Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κολομβία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κολομβία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Γιουριέτ Ρομέρο: «Οι φυλακές αποτελούν καθρέφτη του ποιοι είμαστε ως κοινωνία»

 


Βγαλμένη από την πραγματικότητα των φτωχών, μαύρων, περιθωριοποιημένων Αφρο-Κολομβιανών γυναικών, η συλλογή διηγημάτων της Κολομβιανής Γιουριέτ Ρομέρο, Οι Επισκέπτριες, κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora.

Μια συνομιλία με την πολλά υποσχόμενη συγγραφέα.

Το Οι Επισκέπτριες, λογοτεχνικό σου ντεμπούτο, είναι ουσιαστικά ένα διεπιστημονικό πολυμεσικό εγχείρημα το οποίο περιλαμβάνει την ανά χείρας συλλογή διηγημάτων, μια τηλεοπτική σειρά και μια ταινία.

Γιατί αποφάσισες να το δομήσεις με αυτόν τον τρόπο;

Πάντα ήθελα να γυρίσω μια ταινία βασισμένη σε αυτή την ιδέα. Άρχισα να την επεξεργάζομαι και σταδιακά να την υλοποιώ το 2017, κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους των σπουδών μου στο πανεπιστήμιο.

Εκείνο το έτος αφιέρωσα ελάχιστο χρόνο στη συγγραφή, καθώς συνέβαιναν πολλά παράλληλα: αποφοίτησα και άρχισα να εργάζομαι σε διάφορα τηλεοπτικά πρότζεκτ.

Το 2019 ταξίδεψα στην Ισπανία για να παρακολουθήσω ένα θερινό σεμινάριο δημιουργικής γραφής στο Πανεπιστήμιο Κομπλουτένσε της Μαδρίτης.

Είχα ήδη γράψει μία ή δύο ιστορίες και όσα έμαθα εκεί με βοήθησαν να δομήσω το βιβλίο και να σημειώσω σημαντική πρόοδο.

Αυτή η εκπαιδευτική εμπειρία λειτούργησε ως μέρος του κινήτρου για να ξεκινήσω τη συγγραφή του βιβλίου. Στο μεταξύ, η ιδέα της δημιουργίας μιας ταινίας έχανε τη δυναμική της λόγω των προκλήσεων που συνεπάγεται η κινηματογραφική παραγωγή.

Το 2020, χάρη σε μια επιχορήγηση από την κυβέρνηση της Κολομβίας, ολοκλήρωσα το βιβλίο· στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού μου, διαμόρφωσα το εγχείρημα ως μια διαμεσική προσπάθεια η οποία περιλάμβανε ένα βιβλίο, μια σειρά και μια ταινία.

Ελπίζουμε ότι η ταινία θα κάνει πρεμιέρα την ερχόμενη χρονιά.

«Στις κοινωνίες μας, οι φυλακές έχουν χρώμα και κοινωνική τάξη. Δεν είναι απλώς χώροι νομικής τιμωρίας, αλλά μια βάναυση αντανάκλαση της ανισότητας», γράφεις. Πράγματι, οι ηρωίδες σου είναι φτωχές, μαύρες και Αφρο-Κολομβιανές.  

Με ποιους τρόπους οι φυλακές δεν αποτελούν μόνο «αντανάκλαση της ανισότητας», αλλά και πεδίο αντιπαράθεσης και αγώνα στο πλαίσιο της Κολομβίας;

Ναι, στην Κολομβία και, υποθέτω, σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, πιστεύω πως οι φυλακές αποτελούν καθρέφτη του ποιοι είμαστε ως κοινωνία.

Στην ουσία τους, διαχωρίζονται από ένα ταξικό σύστημα που, σε δομικό επίπεδο, καλλιεργεί τον βαθιά ριζωμένο ρατσισμό και τον μισογυνισμό. Το σωφρονιστικό σύστημα λειτουργεί εντός ενός πατριαρχικού πλαισίου· αυτό είναι γεγονός.

Τι σημαίνει να είναι κάποιος ελεύθερος σε έναν θεμελιωδώς ανελεύθερο κόσμο; Αποτελεί η λογοτεχνία μια άσκηση ελευθερίας;

Σκέφτομαι μερικές φορές ότι η ελευθερία είναι μύθος. Στο βιβλίο, ήθελα να θίξω το πώς, για τις γυναίκες, η ίδια η γέννηση μπορεί να αποτελεί μια φυλακή.

Η παγκόσμια αντίληψη για τη γυναικεία φύση αποτελεί από μόνη της μια μορφή εγκλεισμού και, τέλος πάντων, ας δούμε τι συμβαίνει στον κόσμο:

Εκείνες τις υπερσυντηρητικές τάσεις που προτείνουν την επιστροφή των γυναικών σε καθεστώς πολίτη δεύτερης κατηγορίας, μια θέση που υποτίθεται ότι είχαμε ξεπεράσει.

Για μένα προσωπικά, η γραφή υπήρξε πάντα ένας ασφαλής χώρος όπου μπορώ να υπάρχω πέρα ​​από ταμπέλες και προσδοκίες· φυσικά, οι προκαταλήψεις οι οποίες έχουν διαμορφωθεί μέσα μου παραμένουν, αλλά τουλάχιστον νιώθω ελεύθερη.

Σε ποιον βαθμό ταυτίζεσαι προσωπικά με τις φωνές και την καθαρά σωματική υπόσταση των ηρωίδων σου, με τους αγώνες, τις αντιφάσεις και τις χαρές τους;

Κάθε μία από τις γυναίκες που εμφανίζονται στο βιβλίο ενέχει ένα κομμάτι του εαυτού μου.

Αυτό δε συμβαίνει μόνο επειδή πρόκειται για γυναίκες οι οποίες έχουν υποστεί φυλετική κατηγοριοποίηση, και έχουν μεγαλώσει σε συνθήκες φτώχειας (κάποιες από αυτές, όπως κι εγώ).

Αλλά και επειδή έχουν επηρεαστεί από την πραγματικότητα του να είναι «επισκέπτριες» και να ζουν μέσα σε αόρατες φυλακές, όπως η οικογένεια, ο έρωτας κ.ά.

Δυστυχώς, οι χαρακτήρες αυτοί αντικατοπτρίζουν τον τρόπο με τον οποίο έβλεπα, μεγαλώνοντας, τις γυναίκες της οικογένειας και της γειτονιάς μου.

«Αυτή η συλλογή ιστοριών γεννήθηκε από τη βαθιά μου ανησυχία για τον κόσμο, για την ίδια τη φύση, όταν ανακάλυψα, ως επισκέπτρια, ότι είμαι καταδικασμένη να φροντίζω όποιον άντρα βρεθεί στη ζωή μου», ισχυρίζεσαι περαιτέρω.

Με ποια έννοια είναι η φροντίδα βάρος;

Η φροντίδα ενός άλλου ανθρώπου μπορεί να αποτελεί προνόμιο σε μια πραγματικότητα όπου κάτι τέτοιο θεωρείται δεδομένο.

Η παροχή φροντίδας δεν είναι απλώς μια πράξη με την κυριολεκτική έννοια, εμπεριέχει επίσης τη διαρκή σκέψη για τους άλλους.

Το σύστημα, στη σημερινή του μορφή, είναι έτσι δομημένο ώστε οι γυναίκες να αναλαμβάνουν αυτόν τον ρόλο αυτόματα.

Γι’ αυτό, από την παιδική μας ηλικία, ακούμε φράσεις όπως «ετοίμασε το φαγητό» ή «τακτοποίησε το σπίτι», οι οποίες δε θα ακουστούν ποτέ για τα αγόρια.

Υπό αυτήν την έννοια, η φροντίδα μετατρέπεται σε βάρος, δεδομένου ότι δεν υπάρχει περιθώριο επιλογής.

Θα ήθελες να αναπτύξεις τις ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις της έννοιας της «αναμονής», είτε πρόκειται για αναμονή σε κάποια ουρά είτε υπό μια πιο μεταφορική έννοια;

Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια πόλη που δεν είχε τρεχούμενο νερό και, από παιδί ακόμα, άκουγα το ίδιο πράγμα: ότι πρέπει να περιμένουμε να έρθει το κράτος να το φτιάξει.

Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, άκουγα: «Κάποια μέρα θα ζούμε σε μια πιο ασφαλή πόλη».

Στην πραγματικότητα, η αναμονή διαποτίζει την καθημερινότητά μας σε τέτοιο βαθμό, που φαντάζει φυσιολογική σε κάθε τομέα της ζωής.

Όταν έχεις ραντεβού με γιατρό, η αναμονή είναι ο κανόνας, αν το ραντεβού σου ήταν για τις 7:00, μπορεί να εξεταστείς τελικά στις 11:00 το πρωί, επειδή και σε άλλα δέκα άτομα είχαν πει την ίδια ώρα.

Αν πας να διεκπεραιώσεις κάποια γραφειοκρατική διαδικασία, πρέπει να περιμένεις επειδή το σύστημα έχει καταρρεύσει. Περιμένεις να επανέλθει το ρεύμα μετά από διακοπή.

Αν έχεις κάποιον συγγενή στη φυλακή, πρέπει να περιμένεις να οριστεί ημερομηνία ακρόαση, μια διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει χρόνια.

Πιστεύω ότι οι λαοί της Λατινικής Αμερικής βρίσκονται σε μια διαρκή, συστηματική αναμονή καθ’ όλη τη διάρκεια της Ιστορίας τους, και φυσικά ήθελα να αποτυπώσω αυτήν την ιδέα στο βιβλίο.

Πώς δουλεύεις τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στους διαλόγους και τους μονολόγους του βιβλίου σου;

Ο χειρισμός του διαλόγου σε αυτό το βιβλίο αποτελεί άμεσο πρότυπο για τον τρόπο με τον οποίο δουλεύεται ένας διάλογος στο πλαίσιο ενός σεναρίου, με όλο τον ρεαλισμό και την εγκράτεια που απαιτούνται στη μεγάλη οθόνη.

Ο Αμπελάρδο δε λα Εσπριέγια, ακροδεξιός λαϊκιστής υποστηριζόμενος από τον Τραμπ, εξελέγη πρόσφατα πρόεδρος της Κολομβίας σε μια εκλογική διαδικασία αμφισβητούμενη, αλλά χαρακτηριζόμενη από προσέλευση-ρεκόρ.

Πώς ερμηνεύεις την ανησυχητική επιστροφή των πολιτικών φαντασμάτων της Ακροδεξιάς και του φασισμού στη Λατινική Αμερική και σε παγκόσμια κλίμακα; Τι συμβαίνει ειδικότερα στην Κολομβία;

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο θεωρώ ανησυχητική την τρέχουσα συγκυρία.

Ακριβώς επειδή έβλεπα την άνοδο ενός προοδευτικού εγχειρήματος στην εξουσία ως μια δημοκρατική πρόοδο, η τρέχουσα ενίσχυση της ακροδεξιάς συνιστά, κατά τη γνώμη μου, ένα βαθύ πισωγύρισμα.

Την αντιλαμβάνομαι ως άμεση απειλή για τα δικαιώματα των γυναικών και των πληθυσμών που διαφοροποιούνται εθνοτικά ή ως προς τον σεξουαλικό προσανατολισμό, ομάδες των οποίων οι κατακτήσεις θα μπορούσαν να περιοριστούν ή ακόμα και να ανατραπούν.

Και σε ποιον βαθμό επηρεάζει η κοινωνικοπολιτική μετατόπιση την οπτική σου στη συγγραφή;

Είναι αναπόφευκτο ότι αυτό το πλαίσιο θα επηρεάσει το έργο μου ως συγγραφέα.

Οι πολιτιστικές πολιτικές δεν είναι ποτέ ουδέτερες, οι προτεραιότητες στη χρηματοδότηση, τα αφηγήματα που προωθούνται και οι φωνές οι οποίες βρίσκουν βήμα διαμορφώνονται όλα από ιδεολογικές αποφάσεις.

Το έργο μου πιθανότατα θα κληθεί να αναμετρηθεί με αυτές τις νέες πολιτιστικές ατζέντες, όπως, άλλωστε, συμβαίνει ήδη.

Τείνω να ολοκληρώνω πολλές από τις συνεντεύξεις των τελευταίων δύο χρόνων (μετά την 7η Οκτωβρίου 2023 και την έναρξη μιας γενοκτονίας μεγάλης κλίμακας κατά των Παλαιστινίων από το ισραηλινό κράτος) με ένα επιτακτικό ερώτημα:

Γιατί εξακολουθεί να έχει σημασία η ενασχόληση με την τέχνη, σε οποιαδήποτε μορφή, σε έναν κόσμο σπαρασσόμενο από πολέμους και γενοκτονίες;

Διότι η τέχνη και ο πολιτισμός δεν αποτελούν καταφύγιο αποκομμένο από την πραγματικότητα, είναι δυνάμεις που συμβάλλουν στη διαμόρφωση ιδεολογιών, συλλογικών φαντασιακών και τρόπων κατανόησης της πραγματικότητας.

Οι ιστορίες που αφηγούμαστε επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία θυμάται, δικαιολογεί ή αμφισβητεί τη βία.

Σε έναν κόσμο που σημαδεύεται από πολέμους και γενοκτονίες, οφείλουμε να συνεχίσουμε να γράφουμε, να δημιουργούμε ταινίες και να παράγουμε έργα τέχνης.

Όχι για να δώσουμε οριστικές απαντήσεις, αλλά για να διατηρήσουμε μια κριτική ματιά απέναντι στα γεγονότα και να αντισταθούμε στην επιβολή μιας μοναδικής, εξίσου βίαιης αφήγησης.

Όταν κυριαρχεί μία και μόνο εκδοχή της Iστορίας, ένα τμήμα της κοινωνίας καθίσταται αόρατο.

Ευχαριστώ θερμά το τιμ των Εκδόσεων Carnívora για την καθοριστική συμβολή του στον προγραμματισμό της συνέντευξης, τη μετάφραση των απαντήσεων της συγγραφέως στα ελληνικά και την παραχώρηση της φωτογραφίας της.

Η συλλογή διηγημάτων της Γιουριέτ Ρομέρο Οι Επισκέπτριες κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora σε μετάφραση της Δέσποινας Δρακάκη.



Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

Φερνάντα Τρίας: «Τα πιο σημαντικά πράγματα παραμένουν ανείπωτα»

 


Σε μια ρημαγμένη από την περιβαλλοντική κρίση δυστοπική πόλη, που θα μπορούσε να είναι το Μοντεβιδέο, μια ανώνυμη γυναίκα μάχεται να επιβιώσει, προστατεύοντας παράλληλα τρεις ανθρώπους για τους οποίους νοιάζεται.

Αυτός είναι ο πυρήνας του μυθιστορήματος της Ουρουγουανής συγγραφέως Φερνάντα Τρίας, Ροζ Γλίτσα. Συναντώντας την στο πλαίσιο του Φεστιβάλ ΛΕΑ.

Διαβάζοντας το μυθιστόρημά σου, Ροζ Γλίτσα, είχα την αίσθηση ότι θα μπορούσε να εκτυλίσσεται στο πλαίσιο της πανδημίας.

Σε ποιον βαθμό, λοιπόν, επηρέασε η πανδημία την προσέγγισή σου στη γραφή και στον κόσμο;

Το μυθιστόρημά μου έχει συνδεθεί έντονα με την περίοδο της πανδημίας λόγω συμπτώσεων και των αναμνήσεων.

Ευτυχώς για μένα, το είχα ολοκληρώσει πριν την έναρξή της.

Ήταν, λοιπόν, ένα «προφητικό» βιβλίο;

Η φήμη μου ως «προφητικής μάγισσας» ξεκίνησε εξαιτίας του.

Άρχισα να το γράφω στα 2015-16 και το 2019 έκανα την επιμέλεια και το έστειλα προς έκδοση.

Δεν ξέρω πόσο διαφορετικό θα μπορούσε να είναι αν, για κάποιον λόγο, δεν το είχα ολοκληρώσει το 2019 και έπρεπε να το γράψω στη διάρκεια της πανδημίας. Ίσως η συγγραφή του να ήταν αδύνατη.

Το αστείο -και συνάμα ενδιαφέρον- στοιχείο του είναι η αθωότητά του, δεδομένου ότι γράφτηκε χωρίς την εμπειρία της πανδημίας. Ήταν εντυπωσιακό, πάντως, που όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα μετά την κυκλοφορία του.

Ίσως υπάρχει αυτό το οποίο αποκαλούμε «συλλογική συνείδηση» ή «συλλογικό ασυνείδητο», αλλά από πού, στην πράξη, άντλησες τη βιωματική διάσταση του βιβλίου;

Πιστεύω όντως πως το συλλογικό ασυνείδητο υπάρχει και αντλείς πολλές πληροφορίες από αυτό. Το εμπιστεύομαι ως πηγή γνώσης.

Το 2006, μια εποχή κατά την οποία ζούσα στη Γαλλία, υπήρχε η γρίπη των χοίρων. Επικρατούσε τρόμος.

Πήγα, λοιπόν, μια μέρα στο σούπερ μάρκετ και αγόρασα τεράστια μπιτόνια με νερό που τοποθέτησα σε ένα δωμάτιο του σπιτιού μου. Τα μπιτόνια παρέμειναν εκεί για χρόνια.

Η γρίπη ουδέποτε, ωστόσο, εξελίχθηκε σε πανδημία, παρότι ο βαθμός επικινδυνότητάς της, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ήταν υψηλός.

Όλα αυτά συνέβαιναν τουλάχιστον μια δεκαετία πριν καν σκεφτώ να γράψω το μυθιστόρημα. Ο φόβος, όμως, έμεινε, και κατόπιν συνέπεσε με την κλιματική αλλαγή.

Όταν έγραφα το μυθιστόρημα, δε με απασχολούσε τόσο μια πανδημία σχετιζόμενη με έναν ιό, αλλά η οικολογική κρίση η οποία θα συνεπαγόταν μια ασθένεια που θα μπορούσε να είναι μολυσματική.

Συνέθεσα, λοιπόν, όλα αυτά τα στοιχεία μαζί με το ζήτημα της σύγκρουσης μεταξύ των ανθρώπων το οποίο με ενδιέφερε από παλιά.

Η αφήγηση εκτυλίσσεται στο Μοντεβιδέο, την πρωτεύουσα της Ουρουγουάης. Στη θέση του, όμως, θα μπορούσε να βρίσκεται οποιαδήποτε δυστοπική πόλη.

Πόσο σημαντική υπήρξε η τοποθέτησή του σε ένα αναγνωρίσιμο -τουλάχιστον από σένα- πλαίσιο;

Έφυγα από την Ουρουγουάη το 2005, αρχικά για τη Γαλλία. Ήδη, επομένως, είχα λείψει από το Μοντεβιδέο αρκετά, ώστε να έχω την αίσθηση πως δεν το αναγνώριζα κάθε φορά που επέστρεφα σ’ αυτό.

Κάποια στιγμή βίωσα νοσταλγία.

Ένιωθα ότι είχα χάσει αυτόν τον τόπο, πως δεν υπήρχε πια. Μπορούσα να γυρίσω στο Μοντεβιδέο, αλλά όχι στο Μοντεβιδέο το οποίο είχα αφήσει ή γνώριζα ως παιδί. Αισθανόμουν ότι έχανα την ανάμνηση από το σωματικό βίωμά μου της πόλης.

Οπότε, η ιδέα της αναδημιουργίας της πόλης εν μέσω μιας καταστροφής ήταν κομμάτι μιας μνημονικής άσκησης. Οι αναγνώστες που τη γνωρίζουν θα ανακαλύψουν ένα μεταμορφωμένο μέρος.

Ολοκληρώνοντας τη συγγραφή, ένιωσες ότι επανσυνδέθηκες με κάποια μνήμη του Μοντεβιδέο ή πως το άφησες πίσω σου για τα καλά;

Συνέβησαν και τα δύο, νομίζω.

Επανασυνδέθηκα με μέρος των αναμνήσεων της πρωταγωνίστριας: με τη σωματικότητα της παραλίας, της θάλασσας, του αλατιού, της άμμου.

Ήταν κάτι πολύ όμορφο, το οποίο προσπάθησα να ανακτήσω από την πρώιμη παιδική μου ηλικία.

Από την άλλη, η σχέση μου με την πόλη ήταν πάντα συγκρουσιακή. Ήταν πολύ αστείο που το τέλος του κοσμου θα ξεκινούσε από το πιο απρόσμενο μέρος, μια πόλη για την οποία δε νοιάζεται κανένας. (Γέλιο).

Κάποιοι όντως νοιάζονται, υποθέτω.

Για μένα η επιλογή της πόλης είχε μια ειρωνική διάσταση, μιας και ποτέ δεν είχαμε υπάρξει το κέντρο του οτιδήποτε.

Έχεις δίκιο, όμως. Ξόφλησα με το Μοντεβιδέο, καθώς το επόμενο μυθιστόρημά μου εκτυλίσσεται σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον. Ίσως, επομένως, κάτι επιλύθηκε μέσω της συγγραφής αυτού του βιβλίου.

Υπάρχει κάποιος λόγος που η αφήγηση είναι αγκυρωμένη γύρω από μια γυναίκα; Είχες σκεφτεί κι άλλες επιλογές;

Κάποτε είχαν ρωτήσει την Τόνι Μόρισον γιατί οι βασικοί χαρακτήρες της είναι μαύροι. Είχε απαντήσει πως ποτέ δε ρωτάτε έναν λευκό συγγραφέα γιατί οι χαρακτήρες του είναι λευκοί.

Αντίστοιχα, ένας άντρας συγγραφέας δεν ερωτάται γιατί οι χαρακτήρες του είναι πάντα άντρες.

Προσωπικά θα το ρωτούσα σε κάθε περίπτωση, καθώς με ενδιαφέρει να μάθω τι μπορεί να βρίσκεται, συνειδητά ή μη, πίσω από κάθε συγγραφική επιλογή.

Ποτέ δεν έχω συνθέσει έναν αντρικό χαρακτήρα, αλλά αυτό δεν έχει υπάρξει συνειδητή επιλογή. Όταν η φωνή έρχεται, την ακολουθώ.

Θα μπορούσα φυσικά να σου απαντήσω ότι η αφηγήτρια είναι γυναίκα επειδή ήθελα να μιλήσω για τη μητρότητα. Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα να μιλήσω από την οπτική γωνία ενός αρσενικού χαρακτήρα.

Νομίζω πως κάθε άνθρωπος μπορεί να το καταφέρει. Απλώς δε μου έχει συμβεί έτσι απλά.

Σε κάθε περίπτωση, όλοι οι χαρακτήρες είναι βαθιά αποτυπωμένοι.

Το προσπάθησα.

Η σκιαγράφηση μιας ατμόσφαιρας εγκατάλειψης, απελπισίας και παραίτησης είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του μυθιστορήματος.

Ευχαριστώ, σ’ αυτό προσπαθούσα να εστιάσω.

Το βίωμα του τραύματος είναι, επίσης, έντονα παρόν.

Στα πρώτα μου βιβλία τα τραύματα ήταν πιο προσωπικά. Σταδιακά, υπάρχει μετατόπιση προς ένα πιο συλλογικό τραύμα, αν και παραμένει προσωπικό.

Αυτό με ενδιέφερε, πώς το συλλογικό τραύμα της καταστροφής ενός τρόπου ζωής για πάντα διασταυρώνεται με το τραύμα ενός συγκεκριμένου ανθρώπου και πώς αυτά αλληλεπιδρούν.

Στα κατοπινά μου βιβλία καταπιάνομαι σε μεγαλύτερο βάθος με το συλλογικό τραύμα. Και η πανδημία με έκανε να σκεφτώ πολύ γι’ αυτό, επειδή αισθάνομαι ότι ως κοινωνία ποτέ δεν επεξεργαστήκαμε όσα συνέβησαν.

Οπότε δεν ξέρουμε πώς θα αναδυθεί αυτό το τραύμα. Γιατί πάντα αναδύεται αν δεν κάνεις κάτι γι’ αυτό.

Πώς διαχειρίζεσαι τη σιωπή και τις συνέπειές της ως συγγραφέας και ως άνθρωπος;

Η σιωπή βρίσκεται στον πυρήνα της γραφής μου από το πρώτο μου βιβλίο. Τα πιο σημαντικά πράγματα παραμένουν ανείπωτα. Ως τέτοια παραμένουν, όμως, εκεί.

Για μένα, η σιωπή δεν ισοδυναμεί με το κενό. Το ανείπωτο έχει όγκο. Είναι εξίσου στέρεο με οτιδήποτε άλλο. Έχω δουλέψει πολύ με αυτήν τη σιωπή και την ένταση που παράγει. Δεν ξέρεις πότε θα εκραγεί.

Τώρα που είμαι μεγαλύτερη, έχω μια θεωρία σχετικά με το γιατί το στοιχείο της σιωπής είναι τόσο παρόν στη δουλειά μου, κι έχει να κάνει με το γεγονός ότι γεννήθηκα και μεγάλωσα στη διάρκεια μιας δικτατορίας.

Υπήρχαν πολλά για τα οποία κανένας δε μιλούσε όταν ήμουν παιδί, αλλά τα αισθανόμουν.

Επί του παρόντος, ζω στην Μπογκοτά, μια πόλη όπου η έννοια της σιωπής δυστυχώς απουσιάζει. Δεν υπάρχει κανενός είδους σεβασμός για το δικαίωμα του άλλου ανθρώπου στη σιωπή.

Είμαι, εξάλλου, πολύ ευαίσθητη σε κάθε είδους αισθητηριακά ερεθίσματα: Οι θόρυβοι με ενοχλούν, τα έντονα φώτα με ενοχλούν, η ζέστη το ίδιο. Αυτή η ευαισθησία αποτυπώνεται στα βιβλία μου. Οπότε, το να ζω στην Μπογκοτά είναι αγώνας.

Έχοντας γεννηθεί και μεγαλώσει στο πλαίσιο μιας δικτατορίας, πόσο σε τρομάζει η επιστροφή των ακροδεξιών φαντασμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο;

Μερικές φορές σκέφτομαι πως δε θα ξανασυμβούν οι ακρότητες του παρελθόντος. Από την άλλη, γιατί όχι;

Ως συγγραφέας, θεωρείς ότι δεν έχεις σχέση με την πολιτική, αλλά αυτοί οι ακροδεξιοί δε νομίζουν κάτι τέτοιο. Νομίζουν πως γράφεις πράγματα που δε θα έπρεπε να γράφεις.

Υπό αυτήν έννοια, νιώθω μερικές φορές ανασφαλής. «Πού θα έπρεπε να πάω;» αναρωτιέμαι τότε.

Όπως συμβαίνει και στο βιβλίο. Ποτέ δεν ξέρεις ποια θα είναι η τελευταία σου ευκαιρία να φύγεις. Πάντα θες να πιστεύεις ότι η κατάσταση δε θα χειροτερέψει.

Σκεπτόμενη, λοιπόν, αυτά τρομάζω. Παράλληλα, προσπαθώ να παρατηρώ και να βλέπω τι συμβαίνει.

Η συνέντευξη με την Φερνάντα Τρίας πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ ΛΕΑ (8-23 Ιουνίου 2026).

Ευχαριστώ θερμά το τιμ τον Εκδόσεων Carnívora για την πολύτιμη συμβολή του στον προγραμματισμό της.

Το μυθιστόρημα της Φερνάντα Τρίας Ροζ Γλίτσα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora σε μετάφραση της Ιφιγένειας Ντούμη.



Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Simón Mesa Soto: «Νοιάζομαι περισσότερο για τη ζωή, παρά για το σινεμά»

 


Σκοτεινά κωμική, η ταινία του Κολομβιανού Simón Mesa Soto, Ένας Ποιητής, εστιάζει στον Όσκαρ Ρεστρέπο, «αποτυχημένο» ποιητή, πατέρα και σύζυγο, που η ζωή του αλλάζει όταν αποφασίζει να βοηθήσει μια έφηβη να αναπτύξει το ταλέντο της στην ποίηση.

Συζητώντας με τον σκηνοθέτη για την ποίηση, την τέχνη, τη ζωή, την «επιτυχία» και την «αποτυχία», με αφορμή την έξοδο του φιλμ στα σινεμά στις 28 Μαΐου.

Η εξαιρετική δραμεντί σου, Ένας Ποιητής, εστιάζει στον Όσκαρ Ρεστρέπο, «αποτυχημένο» ποιητή, πατέρα και σύζυγο, που η ζωή αλλάζει όταν αποφασίζει να βοηθήσει την έφηβη Yurlady να αναπτύξει το ταλέντο της στην ποίηση.

Πού μπορεί να αποδοθεί το ενδιαφέρον σου για την ποίηση, τόσο ως μέσο αυτοέκφρασης όσο και ως εργαλείο προσωπικής και κοινωνικής απελευθέρωσης;

Για μένα, η ποίηση στην ταινία είναι μια επινόηση για να μιλήσω για τον εαυτό μου και για την ίδια την ποίηση.

Όχι, όμως, την ποίηση των ποιητών. Δεν ήθελα να κάνω ένα φιλμ γι’ αυτήν την καλλιτεχνική φόρμα, αλλά να προσεγγίσω τους ποιητές, ιδίως από το Μεδεγίν, τη γενέτειρά μου, με έναν κάπως ανθρωπολογικό τρόπο, σαν να γύριζα ένα ντοκιμαντέρ.

Ενδιαφέρομαι για τον κόσμο των ποιητών του Μεδεγίν επειδή βρίσκομαι σε επικοινωνία μαζί τους εδώ και πολλά χρόνια.

Είμαι ενεργός πολίτης της πόλης μου, κατοικώ τους δρόμους και τις γειτονιές της και το βρίσκω φυσιολογικό να παρακολουθήσω μια ανάγνωση ποίησης, μια συναυλία, ένα θεατρικό έργο ή να επισκεφθώ μια βιβλιοθήκη.

Υπάρχει, επομένως, αυτός ο χαρακτήρας από την πόλη μου, ο Όσκαρ Ρεστρέπο, ο οποίος ανήκει στη γενιά των πενηντάρηδων, των εξηντάρηδων, που θεωρούν πως είναι ξεχωριστοί και κάτι πέτυχαν στο παρελθόν.

Για μένα, η ενασχόληση με αυτούς τους χαρακτήρες ήταν ένας τρόπος να προβάλω τον εαυτό μου στο μέλλον και να καταπιαστώ με τα διλήμματα τα οποία αντιμετωπίζω ως καλλιτέχνης.

Από τη στιγμή που ξεκίνησα τη συγγραφή του σεναρίου, ξεκίνησα και να διαβάζω περισσότερη ποίηση, να μαθαίνω γι’ αυτήν, ακόμα και να προσπαθώ να γράψω ο ίδιος, αν και δεν είμαι ποιητής.

Πώς αξιολογείς την «επιτυχία» και την «αποτυχία» με κοινωνικούς και δημιουργικούς όρους;

Είναι μέρος της διαδικασίας τού να είμαι καλλιτέχνης.

Η πρώτη μου σκέψη ήταν να κάνω αυτήν την ταινία προκειμένω να μιλήσω για την αίσθηση της αποτυχίας που βίωσα ολοκληρώνοντας το πρώτο μου φιλμ.

Τότε, ένιωσα ότι είναι αδύνατο να κάνω ανεξάρτητο σινεμά, ιδίως στο Μεδεγίν, και σκεφτόμουν να εγκαταλείψω το πάθος μου για τον κινηματογράφο και να αφοσιωθώ στη διδασκαλία, η οποία εξάλλου πληρώνει τους λογαριασμούς.

Υπάρχουν στιγμές επιτυχίας και αποτυχίας, αλλά το πιο σημαντικό για μένα είναι να απαλλαγώ από την εμμονή με την επιτυχία και την αποτυχία. Στην τελική, δε θα γίνεις καλύτερος ή ευτυχέστερος άνθρωπος, αν «πετύχεις».

Οι πιο γεμιστικές στιγμές στη ζωή μου δε σχετίζονται κατ’ ανάγκη με την επιτυχία, αλλά με την καθημερινότητά μου.

Ως καλλιτέχνες, ασφαλώς είμαστε ναρκισσιστές και αναζητούμε διαρκώς αναγνώριση και επικύρωση για τη δουλειά μας. Κι αυτό είναι εντάξει.

Ήθελα, όμως, να πω κάτι για τον καλλιτέχνη ο οποίος δεν επιδιώκει την επιτυχία. Εντάξει είναι κι αυτό.

Η αναγνώριση ότι η μη επίτευξη επιτυχίας δεν είναι πρόβλημα λειτούργησε θεραπευτικά για μένα, στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της ζωής με έναν πιο ήρεμο τρόπο.

Προσεγγίζω τη διαδικασία δημιουργίας φιλμ ως έναν τρόπο κατανόησης τού πώς θέλω να βιώσω τη ζωη μου: θέλω να την απολαμβάνω, να βρίσκομαι με τα αγαπημένα μου πρόσωπα, να φροντίζω τα φυτά μου.

Όχι να είμαι ο ποιητής ο οποίος βρίσκεται στη σκιά και πρέπει να υποφέρει, προκειμένου να πετύχει κάτι σπουδαιότερο.

Νοιάζομαι περισσότερο για τη ζωή, παρά για το σινεμά.

Σε ποιον βαθμό νιώθεις κοντά στους «παρίες» της ζωής, σε εκείνους που, για οποιονδήποτε λόγο, δε συμμορφώνονται με τους κυρίαρχους κανόνες/προσδοκίες;

Kατά κάποιον τρόπο όλοι είμαστε παρίες - ή υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες αισθανόμαστε έτσι.

Πολλά στοιχεία του χαρακτήρα του Όσκαρ αντλήθηκαν από έναν θείο μου, που αντιμετωπίζει προβλήματα αλκοολισμού.

Είναι ένας όμορφος, ταπεινός, εύθραυστος, αλλά και προβληματικός άνθρωπος. Πέρασα πολύ χρόνο μαζί του, για να τον αναλύσω.

Κάποιες στιγμές, νιώθω ότι έχουμε κοινά στοιχεία. Αποτύπωσα, λοιπόν, αυτά τα στοιχεία, ώστε να μην εξελιχθώ κι εγώ έτσι στο μέλλον.




Η ταινία σου θίγει διακριτικά, αλλά σε βάθος, το ζήτημα των ταξικών διαιρέσεων στην κολομβιανή κοινωνία, χωρίς να εξωτικοποιεί/εξιδανικεύει/θυματοποιεί τους μη προνομιούχους χαρακτήρες της.

Πόσο σημαντική είναι η απεικόνιση αυτών των διαιρέσεων μυθοπλαστικά και πόσο έντονες είναι στην πραγματική ζωή;

Αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου ως μέλος της εργατικής, της μεσαίας τάξης και το Μεδεγίν είναι μια πόλη με πολλή ανισότητα.

Ως καλλιτέχνης, ενδιαφέρομαι να αποτυπώνω την ταξική διαίρεση στη δουλειά μου, επειδή οι Κολομβιανοί σκηνοθέτες τείνουν να προβάλλουν τον «άλλο» με έναν κάπως ανθρωπολογικό -και σε μερικές περιπτώσεις οπορτουνιστικό- τρόπο.

Κάνω κοινωνικό σινεμά. Υπάρχει, λοιπόν, ένα ηθικό δίλημμα στην επιλογή της αποτύπωσης του «άλλου». Τα διλήμματα του κεντρικού χαρακτήρα είναι και τα δικά μου, καθημερινά διλήμματα.

Ο Όσκαρ είμαι εγώ, όσον αφορά στο πώς αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του.

Το Ένας Ποιητής καταπιάνεται επίσης με την έννοια της ομορφιάς.

Ο Ubeimar Rios, ειδικότερα, ο ηθοποιός που υποδύεται τον Όσκαρ, μπορεί να μην είναι η επιτομή της σωματικής ομορφιάς εξωτερικά, ωστόσο εκπέμπει ένα σπαρακτικό εσωτερικό φως. Ποιος είναι ο δικός σου ορισμός της «ομορφιάς»;

Δεν επέλεξα τον Ubeimar Rios επειδή είναι ή δεν είναι σωματικά όμορφος, αλλά επειδή είναι μοναδικός. Το ίδιο ίσχυε και για τους υπόλοιπους χαρακτήρες.

Πρέπει να σκεφτείς και να αναλύσεις πολλά στη διάρκεια ενός casting, μεταξύ των οποίων τα χαρακτηριστικά κάθε ανθρώπου και τις υποκριτικές του ικανότητες.

Η ηθοποιός που υποδύεται την μητέρα του Όσκαρ, για παράδειγμα, είναι ένας όμορφος, αξιαγάπητος άνθρωπος. Γι’ αυτό και την διάλεξα. Δεν είναι τέλεια ηθοποιός, οπότε έπρεπε να δουλέψουμε περισσότερο, για να πετύχουμε το σωστό αποτέλεσμα.

Με προβληματίζει η έννοια της ομορφιάς σε σχέση με τον κινηματογράφο. Στα casting οι ηθοποιοί τείνουν να θεωρούν ότι πρέπει να δείχνουν χαριτωμένοι/χαριτωμένες και πως το σινεμά είναι ταυτόσημο της showbiz.

Δε μου αρέσει αυτό. Μου αρέσει η ζωή. Και στη ζωή οι άνθρωποι μπορεί να είναι όμορφοι, άσχημοι ή συνηθισμένοι. Το ίδιο και στον κινηματογράφο,  αν αυτό συνδέεται οργανικά με μια ιστορία. Μπορούν να είναι οτιδήποτε είμαστε.

Αναζητώ την πραγματικότητα. Λειτουργώ σαν να κάνω ντοκιμαντέρ για τους χαρακτήρες. Και χρειάζομαι να αισθάνομαι πως υπάρχουν.

Από τον πρωταγωνιστή του Ένας Ποιητής μέχρι τον τελευταίο χαρακτήρα, το cast είναι συνολικά εξαιρετικό. Τι αναζήτησες στους ηθοποιούς σας στη συγκεκριμένη ταινία και τι βρήκες;

Οι χαρακτήρες λειτουργούν λόγω του σεναρίου. Το πιο σημαντικό κομμάτι της δουλειάς ήταν η όσο το δυνατόν πιο  λεπτομερής και βαθιά αποτύπωσή τους στο χαρτί.

Ακόμα και οι χαρακτήρες με τον μικρότερο κινηματογραφικό χρόνο συμμετέχουν εξίσου στη «χορογραφία», στην αρμονία που είναι χτισμένη πάνω στο σενάριο.

Ασφαλώς, η διαδικασία του casting ήταν μακρά. Διήρκεσε δύο χρόνια. Κάναμε τις καλύτερες δυνατές επιλογές, ψάχνοντας παντού. Ένας/μία σπουδαία ηθοποιός μπορεί να προέλθει από οπουδήποτε - είτε είναι επαγγελματίας, είτε ερασιτέχνης.

Τι σημαίνει να συνεργάζεσαι με τον Ubeimar Rios;

Ο Ubeimar αφοσιώθηκε πολύ στο εγχείρημα, εγκαταλείποντας τη ζωή του.

Στην αρχή, δεν έδειξα ενδιαφέρoν γι’ αυτόν, δεν τον αντιλαμβανόμουν ως τον ποιητή τον οποίο είχα στο μυαλό μου, αλλά πιο πολύ ως έναν από τους δευτερεύοντες χαρακτήρες του κύκλου των ποιητών.

Όταν, όμως, τον παρακολούθησα στο βίντεο του casting, άλλαξε την οπτική μου για τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα. Σαν να μου τον «έκλεψε».

Κι αυτό είναι ένα από τα ευχάριστα «ατυχήματα» της κινηματογραφικής διαδικασίας. Κάθε ταινία είναι προϊόν πολλών παραγόντων.

Κάναμε πρόβες επί σχεδόν τρεις μήνες με τον Ubeimar, για να νιώσει άνετα με την τεχνική της υποκριτική, καθώς ήταν η πρώτη μου εμφάνιση σε ταινία. Οι πρόβες μάς βοήθησαν να αποκομίσουμε το καλύτερο δυνατόν από αυτόν.

Έπρεπε να δουλέψει πολύ. Όλο το συνεργείο τον αγάπησε. Ήταν μια όμορφη εμπειρία και για εκείνον και για εμάς.




Το φιλμ σου υιοθετεί έναν σκοτεινά κωμικό τόνο. Μήπως επειδή η ίδια η ζωή είναι -ή μπορεί να είναι- κωμικοτραγική; Ή μήπως το κωμικό στοιχείο εισάγεται για να εξισορροπήσει το βαρύ περιεχόμενο της ταινίας;

Ήθελα κυρίως να γυρίσω μια κωμωδία για θεραπευτικούς λόγους, επειδή το φιλμ προέκυψε από μια αίσθηση απογοήτευσης και επειδή βασανιζόμουν κάνοντας σινεμά εκείνη την περίοδο.

Ήθελα να απαλλαγώ από αυτήν την ιδέα, να απολαύσω τη διαδικασία της δημιουργίας μαζί με το υπόλοιπο συνεργείο και να επανασυνδεθώ με το νεανικό μου πάθος για το σινεμά.

Επιπλέον, δεν υπήρχε άλλος τρόπος να διαχειριστώ τα θέματα της ταινίας.

Ήθελα να μιλήσω για και να γελάσω με τα πάντα: με την κοινωνία, με τα διλήμματα του καλλιτέχνη, με τα προβλήματα τού να είσαι άντρας, στρέφοντας την κάμερα προς τους καλλιτέχνες και προς έμενα, κάνοντάς μας να αισθανθούμε άβολα.

Η ποίηση μού επιτρέπει να γελάσω με τα πάντα - και με τον εαυτό μου. Ελπίζω κι οι θεατές να μπορούν να γελάσουν με τους εαυτούς τους.

Λατρεύω, εξάλλου, την κωμωδία, που αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα τέχνη, όχι τόσο σημαντική όσο το δράμα. Με την κωμωδία μπορείς να μιλήσεις ελεύθερα για ζητήματα με τα οποία φοβάσαι να καταπιαστείς.

Σε έναν κόσμο κυριαρχούμενο από πολέμους και γενοκτονίες, έχει ακόμα νόημα η τέχνη;

Για μένα, η τέχνη έχει πολύ νόημα. Γι’ αυτό, άλλωστε, και ήθελα να γυρίσω ένα φιλμ σχετικά με αυτήν. Αναζητούσα τον πυρήνα της.

Όταν ξεκίνησα να ασχολούμαι με τον κινηματογράφο, ήταν κάτι τεράστιο για μένα.

Μεγαλώνοντας, και καθώς γίνεσαι κομμάτι της καλλιτεχνικής βιομηχανίας, αντιλαμβάνεσαι και λιγότερο ενδιαφέροντα πράγματα. Τότε, η τέχνη μετατρέπεται σε ό,τι αντιπαλεύεις.

Πάνω σε αυτά τα ζητήματα ήθελα να στοχαστώ με το Ένας Ποιητής.

Υπάρχει τέχνη αυθεντική, γεμάτη ψυχή και αγάπη, και καλλιτέχνες πρόθυμοι να μιλήσουν για όσα κουβαλάνε στην καρδιά τους.

Κάποιες φορές, όμως, κάνουμε τέχνη για να ευχαριστήσουμε τους άλλους και σκεπτόμενοι την αγορά.

Αυτό το φιλμ συνιστά, για μένα, την αναζήτηση της τέχνης η οποία είναι αγνή, προσωπική και όμορφη.

Ευχαριστώ θερμά τον σκηνοθέτη για τον χρόνο του και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

H ταινία του Simón Mesa Soto Ένας Ποιητής προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 28 Μαΐου σε διανομή της Filmtrade.




Σάββατο 17 Ιουνίου 2023

Αρμάντο Ρομέρο: «Η σιωπή είναι θρεπτικό συστατικό της δουλειάς μου»

 

Αρμάντο Ρομέρο (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Ποιητής, συγγραφέας, μεταφραστής, ο Κολομβιανός Αρμάντο Ρομέρο βρίσκεται αυτό το διάστημα στην Ελλάδα προκειμένου, μεταξύ άλλων, να παρουσιάσει το έντονα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του, Μία μέρα στους σταυρούς.

Το βιβλίο συνιστά μια «κατάδυση» στη βία της κολομβιανής κοινωνίας των δεκαετιών 1950-1970. Συναντώντας τον συγγραφέα στην Αθήνα στο πλαίσιο του 15ου Φεστιβάλ ΛΕΑ (13-24 Ιουνίου).

Το μυθιστόρημά σου Μία μέρα στους σταυρούς, που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Τόπος, γράφτηκε στην Ελλάδα -και εν μέρει στην Ικαρία- το 1991.

Μιας και η θάλασσα είναι ένα επανερχόμενο, σαν μάντρα, μοτίβο στο βιβλίο -όπως αντιστοίχως το ποτάμι στο Καχάμπρε-, ποια είναι η σχέση σου με τη θάλασσα; Είχες σχεδιάσει να γράψεις αυτό το βιβλίο στην Ελλάδα;

Η σχέση μεταξύ της θάλασσας και του ποταμού είναι ενδιαφέρουσα.

Στο Καχάμπρε το ποτάμι συνδέεται με τη θάλασσα. Το αστικό τοπίο στο Μία μέρα στους σταυρούς δε συνδέεται άμεσα μ’ αυτή. Εκεί, η θάλασσα αποτελεί τη διέξοδο.

Η πόλη Κάλι, όπου εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα, βρίσκεται, από γεωγραφικής άποψης, στην άλλη πλευρά των βουνών. Οπότε πρέπει να περάσεις πολύ ψηλά βουνά προκειμένου να φτάσεις στη θάλασσα.

Ο Ελίψιο, ο πρωταγωνιστής του Μία μέρα στους σταυρούς, θέλει, λοιπόν, να φτάσει σ’ αυτή τη θάλασσα.

«Εκεί που καταλήγουν όλα».

Στην πόλη είναι πάντα παγιδευμένος, επομένως η θάλασσα σηματοδοτεί την απελευθέρωση.

Στο Καχάμπρε, αντίθετα, η θάλασσα δε συνιστά απελευθέρωση, βρίσκεται πάντα εκεί.

Ας επιστρέψουμε στην Ελλάδα και την Ικαρία.

Το 1991 έλειπα από το πανεπιστήμιο με εκπαιδευτική άδεια και είχα κατά νου να γράψω σχετικά με τη σύγχρονη κολομβιανή ποίηση.

Μια ακαδημαϊκή δουλειά;

Ένα ακαδημαϊκό βιβλίο. Ήμουν ένας νεαρός ακαδημαϊκός και ήθελα να «σκαρφαλώσω» στην ακαδημαϊκή ιεραρχία.

Φτάνοντας, όμως, στην Ελλάδα συνέβη κάτι περίεργο.

Ο ήχος της ελληνικής γλώσσας -την οποία δεν καταλάβαινα καθόλου- και οι φωνές των ανθρώπων μου θύμιζαν πολύ τα ισπανικά. Δε με ενοχλούσαν, σε αντίθεση με τα αγγλικά που με περισπούσαν.

Αυτή η προυστιανή σιωπή γέννησε μια φωνή και ένα κείμενο, γιατί είχα στο μυαλό μου τους ήχους της παιδικής μου ηλικίας.

Η πιο έντονη ανάμνηση από την παιδική σου ηλικία είναι, άρα, οι ήχοι;

Ναι, θυμάμαι ήχους και ιστορίες. Ενώ, λοιπόν, βρισκόμουν στην Ελλάδα, άρχισα να τα ανακαλώ όλα αυτά.

Έφτασα, ωστόσο, σε ένα σημείο κατά το οποίο δεν μπορούσα να συνεχίσω το πρώτο από τα -κατόπιν- τρία μέρη του βιβλίου, γιατί, αν το συνέχιζα, θα επρόκειτο για ένα μυθιστόρημα σχετικά με το πρώτο μέρος.

Δεν ήθελα κάτι τέτοιο, γιατί έτσι θα εξανεμιζόταν ο αντίκτυπος αυτού του μέρους. Έτσι «πήδηξα» στο δεύτερο και, εντέλει, στο τρίτο, υιοθετώντας την ιδέα ότι όλα τα γεγονότα συμβαίνουν σε μια μέρα.

Έπειτα προέκυψαν τα σύμβολα. Ένα από αυτά, ο λόφος με τους τρεις σταυρούς, όντως υπάρχει στο Κάλι, τη γενέτειρά μου.

Η αίσθηση του χρόνου είναι, σε κάθε περίπτωση, «εξαρθρωμένη», κατά τον σεξπιρικό τρόπο.

Το πρώτο κεφάλαιο λειτουργεί ως πρόλογος. Το δεύτερο και το τρίτο συνδέονται, καθώς το τελευταίο αποτελεί τη συνέχεια του προηγούμενου.

Η βασική ιδέα είναι πως ο χαρακτήρας του Ελίψιο βρίσκεται πάντα σε ένα δωμάτιο ή έναν τόπο, όπου είναι παγιδευμένος.

Στο πρώτο κεφάλαιο βρίσκεται παγιδευμένος στο πατρικό του, στο δεύτερο στο διαμέρισμα της Λάμια, της συντρόφου του, και στο τρίτο είναι έγκλειστος στη φυλακή.

Η αίσθηση της παγίδευσης -ανάμεσα σε τοίχους ή λόγω των συνθηκών- είναι, επομένως, ένα στοιχείο που ενοποιεί τα κεφάλαια.

Αισθανόσουν κι εσύ παγιδευμένος κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970, όταν ακόμα ζούσες στην Κολομβία;

Ασφαλώς. Γι’ αυτό και εγκατέλειψα τη χώρα και δεν επέστρεψα ποτέ.

Δεν έβλεπες προοπτική;

Δε φοβόμουν μήπως δεν μπορούσα να επιβιώσω ή να βγάλω λεφτά. Έφυγα από την Κολομβία γιατί δεν μπορούσα να ζήσω εκεί.

Διαφώνησα, εξάλλου, με κάποια από όσα έκαναν οι Ναδαϊστές, στο κίνημα των οποίων συμμετείχα, ενώ συμφωνούσα με άλλα. Το ότι ανήκα σ’ αυτή την ομάδα με απομόνωνε από άλλους ανθρώπους, συγγραφείς και μη.

Γιατί;

Η Κολομβία είναι βίαιη χώρα. Δεν μπορείς, συνεπώς, να συμμετέχεις σε μια ομάδα και να περιμένεις πως οι άλλοι θα επιδοκιμάσουν την επιλογή σου. Έτσι, κάποια στιγμή η κατάσταση έγινε συγκρουσιακή.

Αρχικά πήγα στη Βενεζουέλα, από εκεί ταξίδεψα στις Η.Π.Α., έπειτα στο Μεξικό, κατόπιν πάλι στη Βενεζουέλα, στη συνέχεια στην Αργεντινή...

Ένας νομάδας!

Παρέμεινα στη Βενεζουέλα μέχρις ότου οι συνθήκες επέτρεψαν την επιστροφή μου στις Η.Π.Α. Εκεί άλλαξα «μονοπάτι» εισερχόμενος στο ακαδημαϊκό περιβάλλον.

Ποτέ δε γράφω κάτι γιατί νομίζω ότι θα πουλήσει, εξάλλου. Γράφω γιατί το χρειάζομαι και το χρειάζεται κι ο αναγνώστης. Συνειδητοποίησα, επομένως, πως με τη συγγραφή δε θα έβγαζα λεφτά.

Αποδέχτηκα, έτσι, μια προσφορά να εκπονήσω ένα διδακτορικό, το ολοκλήρωσα, παντρεύτηκα, έκανα οικογένεια.

Όταν, κατόπιν, έφτασα σε ένα τέτοιο σημείο στην ακαδημαϊκή ιεραρχία όπου δεν μπορούσαν να με ακουμπήσουν, αποφάσισα ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να επιστρέψω στη συγγραφή. Σ’ εκείνη την περίοδο έγραψα το Μία μέρα στους σταυρούς.

Ο Ελίψιο κουβαλά πολλά από σένα κι εκείνους τους καιρούς, έτσι δεν είναι;

Εμπεριέχει πολλά στοιχεία από τη ζωή μου, αλλά είναι μυθοπλαστικός χαρακτήρας.

Ακόμα κι ένας χαρακτήρας που είναι 100% εσύ, Γιάννη, δεν είναι στην πραγματικότητα εσύ. Είναι απλά λέξεις. Είναι μια κατασκευή.

Και πρέπει να πείσεις το αναγνωστικό κοινό πως είναι ζωντανός. Όχι κάτι μονοδιάστατο, αλλά τρισδιάστατο. Αυτό δεν είναι εύκολο.

Ναι μεν ο Ελίψιο κουβαλά πολλά δικά μου στοιχεία, αλλά δεν έχω κάνει ποτέ φυλακή. Δεν ήξερα πώς θα επέλυα αυτό το πρόβλημα ευρισκόμενος στην Ελλάδα, σε μια εποχή που δεν υπήρχε ακόμα το Ίντερνετ.

Πώς το διαχειρίστηκες, λοιπόν;

Απευθύνθηκα στον πρύτανη ενός κολομβιανού πανεπιστημίου, ο οποίος διαρκώς πήγαινε στις φυλακές προκειμένου να βγάλει τους κομμουνιστές φοιτητές του.

O «καμβάς» των ιστοριών αποπνέει κάτι βιωμένο.

Οι ιστορίες που περιγράφονται στο δεύτερο κεφάλαιο είναι πραγματικές, ενώ του τρίτου αφορούν στον τρόπο που βίωσα τη βία εκείνων των χρόνων. Υπάρχουν τρίτες διακριτές περίοδοι στο ξεδίπλωμα αυτής της βίας.

Κατά την πρώτη, στη δεκαετία του 1950, φιλελεύθεροι και συντηρητικοί αλληλοσκοτώνονταν. Ο πατέρας μου ήταν φιλελεύθερος. Κατά τη δεύτερη, στη δεκαετία του ’60, όποιος διαφωνούσε με την κυβέρνηση θεωρείτο κομμουνιστής.

Στην τρίτη περίοδο, τέλος, που εκτείνεται στη δεκαετία του ’70, οι αντάρτικες ομάδες έκριναν πως ο μόνος τρόπος να ανατρέψουν την κυβέρνηση ήταν μέσω της σύμπηξης μιας συμμαχίας με τους ναρκεμπόρους.

Το 1991 κανείς δε μιλούσε γι’ αυτά τα ζητήματα στην Κολομβία.

Ήταν ταμπού.

Ακριβώς.

Συμμαχώντας με τους ναρκεμπόρους, οι αντάρτικες ομάδες δε θεωρούσαν ότι στρέφονταν εναντίον των Κολομβιανών πολιτών, γιατί αυτοί δεν ήταν καταναλωτές ουσιών, αλλά οι Βορειοαμερικανοί.

Συνεπώς υπήρχε ένας ιδεολογικός «μανδύας» πίσω από αυτή την «ανίερη» συμμαχία.

Ναι. Αυτό αποτέλεσε το τέλος των ανταρτών, γιατί τους απαξίωσε. Δυστυχώς, διεφθάρησαν πλήρως. Άνθρωποι με καλή ψυχή που πήγαν να πολεμήσουν για να ανατρέψουν τη διεφθαρμένη κυβέρνηση αποδεκάτισαν τον κολομβιανό πληθυσμό.

Ήδη από τον 19ο αιώνα η Κολομβία δεν ήταν καλά. Μέχρι που έγινε «επισήμως» ασθενής.

Παραμένει μια χώρα «καταραμένη», όπως αναφωνεί σε μια οργισμένη παραφορά του ο Ελίψιο;

Ακόμα και σήμερα, ναι. Τίποτα δεν έχει αλλάξει από την εποχή που έγραφα το Μία μέρα στους σταυρούς. Όταν υπάρχει βία, η κατάσταση δεν αλλάζει.

Οι Κολομβιανοί είναι τόσο όμορφοι άνθρωποι- κι όμως, ταυτόχρονα, μπορεί να λειτουργήσουν τόσο εγκληματικά. Μπορεί κάποιος να αγαπά την οικογένεια, τα παιδιά και τη χώρα του και ξαφνικά να καταστρέψει τα πάντα. Αρρώστια!

Παρ’ όλα αυτά, το βιβλίο «διαποτίζεται» από μια αίσθηση συγκινητικής νοσταλγίας για ορισμένες πτυχές του παρελθόντος. Αισθάνεσαι κάποια νοσταλγία, παρά την αρρώστια;

Όχι και τόσο.

Νιώθω μεν κάποια νοσταλγία για τους γονείς μου, για την παιδική μου ηλικία με τον αδερφό και τη αδερφή μου. Έζησα μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία γιατί οι γονείς μας μάς αγαπούσαν και μας έσωσαν.

Πιο νοσταλγικά αισθάνομαι, όμως, όταν σκέφτομαι την Ικαρία στη δεκαετία του 1980.

«Ο κόσμος είναι φτιαγμένος περισσότερο από σιωπές παρά από θορύβους», σκέφτεται κάπου ο Ελίψιο. Είναι η σιωπή που όντως «τρέφει» τη συγγραφή, την ενδοσκόπηση και την επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους;

Έτσι νομίζω.

Το περιβάλλον στο Κάλι, για παράδειγμα, είναι πολύ θορυβώδες. Το μισώ αυτό!

Η σιωπή ήταν ανέκαθεν κάτι οικείο για μένα. Και η σιωπή που εισέπραξα ερχόμενος στην Ελλάδα λόγω της γλώσσας ήταν πολύτιμη.

Η σιωπή είναι θρεπτικό συστατικό της δουλειάς μου.

Γράφεις με τον τρόπο του ποιητή που επίσης είσαι. Παραμένεις ποιητής ακόμα κι όταν γράφεις μυθιστορήματα;

Ναι, η ποίηση είναι για μένα το πιο ουσιαστικό. Μου αρέσει που αναφέρομαι στη λίστα των προσκεκλημένων του 15ου Φεστιβάλ ΛΕΑ ως «ποιητής».

Χρησιμoποιώ την ποιητική πρόζα με κάποιο στόχο, να υπηρετήσω την αφήγηση.

Εφαρμόζεις τις ποιητικές αρχές στο πλαίσιο της μυθοπλασίας.

Ακριβώς.

Μιας και μιλάμε για ποίηση, θα ήθελες να μου κατονομάσεις αγαπημένους ποιητές ή αγαπημένα ποιήματα;

Όταν αγαπάς κάποιον ποιητή, είναι ο δικός σου ποιητής- όχι κατ’ ανάγκη ο καλύτερος στον κόσμο. Θα σου πω, λοιπόν, για ποιητές που με αγγίζουν βαθιά.

Ένας από αυτούς είναι ο Μπλεζ Σαντράρ.

Αγαπώ, επίσης, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, την Αμοργό του Νίκου Γκάτσου, στης οποίας την ισπανική μετάφραση έβαλα το χεράκι μου.

Από Λατινοαμερικανούς ποιητές, ο Άλβαρο Μούτις υπήρξε φίλος μου, κι ένας από τους πρώτους ανθρώπους που διάβασαν το Μία μέρα στους σταυρούς. Προσφέρθηκε, μάλιστα, να γράψει κάτι γι’ αυτό, χωρίς να του το έχω ζητήσει.

Δε μου αρέσει και τόσο η σύγχρονη ποίηση, ωστόσο. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τής κάνουν πολλή ζημιά. Ίσως αλλάζω κι εγώ.

Η συνέντευξη με τον Αρμάντο Ρομέρο πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 15ου Φεστιβάλ ΛΕΑ (13-24 Ιουνίου 2023).

Ευχαριστώ θερμά την Δήμητρα Αρκουμάνη (Εκδόσεις Τόπος) για την πολύτιμη συνδρομή της στην υλοποίησή της.

Το μυθιστόρημα του Αρμάντο Ρομέρο Μία μέρα στους σταυρούς κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Τόπος σε μετάφραση της Αγαθής Δημητρούκα.

Στο πλαίσιο του 15ου Φεστιβάλ ΛΕΑ, ο συγγραφέας συνομιλεί τη Δευτέρα 19 Ιουνίου (Polyglot Bookstore, Ακαδημίας 84 & Εμμ. Μπενάκη, 19:30) με την μεταφράστριά του, Αγαθή Δημητρούκα, και τον μεταφραστή Κώστα Αθανασίου.