Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Κάρλα Σιμόν: «Η τέχνη με βοηθάει πολύ να διαχειριστώ το τραύμα και τη σιωπή»

 

Κάρλα Σιμόν (Φωτογραφία: David Ruano)

Η μνήμη, η απώλεια, η ταυτότητα και η κάθαρση συγκροτούν την αφηγηματική «ραχοκοκαλιά» της ημι-αυτοβιογραφικής -και πιο ώριμης- ταινίας της Ισπανίδας Κάρλα Σιμόν, Ρομερία.

Μια σε βάθος συνομιλία με την πολυβραβευμένη σκηνοθέτρια, με αφορμή την κυκλοφορία του φιλμ στα σινεμά από τις 25 Ιουνίου.

Στις περισσότερες ταινίες σου -μικρού ή μεγάλου μήκους- συνυφαίνεις στοιχεία της προσωπικής και της (ευρύτερης) οικογενειακής σου ιστορίας με μυθοπλαστικά, μια επιλογή που τους προσδίδει σπάνια ειλικρίνεια και αμεσότητα.

Πώς ερμηνεύεις αυτήν την επιλογή;

Πρώτα απ’ όλα, σε ευχαριστώ πολύ για τις ερωτήσεις σου και ζητώ συγγνώμη που καθυστέρησα να απαντήσω, καθώς βρίσκομαι εν μέσω μετακόμισης, δουλειάς, ταξιδιών και οικογενειακών υποχρεώσεων.

Δύσκολη ερώτηση, λοιπόν. Συμβαίνει με οργανικό τρόπο.

Βασικά, όταν προσπαθώ να χτίσω μια ιστορία βασισμένη στην προσωπική ζωή μου, είμαι πολύ συνδεδεμένη με αυτήν.

Ζητούμενο, επομένως, είναι να προσπαθήσω να ακούσω προσεκτικά τόσο τα δικά μου συναισθήματα, όσο και εκείνα της οικογένειάς μου, και να βάλω τον εαυτό μου στη θέση όλων των μελών της οικογένειας, για να καταλάβω τις επιλογές τους.

Αυτή η διαδικασία μού επιτρέπει να αποκτώ βαθιά γνώση των χαρακτήρων και των συναισθημάτων τους και επιχειρώ να τους/τα αποτυπώσω με ενσυναίσθηση.

Στις οικογένειες -αλλά και γενικότερα-, καθένας και καθεμία βλέπουν τα πράγματα με τον τρόπο τους. Δεν υπάρχει σωστή και λάθος προσέγγιση.

Το ότι, εξάλλου, αγαπάω αυτούς τους χαρακτήρες επιτρέπει στο κοινό να τους προσεγγίζει με ενσυναίσθηση.

Προέρχομαι από μια πολύ μεγάλη οικογένεια. Λέγεται πως σε τέτοιες οικογένειες οι λύπες επιμερίζονται και οι χαρές πολλαπλασιάζονται. Όμορφη παροιμία και αληθινή.

Όταν μοιράζεσαι δύσκολες καταστάσεις, είναι πιο εύκολο να τις αντιμετωπίσεις.

Το Ρομερία, η πιο πρόσφατη δουλειά σου, είναι, μάλλον, η πιο «αυτοβιογραφική» και ώριμη από κάθε άποψη.

Πρόκειται, πρωτίστως, για μια ταινία σχετικά με την αναζήτηση -και την επαναδιεκδίκηση- της ταυτότητας της πρωταγωνίστριας;

Ναι, σίγουρα.

Προέκυψε από την απογοήτευση την οποία μου προξενούσε το γεγονός ότι δεν ήξερα από πού προερχόμουν.

Το φιλμ μου έδωσε, λοιπόν, την ευκαιρία να δημιουργήσω την εικόνα των γονιών μου και της ερωτικής ιστορίας τους, που μου έλειπε.

Χρησιμοποίησα το σινεμά για να «αναστήσω» τους νεκρούς γονείς μου και να δημιουργήσω μια αφήγηση.

Κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη από μια αφήγηση σχετικά με την καταγωγή του, έτσι δεν είναι; Αυτή δημιουργεί την ταυτότητά μας.

Το ότι, λοιπόν, δεν μπορούσα να ανασυνθέσω την ιστορία των γονιών μου μέσω της αφήγησης άλλων χαρακτήρων, καθώς οι αναμνήσεις τους ήταν στιγματισμένες από το ταμπού του AIDS και της εξάρτησης από την ηρωίνη, μου προκαλούσε θλίψη.

Η δημιουργία της ταινίας υπήρξε, άρα, μια απελευθερωτική διαδικασία και ένιωσα πολύ απελευθερωμένη μετά την ολοκλήρωση της αφήγησης. Όσο πιο κοντά είναι η αφήγηση αυτή στην αλήθεια, τόσο το καλύτερο.

Επέτρεψα, ωστόσο, στον εαυτό μου να επινοήσω και κάποια στοιχεία, γεμίζοντας τα κενά όπου δεν είχα αρκετές πληροφορίες. Κι αυτό είναι εντάξει.

Στην τελική, η μνήμη είναι κάτι πολύ επιλεκτικό και υποκειμενικό.




Είναι η Ρομερία ένα υπαρκτό μέρος, ένας ουτοπικός θύλακας η μια κατάσταση του μυαλού;  

Θα έλεγα πως είναι ένα μυστικιστικό ταξίδι.

Το ίδιο το νόημα της λέξης, άλλωστε, στον ισπανικό Νότο έχει θρησκευτικές και μυστικιστικές υποδηλώσεις. Εν προκειμένω, είναι το ταξίδι που πραγματοποιεί η Μαρίνα, η πρωταγωνίστρια, προκειμένου να ανακαλύψει τις καταβολές της.

Ταυτόχρονα, είναι και μια τοποθεσία, εφόσον εκτυλίσσεται στο Βίγο, όπου οι γονείς της/μου έζησαν την ερωτική ιστορία τους.

Βασικά, όμως, είναι ένα ταξίδι το οποίο της επιτρέπει να συνδεθεί με τους γονείς της, να βρει έναν κοινό χώρο με αυτούς.

Είναι αστείο που αυτή η λέξη στον Βορρά της Ισπανίας σημαίνει «τοπική γιορτή». (Γέλιο).

Κι αυτό έχει σημασία για την ταινία μου, καθώς τελικά αποτελεί έναν εορτασμό της γενιάς των γονιών μου και όλων αυτών των ανθρώπων οι οποίοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη διάρκεια της δικτατορίας του Φράνκο.

Έγιναν ενήλικοι κατά τη μετάβαση στη δημοκρατία, αγκάλιασαν την ελευθερία όσο και όπως μπορούσαν και βίωσαν μια πραγματικά όμορφη νιότη, αλλά δυστυχώς και τις συνέπειες του AIDS και της χρήσης ηρωίνης, τις οποίες αγνοούσαν.

Δεν έχουμε γιορτάσει αρκετά τους συγκεκριμένους ανθρώπους, οι οποίοι άλλαξαν τις αξίες της καθολικής, συντηρητικής ισπανικής κοινωνίας και έφεραν στο προσκήνιο πιο προοδευτικές ιδέες. Γι’ αυτό και είναι σημαντικό να το κάνουμε.

Η ταινία εξερευνά επίσης τα μυστικά, τα ψέματα και την υποκρισία που ταλανίζουν τις περισσότερες οικογένειες.

Κατά τη γνώμη σου, αποτελεί ο κινηματογράφος έναν τρόπο αποκάλυψης -και, κατ’ επέκταση, αντιμετώπισης-, ή μήπως απόκρυψης ή μετονομασίας αυτών των μυστικών, των ψεμάτων και της υποκρισίας;

Πραγματικά καταλαβαίνω γιατί η ιστορία των γονιών μου έμεινε κρυφή.

Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μου δεν μπορούσαν να διαχειριστούν τον θάνατό τους. Ήταν κάτι πολύ επώδυνο γι’ αυτούς/αυτές.

Δεν μπορούσαν να καταλάβουν τίποτα σχετικά με την ηρωίνη και το AIDS, οπότε επέλεξαν τη σιωπή ως τρόπο διαχείρισης του πόνου.

Αστείο πράγμα η μνήμη: δε θυμόμαστε το ίδιο το γεγονός, αλλά την τελευταία φορά κατά την οποία το θυμηθήκαμε.

Μετασχηματίζουμε, λοιπόν, τις αναμνήσεις μας διαρκώς χωρίς να το συνειδητοποιούμε και ανάλογα με το πώς διακείμεθα συναισθηματικά έναντι αυτών.

Όποτε όταν οι παππούδες/γιαγιάδες μου μού μιλούσαν για τους γονείς μου, το έκαναν έτσι ώστε να μπορούν να διαχειριστούν την ανάμνησή τους.

Είναι, επομένως, πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε τον τρόπο λειτουργίας της μνήμης.

Η γενιά των παππούδων/γιαγιάδων μου ήταν επιβαρυμένη με λέξεις οι οποίες δεν της ανήκαν, καθώς και με ενοχή, ντροπή και μια αίσθηση ότι θα έπρεπε να τιμωρηθούν. Υπήρξαν κι εκείνοι θύματα.

Στην Ισπανία, άλλωστε, πολλοί άνθρωποι θεωρούν πως η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα για να αποτρέψει την εισαγωγή της ηρωίνης στη χώρα, επειδή οι νέοι δε θα ασχολούνταν με την πολιτική, αν εθίζονταν στα ναρκωτικά. Κι αυτό βγάζει νόημα.

Πρέπει, λοιπόν, να μιλήσουμε για τις παλαιότερες γενιές υπό ένα άλλο πρίσμα.

Το τραύμα και η σιωπή είναι επίσης διαρκώς παρόντα, όπως έχουμε ήδη συζητήσει. Τα διαχειρίζεσαι αποτελεσματικά, είτε εντός είτε εκτός των ορίων της (δικής σου) τέχνης;

Η τέχνη με βοηθάει πολύ να διαχειριστώ το τραύμα και τη σιωπή. Είναι ένας υγιής και οργανικός τρόπος να τα βάλω σε τάξη.

Το Ρομερία δεν υπήρξε απελευθερωτικό μόνο για μένα, όπως προείπα, αλλά και για την οικογένειά μου, επειδή μάς έδωσε την ευκαιρία να ξαναμιλήσουμε, να θέσουμε τα πάντα επί τάπητος και να στοχαστούμε πάνω σε αυτά με έναν άλλο τρόπο.

Όντας μητέρα, είναι πολύ σημαντικό να συνομιλώ με τα παιδιά μου. Η ιδέα τού να εκφράζουμε τα συναισθήματά μου, η οποία είναι κοινή στις μέρες μας, δεν ήταν και τόσο σε προηγούμενες γενιές.

Είναι με τη σειρά της ένας τρόπος αντιμετώπισης του τραύματος και της σιωπής.




Οι αναμνήσεις από γεγονότα του παρελθόντος σχετικά με τους βιολογικούς γονείς της πρωταγωνίστριας διαφέρουν -ενίοτε σημαντικά- στις αφηγήσεις των διαφόρων χαρακτήρων.

Μήπως τελικά επινοούμε εμείς τις αναμνήσεις ή επινοούμαστε από αυτές;

Συμπληρωματικά σε όσα έχω ήδη αναφέρει σχετικά, δεν είναι τόσο ότι επινοούμε τις αναμνήσεις, όσο ότι αυτές μετασχηματίζονται στο μυαλό μας.

Αν οι γονείς μου ήταν ζωντανοί και τους ρωτούσα πώς ήταν η ερωτική ιστορία τους, πιθανόν δε θα ταίριαζαν οι εκδοχές του καθενός, σε περίπτωση που προσπαθούσα να τις συνθέσω.

Κανενός ανθρώπου οι αναμνήσεις δεν είναι πιστές στην πραγματικότητα ή πολύ αξιόπιστες. Γι’ αυτό και δε χρειάζεται να παίρνουμε τέτοιες ιστορίες πολύ στα σοβαρά.

Από την άλλη, χρειάζεται να τις κρατάμε ζωντανές από γενιά σε γενιά, επειδή αυτές μάς ορίζουν.

Ένας εκπληκτικός γάτος, που λειτουργεί ως ένα είδος ψυχοπομπού, ωθεί την αφήγηση προς τη φαντασιακή μεταμόρφωση της Μαρίνας στην μητέρα της. Θα ήθελες να αναπτύξεις το σκεπτικό πίσω από την επιλογή του γάτου;

Ο γάτος έχει συναισθηματική σημασία, καθώς οι γονείς μου είχαν έναν γάτο, τον Φερνάντεθ, και η μαμά μου έγραφε πολλά γι’ αυτόν στα γράμματα τα οποία έστελνε σε φιλικά πρόσωπα και στην οικογένεια.

Έβγαζε για μένα νόημα πως είχαν έναν γάτο και ότι αυτό αποτελούσε το όχημα μέσω του οποίου η Μαρίνα μεταφερόταν από τον κόσμο της πραγματικότητας σε εκείνον της φαντασίας.

Επίσης, στην παλιά πόλη του Βίγο υπήρχαν πολλά αδέσποτα γατιά. Τα αγαπώ και τα βρίσκω πολύ μυστηριώδη ζώα.

Είναι δύσκολο να τα σκηνοθετείς, ωστόσο, κι είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιώ γατιά επιτυχημένα σε ταινία μου. Επιπλέον, είμαι αλλεργική σ’ αυτά, οπότε δεν μπορώ να κάνω και πολλά μαζί τους στο πλατό!

Το γατί του φιλμ ήρθε από τη Βαρκελώνη, αν και τα γυρίσματα έγιναν στη Γαλικία.

Το Ρομερία κυριαρχείται από τη θάλασσα και το υγρό στοιχείο, γενικότερα. Ποιος είναι ο ρόλος της θάλασσας στη ζωή σου;

Η θάλασσα είναι κάτι το οποίο συνδέω με τους γονείς μου.

Ο πατέρας μου λάτρευε την ιστιοπλοΐα. Οι λίγες φωτογραφίες των γονιών μου που έχω στην κατοχή μου είναι από το ιστιοπλοϊκό σκάφος του πατέρα μου και από την παραλία.

Το Βίγο κατά τη δεκαετία του 1980 ήταν το μέρος όπου έπρεπε κάποιος να πάει, γεμάτο ενδιαφέροντα πολιτιστικά κινήματα, μουσική και πάρτι - και περιτριγυρίζεται από τη θάλασσα.

Μετά από δύο ταινίες μου γυρισμένες στην αγροτική Καταλονία, το Ρομερία έπρεπε να γυριστεί κοντά στη θάλασσα.

Κι ήταν ωραία, επειδή δεν μπορούσα να την ελέγξω. Μια μέρα χρειαζόταν να χρησιμοποιήσουμε drone για τις λήψεις. Δυστυχώς, είχε αέρα και το drone κατέληξε στη θάλασσα. Καταστροφή!

Από άλλες απόψεις, τα γυρίσματα στη θάλασσα ήταν κάτι μαγικό. Και τη λάτρεψα!




Η Llúcia Garcia είναι εντυπωσιακά πειστική ως πρωταγωνίστρια, τόσο ως η Μαρίνα όσο και ως η μητέρα της, αποδίδοντας όλη τη ζεστασιά, τη ζωντάνια, τη αμηχανία και την αθωότητα της ηλικίας του χαρακτήρα - αλλά και τη δική της.

Ποια ήταν η εντύπωσή σου όταν την συνάντησες για πρώτη φορά και πώς διαμορφώθηκε σταδιακά η συνεργασία σας; Δεδομένης της νεαρής ηλικίας της, ήταν πιο εύκολο για σένα να την «πλάσεις» στον ρόλο της Μαρίνας;

Η ανακάλυψη της Λουσία ήταν εκπληκτική. Η επιλογή της ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας.

Υπήρχαν ηθοποιοί κατάλληλες για τον ρόλο της Μαρίνα, και άλλες για τον ρόλο της μητέρας της. Η εύρεση μίας που θα μπορούσε να υποδυθεί και τους δύο χαρακτήρες ήταν πολύ δύσκολη. Είδαμε κάπου 3.000 κοπέλες στο κάστινγκ. Τρελό!

Όταν την πρωτοείδα, συνειδητοποίησα ότι βρισκόταν σε μια πολύ όμορφη ηλικία: έμοιαζε ταυτόχρονα πολύ αθώα και περίεργη για τον κόσμο και ωρίμαζε, καθώς ενηλικιωνόταν.

Επειδή δεν είχε ξαναπαίξει οπουδήποτε, έπρεπε να εξοικειωθεί με τα πάντα.

Πρώτα, της έδωσα τα γράμματα τα οποία έγραφε η μητέρα μου, προκειμένου να καταλάβει την ιστορία.

Ύστερα, αρχίσαμε να αυτοσχεδιάζουμε στιγμές που θα μπορούσαν να έχουν συμβεί πριν την έναρξη της κινηματογραφικής αφήγησης στα 1980.

Έπειτα, αυτοσχεδιάσαμε στιγμές οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν συμβεί κατά τη δεκαετία των 2000, όταν συναντούσε μέλη της ευρύτερης οικογένειας.

Λίγο λίγο, χτίσαμε τις οικογενειακές αναμνήσεις. Αυτό κατέστησε ευκολότερη την προετοιμασία από πλευράς της.

Ακολουθήσαμε το σενάριο, αλλά έδωσα και λίγο χώρο για αυτοσχεδιασμό. Λειτούργησε, επειδή ανήκε στον κόσμο που δημιουργήσαμε από κοινού με την Λουσία.

Ευχαριστώ θερμά την Ainhoa Vilardell (Elastica Films) για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και για την παραχώρηση της φωτογραφίας της σκηνοθέτριας.

Η ταινία της Κάρλα Σιμόν Ρομερία προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 25 Ιουνίου σε διανομή της Weird Wave.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου