Σε μια ρημαγμένη
από την περιβαλλοντική κρίση δυστοπική πόλη, που θα μπορούσε να είναι το
Μοντεβιδέο, μια ανώνυμη γυναίκα μάχεται να επιβιώσει,
προστατεύοντας παράλληλα τρεις ανθρώπους για τους οποίους νοιάζεται.
Αυτός είναι ο πυρήνας
του μυθιστορήματος της Ουρουγουανής συγγραφέως Φερνάντα Τρίας,
Ροζ Γλίτσα. Συναντώντας την στο πλαίσιο του Φεστιβάλ
ΛΕΑ.
Διαβάζοντας το
μυθιστόρημά σου, Ροζ Γλίτσα,
είχα την αίσθηση ότι θα μπορούσε να εκτυλίσσεται στο πλαίσιο της πανδημίας.
Σε ποιον βαθμό, λοιπόν,
επηρέασε η πανδημία την προσέγγισή σου στη γραφή και στον κόσμο;
Το μυθιστόρημά μου έχει
συνδεθεί έντονα με την περίοδο της πανδημίας λόγω συμπτώσεων και των
αναμνήσεων.
Ευτυχώς για μένα, το είχα
ολοκληρώσει πριν την έναρξή της.
Ήταν, λοιπόν, ένα
«προφητικό» βιβλίο;
Η φήμη μου ως «προφητικής
μάγισσας» ξεκίνησε εξαιτίας του.
Άρχισα να το γράφω στα
2015-16 και το 2019 έκανα την επιμέλεια και το έστειλα προς έκδοση.
Δεν ξέρω πόσο διαφορετικό
θα μπορούσε να είναι αν, για κάποιον λόγο, δεν το είχα ολοκληρώσει το 2019 και
έπρεπε να το γράψω στη διάρκεια της πανδημίας. Ίσως η συγγραφή του να
ήταν αδύνατη.
Το αστείο -και συνάμα
ενδιαφέρον- στοιχείο του είναι η αθωότητά του, δεδομένου ότι γράφτηκε χωρίς την
εμπειρία της πανδημίας. Ήταν εντυπωσιακό, πάντως, που όλα συνέβησαν τόσο
γρήγορα μετά την κυκλοφορία του.
Ίσως υπάρχει αυτό το
οποίο αποκαλούμε «συλλογική συνείδηση» ή «συλλογικό ασυνείδητο», αλλά από πού,
στην πράξη, άντλησες τη βιωματική διάσταση του βιβλίου;
Πιστεύω όντως πως το
συλλογικό ασυνείδητο υπάρχει και αντλείς πολλές πληροφορίες από αυτό. Το
εμπιστεύομαι ως πηγή γνώσης.
Το 2006, μια εποχή κατά
την οποία ζούσα στη Γαλλία, υπήρχε η γρίπη των χοίρων. Επικρατούσε τρόμος.
Πήγα, λοιπόν, μια μέρα
στο σούπερ μάρκετ και αγόρασα τεράστια μπιτόνια με νερό που τοποθέτησα σε ένα
δωμάτιο του σπιτιού μου. Τα μπιτόνια παρέμειναν εκεί για χρόνια.
Η γρίπη ουδέποτε, ωστόσο,
εξελίχθηκε σε πανδημία, παρότι ο βαθμός επικινδυνότητάς της, σύμφωνα με τον
Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ήταν υψηλός.
Όλα αυτά συνέβαιναν
τουλάχιστον μια δεκαετία πριν καν σκεφτώ να γράψω το μυθιστόρημα. Ο
φόβος, όμως, έμεινε, και κατόπιν συνέπεσε με την κλιματική αλλαγή.
Όταν έγραφα το
μυθιστόρημα, δε με απασχολούσε τόσο μια πανδημία σχετιζόμενη με έναν ιό, αλλά η
οικολογική κρίση η οποία θα συνεπαγόταν μια ασθένεια που θα μπορούσε να είναι
μολυσματική.
Συνέθεσα, λοιπόν, όλα
αυτά τα στοιχεία μαζί με το ζήτημα της σύγκρουσης μεταξύ των ανθρώπων το οποίο
με ενδιέφερε από παλιά.
Η αφήγηση εκτυλίσσεται
στο Μοντεβιδέο, την πρωτεύουσα της Ουρουγουάης. Στη θέση του, όμως, θα μπορούσε
να βρίσκεται οποιαδήποτε δυστοπική πόλη.
Πόσο σημαντική υπήρξε η
τοποθέτησή του σε ένα αναγνωρίσιμο -τουλάχιστον από σένα- πλαίσιο;
Έφυγα από την Ουρουγουάη
το 2005, αρχικά για τη Γαλλία. Ήδη, επομένως, είχα λείψει από το Μοντεβιδέο
αρκετά, ώστε να έχω την αίσθηση πως δεν το αναγνώριζα κάθε φορά που επέστρεφα
σ’ αυτό.
Κάποια στιγμή βίωσα
νοσταλγία.
Ένιωθα ότι είχα χάσει
αυτόν τον τόπο, πως δεν υπήρχε πια. Μπορούσα να γυρίσω στο Μοντεβιδέο, αλλά όχι
στο Μοντεβιδέο το οποίο είχα αφήσει ή γνώριζα ως παιδί. Αισθανόμουν ότι έχανα
την ανάμνηση από το σωματικό βίωμά μου της πόλης.
Οπότε, η ιδέα της
αναδημιουργίας της πόλης εν μέσω μιας καταστροφής ήταν κομμάτι μιας μνημονικής
άσκησης. Οι αναγνώστες που τη γνωρίζουν θα ανακαλύψουν ένα μεταμορφωμένο μέρος.
Ολοκληρώνοντας τη
συγγραφή, ένιωσες ότι επανσυνδέθηκες με κάποια μνήμη του Μοντεβιδέο ή πως το
άφησες πίσω σου για τα καλά;
Συνέβησαν και τα δύο,
νομίζω.
Επανασυνδέθηκα με μέρος
των αναμνήσεων της πρωταγωνίστριας: με τη σωματικότητα της παραλίας, της
θάλασσας, του αλατιού, της άμμου.
Ήταν κάτι πολύ όμορφο, το
οποίο προσπάθησα να ανακτήσω από την πρώιμη παιδική μου ηλικία.
Από την άλλη, η σχέση μου
με την πόλη ήταν πάντα συγκρουσιακή. Ήταν πολύ αστείο που το τέλος του κοσμου
θα ξεκινούσε από το πιο απρόσμενο μέρος, μια πόλη για την οποία δε νοιάζεται
κανένας. (Γέλιο).
Κάποιοι όντως νοιάζονται,
υποθέτω.
Για μένα η επιλογή της
πόλης είχε μια ειρωνική διάσταση, μιας και ποτέ δεν είχαμε υπάρξει το κέντρο
του οτιδήποτε.
Έχεις δίκιο, όμως.
Ξόφλησα με το Μοντεβιδέο, καθώς το επόμενο μυθιστόρημά μου εκτυλίσσεται σε ένα
εντελώς διαφορετικό περιβάλλον. Ίσως, επομένως, κάτι επιλύθηκε μέσω της
συγγραφής αυτού του βιβλίου.
Υπάρχει κάποιος λόγος που
η αφήγηση είναι αγκυρωμένη γύρω από μια γυναίκα; Είχες σκεφτεί κι άλλες
επιλογές;
Κάποτε είχαν ρωτήσει την
Τόνι Μόρισον γιατί οι βασικοί χαρακτήρες της είναι μαύροι. Είχε απαντήσει πως
ποτέ δε ρωτάτε έναν λευκό συγγραφέα γιατί οι χαρακτήρες του είναι λευκοί.
Αντίστοιχα, ένας άντρας
συγγραφέας δεν ερωτάται γιατί οι χαρακτήρες του είναι πάντα άντρες.
Προσωπικά θα το ρωτούσα
σε κάθε περίπτωση, καθώς με ενδιαφέρει να μάθω τι μπορεί να βρίσκεται,
συνειδητά ή μη, πίσω από κάθε συγγραφική επιλογή.
Ποτέ δεν έχω συνθέσει
έναν αντρικό χαρακτήρα, αλλά αυτό δεν έχει υπάρξει συνειδητή επιλογή. Όταν η
φωνή έρχεται, την ακολουθώ.
Θα μπορούσα φυσικά να σου
απαντήσω ότι η αφηγήτρια είναι γυναίκα επειδή ήθελα να μιλήσω για τη μητρότητα.
Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα να μιλήσω από την οπτική γωνία ενός
αρσενικού χαρακτήρα.
Νομίζω πως κάθε άνθρωπος
μπορεί να το καταφέρει. Απλώς δε μου έχει συμβεί έτσι απλά.
Σε κάθε περίπτωση, όλοι
οι χαρακτήρες είναι βαθιά αποτυπωμένοι.
Το προσπάθησα.
Η σκιαγράφηση μιας
ατμόσφαιρας εγκατάλειψης, απελπισίας και παραίτησης είναι ίσως το πιο
εντυπωσιακό στοιχείο του μυθιστορήματος.
Ευχαριστώ, σ’ αυτό
προσπαθούσα να εστιάσω.
Το βίωμα του τραύματος
είναι, επίσης, έντονα παρόν.
Στα πρώτα μου βιβλία τα
τραύματα ήταν πιο προσωπικά. Σταδιακά, υπάρχει μετατόπιση προς ένα πιο
συλλογικό τραύμα, αν και παραμένει προσωπικό.
Αυτό με ενδιέφερε, πώς το
συλλογικό τραύμα της καταστροφής ενός τρόπου ζωής για πάντα διασταυρώνεται με
το τραύμα ενός συγκεκριμένου ανθρώπου και πώς αυτά αλληλεπιδρούν.
Στα κατοπινά μου βιβλία
καταπιάνομαι σε μεγαλύτερο βάθος με το συλλογικό τραύμα. Και η πανδημία με
έκανε να σκεφτώ πολύ γι’ αυτό, επειδή αισθάνομαι ότι ως κοινωνία ποτέ δεν
επεξεργαστήκαμε όσα συνέβησαν.
Οπότε δεν ξέρουμε πώς θα
αναδυθεί αυτό το τραύμα. Γιατί πάντα αναδύεται αν δεν κάνεις κάτι γι’ αυτό.
Πώς διαχειρίζεσαι τη
σιωπή και τις συνέπειές της ως συγγραφέας και ως άνθρωπος;
Η σιωπή βρίσκεται στον
πυρήνα της γραφής μου από το πρώτο μου βιβλίο. Τα πιο σημαντικά πράγματα
παραμένουν ανείπωτα. Ως τέτοια παραμένουν, όμως, εκεί.
Για μένα, η σιωπή δεν
ισοδυναμεί με το κενό. Το ανείπωτο έχει όγκο. Είναι εξίσου στέρεο με οτιδήποτε
άλλο. Έχω δουλέψει πολύ με αυτήν τη σιωπή και την ένταση που παράγει. Δεν
ξέρεις πότε θα εκραγεί.
Τώρα που είμαι
μεγαλύτερη, έχω μια θεωρία σχετικά με το γιατί το στοιχείο της σιωπής είναι
τόσο παρόν στη δουλειά μου, κι έχει να κάνει με το γεγονός ότι γεννήθηκα και
μεγάλωσα στη διάρκεια μιας δικτατορίας.
Υπήρχαν πολλά για τα
οποία κανένας δε μιλούσε όταν ήμουν παιδί, αλλά τα αισθανόμουν.
Επί του παρόντος, ζω στην
Μπογκοτά, μια πόλη όπου η έννοια της σιωπής δυστυχώς απουσιάζει. Δεν υπάρχει
κανενός είδους σεβασμός για το δικαίωμα του άλλου ανθρώπου στη σιωπή.
Είμαι, εξάλλου, πολύ
ευαίσθητη σε κάθε είδους αισθητηριακά ερεθίσματα: Οι θόρυβοι με ενοχλούν, τα
έντονα φώτα με ενοχλούν, η ζέστη το ίδιο. Αυτή η ευαισθησία αποτυπώνεται στα
βιβλία μου. Οπότε, το να ζω στην Μπογκοτά είναι αγώνας.
Έχοντας γεννηθεί και
μεγαλώσει στο πλαίσιο μιας δικτατορίας, πόσο σε τρομάζει η επιστροφή των
ακροδεξιών φαντασμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο;
Μερικές φορές σκέφτομαι
πως δε θα ξανασυμβούν οι ακρότητες του παρελθόντος. Από την άλλη, γιατί όχι;
Ως συγγραφέας, θεωρείς
ότι δεν έχεις σχέση με την πολιτική, αλλά αυτοί οι ακροδεξιοί δε νομίζουν κάτι
τέτοιο. Νομίζουν πως γράφεις πράγματα που δε θα έπρεπε να γράφεις.
Υπό αυτήν έννοια, νιώθω μερικές
φορές ανασφαλής. «Πού θα έπρεπε να πάω;» αναρωτιέμαι τότε.
Όπως συμβαίνει και στο
βιβλίο. Ποτέ δεν ξέρεις ποια θα είναι η τελευταία σου ευκαιρία να φύγεις. Πάντα
θες να πιστεύεις ότι η κατάσταση δε θα χειροτερέψει.
Σκεπτόμενη, λοιπόν, αυτά
τρομάζω. Παράλληλα, προσπαθώ να παρατηρώ και να βλέπω τι συμβαίνει.
Η συνέντευξη με
την Φερνάντα Τρίας πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ ΛΕΑ
(8-23 Ιουνίου 2026).
Ευχαριστώ θερμά
το τιμ τον Εκδόσεων Carnívora για την πολύτιμη συμβολή
του στον προγραμματισμό της.
Το μυθιστόρημα της
Φερνάντα Τρίας Ροζ Γλίτσα
κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora
σε μετάφραση της Ιφιγένειας Ντούμη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου