Εκτυλισσόμενο κυρίως
στην Κύπρο και τη Βόρεια Μακεδονία, το μυθιστόρημα της Λίντια
Ντίμκοφσκα Μοναδικός αριθμός ταυτοποίησης καταπιάνεται με
τις έννοιες της αποξένωσης, της ταυτότητας, του τραύματος,
της ουτοπίας και της δυστοπίας.
Συναντηθήκαμε
με την συγγραφέα στην Αθήνα, όπου βρέθηκε πρόσφατα για την
παρουσίαση του βιβλίου της.
«Στη μυθοπλασία όλα
είναι πραγματικότητα, στην πραγματικότητα όλα είναι μυθοπλασία», αναφέρεις
στην πρώτη σελίδα του μυθιστορήματός σου, Μοναδικός
αριθμός ταυτοποίησης.
Αυτή είναι η προσέγγισή σου
στη συγγραφική διαδικασία εν γένει;
Ζούμε σε ένα κόσμο ο
οποίος είναι πραγματική μυθοπλασία! Δυστυχώς, δε χρειάζεται να φανταστούμε και
πολλά. (Γέλιο).
Όταν γράφω, πάντα θέλω να
μπαίνω στο πετσί των χαρακτήρων μου: να ζω όπως ζουν, να νιώθω όπως νιώθουν. Να
είμαι αυθεντική, ρεαλιστική.
Όχι, όμως, και υπερβολικά
ρεαλιστική.
Αντιλαμβάνομαι τη
λογοτεχνία ως μια παράλληλη πραγματικότητα. Πρέπει να γράφουμε κατά τέτοιον
τρόπο ώστε το αναγνωστικό κοινό να μάς πιστεύει.
Υπό αυτήν την έννοια,
λοιπόν, η λογοτεχνία πρέπει να ηχεί ως αυτοβιογραφία, αλλά στην πραγματικότητα
να είναι μυθοπλασία.
Πάντα, ωστόσο, υπάρχει
μια συγκεκριμένη αφετηρία συνδεόμενη είτε με τον εξωτερικό κόσμο, είτε με τον
εσωτερικό.
Συνεπώς, ποια είναι η
σύνδεσή σου με την πραγματικότητα με την οποία καταπιάνεσαι στο βιβλίο,
δεδομένου ότι δεν έχεις κάποιους δεσμούς -όχι, τουλάχιστον, που να γνωρίζω- με
την Κύπρο ή το Κυπριακό;
Δεν έχω κανέναν δεσμό με
την Κύπρο.
Όταν, όμως, την
επισκέφτηκα για πρώτη φορά, με σόκαραν τα όσα συνέβησαν το 1974 όταν ήμουν
τριών χρονών. Ήξερα, βέβαια, από την Ιστορία για τον πόλεμο και τη διαίρεση του
νησιού.
Συμβαίνουν, όμως, τόσα
στον κόσμο, τα οποία μπορεί να μη γνωρίζεις.
Ούτε και να σε
ενδιαφέρουν.
Όταν, όμως,
συνειδητοποίησα τι είχε συμβεί και γνώρισα ανθρώπους από την Κύπρο που
μοιράστηκαν μαζί μου την οικογενειακή τους ιστορία, η Κύπρος εξελίχθηκε σε μια
εμμονή για μένα.
Ζώντας επί πολλά χρόνια
με την Κύπρο στο μυαλό μου, αναρωτιόμουν πώς να διαχειριστώ αυτήν την εμμονή
και την ιστορία που ωρίμαζε μέσα μου.
Οπότε, έκρινα ότι πρέπει
να γράψω το μυθιστόρημα. Το ερώτημα, όμως, ήταν πώς θα συνέδεα την Κύπρο με τη
ζωή και τους χώρους της πρώην Γιουγκοσλαβίας, πώς θα ήμουν αυθεντική;
Χωρίς, μάλιστα, να έχεις το
απαιτούμενο βιωματικό υπόβαθρο.
Έπρεπε, λοιπόν, να κάνω
μεγάλη έρευνα για το μυθιστόρημα.
Κι αυτή ήταν η πιο
συναρπαστική διαδικασία, επειδή ερευνώντας, έμπαινα στο πετσί των ανθρώπων και
της χώρας, προκειμένου να επιβεβαιώσω τις γνώσεις μου και να μην υποπέσω σε
κάποιο λάθος σημαντικό για τους Κύπριους.
Πρόκειται, ωστόσο, για
έργο μυθοπλασίας, οπότε σου «επιτρέπεται» να επινοήσεις μια πραγματικότητα.
Όταν γράφω έργα
μυθοπλασίας, θέλω, ωστόσο, να συνταιριάζω τη φανταστική και την ντοκιμαντερίστικη
διάσταση. Επομένως, πρέπει η ντοκιμαντερίστικη διάσταση τουλάχιστον να
πλησιάζει πολύ την πραγματικότητα.
Αφού ολοκλήρωσα τη
συγγραφή του βιβλίου, αισθάνθηκα πολλή ανακούφιση, καθώς η εμμονή μου ήταν πολύ
δυνατή.
Υπάρχουν κάποιες
αναλογίες ανάμεσα στη διαίρεση της Κύπρου και την κατάρρευση της πρώην
Γιουγκοσλαβίας - πιο πολύ σε επίπεδο τραυμάτων παρά από την άποψη των ιστορικών
συμβάντων;
Θα μπορούσες να το πεις.
Για μένα, είναι πολύ
σημαντική η εξερεύνηση του τραύματος του μετανάστη, του πρόσφυγα, και η
διαχείρισή του από τα παιδιά του, τη νέα γενιά, που το κληρονομούν.
Στο μυθιστόρημα, ο
κυπριακής καταγωγής Νίκος, ο πατέρας, δε μιλάει για το τραύμα του, γι’ αυτό και
δεν μπορεί να του ξεφύγει.
Ο τρόπος, λοιπόν, με τον
οποίο η κόρη του το διαχειρίζεται είναι πιο σημαντικός για μένα. Εκείνη αναζητά
τις οικογενειακές ρίζες και τις παραδόσεις του.
Το Κυπριακό στο βιβλίο
μου είναι, επομένως, πιο σημαντικό ως η προσωπική ιστορία της κόρης του.
Η σιωπή και η απροθυμία
διαχείρισης τραυματικών και επιτακτικών ζητημάτων συνιστούν βασικό άξονα του
μυθιστορήματος.
Πόσο σημαντική είναι η
ανάδειξη και η εξερεύνηση του στοιχείου της σιωπής - αφηγηματικά και ευρύτερα
κοινωνικά; Ή και τρομακτική;
Η σιωπή είναι, στην
πραγματικότητα, τρομακτική, επειδή στο βιβλίο μου η σιωπή είναι απολύτως
συνδεδεμένη με την αποξένωση.
Αν ο Νίκος δεν ήταν τόσο
αποξενωμένος από την οικογένειά του, θα μιλούσε για την Κύπρο. Αλλά δε νιώθει
αγαπητός από αυτήν, γι’ αυτό και δε μιλάει για το παρελθόν του. Η αποξένωσή του
είναι, άρα, πολύ πιο σημαντική για μένα.
Αν ως οικογένεια μιλούσαν
μεταξύ τους, θα έβρισκαν μια διέξοδο. Δεν ήθελα, όμως, κάτι τέτοιο. Θα φάνταζε
χολιγουντιανό.
Ήθελα το αναγνωστικό
κοινό να παραμείνει στρεσαρισμένο όλη την ώρα, να θυμώσει, ακόμα και να κλάψει,
και παράλληλα να καταδείξω την αποξένωση, που αποτελεί μια μεταφορά για τον
κόσμο μας.
Και κυριαρχεί,
παγκοσμίως.
Γι’ αυτό και δημιούργησα
την ερμοτοπιά, σαν μια παράλληλη πραγματικότητα η οποία αποτελεί συνέπεια της
αποξένωσης του νεοφιλελεύθερου κόσμου μας.
Συνεπώς, η επιβεβλημένη
αποξένωση είναι πιο πολύ συστημικής φύσης. Κι αυτή η παράλληλη πραγματικότητα
παρουσιάζεται σαν «success
story».
Ο Νίκος μπορεί να
διαθέτει έναν μοναδικό αριθμό ταυτοποίησης -αρχικά στην πρώην Γιουγκοσλαβία,
κατόπιν στη Βόρεια Μακεδονία- που πιστοποιεί ότι με κάποιον τρόπο υπάρχει,
αλλά ταυτόχρονα δείχνει πως είναι ξένος.
Το τραγικό είναι ότι οι
Αρχές τον αναγνωρίζουν, όχι όμως και η σύζυγός του.
Γιατί έπρεπε να είναι τόσο
κακιά και πικρόχολη απέναντί του;
Στο βαλκανικό και
ευρύτερα στο νοτιοευρωπαϊκό πλαίσιο η μητέρα ως έννοια είναι πολύ
εξιδανικευμένη. Ήθελα, λοιπόν, να υπονομεύσω αυτό το ταμπού.
Ο Νίκος μπορεί να
θεωρηθεί θύμα ενδοοικογενειακής βίας και δεν έχει πού να πάει, όπως αντίστοιχα
συμβαίνει σε γυναίκες-θύματα ενδοοικογενειακής βίας.
Εκτός από την «ερμοτοπιά»,
η οποία, ακόμα κι αν εκληφθεί ως μια εναλλακτική κοινότητα ή αντι-κοινότητα, δε
νοηματοδοτείται με πλήρως θετικό τρόπο. Κι εκεί μόνος σου είσαι, απλώς αλλιώς.
Ήθελα να δημιουργήσω το
αντίθετο μιας κοινότητας στην οποία οι άνθρωποι καταφεύγουν προκειμένου να
ζήσουν μαζί - μια κοινότητα όπου πηγαίνουν για να είναι μόνοι.
Ίσως να βιώνουν
κατάθλιψη, δεν ξέρω. Πάντως, όταν δημιούργησα αυτήν την κοινότητα,
χρησιμοποίησα πολλά στοιχεία από την πραγματικότητά μας, αλλά και από τη
φαντασία μου.
Μιλώντας για κοινότητες,
αισθάνεσαι μέλος μιας φανταστικής ή πραγματικής κοινότητας καλλιτεχνών σε
διεθνές επίπεδο; Κι αν ναι, σε βοηθάει αυτό ως άνθρωπο και ως συγγραφέα;
Όταν γράφω, είμαι
απολύτως μόνη. Κι έτσι πρέπει - πώς αλλιώς θα μπορούσα να γράψω;
Αλλά σαφώς ως συγγραφείς συγκροτούμε
κοινότητες. Στην πρώην Γιουγκοσλαβία κάνουμε λόγο για λογοτεχνία της περιοχής,
η οποία οριοθετείται από τη Σλοβενία μέχρι τη Βόρεια Μακεδονία.
Δε μιλάμε για
γιουγκοσλαβική λογοτεχνία ή λογοτεχνία της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Πηγαίνουμε σε
φεστιβάλ στην περιοχή, αλληλομεταφραζόμαστε, δημιουργούμε επίσημες ενώσεις
συγγραφέων.
Μερικές φορές βιώνουμε
μια αίσθηση συντροφικότητας και κοινότητας, άλλες όχι. Οι συγγραφείς είμαι
περίπλοκα πλάσματα, ξέρεις, και η αίσθηση τού ανήκειν είναι σχετική.
Είσαι και ποιήτρια. Πόσο
σημαντική είναι η ποίηση στις μέρες μας; Μήπως είναι πολυτέλεια, όταν ως
κοινωνίες και ως άτομα έχουμε τόσες ζωτικές ελλείψεις; Ή έχουμε κάτι να
αντλήσουμε, να μάθουμε, να επωφεληθούμε από αυτήν;
Η ποίηση παραμένει
παρούσα στη ζωή μας. Κι εκεί μπορούμε να μιλήσουμε για τη διαμόρφωση κοινοτήτων
ποιητών και αναγνωστικού κοινού.
Στη Σλοβενία και τη
Βόρεια Μακεδονία, για παράδειγμα, αυτή η κοινότητα είναι αρκετά μεγάλη. Νέοι
άνθρωποι συμμετέχουν σε βραδιές ποίησης και εκδίδουν βιβλία ποίησης.
Δεν πιστεύω, λοιπόν, ότι
η ποίηση ή η λογοτεχνία έχουν πεθάνει. Στις μέρες μας, η λογοτεχνία μπορεί να
βρει άλλους τρόπους να φτάσει στο αναγνωστικό κοινό. Πρέπει να έχουμε ανοιχτό
μυαλό.
Σε κάθε εποχή θα υπάρχουν
συγγραφείς και αναγνωστικό κοινό. Δεν είμαι πολύ απαισιόδοξη ως προς αυτό.
Ζούμε, πάντως, σε
πραγματικά αποκρουστικούς καιρούς. Φοβάσαι κι εσύ για το μέλλον; Και πώς το
αντιμετωπίζεις υπό το πρίσμα της κλίσης σου;
Ζούμε σε έναν φρικτό
κόσμο.
Όταν,
όμως, οι καιροί είναι περίπλοκοι, ακόμα και τραγικοί, υπάρχει καλό υλικό για
λογοτεχνία. (Γέλιο).
Ως συγγραφέας, πάντα
χρειάζομαι μια απόσταση από όσα συμβαίνουν στο παρόν. Τα γνωρίζω, όμως, και δεν
είμαι ευτυχισμένη στον κόσμο όπου ζούμε.
Είναι απαίσιο να έχουμε
πολέμους και αγώνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα στον 21ο αιώνα. Όλα
θα έπρεπε να έχουν ήδη επιλυθεί.
Ελπίζω, τουλάχιστον, να
μάθουμε κάτι από την Ιστορία η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη τώρα. Δεν είμαι και
πολύ αισιόδοξη, αλλά ίσως η επόμενη γενιά κάνει κάτι περισσότερο απ’ όσα κάναμε
εμείς.
Ευχαριστώ θερμά
την Μαργαρίτα Καλιαμούτου (Εκδόσεις Βακχικόν) για την πολύτιμη
συμβολή της στον προγραμματισμό της διά ζώσης συνέντευξης με
την συγγραφέα.
Το μυθιστόρημα της
Λίντια Ντίμκοφσκα Μοναδικός
αριθμός ταυτοποίησης κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις
Βακχικόν σε μετάφραση του Σωτήρη Μηνά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου