Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βραζιλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βραζιλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

Γκαμπριέλ Μασκάρου: «Μου αρέσει να δουλεύω στις ρωγμές των συμβάσεων»

 


Δηκτικό σχόλιο για τον επελαύνοντα φασισμό, η βραβευμένη με Αργυρή Άρκτο στην Μπερλινάλε ταινία του Βραζιλιάνου Γκαμπριέλ Μασκάρου, Γαλάζιο Μονοπάτι, αφηγείται την απόπειρα της 77χρονης Τερέζα να αντισταθεί στα κρατικά σχέδια εκτοπισμού της σε «αποικία» ηλικιωμένων.

Μια συζήτηση με τον σκηνοθέτη με αφορμή την κυκλοφορία του φιλμ στους κινηματογράφους από τις 25 Δεκεμβρίου.

Το Γαλάζιο Μονοπάτι είναι ένα σχόλιο για τον επελαύνοντα φασισμό, είτε αυτός μεταμφιέζεται σε «φροντίδα» για τους ηλικιωμένους, είτε δε χρησιμοποιεί κανένα πρόσχημα και απλώς θέλει να εξαλείψει οποιοδήποτε «μη παραγωγικό» στοιχείο.

Πώς ερμηνεύεις την αυξανόμενη απήχηση την οποία ασκεί ο φασισμός σήμερα - από την Ευρώπη μέχρι τη Λατινική Αμερική και από τις Η.Π.Α. μέχρι το Ισραήλ;

Στην ταινία, φαντάζομαι μια κοινωνία που έχει εμμονή με την παραγωγικότητα, όπου οι ηλικιωμένοι πολίτες «καλούνται» να αυτοεξοριστούν μόλις φτάσουν σε μια ορισμένη ηλικία.

Αυτή η γλώσσα της οργάνωσης και της φροντίδας μπορεί εύκολα να γίνει κάλυψη για τον αποκλεισμό, σχεδόν ένα είδος κοινωνικής ευθανασίας.

Ενδιαφέρομαι για το πώς η ιδέα της «προόδου» μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αναδιοργάνωση σωμάτων και ζωών στο όνομα ενός κρατικού σχεδίου.

Αν και η ιστορία είναι συγκεκριμένη, απηχεί ευρύτερες πραγματικότητες:

Ο αναγκαστικός εκτοπισμός, η εκδίωξη ανθρώπων από τις εστίες τους, η απομάκρυνση ολόκληρων ομάδων από τη θέση τους στον κόσμο συχνά παρουσιάζονται από τις επίσημες αφηγήσεις ως συνθήκες αναπόφευκτες, λογικές, ακόμη και ωφέλιμες.

Τι έχει αλλάξει στη Βραζιλία μετά την πτώση του καθεστώτος Μπολσονάρο;

Με λίγα λόγια, η Βραζιλία έχει δείξει στον κόσμο πως η δημοκρατία της είναι πιο ανθεκτική από ό,τι πολλοί φοβόντουσαν. Ακόμα και μετά από μια περίοδο έντονης θεσμικής πίεσης, η χώρα δεν κατέρρευσε.

Ο ίδιος ο Μπολσονάρο έχει έκτοτε καταδικαστεί και βρίσκεται επί του παρόντος στη φυλακή, γεγονός που σηματοδοτεί επίσης πως οι θεσμοί μπορούν να εξακολουθούν να λειτουργούν, ακόμη και υπό πίεση.

Ωστόσο, η ταινία δεν προσπαθεί να δώσει μια συγκεκριμένη πολιτική διάγνωση. Κλίνει περισσότερο στο πλαίσιο ενός πολιτικού μύθου παρά σε μια κοινωνιολογική απάντηση σχετικά με μια συγκεκριμένη κυβέρνηση.

Και γιατί έχουμε τόση εμμονή με την «παραγωγικότητα»;

Στον κόσμο του φιλμ, η παραγωγικότητα μετατρέπεται σε ηθικό έμβλημα του ανήκειν.

Μόλις μια κοινωνία αρχίσει να διαιρεί τους ανθρώπους σε «παραγωγικούς» και «μη παραγωγικούς», γίνεται πολύ εύκολο να σχεδιάσει πολιτικές απόρριψης που μοιάζουν γραφειοκρατικές, αλλά είναι βαθιά βίαιες.

Η εξορία των ηλικιωμένων γίνεται μια σαφής μεταφορά για αυτή την εμμονή, επειδή η γήρανση αντιμετωπίζεται ως συστημική αποτυχία, όχι ως στάδιο της ζωής.


Ντενίζ Γουάινμπεργκ


Επιστρέφοντας στην ταινία σου, γιατί αποφάσισες να εστιάσεις στον χαρακτήρα μιας ηλικιωμένης κυρίας, την οποία υποδύεται αριστοτεχνικά η Ντενίζ Γουάινμπεργκ;

Ήθελα να κάνω ένα φιλμ για το δικαίωμα στο όνειρο, με επίκεντρο κάποια που αρνείται να αποδεχτεί τη μοίρα η οποία της έχει επιβληθεί, στην προκειμένη περίπτωση από το κράτος.

Σπάνια βλέπουμε μεγαλύτερους σε ηλικία πρωταγωνιστές στον κινηματογράφο, ειδικά σε δυστοπίες, φαντασιώσεις ή οτιδήποτε πλησιάζει μια ιστορία ενηλικίωσης. Υπάρχει ένας άρρητος κανόνας πως η εξέγερση ανήκει στους νέους.

Ήθελα να αντιταχθώ σε αυτό και να πω ότι ποτέ δεν είναι αργά για να βρεις νέο νόημα και να επιστρέψεις στο κέντρο της δικής σου ιστορίας.

Και πώς τα πήγατε στο πλατό;

Η Ντενίζ Γουάινμπεργκ είναι μια εξαιρετική ηθοποιός, με σημαντικό υπόβαθρο στο θέατρο και αυξανόμενη παρουσία στον κινηματογράφο. Με εξέπληξε με το πόσο βαθιά μελέτησε το κείμενο και πόσο ολοκληρωτικά έκανε δικό της τον χαρακτήρα.

Δεν υπήρχε ούτε μια μέρα που να μην ήταν στο πλατό, είναι σε κάθε σκηνή.

Ακόμα και μέσα από μια μικρή οθόνη και όλα τα μηχανήματα της κινηματογράφησης, μπορούσε να συγκινεί το συνεργείο ξανά και ξανά, ακόμα και όταν επαναλάμβανε την ίδια σκηνή πολλές φορές.

Τα ελικοειδή ποτάμια και οι παραπόταμοι του Αμαζονίου αποτελούν έναν ακόμη κεντρικό χαρακτήρα. Τι σημαίνει για εσένα αυτό το τοπίο και η ανθρωπογεωγραφία αφηγηματικά, πολιτισμικά και υπαρξιακά;

Ήθελα ο Αμαζόνιος να μοιάζει με χαρακτήρα, ένα μέρος που θα μπορούσε να περιέχει μια μοναδική κατάσταση του κόσμου, όχι ακριβώς παρελθόν, παρόν ή μέλλον, και ταυτόχρονα να εμβαθύνει το ταξίδι της πρωταγωνίστριας.

Στην ταινία, ο Αμαζόνιος είναι ταυτόχρονα μαγικός και βιομηχανικός, σχεδόν σουρεαλιστικός και βαθιά πολιτικός.

Αντί να ενισχύσω μια εξιδανικευμένη εικόνα, ήθελα να την εξετάσω ως μια περιοχή αντιφάσεων, όπου το μεγάλης κλίμακας κεφάλαιο και η ποπ κουλτούρα επίσης καταλαμβάνουν και αναδιαμορφώνουν την εικόνα της περιοχής.

Ένας ακόμη -κάπως μαγικός- χαρακτήρας είναι αυτός του παράξενου μπλε σαλιγκαριού, στον οποίο η ταινία σου οφείλει εν μέρει τον (πρωτότυπο) τίτλο της. Πιστεύεις ότι «υπάρχει λίγη μαγεία σε όλα», όπως τραγούδησε κάποτε ο Λου Ριντ;

Και είναι η κινηματογραφική εμπειρία, ανεξάρτητα από το επίπεδο εμπλοκής κάποιου στην ίδια τη διαδικασία της κινηματογράφησης, ένας τρόπος απελευθέρωσης και μοιράσματος λίγης από αυτήν τη μαγεία;

Το φιλμ δίνει μια ξεχωριστή θέση σε ένα μαγεμένο σαλιγκάρι που αφήνει μια μπλε βλέννα με μαγικές δυνάμεις: ανοίγοντας μονοπάτια, βλέποντας το μέλλον.

Κουβαλάει μια ποιητική αντίφαση που μιλάει και για τα γηρατειά: αργό στην κίνηση, άπειρο σε δυνατότητες. Αφήνει ένα γαλάζιο ίχνος σαν να φυτεύει έναν σπόρο για ένα διαφορετικό μέλλον.




Ποια είναι τελικά η άπιστη καπετάνισσα/«καλόγρια»; Πώς σχετίζεσαι προσωπικά με τη θρησκεία;

Στην πραγματικότητα εμπνεύστηκα από το Salesman (1969), το σινεμά ντιρέκτ ντοκιμαντέρ των Albert και David Maysles.

Ήθελα έναν πραγματιστή χαρακτήρα που να αντιμετωπίζει την πίστη μέσα από ένα μισθοφορικό πρίσμα, κάποια που μπορεί να μοιάζει με σωτήρα, αλλά δεν είναι η σωστή φιγούρα, έχει ελαττώματα.

Το αν η σεκάνς που προηγείται της τελικής σκηνής αποτελεί μια κατάδυση στη φαντασία/το φαντασιακό (της Τερέζα) ή όχι παραμένει παιχνιδιάρικα ασαφές. Το ταξίδι της, παρόλα αυτά, φαίνεται να συνεχίζεται.

Σε ποιον βαθμό επενδύεις στην αμφισημία ως αφηγηματικό/στιλιστικό εργαλείο;

Έχω μια πραγματική αγάπη για τον κινηματογράφο που κάνει εικασίες για την πραγματικότητα μέσα από φανταστικές ιδέες οι οποίες θα μπορούσαν ακόμα να είναι αληθινές.

Δε χρειάζεσαι κάποιο συγκεκριμένο gadget για να αλλάξεις τον χώρο και τον χρόνο.

Οι πολιτισμικές και συμπεριφορικές αλλαγές μπορούν να σηματοδοτήσουν μια δυστοπία πιο ριζικά από οποιαδήποτε τεχνολογία.

Έτσι, μου αρέσει να δουλεύω στις ρωγμές των συμβάσεων, αφήνοντας το λυρικό και το παιχνιδιάρικο να αλληλεπιδρούν και διατηρώντας τον κόσμο του φιλμ μοναδικό χωρίς να επιβάλω στα πάντα μία σταθερή ερμηνεία.

Είναι η ελευθερία, δημιουργική, υπαρξιακή, κοινωνικοπολιτική, πραγματικά εφικτή στις μέρες μας; Και αν ναι, τι χρειάζεται για να είναι ένας άνθρωπος ελεύθερος και ποιο είναι το τίμημα;

Η ταινία προορίζεται ως μια ωδή στην ελευθερία και στην άρνηση ενός επιβεβλημένου πεπρωμένου. Η Τερέζα είναι 77 ετών, η ώρα της να φύγει έχει φτάσει και αρνείται αυτόν τον κανόνα.

Το ταξίδι της είναι μια αναζήτηση για την ελευθερία και για ένα μακροχρόνιο όνειρο, αλλά και μια προθυμία να δοκιμάσει νέες ταυτότητες και νέους τρόπους ύπαρξης, με έναν πρωτότυπο, μη δογματικό τρόπο.

Ευχαριστώ θερμά την παραγωγό του φιλμ Ρέιτσελ Ντέιζι Έλις για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και τον σκηνοθέτη για τον χρόνο του και την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Η ταινία του Γκαμπριέλ Μασκάρου Γαλάζιο Μονοπάτι προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 25 Δεκεμβρίου σε διανομή της Weird Wave.



Δευτέρα 2 Ιουνίου 2025

Amaro Freitas: «Όταν ανακαλύπτω μια καινούρια ιστορία, νιώθω κάτι στην καρδιά μου»

 

Amaro Freitas (Φωτογραφία: Micael Hocherman)

Μια από τις πιο αναζωογονητικές παρουσίες της σύγχρονης τζαζ, ο Βραζιλιάνος πιανίστας και συνθέτης Amaro Freitas ανεβαίνει στη σκηνή του Gazarte τη Δευτέρα 2 Ιουνίου με το τρίο του, για να μοιραστεί μαζί μας το μουσικό του χαρμάνι.

Κουβεντιάζοντας μαζί του εν μέσω της ευρωπαϊκής περιοδείας του τρίο.

Πόσο αναζωογονητική, πρωτότυπη και συναρπαστική η μουσική σου, στ’ αλήθεια - αυτός ο συνδυασμός φρι τζαζ, βραζιλιάνικων παραδόσεων, αφρικανικών ρυθμών. Σ’ ευχαριστώ!

Σ’ ευχαριστώ πολύ, Γιάννη! Όμορφα λόγια.

Μ’ ενδιαφέρει η «απο-αποικιοκρατική» προσέγγισή σου στην τζαζ. Θα ήθελες να μου αναλύσεις αυτή της τη διάσταση και να μου εξηγήσεις πώς καταφέρνεις να σπας αυτό το «καλούπι»;

Δεν ξέρω αν καταφέρνω το σπάω, αλλά το προσπαθώ.

Ήθελα να ζω από τη μουσική μου, ξέρεις. Οι γονείς μου είχαν λίγα χρήματα στην άκρη όταν ήμουν αγοράκι.

Στο σχολείο, δε μαθαίναμε για τους αυτόχθονες κατοίκους της Βραζιλίας, τους μαύρους, μόνο την οπτική των λευκών γι’ αυτούς.

Άρχισα, λοιπόν, να παίζω πιάνο στην εκκλησία.

Χάρη στον πατέρα σου, ο οποίος σε εισήγαγε στο σύμπαν της μουσικής.

Ακριβώς! Εκείνος με δίδαξε πιάνο κι η μητέρα μου τραγουδούσε μαζί μου.

Όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο για να σπουδάσω μουσική, ανακάλυψα άλλους ρυθμούς. Τότε κυκλοφόρησα το πρώτο μου άλμπουμ, το Sangue Negro. Δημιουργώντας το, δημιούργησα και τη δυνατότητα να ζω με τη μουσική.

Όταν συμβαίνει αυτό, μπορώ και να τη μελετάω περισσότερο και να ανακαλύπτω την Ιστορία μου και την Ιστορία της γενέτειράς μου, του Ρεσίφε.

Η Βραζιλία έχει αποικιστεί από την Πορτογαλία, την Ολλανδία και -λίγο- την Ισπανία. Στη γενέτειρά μου, ωστόσο, και γενικότερα στην πολιτεία του Περναμπούκο, είναι έντονο το στοιχείο της αραβικής κουλτούρας.

Οι άνθρωποι εκεί τραγουδούν όπως οι Άραβες.

Πολύ ενδιαφέρον αυτό. Δεν ήξερα ότι υπήρχαν αραβικές επιρροές στη βραζιλιάνικη κουλτούρα.

Ο τίτλος του δεύτερου άλμπουμ μου, μάλιστα, παραπέμπει ετυμολογικά στην αραβική ρίζα του ονόματος της γενέτειράς μου, δεν έχει σχέση με την περίοδο της πορτογαλικής αποικιοκρατίας.

Την περίοδο κατά την οποία ανακάλυψα αυτήν την πληροφορία ήθελα να κάνω ένα άλμπουμ-φόρο τιμής στην πόλη μου και την πολιτεία του Περναμπούκο.

Έπαιξα, λοιπόν, αυτό το άλμπουμ σε διάφορες χώρες. Στη Νέα Υόρκη, αγόρασα ένα μπλουζάκι με ένα σύμβολο πάνω του, το Σανκόφα.

Ρωτώντας, κατόπιν, έμαθα για την ύπαρξη ενός μαύρου βασιλιά στη Βραζιλία, για τον οποίο δεν είχαμε διδαχτεί ποτέ. Ένιωσα την ανάγκη να συνθέσω ένα άλμπουμ ως φόρο τιμής στη μαύρη Ιστορία.

Η ίδια ανάγκη γεννήθηκε όταν επισκέφτηκα το Μανάους στην περιοχή του Αμαζονίου, που χαρακτηρίζεται από το ναρκεμπόριο, την αποδάσωση και την περιβαλλοντική μόλυνση, και γνώρισα τους μαύρους θεραπευτές.

Αισθάνθηκα μια σύνδεση με την περιοχή του Αμαζονίου και θέλησα να αποτίσω έναν φόρο τιμής και σ’ αυτή.

Στην περιοχή, τους ανθρώπους της, το τοπίο και όλη την ατμόσφαιρα.

Αν παρατηρήσεις προσεκτικά, τα τρία τελευταία μου άλμπουμ -σε αντίθεση με το πρώτο, του οποίου ο τίτλος είναι στα πορτογαλικά- μου δεν έχουν σχέση με την αποικιοκρατία.

Το δεύτερο έχει αραβικό τίτλο, το επόμενο αφρικανικό και το πιο πρόσφατο, ιθαγενικό. Ήθελα να δημιουργήσω πραγματική βραζιλιάνικη ταυτότητα.

Πολύ φιλόδοξο εγχείρημα, αλλά είσαι στον σωστό δρόμο ως μουσικός, νομίζω. Εμβαθύνεις ιδιαίτερα στις παραδόσεις και τις ιστορίες των ανθρώπων τις οποίες εξερευνάς και, κατά κάποιον τρόπο, αναπαράγεις μέσω της μουσικής σου.

Όταν ανακαλύπτω μια καινούρια ιστορία, νιώθω κάτι στην καρδιά μου.

Για παράδειγμα, συνέθεσα το Vila Bela, έναν φόρο τιμής στην Tereza de Benguela, μια ηγέτιδα της περιοχής Vila Bela da Santissima Trinidade στην πολιτεία του Μάτο Γκρόσο.

Έκλεισα τα μάτια μου, την σκέφτηκα, την ευχαρίστησα για όσα είχε κάνει κι άρχισα να παίζω στο πιάνο.

Όταν, πάλι, ακούς το τελευταίο μου άλμπουμ, ακούς έναν τροπικό ήχο παιγμένο με ένα prepared πιάνο, αλλά όχι με τον τρόπο του John Cage, ο ήχος του οποίου δεν έχει καρδιά ή τροπικά στοιχεία.

Παίζω τροπικό prepared πιάνο κι αυτό το παίξιμο έχει ομοιότητες με τους θρύλους της περιοχής του Αμαζονίου και του Βορρά της Βραζιλίας.

Οι περισσότεροι κάτοικοι της Βραζιλίας δε γνωρίζουν αρκετή Ιστορία, ούτε ενδιαφέρονται να επισκεφτούν τον Αμαζόνιο και να μάθουν γι’ αυτόν. Οι Βραζιλιάνοι έχουν βραχεία μνήμη.

Πιστεψέ με, δεν έχουν μόνο οι Βραζιλιάνοι βραχεία μνήμη ή ελάχιστη γνώση της Ιστορίας τους ή της Ιστορίας άλλων λαών!

Και, πολλοί άλλοι, δυστυχώς, ανά τον κόσμο. Δεν είστε μόνοι σας σ’ αυτό, άρα. Η άγνοια είναι οικουμενική τάση.

(Γέλιο).

Μόνο πιάνο ονειρευόσουν να παίξεις πάντα, ή είχες σκεφτεί να δοκιμάσεις και κάποιο άλλο όργανο;

Παίζω απλά πιάνο, και το αγαπώ. Όταν είμαι σπίτι, μελετάω καθημερινά πέντε με έξι ώρες, γιατί μαθαίνεις μέσω της εξάσκησης.

Όταν βρίσκομαι σε περιοδεία, όπως συμβαίνει αυτό το διάστημα, ζητάω από τον ηχολήπτη μου να κάνει περισσότερα soundcheck, ώστε να έχω περισσότερο χρόνο για εξάσκηση και συγκέντρωση για τις συναυλίες.

Στην εποχή μας, έχουμε τη δυνατότητα να μάθουμε μουσική με διαφορετικούς τρόπους.

Είσαι πολύ νέος, πολύ ταλαντούχος, κάνεις περιοδείες και καταφθάνεις στην Αθήνα για μια συναυλία τη Δευτέρα 2 Ιουνίου. Συναρπαστική προοπτική. Σε συναρπάζει κι εσένα;

Έχω παίξει μια φορά στη Θεσσαλονίκη, αλλά θα είναι η πρώτη μου συναυλία στην Αθήνα.

«Είδα πως θα παίξεις στο Gazarte», μου είπε η φίλη μου η Arooj Aftab, «πολύ ωραίος χώρος».

Είναι τιμή για μένα που θα παίξω και θα μοιραστώ τη μουσική μου, συνδέοντας τους ανθρώπους. Αυτό είναι το σημαντικό.

Η μουσική συνδέει διαφορετικούς ανθρώπους: έχω τη ζωή μου στη Βραζιλία, έχεις τη δική σου στην Αθήνα, άλλοι στην Ιταλία, τη Νορβηγία ή τη Γαλλία, αλλά η μουσική μάς φέρνει κοντά.

«Αμάρο, σ’ ευχαριστώ πολύ για τη μουσική σου. Μπορώ να σ’ αγκαλιάσω;» με ρωτάνε μετά από συναυλίες. «Αμάρο, αγαπάμε εσένα και τη μουσική σου», μού λένε άλλοι.

Μόνο με τη μουσική συμβαίνει αυτό.

Ευχαριστώ θερμά τον Laercio Costa, μάνατζερ του Amaro Freitas, για την πολύτιμη συμβολή του στην υλοποίηση της συνέντευξης και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του καλλιτέχνη που συνοδεύει το κείμενο.

To Amaro Freitas Trio εμφανίζεται ζωντανά τη Δευτέρα 2 Ιουνίου στο Gazarte - Main Stage (Βουτάδων 32-34, Γκάζι). Ώρα προσέλευσης: 20:00. Ώρα έναρξης: 21:00.

Πέμπτη 26 Αυγούστου 2021

Ζουλιάνο Ντορνέλες: «Γίνεται ανυπόφορο να βρίσκεσαι στη Βραζιλία»

 


Παραληρηματική ταινία είδους και αιχμηρή κριτική της πολιτικής κατάστασης στη Βραζιλία υπό τον Μπολσονάρο, το Bacurau των Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου και Ζουλιάνο Ντορνέλες είναι μια αξέχαστη σινεφιλική εμπειρία.

Συναντήσαμε τον Ζουλιάνο Ντορνέλες τον Σεπτέμβρη του 2019 στην Αθήνα. Το βραβευμένο στις Κάννες Bacurau προβάλλεται από τις 26 Αυγούστου στους κινηματογράφους.

Ως μέρος, το Bacurau δεν υφίσταται. Το εντοπίζετε κάπου στην νοτιοανατολική Βραζιλία, ωστόσο.

Θα ήθελες να μου μιλήσεις για τη σημασία του τίτλου, καθώς και για την ίδια την τοποθεσία;

Το bacurau είναι ένα νυχτοπούλι. Η ιδέα για τον τίτλο ξεκίνησε με αυτό, ένα πολύ τοπικό αφετηριακό σημείο.

Πρόκειται για κάποιο είδος κουκουβάγιας;

Ναι, μπορείς να το πεις αυτό. Βγαίνει μόνο τη νύχτα, ενώ τη μέρα κοιμάται. Μεταμφιέζεται σε δέντρο.

Με την ίδια έννοια, η αλληγορική/μυθοπλαστική τοποθεσία είναι μη ορατή ή ελάχιστα ορατή.

Ναι, το τοποθετείς με ενδιαφέροντα τρόπο. Οι άνθρωποι συμπεριφέρονται σαν νυχτοπούλια, γιατί, μόλις φτάνει ο δήμαρχος στην πόλη, όλοι κρύβονται στο σπίτι τους.

Υπάρχουν πολλά νοήματα στα οποία μπορούμε να εντρυφήσουμε, λοιπόν.

Είναι η συγκεκριμένη φτωχοποιημένη ή ξεχασμένη από την κεντρική εξουσία/κυβέρνηση;

Έχουμε πολλά μέρη όπως αυτό στη Βραζιλία. Μπορεί η ίδια η τοποθεσία τεχνικά να μην υπάρχει, υπάρχει όμως η κατάσταση που αποτυπώνεται.

Όχι μόνο στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας, όπως προανέφερα, αλλά και στις φαβέλες.

Γι’ αυτό και όσοι δεν έχουν τίποτα συνδέονται μέσω της αλληλεγγύης και της συνεργασίας, προκειμένου να επιβιώσουν.

Ταξιδέψαμε 11.000 χιλιόμετρα για να βρούμε την τοποθεσία.



Μεγάλο ταξίδι.

Επισκεφτήκαμε πολλά μικρά χωριά στο νοτιοανατολικό κομμάτι της χώρας.

Σε ένα από αυτά υπήρχε μια πλατεία με μια προτομή. Αναζητήσαμε, λοιπόν, να μάθουμε ποιο είναι το πρόσωπο. Δεν ήταν η προτομή ενός άντρα, αλλά μιας γυναίκας, μιας δασκάλας.

Ήταν μια φανταστική επιβεβαίωση της επιλογής να αποτυπώσουμε τη δυναστεία των μαύρων εκπαιδευτών, γιατί σκεφτόμασταν το Bacurau να ξεκινά ως quilombo (σημ.: κοινότητα οργανωμένη από φυγάδες σκλάβους στην αποικιακή Βραζιλία).

Σε ένα άλλο χωριό, μια ηλικιωμένη κυρία 80 χρονών με προσκάλεσε να επισκεφτώ το μουσείο και ασφαλώς είπα «ναι».

Δε θα ήθελες να χάσεις την ευκαιρία!

Δε θα ήθελα να πεθάνω! (Γέλιο)

Πήγα, λοιπόν, στο μουσείο, το οποίο στην πραγματικότητα ήταν το σπίτι της. Σε έναν τοίχο, στο σαλόνι, υπήρχαν πολλές φωτογραφίες και αποκόμματα από εφημερίδες. Ένας πολύ αξιοπρεπής τοίχος.

Αυτό μάς εντυπωσίασε, γιατί δεν έχει να κάνει με κάποια υποδομή, αλλά με την ιδέα τού να κρατάς τη μνήμη ζωντανή.

Η Ιστορία και η μνήμη ήταν δύο από τις ιδέες με τις οποίες θέλαμε να ασχοληθούμε στο Bacurau.

Το Bacurau υφίσταται, επομένως. Δεν κάναμε ένα ντοκιμαντέρ. Θα μπορούσαμε.

Αυτά που μου λες επιβεβαιώνουν την υποψία μου ότι η αναζήτηση των τοποθεσιών συμβαδίζει με την ανάπτυξη της ιδέας του φιλμ.

Όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχουν ήδη στο σενάριο, πάντως.

Σε κάθε περίπτωση, είναι δύσκολο να κάνουμε μια ταινία για ανθρώπους με τους οποίους δε μοιάζουμε. Ποτέ δε θέλαμε να κάνουμε ένα γραφικό φιλμ. Πάντα θέλαμε να κάνουμε ένα πολύ ειλικρινές.

Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου (αριστερά), Ζουλιάνο Ντορνέλες (δεξιά)


Και το κάνετε χρησιμοποιώντας αυτό την ασυνήθιστη μίξη στιλ, μεταξύ των οποίων επιστημονική φαντασία και γουέστερν. Γιατί πήρατε αυτή την απόφαση;

Στην πραγματικότητα δεν ήταν μια απόφαση. Συζητήσαμε κάθε σκηνή ξεχωριστά και οι χαρακτήρες προέκυψαν από τις πολιτισμικές «αποσκευές» μας.

Ασφαλώς, από την αρχή θέλαμε να κάνουμε μια ταινία είδους. Στην πορεία, ανακαλύψαμε πως κάποια πράγματα συνέβησαν απροειδοποίητα, όχι κατόπιν σκέψης.

Μια συγκεκριμένη σκηνή, για παράδειγμα, παρέπεμπε στο φιλμ του Σαμ Πέκινπα Φέρτε  μου το κεφάλι του Αλφρέντο Γκαρσία.

Σε μια άλλη περίπτωση, η σκηνή θύμιζε το Πλατούν. Αυτή ήταν μια συνειδητή επιλογή, γιατί η παρουσία του Πολέμου του Βιετνάμ είναι πολύ ισχυρή στο Bacurau.

Οι Βορειοαμερικανοί ποτέ δε νοιάστηκαν να μάθουν ποιοι ήταν αυτοί οι Βιετναμέζοι. Εκδιώχθηκαν, όμως, από τη χώρα κι αυτό συνιστά ένα τραύμα για την αμερικανική κοινωνία.

Δεν πρόκειται, όμως, για μια αντιαμερικανική ταινία, κι αυτό είναι σημαντικό να ειπωθεί. Είναι το αντίθετο. Οι Η.Π.Α. είναι μια περίπλοκη, μεγάλη χώρα, με πολλά καλά και κακά. Όπως κι η Βραζιλία.

Κι αυτό το φιλμ είναι ένας φόρος τιμής στο αμερικανικό σινεμά.

Όταν, επομένως, είσαι σινεφίλ, αυτές οι ταινίες είναι μέσα σου.

Δεδομένου, ωστόσο, του πολεμικού ή συγκρουσιακού τόνου της -αν και με υπαινικτικό τρόπο-, πώς έχει γίνει δεκτή στη Βραζιλία από τις αρχές, τα κοινά και τους κριτικούς;

Ανακουφίστηκαν, γιατί όλοι περίμεναν μια διαμαρτυρία στις Κάννες. Είναι σαν να ζητάς από τους Radiohead να παίξουν το Creep. Δε θέλουν να το παίζουν πια.

Θα ήταν πολύ προβλέψιμο.

Το φιλμ περιέχει μια δυνατή δήλωση για τη βραζιλιάνικη κοινωνία. Είναι ήδη η δικιά μας διαμαρτυρία. Δε χρειάζεται να κρατήσουμε ένα πανό.

Το 2016 ήταν απαραίτητο να το κάνουμε αυτό, γιατί ήταν αναγκαίο να πληροφορήσουμε τη διεθνή κοινότητα σχετικά με το τι συνέβαινε στη Βραζιλία. Χρειαζόταν να πούμε: «Συντελείται ένα πραξικόπημα αυτή τη στιγμή».

Την επομένη βρισκόμασταν στο εξώφυλλο του Guardian.

Τώρα, όλοι ξέρουν τι συμβαίνει στη Βραζιλία.

Ούντο Κίερ


Είναι χειρότερη, πιο ασφυκτική η κατάσταση υπό το καθεστώς Μπολσονάρο σε σχέση με μια διετία πριν; (Σημ.: η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβρη του 2019).

Κάθε μέρα προβαίνει σε κάποια κακή δήλωση και διαδίδει πολλές ιδέες για βία και σύγκρουση. Είναι ένα πολύ κακό άτομο.

Πώς σε επηρεάζει αυτό; Και δεν εννοώ μόνο προσωπικά, αλλά και δημιουργικά;

Δεν έχω ιδέα, απλώς θέλω να μάθω πότε θα τελειώσει αυτή μαλακία, γιατί γίνεται ανυπόφορο να βρίσκεσαι στη Βραζιλία και να ζεις με αυτούς τους εγκληματίες στην εξουσία.

Βλέπουμε ξανά ζητιάνους στους δρόμους, θα πεθάνουμε από την πείνα που είχαμε εξαλείψει.

Επί Λούλα κινούμασταν προς μια καλή κατεύθυνση, μπορούσαμε να σκεφτούμε το μέλλον. Τώρα, γυρίσαμε πενήντα χρόνια πίσω στην Ιστορία. Κι αυτό είναι πολύ λυπηρό, καταθλιπτικό και απαράδεκτο.

Ποιες είναι οι αντιδράσεις των διεθνών κοινών, μιας και το Bacurau είναι «αγκυρωμένο» στη βραζιλιάνικη κουλτούρα και κοινωνία; Είναι, για σένα, πρόκληση ή εμπόδιο αυτό;

Όλοι κατανοούν την ταινία, νομίζω.

Στην Αυστραλία, για παράδειγμα, συζητούσαν για τους Αβορίγινες. Όλα έχουν να κάνουν με την καταπίεση και την εισβολή, οικουμενικά ζητήματα. Κάθε μέρος έχει μια παρόμοια ιστορία να αφηγηθεί.

Βεβαίως, όταν κάποιος κατάγεται από τη νοτιοανατολική Βραζιλία, μπορεί να κατανοήσει ακόμα περισσότερα- και κάποια, μόνο αυτός.

Όταν προβάλαμε την ταινία στη Βραζιλία, το κοινό ζητωκραύγαζε στα μισά σαν να επρόκειτο για ποδοσφαιρικό αγώνα. Ήταν υπέροχο, τρελό, ζητούσαν σίκουελ ή πρίκουελ Το φιλμ έγινε πολιτισμικό φαινόμενο. Έκοψε 500.000 εισιτήρια.

Και σκεφτόμαστε να γυρίσουμε ένα σίκουελ, πιο τρελό.

Οι αριστεροί το χρησιμοποίησαν ως «σημαία».

Οι δεξιοί το ανακάλυψαν κι άρχισαν να γράφουν πολλά συναρπαστικά για εκείνους, όχι γι’ αυτό, ότι «διδάσκει τις κατώτερες τάξεις να εξεγερθούν και πρέπει να ξέρουν τη θέση τους στην κοινωνία».

Μια τελευταία ερώτηση, Πώς ήταν η συνεργασία σας με τον Ούντο Κίερ, αυτόν τον απολαυστικά απρόβλεπτο ηθοποιό;

Είναι 74 χρονών, έχει τη διπλάσια ηλικία από εμένα, είναι μια πολύ ευφυής ανθρώπινη ύπαρξη και αγαπά τη ζωή.

Τον αγαπώ κι εγώ ως ηθοποιό.

Δε σταματά να κάνει αστεία, του αρέσει να πίνει κρασί. Του χρειάζεται να κοιμάται μόνο τέσσερις ώρες τη μέρα, γιατί, όπως οι μπαταρίες, είναι πάντα γεμάτος.

Ποτέ δεν παραπονέθηκε για κάτι, και πρότεινε πολλές ιδέες, μεταξύ των οποίων η τελική ατάκα.

Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί είναι ένας ηθοποιός προερχόμενος από τις ταινίες είδους. Ήταν εκπληκτικό!

Η συνέντευξη με τον Ζουλιάνο Ντορνέλες πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 25ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας-Νύχτες Πρεμιέρας. Ευχαριστώ ιδιαιτέρως την Μαρία Ναθαναήλ για την πολύτιμη συμβολή της.

Η ταινία των Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου και Ζουλιάνο Ντορνέλες Bacurau προβάλλεται από τις 26 Αυγούστου στους κινηματογράφους σε διανομή του Cinobo.



Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2021

Adelaide Ivánova: «Η ποίηση έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί και να καταστρέφει»

 

Adelaide Ivánova (Photo credit: Lukas Lademann)

Πολιτική ακτιβίστρια, δημοσιογράφος, ποιήτρια, φωτογράφος -και πολλά άλλα-, η Βραζιλιάνα Adelaide Ivánova καταθέτει με την ποιητική συλλογή της Το σφυρί μια παθιασμένη φεμινιστική δήλωση.

Κουβεντιάζουμε μαζί της με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά από τις εκδόσεις του περιοδικού Τεφλόν.

«Προσπαθώ να συλλαμβάνω “αληθινές” ιστορίες, να τις αναδημιουργώ και να τις πολιτικοποιώ», γράφεις.

Αυτό είναι το κοινό «νήμα που συνδέει τα διάφορα εγχειρήματά σου- από τη δημοσιογραφία και την ποίηση, στη φωτογραφία και στην περφόρμανς;

Είναι το βασικό «νήμα», όπως είπες. Κατά κάποιον τρόπο είναι και ένα είδος δέσμευσης. Δεν έχει σημασία ακριβώς το μέσο. Το μέσο βρίσκεται στην υπηρεσία της ιδέας, όχι το αντίστροφο.

Είναι πολύ σημαντικό να θέτεις ερωτήματα και να εξακολουθείς να αμφιβάλλεις για τα πάντα. Είναι επίσης σημαντικό να καταθέτεις προτάσεις.

Η αφήγηση ιστοριών, εξάλλου, όπως επίσης επισημαίνεις, προέκυψε με φυσικό τρόπο από ένα πολύ πρώιμο στάδιο της ζωής σου. Πώς ήταν το να μεγαλώνεις σ’ ένα περιβάλλον που ήταν τόσο φιλικό στην αφήγηση ιστοριών;

(Γέλιο). Προσπαθώ να γράψω σχετικά μ’ αυτό τώρα. Είναι πολύ δύσκολο, πάντα ακούγεται σαν μυθοπλασία.

Πρέπει, λοιπόν, να επιστρέψω στην ψυχοθεραπεία και να συμφιλιωθώ με το γεγονός ότι όταν ξεκίνησα να γράφω για την παιδική μου ηλικία ακουγόταν σαν ψέμα στο βιβλίο.

Γιατί έτσι;

Ανησυχούσα πως τρελαινόμουν. Πρόκειται για κάτι που έκτοτε δουλεύω στην ψυχοθεραπεία, το να φοβάμαι ότι είμαι τρελή. Ένας είδος διακρίσεων απέναντι στην ψυχική υγεία. Ήταν πολύ ενδιαφέρον που το ανακάλυπτα σε μένα.

Νόμιζα πως είχα μεγαλύτερη επίγνωση των προκαταλήψεών μου. Ξέρω ότι έχω ρατσισμό και μισογυνισμό μέσα μου, αλλά δεν ήξερα πως είχα τέτοια προκατάληψη σχετικά με την ψυχική υγεία.

Δεν απαντώ καθόλου στην ερώτησή σου!

Όχι ακριβώς, αλλά φτάνουμε εκεί μέσα από έναν άλλο δρόμο!

Τα πράγματα έχουν τη δική τους ζωή.

Όταν ήμουν παιδί, η καλύτερη φίλη της μητέρας μου ήταν Εβραία που είχε ξεφύγει από τον πόλεμο και είχε υπέροχα γαλάζια μάτια. Ποτέ δε με έβαλε στο σπίτι της, κι είχε έναν γιο -επίσης με γαλάζια μάτια- που μου έδινε κομμάτια γλυκού ψωμιού.

Είναι αλήθεια, κι επίσης μυθοπλασία.

Μεγάλωσα στο κέντρο του Ρεσίφε της δεκαετίας του ’80, που μόλις ξυπνούσε από τη στρατιωτική δικτατορία. Όταν γεννήθηκα, η δικτατορία δεν είχε τελειώσει, αλλά δεν ήταν τόσο σκληρή.

Αργοπέθαινε.

Κοντά στο λιμάνι υπήρχαν πολλοί Ευρωπαίοι μετανάστες που είχαν διαφύγει τον πόλεμο και τις πολιτικές και θρησκευτικές διώξεις.

Ένας από αυτούς ήταν ο κύριος Παναγιώτης από την Ελλάδα, που έφτιαχνε τσάι στη γειτονιά μας. Ίσα που μιλούσε πορτογαλικά, αλλά ήταν πολύ ευγενικός με όλους. Το όνειρό μου ήταν ότι θα γίνονταν ζευγάρι με την γιαγιά μου.

Ποτέ δεν ξέχασα αυτό το χωνευτήρι Βραζιλιάνων που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τη φτώχεια ή τους Ευρωπαίους που ήρθαν σ’ αυτή τη φτωχή πόλη για να κάνουν μια καινούρια αρχή.

Όλο αυτό έμεινε μέσα μου και δεν έμοιαζε αληθινό, γιατί ήταν τόσο πλούσιο. Η αφήγηση ιστοριών είναι επικίνδυνο έδαφος, λοιπόν!

Τότε ήταν που συνειδητοποίησες την ανάγκη σου να γράφεις ποίηση επίσης;

Το “coming out” μου ως ποιήτρια συνέβη πολύ αργότερα, αλλά η ανακάλυψη του εαυτού ως συγγραφέα έγινε πολύ νωρίς.

Οι παππούδες μου έγραφαν και διάβαζαν ελάχιστα, αλλά ήταν ντελικάτοι και τους άρεσε το διάβασμα, αν και δεν είχαν μπορέσει να πάνε σχολείο. Ενθάρρυναν τα παιδιά τους, και η μητέρα μου με εισήγαγε σε πολλά βιβλία και κινούμενα σχέδια.

Ήταν μαγικό που είχα μια μαμά η οποία έθρεφε τις αυταπάτες μου. Στις μέρες μας ένας γονιός θα πήγαινε το παιδί του σε ψυχολόγο -«το παιδί μιλάει στους τοίχους, βοήθησέ το»-, κι εκείνη με προέτρεπε να της πω κι άλλα.

Το Σφυρί, λοιπόν, είναι η πρώτη ποιητική συλλογή σου που κυκλοφορεί στα ελληνικά.

Είμαι τόσο ευτυχισμένη μ’ αυτό!

«Μου αρέσεις, τα μάτια σου είναι γεμάτα γλώσσα», έγραφε η Αnne Sexton απευθυνόμενη στην φίλη της Αnne Clarke το 1964.

Εμπνεόμενος από αυτό, θα ήθελα να μου πεις αν το να γράφεις ποίηση είναι για σένα ένας τρόπος να δημιουργείς μια νέα γλώσσα, μια θηλυκή/φεμινιστική γλώσσα.

Απολύτως!

Είναι ένας συνδυασμός μιας απόπειρας ν’ ανήκεις σε μια παράδοση ποιητικής γραφής και ταυτόχρονα απομάκρυνσης από την ίδια παράδοση.

Αν σκεφτούμε ότι η Βραζιλία είχε αποικιοποιηθεί από πορτογαλόφωνους, τα πορτογαλικά δε θα έπρεπε να είναι η μητρική μας γλώσσα, αλλά είναι. Αυτή είναι η γλώσσα που μου μιλούσε η μητέρα μου και της μιλούσε η δική της.

Σε κάποια φάση, επομένως, είναι δική μας, και ταυτόχρονα δεν είναι, γιατί η Βραζιλία είναι μια γιγάντια χώρα με πολλές διαλέκτους και προφορές, όπου υπάρχει ένας τύπος σωστής γλώσσας, η ομιλούμενη και γραφόμενη στον βιομηχανοποιημένο νότο.

Πάντα προσπαθώ να γράφω σεβόμενη τους κανόνες αυτής της γλώσσας, αλλά και της δικής μου διαλέκτου. Κι έπειτα είναι σημαντικό να συνομιλήσω με ποιητές που προηγήθηκαν, όπως η Αnne Sexton ή ο Paul Celan.

Εξέφρασε τον πόνο και το τραύμα με τέτοιο τρόπο, έγραψε για την αδυναμία τού να γράψεις για το ολοκαύτωμα και έτσι έγραψε για αυτό.

Το Σφυρί καταπιάνεται με το ζήτημα της σεξουαλικοποιημένης βίας, το ζωντανό τραύμα των γυναικών στον κόσμο, γι’ αυτό και ο Celan είναι μια τόσο σημαντική αναφορά.

Νιώθεις πως κατά τον ίδιο τρόπο που ένα σφυρί θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο και ως όπλο, θα μπορούσε και ποίησή σου να γίνει αντιληπτή ή να βιωθεί αντίστοιχα;

Μου αρέσει πολύ αυτή μεταφορά, δεν ξέρω ποιος τη χρησιμοποίησε για πρώτη φορά.

Με ένα οικοδομικό εργαλείο όπως το σφυρί μπορείς να καρφώσεις ένα καρφί, να κρεμάσεις έναν όμορφο πίνακα ή να σπάσεις έναν τοίχο.

Ή το κεφάλι κάποιου, αν όντως χρειάζεται!

(Γέλιο). Η ποίηση, λοιπόν, έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί και να καταστρέφει, αλλά είναι σημαντικό για τους συγγραφείς να έχουμε κατά νου τα όριά της. Δεν αλλάζει τα πράγματα καθαυτή.

Οι άνθρωποι είναι επαναστάτες και ίσως η ποίηση μπορεί να γίνει ένα κομμάτι της διαδικασίας, αλλά με το να γράψεις ένα επαναστατικό ποίημα δε σημαίνει πως θα τερματιστεί η πατριαρχία.

Πρέπει να μιλάμε στους ανθρώπους, να δουλεύουμε μαζί, να φτιάχνουμε συνασπισμούς.

Ποια είναι η σχέση με το αναγνωστικό σου κοινό;

Είναι πολύ κρίσιμο ζήτημα. Αυτόν τον καιρό δεν υπάρχουν φεστιβάλ ποίησης ή αναγνώσεις.

Ξεκίνησα να δημοσιεύω σ’ ένα μπλογκ το 2004, κι εκείνη την εποχή τα social media δεν ήταν αυτό που είναι σήμερα. Κανένας δεν έβγαζε λεφτά όντας μπλόγκερ για θέματα μόδας.

Εντάχθηκα σ’ αυτόν τον «πυρετό» των μπλόγκερ που εξέθεταν την προσωπική τους ζωή, και επειδή ο κόσμος ήταν μικρός οι συνδέσεις ήταν πιο πλούσιες από σήμερα. Η επαφή με δυνητικούς μη υλικούς αναγνώστες ξεκίνησε τα πάντα για μένα.

Αγαπώ το να μιλώ σε ανθρώπους -σε όσο περισσότερους μπορώ-, αλλά κατανοώ και σέβομαι την ανάγκη για σιωπή και απομόνωση.

Σε ωφέλησε που μετακόμισες στο Βερολίνο;

Όταν ήρθα στη Γερμανία, ήμουν στ’ αλήθεια τραυματισμένη, εγκλωβισμένη στις εμπειρίες που γράφω στο Σφυρί. Χρειαζόμουν μια καινούρια αρχή και την ήθελα σ’ ένα μέρος όπου δεν ήξερα κανέναν, ούτε τη γλώσσα. Να ξαναγεννηθώ.

Η Γερμανία δε φημίζεται για τους ζεστούς, φιλικούς της ανθρώπους, κι αυτό είχα ανάγκη τότε. Μια απόσταση από τους ανθρώπους! (Γέλιο). Να μ’ αφήσουν στην ησυχία μου.

Έπρεπε να πολεμήσω για τη βίζα μου -δεν είχα ευρωπαϊκό διαβατήριο-, να πολεμήσω για να μάθω τη γλώσσα, να πολεμήσω για την επιβίωση. Δυο-τρία χρόνια αργότερα μπορούσα να ξαναξεκινήσω εκ νέου.

Περνούσα όλη μου τη μέρα χωρίς να χρησιμοποιώ πορτογαλικά. Κι έτσι οι γλωσσικοί μου μύες χαλάρωναν. Αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο στη συγγραφή: το ότι η γλώσσα μου ξεκουραζόταν.

Οπότε η γλώσσα σου δε φθείρεται. Θα χαρώ να αλληλεπιδράσουμε διά ζώσης όταν η «πανδημική» σκόνη κατακάτσει και μπορέσεις να επισκεφτείς την Αθήνα.

Θα ήταν τόσο όμορφο!

Η ποιητική συλλογή της Adelaide Ivánova Το σφυρί κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις του περιοδικού Τεφλόν σε μετάφραση των Peter Constantine και Σπύρου Πρατίλα.