Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 66ο ΦΚΘ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 66ο ΦΚΘ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Αμέρισσα Μπάστα: «Με εξοργίζει η αδιαφορία απέναντι στους πιο ευάλωτους»

 


Με πρωταγωνίστρια την Λένα (Ελίνα Τσιορμπατζή), μια νεαρή γυναίκα που προσπαθεί να βρει τα πατήματά της σε ασφυκτικές συνθήκες, οι Μικρές Ανάσες, το μεγάλο μήκους ντεμπούτο της Αμέρισσας Μπάστα, είναι από τις πιο στέρεες ελληνικές ταινίες της χρονιάς.

Κουβεντιάζοντας με την σκηνοθέτρια με αφορμή την έξοδο του φιλμ στους κινηματογράφους στις 4 Ιουνίου.

Δε βιοπορίζεσαι από το σινεμά. Τι πυροδοτεί, τροφοδοτεί και συντηρεί, λοιπόν, τη μακροχρόνια ενασχόλησή σου με αυτό πέρα από και παρά τις όποιες προκλήσεις, ματαιώσεις, αλλά και χαρές;

Πράγματι, εργάζομαι στο χώρο του βιβλίου, τον οποίο αγαπώ επίσης πάρα πολύ. Κάνω ταινίες γιατί αγαπώ τον κινηματογράφο, γιατί το θέλω και το χρειάζομαι πολύ.

Δεν ξέρω προσωπικά κάποιον σκηνοθέτη ή σκηνοθέτιδα κινηματογράφου που ζει μόνο από αυτό, όλοι και όλες όσες ξέρω έχουν και κάποια παράλληλη ενασχόληση.

Είμαστε μια μικρή αγορά, ο κόσμος δεν πηγαίνει αρκετά στις αίθουσες πλέον και επίσης παίρνει τουλάχιστον 5-7 χρόνια να γίνει μια ταινία, οπότε είναι μάλλον μονόδρομος το να κάνεις και κάτι ακόμα παράλληλα.

Οι Μικρές Ανάσες, πρώτη σου μεγάλου μήκους ταινία, επισφραγίζει μια αξιοσημείωτη και συνεπή διαδρομή στο πεδίο τής μικρού μήκους δημιουργίας.

Ποιος είναι, για σένα, ο ρόλος της ανάσας, του λαχανιάσματος, του καρδιοχτυπιού σε αφηγηματικό επίπεδο;

Η ανάσα, το λαχάνιασμα και ο παλμός μας είναι οι πιο άμεσες εκφράσεις της ανθρώπινης κατάστασης.

Στις Μικρές Ανάσες λειτουργούν όχι μόνο κυριολεκτικά, αλλά και αφηγηματικά: αποτυπώνουν την αγωνία, την επιθυμία, την προσπάθεια των ηρώων να συνεχίσουν όταν όλα μοιάζουν να καταρρέουν.

Με ενδιαφέρει ο τρόπος που το σώμα «μιλάει» πριν από τις λέξεις· πολλές φορές μια ανάσα ή ακόμα και μια σιωπή μπορεί να αποκαλύψουν περισσότερα από έναν διάλογο.

Αντλώντας από την παράδοση του κοινωνικού ρεαλισμού, οι Μικρές Ανάσες είναι ένα φιλμ γειωμένο στο ελλαδικό παρόν, με πρωταγωνίστρια την Λένα, μια νεαρή γυναίκα που προσπαθεί να βρει τα πατήματά της σε ασφυκτικές συνθήκες.

Μου θύμισε αρκετά την Ροζέτα από τη σπαρακτική ομώνυμη ταινία των αδερφών Νταρντέν. Αποτελεί για σένα συνειδητό σημείο αναφοράς; Τι σε γοητεύει περισσότερο στον κοινωνικό ρεαλισμό;

Η Ροζέτα είναι σίγουρα μια ταινία αναφοράς για μένα, όπως και συνολικά το έργο των Νταρντέν. Η αγαπημένη μου ταινία τους βέβαια είναι Το παιδί με το ποδήλατο!

Αυτό που αγαπώ στον κοινωνικό ρεαλισμό είναι ότι κρατάει πάντα στο επίκεντρο τον άνθρωπο. Στις μικρές καθημερινές του μάχες, στις αντιφάσεις, στην προσπάθεια να σταθεί όρθιος μέσα σε δύσκολες συνθήκες.


Ελίνα Τσιορμπατζή


Tι συμπυκνώνει η επιλογή μιας γυναίκας ως του κεντρικού χαρακτήρα και πώς διεύθυνες την ταλαντούχα και πολλά υποσχόμενη Ελίνα Τσιορμπατζή στην πρώτη της μεγάλου μήκους εμφάνιση;

Συνέβη η συγκεκριμένη ιστορία να έχει έναν γυναικεία χαρακτήρα στο επίκεντρο - δεν είναι προϋπόθεση για να πω μια ιστορία, ήταν ωστόσο κάτι με το οποίο μπορούσα ευκολότερα να σχετιστώ.

Η Ελίνα έχει αμεσότητα, εκφραστικότητα και δύναμη, κράτησε όλη την ταινία πάνω της χωρίς να υπάρχει καμία σκηνή όπου δεν είναι στο επίκεντρο, με την κάμερα να την ακολουθεί συνεχώς.

Παρότι η εμπειρία της ήταν μικρή, νιώθω ότι κατάφερε να μπει εντελώς μέσα στο χαρακτήρα και να είναι η Λένα.

Πέραν της πρωταγωνίστριας, όλοι χαρακτήρες έχουν τον απαιτούμενο κινηματογραφικό χρόνο για να αναπτυχθούν επαρκώς. Είναι, για σένα, το σινεμά άσκηση δημοκρατίας και ελευθερίας;

Θα μπορούσες να το πεις και έτσι. Είναι επιθυμία μας να έχουν όλοι οι χαρακτήρες χρόνο και χώρο να υπάρξουν, ανεξάρτητα με το αν έχουν κεντρικό ρόλο.

Προσωπικά, δε μου αρέσουν οι χαρακτήρες που είναι μόνο άσπροι ή μαύροι, θέλω να έχουν τη δυνατότητα να φαίνονται και να φέρονται ως κανονικοί, ολόκληροι άνθρωποι.

Αυτό απαιτεί όχι μόνο να δίνουμε χρόνο, αλλά και τη δυνατότητα να ξετυλίξουν τα δικά τους μοναδικά εκφραστικά μέσα.

Η πόλη, εν προκειμένω οι γειτονιές του κέντρου της Αθήνας, είναι ο αφανής, αλλά αισθητός χαρακτήρας του φιλμ. Ποια είναι η σχέση σου με αυτήν τόσο ως κάτοικος, όσο και ως σκηνοθέτρια;

Αγαπώ την Αθήνα πάρα πολύ. Δεν έχω μεγαλώσει εδώ, αλλά πάντα ένιωθα ότι είναι το σπίτι μου. Είναι μια πόλη που μπορεί να γίνει πολύ σκληρή, είναι η αλήθεια.

Παράλληλα, όμως, είναι μια ανεξάντλητη πόλη· πάντα μπορείς να ανακαλύψεις κάτι καινούργιο - μια γειτονιά, ένα ηλιοβασίλεμα, μια μαγική θέα, ένα νέο στέκι.

Έχω επιχειρήσει και παλιότερα να αποτυπώσω κινηματογραφικά διαφορετικές γειτονιές της, με τις μικρού μήκους ταινίες μου, πάντα είναι κάτι που με εμπνέει δημιουργικά.

Στις Μικρές Ανάσες  θέλαμε η πόλη να μη λειτουργεί απλώς ως φόντο, αλλά ως ένας ζωντανός οργανισμός ο οποίος καθορίζει σε έναν βαθμό τη διαδρομή της ηρωίδας.

Οι δρόμοι, οι πλατείες, το σκληρό καλοκαιρινό φως και οι αντιθέσεις της πόλης αντανακλούν σε μεγάλο βαθμό τη δική της εσωτερική κατάσταση.

Η Αθήνα είναι γεμάτη αντιφάσεις: σκληρότητα και τρυφερότητα, εγκατάλειψη και ομορφιά, μοναξιά και συλλογικότητα. Αυτές οι αντιφάσεις είναι που με ενδιαφέρουν κινηματογραφικά και οι οποίες, πιστεύω, συντείνουν στη μοναδική της διάσταση.




Η ταινία κινείται σε πολλούς άξονες (ενδοοικογενειακές/ερωτικές/φιλικές σχέσεις, έκτρωση, εργασιακή εκμετάλλευση, κοινωνικός ρατσισμός, έμφυλες ταυτότητες), αλλά ποτέ δε χάνει τον ρυθμό ή τη στόχευσή της. Πώς τα κατάφερες;

Υπήρχε η κεντρική ιστορία, αυτή μιας νέας γυναίκας που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα μια απόλυση και μια απρόσμενη εγκυμοσύνη, γύρω από την οποία χτίστηκε το σύμπαν της ταινίας.

Είναι σίγουρα πολλά τα θέματα που προκύπτουν, όμως είναι έτσι και η πραγματική ζωή τις περισσότερες φορές, ειδικά για τα παιδιά τα οποία δεν προέρχονται από προνομιακό περιβάλλον.

Το καλοδουλεμένο, από κοινού με τον Δημήτρη Νάκο, σενάριο αναδεικνύει και υπηρετεί τη συχνά αντιφατική αλήθεια των ηρώων/ηρωίδων. Πόσο προωθητική υπήρξε η προϋπάρχουσα προσωπική και καλλιτεχνική σχέση με τον Δημήτρη;

Με τον Δημήτρη ζούμε και δημιουργούμε μαζί εδώ και δεκαπέντε χρόνια, η σχέση μας μετράει τα ίδια χρόνια με την ενασχόλησή μου με τον κινηματογράφο - εκείνος είχε ξεκινήσει νωρίτερα.

Ήμασταν από την αρχή συντονισμένοι, υπάρχει κατανόηση, αλληλοϋποστήριξη και μια αδιαπραγμάτευτη και παντοτινή κοινή αγάπη για τον κινηματογράφο.

Η μουσική, και κυρίως οι στίχοι των τραγουδιών που ακούγονται, λειτουργεί εξίσου προωθητικά/επικουρικά ως προς την αφήγηση. Με ποιo κριτήριο επιλέχθηκε;

Είναι κομμάτια που εκφράζουν την ψυχική κατάσταση της Λένας, την οργή της, την απογοήτευσή της και την ελπίδα της. Μερικές φορές υπογραμμίζει και μερικές φορές προοικονομεί τις εξελίξεις.

Επίσης, είναι το ασφαλές καταφύγιο της από το θόρυβο που υπάρχει γύρω της. Ακούγοντας τα και ως σύνολο, νιώθω ότι είναι ένα soundtrack της καλοκαιρινής Αθήνας, που αντανακλά όλα τα συναισθήματα της ταινίας.


Τζέο Πακίτσας


«Λες να τα καταφέρουμε;» αναρωτιέται η Λένα απευθυνόμενη στον Στέλιο. Στο φιλμ καταφάσκεις, μέσω των χαρακτήρων σου, έστω και αβέβαια/εύθραυστα. Ως κοινωνίες και άνθρωποι, πώς πιστεύεις ότι θα «τα καταφέρουμε»;

Είναι σημαντικό για μένα να υπάρχει μια ακτίδα ελπίδας. Το έχω και η ίδια ανάγκη ως άνθρωπος βάσει ιδιοσυγκρασίας και είναι ορατό -αναγκαστικά- σε κάθε δουλειά μου.

Εάν υπάρχει μια πιθανότητα να τα καταφέρουμε, είναι με το να είμαστε πιο ενωμένοι, να στρέψουμε ξανά το βλέμμα ο ένας προς τον άλλον και να αντισταθούμε στην απομόνωση και την αδιαφορία που μας επιβάλλει η καθημερινότητα.

Τι σε φοβίζει, τι σε εξοργίζει και τι σε γεμίζει περισσότερο ελπίδα στο παρόν και στο -κοντινό- μέλλον;

Με φοβίζει η κανονικοποίηση της βίας και της ανισότητας. Το πόσο εύκολα συνηθίζουμε πράγματα που κάποτε θα μας σόκαραν, είτε αφορούν περιθωριοποίηση ανθρώπων, είτε περιβαλλοντική καταστροφή, είτε τη διάβρωση βασικών δικαιωμάτων.

Με εξοργίζει η αδιαφορία απέναντι στους πιο ευάλωτους και η αίσθηση ότι αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι ως αριθμοί ή στατιστικά στοιχεία.

Αυτό το οποίο μπορεί να μου δώσει ελπίδα είναι ότι, πού και πού, γνωρίζω ανθρώπους οι οποίοι νοιάζονται.

Βλέπω νέους να διεκδικούν έναν δικαιότερο κόσμο, κοινότητες που οργανώνονται, ανθρώπους οι οποίοι επιλέγουν τη φροντίδα, τη συνεργασία και την αλληλεγγύη, ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες.

Ίσως η ελπίδα να μη βρίσκεται στις μεγάλες αφηγήσεις ή στις θεαματικές αλλαγές, αλλά σε μικρές καθημερινές πράξεις που επιμένουν να υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Οι Μικρές Ανάσες έκαναν την παγκόσμια πρεμιέρα τους στο 66ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Ευχαριστώ θερμά την σκηνοθέτρια για τον χρόνο τον οποίο μου διέθεσε, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας της.

Η ταινία της Αμέρισσας Μπάστα Μικρές Ανάσες προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 4 Ιουνίου σε διανομή της Feelgood Entertainment.



Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Simón Mesa Soto: «Νοιάζομαι περισσότερο για τη ζωή, παρά για το σινεμά»

 


Σκοτεινά κωμική, η ταινία του Κολομβιανού Simón Mesa Soto, Ένας Ποιητής, εστιάζει στον Όσκαρ Ρεστρέπο, «αποτυχημένο» ποιητή, πατέρα και σύζυγο, που η ζωή του αλλάζει όταν αποφασίζει να βοηθήσει μια έφηβη να αναπτύξει το ταλέντο της στην ποίηση.

Συζητώντας με τον σκηνοθέτη για την ποίηση, την τέχνη, τη ζωή, την «επιτυχία» και την «αποτυχία», με αφορμή την έξοδο του φιλμ στα σινεμά στις 28 Μαΐου.

Η εξαιρετική δραμεντί σου, Ένας Ποιητής, εστιάζει στον Όσκαρ Ρεστρέπο, «αποτυχημένο» ποιητή, πατέρα και σύζυγο, που η ζωή αλλάζει όταν αποφασίζει να βοηθήσει την έφηβη Yurlady να αναπτύξει το ταλέντο της στην ποίηση.

Πού μπορεί να αποδοθεί το ενδιαφέρον σου για την ποίηση, τόσο ως μέσο αυτοέκφρασης όσο και ως εργαλείο προσωπικής και κοινωνικής απελευθέρωσης;

Για μένα, η ποίηση στην ταινία είναι μια επινόηση για να μιλήσω για τον εαυτό μου και για την ίδια την ποίηση.

Όχι, όμως, την ποίηση των ποιητών. Δεν ήθελα να κάνω ένα φιλμ γι’ αυτήν την καλλιτεχνική φόρμα, αλλά να προσεγγίσω τους ποιητές, ιδίως από το Μεδεγίν, τη γενέτειρά μου, με έναν κάπως ανθρωπολογικό τρόπο, σαν να γύριζα ένα ντοκιμαντέρ.

Ενδιαφέρομαι για τον κόσμο των ποιητών του Μεδεγίν επειδή βρίσκομαι σε επικοινωνία μαζί τους εδώ και πολλά χρόνια.

Είμαι ενεργός πολίτης της πόλης μου, κατοικώ τους δρόμους και τις γειτονιές της και το βρίσκω φυσιολογικό να παρακολουθήσω μια ανάγνωση ποίησης, μια συναυλία, ένα θεατρικό έργο ή να επισκεφθώ μια βιβλιοθήκη.

Υπάρχει, επομένως, αυτός ο χαρακτήρας από την πόλη μου, ο Όσκαρ Ρεστρέπο, ο οποίος ανήκει στη γενιά των πενηντάρηδων, των εξηντάρηδων, που θεωρούν πως είναι ξεχωριστοί και κάτι πέτυχαν στο παρελθόν.

Για μένα, η ενασχόληση με αυτούς τους χαρακτήρες ήταν ένας τρόπος να προβάλω τον εαυτό μου στο μέλλον και να καταπιαστώ με τα διλήμματα τα οποία αντιμετωπίζω ως καλλιτέχνης.

Από τη στιγμή που ξεκίνησα τη συγγραφή του σεναρίου, ξεκίνησα και να διαβάζω περισσότερη ποίηση, να μαθαίνω γι’ αυτήν, ακόμα και να προσπαθώ να γράψω ο ίδιος, αν και δεν είμαι ποιητής.

Πώς αξιολογείς την «επιτυχία» και την «αποτυχία» με κοινωνικούς και δημιουργικούς όρους;

Είναι μέρος της διαδικασίας τού να είμαι καλλιτέχνης.

Η πρώτη μου σκέψη ήταν να κάνω αυτήν την ταινία προκειμένω να μιλήσω για την αίσθηση της αποτυχίας που βίωσα ολοκληρώνοντας το πρώτο μου φιλμ.

Τότε, ένιωσα ότι είναι αδύνατο να κάνω ανεξάρτητο σινεμά, ιδίως στο Μεδεγίν, και σκεφτόμουν να εγκαταλείψω το πάθος μου για τον κινηματογράφο και να αφοσιωθώ στη διδασκαλία, η οποία εξάλλου πληρώνει τους λογαριασμούς.

Υπάρχουν στιγμές επιτυχίας και αποτυχίας, αλλά το πιο σημαντικό για μένα είναι να απαλλαγώ από την εμμονή με την επιτυχία και την αποτυχία. Στην τελική, δε θα γίνεις καλύτερος ή ευτυχέστερος άνθρωπος, αν «πετύχεις».

Οι πιο γεμιστικές στιγμές στη ζωή μου δε σχετίζονται κατ’ ανάγκη με την επιτυχία, αλλά με την καθημερινότητά μου.

Ως καλλιτέχνες, ασφαλώς είμαστε ναρκισσιστές και αναζητούμε διαρκώς αναγνώριση και επικύρωση για τη δουλειά μας. Κι αυτό είναι εντάξει.

Ήθελα, όμως, να πω κάτι για τον καλλιτέχνη ο οποίος δεν επιδιώκει την επιτυχία. Εντάξει είναι κι αυτό.

Η αναγνώριση ότι η μη επίτευξη επιτυχίας δεν είναι πρόβλημα λειτούργησε θεραπευτικά για μένα, στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της ζωής με έναν πιο ήρεμο τρόπο.

Προσεγγίζω τη διαδικασία δημιουργίας φιλμ ως έναν τρόπο κατανόησης τού πώς θέλω να βιώσω τη ζωη μου: θέλω να την απολαμβάνω, να βρίσκομαι με τα αγαπημένα μου πρόσωπα, να φροντίζω τα φυτά μου.

Όχι να είμαι ο ποιητής ο οποίος βρίσκεται στη σκιά και πρέπει να υποφέρει, προκειμένου να πετύχει κάτι σπουδαιότερο.

Νοιάζομαι περισσότερο για τη ζωή, παρά για το σινεμά.

Σε ποιον βαθμό νιώθεις κοντά στους «παρίες» της ζωής, σε εκείνους που, για οποιονδήποτε λόγο, δε συμμορφώνονται με τους κυρίαρχους κανόνες/προσδοκίες;

Kατά κάποιον τρόπο όλοι είμαστε παρίες - ή υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες αισθανόμαστε έτσι.

Πολλά στοιχεία του χαρακτήρα του Όσκαρ αντλήθηκαν από έναν θείο μου, που αντιμετωπίζει προβλήματα αλκοολισμού.

Είναι ένας όμορφος, ταπεινός, εύθραυστος, αλλά και προβληματικός άνθρωπος. Πέρασα πολύ χρόνο μαζί του, για να τον αναλύσω.

Κάποιες στιγμές, νιώθω ότι έχουμε κοινά στοιχεία. Αποτύπωσα, λοιπόν, αυτά τα στοιχεία, ώστε να μην εξελιχθώ κι εγώ έτσι στο μέλλον.




Η ταινία σου θίγει διακριτικά, αλλά σε βάθος, το ζήτημα των ταξικών διαιρέσεων στην κολομβιανή κοινωνία, χωρίς να εξωτικοποιεί/εξιδανικεύει/θυματοποιεί τους μη προνομιούχους χαρακτήρες της.

Πόσο σημαντική είναι η απεικόνιση αυτών των διαιρέσεων μυθοπλαστικά και πόσο έντονες είναι στην πραγματική ζωή;

Αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου ως μέλος της εργατικής, της μεσαίας τάξης και το Μεδεγίν είναι μια πόλη με πολλή ανισότητα.

Ως καλλιτέχνης, ενδιαφέρομαι να αποτυπώνω την ταξική διαίρεση στη δουλειά μου, επειδή οι Κολομβιανοί σκηνοθέτες τείνουν να προβάλλουν τον «άλλο» με έναν κάπως ανθρωπολογικό -και σε μερικές περιπτώσεις οπορτουνιστικό- τρόπο.

Κάνω κοινωνικό σινεμά. Υπάρχει, λοιπόν, ένα ηθικό δίλημμα στην επιλογή της αποτύπωσης του «άλλου». Τα διλήμματα του κεντρικού χαρακτήρα είναι και τα δικά μου, καθημερινά διλήμματα.

Ο Όσκαρ είμαι εγώ, όσον αφορά στο πώς αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του.

Το Ένας Ποιητής καταπιάνεται επίσης με την έννοια της ομορφιάς.

Ο Ubeimar Rios, ειδικότερα, ο ηθοποιός που υποδύεται τον Όσκαρ, μπορεί να μην είναι η επιτομή της σωματικής ομορφιάς εξωτερικά, ωστόσο εκπέμπει ένα σπαρακτικό εσωτερικό φως. Ποιος είναι ο δικός σου ορισμός της «ομορφιάς»;

Δεν επέλεξα τον Ubeimar Rios επειδή είναι ή δεν είναι σωματικά όμορφος, αλλά επειδή είναι μοναδικός. Το ίδιο ίσχυε και για τους υπόλοιπους χαρακτήρες.

Πρέπει να σκεφτείς και να αναλύσεις πολλά στη διάρκεια ενός casting, μεταξύ των οποίων τα χαρακτηριστικά κάθε ανθρώπου και τις υποκριτικές του ικανότητες.

Η ηθοποιός που υποδύεται την μητέρα του Όσκαρ, για παράδειγμα, είναι ένας όμορφος, αξιαγάπητος άνθρωπος. Γι’ αυτό και την διάλεξα. Δεν είναι τέλεια ηθοποιός, οπότε έπρεπε να δουλέψουμε περισσότερο, για να πετύχουμε το σωστό αποτέλεσμα.

Με προβληματίζει η έννοια της ομορφιάς σε σχέση με τον κινηματογράφο. Στα casting οι ηθοποιοί τείνουν να θεωρούν ότι πρέπει να δείχνουν χαριτωμένοι/χαριτωμένες και πως το σινεμά είναι ταυτόσημο της showbiz.

Δε μου αρέσει αυτό. Μου αρέσει η ζωή. Και στη ζωή οι άνθρωποι μπορεί να είναι όμορφοι, άσχημοι ή συνηθισμένοι. Το ίδιο και στον κινηματογράφο,  αν αυτό συνδέεται οργανικά με μια ιστορία. Μπορούν να είναι οτιδήποτε είμαστε.

Αναζητώ την πραγματικότητα. Λειτουργώ σαν να κάνω ντοκιμαντέρ για τους χαρακτήρες. Και χρειάζομαι να αισθάνομαι πως υπάρχουν.

Από τον πρωταγωνιστή του Ένας Ποιητής μέχρι τον τελευταίο χαρακτήρα, το cast είναι συνολικά εξαιρετικό. Τι αναζήτησες στους ηθοποιούς σας στη συγκεκριμένη ταινία και τι βρήκες;

Οι χαρακτήρες λειτουργούν λόγω του σεναρίου. Το πιο σημαντικό κομμάτι της δουλειάς ήταν η όσο το δυνατόν πιο  λεπτομερής και βαθιά αποτύπωσή τους στο χαρτί.

Ακόμα και οι χαρακτήρες με τον μικρότερο κινηματογραφικό χρόνο συμμετέχουν εξίσου στη «χορογραφία», στην αρμονία που είναι χτισμένη πάνω στο σενάριο.

Ασφαλώς, η διαδικασία του casting ήταν μακρά. Διήρκεσε δύο χρόνια. Κάναμε τις καλύτερες δυνατές επιλογές, ψάχνοντας παντού. Ένας/μία σπουδαία ηθοποιός μπορεί να προέλθει από οπουδήποτε - είτε είναι επαγγελματίας, είτε ερασιτέχνης.

Τι σημαίνει να συνεργάζεσαι με τον Ubeimar Rios;

Ο Ubeimar αφοσιώθηκε πολύ στο εγχείρημα, εγκαταλείποντας τη ζωή του.

Στην αρχή, δεν έδειξα ενδιαφέρoν γι’ αυτόν, δεν τον αντιλαμβανόμουν ως τον ποιητή τον οποίο είχα στο μυαλό μου, αλλά πιο πολύ ως έναν από τους δευτερεύοντες χαρακτήρες του κύκλου των ποιητών.

Όταν, όμως, τον παρακολούθησα στο βίντεο του casting, άλλαξε την οπτική μου για τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα. Σαν να μου τον «έκλεψε».

Κι αυτό είναι ένα από τα ευχάριστα «ατυχήματα» της κινηματογραφικής διαδικασίας. Κάθε ταινία είναι προϊόν πολλών παραγόντων.

Κάναμε πρόβες επί σχεδόν τρεις μήνες με τον Ubeimar, για να νιώσει άνετα με την τεχνική της υποκριτική, καθώς ήταν η πρώτη μου εμφάνιση σε ταινία. Οι πρόβες μάς βοήθησαν να αποκομίσουμε το καλύτερο δυνατόν από αυτόν.

Έπρεπε να δουλέψει πολύ. Όλο το συνεργείο τον αγάπησε. Ήταν μια όμορφη εμπειρία και για εκείνον και για εμάς.




Το φιλμ σου υιοθετεί έναν σκοτεινά κωμικό τόνο. Μήπως επειδή η ίδια η ζωή είναι -ή μπορεί να είναι- κωμικοτραγική; Ή μήπως το κωμικό στοιχείο εισάγεται για να εξισορροπήσει το βαρύ περιεχόμενο της ταινίας;

Ήθελα κυρίως να γυρίσω μια κωμωδία για θεραπευτικούς λόγους, επειδή το φιλμ προέκυψε από μια αίσθηση απογοήτευσης και επειδή βασανιζόμουν κάνοντας σινεμά εκείνη την περίοδο.

Ήθελα να απαλλαγώ από αυτήν την ιδέα, να απολαύσω τη διαδικασία της δημιουργίας μαζί με το υπόλοιπο συνεργείο και να επανασυνδεθώ με το νεανικό μου πάθος για το σινεμά.

Επιπλέον, δεν υπήρχε άλλος τρόπος να διαχειριστώ τα θέματα της ταινίας.

Ήθελα να μιλήσω για και να γελάσω με τα πάντα: με την κοινωνία, με τα διλήμματα του καλλιτέχνη, με τα προβλήματα τού να είσαι άντρας, στρέφοντας την κάμερα προς τους καλλιτέχνες και προς έμενα, κάνοντάς μας να αισθανθούμε άβολα.

Η ποίηση μού επιτρέπει να γελάσω με τα πάντα - και με τον εαυτό μου. Ελπίζω κι οι θεατές να μπορούν να γελάσουν με τους εαυτούς τους.

Λατρεύω, εξάλλου, την κωμωδία, που αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα τέχνη, όχι τόσο σημαντική όσο το δράμα. Με την κωμωδία μπορείς να μιλήσεις ελεύθερα για ζητήματα με τα οποία φοβάσαι να καταπιαστείς.

Σε έναν κόσμο κυριαρχούμενο από πολέμους και γενοκτονίες, έχει ακόμα νόημα η τέχνη;

Για μένα, η τέχνη έχει πολύ νόημα. Γι’ αυτό, άλλωστε, και ήθελα να γυρίσω ένα φιλμ σχετικά με αυτήν. Αναζητούσα τον πυρήνα της.

Όταν ξεκίνησα να ασχολούμαι με τον κινηματογράφο, ήταν κάτι τεράστιο για μένα.

Μεγαλώνοντας, και καθώς γίνεσαι κομμάτι της καλλιτεχνικής βιομηχανίας, αντιλαμβάνεσαι και λιγότερο ενδιαφέροντα πράγματα. Τότε, η τέχνη μετατρέπεται σε ό,τι αντιπαλεύεις.

Πάνω σε αυτά τα ζητήματα ήθελα να στοχαστώ με το Ένας Ποιητής.

Υπάρχει τέχνη αυθεντική, γεμάτη ψυχή και αγάπη, και καλλιτέχνες πρόθυμοι να μιλήσουν για όσα κουβαλάνε στην καρδιά τους.

Κάποιες φορές, όμως, κάνουμε τέχνη για να ευχαριστήσουμε τους άλλους και σκεπτόμενοι την αγορά.

Αυτό το φιλμ συνιστά, για μένα, την αναζήτηση της τέχνης η οποία είναι αγνή, προσωπική και όμορφη.

Ευχαριστώ θερμά τον σκηνοθέτη για τον χρόνο του και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

H ταινία του Simón Mesa Soto Ένας Ποιητής προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 28 Μαΐου σε διανομή της Filmtrade.




Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Tρίνε Ντίρχολμ: «Πρέπει να έρχεσαι σε επαφή με το άγνωστο όταν παίζεις»

 

Τρίνε Ντίρχολμ (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Η Έινε και ο Τόμας ετοιμάζονται να χωρίσουν, όταν ξαφνικά η Έινε παθαίνει εγκεφαλικό, και το ζευγάρι έρχεται αντιμέτωπο με μια νέα πραγματικότητα.

Αυτήν την πραγματικότητα εξερευνά η Ζανέτε Νόρνταλ στην ταινία της Ξεκινήματα, που κυκλοφορεί στις 16 Απριλίου. Την Έινε υποδύεται η Τρίνε Ντίρχολμ, μια από τις κορυφαίες Σκανδιναβές ηθοποιούς. Μια συνάντηση μαζί της.

Από την πρώτη στιγμή που παρακολούθησα το Κοινόβιο, κάπου δέκα χρόνια πριν, το διαρκές όνειρό μου ήταν τόσο να κάνω μια κουβέντα μαζί σου, όσο και το να σε γνωρίσω από κοντά, όταν αυτό θα ήταν εφικτό.

Είναι πολύ όμορφο αυτό το οποίο λες.

Είμαι, λοιπόν, πολύ χαρούμενος...

... που συμβαίνει τώρα.

Κι αυτό με οδηγεί στην ερώτησή μου.

Δεδομένου ότι εμπλέκεσαι με την τέχνη από πολύ νεαρή ηλικία, αρχικά ως τραγουδίστρια και κατόπιν ως ηθοποιός, υπήρξε το όνειρό σου αυτή η ενασχόληση;

Αυτό το οποίο έκανα όταν ήμουν πολύ πολύ μικρή ήταν πάντα να κοιτάζω τους άλλους ανθρώπους και να προσπαθώ να φαντάζομαι πώς ήταν να είναι εκείνοι.

Υπήρξε, επομένως, ένα φυσικό ενδιαφέρον από πλευράς μου η μεταπήδηση στην οπτική ενός άλλου.

Αυτό συνιστά κι ένα προνόμιό σου ως ηθοποιού, έχεις την ευκαιρία να γνωρίσεις άλλες οπτικές μέσα από τους χαρακτήρες που υποδύεσαι.

Έπειτα, ανέκαθεν μ’ ενδιέφερε η μουσική -συμμετείχα στον διαγωνισμό της Γιουροβίζιον σε ηλικία δέκα τεσσάρων χρονών-  και πίστευα πως θα γινόμουν τραγουδίστρια, αλλά μετά είχα την αίσθηση ότι δεν ήμουν αρκετά καλή.

Επιπλέον, χρειαζόμουν περισσότερα από τη μουσική και μόνο, είχα ανάγκη την αφήγηση ιστοριών.




Αυτήν την ανάγκη εκπλήρωσε, λοιπόν, η υποκριτική, τουλάχιστον αρχικά.

Ναι. Εργάστηκα, επίσης, ως δημοσιογράφος, ως ρεπόρτερ, ασχολούμενη με παιδικές εκπομπές στο ραδιόφωνο από τα δώδεκα μέχρι τα δεκαεπτά μου: παρουσίαζα ένα ζωντανό σόου κάθε Παρασκευή πρωί, πριν πάω στο σχολείο.

Κατά κάποιον τρόπο, πάντα αναζητούσα ιστορίες. Εκείνη την περίοδο θεωρούσα πως ίσως θα γινόμουν δημοσιογράφος.

Κατέληξα, όμως, στο ότι θα μπορούσα να βρω τα πάντα στην υποκριτική, η οποία για μένα είναι σίγουρα μια ανάγκη κι ένας τρόπος επικοινωνίας και κατανόησης της ανθρώπινης φύσης.

Νιώθεις πως ωριμάζεις ως άνθρωπος μέσω των διάφορων χαρακτήρων που κατά καιρούς ενσαρκώνεις και, στη συνέχεια, αντανακλάς, μοιράζεσαι αυτήν την ωριμότητα με το κοινό;

Στις σχέσεις με άλλους ανθρώπους αισθάνομαι άνετα.

Αν, όμως, πρέπει να υποδυθώ κάποιον χαρακτήρα ως Τρίνε, μπορεί να νιώσω πολύ άβολα. Για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι πάντα τόσο καλή στο να στέκομαι από μόνη μου, επειδή αισθάνομαι ανασφαλής εύκολα.

Εφόσον, ωστόσο, έχω κάποιο υλικό, μια άλλη οπτική, κι εγώ είμαι ένα είδος διάμεσου, αυτό μπορεί να με βοηθήσει να συνδεθώ με κάτι ευρύτερο.

Πρέπει να έρχεσαι σε επαφή με το άγνωστο όταν παίζεις, και βασικά να εξερευνάς στιγμές. Πρέπει να ανοίγεσαι σε καθετί που μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή.

Κι αυτό δε σημαίνει πως χρειάζεται να αυτοσχεδιάσω. Η προσέγγισή μου έχει αυστηρή φόρμα.

Και πάλι, όμως, αν θέλεις να αποδώσεις όλες τις αποχρώσεις της ζωής, πρέπει να είσαι παρούσα. Και το να είσαι παρούσα σημαίνει το να είσαι ανοιχτή και να εξερευνάς τη στιγμή.

Ανεξαρτήτως αν οι χαρακτήρες τους οποίους υποδύεσαι είναι περισσότερο ή λιγότερο συμπαθητικοί, αμφιλεγόμενοι ή σκοτεινοί.

Γενικότερα, επιλέγεις τους χαρακτήρες που ενσαρκώνεις ή αποδέχεσαι προτάσεις αν σε εμπνέουν αρκετά ως καλλιτέχνιδα;

Δεν είμαι μεγάλη φαν της κακής πλευράς της δουλειάς. Πάντα διαλέγω τα πρότζεκτ μου βάσει ενός συνδυασμού υλικού και εμπλεκόμενων ανθρώπων.

Μου αρέσει να συνεργάζομαι με γενναιόδωρους ανθρώπους και θέλω να περνώ τη ζωή μου με πρόσωπα τα οποία με εμπνέουν. Όχι να γελάμε όλη την ώρα, ούτε να αισθανόμαστε χαλαρά. Αλλά πρέπει να υπάρχει μια αίσθηση σεβασμού.

Πρέπει να τολμάμε να σκάβουμε βαθιά. Αυτό επιθυμώ. Κι από πολύ μικρή έχω καταφέρει να ακούω την εσωτερική μου πυξίδα.

Δε σε έχει απογοητεύσει ποτέ;

Βεβαίως! Αλλά κι αυτή η απογοήτευση είναι κομμάτι της ζωής.

Ποτέ δε με ενδιέφερε να βγάλω πολλά λεφτά. Κερδίζω αρκετά ώστε να επιβιώνω και να απολαμβάνω κάποιου είδους ελευθερία, αλλά δεν είναι ο στόχος μου.

Έτσι καταφέρνω να επιλέγω τα σωστά πρότζεκτ. Αν επιθυμείς να αποκτήσεις πολλά λεφτά, τότε πρέπει να αλλάξει η πυξίδα σου, και μπορεί να παραμορφωθεί.

Σε κάθε περίπτωση, όποτε αποδέχομαι μια πρόταση, κινώ τον χαρακτήρα που υποδύομαι με έναν πιο περίπλοκο τρόπο και γίνομαι συνδημιουργός του.

Μπορεί, λοιπόν, ένας χαρακτήρας να μην είναι ο καλύτερος στο χαρτί, αλλά ίσως μπορούμε να τον συνδημιουργήσουμε με τον σκηνοθέτη και με το υπόλοιπο καστ.

Για μένα, είναι σημαντικό να αναλαμβάνω ευθύνη. Είναι και διασκεδαστικό. Κι όχι γιατί να είναι δύσκολο να υπακούω σε εντολές. Πρέπει, όμως, να καταλαβαίνω το συγκείμενο, καθώς και το σκηνοθετικό όραμα.

Δε χρειάζομαι ανθρώπους οι οποίοι προσέρχονται με απαντήσεις. Ρωτώ, αναρωτιέμαι, και κατόπιν μπορούμε να αναρωτηθούμε παρέα. Είμαι μεγάλη φαν της δοκιμής. Και δεν είναι απαραίτητο αυτό το οποίο προκύπτει να είναι καλό.




Μπορεί να οδηγήσει κάπου ή και όχι.

Ακριβώς! Ας το ανακαλύψουμε. Μισώ τις πολλές προκαταρκτικές συζητήσεις. Οι λέξεις είναι υποκειμενικές.

Όσα μου λες αντανακλώνται επί της ουσίας με τον τίτλο της ταινίας Ξεκινήματα της Ζανέτε Νόρνταλ. Πιο πολύ από ερωτική ιστορία, είναι ένα φιλμ για την εύρεση μιας νέας ισορροπίας.

Ως ηθοποιός -ίσως και ως άνθρωπος- είσαι σε διαρκή αναζήτηση νέων ξεκινημάτων ή επνακαθορισμού του σημείου όπου βρίσκεσαι σε κάθε στάδιο της ζωής σου - καλλιτεχνικά και προσωπικά;

Υπάρχει μια τεράστια διαφορά.

Αισθάνομαι πολύ μεγαλύτερη σιγουριά σε καλλιτεχνικό επίπεδο με τα νέα ξεκινήματα, επειδή ο χαρακτήρας μου κατά κάποιον τρόπο με προστατεύει και με καθοδηγεί, οπότε εγώ απλώς πρέπει να τον ακολουθήσω. 

Βάζω το εγώ μου στην άκρη, εισχωρώ σε κάτι άλλο, και μετά δεν έχει καθόλου να κάνει με μένα. Όλοι οι φόβοι και η ματαιοδοξία μου εξαφανίζονται. Εκεί είναι το καλό σημείο όπου πρέπει να βρίσκομαι όταν παίζω και νιώθω πιο ελεύθερη από οπουδήποτε αλλού.

Ως άνθρωπος, μερικές φορές αντιμετωπίζω πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες με τα νέα ξεκινήματα, επειδή τρομάζω πολύ.

Κι όμως, βγάζεις τόση αυτοπεποίθηση εξωτερικά, με τον τρόπο που περπατάς και στέκεσαι ενώπιον του κοινού.

Είναι σαν κι η Έινε, η πρωταγωνίστρια των Ξεκινημάτων, να αποπνέει κάποια από την αυτοπεποίθηση την οποία φαίνεται να αντανακλάς.

Το να είσαι ηθοποιός σχετίζεται με την επικοινώνηση όλων αυτών με το κοινό, σε πολλά -ας ελπίσουμε- επίπεδα.

Ίσως, λοιπόν, να είμαι σίγουρη όταν με βλέπεις, αλλά να βιώνω και κάποια νευρικότητα.

Έχοντας μιλήσει για την αυτοπεποίθηση στην υποκριτική, τι σε φοβίζει περισσότερο σ’ αυτήν;

Δε με τρομάζουν και τόσο τα μεγάλα συναισθήματα πλέον, επειδή έχω μάθει απλά να βυθίζομαι σ’ αυτά.

«Προσοχή στο κενό, έρχεται η υποκριτική», λέω στην ομάδα, καθώς τότε δεν αναλαμβάνω την ευθύνη για την καλή υποκριτική, επειδή δε νοιάζομαι γι’ αυτήν. Νοιάζομαι απλώς για το να υπάρχω ή να εξερευνώ.

Αυτό που ίσως με τρομάζει πιο πολύ είναι το να αποκτώ υπερβολική επίγνωση της θέασης του εαυτού μου απέξω. Και πρέπει να το δουλεύω. Δε θέλω να είμαι υπερβολικά συνειδητή.

Είσαι υπερβολικά παραγωγικός άνθρωπος, επομένως είμαι σίγουρος ότι θα έχουμε την ευκαιρία να κουβεντιάσουμε εκ νέου στο μέλλον.

Ήδη δουλεύω πάνω σε δύο πρότζεκτ. Και με τόσους υπέροχους ανθρώπους εδώ στη Θεσσαλονίκη, ίσως προκύψουν κι άλλα!

Η συνέντευξη με την Τρίνε Ντίρχολμ πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 66ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου η ταινία Ξεκινήματα πραγματοποίησε την ελληνική πρεμιέρα της.

Ευχαριστώ θερμά τον Γιώργο Παπαδημητρίου από το Γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ και την Ευάννα Βενάρδου από τη Weird Wave για την πολύτιμη συμβολή τους στον προγραμματισμό της.

Η ταινία της Ζανέτε Νόρνταλ Ξεκινήματα, με πρωταγωνίστρια την Τρίνε Ντίρχολμ, προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 16 Απριλίου σε διανομή της Weird Wave.



Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Ανμαρί Τζάσιρ: «Η Παλαιστίνη είναι η μόνη σταθερά στη ζωή μου»

 

Ανμαρί Τζάσιρ (Φωτογραφία: Άρης Ράμμος)

Παθιασμένη όσο και οι ταινίες της, η Ανμαρί Τζάσιρ είναι από τις πιο καταξιωμένες Παλαιστίνιες σκηνοθέτριες.

Συνομιλώντας μαζί της με αφορμή την αθηναϊκή πρεμιέρα του πιο πρόσφατου φιλμ της, Παλαιστίνη 36, την Παρασκευή 13 Μαρτίου στον κινηματογράφο Τριανόν.

Έχουμε συναντηθεί διά ζώσης μόνο μία φορά, όταν παρευρέθηκες στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την παρουσίαση της ταινίας σου, Όταν σε είδα. Πόσο έχεις αλλάξει από τότε και τι έχει παραμείνει το ίδιο;

Γεια σου, Γιάννη. Χαίρομαι που επικοινωνώ ξανά μαζί σου. Πολλά έχουν αλλάξει από τότε.

Έγινα μητέρα, έχασα αγαπημένα μου πρόσωπα και εμείς, ως Παλαιστίνιοι, βρεθήκαμε να ζούμε τη γενοκτονία του ίδιου μας του λαού. Η ζωή έχει αλλάξει πολύ. Όσο για αυτό το οποίο παραμένει το ίδιο: η πειθαρχία στην άσκηση της ελπίδας.

Αν και γεννήθηκες στην Παλαιστίνη, έζησες ελάχιστα εκεί στα πρώιμα χρόνια της ζωής σου, έχοντας περάσει την παιδική και νεανική σου ηλικία στη Σαουδική Αραβία, προτού μετακομίσεις στις Η.Π.Α. για σπουδές.

Στην πραγματικότητα, έχω περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου στην Παλαιστίνη: εκεί ζω τώρα και είναι το μέρος στον κόσμο όπου έχω ζήσει περισσότερο από οπουδήποτε αλλού.

Τα παιδικά μου χρόνια στη Σαουδική Αραβία με έχουν επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό, και ο χρόνος που πέρασα στις Η.Π.Α. ήταν επίσης ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μου.

Ωστόσο, η Παλαιστίνη είναι η μόνη σταθερά στη ζωή μου, το μόνο μέρος στο οποίο επέστρεφα πάντα.

Πώς βίωσες την περίοδο που υπήρξες Παλαιστίνια της Διασποράς, ειδικά στο βορειοαμερικανικό πολιτιστικό/πολιτικό περιβάλλον, και πώς σε έχει βοηθήσει ο κινηματογράφος να επαναπροσδιορίσεις το πλαίσιο της ταυτότητάς σου;

Ως κάποια που ζει στην Παλαιστίνη, δε θεωρώ τον εαυτό μου μέρος της Διασποράς.

Ωστόσο, πιστεύω ότι όλοι οι Παλαιστίνιοι είναι πρόσφυγες: μέχρι να αποκτήσουμε την ελευθερία μας, όλοι μας είμαστε πρόσφυγες, ανεξάρτητα από το πού ζούμε - είτε εντός, είτε εκτός Παλαιστίνης.

Είσαι ένθερμη υποστηρίκτρια του ανεξάρτητου κινηματογράφου εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες.

Τι σημαίνει να είσαι ανεξάρτητη σκηνοθέτρια όσον αφορά στο καλλιτεχνικό όραμα, την πολιτική δέσμευση και την αυτονομία χρηματοδότησης στις μέρες μας;

Η ανεξαρτησία είναι συνδεδεμένη με την ελευθερία. Πιστεύω πως πρέπει να αγωνιστούμε γι’ αυτήν την ελευθερία ως καλλιτέχνες, ως κινηματογραφιστές και ως άνθρωποι.

Σημαίνει ότι πρέπει να αγωνιστούμε για το όραμά μας, να έχουμε πίστη στους ανθρώπους με τους οποίους συνεργαζόμαστε - η συνεργατική φύση της δουλειάς μας είναι μέρος αυτού.

Προερχόμενη από έναν τόπο που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ξένη χρηματοδότηση, είναι επίσης εξαιρετικά σημαντικό να επιμείνουμε στην ανεξαρτησία και τη χρηματοδότηση χωρίς απολύτως κανέναν καλλιτεχνικό όρο.

Στις μέρες μας, υπάρχει η αίσθηση ότι ο ανεξάρτητος κινηματογράφος απειλείται περισσότερο από ποτέ, και πολλές ταινίες που ονομάζονται ανεξάρτητες δεν απειλούνται.

Η τελευταία, εύστοχα τιτλοφορημένη και πιο πολιτικά φορτισμένη ταινία σου, Παλαιστίνη 36, αφηγείται την αραβική εξέγερση του 1936-1939 ενάντια στη βρετανική αποικιακή κυριαρχία στην Παλαιστίνη κατά την περίοδο της Εντολής.

Γιατί επέλεξες να εμβαθύνεις σ’ αυτήν την περίοδο;

Πώς θα μπορούσα να μην το κάνω; Είναι η ιστορία των καταβολών μας. Όλα όσα αφορούν αυτήν τη στιγμή είναι εκρηκτικά, απολύτως κρίσιμα για την κατανόηση του κόσμου σήμερα και σχετικά με τη ζωή μας.

Το 1936 σηματοδοτεί την έναρξη της μεγαλύτερης και μακροβιότερης εξέγερσης κατά της τριακονταετούς βρετανικής κυριαρχίας στη χώρα μου.

Αυτή η εξέγερση με επικεφαλής τους αγρότες ήταν η αρχή ενός οργανωμένου εθνικού κινήματος για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης - και είναι ένα κίνημα που δεν έχει τελειώσει ποτέ.

«Η ιστορία θα είναι ευγενική μαζί μου γιατί εγώ σκοπεύω να τη γράψω», δήλωνε κάποτε αλαζονικά ο Τσόρτσιλ. Στο Παλαιστίνη 36, ωστόσο, δεν είναι ο νικητής ο οποίος γράφει την Ιστορία/ιστορία.

Μέσα από την αφήγησή σου, οι καταπιεσμένοι Παλαιστίνιοι ανακτούν τη φιμωμένη φωνή τους.

Απολύτως. Και είναι η ιστορία του κόσμου πραγματικά - ότι μια ομάδα αλαζόνων ηλίθιων έγραψαν Ιστορία.

Όταν παρουσιάσαμε την ταινία για πρώτη φορά στο Ηνωμένο Βασίλειο, συνέβησαν δύο απίστευτα πράγματα: το ένα είναι πως πήγαμε στο βρετανικό κοινοβούλιο για να προβάλουμε την ταινία και να κάνουμε μια συζήτηση.

Το μόνο το οποίο σκεφτόμουν ήταν ότι στεκόμουν στα ίδια τα δωμάτια, περπατώντας στους διαδρόμους, όπου ελήφθησαν εκατό φρικτές αποφάσεις για να βλάψουν και να χειραγωγήσουν τον λαό μου.

Ένα πορτρέτο του Λόρδου Μπάλφουρ ήταν σε έναν τοίχο. Σε ένα άλλο δωμάτιο, του θείου του Λόρδου Πιλ ή κάτι τέτοιο.

Όταν κάναμε πρεμιέρα στο φεστιβάλ κινηματογράφου BFI του Λονδίνου, είπα στη σκηνή: «Πριν από ενενήντα χρόνια, οι Βρετανοί ήρθαν στη γη μας. Τώρα είμαστε εδώ, για να σας πούμε από τη δική μας οπτική γωνία την ιστορία εκείνων των χρόνων».




Θα ήθελες να αναλύσεις τον ρόλο του κινηματογράφου, ιδίως του σύγχρονου παλαιστινιακού κινηματογράφου, ως εργαλείου για την επανεγγραφή της Ιστορίας/ιστορίας υπό το πρίσμα των καταπιεσμένων και ως μέσου συλλογικής ενδυνάμωσης;

Είναι πολύ σημαντικό ένας λαός να βλέπει τον εαυτό του στην οθόνη και να απορρίπτουμε την ιδέα ότι ο κινηματογράφος είναι για τους προνομιούχους, για όσους έχουν εξουσία ή για ανθρώπους μακριά.

Είμαστε εμείς σε αυτήν την οθόνη, είναι οι ζωές μας, οι ιστορίες μας - αυτό είναι απίστευτα ενδυναμωτικό.

Κυρίως επειδή οι ζωές μας διαγράφονται συνεχώς. Η ίδια μας η ύπαρξη αποτελεί απειλή για τόσους πολλούς ανθρώπους. Οι ιστορίες μας, η Ιστορία μας, η αγάπη μας και η ανθεκτικότητά μας.

Όλα αυτά απειλούνται κάθε μέρα από τότε που γεννήθηκα. Η παλαιστινιακή τέχνη λέει «όχι» ξανά και ξανά - δε θα εξαφανιστούμε. Ποτέ. Δε θα επιτρέψουμε σε κανέναν να μας το κάνει αυτό.

Ποιο κοινό είχες κυρίως κατά νου όταν γύριζες αυτήν τη μεγάλου μήκους ταινία, τη μόνη η οποία έχει γυριστεί στην Παλαιστίνη από τις 7 Οκτωβρίου και τη μεγάλης κλίμακας γενοκτονία που ακολούθησε;

Έχω πάντα κατά νου το παλαιστινιακό κοινό πρώτα και κύρια:

Ο κινηματογράφος είναι εκεί όπου μιλάμε ο ένας στον άλλον, αμφισβητούμε ο ένας τον άλλον, ενωνόμαστε συλλογικά για να δημιουργήσουμε, να παρακολουθήσουμε, για να τιμήσουμε τους προγόνους μας και τους μάρτυρές μας, αλλά και να επικρίνουμε και να αμφισβητήσουμε τις αποφάσεις μας.

Είναι ο χώρος όπου υπερασπιζόμαστε τη ζωή.

Όπως ήταν αναμενόμενο, το Παλαιστίνη 36 έχει απαγορευτεί στο Ισραήλ. Πώς ερμηνεύεις την αυξανόμενη φασιστικοποίηση τόσο των ισραηλινών κρατικών μηχανισμών όσο και της αντίστοιχης κοινωνίας;

Για άλλη μια φορά, οι άνθρωποι απειλούνται, και τα συστήματα απειλούνται, όταν αμφισβητείται η εξουσία.

Οι Παλαιστίνιοι είναι σαν θαλάσσια φυτά κάτω από το νερό - κύματα έρχονται και παρέρχονται και εμείς προσπαθούμε να κρατηθούμε εκεί που βρισκόμαστε.

Μερικές φορές το νερό είναι πιο ήρεμο από άλλα, άλλοτε είναι παλιρροϊκό κύμα. Έτσι βλέπω τον φασισμό: αρνούμαστε να τον αφήσουμε να μας τραβήξει έξω και να μας πετάξει μακριά. Aντέχουμε κάθε κύμα.

Δεν είναι μόνο το ισραηλινό κράτος που υιοθετεί και επιβάλλει ολοένα και πιο αυταρχικά μέτρα κατά του παλαιστινιακού πληθυσμού.

Το ίδιο ισχύει και για τα περισσότερα δυτικά κράτη, τα οποία τείνουν να ποινικοποιούν ακόμη και τον φιλοπαλαιστινιακό λόγο. Γιατί;

Είναι μια καλή ερώτηση. Γιατί;

Ίσως επειδή είμαστε ένας επαναστατικός λαός, ένας λαός που έχει απορρίψει τον έλεγχο για εκατοντάδες και εκατοντάδες χρόνια - είναι στο αίμα μας. Είμαστε ένας ελεύθερος λαός, ανεξάρτητα από το ποια κατοχή αντιμετωπίζουμε αυτήν τη στιγμή.

Από την άλλη, ένας επίσης αυξανόμενος αριθμός πολιτών ανά τον κόσμο, συχνά ενάντια στην επίσημη πολιτική των αντίστοιχων κυβερνήσεων, εκδηλώνει την αλληλεγγύη του προς τους Παλαιστίνιους και την παλαιστινιακή υπόθεση, αγανακτισμένος από τη γενοκτονία.

Μπορεί αυτή η καθυστερημένη κινητοποίηση της βάσης να ερμηνευτεί ως ένδειξη αλλαγής παραδείγματος, ακόμη και στον κόσμο του κινηματογράφου;

Το ελπίζω. Πραγματικά. Νιώσαμε πιο μόνοι από ποτέ κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας.

Με πληγώνει το γεγονός ότι όλος ο κόσμος παρακολουθούσε την εξόντωσή μας για περισσότερα από δύο χρόνια και δεν έκανε απολύτως τίποτα - δεν θα μπορέσω ποτέ να εκφράσω πλήρως το πώς ήταν αυτό για εμάς.

Και ναι, αυτές οι διαμαρτυρίες αυξήθηκαν, οι άνθρωποι ήρθαν σε επαφή, κάποιοι πήραν θέση - και τους είδαμε. Τους είδαμε και τους γνωρίζουμε. Ο τρόπος με τον οποίο αυτοί οι άνθρωποι επέμειναν να σπάσουν αυτή την θανατηφόρα σιωπή. Έχει νόημα.

Και τέλος, κατά τη γνώμη σου, θα επουλωθεί ποτέ το τραύμα που προκλήθηκε στους Παλαιστίνιους από την βάναυση ισραηλινή κατοχή και εκδηλώθηκε μέσα από χιλιάδες καθημερινές τραγωδίες ή απλώς θα αλλάζει διαρκώς μορφές;

Δεν ξέρω αν μπορώ να απαντήσω σε αυτήν την ερώτηση τώρα. Είναι πολύ επώδυνη. Πραγματικά δεν ξέρω πώς μπορούν οι άνθρωποι να γιατρευτούν από τέτοια βαρβαρότητα. Πραγματικά δεν ξέρω. Σε ευχαριστώ, αγαπητέ Γιάννη.

Ευχαριστώ θερμά την Aya Saleh Samaha (Innovatus Advertising) για την πολύτιμη συμβολή της στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Μετά την ελληνική πρεμιέρα της στο πλαίσιο του 66ου ΦΚΘ, η ταινία της Ανμαρί Τζάσιρ Παλαιστίνη 36 πραγματοπoιεί την αθηναϊκή την Παρασκευή 13 Μαρτίου (19:30 & 22:00) στον κινηματογράφο Τριανόν (Κοδριγκτώνος 22, Κυψέλη).