Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

Αλεχάντρο Παλόμας: «Δε θα γίνουμε ποτέ ελεύθεροι, αν δεν αισθανθούμε ελεύθεροι»

 

Αλεχάντρο Παλόμας (Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη)

Εμπνευσμένο από την επώδυνη προσωπική του εμπειρία, το μυθιστόρημα του Ισπανού συγγραφέα Αλεχάντρο Παλόμας, Αυτά δεν λέγονται, είναι ένας σπαρακτικός και συνάμα ακριβής στοχασμός για τη σεξουαλική κακοποίηση στην παιδική ηλικία.

Μια ειλικρινής συνομιλία με τον Αλεχάντρο Παλόμας στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ ΛΕΑ.

Το μυθιστόρημά σου Αυτά δεν λέγονται είναι τόσο οδυνηρά ειλικρινές, υπερ-αναλυτικό και γεμάτο αυτεπίγνωση, που συχνά δεν άντεχα να το διαβάζω και, κατά συνέπεια, το άφηνα στην άκρη προτού συνεχίσω τη διαδικασία.

Εσύ, πόσο συχνά έχεις βιώσει απροθυμία να γράψεις και πώς την έχεις ξεπεράσει;

Είτε το πιστεύεις είτε όχι, δεν ένιωσα ποτέ απροθυμία να το γράψω. Απλώς αποφάσισα να το κάνω, και δε σταμάτησα ποτέ.

Για μένα, η συγγραφή του ήταν κάπως εύκολη. Δεν ξέρω γιατί, αλλά δε με δυσκόλεψε καθόλου. Κυλούσε πολύ φυσικά.

Δε χρειάστηκε επιπλέον προσπάθεια σε σχέση με την υπόλοιπη δουλειά μου, οπότε υποθέτω ότι το στάδιο της «υπέρβασης» είχε ήδη ολοκληρωθεί.

Μπόρεσα να το γράψω επειδή το είχα ξεπεράσει. Είχα ξεπεράσει όλα όσα αναφέρω στο βιβλίο και γι’ αυτό ήμουν, ουσιαστικά, έτοιμος να το γράψω. Έτσι, το έγραψα.

Δεν υπήρχε αμφιβολία, δεν υπήρχε κανένα ερώτημα. Υπήρχε απλώς αυτή η θέληση να τα πω.

«Είμαστε σε μεγάλο βαθμό αυτό που ρωτάμε και, σε μεγαλύτερο ίσως βαθμό, είμαστε οι ερωτήσεις που αποσιωπούμε», επισημαίνεις.

Είναι η διατύπωση των σωστών ερωτημάτων δείγμα ωριμότητας; Τι συμβαίνει -κυρίως σε εμάς τους ίδιους- όταν δεν το κάνουμε;

Επισκέπτομαι πολλά λύκεια στην Ισπανία, αλλά και σε άλλες χώρες, και λέω πάντα τα ίδια πράγματα στους μαθητές:

«Αυτό το οποίο σε καθορίζει δεν είναι οι απαντήσεις που δίνεις, αλλά οι ερωτήσεις τις οποίες θέτεις».

Πιστεύω πραγματικά ότι οι ερωτήσεις που θέτουμε είναι εκείνες οι οποίες μας καθορίζουν ουσιαστικά, διότι ορίζουν την περιέργειά μας, καθώς και τη διάθεσή μας να γνωρίσουμε τον κόσμο και τον ίδιο μας τον εαυτό.

Λοιπόν, τι συμβαίνει σε εμάς τους ίδιους όταν δεν το κάνουμε; Και δεν αναφέρομαι στην άγνοια για τον κόσμο και για όσα συμβαίνουν σε αυτόν, αλλά για όσα συμβαίνουν μέσα μας.

Αυτό είναι τρομερό. Όταν δε νιώθουμε περιέργεια για τον εαυτό μας, αυτό είναι θάνατος.

«Άρχισα να είμαι συγγραφέας την ημέρα που έπαψα να είμαι παιδί και μετατράπηκα σε επιζώντα», ισχυρίζεσαι.

Ευτυχώς, η αφήγηση ιστοριών και η λογοτεχνία σε βοήθησαν να επιβιώσεις. Γιατί ενέχουν εκ φύσεως αυτήν τη δυνατότητα;

Δεν ξέρω γιατί ενέχουν εκ φύσεως αυτήν τη δυνατότητα. Ξέρω πως τη φέρουν -τουλάχιστον στη δική μου περίπτωση-, αλλά ακόμα το επεξεργάζομαι. Ακόμα δεν έχω αυτή την απάντηση.

Ξέρω ότι έτσι έχουν τα πράγματα και ξέρω πως, όσο μπορώ να εξηγώ στον εαυτό μου τι μου συμβαίνει και να το μοιράζομαι με τους αναγνώστες, συνεχίζω να ζω. Συνεχίζω να επιβιώνω.

Είναι ένας τρόπος να αισθάνομαι ότι δεν είμαι ο μόνος στον κόσμο - κάτι που όλοι χρειαζόμαστε.

Παραδόξως, είμαι ένας άντρας ο οποίος αναζητά διαρκώς τη μοναχικότητα και την απομόνωση, αλλά, από την άλλη, εξακολουθώ να τα μοιράζομαι αυτά. Εξακολουθώ να μοιράζομαι αυτήν την αναζήτηση.

Ξέρω ότι είναι αντιφατικό, αλλά έτσι έχουν τα πράγματα. Έχω ανάγκη να είμαι μόνος και να νιώθω μοναξιά, αλλά από την άλλη, νιώθω την ανάγκη να το πω στους ανθρώπους, να το πω στον κόσμο, να το μοιραστώ μαζί του.

Δεν ξέρω αν θα ήθελα να είμαι έτσι, αν δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα να το μοιραστώ με τον κόσμο μέσα από τη γραφή μου.

«Είμαστε το άθροισμα αυτών που υπήρξαμε και αυτών που δεν μπορέσαμε να γίνουμε», συνήθιζε να σου λέει η γιαγιά σου. Πώς θα αξιολογούσες αυτήν την «ισορροπία» στη δική σου περίπτωση;

Αυτό είναι, στην ουσία, αυτό που είμαι εγώ και το οποίο είμαστε όλοι μας.

Στις μέρες μας ακούμε συνεχώς για το «carpe diem» - ότι δηλαδή «το παρελθόν δεν υπάρχει», «το μέλλον δεν υπάρχει», «πρέπει να ζεις στο παρόν» και πως δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Δε συμφωνώ με αυτό.

Είμαστε όλα όσα έχουμε υπάρξει μέχρι τώρα, και όλα όσα έχουμε υπάρξει μέχρι τώρα μάς έχουν κάνει αυτό που είμαστε σήμερα - και έχω πλήρη επίγνωση αυτού.

Όταν ζω, όταν γράφω, όταν σκέφτομαι, όταν νιώθω. Αυτές είναι οι ρίζες μου. Αυτές είναι οι κατευθυντήριες γραμμές μου, τόσο σε συναισθηματικό όσο και σε νοητικό επίπεδο, και με εμπλουτίζουν σημαντικά.

Αυτή η συνειδητοποίηση με εμπλουτίζει πολύ και μου προσφέρει ασφάλεια. Και πάνω απ’ όλα, μου χαρίζει ηρεμία, αυτό ακριβώς που χρειάζομαι.

«Θα σου επιτεθούν επειδή είσαι ελεύθερος άνθρωπος ακόμα κι όταν σου έχουν στερήσει την ελευθερία», έγραφε η Οριάνα Φαλλάτσι στο Ένας άντρας, ένα βιβλίο που αγαπάς.

Τι σημαίνει να είμαστε «ελεύθεροι» σε έναν θεμελιωδώς ανελεύθερο κόσμο;

Kαλή ερώτηση.

Για μένα, το να είσαι ελεύθερος σημαίνει να νιώθεις ελεύθερος, επειδή δεν είμαστε ελεύθεροι. Δεν είμαστε ελεύθεροι και δε θα γίνουμε ποτέ ελεύθεροι, αν δεν αισθανθούμε ελεύθεροι.

Νιώθουμε μέσα μας τη δυνατότητα -την ικανότητα ή την προοπτική- να είμαστε ελεύθεροι, να νιώθουμε ελεύθεροι.

Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να αισθανόμαστε ότι μπορούμε να «είμαστε». Διαφορετικά, δε θα λειτουργήσει ποτέ αντίστροφα. Αυτό εννοώ όταν μιλάω για το να είσαι ελεύθερος. Μιλάω για το να νιώθεις ελεύθερος

Κάθε φορά που πηγαίνω στην ψυχαναλύτριά μου, της λέω πάντα πως δεν μπορώ να φύγω από αυτόν τον κόσμο χωρίς να έχω αισθανθεί αυτό -ή να έχω βιώσει αυτό το συναίσθημα, έστω και για δύο δευτερόλεπτα-, αυτήν την αίσθηση της ελευθερίας·

Αναφέρομαι, όμως, στην αίσθηση της ελευθερίας, όχι στην επίγνωση ​​της ελευθερίας.

Το αίσθημα ότι δε χρωστάς τίποτα σε κανέναν, ότι δε χρειάζεται να ανταποκριθείς στις προσδοκίες κανενός, πως μπορείς να νιώθεις ό,τι θέλεις χωρίς να αισθάνεσαι πως σε παρατηρεί κάποια «ανώτερη», εξαιρετική συνείδηση.

Και με αυτήν, εννοώ τον Θεό.

«Η αγάπη και η καλοσύνη είναι μορφές αντίστασης», σχολίασε ο David Byrne κατά τη διάρκεια της πρόσφατης συναυλίας του στην Αθήνα.

Με ποια έννοια οι σχέσεις αγάπης και η καλοσύνη, ως υπαρξιακή επιλογή, μπορούν να μας επανασυνδέσουν με τις καλύτερες πτυχές της καταρρέουσας ανθρωπινότητάς μας;

Η αγάπη και η καλοσύνη είναι μορφές αντίστασης - ναι, αυτό είναι αλήθεια.

Πρόκειται για καλή θεωρία, αλλά είναι πολύ δύσκολο να εφαρμοστεί στην καθημερινή ζωή. Γι’ αυτό ακριβώς αποτελούν μορφές αντίστασης: επειδή ο εύκολος δρόμος είναι να νιώθεις μίσος και οργή.

Αισθάνομαι πολλή οργή, γιατί κοιτάζω τον κόσμο και σκέφτομαι: αν αυτό είναι που κάναμε με τον κόσμο και τη ζωή, τότε δεν αξίζει να είμαστε εδώ.

Όπως ο τρόπος που μεταχειριζόμαστε τα μη ανθρώπινα ζώα, για παράδειγμα, ή ο τρόπος με τον οποίο μεταχειριζόμαστε τα δάση μας, τις θάλασσές μας, τον αέρα, τη φύση.

Δε μου αρέσει η λέξη «φύση», επειδή είμαστε μέρος της και μιλάμε γι’ αυτήν σαν να μην ανήκουμε σε αυτήν, σαν να είμαστε κάπως αποκομμένοι από αυτήν.

Ωστόσο, αν είσαι ευγενικός και γεμάτος αγάπη, είναι αλήθεια ότι ζεις τη ζωή νιώθοντας, κατά κάποιον τρόπο, πως ο κόσμος μπορεί να είναι ένα μέρος γεμάτο αγάπη και καλοσύνη.

Όμως αυτήν τη στιγμή, βλέποντας όσα συμβαίνουν γύρω μου, δυσκολεύομαι να το φανταστώ ή να το πράξω.

Είναι δύσκολο για μένα, αλλά νομίζω ότι έχει δίκιο. Έχει δίκιο, επειδή έτσι αισθάνεται.

Η μητέρα μου πέθανε πριν από σχεδόν δύο χρόνια από καρκίνο. Αν και δεν είμαι συγγραφέας, εκείνη ήταν η πρώτη -και συχνά η πιο επιμελής- αναγνώστρια των συνεντεύξεών μου, διορθώνοντας ακόμα και τα πιο μικρά λάθη.

Τώρα που έφυγε, έχω μείνει ορφανός και από την καλύτερη αναγνώστριά μου. Για ποιον γράφεις κατά κύριο λόγο μετά την απώλεια της μητέρας σου;

Δεν ξέρω. Υπάρχει κάποιος εκεί για τον οποίο γράφω. Κάποιος τον οποίο δε γνωρίζω, νομίζω.

Το υπέροχο σε όλο αυτό είναι ότι φοβόμουν πολύ πως, όταν η μητέρα μου δε θα ήταν πια εδώ, δε θα είχα σε ποιον να γράφω. Το θέμα είναι ότι δε γράφω πια σε κάποιον, τώρα που εκείνη λείπει. Γράφω έχοντάς την στο πλευρό μου.

Είναι σαν μια διαδικασία συγγραφής «τεσσάρων χεριών» και δεν έχω νιώσει ποτέ τόσο μεγάλη συντροφιά την ώρα κατά την οποία γράφω, γιατί την αισθάνομαι δίπλα μου.

Της μιλάω και συζητώ μαζί της διάφορα πράγματα, οπότε η διαδικασία έχει αποκτήσει έναν κάπως συλλογικό χαρακτήρα.

Η γραφή μου αποτελεί πλέον κάποιου είδους άσκηση, επειδή γράφω και ταυτόχρονα σχολιάζω μαζί της αυτά τα οποία γράφω - και αυτό είναι πραγματικά κάτι διαφορετικό.

Και ποιο είναι το νόημα τού να γράφει κάποιος -και να διαβάζει- γενικότερα, σε έναν κόσμο σπαρασσόμενο από πολέμους και γενοκτονίες;

Και πάλι, η απάντηση είναι: δεν ξέρω. Είναι πράγματα που συνεχίζω να αναρωτιέμαι.

Είναι ένα ερώτημα το οποίο συνεχίζω να θέτω στον εαυτό μου και υποθέτω πως γι’ αυτό γράφω: επειδή προσπαθώ, μέσα από τη γραφή, να το κατανοήσω και να φτάσω στην απάντηση.

Ή ας πούμε «κάποια απάντηση», τουλάχιστον. Όχι την απάντηση -γιατί η απάντηση δεν υπάρχει ούτε πρόκειται ποτέ να υπάρξει-, αλλά προσπαθώ τουλάχιστον να νιώσω ότι βρίσκομαι κάπως κοντά στην απάντηση που χρειάζομαι.

Πιστεύω ότι ο κόσμος -ή ο ανθρώπινος κόσμος, για να είμαστε ακριβέστεροι- ανέκαθεν μαστιζόταν από πολέμους και γενοκτονίες. Αρκεί να ρίξεις μια ματιά στην Ιστορία μας ως ανθρώπινο γένος.

Πάντα υπήρχαν συγγραφείς, πάντα υπήρχαν αναγνώστες, καθώς και αυτή η ανάγκη να αφηγούμαστε ιστορίες και να έχουμε τη συνείδηση ​​πως η φαντασία θα μας σώσει.

Καταφεύγουμε διαρκώς στη δυνατότητα της φαντασίας, στο να φανταζόμαστε πράγματα και να τα κάνουμε πραγματικότητα.

Ίσως αυτό το οποίο δε γνωρίζουμε είναι ότι, όποτε φανταζόμαστε πράγματα, προβαίνουμε σε κάποιου είδους επίκληση, καθώς τα περισσότερα από όσα γράφουν οι συγγραφείς μυθοπλασίας γίνονται, με την πάροδο του χρόνου, πραγματικότητα.

Αρκεί να διαβάσεις τον Ιούλιο Βερν, για παράδειγμα, ή να δεις τη σειρά Years and Years, για να διαπιστώσεις πως ακριβώς αυτό βιώνουμε τώρα.

Ίσως, λοιπόν, αυτό που κάνουν οι συγγραφείς είναι να προβλέπουν τι πρόκειται να έρθει ή να συμβεί.

Η συνέντευξη με τον Αλεχάντρο Παλόμας πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ ΛΕΑ (8-23 Ιουνίου 2026).

Ευχαριστώ θερμά την Ελμίρα Μυρεσιώτη (Εκδόσεις Opera) για την πολύτιμη συνδρομή της στην υλοποίησή της, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγγραφέα. Η φωτογραφία είναι της Σίσσυς Μόρφη.

Το μυθιστόρημα του Αλεχάντρο Παλόμας Αυτά δεν λέγονται κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Opera σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Γκολφινοπούλου.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου