Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 18ο Φεστιβάλ ΛΕΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 18ο Φεστιβάλ ΛΕΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

Αλεχάντρο Παλόμας: «Δε θα γίνουμε ποτέ ελεύθεροι, αν δεν αισθανθούμε ελεύθεροι»

 

Αλεχάντρο Παλόμας (Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη)

Εμπνευσμένο από την επώδυνη προσωπική του εμπειρία, το μυθιστόρημα του Ισπανού συγγραφέα Αλεχάντρο Παλόμας, Αυτά δεν λέγονται, είναι ένας σπαρακτικός και συνάμα ακριβής στοχασμός για τη σεξουαλική κακοποίηση στην παιδική ηλικία.

Μια ειλικρινής συνομιλία με τον Αλεχάντρο Παλόμας στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ ΛΕΑ.

Το μυθιστόρημά σου Αυτά δεν λέγονται είναι τόσο οδυνηρά ειλικρινές, υπερ-αναλυτικό και γεμάτο αυτεπίγνωση, που συχνά δεν άντεχα να το διαβάζω και, κατά συνέπεια, το άφηνα στην άκρη προτού συνεχίσω τη διαδικασία.

Εσύ, πόσο συχνά έχεις βιώσει απροθυμία να γράψεις και πώς την έχεις ξεπεράσει;

Είτε το πιστεύεις είτε όχι, δεν ένιωσα ποτέ απροθυμία να το γράψω. Απλώς αποφάσισα να το κάνω, και δε σταμάτησα ποτέ.

Για μένα, η συγγραφή του ήταν κάπως εύκολη. Δεν ξέρω γιατί, αλλά δε με δυσκόλεψε καθόλου. Κυλούσε πολύ φυσικά.

Δε χρειάστηκε επιπλέον προσπάθεια σε σχέση με την υπόλοιπη δουλειά μου, οπότε υποθέτω ότι το στάδιο της «υπέρβασης» είχε ήδη ολοκληρωθεί.

Μπόρεσα να το γράψω επειδή το είχα ξεπεράσει. Είχα ξεπεράσει όλα όσα αναφέρω στο βιβλίο και γι’ αυτό ήμουν, ουσιαστικά, έτοιμος να το γράψω. Έτσι, το έγραψα.

Δεν υπήρχε αμφιβολία, δεν υπήρχε κανένα ερώτημα. Υπήρχε απλώς αυτή η θέληση να τα πω.

«Είμαστε σε μεγάλο βαθμό αυτό που ρωτάμε και, σε μεγαλύτερο ίσως βαθμό, είμαστε οι ερωτήσεις που αποσιωπούμε», επισημαίνεις.

Είναι η διατύπωση των σωστών ερωτημάτων δείγμα ωριμότητας; Τι συμβαίνει -κυρίως σε εμάς τους ίδιους- όταν δεν το κάνουμε;

Επισκέπτομαι πολλά λύκεια στην Ισπανία, αλλά και σε άλλες χώρες, και λέω πάντα τα ίδια πράγματα στους μαθητές:

«Αυτό το οποίο σε καθορίζει δεν είναι οι απαντήσεις που δίνεις, αλλά οι ερωτήσεις τις οποίες θέτεις».

Πιστεύω πραγματικά ότι οι ερωτήσεις που θέτουμε είναι εκείνες οι οποίες μας καθορίζουν ουσιαστικά, διότι ορίζουν την περιέργειά μας, καθώς και τη διάθεσή μας να γνωρίσουμε τον κόσμο και τον ίδιο μας τον εαυτό.

Λοιπόν, τι συμβαίνει σε εμάς τους ίδιους όταν δεν το κάνουμε; Και δεν αναφέρομαι στην άγνοια για τον κόσμο και για όσα συμβαίνουν σε αυτόν, αλλά για όσα συμβαίνουν μέσα μας.

Αυτό είναι τρομερό. Όταν δε νιώθουμε περιέργεια για τον εαυτό μας, αυτό είναι θάνατος.

«Άρχισα να είμαι συγγραφέας την ημέρα που έπαψα να είμαι παιδί και μετατράπηκα σε επιζώντα», ισχυρίζεσαι.

Ευτυχώς, η αφήγηση ιστοριών και η λογοτεχνία σε βοήθησαν να επιβιώσεις. Γιατί ενέχουν εκ φύσεως αυτήν τη δυνατότητα;

Δεν ξέρω γιατί ενέχουν εκ φύσεως αυτήν τη δυνατότητα. Ξέρω πως τη φέρουν -τουλάχιστον στη δική μου περίπτωση-, αλλά ακόμα το επεξεργάζομαι. Ακόμα δεν έχω αυτή την απάντηση.

Ξέρω ότι έτσι έχουν τα πράγματα και ξέρω πως, όσο μπορώ να εξηγώ στον εαυτό μου τι μου συμβαίνει και να το μοιράζομαι με τους αναγνώστες, συνεχίζω να ζω. Συνεχίζω να επιβιώνω.

Είναι ένας τρόπος να αισθάνομαι ότι δεν είμαι ο μόνος στον κόσμο - κάτι που όλοι χρειαζόμαστε.

Παραδόξως, είμαι ένας άντρας ο οποίος αναζητά διαρκώς τη μοναχικότητα και την απομόνωση, αλλά, από την άλλη, εξακολουθώ να τα μοιράζομαι αυτά. Εξακολουθώ να μοιράζομαι αυτήν την αναζήτηση.

Ξέρω ότι είναι αντιφατικό, αλλά έτσι έχουν τα πράγματα. Έχω ανάγκη να είμαι μόνος και να νιώθω μοναξιά, αλλά από την άλλη, νιώθω την ανάγκη να το πω στους ανθρώπους, να το πω στον κόσμο, να το μοιραστώ μαζί του.

Δεν ξέρω αν θα ήθελα να είμαι έτσι, αν δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα να το μοιραστώ με τον κόσμο μέσα από τη γραφή μου.

«Είμαστε το άθροισμα αυτών που υπήρξαμε και αυτών που δεν μπορέσαμε να γίνουμε», συνήθιζε να σου λέει η γιαγιά σου. Πώς θα αξιολογούσες αυτήν την «ισορροπία» στη δική σου περίπτωση;

Αυτό είναι, στην ουσία, αυτό που είμαι εγώ και το οποίο είμαστε όλοι μας.

Στις μέρες μας ακούμε συνεχώς για το «carpe diem» - ότι δηλαδή «το παρελθόν δεν υπάρχει», «το μέλλον δεν υπάρχει», «πρέπει να ζεις στο παρόν» και πως δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Δε συμφωνώ με αυτό.

Είμαστε όλα όσα έχουμε υπάρξει μέχρι τώρα, και όλα όσα έχουμε υπάρξει μέχρι τώρα μάς έχουν κάνει αυτό που είμαστε σήμερα - και έχω πλήρη επίγνωση αυτού.

Όταν ζω, όταν γράφω, όταν σκέφτομαι, όταν νιώθω. Αυτές είναι οι ρίζες μου. Αυτές είναι οι κατευθυντήριες γραμμές μου, τόσο σε συναισθηματικό όσο και σε νοητικό επίπεδο, και με εμπλουτίζουν σημαντικά.

Αυτή η συνειδητοποίηση με εμπλουτίζει πολύ και μου προσφέρει ασφάλεια. Και πάνω απ’ όλα, μου χαρίζει ηρεμία, αυτό ακριβώς που χρειάζομαι.

«Θα σου επιτεθούν επειδή είσαι ελεύθερος άνθρωπος ακόμα κι όταν σου έχουν στερήσει την ελευθερία», έγραφε η Οριάνα Φαλλάτσι στο Ένας άντρας, ένα βιβλίο που αγαπάς.

Τι σημαίνει να είμαστε «ελεύθεροι» σε έναν θεμελιωδώς ανελεύθερο κόσμο;

Kαλή ερώτηση.

Για μένα, το να είσαι ελεύθερος σημαίνει να νιώθεις ελεύθερος, επειδή δεν είμαστε ελεύθεροι. Δεν είμαστε ελεύθεροι και δε θα γίνουμε ποτέ ελεύθεροι, αν δεν αισθανθούμε ελεύθεροι.

Νιώθουμε μέσα μας τη δυνατότητα -την ικανότητα ή την προοπτική- να είμαστε ελεύθεροι, να νιώθουμε ελεύθεροι.

Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να αισθανόμαστε ότι μπορούμε να «είμαστε». Διαφορετικά, δε θα λειτουργήσει ποτέ αντίστροφα. Αυτό εννοώ όταν μιλάω για το να είσαι ελεύθερος. Μιλάω για το να νιώθεις ελεύθερος

Κάθε φορά που πηγαίνω στην ψυχαναλύτριά μου, της λέω πάντα πως δεν μπορώ να φύγω από αυτόν τον κόσμο χωρίς να έχω αισθανθεί αυτό -ή να έχω βιώσει αυτό το συναίσθημα, έστω και για δύο δευτερόλεπτα-, αυτήν την αίσθηση της ελευθερίας·

Αναφέρομαι, όμως, στην αίσθηση της ελευθερίας, όχι στην επίγνωση ​​της ελευθερίας.

Το αίσθημα ότι δε χρωστάς τίποτα σε κανέναν, ότι δε χρειάζεται να ανταποκριθείς στις προσδοκίες κανενός, πως μπορείς να νιώθεις ό,τι θέλεις χωρίς να αισθάνεσαι πως σε παρατηρεί κάποια «ανώτερη», εξαιρετική συνείδηση.

Και με αυτήν, εννοώ τον Θεό.

«Η αγάπη και η καλοσύνη είναι μορφές αντίστασης», σχολίασε ο David Byrne κατά τη διάρκεια της πρόσφατης συναυλίας του στην Αθήνα.

Με ποια έννοια οι σχέσεις αγάπης και η καλοσύνη, ως υπαρξιακή επιλογή, μπορούν να μας επανασυνδέσουν με τις καλύτερες πτυχές της καταρρέουσας ανθρωπινότητάς μας;

Η αγάπη και η καλοσύνη είναι μορφές αντίστασης - ναι, αυτό είναι αλήθεια.

Πρόκειται για καλή θεωρία, αλλά είναι πολύ δύσκολο να εφαρμοστεί στην καθημερινή ζωή. Γι’ αυτό ακριβώς αποτελούν μορφές αντίστασης: επειδή ο εύκολος δρόμος είναι να νιώθεις μίσος και οργή.

Αισθάνομαι πολλή οργή, γιατί κοιτάζω τον κόσμο και σκέφτομαι: αν αυτό είναι που κάναμε με τον κόσμο και τη ζωή, τότε δεν αξίζει να είμαστε εδώ.

Όπως ο τρόπος που μεταχειριζόμαστε τα μη ανθρώπινα ζώα, για παράδειγμα, ή ο τρόπος με τον οποίο μεταχειριζόμαστε τα δάση μας, τις θάλασσές μας, τον αέρα, τη φύση.

Δε μου αρέσει η λέξη «φύση», επειδή είμαστε μέρος της και μιλάμε γι’ αυτήν σαν να μην ανήκουμε σε αυτήν, σαν να είμαστε κάπως αποκομμένοι από αυτήν.

Ωστόσο, αν είσαι ευγενικός και γεμάτος αγάπη, είναι αλήθεια ότι ζεις τη ζωή νιώθοντας, κατά κάποιον τρόπο, πως ο κόσμος μπορεί να είναι ένα μέρος γεμάτο αγάπη και καλοσύνη.

Όμως αυτήν τη στιγμή, βλέποντας όσα συμβαίνουν γύρω μου, δυσκολεύομαι να το φανταστώ ή να το πράξω.

Είναι δύσκολο για μένα, αλλά νομίζω ότι έχει δίκιο. Έχει δίκιο, επειδή έτσι αισθάνεται.

Η μητέρα μου πέθανε πριν από σχεδόν δύο χρόνια από καρκίνο. Αν και δεν είμαι συγγραφέας, εκείνη ήταν η πρώτη -και συχνά η πιο επιμελής- αναγνώστρια των συνεντεύξεών μου, διορθώνοντας ακόμα και τα πιο μικρά λάθη.

Τώρα που έφυγε, έχω μείνει ορφανός και από την καλύτερη αναγνώστριά μου. Για ποιον γράφεις κατά κύριο λόγο μετά την απώλεια της μητέρας σου;

Δεν ξέρω. Υπάρχει κάποιος εκεί για τον οποίο γράφω. Κάποιος τον οποίο δε γνωρίζω, νομίζω.

Το υπέροχο σε όλο αυτό είναι ότι φοβόμουν πολύ πως, όταν η μητέρα μου δε θα ήταν πια εδώ, δε θα είχα σε ποιον να γράφω. Το θέμα είναι ότι δε γράφω πια σε κάποιον, τώρα που εκείνη λείπει. Γράφω έχοντάς την στο πλευρό μου.

Είναι σαν μια διαδικασία συγγραφής «τεσσάρων χεριών» και δεν έχω νιώσει ποτέ τόσο μεγάλη συντροφιά την ώρα κατά την οποία γράφω, γιατί την αισθάνομαι δίπλα μου.

Της μιλάω και συζητώ μαζί της διάφορα πράγματα, οπότε η διαδικασία έχει αποκτήσει έναν κάπως συλλογικό χαρακτήρα.

Η γραφή μου αποτελεί πλέον κάποιου είδους άσκηση, επειδή γράφω και ταυτόχρονα σχολιάζω μαζί της αυτά τα οποία γράφω - και αυτό είναι πραγματικά κάτι διαφορετικό.

Και ποιο είναι το νόημα τού να γράφει κάποιος -και να διαβάζει- γενικότερα, σε έναν κόσμο σπαρασσόμενο από πολέμους και γενοκτονίες;

Και πάλι, η απάντηση είναι: δεν ξέρω. Είναι πράγματα που συνεχίζω να αναρωτιέμαι.

Είναι ένα ερώτημα το οποίο συνεχίζω να θέτω στον εαυτό μου και υποθέτω πως γι’ αυτό γράφω: επειδή προσπαθώ, μέσα από τη γραφή, να το κατανοήσω και να φτάσω στην απάντηση.

Ή ας πούμε «κάποια απάντηση», τουλάχιστον. Όχι την απάντηση -γιατί η απάντηση δεν υπάρχει ούτε πρόκειται ποτέ να υπάρξει-, αλλά προσπαθώ τουλάχιστον να νιώσω ότι βρίσκομαι κάπως κοντά στην απάντηση που χρειάζομαι.

Πιστεύω ότι ο κόσμος -ή ο ανθρώπινος κόσμος, για να είμαστε ακριβέστεροι- ανέκαθεν μαστιζόταν από πολέμους και γενοκτονίες. Αρκεί να ρίξεις μια ματιά στην Ιστορία μας ως ανθρώπινο γένος.

Πάντα υπήρχαν συγγραφείς, πάντα υπήρχαν αναγνώστες, καθώς και αυτή η ανάγκη να αφηγούμαστε ιστορίες και να έχουμε τη συνείδηση ​​πως η φαντασία θα μας σώσει.

Καταφεύγουμε διαρκώς στη δυνατότητα της φαντασίας, στο να φανταζόμαστε πράγματα και να τα κάνουμε πραγματικότητα.

Ίσως αυτό το οποίο δε γνωρίζουμε είναι ότι, όποτε φανταζόμαστε πράγματα, προβαίνουμε σε κάποιου είδους επίκληση, καθώς τα περισσότερα από όσα γράφουν οι συγγραφείς μυθοπλασίας γίνονται, με την πάροδο του χρόνου, πραγματικότητα.

Αρκεί να διαβάσεις τον Ιούλιο Βερν, για παράδειγμα, ή να δεις τη σειρά Years and Years, για να διαπιστώσεις πως ακριβώς αυτό βιώνουμε τώρα.

Ίσως, λοιπόν, αυτό που κάνουν οι συγγραφείς είναι να προβλέπουν τι πρόκειται να έρθει ή να συμβεί.

Η συνέντευξη με τον Αλεχάντρο Παλόμας πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ ΛΕΑ (8-23 Ιουνίου 2026).

Ευχαριστώ θερμά την Ελμίρα Μυρεσιώτη (Εκδόσεις Opera) για την πολύτιμη συνδρομή της στην υλοποίησή της, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγγραφέα. Η φωτογραφία είναι της Σίσσυς Μόρφη.

Το μυθιστόρημα του Αλεχάντρο Παλόμας Αυτά δεν λέγονται κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Opera σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Γκολφινοπούλου.



Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Ροδρίγο Ρέι Ρόσα: «Θα χαθούμε όταν σταματήσουμε να γράφουμε»

 


Παραβολή για την πολιτική κατάσταση της Κεντρικής και Λατινικής Αμερικής, την εξουσία, τον έλεγχο και την ελευθερία, η εφιαλτική νουβέλα του Γουατεμαλανού Ροδρίγο Ρέι Ρόσα, Μυστική φυλακή, παραμένει πιο επίκαιρη από ποτέ.

Μια συνάντηση με τον γλυκομίλητο συγγραφέα -και κάτοικο Αθήνας- στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ ΛΕΑ, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά.

Θα ήθελα να ξεκινήσω από το γεγονός ότι η νουβέλα σου Μυστική φυλακή κυκλοφόρησε πριν από 30 και πλέον χρόνια.

Tην έγραψα το 1991.

Πώς νιώθεις, λοιπόν, που ένα βιβλίο σου καθίσταται διαθέσιμο σε κάποια γλώσσα μετά από τόσο καιρό;

Ασφαλώς πολύ ευτυχής.

Χωρίς να έχω τέτοια πρόθεση, φιλοτεχνούσα μια πραγματικότητα στο πλαίσιο της οποίας ο έλεγχος του νου ήταν πολύ παρών. Η φαντασία τού τότε μιλάει, όμως, πολύ για το σήμερα.

Εκείνη την εποχή, το ζήτημα του ελέγχου ήταν ένα ερώτημα, στις μέρες μας είναι ένα γεγονός: ξέρουμε πως βρισκόμαστε υπό ένα τέτοιο καθεστώς.

Αντλείτο αυτή η αίσθηση από τη γουατεμαλανή εμπειρία σου εκείνης της περιόδου, ή και την πραγματικότητα της Κεντρικής και της Λατινικής Αμερικής;

Η τοποθεσία είναι πολύ γουατεμαλανή.

Ήξερα ότι υπήρχαν μυστικές φυλακές που χρησιμοποιούνταν από τον στρατό για τον βασανισμό πολιτικών αντιφρονούντων.

Κατά τα άλλα, η φαντασία μου επηρεαζόταν από άλλα βιβλία.

Το Σχέδιο διαφυγής του Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες, ένα μυθιστόρημα το οποίο μιλούσε για πειράματα του νου, ήταν πιθανότατα η μεγαλύτερη επιρροή μου.

Όταν άρχισα να γράφω τη Μυστική φυλακή, δε γνώριζα τι ιστορία θα γράψω τελικά. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι θα υπήρχε ένας άνδρας δεμένος σε ένα δέντρο.

Βρισκόμουν στο Μαρόκο και ξαφνικά ένα βράδυ, στη διάρκεια του Ραμαζανιού, αυτή η εικόνα ήρθε στο μυαλό μου. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί είχα καπνίσει λίγο κιφ. (Γέλιο).

Αποφάσισα, λοιπόν, πως έπρεπε να ανακαλύψω ποιος είναι ο άνδρας και γιατί βρίσκεται εκεί.

Η συγγραφή είναι, εξάλλου, ένας τρόπος σκέψης. Δεν μπορείς να σκεφτείς χωρίς λέξεις. Η συγγραφή και η ομιλία είναι οι μόνοι τρόποι με τους οποίους μπορείς πραγματικά να σκεφτείς. Μου αρέσει να διαβάζω φιλοσοφία.

Την έχεις σπουδάσει κιόλας;

Ποτέ δε σπούδασα τίποτα. Λιγάκι κινηματογράφο μόνο, προκειμένου εξασφαλίσω φοιτητική βίζα για τη Νέα Υόρκη, αλλά τον εγκατέλειψα.

Δεν ήταν για σένα.

Μια τέτοια σπουδή ήταν αδύνατη χωρίς πολλά λεφτά.

Εξακολουθώ, ωστόσο, να λατρεύω την ανάγνωση φιλοσοφίας.

«Το να γράφει κανείς σημαίνει να συνδυάζει τις αναμνήσεις», υποστηρίζει ο αφηγητής της νουβέλας, ο άνδρας που είναι δεμένος στο δέντρο. Είναι για σένα, η συγγραφή ένας τρόπος ανάκλησης ή δημιουργίας αναμνήσεων;

Η συγκεκριμένη περικοπή περιέγραφε το πώς μάθαινα να γράφω. Είχε, επομένως, αυτοβιογραφικό χαρακτήρα.

Οι αναμνήσεις είναι επίσης δημιουργήματα. Το να γράφεις σημαίνει, άρα, να επινοείς τις ίδιες σου τις αναμνήσεις. Κι όταν ξεκινάς να γράφεις, αυτό συμβαίνει με αυτόματο τρόπο.

Ποιος θα μπορούσε να είναι ο αφηγητής;

Και οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες είμαι εγώ. Ένας καλός, ένας κακός.

Επηρεάζεται η αντίληψη της ταυτότητας του αφηγητή από τον εκάστοτε αναγνώστη;

Συνήθως έχω έναν-δυο αναγνώστες κατά νου. Σαν οδηγούς. Σαν φάρους. Θελω να φτάσω σε αυτούς.

Στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο Πολ Μπόουλς, ένας πολύ καλός αναγνώστης. Δε χρειαζόταν να του εξηγήσω το οτιδήποτε, απλώς να κάνω τη δουλειά μου. Να του δείξω. Ήθελα να του αρέσει αυτό που έκανα. Του αφιέρωσα τη νουβέλα, κιόλας.

Ένιωθες, ήξερες πώς θα εξελισσόταν η μεταξύ σας σχέση με την πάροδο του χρόνου σε προσωπικό επίπεδο, στο πλαίσιο της λογοτεχνικής συνεργασίας και κατόπιν ως παρακαταθήκη;

Στην αρχή είχα την αίσθηση ότι επρόκειτο για έναν απόμακρο άνθρωπο και πίστευα πως δε θα είχαμε τίποτα κοινό.

Αλλά μετά μου είπε ότι του άρεσε πολύ ο Μπόρχες -ο αγαπημένος μου εκείνη την εποχή- και παρακολουθούσε τι συνέβαινε στη Γουατεμάλα, κι έτσι βρήκαμε κοινό έδαφος.

Στη συνέχεια με ρώτησε -θυμάμαι- αν μου αρέσει το Μαρόκο, και με προέτρεψε να το επισκεφτώ. Μου έδωσε μάλιστα κι έναν χάρτη της χώρας. Μετά το ταξίδι μου, είχαμε πλέον πολλά να συζητήσουμε.

«Δε νομίζω ότι μπορεί ο οποιοσδήποτε να πει στον οποιονδήποτε πώς να γράψει. Αλλά μπορώ να σου πω ποια είναι η γνώμη μου για όσα γράφεις», μου ανέφερε. Ήταν μια πολύ αργή διαδικασία.

Το γεγονός, όμως, ότι μετέφραζε τα γραπτά μου μού άνοιξε τις πόρτες της λογοτεχνίας και δε διερωτώμουν πλέον αν μπορούσα να το κάνω ή όχι.

Αισθανόσουν υποχρεωμένος.

Παρακινημένος. Θεωρούσα πως ήμουν σε καλό δρόμο. Τα πράγματα γίνονταν πιο εύκολα επειδή ήξερα τι ήθελα. Πριν γνωρίσω τον Μπόουλς, δεν είχα ιδέα, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα περισσότερα εικοσάχρονα.

Τι νομίζεις ότι έχεις κληρονομήσει από τον Μπόουλς εκτός από τα χειρόγραφα και τη βιβλιοθήκη του;

Το να γράφω για χάρη της συγγραφής, κι όχι προσδοκώντας την εμπορική επιτυχία, η οποία δεν έχει σημασία. Όσο για την κριτική επιτυχία, δεν πρέπει να την πολυπαίρνεις στα σοβαρά - είτε είναι καλή είτε κακή:

Αν είναι καλή, επειδή μπορεί να θεωρήσεις πως είσαι σημαντικότερος απ’ ό,τι στην πραγματικότητα. Αν είναι κακή, επειδή μπορεί να σε καταστρέψει.

Το σημαντικό είναι κρατάς αποστάσεις, να προσπαθείς να κάνεις το καλύτερο δυνατόν και να διατηρείς την ακεραιότητά σου.

Όταν γνώρισα τον Πολ, δεν ήταν πετυχημένος. Τα βιβλία του εκδίδονταν, λάμβανε καλές κριτικές -αλλά και κακές-, έγινε όμως περισσότερο γνωστός μετά την ταινία του Μπερτολούτσι.

Έχεις κατά καιρούς ζήσει σε πολλές χώρες και πόλεις. Πώς αυτό έχει επηρεάσει την προσωπικότητα, την οπτική σου στη συγγραφή και στον κόσμο - καλά ή κακά;

Κυρίως καλά, ακόμα και στη Γουατεμάλα όπου νιώθω ξένος. Τρέφω μεγάλο θαυμασμό για τον πολιτισμό των Μάγια, αλλά κι ανάμεσά τους είμαι ένα αουτσάιντερ. Αισθάνομαι σχεδόν εξίσου ξένος στην Ελλάδα και στη Γουατεμάλα.

Στην ουσία, η εθνική υπερηφάνεια και ο πατριωτισμός είναι κάπως κωμικά.

Ακόμα και επικίνδυνα.

Πολύ επικίνδυνα, σίγουρα. Αλλά και κωμικά, όπως προείπα, με την έννοια ότι ο ένας άνθρωπος θεωρεί πως είναι καλύτερος από τον άλλο. Ζώντας σε διαφορετικά μέρη, αντιλαμβάνεσαι αυτήν την κωμική διάσταση της εθνικής περηφάνειας.

Θαυμάζω πολύ τον ελληνικό τρόπο ζωής, αλλά όταν γίνεται εθνικιστικός, δε θέλω να είμαι κομμάτι του.

Όντας απέξω, αυτό με διευκολύνει να παρατηρώ. Κι είναι η δουλειά μου.

Από πού πηγάζει η τρυφερότητά σου για τις αυτόχθονες κοινότητες και τον αυτόχθονα πολιτισμό των Μάγια;

Κατά μία έννοια, από βιβλία.

Όταν ως έφηβος διάβαζα, πάντα ήθελα να ταξιδέψω στα μέρη όπου εκτυλίσσονταν οι ιστορίες, συμπεριλαμβανομένων της Γουατεμάλας και της Βόρειας Αφρικής. Αυτό δε συνέβη σε σχέση με την Ελλάδα.

Τα βιβλία μού άνοιξαν την όρεξη να δω τα πραγματικά μέρη. Η λογοτεχνία μάς επηρεάζει με περισσότερους τρόπους, δημιουργεί τη φαντασία μας. Ιδίως όταν είμαστε παιδιά και ο εγκέφαλός μας διαμορφώνεται.

Ένας θείος μου μάς πήγαινε κάθε Σαββατοκύριακο στη θάλασσα και μας αφηγείτο αρχαιοελληνική μυθολογία.

Αισθάνθηκα πολύ κοντά στην Ελλάδα όταν έφτασα στη χώρα, επειδή όλη η μυθολογία ήταν εκεί έξω. Διάβασε τα ονόματα των δρόμων! Είναι σαν βιβλίο.

Οι κυρίαρχοι μύθοι του παρόντος έχουν, πάντως, ριζικά αλλάξει.

Ναι, πιο πολύ μιλάω για το φαντασιακό στοιχείο. Ζώντας εδώ μπορείς, λοιπόν, να φανταστείς τους μύθους ξανά.

Όσον αφορά στην αυτόχθονα κουλτούρα των Μάγια, ήθελες και να αποκαταστήσεις τις ιστορίες τους;

Μόνο αφότου επέστρεψα στη Γουατεμάλα μετά από είκοσι χρόνια απουσίας μπόρεσα να δημιουργήσω φιλίες με αυτόχθονες. Δεν είναι και τόσο εύκολο.

Κρατούν κι εκείνοι τις αποστάσεις τους, όπως ο Μπόουλς κρατούσε από σένα αρχικά.

Ασφαλώς. Και δικαιολογημένα.

Με σαγηνεύει το ότι ζούμε στην ίδια χώρα, αλλά ο τόπος τους είναι διαφορετικός.

Στην πραγματικότητα, στη Γουατεμάλα λειτουργούν δύο νομικά συστήματα. Σύμφωνα με την ισχύουσα συμφωνία, επιτρέπεται στους Μάγια να έχουν το δικό τους δικαιικό σύστημα.

Αν, λοιπόν, διαπράξεις ένα αδίκημα μπορείς να δικαστείς βάσει του εθνικού δικαίου ή του δικαιικού συστήματος των Μάγια.

Ποιο είναι το αυστηρότερο;

Εξαρτάται. Στο πλαίσιο του συστήματος των Μάγια η αντιμετώπιση του αδικηματία είναι πολύ καλύτερη.

Πρώτον, δεν έχουν φυλακές. Μπορεί να υποστείς ξυλοδαρμό - λιγάκι. (Γέλιο).Και η απόδοση δικαιοσύνης έχει επανορθωτικό κι όχι τιμωρητικό χαρακτήρα.

Αν, για παράδειγμα, σκοτώσεις κάποιον, πρέπει να πληρώσεις για την κηδεία του θύματος και να αποζημιώσεις την οικογένεια, όχι να έρθεις σε επαφή με τις αρχές.

Αν ένα παιδί κλέψει μια αγελάδα, πρέπει να την επιστρέψει στον ιδιοκτήτη της ή να του πληρώσει τα χρήματα που θα του είχε αποφέρει, κι ο πατέρας του να το δείρει δημοσίως για εκπαιδευτικούς λόγους.

Αυτή η λογική είναι λειτουργική σε μικρότερες κοινότητες, όπου εφαρμόζονται οι αρχές της άμεσης δημοκρατίας και οι εκπρόσωποι του δήμου (στα ελληνικά) εκλέγονται κάθε χρόνο και πρέπει να εγκαταλείψουν τη δουλειά τους.

Η θέση τους δεν είναι έμμισθη κι όσοι την κατέχουν προσέχουν να μην είναι άδικοι, επειδή μπορεί την επόμενη χρονιά να έχει ο γείτονας εξουσία. Η ψήφος δεν είναι μυστική. Όλα αυτά τα έμαθα από την εμπειρία μου.

Αν και η Γουατεμάλα είναι από τις βιαιότερες χώρες στον κόσμο και πολύ ρατσιστική, στις περιοχές των Μάγια τα ποσοστά των δολοφονιών είναι μηδενικά.

Ζούμε, ωστόσο, σε έναν αυξανόμενα και ανησυχητικά εμπόλεμο κόσμο.

Λένε ορισμένοι ότι είναι βάρβαρο να ξυλοκοπείς ανθρώπους δημοσίως. Είναι λιγότερο βάρβαρο αυτό που κάνει το σύστημα;

Όταν ο κόσμος μας -σε Ανατολή, Δύση, Βορρά και Νότο- γίνεται ολοένα και περισσότερο μια φυλακή -μυστική ή και όχι-, μπορεί η λογοτεχνία να λειτουργήσει χειραφετητικά ή ως μορφή αντίστασης;

Η λογοτεχνία δημιουργεί έναν κόσμο μέσα μας όπου είμαστε ελεύθεροι. Για τους Δυτικούς, η ανάγνωση λογοτεχνίας είναι μια μορφή διαλογισμού.

Θα χαθούμε όταν σταματήσουμε να γράφουμε. Τότε, θα σταματήσουμε και να σκεφτόμαστε. Και η σκέψη γεννά την ελευθερία. Τι άλλο είναι η ελευθερία από την ελευθερία της σκέψης και της επιλογής - ακόμα κι όταν είσαι δεμένος;

Η συνέντευξη με τον Ροδρίγο Ρέι Ρόσα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ ΛΕΑ (8-23 Ιουνίου 2026).

Ευχαριστώ θερμά την Ισμήνη Κουρούπη (Εκδόσεις Καστανιώτη) για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό της και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγγραφέα.

Η νουβέλα του Ροδρίγο Ρέι Ρόσα Μυστική φυλακή κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση του Κώστα Αθανασίου.



Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

Φερνάντα Τρίας: «Τα πιο σημαντικά πράγματα παραμένουν ανείπωτα»

 


Σε μια ρημαγμένη από την περιβαλλοντική κρίση δυστοπική πόλη, που θα μπορούσε να είναι το Μοντεβιδέο, μια ανώνυμη γυναίκα μάχεται να επιβιώσει, προστατεύοντας παράλληλα τρεις ανθρώπους για τους οποίους νοιάζεται.

Αυτός είναι ο πυρήνας του μυθιστορήματος της Ουρουγουανής συγγραφέως Φερνάντα Τρίας, Ροζ Γλίτσα. Συναντώντας την στο πλαίσιο του Φεστιβάλ ΛΕΑ.

Διαβάζοντας το μυθιστόρημά σου, Ροζ Γλίτσα, είχα την αίσθηση ότι θα μπορούσε να εκτυλίσσεται στο πλαίσιο της πανδημίας.

Σε ποιον βαθμό, λοιπόν, επηρέασε η πανδημία την προσέγγισή σου στη γραφή και στον κόσμο;

Το μυθιστόρημά μου έχει συνδεθεί έντονα με την περίοδο της πανδημίας λόγω συμπτώσεων και των αναμνήσεων.

Ευτυχώς για μένα, το είχα ολοκληρώσει πριν την έναρξή της.

Ήταν, λοιπόν, ένα «προφητικό» βιβλίο;

Η φήμη μου ως «προφητικής μάγισσας» ξεκίνησε εξαιτίας του.

Άρχισα να το γράφω στα 2015-16 και το 2019 έκανα την επιμέλεια και το έστειλα προς έκδοση.

Δεν ξέρω πόσο διαφορετικό θα μπορούσε να είναι αν, για κάποιον λόγο, δεν το είχα ολοκληρώσει το 2019 και έπρεπε να το γράψω στη διάρκεια της πανδημίας. Ίσως η συγγραφή του να ήταν αδύνατη.

Το αστείο -και συνάμα ενδιαφέρον- στοιχείο του είναι η αθωότητά του, δεδομένου ότι γράφτηκε χωρίς την εμπειρία της πανδημίας. Ήταν εντυπωσιακό, πάντως, που όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα μετά την κυκλοφορία του.

Ίσως υπάρχει αυτό το οποίο αποκαλούμε «συλλογική συνείδηση» ή «συλλογικό ασυνείδητο», αλλά από πού, στην πράξη, άντλησες τη βιωματική διάσταση του βιβλίου;

Πιστεύω όντως πως το συλλογικό ασυνείδητο υπάρχει και αντλείς πολλές πληροφορίες από αυτό. Το εμπιστεύομαι ως πηγή γνώσης.

Το 2006, μια εποχή κατά την οποία ζούσα στη Γαλλία, υπήρχε η γρίπη των χοίρων. Επικρατούσε τρόμος.

Πήγα, λοιπόν, μια μέρα στο σούπερ μάρκετ και αγόρασα τεράστια μπιτόνια με νερό που τοποθέτησα σε ένα δωμάτιο του σπιτιού μου. Τα μπιτόνια παρέμειναν εκεί για χρόνια.

Η γρίπη ουδέποτε, ωστόσο, εξελίχθηκε σε πανδημία, παρότι ο βαθμός επικινδυνότητάς της, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ήταν υψηλός.

Όλα αυτά συνέβαιναν τουλάχιστον μια δεκαετία πριν καν σκεφτώ να γράψω το μυθιστόρημα. Ο φόβος, όμως, έμεινε, και κατόπιν συνέπεσε με την κλιματική αλλαγή.

Όταν έγραφα το μυθιστόρημα, δε με απασχολούσε τόσο μια πανδημία σχετιζόμενη με έναν ιό, αλλά η οικολογική κρίση η οποία θα συνεπαγόταν μια ασθένεια που θα μπορούσε να είναι μολυσματική.

Συνέθεσα, λοιπόν, όλα αυτά τα στοιχεία μαζί με το ζήτημα της σύγκρουσης μεταξύ των ανθρώπων το οποίο με ενδιέφερε από παλιά.

Η αφήγηση εκτυλίσσεται στο Μοντεβιδέο, την πρωτεύουσα της Ουρουγουάης. Στη θέση του, όμως, θα μπορούσε να βρίσκεται οποιαδήποτε δυστοπική πόλη.

Πόσο σημαντική υπήρξε η τοποθέτησή του σε ένα αναγνωρίσιμο -τουλάχιστον από σένα- πλαίσιο;

Έφυγα από την Ουρουγουάη το 2005, αρχικά για τη Γαλλία. Ήδη, επομένως, είχα λείψει από το Μοντεβιδέο αρκετά, ώστε να έχω την αίσθηση πως δεν το αναγνώριζα κάθε φορά που επέστρεφα σ’ αυτό.

Κάποια στιγμή βίωσα νοσταλγία.

Ένιωθα ότι είχα χάσει αυτόν τον τόπο, πως δεν υπήρχε πια. Μπορούσα να γυρίσω στο Μοντεβιδέο, αλλά όχι στο Μοντεβιδέο το οποίο είχα αφήσει ή γνώριζα ως παιδί. Αισθανόμουν ότι έχανα την ανάμνηση από το σωματικό βίωμά μου της πόλης.

Οπότε, η ιδέα της αναδημιουργίας της πόλης εν μέσω μιας καταστροφής ήταν κομμάτι μιας μνημονικής άσκησης. Οι αναγνώστες που τη γνωρίζουν θα ανακαλύψουν ένα μεταμορφωμένο μέρος.

Ολοκληρώνοντας τη συγγραφή, ένιωσες ότι επανσυνδέθηκες με κάποια μνήμη του Μοντεβιδέο ή πως το άφησες πίσω σου για τα καλά;

Συνέβησαν και τα δύο, νομίζω.

Επανασυνδέθηκα με μέρος των αναμνήσεων της πρωταγωνίστριας: με τη σωματικότητα της παραλίας, της θάλασσας, του αλατιού, της άμμου.

Ήταν κάτι πολύ όμορφο, το οποίο προσπάθησα να ανακτήσω από την πρώιμη παιδική μου ηλικία.

Από την άλλη, η σχέση μου με την πόλη ήταν πάντα συγκρουσιακή. Ήταν πολύ αστείο που το τέλος του κοσμου θα ξεκινούσε από το πιο απρόσμενο μέρος, μια πόλη για την οποία δε νοιάζεται κανένας. (Γέλιο).

Κάποιοι όντως νοιάζονται, υποθέτω.

Για μένα η επιλογή της πόλης είχε μια ειρωνική διάσταση, μιας και ποτέ δεν είχαμε υπάρξει το κέντρο του οτιδήποτε.

Έχεις δίκιο, όμως. Ξόφλησα με το Μοντεβιδέο, καθώς το επόμενο μυθιστόρημά μου εκτυλίσσεται σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον. Ίσως, επομένως, κάτι επιλύθηκε μέσω της συγγραφής αυτού του βιβλίου.

Υπάρχει κάποιος λόγος που η αφήγηση είναι αγκυρωμένη γύρω από μια γυναίκα; Είχες σκεφτεί κι άλλες επιλογές;

Κάποτε είχαν ρωτήσει την Τόνι Μόρισον γιατί οι βασικοί χαρακτήρες της είναι μαύροι. Είχε απαντήσει πως ποτέ δε ρωτάτε έναν λευκό συγγραφέα γιατί οι χαρακτήρες του είναι λευκοί.

Αντίστοιχα, ένας άντρας συγγραφέας δεν ερωτάται γιατί οι χαρακτήρες του είναι πάντα άντρες.

Προσωπικά θα το ρωτούσα σε κάθε περίπτωση, καθώς με ενδιαφέρει να μάθω τι μπορεί να βρίσκεται, συνειδητά ή μη, πίσω από κάθε συγγραφική επιλογή.

Ποτέ δεν έχω συνθέσει έναν αντρικό χαρακτήρα, αλλά αυτό δεν έχει υπάρξει συνειδητή επιλογή. Όταν η φωνή έρχεται, την ακολουθώ.

Θα μπορούσα φυσικά να σου απαντήσω ότι η αφηγήτρια είναι γυναίκα επειδή ήθελα να μιλήσω για τη μητρότητα. Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα να μιλήσω από την οπτική γωνία ενός αρσενικού χαρακτήρα.

Νομίζω πως κάθε άνθρωπος μπορεί να το καταφέρει. Απλώς δε μου έχει συμβεί έτσι απλά.

Σε κάθε περίπτωση, όλοι οι χαρακτήρες είναι βαθιά αποτυπωμένοι.

Το προσπάθησα.

Η σκιαγράφηση μιας ατμόσφαιρας εγκατάλειψης, απελπισίας και παραίτησης είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του μυθιστορήματος.

Ευχαριστώ, σ’ αυτό προσπαθούσα να εστιάσω.

Το βίωμα του τραύματος είναι, επίσης, έντονα παρόν.

Στα πρώτα μου βιβλία τα τραύματα ήταν πιο προσωπικά. Σταδιακά, υπάρχει μετατόπιση προς ένα πιο συλλογικό τραύμα, αν και παραμένει προσωπικό.

Αυτό με ενδιέφερε, πώς το συλλογικό τραύμα της καταστροφής ενός τρόπου ζωής για πάντα διασταυρώνεται με το τραύμα ενός συγκεκριμένου ανθρώπου και πώς αυτά αλληλεπιδρούν.

Στα κατοπινά μου βιβλία καταπιάνομαι σε μεγαλύτερο βάθος με το συλλογικό τραύμα. Και η πανδημία με έκανε να σκεφτώ πολύ γι’ αυτό, επειδή αισθάνομαι ότι ως κοινωνία ποτέ δεν επεξεργαστήκαμε όσα συνέβησαν.

Οπότε δεν ξέρουμε πώς θα αναδυθεί αυτό το τραύμα. Γιατί πάντα αναδύεται αν δεν κάνεις κάτι γι’ αυτό.

Πώς διαχειρίζεσαι τη σιωπή και τις συνέπειές της ως συγγραφέας και ως άνθρωπος;

Η σιωπή βρίσκεται στον πυρήνα της γραφής μου από το πρώτο μου βιβλίο. Τα πιο σημαντικά πράγματα παραμένουν ανείπωτα. Ως τέτοια παραμένουν, όμως, εκεί.

Για μένα, η σιωπή δεν ισοδυναμεί με το κενό. Το ανείπωτο έχει όγκο. Είναι εξίσου στέρεο με οτιδήποτε άλλο. Έχω δουλέψει πολύ με αυτήν τη σιωπή και την ένταση που παράγει. Δεν ξέρεις πότε θα εκραγεί.

Τώρα που είμαι μεγαλύτερη, έχω μια θεωρία σχετικά με το γιατί το στοιχείο της σιωπής είναι τόσο παρόν στη δουλειά μου, κι έχει να κάνει με το γεγονός ότι γεννήθηκα και μεγάλωσα στη διάρκεια μιας δικτατορίας.

Υπήρχαν πολλά για τα οποία κανένας δε μιλούσε όταν ήμουν παιδί, αλλά τα αισθανόμουν.

Επί του παρόντος, ζω στην Μπογκοτά, μια πόλη όπου η έννοια της σιωπής δυστυχώς απουσιάζει. Δεν υπάρχει κανενός είδους σεβασμός για το δικαίωμα του άλλου ανθρώπου στη σιωπή.

Είμαι, εξάλλου, πολύ ευαίσθητη σε κάθε είδους αισθητηριακά ερεθίσματα: Οι θόρυβοι με ενοχλούν, τα έντονα φώτα με ενοχλούν, η ζέστη το ίδιο. Αυτή η ευαισθησία αποτυπώνεται στα βιβλία μου. Οπότε, το να ζω στην Μπογκοτά είναι αγώνας.

Έχοντας γεννηθεί και μεγαλώσει στο πλαίσιο μιας δικτατορίας, πόσο σε τρομάζει η επιστροφή των ακροδεξιών φαντασμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο;

Μερικές φορές σκέφτομαι πως δε θα ξανασυμβούν οι ακρότητες του παρελθόντος. Από την άλλη, γιατί όχι;

Ως συγγραφέας, θεωρείς ότι δεν έχεις σχέση με την πολιτική, αλλά αυτοί οι ακροδεξιοί δε νομίζουν κάτι τέτοιο. Νομίζουν πως γράφεις πράγματα που δε θα έπρεπε να γράφεις.

Υπό αυτήν έννοια, νιώθω μερικές φορές ανασφαλής. «Πού θα έπρεπε να πάω;» αναρωτιέμαι τότε.

Όπως συμβαίνει και στο βιβλίο. Ποτέ δεν ξέρεις ποια θα είναι η τελευταία σου ευκαιρία να φύγεις. Πάντα θες να πιστεύεις ότι η κατάσταση δε θα χειροτερέψει.

Σκεπτόμενη, λοιπόν, αυτά τρομάζω. Παράλληλα, προσπαθώ να παρατηρώ και να βλέπω τι συμβαίνει.

Η συνέντευξη με την Φερνάντα Τρίας πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ ΛΕΑ (8-23 Ιουνίου 2026).

Ευχαριστώ θερμά το τιμ τον Εκδόσεων Carnívora για την πολύτιμη συμβολή του στον προγραμματισμό της.

Το μυθιστόρημα της Φερνάντα Τρίας Ροζ Γλίτσα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora σε μετάφραση της Ιφιγένειας Ντούμη.