Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 31ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Σαράγεβο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 31ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Σαράγεβο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Κάρλα Σιμόν: «Η τέχνη με βοηθάει πολύ να διαχειριστώ το τραύμα και τη σιωπή»

 

Κάρλα Σιμόν (Φωτογραφία: David Ruano)

Η μνήμη, η απώλεια, η ταυτότητα και η κάθαρση συγκροτούν την αφηγηματική «ραχοκοκαλιά» της ημι-αυτοβιογραφικής -και πιο ώριμης- ταινίας της Ισπανίδας Κάρλα Σιμόν, Ρομερία.

Μια σε βάθος συνομιλία με την πολυβραβευμένη σκηνοθέτρια, με αφορμή την κυκλοφορία του φιλμ στα σινεμά από τις 25 Ιουνίου.

Στις περισσότερες ταινίες σου -μικρού ή μεγάλου μήκους- συνυφαίνεις στοιχεία της προσωπικής και της (ευρύτερης) οικογενειακής σου ιστορίας με μυθοπλαστικά, μια επιλογή που τους προσδίδει σπάνια ειλικρίνεια και αμεσότητα.

Πώς ερμηνεύεις αυτήν την επιλογή;

Πρώτα απ’ όλα, σε ευχαριστώ πολύ για τις ερωτήσεις σου και ζητώ συγγνώμη που καθυστέρησα να απαντήσω, καθώς βρίσκομαι εν μέσω μετακόμισης, δουλειάς, ταξιδιών και οικογενειακών υποχρεώσεων.

Δύσκολη ερώτηση, λοιπόν. Συμβαίνει με οργανικό τρόπο.

Βασικά, όταν προσπαθώ να χτίσω μια ιστορία βασισμένη στην προσωπική ζωή μου, είμαι πολύ συνδεδεμένη με αυτήν.

Ζητούμενο, επομένως, είναι να προσπαθήσω να ακούσω προσεκτικά τόσο τα δικά μου συναισθήματα, όσο και εκείνα της οικογένειάς μου, και να βάλω τον εαυτό μου στη θέση όλων των μελών της οικογένειας, για να καταλάβω τις επιλογές τους.

Αυτή η διαδικασία μού επιτρέπει να αποκτώ βαθιά γνώση των χαρακτήρων και των συναισθημάτων τους και επιχειρώ να τους/τα αποτυπώσω με ενσυναίσθηση.

Στις οικογένειες -αλλά και γενικότερα-, καθένας και καθεμία βλέπουν τα πράγματα με τον τρόπο τους. Δεν υπάρχει σωστή και λάθος προσέγγιση.

Το ότι, εξάλλου, αγαπάω αυτούς τους χαρακτήρες επιτρέπει στο κοινό να τους προσεγγίζει με ενσυναίσθηση.

Προέρχομαι από μια πολύ μεγάλη οικογένεια. Λέγεται πως σε τέτοιες οικογένειες οι λύπες επιμερίζονται και οι χαρές πολλαπλασιάζονται. Όμορφη παροιμία και αληθινή.

Όταν μοιράζεσαι δύσκολες καταστάσεις, είναι πιο εύκολο να τις αντιμετωπίσεις.

Το Ρομερία, η πιο πρόσφατη δουλειά σου, είναι, μάλλον, η πιο «αυτοβιογραφική» και ώριμη από κάθε άποψη.

Πρόκειται, πρωτίστως, για μια ταινία σχετικά με την αναζήτηση -και την επαναδιεκδίκηση- της ταυτότητας της πρωταγωνίστριας;

Ναι, σίγουρα.

Προέκυψε από την απογοήτευση την οποία μου προξενούσε το γεγονός ότι δεν ήξερα από πού προερχόμουν.

Το φιλμ μου έδωσε, λοιπόν, την ευκαιρία να δημιουργήσω την εικόνα των γονιών μου και της ερωτικής ιστορίας τους, που μου έλειπε.

Χρησιμοποίησα το σινεμά για να «αναστήσω» τους νεκρούς γονείς μου και να δημιουργήσω μια αφήγηση.

Κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη από μια αφήγηση σχετικά με την καταγωγή του, έτσι δεν είναι; Αυτή δημιουργεί την ταυτότητά μας.

Το ότι, λοιπόν, δεν μπορούσα να ανασυνθέσω την ιστορία των γονιών μου μέσω της αφήγησης άλλων χαρακτήρων, καθώς οι αναμνήσεις τους ήταν στιγματισμένες από το ταμπού του AIDS και της εξάρτησης από την ηρωίνη, μου προκαλούσε θλίψη.

Η δημιουργία της ταινίας υπήρξε, άρα, μια απελευθερωτική διαδικασία και ένιωσα πολύ απελευθερωμένη μετά την ολοκλήρωση της αφήγησης. Όσο πιο κοντά είναι η αφήγηση αυτή στην αλήθεια, τόσο το καλύτερο.

Επέτρεψα, ωστόσο, στον εαυτό μου να επινοήσω και κάποια στοιχεία, γεμίζοντας τα κενά όπου δεν είχα αρκετές πληροφορίες. Κι αυτό είναι εντάξει.

Στην τελική, η μνήμη είναι κάτι πολύ επιλεκτικό και υποκειμενικό.




Είναι η Ρομερία ένα υπαρκτό μέρος, ένας ουτοπικός θύλακας η μια κατάσταση του μυαλού;  

Θα έλεγα πως είναι ένα μυστικιστικό ταξίδι.

Το ίδιο το νόημα της λέξης, άλλωστε, στον ισπανικό Νότο έχει θρησκευτικές και μυστικιστικές υποδηλώσεις. Εν προκειμένω, είναι το ταξίδι που πραγματοποιεί η Μαρίνα, η πρωταγωνίστρια, προκειμένου να ανακαλύψει τις καταβολές της.

Ταυτόχρονα, είναι και μια τοποθεσία, εφόσον εκτυλίσσεται στο Βίγο, όπου οι γονείς της/μου έζησαν την ερωτική ιστορία τους.

Βασικά, όμως, είναι ένα ταξίδι το οποίο της επιτρέπει να συνδεθεί με τους γονείς της, να βρει έναν κοινό χώρο με αυτούς.

Είναι αστείο που αυτή η λέξη στον Βορρά της Ισπανίας σημαίνει «τοπική γιορτή». (Γέλιο).

Κι αυτό έχει σημασία για την ταινία μου, καθώς τελικά αποτελεί έναν εορτασμό της γενιάς των γονιών μου και όλων αυτών των ανθρώπων οι οποίοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη διάρκεια της δικτατορίας του Φράνκο.

Έγιναν ενήλικοι κατά τη μετάβαση στη δημοκρατία, αγκάλιασαν την ελευθερία όσο και όπως μπορούσαν και βίωσαν μια πραγματικά όμορφη νιότη, αλλά δυστυχώς και τις συνέπειες του AIDS και της χρήσης ηρωίνης, τις οποίες αγνοούσαν.

Δεν έχουμε γιορτάσει αρκετά τους συγκεκριμένους ανθρώπους, οι οποίοι άλλαξαν τις αξίες της καθολικής, συντηρητικής ισπανικής κοινωνίας και έφεραν στο προσκήνιο πιο προοδευτικές ιδέες. Γι’ αυτό και είναι σημαντικό να το κάνουμε.

Η ταινία εξερευνά επίσης τα μυστικά, τα ψέματα και την υποκρισία που ταλανίζουν τις περισσότερες οικογένειες.

Κατά τη γνώμη σου, αποτελεί ο κινηματογράφος έναν τρόπο αποκάλυψης -και, κατ’ επέκταση, αντιμετώπισης-, ή μήπως απόκρυψης ή μετονομασίας αυτών των μυστικών, των ψεμάτων και της υποκρισίας;

Πραγματικά καταλαβαίνω γιατί η ιστορία των γονιών μου έμεινε κρυφή.

Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μου δεν μπορούσαν να διαχειριστούν τον θάνατό τους. Ήταν κάτι πολύ επώδυνο γι’ αυτούς/αυτές.

Δεν μπορούσαν να καταλάβουν τίποτα σχετικά με την ηρωίνη και το AIDS, οπότε επέλεξαν τη σιωπή ως τρόπο διαχείρισης του πόνου.

Αστείο πράγμα η μνήμη: δε θυμόμαστε το ίδιο το γεγονός, αλλά την τελευταία φορά κατά την οποία το θυμηθήκαμε.

Μετασχηματίζουμε, λοιπόν, τις αναμνήσεις μας διαρκώς χωρίς να το συνειδητοποιούμε και ανάλογα με το πώς διακείμεθα συναισθηματικά έναντι αυτών.

Όποτε όταν οι παππούδες/γιαγιάδες μου μού μιλούσαν για τους γονείς μου, το έκαναν έτσι ώστε να μπορούν να διαχειριστούν την ανάμνησή τους.

Είναι, επομένως, πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε τον τρόπο λειτουργίας της μνήμης.

Η γενιά των παππούδων/γιαγιάδων μου ήταν επιβαρυμένη με λέξεις οι οποίες δεν της ανήκαν, καθώς και με ενοχή, ντροπή και μια αίσθηση ότι θα έπρεπε να τιμωρηθούν. Υπήρξαν κι εκείνοι θύματα.

Στην Ισπανία, άλλωστε, πολλοί άνθρωποι θεωρούν πως η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα για να αποτρέψει την εισαγωγή της ηρωίνης στη χώρα, επειδή οι νέοι δε θα ασχολούνταν με την πολιτική, αν εθίζονταν στα ναρκωτικά. Κι αυτό βγάζει νόημα.

Πρέπει, λοιπόν, να μιλήσουμε για τις παλαιότερες γενιές υπό ένα άλλο πρίσμα.

Το τραύμα και η σιωπή είναι επίσης διαρκώς παρόντα, όπως έχουμε ήδη συζητήσει. Τα διαχειρίζεσαι αποτελεσματικά, είτε εντός είτε εκτός των ορίων της (δικής σου) τέχνης;

Η τέχνη με βοηθάει πολύ να διαχειριστώ το τραύμα και τη σιωπή. Είναι ένας υγιής και οργανικός τρόπος να τα βάλω σε τάξη.

Το Ρομερία δεν υπήρξε απελευθερωτικό μόνο για μένα, όπως προείπα, αλλά και για την οικογένειά μου, επειδή μάς έδωσε την ευκαιρία να ξαναμιλήσουμε, να θέσουμε τα πάντα επί τάπητος και να στοχαστούμε πάνω σε αυτά με έναν άλλο τρόπο.

Όντας μητέρα, είναι πολύ σημαντικό να συνομιλώ με τα παιδιά μου. Η ιδέα τού να εκφράζουμε τα συναισθήματά μου, η οποία είναι κοινή στις μέρες μας, δεν ήταν και τόσο σε προηγούμενες γενιές.

Είναι με τη σειρά της ένας τρόπος αντιμετώπισης του τραύματος και της σιωπής.




Οι αναμνήσεις από γεγονότα του παρελθόντος σχετικά με τους βιολογικούς γονείς της πρωταγωνίστριας διαφέρουν -ενίοτε σημαντικά- στις αφηγήσεις των διαφόρων χαρακτήρων.

Μήπως τελικά επινοούμε εμείς τις αναμνήσεις ή επινοούμαστε από αυτές;

Συμπληρωματικά σε όσα έχω ήδη αναφέρει σχετικά, δεν είναι τόσο ότι επινοούμε τις αναμνήσεις, όσο ότι αυτές μετασχηματίζονται στο μυαλό μας.

Αν οι γονείς μου ήταν ζωντανοί και τους ρωτούσα πώς ήταν η ερωτική ιστορία τους, πιθανόν δε θα ταίριαζαν οι εκδοχές του καθενός, σε περίπτωση που προσπαθούσα να τις συνθέσω.

Κανενός ανθρώπου οι αναμνήσεις δεν είναι πιστές στην πραγματικότητα ή πολύ αξιόπιστες. Γι’ αυτό και δε χρειάζεται να παίρνουμε τέτοιες ιστορίες πολύ στα σοβαρά.

Από την άλλη, χρειάζεται να τις κρατάμε ζωντανές από γενιά σε γενιά, επειδή αυτές μάς ορίζουν.

Ένας εκπληκτικός γάτος, που λειτουργεί ως ένα είδος ψυχοπομπού, ωθεί την αφήγηση προς τη φαντασιακή μεταμόρφωση της Μαρίνας στην μητέρα της. Θα ήθελες να αναπτύξεις το σκεπτικό πίσω από την επιλογή του γάτου;

Ο γάτος έχει συναισθηματική σημασία, καθώς οι γονείς μου είχαν έναν γάτο, τον Φερνάντεθ, και η μαμά μου έγραφε πολλά γι’ αυτόν στα γράμματα τα οποία έστελνε σε φιλικά πρόσωπα και στην οικογένεια.

Έβγαζε για μένα νόημα πως είχαν έναν γάτο και ότι αυτό αποτελούσε το όχημα μέσω του οποίου η Μαρίνα μεταφερόταν από τον κόσμο της πραγματικότητας σε εκείνον της φαντασίας.

Επίσης, στην παλιά πόλη του Βίγο υπήρχαν πολλά αδέσποτα γατιά. Τα αγαπώ και τα βρίσκω πολύ μυστηριώδη ζώα.

Είναι δύσκολο να τα σκηνοθετείς, ωστόσο, κι είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιώ γατιά επιτυχημένα σε ταινία μου. Επιπλέον, είμαι αλλεργική σ’ αυτά, οπότε δεν μπορώ να κάνω και πολλά μαζί τους στο πλατό!

Το γατί του φιλμ ήρθε από τη Βαρκελώνη, αν και τα γυρίσματα έγιναν στη Γαλικία.

Το Ρομερία κυριαρχείται από τη θάλασσα και το υγρό στοιχείο, γενικότερα. Ποιος είναι ο ρόλος της θάλασσας στη ζωή σου;

Η θάλασσα είναι κάτι το οποίο συνδέω με τους γονείς μου.

Ο πατέρας μου λάτρευε την ιστιοπλοΐα. Οι λίγες φωτογραφίες των γονιών μου που έχω στην κατοχή μου είναι από το ιστιοπλοϊκό σκάφος του πατέρα μου και από την παραλία.

Το Βίγο κατά τη δεκαετία του 1980 ήταν το μέρος όπου έπρεπε κάποιος να πάει, γεμάτο ενδιαφέροντα πολιτιστικά κινήματα, μουσική και πάρτι - και περιτριγυρίζεται από τη θάλασσα.

Μετά από δύο ταινίες μου γυρισμένες στην αγροτική Καταλονία, το Ρομερία έπρεπε να γυριστεί κοντά στη θάλασσα.

Κι ήταν ωραία, επειδή δεν μπορούσα να την ελέγξω. Μια μέρα χρειαζόταν να χρησιμοποιήσουμε drone για τις λήψεις. Δυστυχώς, είχε αέρα και το drone κατέληξε στη θάλασσα. Καταστροφή!

Από άλλες απόψεις, τα γυρίσματα στη θάλασσα ήταν κάτι μαγικό. Και τη λάτρεψα!




Η Llúcia Garcia είναι εντυπωσιακά πειστική ως πρωταγωνίστρια, τόσο ως η Μαρίνα όσο και ως η μητέρα της, αποδίδοντας όλη τη ζεστασιά, τη ζωντάνια, τη αμηχανία και την αθωότητα της ηλικίας του χαρακτήρα - αλλά και τη δική της.

Ποια ήταν η εντύπωσή σου όταν την συνάντησες για πρώτη φορά και πώς διαμορφώθηκε σταδιακά η συνεργασία σας; Δεδομένης της νεαρής ηλικίας της, ήταν πιο εύκολο για σένα να την «πλάσεις» στον ρόλο της Μαρίνας;

Η ανακάλυψη της Λουσία ήταν εκπληκτική. Η επιλογή της ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας.

Υπήρχαν ηθοποιοί κατάλληλες για τον ρόλο της Μαρίνα, και άλλες για τον ρόλο της μητέρας της. Η εύρεση μίας που θα μπορούσε να υποδυθεί και τους δύο χαρακτήρες ήταν πολύ δύσκολη. Είδαμε κάπου 3.000 κοπέλες στο κάστινγκ. Τρελό!

Όταν την πρωτοείδα, συνειδητοποίησα ότι βρισκόταν σε μια πολύ όμορφη ηλικία: έμοιαζε ταυτόχρονα πολύ αθώα και περίεργη για τον κόσμο και ωρίμαζε, καθώς ενηλικιωνόταν.

Επειδή δεν είχε ξαναπαίξει οπουδήποτε, έπρεπε να εξοικειωθεί με τα πάντα.

Πρώτα, της έδωσα τα γράμματα τα οποία έγραφε η μητέρα μου, προκειμένου να καταλάβει την ιστορία.

Ύστερα, αρχίσαμε να αυτοσχεδιάζουμε στιγμές που θα μπορούσαν να έχουν συμβεί πριν την έναρξη της κινηματογραφικής αφήγησης στα 1980.

Έπειτα, αυτοσχεδιάσαμε στιγμές οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν συμβεί κατά τη δεκαετία των 2000, όταν συναντούσε μέλη της ευρύτερης οικογένειας.

Λίγο λίγο, χτίσαμε τις οικογενειακές αναμνήσεις. Αυτό κατέστησε ευκολότερη την προετοιμασία από πλευράς της.

Ακολουθήσαμε το σενάριο, αλλά έδωσα και λίγο χώρο για αυτοσχεδιασμό. Λειτούργησε, επειδή ανήκε στον κόσμο που δημιουργήσαμε από κοινού με την Λουσία.

Ευχαριστώ θερμά την Ainhoa Vilardell (Elastica Films) για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και για την παραχώρηση της φωτογραφίας της σκηνοθέτριας.

Η ταινία της Κάρλα Σιμόν Ρομερία προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 25 Ιουνίου σε διανομή της Weird Wave.



Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

Κούκλα: «Στα Βαλκάνια εξακολουθούν να υπάρχουν ομοφοβία και τρανσφοβία»

 

Κούκλα (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Η καθημερινότητα τριών κολλητών φιλενάδων στη Σλοβενία που καταπιέζονται από τον κοινωνικό κομφορμισμό ανατρέπεται όταν γνωρίζουν την Φάνταζι, μια χειραφετημένη τρανς γυναίκα. Μαζί, ξεκινούν ένα ταξίδι αυτοανακάλυψης.

Αιχμηρό, τρυφερό και παιχνιδιάρικο, το Φάνταζι, μεγάλου μήκους ντεμπούτο της Σλοβένας σκηνοθέτριας και μουσικού Κούκλα, προβάλλεται στο πλαίσιο του 66ου ΦΚΘ. Μια συνάντηση με την καλλιτέχνιδα.

Με συγκίνησε το Φάνταζι, το μεγάλου μήκους σου ντεμπούτο σου, το οποίο πριν από λίγη ώρα παρακολούθησα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο.

Γιατί, κατ’ αρχήν, αποφάσισες να συμπεριλάβεις τον χαρακτήρα μας τρανς γυναίκας, της Φάνταζι, που λειτουργεί ως καταλύτης για τη χειραφέτηση των δύο άλλων πρωταγωνιστριών, αλλά ίσως και για τη δική της;

Η Φάνταζι ήταν ήδη παρούσα ως χαρακτήρας προς το τέλος το μικρού μήκους φιλμ μου Sisters, το οποίο μετεξελίχθηκε σε μεγάλου. Η ηθοποιός που την υποδυόταν ήταν απλώς διαφορετική.

Επειδή, όμως, το Φάνταζι είναι μια ερωτική ιστορία, ήθελα η ηθοποιός να έχει χημεία με τις συμπρωταγωνίστριές της, ιδίως με την Mιχριέ (Sarah Al Saleh).

Η ιδέα γι’ αυτόν τον χαρακτήρα εμφανίστηκε πριν από δέκα χρόνια, καθώς ερευνούσα το φαινόμενο των ορκισμένων παρθένων στην Αλβανία και το Μαυροβούνιο.

Επειδή στους τόπους καταγωγής τους δεν έχουν απομείνει ή δε γεννιούνται πολλοί άνδρες, οι γυναίκες αυτές υιοθετούν την ανδρική ταυτότητα, αναγνωρίζονται από τους πατεράδες τους όσο λιγότερο θηλυκές είναι και πολλές μισούν τη θηλυκότητά τους.

«Τι θα μπορούσε, λοιπόν, να συμβεί αν μια ορκισμένη παρθένα συναντούσε μια τρανς γυναίκα στα Βαλκάνια;» αναρωτήθηκα.

Εμπνεύστηκα και έχω επηρεαστεί, εξάλλου, από την καλλιτέχνιδα Σαλομέ, την πρώτη τρανς γυναίκα που αποκαλύφθηκε ως τέτοια δημοσίως στη Σλοβενία.

Είναι Σλοβένα;

Στην πραγματικότητα είναι κροατικής καταγωγής, αλλά ζει και δημιουργεί στη Σλοβενία. Το όνομά της σημαίνει «ειρήνη» και ο συμβολισμός του μου φαίνεται πολύ δυνατός.

Στα Βαλκάνια εξακολουθούν να υπάρχουν ομοφοβία και τρανσφοβία. Είναι πολύ παρούσες.

Όχι μόνο στα Βαλκάνια.

Παντού.

Ήθελα μεν να μιλήσω για τα Βαλκάνια, αλλά και να παρουσιάσω αυτήν την κατάσταση ως μια οικουμενική εμπειρία. Γι’ αυτό, άλλωστε, δεν ονοματίζω την πόλη από την οποία κατάγονται οι τρεις χαρακτήρες. Θα μπορούσε να βρίσκεται σχεδόν παντού.

Η υποκρισία μού δίνει στα νεύρα στα Βαλκάνια. Η ομοφοβία και η τρανσφοβία είναι μεν παντού, αλλά τα μέιλ σχεδόν όλων των γκέι και των τρανς φίλων μου είναι γεμάτα με μηνύματα από τέτοιους ανθρώπους, με ρομαντικό όμως χαρακτήρα.

Όντως;

Οπότε στην πραγματικότητα περισσότεροι άνθρωποι από όσοι συνειδητοποιούμε δε ζουν την αλήθεια τους. Γιατί, επομένως, να μη σκεφτόμαστε και να μην αισθανόμαστε λιγάκι πιο ανοιχτά;

Το κύριο ζήτημά μου, ωστόσο, είναι εκείνο της ταυτότητας, ιδίως της γυναικείας, καθώς και της θέσης της γυναίκας. Η ταυτότητα είναι κάτι πολύ ρευστό.

Σύμφωνα με την Σιμόν ντε Μποβουάρ, «Γυναίκα δε γεννιέσαι, γίνεσαι». Κι αυτό ισχύει. Ήθελα να εξερευνήσω το γυναικείο βλέμμα.

Μπορούμε να κοιτάξουμε τις εαυτές μας μέσα από το δικό μας πρίσμα; Όταν κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, τι ή ποιαν στην πραγματικότητα βλέπουμε; Τι πραγματικά θέλουμε; Αυτά ήταν τα αφετηριακά ερωτήματά μου.

Τόσο πολλές γυναίκες ούτε καν ξέρουν τι επιθυμούν.




Πράγματι, οι δύο από τους κεντρικούς χαρακτήρες της ταινίας σου -εξαιρουμένης της Φάνταζι- ενστικτωδώς θα ήθελαν να κινηθούν προς μια άλλη κατεύθυνση -χωρικά, κοινωνικά, ψυχικά-, αλλά δεν έχουν τον τρόπο να την ανακαλύψουν.

Ακριβώς. Επίσης, δεν έχουν και το κουράγιο, σε αντίθεση με την Φάνταζι, η οποία διένυσε ένα πολύ δύσκολο μονοπάτι για να βρεθεί στο σημείο που βρίσκεται τώρα.

Μερικές φορές, χρειαζόμαστε παραδείγματα ανθρώπων οι οποίοι είναι γενναίοι, ξέρεις. Κατόπιν, μπορούμε ίσως κι εμείς να είμαστε οι εαυτές μας.

Και οι τρεις χαρακτήρες προέρχονται από διαφορετικά περιβάλλοντα: εθνοτικά, γλωσσικά, εκπαιδευτικά, κοινωνικοοικονομικά. Τι ήθελες να αποτυπώσεις μέσω της ποικιλομορφίας των χαρακτήρων;

Αυτό στην πραγματικότητα ανάγεται στην προσωπική μου ιστορία.

Για κάποιους ανθρώπους, η Σλοβενία είναι μια αλπική Αυστρία σε μικρογραφία.

Εγώ, πάλι, τη βλέπω ως μια διασπορά της πρώην Γιουγκοσλαβίας, ως έναν τόπο όπου συνυφαίνονται πολλές γλώσσες, πολιτισμοί, θρησκείες.

Έτσι μεγάλωσα, έτσι μεγάλωσαν και  πολλές από τις ηθοποιούς του φιλμ.

Εντοπίζω πολλή ομορφιά στο γεγονός αυτό, επειδή στη Σλοβενία η ενσωμάτωση έχει, σε έναν βαθμό, συμβεί. Μπορούμε τώρα όντως να απολαύσουμε ο ένας τον πολιτισμό του άλλου και να αγκαλιάσουμε τις διαφορές μας.

Την ομορφιά αυτής της ποικιλομορφίας ήθελα ν’ αγκαλιάσω και με την ταινία μου, αλλά και να δείξω τι σημαίνει να είσαι μετανάστρια δεύτερης γενιάς σε μια χώρα.

Νοσταλγείς κάτι που δεν ξέρεις, το οποίο οι γονείς σου είχαν εξιδανικεύσει, σαν έναν φανταστικό ομφάλιο λώρο, αλλά είχαν εξιδανικεύσει μια χώρα η οποία ίσως δεν υπάρχει πια.

Αυτό μπορεί να σε κάνει να νιώθεις χαμένη, αλλά ίσως σε βοηθήσει να βρεις την προσωπική σου ελευθερία και να σκέφτεσαι εκτός πλαισίου, επειδή δεν είσαι «κλειδωμένη» σε μια εθνική ταυτότητα.

Σε σαγηνεύουν οι χώροι -αστικοί και ημιαστικοί, κυρίως-, κι αυτό είναι αισθητό στο Φάνταζι. Μιλήσέ μου για τη σαγήνη αυτή και για τον τρόπο με τον οποίο συνδέεται με το όραμά σου ως σκηνοθέτριας.

Προσπαθώ να βλέπω τους χώρους ως σύμβολα σχέσεων ή διανοητικών και συναισθηματικών καταστάσεων και να τους υπερβαίνω.

Το μεγαλύτερο μέρος των γυρισμάτων έγινε στην Ιταλία.

Στην Τεργέστη.

Η τοποθεσία μοιάζει, όμως, πολύ με τα μπρουταλιστικά οικιστικά μπλοκ της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Μου άρεσε κυρίως γιατί έχει τη μορφή τετραγώνου. Όπου γυρίσεις να κοιτάξεις υπάρχει τοίχος. Σαν να βρίσκεσαι σε φυλακή.

Το δωμάτιο της Γιάσνα, για παράδειγμα, είναι σχεδόν άδειο. Αυτό δείχνει τι σημαίνει να βιώνεις κατάθλιψη.




Δε νιώθεις σαν στο σπίτι του ούτε καν στον προσωπικό σου χώρο.

Είναι σαν μουσείο σου.

Ο χώρος της Φάνταζι, από την άλλη, είναι μια φανταστική χώρα. Αυτό είναι το όμορφο με τους ανθρώπους οι οποίοι επιλέγουν να ζήσουν την αλήθεια τους, ότι φαίνεται παντού.

Φέρει μια παιχνιδιάρικη, ζωντανή διάσταση, κι όχι με την κοριτσίστικη «ροζ» έννοια. Ένα κεντρικό μου οπτικό μέλημα ήταν πώς να σχεδιάσω τη μετάβαση από το γκρίζο του τσιμέντου στο λιλά του χώρου της Φάνταζι.

Κατά τη διάρκεια του Q&A στο Σαράγεβο κάνατε και οι τέσσερίς σας πολύ λόγο για την αίσθηση αδερφοσύνης που βιώσατε στη διάρκεια των γυρισμάτων. Είναι το σινεμά ένας τόπος στον οποίο μια τέτοια αίσθηση μπορεί να βιωθεί;

Η δημιουργία ταινιών είναι σαν ψυχική ασθένεια, σαν εμμονή. Τρυπώνει κάτω απ’ το δέρμα σου και δύσκολα ξεφεύγεις από αυτήν.

Περνάς πολύ χρόνο με τους συνεργάτες και τις συνεργάτριές σου, και συνδέεσαι πραγματικά. Για εμάς, ωστόσο, πήγαινε πολύ πέρα από αυτό.

Όλοι μάς ρωτάνε για τα βραβεία, αλλά το πιο σημαντικό βραβείο για εμάς, σε προσωπικό επίπεδο, ήταν η δημιουργία της ταινίας. Στ’ αλήθεια ωριμάσαμε μέσα από αυτήν τη διαδικασία.

Νωρίτερα, αναφέρθηκες στη νοσταλγία. Εσύ, αισθάνεσαι νοσταλγία για το γιουγκοσλαβικό παρελθόν, σου είναι αδιάφορο, το έχεις ξεπεράσει;

Δε  νοσταλγώ την πρώην Γιουγκοσλαβία, ήθελα όμως να αποδώσω έναν φόρο τιμής στις ρίζες μου.

Το Κρούσεβο, στη Βόρεια Μακεδονία, στο οποίο πραγματοποιήθηκε μέρος των γυρισμάτων, είναι ο τόπος καταγωγής της μητέρας μου. Το δε σπίτι που βλέπεις στην ταινία είναι το σπίτι του παππού και της γιαγιάς μου.

Είναι, επομένως, αντανάκλαση της προσωπικής σου ιστορίας.

Πηγαίνοντας σταδιακά περισσότερο στη Βόρεια Μακεδονία απαλλάχτηκα από το το αίσθημα ντροπής για τη χώρα.

Ιδίως κατά τη δεκαετία του 1990 η βαλκανική κληρονομιά ήταν συνυφασμένη με πολλή ντροπή.

Κάποιοι, μάλιστα, για παράδειγμα φωτογράφοι -όχι καταγόμενοι από τα Βαλκάνια-, έβγαλαν χρήματα αποτυπώνοντας πολεμικά μνημεία που σ’ εμάς προκαλούσαν ντροπή.

Επιπλέον, σχεδόν όλα τα άτομα τα οποία συμμετείχαμε στη δημιουργία του φιλμ προερχόμαστε από χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, αλλά αυτό συνέβη με πολύ φυσικό τρόπο.

Κατά τη μεταβατική περίοδο που οδήγησε στη δημιουργία ανεξάρτητων κρατών, αντιλαμβανόσουν την επιθυμία να γίνουμε Δυτικοί.

Επειδή δε μολύνθηκα από τον εθνικισμό, μπορούσα να δω την ομορφιά στις ρίζες την οποία κάποιοι μπορεί να έχουν ξεχάσει.

Ήθελα, λοιπόν, να αναδείξω τη διάσταση των ριζών στο πολιτισμικό επίπεδο και να δω προς ποια κατεύθυνση μπορούμε να κινηθούμε από εδώ και πέρα επαναπλαισιώνοντάς τις.

Μια τελευταία ερώτηση: θα μπορούσε, τελικά, να μην υπάρχει καθόλου η Φάνταζι, να είναι απλώς η προβολή των πιο ενδόμυχων -αλλά όχι ανοιχτά ομολογημένων- επιθυμιών και αναγκών των υπόλοιπων χαρακτήρων;

Πολύ καλή ερώτηση, και ήθελα να τη σκεφτούν οι θεατές του φιλμ!

Κάποιες φορές, όταν συναντάς ανθρώπους κι αυτοί βγαίνουν απ’ τη ζωή σου γρήγορα, δεν ξέρεις τι πραγματικά συνέβη ή αν ήταν πραγματικά εκεί. Είναι σαν τυφώνας.

Οι προβολές μπορεί να αφορούν σε ανθρώπους, ιδέες ή -μερικές φορές- σε ένα χρυσό πουλί στον ουρανό.

Η συνέντευξη με την σκηνοθέτρια πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 31ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο, όπου οι πρωταγωνίστριες του φιλμ έλαβαν το Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας (Τμήμα Διεθνούς Διαγωνιστικού Μυθοπλασίας).

Ευχαριστώ θερμά το Γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ, και ιδιαιτέρως την Ντιάνα Ζίβκοβιτς, για την πολύτιμη συμβολή τους στον προγραμματισμό της συνέντευξης.

Η ταινία της Κούκλα Φάνταζι προβάλλεται, σε ελληνική πρεμιέρα, στο πλαίσιο του Τμήματος Meet the Neighbors+ του 66ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (30/10-9/11), παρουσία της σκηνοθέτριας.

Η πρεμιέρα πραγματοποιείται την Τετάρτη 5 Νοεμβρίου (αίθουσα Φρίντα Λιάππα, 19:45) και η επαναληπτική προβολή την Πέμπτη 6 Νοεμβρίου (αίθουσα Τώνια Μαρκετάκη, 12:45).



Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2025

Σεπιντέ Φαρσί: «Ζωή, τέχνη, ακτιβισμός και ανθρωπινότητα είναι ένα»

 

Σεπιντέ Φαρσί (Φωτογραφία: Σωκράτης Μπαλταγιάννης/AIFF)

Η μέσω βιντεοκλήσεων συνομιλία της Παλαιστίνιας φωτορεπόρτερ Φάτμα Χασόνα και της ιρανικής καταγωγής σκηνοθέτριας Σεπιντέ Φαρσί συνιστά τον «καμβά» του σπαρακτικού ντοκιμαντέρ Κράτα την ψυχή σου στο χέρι και περπάτα.

Η Φάτμα Χασόνα δολοφονήθηκε στις 16 Απριλίου 2025 μετά από βομβαρδισμό του σπιτιού της από τις ισραηλινές δυνάμεις. Συναντώντας την Σεπιντέ Φαρσί ενόψει της κυκλοφορίας του φιλμ στις αίθουσες στις 6 Νοεμβρίου.

Παρακολούθησα το ζόρικο και σπαρακτικό ντοκιμαντέρ σας Κράτα την ψυχή σου στο χέρι και περπάτα στο φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο.

Πόσο σημαντικό θεωρείτε να προβάλλεται μια τέτοια δουλειά σε ένα περιβάλλον το οποίο έχει πολύ πρόσφατες μνήμες γενοκτονίας, τραύματος και πένθους;

Είναι πολύ σημαντικό, όπως εξίσου το να παρουσιάζεται στην Ελλάδα που έχει άλλες μνήμες -από Κατοχή, Εμφύλιο-, τις οποίες σέβομαι.

Γι’ αυτό και είμαι συναισθηματική δεμένη με την Ελλάδα, επειδή ο λαός της, σε αντίθεση με την ελληνική κυβέρνηση, εξακολουθεί να δείχνει την αλληλεγγύη του στους μετανάστες και στην Παλαιστίνη.

Υπάρχει μια τεράστια...

Αναντιστοιχία.

Αναντιστοιχία ανάμεσα στην κρατική/κυβερνητική πολιτική και τη στάση του λαού. Όχι μόνο στην Ελλάδα.

Κι όχι μόνο ανάμεσα στη στάση της τρέχουσας κυβέρνησης και τη θέληση της κοινωνίας, αλλά και των προηγούμενων. Σε μεγάλο βαθμό, η ελληνική κοινωνία βρίσκεται, σε σχέση με την Παλαιστίνη, στη «σωστή πλευρά της Ιστορίας».

Έχω κάνει ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο Every war is the same. Η πρωταγωνίστριά του κατάγεται από το Σαράγεβο, όπου το φιλμ γυρίστηκε, και είναι μοδίστρα, μαντάρει ρούχα.

Το μαντάρισμα μοιάζει με μια χειρονομία όπως αυτή που πρέπει να κάνεις μετά τον πόλεμο.

Να «επιδιορθώσεις», να επουλώσεις τα τραύματα.

Αυτή η γυναίκα, Σέρβα αλλά Μουσουλμάνα στο θρήσκευμα, είχε φύγει από τη Σερβία και μεταναστεύσει στη Γερμανία μετά τη λήξη του πολέμου. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, μεταξύ μας μιλούσαμε στα γερμανικά, τη μόνη κοινή γλώσσα.

Κατόπιν, συνάντησα Κούρδους μετανάστες στην Ελλάδα, οι οποίοι ήθελαν να φύγουν και χρειάζονταν βοήθεια. Σε έναν από αυτούς έδωσα μερικά χρήματα για να περάσει τα σύνορα, και βρέθηκε στο Σαράγεβο.

Τα χρήματα τα παρέλαβε από την γυναίκα που είχα φιλμάρει και στην οποία τα είχα στείλει.

Για μένα ζωή, τέχνη, ακτιβισμός και ανθρωπινότητα είναι ένα.

Σωστά, λοιπόν, υπέθετα ότι δε βλέπετε τα πράγματα διαχωρισμένα, αλλά εντοπίζετε τη βαθύτερη ενότητα.

Δεν μπορείς να οδηγείς λιμουζίνα και μετά να κάνεις τέτοιες ταινίες. Υπάρχει μια λογική που συνδέει τον τρόπο με τον οποίο ζεις και εκείνον που κάνεις φιλμ ή ψηφίζεις. Όλα πάνε μαζί.


Φάτμα Χασόνα


Μερικές φορές ήταν σχεδόν ανυπόφορο να παρακολουθώ το ντοκιμαντέρ σας - όχι στο επίπεδο της εικόνας, αλλά της πραγματικότητας την οποία αποτυπώνει και επαναφέρει διαρκώς στην επιφάνεια.

Πώς αντέξατε να επιμείνετε και τι περιμένατε ή προσδοκούσατε από αυτήν τη συνάντηση, τη σχέση;

Δεν περίμενα κάτι. Αυτή η ταινία είναι η απάντησή μου στη γενοκτονία.

Από την αρχή, με ενοχλούσε πολύ ο τρόπος που έχει αποβληθεί από τα δυτικά μίντια οι Παλαιστίνιοι, σαν να μην υπάρχουν, σαν να μην είναι άνθρωποι. Είναι απαράδεκτο. Το βιώνω και το ξέρω και ως Ιρανή.

Ακόμα κι εγώ, που κατοικώ στην Ευρώπη, που μιλάω μερικές γλώσσες και μπορώ να ταξιδεύω και να εκφράζω όσα νιωθω, κάποιες φορές είμαι πολύ απογοητευμένη.

Όταν έγινε η επίθεση του Ισραήλ στο Ιράν τον Ιούνιο, βρισκόμουν για το March to Gaza στο Κάιρο.

Με ρώτησαν κάποιοι δημοσιογράφοι: «Είσαι χαρούμενη;» «Χαρούμενη; Για ποιο πράγμα;» απόρησα. «Επειδή θα πέσει το καθεστώς». «Ειλικρινά, πιστεύετε ότι το καθεστώς θα πέσει με τις βόμβες;» απόρησα.

Καθόλου δεν έπεσε, χειρότερο έγινε.

Ακόμα και τα χειρότερα καθεστώτα νομίζω πως ισχυροποιούνται και αποκτούν μεγαλύτερη λαϊκή νομιμοποίηση σε συνθήκες πολέμου.

Αυτό έγινε στο Ιράν, το ίδιο γίνεται και στο Ισραήλ. Γιατί ο Νετανιάχου παραμένει στην εξουσία και δε βρίσκεται στη φυλακή, όπως θα έπρεπε; Επειδή δίνει παράσταση με τον πόλεμο, ένα σόου.

Οπότε, για να επιστρέψω στην ερώτηση, έκανα τη ταινία αρχικά για να βρω μια απάντηση για μένα. Κατόπιν, είχα την τύχη να συναντήσω την Φάτεμ και να γίνουν όσα έγιναν.

Με συγκίνησαν η αισιοδοξία της, το χαμόγελο μέσα σε όλα τα βάσανα, τις ελλείψεις, τους περιορισμούς. Πού αποδίδετε αυτήν την ανυπόκριτη αισιοδοξία, το ανεπιτήδευτο χαμόγελο;

Το χαμόγελό της είχε διαφορετικές αποχρώσεις.

Πρώτα απ’ όλα ήταν, νομίζω, το χαμόγελο της αντίδρασης και μετά της περηφάνειας. Κάποιες φορές, ήταν λίγο της κατάθλιψης και της κούρασης.

Είναι ο τρόπος των Παλαιστίνιων: γεννούν έτσι, ζουν έτσι, πεθαίνουν έτσι - με ένα χαμόγελο.

Αλλά έχει να κάνει και με την Φάτεμ. Ήταν πάνω από τα πράγματα, διέθετε περηφάνεια, αξιοπρέπεια και ελπίδα, σε βαθμό που δεν έχω ξαναδεί σε άλλον άνθρωπο. Αυτό με συγκίνησε πολύ, ήταν σαν μαγνήτης.

Μαγνητίζει και το κοινό του ντοκιμαντέρ η παρουσία της, το κάνει να βουρκώνει, να κλαίει και σίγουρα να μουδιάζει.

Παντού, περισσότερο ή λιγότερο, ο κόσμος συγκινείται πάρα πολύ και δεν μπορεί να μιλήσει μετά την προβολή, γιατί συνειδητοποιεί πόσο μοιάζουμε, πόσο κοντά είμαστε με την Φάτεμ και τι μπορεί να γίνει, αν κάνουμε κάτι.

Μπορούμε να κάνουμε πράγματα για τους Παλαιστίνιους, αλλά δε μας το επιτρέπουν ή φοβόμαστε. Γιατί, όμως;

Θαυμάζω όσους συμμετείχαν στον Στολίσκο της Ελευθερίας, διακινδυνεύοντας τον χρόνο και ενδεχομένως τη σωματική τους ακεραιότητα.

Δεν κάνουμε όλοι το ίδιο. Εσύ μπορεί να λειτουργείς μέσω της γραφής. Άλλος, μέσω της αποστολής χρημάτων.

Εξακολουθώ, πάντως, να θαυμάζω τους ανθρώπους που είναι διατεθειμένοι να διακινδυνεύσουν γνωρίζοντας ότι η επιλογή τους θα έχει συνέπειες.

Η Φάτεμ αισθανόταν πως την βοηθούσατε μέσα από τις συνομιλίες σας;

Το ελπίζω.

Καταφέρατε, τελικά, να έχετε κάποια επίδραση στην καθημερινότητά της, πιστεύετε;

Ναι. Ως φίλη, ως «κολλητή». Φαίνεται και στην ταινία. Μιλώντας μαζί της, κάποιες μέρες ξαλάφρωνε λίγο.

Ήθελα να μοιραστώ κι εγώ βιώματα από τη ζωή μου, ώστε να είμαι διαφανής, να μην κρύβω πράγματα. Αυτό ήθελα από εκείνη, άρα έπρεπε να το κάνω κι εγώ και να το δηλώνω, με ειλικρίνεια, αν δεν ένιωθα καλά απέναντί της.

Γι’ αυτό είναι τόσο βαθιές οι κουβέντες μας. Διαφορετικά, θα ήταν μια παράσταση.


Φάτμα Χασόνα


Είναι, πάντως, δύσκολο να επιτευχθεί μια τέτοια ισορροπία όταν η σχέση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους είναι, αφετηριακά, ανισότιμη. Πώς μπορεί να ξεπεραστεί αυτή η ανισοτιμία;

Δεν μπορεί να ξεπεραστεί, είναι μια αντικειμενική συνθήκη.

Να κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε υπό τις συνθήκες στις οποίες βρισκόμαστε, ώστε να αλλάξουμε τα πράγματα. Αυτό είναι το ζητούμενο. Όχι να υποκρινόμαστε ότι δεν υπάρχουν αυτές οι συνθήκες.

Πολλοί άνθρωποι λένε, «Δεν μπορώ να κοιτάξω τέτοιες εικόνες».

Μα η εικόνα είναι μόνο η επιφάνεια.

Θα εξαφανιστεί η πραγματικότητα αν δε βλέπεις τις εικόνες;

Πρέπει να κοιτάζουμε μια κατάσταση κατάματα και να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να σταματήσει η γενοκτονία, εν προκειμένω, κάθε άνθρωπος από τη δική του πλευρά και με τα δικά του εργαλεία.

Αυτό ακριβώς. Καθένας κάνει αυτό το οποίο μπορεί.

Αρκεί να μην αντιμετωπίζουμε τον εκάστοτε «άλλον» ως κάτι εξωτικό.

Αν δεν είχα αυτή τη σκέψη στο πίσω μέρος του μυαλού μου, δε θα μπορούσα να επικοινωνήσω μαζί της με τον τρόπο που το έκανα.

Ήταν μια ζωντανή σχέση, όπως όταν φροντίζεις ένα φυτό και μετά το παρατηρείς να αναπτύσσεται. Δεν μπορείς να το ελέγξεις.

Πόσο κρίμα που η Φάτεμ δολοφονήθηκε, αντί να μπορέσει να απολαύσει μια ανθρώπινη, αξιοπρεπή, απλή ζωή -όπως της άξιζε και όπως αξίζει στον κάθε άνθρωπο-, κι ας μην ήταν παρούσα στις Κάννες στην προβολή του φιλμ.

Ακόμα και μια τέτοια ζωή, της τη στέρησε το ισραηλινό κράτος.

«Θέλω μια απλή ζωή, αλλά μας την παίρνουν. Γιατί;» To διερωτήθηκε κι η ίδια.

Σε κάθε περίπτωση, χαίρομαι που έχετε κάνει αυτό το ντοκιμαντέρ. Βοηθάει, αν και δεν μπορώ να μετρήσω πώς ή πόσο.

Ούτε κι εγώ, άλλα έπρεπε να το κάνω, για την ισορροπία και την υγεία μου, κι ας δυσκόλεψε λίγο η ζωή μου μετά. Αλλά δεν έχει σημασία αυτό. Το σημαντικό είναι να κυκλοφορήσουν τα λόγια της κι οι εικόνες της.

Πιστεύετε ότι μπορεί να υπάρξει μια διέξοδος σε αυτόν τον ζόφο, με αφορμή και το λεγόμενο «ειρηνευτικό σχέδιο Τραμπ»;

Δεν ξέρω.

Είναι σαν ένα παιχνίδι που παίζουν. Θέλουν να σχηματίσουν μια διοίκηση από τα πάνω, χωρίς να ρωτούν τους Παλαιστίνιους τι λένε και θέλουν. Πάνω ακόμα και από τις επιθυμίες του Ισραήλ. Δεν μπορεί να λειτουργήσει έτσι. Δεν είμαι αισιόδοξη.

Από την άλλη, πρέπει να έχουμε ελπίδα, γιατί χωρίς αυτήν δεν μπορούμε να ζήσουμε. Περιμένω ακόμα μεγαλύτερη πίεση από τους λαούς στις κυβερνήσεις για να αλλάξουν τα πράγματα. Από τα κάτω.

Η γενοκτονία στην Παλαιστίνη δεν είναι καταστροφική μόνο για τους Παλαιστίνιους, αλλά και για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, καθώς και για το Ισραήλ. Δεν μπορείς να διαπράττεις έγκλημα και μετά να φεύγεις. Βιώνεις τραύμα.

Κι ο Covid ήταν βία. Εδώ, όμως, το επίπεδο της βίας είναι διαφορετικό και δεν είναι καθόλου καλό για τη δημοκρατία. Η κατάσταση, λοιπόν, πρέπει να αλλάξει.

Η συνέντευξη με την σκηνοθέτρια πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των 31ων Νυχτών Πρεμιέρας. Ευχαριστώ θερμά την Σοφία Αγγελίδου (One from the heart) για την καθοριστική συμβολή της στην υλοποίησή της.

Το ντοκιμαντέρ της Σεπιντέ Φαρσί Κράτα την ψυχή σου στο χέρι και περπάτα έκανε την ελληνική «πρώτη» του στο πλαίσιο των 31ων Νυχτών Πρεμιέρας, όπου απέσπασε τη Χρυσή Αθηνά Καλύτερου Ντοκιμαντέρ.

Προβάλλεται στις αίθουσες από τις 6 Νοεμβρίου σε διανομή της One from the Heart.