Αιχμηρό σχόλιο για
τη μετανάστευση, τη μοναξιά, την ανάγκη για αναγνώριση, το
γνήσιο και το πλαστό, η ταινία του Ζαν-Πολ Σαλομέ Ο
Παραχαράκτης αναπλάθει τη ζωή του «Σεζάν του πλαστού
χρήματος», Μπογιάρσκι, στη μεταπολεμική Γαλλία.
Συζητώντας
με τον σκηνοθέτη με αφορμή την έξοδο του φιλμ στα
σινεμά στις 25 Ιουνίου.
Πέραν του συναρπαστικού
χαρακτήρα της ιστορίας καθαυτής, η ζωή και η προσωπικότητα του Μπογιάρσκι, τις
οποίες αναπλάθετε στον Παραχαράκτη, είναι
επίσης εξαιρετικά πολύπλευρες. Έχω διαβάσει πως ταυτίζεστε με τη μοναξιά του.
Θα θέλατε να αναλύσετε
την έννοια της μοναξιάς ως σημείου εκκίνησης κάθε καλλιτεχνικoύ/κινηματογραφικού εγχειρήματος
και της υπέρβασής της ως του τελικού επιθυμητού προορισμού;
Το να είσαι καλλιτέχνης και να εργάζεσαι στον κινηματογράφο σημαίνει,
ενίοτε, ότι είσαι μόνος.
Συνεπάγεται τον στοχασμό πάνω σε ένα εγχείρημα, την εύρεση
μιας ιδέας και τη συγγραφή ενός σεναρίου - ακόμη κι αν η διαδικασία αυτή γίνεται μερικές φορές σε
ομάδα δύο ή τριών ατόμων.
Έπειτα, ακολουθούν τα γυρίσματα της ταινίας· ακόμα και με πενήντα άτομα στο πλατό, ακόμα και
όταν περιβάλλεσαι από άλλους, συχνά είσαι μόνος,
Κι αυτό διότι ως σκηνοθέτης είσαι εσύ εκείνος που αποφασίζει, που δημιουργεί την ταινία και που έχει τον
τελικό λόγο, λαμβάνοντας τις αποφάσεις ακόμα και με τη βοήθεια των συνεργατών.
Η έννοια της μοναξιάς στον κινηματογράφο μου φαίνεται
σημαντική και έχω μάθει να ζω με αυτήν.
Είναι, για εσάς, το σινεμά μια πρακτική τόσο χειροποίητη όσο και η «πλαστογράφηση» χαρτονομισμάτων;
Είναι αλήθεια πως υπάρχει κάτι κοινό.
Η δημιουργία ταινιών σημαίνει τη δημιουργία του πραγματικού από το τεχνητό, ή του τεχνητού
από το πραγματικό και παραμένει μια χειροποίητη διαδικασία. Πρέπει πάντα να αυτοσχεδιάζεις.
Ακόμα και σε μια παραγωγή μεγάλου προϋπολογισμού με μεγάλο συνεργείο -όπως συνέβη με τον Παραχαράκτη- όλα μπορούν να σταματήσουν επειδή ένα αυτοκίνητο δεν
παίρνει μπροστά ή μια πόρτα δεν ανοίγει σωστά, και χρειάζεσαι κάποιον
για να το επισκευάσει.
Έτσι, συχνά περιλαμβάνει λίγο μαστόρεμα, κι αυτό την κάνει διασκεδαστική.
Ανεξάρτητα από το πόσο πολύ προετοιμάζεσαι ή πόσο προηγμένη είναι η τεχνολογία, η κινηματογράφηση
παραμένει μια διαδικασία μαστορέματος, στοχασμού και αυτοσχεδιασμού.
Με λίγα λόγια, κάτι
χειροποίητο.
Το Ο Παραχαράκτης
εξερευνά ακόμα τις έννοιες του «γνήσιου» και του «πλαστού».
Στην πραγματικότητα -αλλά
και στην τέχνη- πόσο εύκολο είναι αυτές να διαχωριστούν, ιδίως στον καιρό της
Τεχνητής Νοημοσύνης και των «fake news»;
Το να κάνεις ένα φιλμ σημαίνει να πάρεις μια αληθινή ιστορία και να δημιουργήσεις μια ιστορία που μοιάζει αληθινή, μερικές φορές διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα.
Ο Παραχαράκτης δεν
είναι μια βιογραφική ταινία για μια ιστορική προσωπικότητα της οποίας η
πραγματική ιστορία θα γινόταν ενοχλητική, αν κάποιος άρχιζε να την παραποιεί.
Ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο -το θέμα μιας ταινίας-, αλλά αυτή είναι η δική μου οπτική για τον Μπογιάρσκι. Είναι ο δικός μου Μπογιάρσκι.
Αν κάποιος άλλος σκηνοθέτης είχε γυρίσει μια ταινία γι’ αυτόν, τα πράγματα θα ήταν και πάλι διαφορετικά.
Ήξερα αμέσως τι με γοήτευε στην αληθινή ιστορία -τα στοιχεία που ήθελα να τονίσω και αυτά στα οποία ήθελα
να προσπαθήσω να παραμείνω πιστός-, αλλά σε κάποιο σημείο, η μυθοπλασία ανέλαβε τα ηνία:
Αυτό δεν είναι ένα ντοκιμαντέρ· δεν είμαι ντοκιμαντερίστας. Ήθελα να αφηγηθώ αυτήν την ιστορία υπό από το πρίσμα της μυθοπλασίας και του κινηματογράφου.
Το καλύτερο κομπλιμέντο το οποίο έλαβα προήλθε από την κόρη του Μπογιάρσκι, την Άννα Μπογιάρσκι,
που βλέπουμε στην ταινία ως παιδί και
έφηβη, και τώρα είναι 77 ετών.
Μετά την κυκλοφορία της ταινίας, μου είπε: «Δεν είναι όλα αλήθεια, αλλά όλα είναι σωστά».
Το φιλμ έχει επίσης να κάνει με την ανάγκη για αναγνώριση η οποία, όταν συγκρούεται με τη νομιμότητα, μπορεί να είναι σχεδόν αδύνατο να πραγματωθεί. Πόσο σημαντικό είναι κάθε άνθρωπος να
αναγνωρίζεται για ό,τι αξίζει;
Η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός άνδρα ο οποίος γίνεται παραχαράκτης επειδή θέλει να στηρίξει την
οικογένειά του και δεν μπορεί να εργαστεί στο επάγγελμα που επιθυμεί
- του μηχανικού.
Στη συνέχεια, ανακαλύπτει μια καλλιτεχνική χροιά στον εαυτό του ως
παραχαράκτη. Ωστόσο, όπως κάθε καλλιτέχνης, τελικά λαχταρά την αναγνώριση που
ξεπερνά τα χρήματα.
Αυτό είναι κάτι το οποίο κατανοώ αρκετά καλά, επειδή κι εγώ ο ίδιος έχω βρεθεί σε αυτήν τη θέση ως σκηνοθέτης - διαφορετικά, αλλά με ορισμένες ομοιότητες.
Όταν ήμουν πολύ νεότερος, έκανα ταινίες που άρεσαν στο κοινό και σημείωσαν
τεράστια επιτυχία, αλλά δεν έλαβαν καμία αναγνώριση από τους κριτικούς ή
τη βιομηχανία.
Κάποια στιγμή, επέλεξα να αλλάξω κατεύθυνση και να εξερευνήσω άλλα είδη
θεμάτων, ώστε να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο έβλεπαν οι άλλοι εμένα και το έργο μου.
Επομένως, κατανοώ πλήρως το ζήτημα της αναγνώρισης και το θεωρώ σημαντικό.
Εκ προθέσεως ή όχι, ο Παραχαράκτης λέει πολλά για τη μεταπολεμική εποχή στην οποία εκτυλίσσεται, όσο και για το σήμερα, ιδίως σε σχέση με τη θεσμική και κοινωνική μεταχείριση των μεταναστ(ρι)ών.
Θελήσατε συνειδητά να αναδείξετε
την ασυμβατότητα μεταξύ των μεγαλόπνοων ιδεωδών της «Ελευθερίας, Ισότητας,
Αδελφοσύνης» με τη βιωμένη πραγματικότητα των «τριτοκοσμικών» μεταναστ(ρι)ών
σε Ευρώπη και Γαλλία;
Αυτό ήταν πράγματι μέρος του θέματος της ταινίας. Επικεντρώνεται σε έναν
Πολωνό μετανάστη στη μεταπολεμική εποχή, μια περίοδο κατά την οποία η Γαλλία καλωσόρισε διαδοχικά κύματα μετανάστευσης
Πολωνών, Ιταλών και Ισπανών.
Πάντα υπήρχε δυσκολία με την ενσωμάτωση: έρχονταν για να εκτελέσουν μια
συγκεκριμένη εργασία και τα πράγματα περιπλέκονταν μόλις έβγαιναν από αυτό το
πλαίσιο.
Ο Μπογιάρσκι ήρθε στη Γαλλία κατά τη διάρκεια του πολέμου και έμεινε επειδή
ερωτεύτηκε μια Γαλλίδα και την παντρεύτηκε.
Αν και η εκπαίδευσή του θα έπρεπε να τον οδηγήσει σε καριέρα μηχανικού, δεν
έγινε ποτέ μηχανικός, κυρίως
επειδή ήταν Πολωνός. Αυτό το γεγονός έλεγε πολλά τότε και παραμένει
επίκαιρο μέχρι σήμερα.
Ενσάρκωσε ο, για άλλη μια φορά εξαιρετικός, Ρεντά Κατέμπ τον υπαρξιακά/πολιτισμικά «Άλλο», αν και δεν είναι πολωνικής, αλλά αραβικής καταγωγής;
Τι ειδικότερα αναζητούσατε στον χαρακτήρα του Μπογιάρσκι και γιατί ήταν ο Ρεντά Κατέμπ ο πιο κατάλληλος υποψήφιος γι’ αυτόν τον ρόλο;
Έγραψα την ταινία για τον Ρεντά. Επικοινώνησα μαζί του πριν καν ξεκινήσω το σενάριο για
να δω αν ενδιαφερόταν για την ιστορία και αν ήταν πρόθυμος να συμμετάσχει. Απάντησε αμέσως «Ναι», και μετά άρχισα να γράφω.
Ήταν ένας πολύπλοκος χαρακτήρας και πίστευα ότι το κοινό θα μπορούσε να
ταυτιστεί μαζί του, επειδή ο Ρεντά είναι ένας ταλαντούχος, εξαιρετικά φίνος ηθοποιός, με τον οποίο ονειρευόμουν από καιρό να συνεργαστώ.
Έχει επίσης τη σωματική διάπλαση που ταίριαζε με την εικόνα που φανταζόμουν πως θα μπορούσε να έχει για τον Μπογιάρσκι ένας θεατής.
Ομολογουμένως, δεν είναι Πολωνός, αλλά οι αλγερινές ρίζες του και το
μεταναστευτικό του υπόβαθρο βρήκαν απήχηση στο κοινό.
Πιστεύω ότι οι θεατές συνδέθηκαν με αυτό, επιτρέποντας μια ισχυρότερη
ταύτιση με τον χαρακτήρα του Μπογιάρσκι.
Αισθάνθηκα πως ήταν πιο ενδιαφέρον να δουλέψω μέσα από το φίλτρο ενός ηθοποιού με διαφορετικό
υπόβαθρο που βρίσκεται στη Γαλλία διατηρώντας αυτό το υπόβαθρο, όπως ακριβώς είχε συμβεί
κάποτε στον Μπογιάρσκι.
Νομίζω ότι το κοινό το ένιωσε πραγματικά.
Ο μυθοπλαστικός χαρακτήρας του Επιθεωρητή Ματεΐ (ίσως και το πραγματικό πρόσωπο) είναι επίσης ενδιαφέρων. Φαίνεται να τρέφει κρυφό θαυμασμό
για τη δεξιοτεχνία του Μπογιάρσκι. Τι
νομίζετε;
Αυτός ο χαρακτήρας υπήρχε όντως. Το όνομά του δεν ήταν Ματεΐ, αλλά Εμίλ Μπεναμπού, και κυνηγούσε τον Μπογιάρσκι για
δώδεκα ή δεκατρία χρόνια. Έτρεφε θαυμασμό για αυτόν.
Σε μια συνέντευξή της, η
σύζυγός του είχε πει πως ο Μπεναμπού ήταν γεμάτος θαυμασμό, εντυπωσιασμένος, ακόμη και
εμμονικός.
Ωστόσο, μόλις γνώρισε και συνέλαβε τον Μπογιάρσκι, ευχόταν να είχε περισσότερο χρόνο να τον συναντήσει.
Έτσι, επινοήσαμε μερικές σκηνές που δε συνέβησαν στην πραγματικότητα-
συμπεριλαμβανομένης εκείνης στο μπαρ, η οποία φαίνεται να έχει απήχηση σε πολλούς θεατές και να τους αφήνει
μια διαρκή εντύπωση.
Ήταν σημαντικό για αυτούς τους δύο χαρακτήρες να έχουν χρόνο να μιλήσουν.
Σε κάθε περίπτωση, ο Επιθεωρητής έτρεφε βαθύ θαυμασμό για αυτόν τον άνθρωπο, τον οποίο
θεωρούσε εξαιρετικά λαμπρό και πολύ έξυπνο. Τον ίδιο θαυμασμό έτρεφε και ο
Μπογιάρσκι για τον Επιθεωρητή.
Για πολλά χρόνια, ο Μπογιάρσκι ήταν το «μαύρο πρόβατο» και ο νούμερο ένα δημόσιος κίνδυνος για την Τράπεζα της Γαλλίας. Σήμερα, τυγχάνει θεϊκής αναγνώρισης.
Υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους παραχαράκτες όλων των
εποχών λόγω
της εφευρετικότητάς του, της
εμμονής του με την τελειότητα και του ότι τα χαρτονομίσματα της Τράπεζας της Γαλλίας ήταν τα
δυσκολότερα στην παραχάραξη εκείνη την εποχή.
Από γραφιστικής άποψης
ήταν εξαιρετικά περίπλοκα, η
χρωματική παλέτα ήταν πολύ εκτεταμένη και όλες οι τεχνικές που χρησιμοποιούνταν
τότε ήταν μοναδικές.
Συγκριτικά, το δολάριο έχει αλλάξει ελάχιστα. Δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου
χρώμα -μόνο ασπρόμαυρο με μια πινελιά πράσινου- και το σχέδιο είναι εξαιρετικά απλό.
Αυτό σίγουρα δεν ισχύει για τα χαρτονομίσματα που κατάφερε να
πλαστογραφήσει ο Μπογιάρσκι.
Ευχαριστώ θερμά
την Katell
Magat
(Time Art Agency)
για την πολύτιμη συνδρομή της στον προγραμματισμό και την υλοποίηση
της συνέντευξης.
Ο Παραχαράκτης πραγματοποίησε
την
ελληνική πρεμιέρα του στο πλαίσιο του 26ου Φεστιβάλ
Γαλλόφωνου Κινηματογράφου Ελλάδος.
Η φωτογραφία του σκηνοθέτη
είναι του Βαγγέλη Πατσιαλού.
Η ταινία του Ζαν-Πολ
Σαλομέ Ο
Παραχαράκτης προβάλλεται στους κινηματογράφους
από τις 25 Ιουνίου σε διανομή της Rosebud.21.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου