Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Ιουλίου 2025

Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο: «Η λογοτεχνία μπορεί απολύτως να είναι μια πράξη αγάπης»

 


Η απώλεια του πατέρα του και η διαχείρισή της βρίσκονται στον πυρήνα του πυκνού, στοχαστικού και μελαγχολικού αφηγήματος του Πορτογάλου μυθιστοριογράφου και ποιητή Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο, Μου πέθανες.

Μια συζήτηση με τον Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ ΛΕΑ.

Συναντηθήκαμε για πρώτη φορά το φαινομενικά μακρινό 2017, στο πλαίσιο μιας ακόμη διοργάνωσης του Φεστιβάλ ΛΕΑ. Φορούσες τότε ένα μπλουζάκι με το όνομα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν με «heavy metal» γραμματοσειρά.

Νιώθεις ακόμα «κομμάτι της διασταύρωσης διαφορετικών μορφών πολιτισμού», όπως μου είχες αναφέρει, ειδικά στην ασφυκτικά μονοπολιτισμική εποχή μας;

Εξακολουθώ να αισθάνομαι -και πολύ μάλιστα- κομμάτι της διασταύρωσης διαφορετικών μορφών πολιτισμού.

Σε ετούτους τους ολοένα και πιο ομοιόμορφους και πολιτισμικά στενούς καιρούς, αυτή η αίσθηση της τομής φαίνεται πιο απαραίτητη από ποτέ.

Είναι μέσα από την ανάμιξη διαφορετικών προοπτικών, γλωσσών και παραδόσεων που συνεχίζω να βρίσκω νόημα, ανοιχτότητα και έναν τρόπο να αντιστέκομαι στην απλοποίηση.

Επιστρέφοντας στο παρόν, είναι ένα από αυτά τα παράδοξα της λογοτεχνίας -στη δημοσιευμένη της εκδοχή, όταν πρόκειται για εσένα- που το πρώτο σου βιβλίο, Μου πέθανες, τυχαίνει να μεταφράζεται τελευταίο, τουλάχιστον στην Ελλάδα.

Πώς βιώνεις αυτό το παράδοξο και τα παράδοξα γενικότερα, και κυρίως αυτά τα οποία εμπεριέχουν συναντήσεις μυθοπλασίας και πραγματικότητας;

Είναι ένα παράδοξο που καλωσορίζω με μια κάποια τρυφερότητα.

Η ιδέα ότι το Μου πέθανες, το πρώτο μου βιβλίο, φτάνει στην Ελλάδα μόλις τώρα, μετά από τόσα άλλα, μοιάζει με μια ήσυχη κυκλική επιστροφή στον χρόνο, σχεδόν σαν μυθοπλασία η οποία επιστρέφει στην πραγματικότητα.

Τείνω να σκέφτομαι τα παράδοξα όχι ως γρίφους προς επίλυση, αλλά ως προσκλήσεις, σαν ανοίγματα όπου το νόημα διευρύνεται αντί να στενεύει.

Ειδικά όταν η μυθοπλασία και η πραγματικότητα έρχονται σε σύγκρουση, η ένταση μεταξύ τους μπορεί να φέρει στο φως αλήθειες οι οποίες διαφορετικά είναι δύσκολο να διατυπωθούν.

Επομένως, αυτή η καθυστερημένη άφιξη δε μοιάζει καθόλου λανθασμένη. Μοιάζει με μια ουσιαστική ηχώ, μια υπενθύμιση πως οι ιστορίες βρίσκουν τον δικό τους χρόνο, μερικές φορές πιο σοφό από τον δικό μας.

Το Μου πέθανες αψηφά την κατηγοριοποίηση, αν και μοιάζει με ερωτική επιστολή στον αποθανόντα πατέρα σου, με τον ίδιο τρόπο που το Γκαλβέιας δίνει την εντύπωση ερωτικής επιστολής στον γενέθλιο τόπο σου.

Μπορεί η λογοτεχνία να είναι (και) μια ερωτική επιστολή σε κάποιον/κάτι ή ένας τρόπος για να εξερευνήσουμε/αντιμετωπίσουμε τη θλίψη, την απώλεια και το πένθος;

Νομίζω πως η λογοτεχνία μπορεί να είναι -και συχνά είναι- μια ερωτική επιστολή, μερικές φορές ρητά, τις περισσότερες φορές εν αγνοία μας.

Μας επιτρέπει να εκφράσουμε με λόγια ό,τι αντιστέκεται στο να ειπωθεί στην καθημερινή ζωή.

Το Μου Πέθανες μπορεί να ξεκίνησε ως μια χειρονομία έναντι της θλίψης, αλλά στην ουσία του έγινε ένα είδος συζήτησης με τον πατέρα μου, με την πάροδο του χρόνου.

Υπό αυτή την έννοια, η γραφή γίνεται ένας τρόπος να κρατιόμαστε από κάτι/κάποιον, αλλά και να αφήνουμε πίσω μας τα πράγματα. Το πένθος δεν απαιτεί πάντα λύση. Μερικές φορές απλώς ζητά ένα ασφαλές καταφύγιο.

Και ναι, και το Γκαλβέιας είναι γραμμένο με την ίδια παρόρμηση: να αποτυπώσει έναν τόπο, συναισθήματα, ανθρώπους με λέξεις, και με αυτόν τον τρόπο, να ανταποδώσει κάτι.

Οπότε ναι, η λογοτεχνία μπορεί απολύτως να είναι μια πράξη αγάπης: ήσυχη, επίμονη και βαθιά ανθρώπινη.

Δεδομένου του ότι αυτό ήταν το πρώτο βιβλίο σου που κυκλοφόρησε ποτέ, πιστεύεις πως «οφείλεις» κατά κάποιο τρόπο στον πατέρα σου την ενασχόλησή σου με τη λογοτεχνία γενικότερα, ανεξαρτήτως μορφής;

Ναι, νομίζω ότι του οφείλω πολλά. Ο πατέρας μου δεν ήταν συγγραφέας, αλλά μου χάρισε τη σιωπή μέσα από την οποία μπορεί να αναπτυχθεί η γραφή. Ακόμα και σε αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί απουσία, μου έδωσε παρουσία.

Μερικές φορές, αυτό το οποίο κληρονομούμε δεν είναι μια σαφής πορεία, αλλά μια συγκεκριμένη ένταση, ένας συγκεκριμένος τρόπος θεώρησης του κόσμου.

Νομίζω πως η ενασχόλησή μου με τη λογοτεχνία προήλθε, εν μέρει, από την προσπάθεια να κατανοήσω αυτήν την ένταση, από την προσπάθεια να μετατρέψω κάτι βαθιά προσωπικό σε κάτι το οποίο θα μπορούσε να μοιραστεί.

Κουβαλάω τον πατέρα μου σε κάθε στίχο, ακόμα και όταν οι λέξεις δεν τον αναφέρουν.

Πώς αξιολογείς, λοιπόν, τη δική σου «εξέλιξη» ως συγγραφέα με την πάροδο του χρόνου; Έχεις βρει τον δρόμο σου ή υπάρχουν στιγμές που ακόμα τον αναζητάς;

Η συγγραφή, για μένα, ήταν πάντα μια μορφή αναζήτησης. Δε νομίζω ότι έχω φτάσει ποτέ σε κάποιο οριστικό σημείο, και δεν είμαι σίγουρος πως θα το ήθελα.

Κάθε βιβλίο μοιάζει με μια νέα αρχή, ένα νέο ερώτημα, μια νέα αβεβαιότητα στην οποία πρέπει να μπω.

Φυσικά, με την πάροδο του χρόνου αποκτάς εργαλεία, μια βαθύτερη εμπιστοσύνη στη δική σου διαδικασία, ίσως ακόμη και μια πιο καθαρή φωνή.

Αλλά η ουσία παραμένει η ίδια: μια ανάγκη να εξερευνήσεις, να καταλάβεις, να προσεγγίσεις κάτι που είναι απλώς απρόσιτο.

Αν ποτέ ένιωθα ότι είχα πραγματικά «βρει τον δρόμο μου», νομίζω πως θα σταματούσα να γράφω. Είναι η άγνοια που με κρατάει σε εγρήγορση.

Το Μου πέθανες κυριαρχείται από έναν ελεγειακό, στοχαστικό, απαλά ποιητικό τόνο. Εφόσον είσαι και ποιητής, σε ποιο βαθμό η ποίηση εμποτίζει το μυθιστορηματικό σου έργο - και αντίστροφα;

Για μένα, τα όρια ανάμεσα στην ποίηση και τη μυθοπλασία ήταν πάντα πορώδη. Δεν αλλάζω ταχύτητα μεταξύ τους, αλλά περισσότερο μεταφέρω τη μία μέσα στην άλλη.

Η ποίηση με διδάσκει να ακούω το βάρος κάθε λέξης. Αυτή η προσοχή διεισδύει φυσικά στην πρόζα μου, διαμορφώνοντας την υφή της φωνής, τον ρυθμό, τις συναισθηματικές υποδηλώσεις.

Ταυτόχρονα, η μυθοπλασία δίνει στην ποίηση έναν ευρύτερο καμβά, με χαρακτήρες, αφήγηση, χρόνο να ξεδιπλώνονται.

Έτσι, όταν γράφω ένα μυθιστόρημα, συχνά υπάρχει ένα ποιητικό νήμα το οποίο κυλάει ήσυχα από κάτω. Και όταν γράφω ποιήματα, συχνά υπάρχει μια κρυμμένη ιστορία που προβάλλει.

Υποθέτω πως πάντα αναζητώ εκείνον τον χώρο όπου οι δύο μορφές αγγίζονται: όπου το συναίσθημα γίνεται γλώσσα και η γλώσσα γίνεται κάτι σχεδόν φυσικό.

Έχοντας χάσει και τους δύο γονείς μου από καρκίνο πέρυσι, το βιβλίο σου με συγκίνησε αφάνταστα. 25 μετά την απώλεια του πατέρα σου, έχεις καταφέρει να συμφιλιωθείς τις επιπτώσεις της ή έστω να τη μεταμορφώσεις δημιουργικά;

Λυπάμαι πραγματικά για την απώλειά σου. Αυτού του είδους η θλίψη αναδιαμορφώνει τα πάντα, βαδίζουμε στον κόσμο διαφορετικά μετά.

Όσο για μένα, 25 χρόνια αργότερα, δε θα έλεγα ότι την έχω ξεπεράσει οριστικά. Η θλίψη δεν ακολουθεί μια ευθεία γραμμή. Εξελίσσεται, αλλάζει μορφή, μερικές φορές ξεθωριάζει, μερικές φορές επιστρέφει με εκπληκτική ένταση.

Αλλά έχω μάθει να ζω με αυτήν.

Και, ναι, προσπάθησα να τη μετατρέψω σε κάτι που μπορεί να μοιραστεί. Η συγγραφή μου έχει δώσει έναν χώρο όπου η απουσία γίνεται παρουσία, όπου η μνήμη μπορεί να αναπνεύσει.

Με αυτόν τον τρόπο, νομίζω πως έχω βρει μια μορφή διαλόγου ο οποίος συνεχίζεται, ακόμη και τώρα. Δε σβήνει την απώλεια, αλλά της δίνει νόημα.

Τέλος, είναι δυνατόν να συνεχίζουμε να γράφουμε σε περιόδους πολέμου και γενοκτονίας -η γενοκτονία των Παλαιστινίων είναι στο μυαλό μου- ή νιώθεις την ανάγκη να το κάνεις ακριβώς λόγω της τρέχουσας κατάστασης των πραγμάτων;

Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό ερώτημα, το οποίο κουβαλάω συνεχώς μέσα μου. Υπάρχουν στιγμές που η συγγραφή μοιάζει αδύνατη, σχεδόν αυτάρεσκη, μπροστά σε τόσα βάσανα. Αλλά μετά θυμάμαι ότι και η σιωπή έχει συνέπειες.

Για μένα, η γραφή δεν είναι μια απόδραση από τον κόσμο, είναι ένας τρόπος να βρίσκομαι μέσα σε αυτόν. Ένας τρόπος να είμαι μάρτυρας, να αντιστέκομαι, να θυμάμαι.

Σε περιόδους βίας και αδικίας, η λογοτεχνία μπορεί να συγκρατήσει την ανθρώπινη πολυπλοκότητα όταν όλα τα άλλα ισοπεδώνονται. Μπορεί να διαφυλάξει φωνές οι οποίες διαφορετικά θα μπορούσαν να σβηστούν.

Αισθάνομαι την ανάγκη να γράφω λόγω της τρέχουσας κατάστασης των πραγμάτων, όχι παρά αυτήν. Ακόμα κι αν οι λέξεις φαίνονται μικρές, μπορούν να μεταφέρουν αλήθεια, τρυφερότητα και αντίσταση. Και μερικές φορές, αυτό είναι που μένει.

Η συνέντευξη με τον Ζοζέ Λούς Πεϊσότο πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 17ου Φεστιβάλ ΛΕΑ.

Ευχαριστώ θερμά την Αγγελική Δημοπούλου (Εκδόσεις Βακχικόν) για την πολύτιμη συμβολή της στην υλοποίησή της, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγγραφέα.

Το βιβλίο του Ζοζέ Λούς Πεϊσότο Μου πέθανες κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Βακχικόν σε μετάφραση της Ζωής Καραμπέκιου.



Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο: «Η λογοτεχνία είναι σαν μια συλλογική συνείδηση»


Από τους σημαντικότερους σύγχρονους Πορτογάλους πεζογράφους, ο Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο επισκέφτηκε την προηγούμενη εβδομάδα την Αθήνα, προκειμένου να παρουσιάσει τα μυθιστορήματά του Βιβλίο και Γκαλβέιας στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Λογοτεχνία Εν Αθήναις. Απλός και χαμογελαστός, εμφανίστηκε στη συνάντησή μας μ’ ένα t-shirt, όπου το όνομα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ήταν τυπωμένο με heavy metal γραμματοσειρά!

Είσαι, ταυτόχρονα, «παιδί» της μεταδικτατορικής περιόδου της Πορτογαλίας, καθώς γεννήθηκες το 1974, αλλά και του χωριού Γκαλβέιας. Πώς «εγγράφονται» αυτά τα δύο στοιχεία μέσα σου, πώς σε έχουν επηρεάσει ως άνθρωπο και ως συγγραφέα;

Νομίζω ότι είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση, γιατί αυτά τα δύο στοιχεία συνιστούν τους πυλώνες που κάποιος πρέπει να λάβει υπόψη του, όταν μιλά για την ταυτότητά του. Από τη μία, η Ιστορία, η στιγμή κατά την οποία γεννιέσαι, και, από την άλλη, ο πολιτισμός. Η επίδραση της Ιστορίας και του πολιτισμού είναι θεμελιώδης στην κατανόηση της ταυτότητάς σου και, αν είσαι συγγραφέας, της δουλειάς και της οπτικής σου.

Ας ξεκινήσουμε από την Ιστορία.

Σε ό,τι, λοιπόν, αφορά την Ιστορία, δεν αποφάσισα να γεννηθώ το Σεπτέμβριο του 1974, απλώς συνέβη. Είχαμε μια Επανάσταση που τερμάτισε τη Δικτατορία τον Απρίλιο, γεγονός αρκετά αστείο, γιατί όλοι στην Πορτογαλία ξέρουν πού βρίσκονταν στις 25 Απριλίου του 1974, κι εγώ βρισκόμουν στην κοιλιά της μητέρας μου! Ποτέ δε γνώρισα τη λογοκρισία, τον πόλεμο, ή την απομόνωση, στην οποία βρισκόταν η χώρα εκείνα τα χρόνια, κι έτσι μεγάλωσα με μια εντελώς διαφορετική οπτική.

Άλλωστε υπήρξε μια από τις πλέον μακρόχρονες δικτατορίες της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας.

Διήρκεσε 48 χρόνια, που άφησαν πολλά σημάδια. Η μέρα της Επανάστασης ήταν το επίκεντρο ενός γεγονότος, το οποίο χρειάστηκε χρόνια για να ξεδιπλωθεί. Κι όμως, είναι ενδιαφέρον το ότι, 12 χρόνια αργότερα, η Πορτογαλία γινόταν μέλος της Ε.Ε. και ανοιγόταν στην Ευρώπη και τον κόσμο- κι αυτό συνέβη πολύ γρήγορα. Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό γεγονός για όλους τους συγγραφείς της γενιάς μου στην Πορτογαλία, αν και δε διαθέτουν όλοι τα χαρακτηριστικά που θα τους κατέτασσαν σε μια γενιά.

Όσον αφορά τη γενέτειρά σου, το Γκαλβέιας;

Στη διάρκεια της περιόδου, κατά την οποία μεγαλώνεις ως παιδί ή έφηβος, καθορίζεις πολλές αξίες και ιδέες που αναπτύσσεις- και ίσως τελειοποιείς- αργότερα. Για μένα, το υπόβαθρο της ζωής σ’ ένα μικρό χωριό με έχει επηρεάσει σε τεράστιο βαθμό. Αποτέλεσμα της επιρροής αυτής είναι και τα βιβλία που γράφω.



Το Γκαλβέιας, κυρίως, φαντάζει σαν μία παθιασμένη ερωτική επιστολή στη γενέτειρά σου- ιδίως με τον ποιητικό τρόπο, με τον οποίο τελειώνει.

Ακόμα κι η επιλογή του ονόματος του χωριού ως τίτλου του βιβλίου είναι από μόνη της ένας φόρος τιμής. Ο τίτλος ενός μυθιστορήματος είναι το «πρόσωπό» του. Όταν επιλέγεις θέμα, ασφαλώς υπάρχει μια ορθολογική πτυχή στη διαδικασία, αλλά υπάρχουν κι άλλες, κι είναι κι αυτές σημαντικές. Για μένα, το να γράφω γι’ αυτό το θέμα είναι μια επιβεβαίωση της ταυτότητάς μου.

Συγκρινόμενοι με άλλους νιώθουμε, τουλάχιστον Πορτογαλία, μερικές φορές κατώτεροι. Αυτό σχετίζεται με τη διπολική οπτική που έχουμε για τους εαυτούς μας: μερικές φορές αισθανόμαστε ότι είμαστε οι καλύτεροι- οι ναυτικοί, οι οποίοι ανακάλυψαν και κατέκτησαν τον κόσμο- κι έπειτα νομίζουμε πως είμαστε πολύ μικροί, μια μικρή χώρα στα Νότια της Ευρώπης χωρίς επιρροή στον κόσμο. Ταξιδεύουμε ανάμεσα σ’ αυτά τα...

Άκρα;

Ακριβώς. Και κάποιες φορές δεν ξέρουμε πού ακριβώς βρισκόμαστε. Γι’ αυτό κι έχει σημασία η επιβεβαίωση, στην οποία αναφέρθηκα: ότι είμαι από το Γκαλβέιας! (Χαμογελά περήφανα). Είναι κι ένας τρόπος να εφιστάς την προσοχή στις αγροτικές περιοχές, που διατηρούν στοιχεία της κουλτούρας μας προερχόμενα από ένα μακρινό παρελθόν. Το να γνωρίζουμε ποιοι είμαστε και να είμαστε περήφανοι γι’ αυτό δεν είναι συνώνυμο του να είμαστε εναντίον των άλλων. Αυτός ίσως είναι ένας από τους ρόλους της λογοτεχνίας, να είναι σαν μια συλλογική συνείδηση, μια επιβεβαίωση αυτού που ο καθένας ξέρει, αλλά δεν είναι πλήρως αναγνωρισμένο.

Οι χαρακτήρες του Γκαλβέιας αντλούν την έμπνευσή του από πραγματικούς ανθρώπους;

Καθένας από τους χαρακτήρες έπρεπε να κερδίσει την τιμή να αποτελεί μέρος του βιβλίου, γιατί, αν και πρόκειται για μυθιστόρημα με πολλούς χαρακτήρες, δεν είναι τόσοι όσοι εκείνοι, τους οποιους θα ήθελαν να αναπαραστήσουν. Καθένας τους, λοιπόν, έφερε χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να περιγράψουν διαφορετικές πτυχές αυτού του πλήθους, του πλήθους αυτού του μικρού χωριού.

Πόσο μικρό ήταν;

Σήμερα έχει 1.000 κατοίκους, αλλά το 1984 αριθμούσε τους διπλάσιους. Αν συνεχίσει έτσι, θα γίνει ακόμα μικρότερο τα επόμενα χρόνια.



Στο Βιβλίο ανατέμνεις με μυθοπλαστικό βάθος τη μεταναστευτική εμπειρία των Πορτογάλων και των Πορτογαλίδων στο παρελθόν. Η μετανάστευση και η προσφυγιά παραμένουν επίκαιρα ζητήματα και σήμερα.

Είναι επίκαιρο βιβλίο από πολλές απόψεις. Στις μέρες υπάρχει το ζήτημα του μεταναστευτικού και των προσφύγων, το οποίο αποτελεί μεγάλη πρόκληση για όλους μας.

Ισχύει και αντίστροφα- άνθρωποι που μεταναστεύουν από την Ελλάδα ή την Πορτογαλία, για παράδειγμα.

Κάποιες φορές δεν είναι απόφαση, είναι αναγκαιότητα. Στην Πορτογαλία, όπως και στην Ελλάδα, υπάρχει αυτή η παραδοσιακή ιστορία της μετανάστευσης. Στην Πορτογαλία σχετίζεται με τους ανθρώπους, οι οποίοι πήγαν στη Γαλλία. Μετά από κάποιο διάστημα, ωστόσο, στη διάρκεια της δεκαετίας του ’90, νομίζαμε πως είχαμε ξεμπερδέψει μ’ αυτό το ζήτημα. Τώρα, όμως, είμαστε πάλι μια χώρα που βλέπει τους ανθρώπους της σε άλλες χώρες. Οι άνθρωποι πάντα φιλοδοξούν να ζήσουν μια καλύτερη ζωή και τα σύνορα είναι πάντοτε κάτι, το οποίο πρέπει να διαχειριστούμε. Όπως κι η σχέση μας με τους άλλους, οι απειλές που νιώθουμε. Η μετανάστευση είναι  μόνιμο φαινόμενο.

Πώς βλέπεις τα πράγματα στην Ευρώπη στις μέρες μας- πολιτικά, κοινωνικά, ηθικά;

Είμαι πολύ απογοητευμένος από την Ευρώπη. Όταν η Πορτογαλία εισήλθε στην Ε.Ε., ήμουν 12 χρονών. Ακούγαμε λόγους για την Ε.Ε., ότι θα ήταν κάτι σαν κοινότητα χωρών, οι οποίες θα επιθυμούσαν το κοινό καλό. Ως παιδί, το «έχαψα». Σήμερα βλέπω πως η Ε.Ε. δεν είναι έτσι, και δεν είμαι σίγουρος αν ποτέ ήταν. Οι διαχωρισμοί είναι πιο έντονοι από ποτέ, ενώ δεν προστατεύει τα συμφέροντα των Ευρωπαίων πολιτών. Με το Μεσανατολικό σε έξαρση και την κατάσταση στις Η.Π.Α. που είναι απρόβλεπτη και με ανησυχεί, νιώθω ότι είναι πολύ αδύναμη. Κι αυτό, ως Ευρωπαίο, με αφήνει ανασφαλή, αλλά κάνει και τον κόσμο πιο ανασφαλή. Οι μικροί είναι αυτοί που αφήνονται πίσω ή παραμερίζονται.

Οι έπαινοι και το βραβείο που έλαβες ως πρωτοεμφανιζόμενος στο λογοτεχνικό κόσμο υπήρξαν ευθύνη ή κίνητρο για σένα;

Ευτυχώς, όταν έλαβα το λογοτεχνικό βραβείο Ζοζέ Σαραμάγκου ήμουν κάπως ανεύθυνος, γιατί ήμουν 26 χρονών. Συνειδητοποίησα τι σήμαινε μόνο μερικά χρόνια αργότερα, γεγονός όχι κακό, επειδή, για να γράφεις και να εκδίδεις βιβλία πρέπει να έχεις λίγη ευθύνη, αλλά και ανευθυνότητα. Η υπερβολική υπευθυνότητα μπορεί να σε παραλύσει. Ήμουν, λοιπόν, αρκετά ανεύθυνος, ώστε να συνεχίσω να γράφω, και μάλιστα να είμαι και πολύ ριζοσπαστικός από λογοτεχνικής άποψης. Αυτό αποδεικνύει, όμως, ότι δεν έκανα σχέδια, ούτε έχτιζα καριέρα. Το σημαντικό, ωστόσο, ήταν ότι, κερδίζοντας το βραβείο, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον Σαραμάγκου και να διατηρήσω φιλική επαφή μαζί του μέχρι που πέθανε το 2010.

Πώς θα τον περιέγραφες;

Ήταν ένα δύσκολο παράδειγμα, κατά κάποιο τρόπο. Ήταν πολύ αυστηρός και με πολύ ισχυρή στάση, λογοτεχνικά μιλώντας, αλλά και στο επίπεδο του δημόσιου λόγου και της δημόσιας θέσης. Ο Σαραμάγκου ήταν διαμορφωτής γνώμης. Όποτε μιλούσε, είχε μεγάλο αντίκτυπο στην Πορτογαλία. Μερικές φορές θα αναδείκνυε ζητήματα στην πολιτική ατζέντα. Πάντοτε μου επαναλάμβανε πως θα πρέπει να προσέχω τη δουλειά μου ως σύνολο. Αυτό μου έδινε κατεύθυνση, με ανάγκαζε να έχω ένα σκοπό.

Είχε, εξάλλου, πολύ ισχυρές πολιτικές πεποιθήσεις και ήξερε τι ήθελε. Οτιδήποτε έγραφε ή έλεγε ήταν βασισμένο στις αρχές του. Δε συμμερίζομαι όλες τις πεποιθήσεις του- έχω τις δικές μου-, αλλά η πεποίθηση του να είσαι πιστός στα πιστεύω σου, να τα διερευνάς και να δρας βάσει αυτών ήταν πολύ σημαντική.

Και ο Μπέργκμαν;

Θα παρατήρησες ότι είναι γραμμένο με heavy metal γραμματοσειρά, σαν τους Iron Maiden! Το βρίσκω σημαντικό να διασταυρώνω τον Μπέργκμαν με τους Iron Maiden, γιατί είμαι κομμάτι της διασταύρωσης διαφορετικών μορφών πολιτισμού, διαφορετικών τρόπων αντίληψης της κουλτούρας. Σήμερα, με την πρόσβαση που έχουμε σε τόσες διαφορετικές πληροφορίες, δεν μπορούμε να μένουμε «ανέγγιχτοι» από τέτοια ερεθίσματα. Και δεν πρέπει να βιώνουμε το άγχος της επιρροής. Ξέρω πως δεν προέκυψα απ’ το πουθενά, προέρχομαι από αυτούς που προηγήθηκαν. Είναι προνόμιο να βασίζεσαι στην εμπειρία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ή των Iron Maiden.

Ή του Σελίν;

Ο Σελίν είναι ένας συναρπαστικός συγγραφέας. Υπήρξε μεγάλη μου επιρροή, γι’ αυτό θέλησα να του αποτίσω ένα φόρο τιμής στο Βιβλίο.

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως τον Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο για την πνευματώδη κουβέντα και την Μαρία Ζαμπάρα από το Γραφείο Τύπου των Εκδόσεων Κέδρος για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό της.

Τα μυθιστορήματα του Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο Βιβλίο και Γκαλβέιας κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Κέδρος.