως σε χώρες οι οποίες δεν είχαν παράδοση στο αστυνομικό μυθιστόρημα εμφανίστηκαν συγγραφείς που γράφουν τέτοια μυθιστορήματα ως κοινωνικά μυθιστορήματα.

Υπήρχαν τρεις χώρες με μεγάλη παράδοση στο αστυνομικό: η Αγγλία, η Γαλλία και οι Η.Π.Α. Οι υπόλοιπες, από αυτήν την άποψη, ήταν λίγο περιφερειακές.

Από τις τελευταίες, έχουν προκύψει ρεύματα και συγγραφείς πολύ σημαντικοί. Στην ισπανική γλώσσα, πάρα πολλοί, η σκανδιναβική σχολή, στην Ελλάδα ο Μάρκαρης.

Ο Μάριο Κόντε, ένας από τους πιο εμβληματικούς και -θα έλεγα- πολύ συμπαθητικούς ήρωες μυθιστορημάτων σας είναι, όπως σωστά έχει περιγραφεί, ένας αντι-ήρωας/αντι-αστυνομικός, απογοητευμένος, θλιμμένος, είρων, ευφυής.

Ταυτόχρονα, είναι και εκπρόσωπος μιας γενιάς που βρίσκεται «στα μισά του δρόμου», χωρίς πρόσωπο, θέση και αρχίδια, όπως υπογραμμίζεται στο Τέλειο παρελθόν. Πόσο κομμάτι αυτής της γενιάς αισθάνεστε, κύριε Παδούρα;

Ο Μάριο Κόντε είναι γεμάτος με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της γενιάς, μιας γενιάς στην οποία είπαν να δουλέψει για το μέλλον και της υποσχέθηκαν ότι αν το έκανε, αυτό το μέλλον θα ερχόταν.

Δούλεψε, λοιπόν, γι’ αυτό το μέλλον κι όταν το μέλλον ήρθε, ήταν ένα παρόν απογοήτευσης και φτώχειας.

Κατά τη δεκαετία του 1990, αυτή ήταν μια διαδικασία η οποία άρχισε να γίνεται εμφανής για τη γενιά μου. Γι’ αυτό και λέω πως ήμασταν μια γενιά ηττημένων, όχι χαμένων, γιατί ηττηθήκαμε χωρίς να μας αφήσουν να παλέψουμε.

Η πολιτική απογοήτευση οδήγησε και σε μια κοινωνική κρίση, η οποία με τη σειρά οδήγησε πολλούς ανθρώπους, αφ’ ενός, να φύγουν από την Κούβα και, αφ’ ετέρου,  όσους έμειναν να ζουν σε πολύ δύσκολες συνθήκες.

Πρόκειται για μια διαδικασία που σε πολλά μυθιστορήματά μου περιγράφεται ως «κοινωνική κόπωση». Δε θέλουμε, άρα, να ζούμε άλλο μέσα στην Ιστορία, αλλά μέσα σε μια φυσιολογική κατάσταση.

Η ενασχόληση με τη λογοτεχνία είναι για εσάς μια απόπειρα καλλιέργειας και εμβάθυνσης σε μια αίσθηση κανονικότητας/φυσιολογικού;

Η λογοτεχνία είναι ένας τρόπος να εισέλθεις στην πραγματικότητα της κοινωνιολογίας, της οικονομίας και της πολιτικής και να προσπαθήσεις να στοχαστείς γι’ αυτήν. Η λογοτεχνία το κάνει με τα εργαλεία της, τις λέξεις και τη φαντασία.

Καμιά φορά, η λογοτεχνία έχει χαρακτήρα προφητικό.

Όχι γιατί οι λογοτέχνες είναι κάποιοι γκουρού που μαντεύουν το μέλλον, απλώς έχουν μια τέτοια σχέση με την πραγματικότητα η οποία τους κάνει να λένε πράγματα πριν αυτά συμβούν.

Οπότε ναι, πιστεύω ότι η λογοτεχνία είναι ένας τρόπος να εμβαθύνουμε στην πραγματικότητα, αν και υπάρχουν και άλλοι τρόποι, που η λογοτεχνία σε βοηθάει να βρεις. Καθένας το κάνει με τον δικό του.

Ο Κόντε έχει τους δικούς του ηθικούς κώδικες. Θα ήθελα να μου σχολιάσετε τη σπουδαιότητα τού να είσαι ηθικός σε μια εποχή βαθιά ανήθικη.

Χρειαζόταν να είναι ένας χαρακτήρας με πολύ αυστηρό ηθικό κώδικα, γιατί ήθελα να του δώσω ένα ηθικό ανάστημα ώστε να μπορεί να κρίνει τους ανήθικους.

Αν τον είχα κάνει διεφθαρμένο, ο τρόπος που θα έκρινε τη διαφθορά δε θα είχε το ίδιο βάρος, όπως έχει τώρα.

Μιλάω πολύ για την έννοια της εντιμότητας στο μυθιστόρημά μου Έντιμοι άνθρωποι, πώς την αντιλαμβάνεται ο Κόντε και πώς την εφαρμόζει.

Η εντιμότητα συνδέεται με τον σεβασμό κάποιων θεμελιωδών κανόνων. Πιστεύω ότι ο βασικός κώδικας ηθικής είναι ο σεβασμός στα δικαιώματα των άλλων.

Στις σύγχρονες κοινωνίες -είτε μιλάμε για την Ελλάδα και την Κούβα, είτε για τη Ρωσία και το Ισραήλ- παραβιάζονται διαρκώς τα δικαιώματα των άλλων, γιατί η οικονομική και πολιτική εξουσία γίνεται όλο και πιο διαβρωτική.

Μια από τις αποστολές του Κόντε, γράφετε στο επίμετρο του Τέλειου παρελθόντος, είναι να εκφράζει τον τρόμο απέναντι στα γηρατειά και τον θάνατο. Εσείς, πόσο συμφιλιωμένος είστε με τη διαδικασία των γηρατειών και τον θάνατο;

Η αίσθηση των γηρατειών, του χρόνου που περνάει σε καταλαμβάνει ολόκληρο. Τη νιώθεις στο σώμα σου, κι είναι φυσιολογικό.

Το θέμα είναι αν κάποιος αντιλαμβάνεται κατά πόσο η πνευματική γήρανση έχει τον ίδιο ρυθμό με τη σωματική. Ο εγκέφαλος δεν είναι μυς.

Η πνευματική γήρανση είναι, επομένως, αυτή που με φοβίζει περισσότερο, γιατί είναι η μια διαδικασία η οποία πολλές φορές σε μετατρέπει σε άνθρωπο συντηρητικό.

Η συνέντευξη με τον Λεονάρδο Παδούρα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 17ου Φεστιβάλ ΛΕΑ.

Ευχαριστώ θερμά την Ισμήνη Κουρούπη (Εκδόσεις Καστανιώτη) για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό της συνέντευξης με τον συγγραφέα και την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως τον Κώστα Αθανασίου, γνώστη του έργου του Παδούρα και μεταφραστή του στα ελληνικά, για τη ρέουσα διαδοχική μετάφραση των ερωτήσεών μου στα ισπανικά και των απαντήσεων του συγγραφέα στα ελληνικά.

Το μυθιστόρημα του Λεονάρδο Παδούρα Τέλειο παρελθόν κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση του Κώστα Αθανασίου.