Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 31ες Νύχτες Πρεμιέρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 31ες Νύχτες Πρεμιέρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Χασάν Χάντι: «Δεν μπορείς να απελευθερώσεις σκοτώνοντας»

 


Αδυσώπητη ανατομία μιας χώρας σε πόλεμο και μια γλυκόπικρη ιστορία ενηλικίωσης, το βραβευμένο στις Κάννες ντεμπούτο του Ιρακινού σκηνοθέτη Χασάν Χάντι, Η Τούρτα του Προέδρου, είναι από τις φιλμικές εκπλήξεις της χρονιάς.

Μια συζήτηση μαζί του με αφορμή την κυκλοφορία της ταινίας στους κινηματογράφους.

Πρώην δημοσιογράφος και κατόπιν καθηγητής πανεπιστημίου και σκηνοθέτης, μεγαλώσατε στο Νότιο Ιράκ κατά τη διάρκεια του πολέμου της δεκαετίας του 1990, ενώ ζήσατε και εργαστήκατε στις Η.Π.Α.

Σε ποιον βαθμό η ενηλικίωση κατά τη διάρκεια του πολέμου έχει διαμορφώσει την κινηματογραφική σας ματιά;

Δεν εργάζομαι και δε ζω στις Η.Π.Α. πλέον. Πήγα για να σπουδάσω για το μεταπτυχιακό μου στο NYU και δίδαξα κατά τη διάρκεια των σπουδών μου εκεί.

Στη συνέχεια, επέστρεψα στη Βαγδάτη προκειμένου να προετοιμαστώ για την ταινία και να ξεκινήσω την προ-παραγωγή της. Ζω ακόμα στο Ιράκ, και συγκεκριμένα στη Βαγδάτη.

Κρυβόμουν κάτω από τις σκάλες, δραπετεύοντας από την πόλη στα χωριά και ξυπνώντας με τις σειρήνες αντί για τα ξυπνητήρια. Δυστυχώς, τα παιδικά μου χρόνια ήταν γεμάτα στιγμές τρόμου και κινδύνου.

Ήταν θέμα επιβίωσης. Σε πλαίσιο επιβίωσης, αρχίζεις να βλέπεις τα πράγματα διαφορετικά. Κάνεις διαφορετικές ερωτήσεις και περιμένεις διαφορετικές απαντήσεις. Η σκληρότητα των πολέμων σε ωθεί να σκέφτεσαι έξω από τα συνηθισμένα.

Οι φυσικές/ρεαλιστικές ιστορίες αρχίζουν να μην έχουν πια σημασία. Η ψυχή σου αρχίζει να ψάχνει για κάτι διαφορετικό. Κάτι που σου δίνει ελπίδα και ένα είδος εξήγησης. Αρχίζεις να ψάχνεις περισσότερο για μαγικές λύσεις ή θαύματα.

Νομίζω ότι επηρέασε τον τρόπο ζωής μου και την αντιμετώπιση των δυσκολιών. Επιπλέον, ο πόλεμος, η φτώχεια και η ζωή υπό ένα αυστηρό, βάναυσο καθεστώς δοκιμάζουν την πίστη και τις πεποιθήσεις σου.

Όπως μπορείτε να δείτε, ο πόλεμος στο Ιράν έχει ξεσπάσει και έχει επηρεάσει ολόκληρη την περιοχή, συμπεριλαμβανομένου του Ιράκ.

Αυτός είναι ένας κύκλος βίας. Πρέπει να σταματήσει. Δεν μπορείς να καταπολεμήσεις τη βία προκαλώντας βία. Δεν μπορείς να απελευθερώσεις σκοτώνοντας. Και δεν μπορείς να φέρεις ευημερία επιβάλλοντας κυρώσεις και βομβαρδισμούς.

Δυστυχώς, το βλέμμα μου προς τον κόσμο εξακολουθεί να διαμορφώνεται μέσα από αυτόν τον κύκλο βίας. Ελπίζω να τελειώσει σύντομα. Ωστόσο, δεν είμαι αισιόδοξος.




Με ποιους τρόπους η πολεμοχαρής κυβέρνηση Τραμπ σάς θυμίζει το Ιράκ υπό την κυριαρχία του Σαντάμ;

Δυστυχώς, η αίσθηση είναι πολύ παρόμοια. Όλα συμβαίνουν τόσο γρήγορα και χωρίς προειδοποίηση. Όσο κι αν προετοιμαστείς ψυχικά ή σωματικά, όταν συμβεί σε τραντάζει μέχρι το κόκκαλο και διαταράσσει την ισορροπία σου.

Βρίσκεσαι σε ηθική σύγκρουση και αναρωτιέσαι: Πρέπει να χαίρομαι που μας βομβαρδίζουν για να απαλλαγώ από τον Σαντάμ; Ή μήπως πρέπει να λυπάμαι επειδή η χώρα μου καταλαμβάνεται από ξένο στρατό; Είναι περίπλοκο.

Είναι σαν να έχεις κολλήσει με έναν κακοποιητικό πατέρα, και η μόνη διέξοδος φαίνεται να είναι ένας άγνωστος πατριός να έρθει και να ξυλοκοπήσει τους πάντες στο σπίτι. Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις, μόνο εύκολες ερωτήσεις.

Η Τούρτα του Προέδρου είναι μια αδυσώπητη ανατομία μιας χώρας σε πόλεμο, μια γλυκόπικρη ιστορία ενηλικίωσης και μια μαρτυρία της επιμονής ενός ανθρώπου -εν προκειμένω ενός κοριτσιού- στην επίτευξη του στόχου του, επιβεβλημένου ή μη.

Πόσο απαιτητική ήταν η απεικόνιση των διαφορετικών πτυχών του πολιτικού και κοινωνικού ιστού της ζωής στη χώρα σας, χωρίς να υποβαθμίζεται καμία από αυτές προκειμένου ίσως να γίνετε «αρεστός» στο Δυτικό κοινό;

Δεν μπορείς να σκέφτεσαι πραγματικά το κοινό όταν γυρίζεις μια ταινία, είτε αυτό το κοινό είναι Δυτικό, Ανατολικό ή οτιδήποτε άλλο.

Γυρίζεις ένα φιλμ ή δημιουργείς οποιοδήποτε είδος έργου τέχνης επειδή δεν μπορείς να αντισταθείς στο πάθος και την επιθυμία σου να εκφραστείς.

Επομένως, το πρώτο και πιο σημαντικό κοινό που πρέπει να ευχαριστήσω και να ικανοποιήσω είναι «ο εαυτός μου».

Είναι τόσο εγωιστικό να το λες, αλλά η δημιουργία τέχνης είναι κάπως εγωιστική. Και αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να δημιουργήσεις ένα έργο μοναδικό, εντυπωσιακό και ενδιαφέρον.

Επομένως, η δημιουργία μιας ταινίας είναι πάντα μια διαδικασία από μέσα προς τα έξω, αντί για έξω προς τα μέσα. Ωστόσο, ήταν ένα απαιτητικό ταξίδι να γυρίσω το συγκεκριμένο φιλμ.

Όταν άρχισα να γράφω το σενάριο, υποσχέθηκα στον εαυτό μου να αφήσω στην άκρη την πολιτική μου οπτική και να παραμείνω πιστός και ειλικρινής στις αναμνήσεις μου και στην κοινότητα στην οποία μεγάλωσα.

Η ίδια η ταινία δεν είναι πολιτική. Το πλαίσιο και το περιβάλλον όπου υπάρχουν οι χαρακτήρες είναι, αλλά όχι η ίδια.

Ωστόσο, κάποιοι πιστεύουν ότι προσπαθώ να μεταφέρω κάποιο είδος πολιτικής ατζέντας ή πως το φιλμ προσπαθεί να προβεί σε μια συγκεκριμένη πολιτική δήλωση.

Προσπαθώ να εξηγήσω ότι δεν επιδιώκω κάτι τέτοιο, αλλά έχω αποδεχτεί πως από τη στιγμή που θα απελευθερώσεις το έργο σου στον κόσμο, αυτό δε σου ανήκει πλέον.

Ο χαρακτήρας του σεξουαλικού παραβάτη στην αγορά είναι εντυπωσιακός. Πείτε μου λίγα περισσότερα για αυτήν την επιλογή και τις ευρύτερες συνδηλώσεις της.

Όταν γνώρισα τον χασάπη της ταινίας, αρχικά τον προόριζα για τον χαρακτήρα του Τζασίμ, του ταχυδρόμου. Αλλά όταν του μίλησα, ένιωσα ότι έκρυβε μυστικά στη ζωή του.

Και με κάθε συζήτηση, ανακάλυπτα κάτι καινούργιο γι’ αυτόν. Μιλούσε και συμπεριφερόταν με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Και επειδή ο ίδιος έχει εργαστεί ως χασάπης στο παρελθόν, σκέφτηκα πως αυτό θα ήταν τέλειο για τον χαρακτήρα.

Ακόμα και όταν επρόκειτο να του ταιριάξουμε το κοστούμι του, φορούσε ρούχα που θεωρούσα πολύ καλύτερα από την επιλογή μας. Μετά, αγοράσαμε το πουλόβερ του και αποφασίσαμε ότι θα ήταν το κοστούμι του για τη σκηνή.

Έτσι, την ημέρα του γυρίσματος, εμφανίστηκε σε μια δουλειά την οποία είχε κάνει στο παρελθόν, φορώντας τα δικά του ρούχα. Τότε, το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να δώσω μια φρέσκια πνοή στην κατάσταση, ώστε να αντιδράσει με ειλικρίνεια.




Θεωρείτε την ταινία σας μια ιστορία ενηλικίωσης; Αν ναι, γιατί;

Δεν ξέρω αν είναι ιστορία ενηλικίωσης. Για μένα, είναι περισσότερο μια ρομαντική ταινία.

Αφορά τον πρώτο έρωτα, την πρώτη καψούρα και το μαγικό ταξίδι μαζί στη σκιά του πολέμου, των κυρώσεων και της δικτατορίας. Αφορά στη δύναμη της αγάπης, της φιλίας και της θυσίας.

Και νομίζω ότι η διάσταση της ενηλικίωσης ισχύει μόνο μέχρι ενός σημείου για το φιλμ.

Γιατί επιλέξατε τον χαρακτήρα ενός μικρού κοριτσιού (Μπανίν Άχμαντ Ναΐφ) ως τον πρωταγωνιστικό;

Μεγάλωσα σε ένα σπίτι με έντονη γυναικεία παρουσία.

Παρόλο που ο πατέρας μου ήταν εκεί, οι άνδρες δεν ήταν τόσο παρόντες. Είτε βρίσκονταν σε μέτωπα πολέμου, είτε εγκατέλειπαν τη χώρα, είτε φυλακίζονταν για πολιτικούς λόγους και βασανίζονταν.

Επομένως, βίωσα από πρώτο χέρι το ότι οι γυναίκες και τα παιδιά είναι τα πρώτα θύματα τέτοιων συνθηκών όπως ο πόλεμος, η φτώχεια, ακόμη και η δικτατορία. Κατά τη δική μου αντίληψη, οι γυναίκες ενεργούσαν σαν υπερηρωίδες.

Έγινα μάρτυρας τού πώς οι γυναίκες έπρεπε να σηκώνουν το βάρος και την ευθύνη της ανατροφής των παιδιών, να διατηρούν την οικογένεια ενωμένη και να παρέχουν τα προς το ζην σε όλους.

Τα πέρασαν όλα αυτά σε μια ανδροκρατούμενη και αρρενωπή κοινωνία, όπου τα δικαιώματά τους μπορούν εύκολα να καταπατηθούν και να συνθλιβούν.

Ως σκηνοθέτης, ήταν πιο ενδιαφέρον να αφηγηθώ αυτήν την ιστορία από γυναικεία οπτική γωνία. Η ιδέα ενός μικρού κοριτσιού που φεύγει και αντιμετωπίζει τον κόσμο και την κοινωνία μόνη της ήταν ταυτόχρονα τρομακτική και ενδιαφέρουσα.

Θα σταθώ λίγο στην ερμηνεία της Ουαχίντ Θάμπετ Χρεϊμπάτ, η οποία υποδύεται τον χαρακτήρα της Μπίμπι, της γιαγιάς. Εξαιρετική ηθοποιός. Μιλήστε μου για τη συνεργασία σας.

Η Μπίμπι ήταν εκπληκτική.

Η συνεργασία μαζί της ήταν σαν να δούλευα με μια σούπερ σταρ του Χόλιγουντ που είχε συγκεκριμένες ώρες και ημέρες κατά τις οποίες μπορούσε να εργαστεί και άλλες που ήταν αφοσιωμένη σε άλλες υποθέσεις.

Δεν είχε ξαναπαίξει ποτέ, οπότε ήξερα ότι για να αποκομίσω ακατέργαστη ερμηνεία από αυτήν, όλα γύρω της έπρεπε να φαίνονται αληθινά. Την αποκαλούσαμε «μοναδική», αφού έκανε όλα όσα απαιτούνταν από αυτήν σε μία μόνο λήψη.

Και, μεταφορικά, αντιπροσωπεύει τους βάλτους. Το δέρμα της, οι ρυτίδες και η φωνή της φθίνουν, όπως ακριβώς και οι βάλτοι.

Αυτή η γη πρόκειται να εξαλειφθεί και θέλει να βεβαιωθεί ότι οι κάτοικοί της θα βρουν ένα άλλο μέρος όπου θα μπορούν να ριζώσουν και να αναπτυχθούν.




Στιλιστικά, η Τούρτα του Προέδρου μού θυμίζει πολύ την ιρανική σχολή κινηματογράφου, τόσο όσον αφορά την αξιοποίηση των παιδιών ως καταλυτών της αφήγησης όσο και σε σχέση με την αιχμηρή νεορεαλιστική της ματιά.

Θα λέγατε πως έχετε επηρεαστεί από τον ιρανικό κινηματογράφο και τον νεορεαλισμό γενικότερα;

Έχω επηρεαστεί από μια ποικιλία σκηνοθετών και κινηματογράφου.

Ο νεορεαλισμός ήταν σίγουρα η θική πυξίδα μου όταν γύριζα αυτή την ταινία. Ήξερα ότι θα δούλευα με μη ηθοποιούς και με πραγματικές τοποθεσίες και φιλμ τα οποία έχουν αξιοποιήσει αυτά τα στοιχεία με έχουν επηρεάσει.

Μία από τις ταινίες που επηρέασαν εμένα και το στιλ μου είναι το Τοπίο στην ομίχλη του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Έχει αυτήν την χροιά μαγικού ρεαλισμού με φυσικές παιδικές ερμηνείες και είναι γυρισμένη σε πραγματικές τοποθεσίες.

Ως σκηνοθέτης, προσπαθώ να εντοπίζω τις επιρροές μου και να εμπνέομαι από αυτές, αλλά πάντα αποφεύγω να τις μιμούμαι.

Είναι σαν να επιτρέπεις στον εαυτό σου να επηρεάζεται και να εμπνέεται από τους άλλους, αλλά τελικά θέλω να διατηρήσω τη φωνή μου πρωτότυπη και μοναδική.

Μερικές φορές μπορεί να αποτύχω ή να πετύχω, αλλά ανεξάρτητα από αυτό, πάντα προσπαθώ.

Πώς θα περιγράφατε τη σύγχρονη πολιτική και πολιτιστική κατάσταση στο Ιράκ;

Νομίζω ότι η σύγχρονη πολιτική και πολιτιστική κατάσταση στο Ιράκ έχει προοδεύσει. Το ερώτημα παραμένει: Mε ποιο κόστος; Και, άξιζε τον κόπο; Ίσως ναι, ίσως όχι, αλλά θα έλεγα πως η χώρα έχει κάνει βήματα μπροστά.

Για πρώτη φορά στην Ιστορία μας έχουμε πρώην προέδρους και πρωθυπουργούς που είναι ακόμα εν ζωή και δε δολοφονήθηκαν, οι οποίοι μετέφεραν ειρηνικά την εξουσία στους διαδόχους τους μέσω εκλογών, ως επί το πλείστον ελεύθερων και διαφανών.

Ωστόσο, πρέπει να αναφέρω ότι η κριτική του παρελθόντος δε σημαίνει πως δεν αναλογιζόμαστε το παρόν.

Το Ιράκ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα και ζητήματα, μερικά από τα οποία είναι αποτέλεσμα των κυρώσεων, του πολέμου και της περιόδου της δικτατορίας.

Η Τούρτα του Προέδρου χαρακτηρίστηκε ως «αποκάλυψη», συγκέντρωσε βραβεία σε κορυφαία φεστιβάλ και έλαβε θερμές κριτικές από κριτικούς και κοινό σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένου και αυτού των 31ων Νυχτών Πρεμιέρας.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;

Όταν βρέθηκα στη σκηνή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, ο Παναχί κοίταξε το βραβείο μου, είπε ότι είχε λάβει το ίδιο πριν από περίπου τριάντα χρόνια και πως ήταν πολύ δύσκολο γι’ αυτόν να κάνει άλλη ταινία κατόπιν.

Γι’ αυτό είναι σημαντικό να μην ενδίδουμε στην πίεση τού να κάνουμε απλώς ένα ακόμη φιλμ, όπως και να ’χει.

Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι πρόκειται για ένα ακόμη ιρακινό πρότζεκτ που λαμβάνει χώρα σε μια άλλη περίοδο η οποία δεν είναι γνωστή, ιδωμένο υπό προσωπικό πρίσμα.

Ευχαριστώ θερμά την Leah Chen Baker (Films Boutique) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον σκηνοθέτη.

Η ταινία του Χασάν Χάντι Η Τούρτα του Προέδρου προβάλλεται από τις 5 Μαρτίου στους κινηματογράφους σε διανομή του Cinobo.



Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Σι-Τσινγκ Τσου: «Δε θεωρώ τον κοινωνικό ρεαλισμό τόσο ως προσέγγιση όσο ως θέση»

 


Επί χρόνια συνεργάτιδα του Σον Μπέικερ, η Ταϊβανέζα και κάτοικος Νέας Υόρκης, Σι-Τσινγκ Τσου, στρέφει το βλέμμα της με την πρώτη μεγάλου μήκους δουλειά της, Το αριστερό μου χέρι, στους απόκληρους της σύγχρονης ταϊβανέζικης κοινωνίας.

Με αφορμή την έξοδο της ταινίας της στους κινηματογράφους στις 8 Ιανουαρίου, είχαμε μια περιεκτική συζήτηση με την σκηνοθέτρια.

Στην καλύτερη παράδοση του κοινωνικού ρεαλισμού, το Αριστερό μου χέρι, η πρώτο σόλο μεγάλου μήκους ταινία σου, συνιστά μια συμπονετική και προσωπική ματιά στη σύγχρονη κοινωνία της Ταϊβάν, κυρίως μέσα από την οπτική γωνία των βασικών γυναικείων χαρακτήρων του.

Γιατί η προσέγγιση του κοινωνικού ρεαλισμού είναι η καταλληλότερη για την έκφραση των αισθητικών, πολιτικών και κοινωνικών σου ανησυχιών;

Δε θεωρώ τον κοινωνικό ρεαλισμό τόσο ως προσέγγιση όσο ως θέση. Είναι η θέση μου σε σχέση με τον κόσμο. Δε νιώθω άνετα να μιλάω για ανθρώπους από απόσταση. Προτιμώ να μένω κοντά, να παρατηρώ και να αφήνω τις αντιφάσεις να υπάρχουν.

Μεγαλώνοντας στην Ταϊβάν και αργότερα ζώντας στη Νέα Υόρκη, έμαθα ότι οι περισσότερες πολιτικές στιγμές συμβαίνουν συχνά ήσυχα: στο τραπέζι, στον χώρο εργασίας, στον τρόπο που τα χρήματα ή η εξουσία κινούνται μέσα σε μια οικογένεια.

Ο κοινωνικός ρεαλισμός μού επιτρέπει να μένω σε αυτές τις στιγμές χωρίς να τις εξηγώ ή να τις μετατρέπω σε σύμβολα.

Γιατί σε ελκύουν χαρακτήρες ανήκοντες σε κοινότητες εργατικής τάξης ή μεταναστών, οι οποίοι συχνά, όπως οι κύριοι χαρακτήρες αυτού του φιλμ, βιώνουν οικονομική πίεση και επισφάλεια σε μια χώρα κατά τα άλλα περιγραφόμενη ως «ανεπτυγμένη»;

Με ελκύουν οι άνθρωποι που προσαρμόζονται συνεχώς, που φέρουν ευθύνες χωρίς πολλά περιθώρια λάθους.

Αυτές δεν είναι περιθωριακές ζωές. Είναι κεντρικής σημασίας για τον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας, κι όμως όσοι και όσες τις βιώνουν συχνά είναι αόρατοι και αόρατες.

Ενδιαφέρομαι για την ευφυΐα τους, το χιούμορ τους και τις ήσυχες στρατηγικές τις οποίες χρησιμοποιούν για να συνεχίσουν.

Πόσο ευρύ είναι το ταξικό χάσμα στην Ταϊβάν; Υπάρχουν αγώνες για να γεφυρωθεί από την πλευρά των κοινωνικών ή πολιτικών δυνάμεων/κινημάτων στη χώρα;

Το χάσμα είναι πραγματικό, αλλά δεν είναι πάντα προφανές. Φαίνεται στη στέγαση, την εκπαίδευση και στο πόσο ρίσκο μπορεί να αναλάβει μια οικογένεια.

Πολλές ανισότητες κληρονομούνται, ακόμα κι αν οι άνθρωποι δεν μιλούν για το ζήτημα με αυτόν τον τρόπο.

Υπάρχουν πολιτικά και κοινωνικά κινήματα που πιέζουν για αλλαγή, ειδικά μεταξύ των νεότερων γενεών, αλλά η διαδικασία είναι αργή.

Αυτό που με συναρπάζει είναι το πώς η ταξική διαφορά διαμορφώνει τη συμπεριφορά πολύ πριν γίνει πολιτική συζήτηση.




Κατάλοιπα πατριαρχικής νοοτροπίας φαίνεται να υπάρχουν και στην κοινωνία της Ταϊβάν, όπως για παράδειγμα η ιεράρχηση των ανδρών μελών μιας οικογένειας σε θέματα κληρονομιάς. Έχει υποχωρήσει αυτή η νοοτροπία τα τελευταία χρόνια;

Έχει αλλάξει, αλλά δεν έχει εξαφανιστεί. Οι νόμοι μπορούν να αλλάξουν πιο γρήγορα από τις οικογενειακές συνήθειες. Σε πολλά σπίτια, οι παραδοσιακές αντιλήψεις για το φύλο και την κληρονομιά εξακολουθούν να καθοδηγούν σιωπηλά τις αποφάσεις.

Αυτό που είναι διαφορετικό τώρα είναι ότι οι άνθρωποι, ειδικά οι γυναίκες, έχουν μεγαλύτερη επίγνωση αυτών των μοτίβων. Στην ταινία, δε με ενδιέφερε να προβώ σε κάποια κρίση. Ήθελα να δείξω πώς αυτές οι αξίες μεταδίδονται σχεδόν ασυνείδητα.

Η μικρή Νίνα Γιε, στον ρόλο της Ι-Τζινγκ, είναι η παλλόμενη «καρδιά» της ταινίας.

Πώς κατάφερες να «αποσπάσεις» μια τόσο εκπληκτική ερμηνεία, χωρίς (κρίνοντας από το αποτέλεσμα στην οθόνη) ούτε να την κάνεις να φαίνεται νήπιο, ούτε να την αντιμετωπίζεις ως μεγαλύτερη από όσο είναι στην πραγματικότητα;

Η Νίνα κατάλαβε καλά την ιστορία και τις ατάκες της, με την υποστήριξη της μητέρας της, η οποία την καθοδήγησε επίσης. Στο πλατό, κρατήσαμε τα πράγματα παιχνιδιάρικα και της επιτρέψαμε να αντιδρά φυσικά.

Ο ρόλος μου ήταν να δημιουργήσω έναν ασφαλή χώρο όπου θα μπορούσε απλώς να είναι ο εαυτός της.

Το Αριστερό μου χέρι φέρει το «στίγμα» του Σον Μπέικερ στο μοντάζ, την παραγωγή και το σενάριο, ωστόσο ουσιαστικά παραμένει η δική σου ματιά στη σύγχρονη κοινωνία της Ταϊβάν.

Τι εκτιμάς περισσότερο στην πολύχρονη συνεργασία σας;

Και οι δύο πιστεύουμε ότι τα φιλμ προέρχονται από την παρατήρηση, όπως και οι καλές ιστορίες.

Αυτή η ιστορία είναι βαθιά ριζωμένη στην εμπειρία μου από την Ταϊβάν, και η ακρίβεια του έργου του Σον στο μοντάζ βοήθησε στην βελτιστοποίηση της ταινίας, επιτρέποντάς της παράλληλα να παραμείνει βαθιά προσωπική.




Το φιλμ σου είναι γυρισμένο εξ ολοκλήρου σε iPhone.

Ποια, κατά τη γνώμη σου, είναι τα κύρια πλεονεκτήματα αυτού του εργαλείου και πώς βλέπεις τη χρήση σύγχρονων τεχνολογιών, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, στη διαδικασία δημιουργίας ταινιών;

Το iPhone μάς επέτρεψε να ενσωματωθούμε στην πραγματική ζωή και να γυρίσουμε σε δημόσιους χώρους χωρίς να διαταράξουμε τον φυσικό τους ρυθμό. Αυτή η οικειότητα ήταν απαραίτητη για το φιλμ μας.

Όσο για την Τεχνητή Νοημοσύνη, είμαι επιφυλακτική.

Η τεχνολογία μπορεί να υποστηρίξει τη διαδικασία, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ανθρώπινη κρίση. Ο κινηματογράφος βασίζεται στην ανθρώπινη μνήμη και εμπειρία και αυτό το κομμάτι δεν μπορεί να αυτοματοποιηθεί.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν είχες προγραμματίσει να ξεκινήσεις αυτό το ταξίδι στον χώρο του κινηματογράφου, σκοπεύεις τώρα να σχεδιάσεις τις επόμενες κινήσεις σου; Ή είσαι ακόμα ανοιχτή στην απόλαυση του αγνώστου;

Έχω μεγαλύτερη επίγνωση της φωνής μου τώρα, οπότε ναι, δίνω μεγαλύτερη προσοχή στις ιστορίες που θέλω να πω.

Δε θέλω, ωστόσο, να αποκοπώ από την αβεβαιότητα. Μερικές από τις πιο σημαντικές στροφές στη ζωή μου προήλθαν από πράγματα τα οποία δεν είχα σχεδιάσει. Νομίζω πως η κινηματογράφηση απαιτεί τόσο δέσμευση όσο και ανοιχτό πνεύμα.

Η ταινία της Σι-Τσινγκ Τσου Το αριστερό μου χέρι κυκλοφορεί στους κινηματογράφους από τις 8 Ιανουαρίου σε διανομή του Cinobo.



Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025

Μπρένταν Κάντι: «Η κοινοτική εμπειρία με ελκύει βαθιά, ως σκηνοθέτη και άτομο»

 


Ο 17χρονος μικροπαραβατικός Κρίστι μετακομίζει από το σπίτι μιας ανάδοχης οικογένειας σε εκείνο του αδερφού του και της γυναίκας του στο Κορκ, μέχρι να αποφασιστεί η επανένταξή του.

Αιχμηρό και τρυφερό κοινωνικό δράμα και συνάμα σπουδή χαρακτήρων μιας παραμελημένης κοινότητας της εργατικής τάξης, η ταινία του Ιρλανδού Μπρένταν Κάντι Για τον Κρίστι προβάλλεται στις αίθουσες. Συζητώντας με τον σκηνοθέτη.

Η πρώτη σου μεγάλου μήκους ταινία, Για τον Κρίστι, δεν αφορά μόνο τον ομώνυμο πρωταγωνιστή, το παρελθόν και το μέλλον του, αλλά και το αίσθημα του ανήκειν και της κοινότητας, με ιδιαίτερη αναφορά στο Κορκ.

Πώς σχετίζεσαι με το Κορκ, κατ’ αρχάς; Πόσο σημαντικό είναι για σένα να εμβαθύνεις σε και να εξερευνήσεις την έννοια της κοινοτικής εμπειρίας, τόσο κινηματογραφικά όσο και στην καθημερινότητά σου;

Το Κορκ είναι το σπίτι μου από κάθε άποψη. Γεννήθηκα και μεγάλωσα εδώ, οπότε το να γυρίσω αυτή την ταινία ήταν σαν να γράφω μια ερωτική επιστολή στον τόπο ο οποίος με διαμόρφωσε.

Η κοινοτική εμπειρία είναι κάτι που με ελκύει βαθιά, τόσο ως σκηνοθέτη όσο και ως άτομο.

Από την πρώτη μου συνάντηση με τα Kabin Studios το 2019, έχω συγκινηθεί βαθιά από το πώς η κοινότητα μπορεί να θεραπεύσει τους ανθρώπους και να αλλάξει την πορεία της ζωής τους.

Αισθάνθηκα ότι ήταν μια σημαντική ιστορία να διηγηθώ, και πως η συλλογική ενέργεια -το χιούμορ, η υποστήριξη, η δημιουργικότητα- έγιναν ο παλμός του Για τον Κρίστι.

Σε ποιον βαθμό ταυτίζεσαι, συναισθηματικά ή ταξικά, με τους χαρακτήρες σου, πρωταρχικούς και δευτερεύοντες, οι οποίοι δεν είναι απαραίτητα «περιθωριακοί», ωστόσο -λίγο πολύ- «φλερτάρουν» με το περιθώριο της ιρλανδικής κοινωνίας;

Οι γονείς μου χώρισαν όταν ήμουν μικρός, οπότε μεγάλωσα κινούμενος ανάμεσα σε δύο πολύ διαφορετικούς κόσμους.

Η μαμά μου δεν είχε πολλά και ο μπαμπάς μου είχε περισσότερα, πράγμα που σήμαινε ότι μετακινούμουν μεταξύ τάξεων χωρίς ποτέ να ανήκω πλήρως σε καμία από τις δύο.

Έπαιξα ποδόσφαιρο με παιδιά από την περιοχή στην ταινία και με παιδιά που ήταν στην πρόνοια, οπότε άνθρωποι σαν τους χαρακτήρες του Για τον Κρίστι ήταν πάντα μέρος της ζωής μου.

Πάντα είχα ενσυναίσθηση, και το γεγονός πως έγινα σκηνοθέτης το έχει μόνο βαθύνει αυτό.

Όλα αυτά μου έχουν δώσει μια πραγματική κατανόηση της προέλευσης αυτών των χαρακτήρων και μια γνήσια συναισθηματική σύνδεση με όσα περνούν.

Ο Ντάνι Πάουερ, ένας ηθοποιός ο οποίος δε μιλάει πολύ αλλά είναι διαποτισμένος με τεράστια εσωτερική δύναμη και συγκρατημένο θυμό, είναι το κύριο -αλλά όχι το μοναδικό- ατού της ταινίας.

Δεδομένου ότι η συνεργασία σας ανάγεται τουλάχιστον στη μικρού μήκους εκδοχή της φιλμ, πώς έχει εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου; Έχετε ωριμάσει μαζί, εσείς ως σκηνοθέτης και αυτός ως ηθοποιός, στην πορεία;

Η συνεργασία με τον Ντάνι έχει υπάρξει μια από τις μεγαλύτερες χαρές της καριέρας μου.

Όταν γυρίσαμε την ταινία μικρού μήκους Για τον Κρίστι -η πρώτη του φορά στην οθόνη- ήταν ήδη μαγευτικός και με τα χρόνια έχει εξελιχθεί σε έναν ηθοποιό με απίστευτη παρουσία και συναισθηματική νοημοσύνη.

Το ένστικτό του, η βιωμένη του εμπειρία και η γενναιοδωρία του τον καθιστούν σημείο αναφοράς για ολόκληρο το καστ.

Έχω ωριμάσει πολύ κι εγώ από το μικρού μήκους φιλμ, οπότε σίγουρα έχουμε ωριμάσει μαζί, αλλά και μέσα από τα ξεχωριστά πρότζεκτ που αναλάβαμε ο καθένας μας ενδιάμεσα.




Λατρεύω τον κοινωνικό ρεαλισμό στην τέχνη, ειδικά όταν συνδυάζεται με μια συγκινητική και αιχμηρή ματιά στη σύγχρονη κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα.

Υπό αυτή την έννοια, το Για τον Κρίστι δεν παρεκκλίνει από το μονοπάτι το οποίο έχουν χαράξει ο Λόουτς και οι όμοιοί του. Πόσο κοντά νιώθεις σ’ αυτήν την κινηματογραφική προσέγγιση; Θα ήθελες να επεκταθείς στιλιστικά στο μέλλον;

Σίγουρα δεν ξεστρατίζει, αλλά τονικά κλίναμε και προς κάποιες αμερικανικές ταινίες όπως το Honey Boy.

Αγαπώ τον κοινωνικό ρεαλισμό επειδή είναι φυσικός και βασισμένος στην αλήθεια και την κοινότητα, και επειδή εκτιμά τους απλούς ανθρώπους με εξαιρετικό τρόπο.

Αλλά με ελκύουν επίσης έργα τα οποία είναι πιο λυρικά ή παιχνιδιάρικα, ή ελαφρώς έντονα, αρκεί να παραμένουν ειλικρινή.

Έχω δοκιμάσει πολλά διαφορετικά στιλ στα μουσικά μου βίντεο, οπότε είμαι ενθουσιασμένος που θα συνεχίσω να πειραματίζομαι και να προάγω τη δουλειά μου περαιτέρω.

Το φιλμ σου έκανε πρεμιέρα στο φετινό τμήμα Generation 14plus του Φεστιβάλ Βερολίνου, όπου κέρδισε το Grand Prix. Ωστόσο, μου φαίνεται σαν δουλειά για ενήλικες. Πού θέτεις το όριο μεταξύ εφηβικών και ενηλίκων ταινιών;

Ναι, έτσι δείχνει, αλλά οι έφηβοι είναι απίστευτα περίπλοκοι και με λεπτές αποχρώσεις, ειδικά όταν πρέπει να μεγαλώσουν γρήγορα.

Οπότε, τα όρια μεταξύ κάποιου σαν του Κρίστι και του αδερφού του, Σέιν, μου φαίνονται εντελώς αλληλένδετα.

Γι’ αυτόν τον λόγο δε χαράσσω μια αυστηρή διαχωριστική γραμμή μεταξύ εφηβικών και ενήλικων ταινιών. Το Για τον Κρίστι επικεντρώνεται σε έναν νεαρό άνθρωπο, αλλά η συναισθηματική του αλήθεια μιλάει εξίσου έντονα και στους ενήλικες.

Για μένα είναι μια ταινία για νέους και ενήλικες, και νομίζω ότι το κοινό του τμήματος Generation 14plus -και οι έφηβοι σε όλο τον κόσμο- θα συνδεθούν μαζί της εξίσου βαθιά με τους μεγαλύτερους σε ηλικία θεατές.




Επέλεξες να δώσεις ένα ελπιδοφόρο (αν όχι «ευτυχισμένο») τέλος στο φιλμ σου. Είχατε σκεφτεί εσείς ή/και ο Άλαν Ο’Γκόρμαν, συν-σεναριογράφος, να δώσετε ένα διαφορετικό; Και αν ναι, γιατί το απορρίψατε;

Παίξαμε με μερικά διαφορετικά φινάλε, αλλά ήταν πάντα ελπιδοφόρα. Θέλαμε νέοι σαν τον Κρίστι να το δουν αυτό και να νιώσουν ότι υπάρχει ελπίδα και για αυτούς.

Όλα όσα πετυχαίνει ο Κρίστι είναι σκοπίμως μικρά και προσγειωμένα, επειδή ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες χρειάζονται μόνο μερικές μικρές αλλαγές για να αλλάξει μια ζωή.

Αισθανθήκαμε πως ήταν σημαντικό να το δείξουμε αυτό, και ειλικρινά δε βλέπαμε το νόημα να γίνουμε πιο σκοτεινοί - ο κόσμος είναι ήδη αρκετά σκοτεινός, χρειάζεται περισσότερη ελπίδα.

Ένα από τα μεγάλα συμπεράσματα το οποίο έχουμε αποκομίσει από το κοινό μέχρι στιγμής είναι το πόσοι άνθρωποι περίμεναν η ταινία να τελειώσει ζοφερά και ήταν πραγματικά ενθουσιασμένοι που αυτό δε συνέβη.

Πώς θα φανταζόσουν τους/τις προερχόμενους/προερχόμενες από την εργατική τάξη ήρωες/ηρωίδες σου σε δέκα, ας πούμε, χρόνια, δεδομένης της επικρατούσας ζοφερής παγκόσμιας κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής κατάστασης;

Τους/τις φαντάζομαι να κάνουν αυτό που έκαναν πάντα οι άνθρωποι της εργατικής τάξης: να προσαρμόζονται, να επιβιώνουν και να χτίζουν μικρές εστίες χαράς και κοινότητας, παρά τις πιέσεις γύρω τους.

Ο Κρίστι θα έβρισκε ακόμα τον δρόμο του, πιθανώς βοηθώντας τους άλλους με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο βοηθήθηκε κι ο ίδιος. Ο αδερφός του μπορεί να είχε μαλακώσει. Οι γείτονες θα φρόντιζαν ακόμα ο ένας τον άλλον.

Ο κόσμος μπορεί να γίνεται πιο σκληρός, αλλά ο πυρήνας αυτών των χαρακτήρων είναι η ψυχή και η ανθεκτικότητα, και δε νομίζω πως αυτό ξεθωριάζει: αν μη τι άλλο, καθίσταται πιο απαραίτητο.

Ευχαριστώ θερμά τον σκηνοθέτη για την άμεση και ενθουσιώδη ανταπόκρισή του στο αίτημα για συνέντευξη, καθώς και για την παραχώρηση της κεντρικής φωτογραφίας.

Η ταινία του Μπρένταν Κάντι Για τον Κρίστι προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 4 Δεκεμβρίου σε διανομή της Weird Wave.



Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2025

Στέλιος Μωραϊτίδης: «Η Ιστορία αφορά το συλλογικό, όχι το ατομικό»

 


Η Ιστορία ως συλλογικό απωθημένο/τραύμα βρίσκεται στον πυρήνα της πυκνής και υπαινικτικής μικρού μήκους ταινίας του Στέλιου Μωραϊτίδη, Οι λύκοι επιστρέφουν.

Βραβευμένη στο φετινό Φεστιβάλ Δράμας, προβάλλεται και στο πλαίσιο του 66ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (30/10-9/11). Μια κουβέντα με τον δημιουργό της.

To Οι λύκοι επιστρέφουν, η πιο πρόσφατη μικρού μήκους δουλειά σου που παρουσιάστηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα στο φετινό Φεστιβάλ Δράμας, θα μπορούσε να διαβαστεί ως η επιστροφή ενός συλλογικού απωθημένου;

Ο τίτλος θα μπορούσε να διαβαστεί με δύο διαφορετικούς τρόπους, τους οποίους δέχομαι χωρίς ο ίδιος να έχω μία απάντηση.

Για κάποιους θεατές, πρόκειται για την επιστροφή ενός συλλογικού απωθημένου, ενός συλλογικού τραύματος. Σ’ αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο τα ξεθαμμένα κόκαλα αποτελούν μια μεταφορά.

Από άλλους, διαβάζεται ως μια αναφορά στις αρχές που ξαναθάβουν το τραύμα όταν αυτό βγαίνει και πάλι στην επιφάνεια

Προσωπικά, δεν αποκλείω καμία από τις δύο αναγνώσεις.

Μ’ αρέσει τα έργα να έχουν μια ανοιχτή ανάγνωση - όχι απαραίτητα ένα ανοιχτό τέλος. Όταν κλείνουν με έναν τρόπο που ενθαρρύνει τον θεατή να σκέφτεται για ώρα μετά την προβολή.

Σκέψου πόσο αδύναμο ως φιλμ θα ήταν το Οι λύκοι..., αν αναφερόταν μόνο στους ομαδικούς τάφους της περιόδου του Εμφυλίου, μολονότι η νύξη είναι σαφής.

Μπορεί ένα ανοιχτό τέλος ως αφηγηματική επιλογή να εξελιχθεί και σε λύση ευκολίας, ακόμα και μανιέρα;

Πάντα μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο, γιατί σε γλιτώνει από τη δυσκολία να δώσεις απαντήσεις ως δημιουργός.

Από την άλλη, πόσα και πόσα έργα -λογοτεχνικά, κινηματογραφικά και άλλα- δε διαθέτουν μια γλώσσα η οποία προτείνει διαφορετικές διαδρομές τις οποίες ως θεατής μπορεί κάποιος να ακολουθήσει εγκεφαλικά;

Σε κάθε περίπτωση, σε ενδιαφέρει ιδιαιτέρως η εξερεύνηση της Ιστορίας, η ανάπλασή της, η καταβύθιση σ’ αυτήν. Γιατί είναι τόσο σημαντική για σένα η ενασχόληση με την Ιστορία τόσο στο κινηματογραφικό πεδίο όσο και ευρύτερα;

Αν δε γνωρίζουμε την Ιστορία ή τη γνωρίζουμε παραποιημένη, δεν μπορούμε να παλέψουμε για μια κοινωνία καλύτερη από αυτήν στην οποία ζούμε και να φτιάξουμε ένα καλύτερο μέλλον.

Το να γνωρίζουμε, λοιπόν, την Ιστορία μάς βοηθά να καταλάβουμε, έστω και σε έναν βαθμό, πώς διαμορφωθήκαμε και πως καταλήξαμε στην τρέχουσα κατάσταση, και άρα να προχωρήσουμε προς μια καλύτερη κατεύθυνση βάσει της οπτικής μας.

Και ως κινηματογραφιστές υποθέτω.

Ως νέος άνθρωπος που κάνω ταινίες, βασικός μου στόχος για πολλά χρόνια ήταν να παρακολουθώ παλιά φιλμ, γιατί νομίζω ότι τα πάντα έχουν ειπωθεί.

Αν, επομένως, κάποιος εξετάσει τόσο τις πιο κλασικές όσο και τις πιο πειραματικές ταινίες, θα εντοπίσει εκεί τα περισσότερα εργαλεία της κινηματογραφικής γλώσσας και θα βρει την απάντηση στο πώς να φτιάξει και τη δικιά του γλώσσα.

Γιατί, κατά τη γνώμη σου, υπάρχει μια απροθυμία πολλών συνομηλίκων ή και νεότερων ηλικιακά συναδέλφων/συναδελφισσών σου να καταπιαστούν με την Ιστορία στη μυθοπλαστική τους αφήγηση;

Για μένα, αυτό δεν αφορά μόνο στον κινηματογράφο, αλλά έχει να κάνει συνολικά με την κοινωνία.

Αφ’ ενός, ζούμε σε μια εποχή ακραίου ατομικισμού, εντός της οποίας είναι πολύ δύσκολο να ασχοληθείς με το συλλογικό και πολύ πιο εύκολο να καταπιαστείς με το προσωπικό σου τραύμα. Η Ιστορία, όμως, αφορά το συλλογικό, όχι το ατομικό.

Αφ’ ετέρου, για τους ανθρώπους οι οποίοι δεν είχαν ακόμα ενηλικιωθεί στην περίοδο της οικονομικής κρίσης και των Μνημονίων η πολιτική σκέψη είναι κάτι που τους φαίνεται παντελώς αδιάφορο και έχει εκμηδενιστεί με έναν κυνικό τρόπο.

Δεν ενδιαφέρονται και τόσο για τη συλλογική και την πολιτική ύπαρξη της κοινωνίας, γεγονός τραγικό, κατά τη γνώμη μου.




Η ανάγκη να υπάρχεις και να λειτουργείς πολιτικά βρίσκεται στον πυρήνα της ενασχόλησης σου και με το συγκεκριμένο φιλμ;

Ξεκίνησα να ασχολούμαι με τους Λύκους... την περίοδο της καραντίνας.

Κλεισμένος στο σπίτι και λόγω του ότι είχα νεογέννητο παιδί, παρακολουθούσα τα ρεπορτάζ για την επίθεση της αστυνομίας σε πολίτες στην πλατεία της Νέας Σμύρνης τον Μάρτιο του 2021.

Με «έτρωγε» όλο μου το είναι, σκεφτόμουν πως δε γίνεται να ζούμε τέτοιες καταστάσεις και να μη μιλάμε πολιτικά, να μην έχει ό,τι κάνουμε πολιτικό πρόσημο.

Στην τελική, το οφείλουμε απέναντι στα παιδιά μας. Όντας πλέον πατέρας δύο παιδιών, θέλω, όταν μεγαλώσουν, να μπορώ να τα κοιτάω στα μάτια. Και όταν διαβάσουν για την τραγική περίοδο του Covid, θα μπορώ να τους πω ότι τουλάχιστον προσπάθησα.

Έτσι όπως έχει εξελιχθεί ο κόσμος, ως καλλιτέχνες έχουμε ανάγκη να κάνουμε έργα που έχουν και πολιτικό λόγο.

Την έχω κι εγώ αυτήν την ανάγκη ως θεατής και απογοητεύομαι όταν η πολιτική διάσταση απουσιάζει και από φεστιβάλ στα οποία παρουσιάζονται αρκετές ταινίες.

Μια τέτοια απουσία συνιστά, επομένως, αντανάκλαση και μιας ευρύτερης κοινωνικής δυναμικής/τάσης ή της έλλειψής της. Έτσι δεν είναι;

Φυσικά. Από την άλλη -για να είμαστε υπερβολικά αυστηροί-, πολλά διαφορετικά έργα μπορεί να έχουν πολιτικές αναγνώσεις.

Το αντιλήφθηκα και στο φετινό Φεστιβάλ Δράμας παρακολουθώντας ταινίες που δεν ήταν καθαρά πολιτικές ως προς τη θεματολογία τους, αλλά ενείχαν την κριτική στον τρόπο με τον οποίο είναι θεσμοθετημένη η κοινωνία.

Κι ο Φελίνι, άλλωστε, ήταν πολιτικός, χωρίς να το δηλώνει σαφώς.

Επιστρέφοντας, ωστόσο, στο γιατί δεν καταπιανόμαστε πιο συχνά με την Ιστορία και την πολιτική, είναι και επειδή είναι δύσκολο να δημιουργήσουμε ένα έργο που να είναι και πολιτικό και καλό.

Ίσως οι εκάστοτε δημιουργοί ή οι δημιουργικές ομάδες να μην έχουν καν κατασταλαγμένη πολιτική αντίληψη ή -εφόσον έχουν- να μην μπορούν να τη μετασχηματίσουν σε κάτι αξιόλογο καλλιτεχνικά.

Είναι πολύ εύκολο να θέλει κάποιος να κάνει κάτι πολιτικό και να καταλήξει σε ένα γραφικό μανιφέστο, ενώ οι προθέσεις του ήταν οι καλύτερες. Το έχουμε δει να συμβαίνει πολλές φορές.

Συμπερασματικά, υπάρχουν πολλοί τρόποι να μιλήσεις, αλλά καλό είναι να μιλάς.




Η υπαινικτικότητα, η οποία χαρακτηρίζει τους Λύκους..., είναι ένας τρόπος να μιλάς πολιτικά. Θα ήθελα, λοιπόν, να μου μιλήσεις για τη σημασία την οποία έχει για σένα η νύξη, ο υπαινιγμός στην κινηματογραφική σου αφήγηση.

Πάλεψα συνειδητά γι’ αυτήν την υπαινικτικότητα, προκειμένου να διευκολύνονται οι πολλαπλές και σε πιο οικουμενικό επίπεδο αναγνώσεις, αν και πολλοί άνθρωποι από τους οποίους πέρασε το σενάριο επέμεναν να είναι πιο συγκεκριμένη η ιστορία.

Δεν κάνουμε, ωστόσο, ταινίες για να τις βλέπουμε μόνο μεταξύ μας. Θέλουμε να έχουν πρόσβαση και σε άλλα κοινά.

Ήθελα, εξάλλου, να κάνω μια μεταφορά, όχι να αντλήσω έμπνευση από ένα συγκεκριμένο γεγονός και να μιλήσω για αυτό. Τα τελευταία χρόνια, έχουν δυστυχώς συμβεί πολλά παρόμοια γεγονότα, σε εγχώριο και διεθνές επίπεδο.

Μοιράστηκαν κι ηθοποιοί σου την υπαινικτική ματιά σου;

Καθένας και καθεμιά από τους/τις ηθοποιούς είχαν τις απαντήσεις που ήθελαν.

Στην πλειονότητά τους πίστευαν ότι κάνουμε μια ταινία για το προσφυγικό και μιλάμε για τους άγνωστους πρόσφυγες που έχουν πεθάνει στον Έβρο, στην Πύλο και στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου.

Υπάρχει συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο περιλαμβάνεται ο χαρακτήρας του Αφγανού εργάτη.

Ο οποίος αντιλαμβάνεται με έναν βαθύτερο τρόπο τι ακριβώς συμβαίνει.

Ήμασταν, πάντως, στην ίδια σελίδα με όλο το cast, επειδή αυτή η σελίδα χωρούσε πολλά.

Ο βηματισμός σας ήταν, επομένως, κοινός. Ο δικός σου βηματισμός εκτιμάς πως θα σε οδηγήσει, τα επόμενα χρόνια, σε μεγάλου μήκους κινηματογραφικά «μονοπάτια»;

Το θέλω πάρα πολύ και ελπίζω να γίνει. Έχω κάποιες ιδέες, αλλά -όπως ξέρουμε- η υλοποίηση μιας μεγάλου μήκους ταινίας είναι πολύ δύσκολη στην Ελλάδα. Θα πάρει χρόνο.

Με καλεί η ελληνική επαρχία. Μ’ αρέσει να γυρίζω ταινίες εκεί.

Τι είδους τοπία, ανθρώπινα και μη, ανακαλύπτεις εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων;

Τα γενικά πλάνα, που μου αρέσουν πολύ. Υπάρχει μια μεγαλοπρέπεια εντός της οποίας μπορείς να δημιουργήσεις διαφορετικού τύπου εικόνες.

Το πιο σημαντικό: όταν τοποθετώ μια ιστορία σε έναν μικρότερο τόπο, μπορώ να επικεντρωθώ στο θέμα το οποίο έχω επιλέξει ν’ αναζητήσω χωρίς περισπασμούς.

Η απομόνωση ενός μικρού περιβάλλοντος μου δίνει τη δυνατότητα να εμβαθύνω στην κοινωνία και τους χαρακτήρες μου.

Δεν έχω πρόβλημα να μένω στην Αθήνα, αλλά δε μου προκαλεί κινηματογραφικό ενδιαφέρον. Ένα χωριό, κι ας είναι άσχημο, μου προκαλεί μεγαλύτερο.

Eυχαριστώ θερμά τον Στέλιο Μωραϊτίδη για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού.

Η μικρού μήκους ταινία του Στέλιου Μωραϊτίδη Οι λύκοι επιστρέφουν έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Εθνικό Διαγωνιστικό του 48ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.

Στο Φεστιβάλ απέσπασε τα βραβεία της Π.Ε.Κ.Κ. και Ήχου.

Επόμενος σταθμός της είναι το 66ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο του οποίου προβάλλεται την Πέμπτη 30 Οκτωβρίου (αίθουσα Παύλος Ζάννας, 22:00) μαζί με άλλες βραβευμένες δουλειές του Φεστιβάλ Δράμας.



Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2025

Σεπιντέ Φαρσί: «Ζωή, τέχνη, ακτιβισμός και ανθρωπινότητα είναι ένα»

 

Σεπιντέ Φαρσί (Φωτογραφία: Σωκράτης Μπαλταγιάννης/AIFF)

Η μέσω βιντεοκλήσεων συνομιλία της Παλαιστίνιας φωτορεπόρτερ Φάτμα Χασόνα και της ιρανικής καταγωγής σκηνοθέτριας Σεπιντέ Φαρσί συνιστά τον «καμβά» του σπαρακτικού ντοκιμαντέρ Κράτα την ψυχή σου στο χέρι και περπάτα.

Η Φάτμα Χασόνα δολοφονήθηκε στις 16 Απριλίου 2025 μετά από βομβαρδισμό του σπιτιού της από τις ισραηλινές δυνάμεις. Συναντώντας την Σεπιντέ Φαρσί ενόψει της κυκλοφορίας του φιλμ στις αίθουσες στις 6 Νοεμβρίου.

Παρακολούθησα το ζόρικο και σπαρακτικό ντοκιμαντέρ σας Κράτα την ψυχή σου στο χέρι και περπάτα στο φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο.

Πόσο σημαντικό θεωρείτε να προβάλλεται μια τέτοια δουλειά σε ένα περιβάλλον το οποίο έχει πολύ πρόσφατες μνήμες γενοκτονίας, τραύματος και πένθους;

Είναι πολύ σημαντικό, όπως εξίσου το να παρουσιάζεται στην Ελλάδα που έχει άλλες μνήμες -από Κατοχή, Εμφύλιο-, τις οποίες σέβομαι.

Γι’ αυτό και είμαι συναισθηματική δεμένη με την Ελλάδα, επειδή ο λαός της, σε αντίθεση με την ελληνική κυβέρνηση, εξακολουθεί να δείχνει την αλληλεγγύη του στους μετανάστες και στην Παλαιστίνη.

Υπάρχει μια τεράστια...

Αναντιστοιχία.

Αναντιστοιχία ανάμεσα στην κρατική/κυβερνητική πολιτική και τη στάση του λαού. Όχι μόνο στην Ελλάδα.

Κι όχι μόνο ανάμεσα στη στάση της τρέχουσας κυβέρνησης και τη θέληση της κοινωνίας, αλλά και των προηγούμενων. Σε μεγάλο βαθμό, η ελληνική κοινωνία βρίσκεται, σε σχέση με την Παλαιστίνη, στη «σωστή πλευρά της Ιστορίας».

Έχω κάνει ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο Every war is the same. Η πρωταγωνίστριά του κατάγεται από το Σαράγεβο, όπου το φιλμ γυρίστηκε, και είναι μοδίστρα, μαντάρει ρούχα.

Το μαντάρισμα μοιάζει με μια χειρονομία όπως αυτή που πρέπει να κάνεις μετά τον πόλεμο.

Να «επιδιορθώσεις», να επουλώσεις τα τραύματα.

Αυτή η γυναίκα, Σέρβα αλλά Μουσουλμάνα στο θρήσκευμα, είχε φύγει από τη Σερβία και μεταναστεύσει στη Γερμανία μετά τη λήξη του πολέμου. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, μεταξύ μας μιλούσαμε στα γερμανικά, τη μόνη κοινή γλώσσα.

Κατόπιν, συνάντησα Κούρδους μετανάστες στην Ελλάδα, οι οποίοι ήθελαν να φύγουν και χρειάζονταν βοήθεια. Σε έναν από αυτούς έδωσα μερικά χρήματα για να περάσει τα σύνορα, και βρέθηκε στο Σαράγεβο.

Τα χρήματα τα παρέλαβε από την γυναίκα που είχα φιλμάρει και στην οποία τα είχα στείλει.

Για μένα ζωή, τέχνη, ακτιβισμός και ανθρωπινότητα είναι ένα.

Σωστά, λοιπόν, υπέθετα ότι δε βλέπετε τα πράγματα διαχωρισμένα, αλλά εντοπίζετε τη βαθύτερη ενότητα.

Δεν μπορείς να οδηγείς λιμουζίνα και μετά να κάνεις τέτοιες ταινίες. Υπάρχει μια λογική που συνδέει τον τρόπο με τον οποίο ζεις και εκείνον που κάνεις φιλμ ή ψηφίζεις. Όλα πάνε μαζί.


Φάτμα Χασόνα


Μερικές φορές ήταν σχεδόν ανυπόφορο να παρακολουθώ το ντοκιμαντέρ σας - όχι στο επίπεδο της εικόνας, αλλά της πραγματικότητας την οποία αποτυπώνει και επαναφέρει διαρκώς στην επιφάνεια.

Πώς αντέξατε να επιμείνετε και τι περιμένατε ή προσδοκούσατε από αυτήν τη συνάντηση, τη σχέση;

Δεν περίμενα κάτι. Αυτή η ταινία είναι η απάντησή μου στη γενοκτονία.

Από την αρχή, με ενοχλούσε πολύ ο τρόπος που έχει αποβληθεί από τα δυτικά μίντια οι Παλαιστίνιοι, σαν να μην υπάρχουν, σαν να μην είναι άνθρωποι. Είναι απαράδεκτο. Το βιώνω και το ξέρω και ως Ιρανή.

Ακόμα κι εγώ, που κατοικώ στην Ευρώπη, που μιλάω μερικές γλώσσες και μπορώ να ταξιδεύω και να εκφράζω όσα νιωθω, κάποιες φορές είμαι πολύ απογοητευμένη.

Όταν έγινε η επίθεση του Ισραήλ στο Ιράν τον Ιούνιο, βρισκόμουν για το March to Gaza στο Κάιρο.

Με ρώτησαν κάποιοι δημοσιογράφοι: «Είσαι χαρούμενη;» «Χαρούμενη; Για ποιο πράγμα;» απόρησα. «Επειδή θα πέσει το καθεστώς». «Ειλικρινά, πιστεύετε ότι το καθεστώς θα πέσει με τις βόμβες;» απόρησα.

Καθόλου δεν έπεσε, χειρότερο έγινε.

Ακόμα και τα χειρότερα καθεστώτα νομίζω πως ισχυροποιούνται και αποκτούν μεγαλύτερη λαϊκή νομιμοποίηση σε συνθήκες πολέμου.

Αυτό έγινε στο Ιράν, το ίδιο γίνεται και στο Ισραήλ. Γιατί ο Νετανιάχου παραμένει στην εξουσία και δε βρίσκεται στη φυλακή, όπως θα έπρεπε; Επειδή δίνει παράσταση με τον πόλεμο, ένα σόου.

Οπότε, για να επιστρέψω στην ερώτηση, έκανα τη ταινία αρχικά για να βρω μια απάντηση για μένα. Κατόπιν, είχα την τύχη να συναντήσω την Φάτεμ και να γίνουν όσα έγιναν.

Με συγκίνησαν η αισιοδοξία της, το χαμόγελο μέσα σε όλα τα βάσανα, τις ελλείψεις, τους περιορισμούς. Πού αποδίδετε αυτήν την ανυπόκριτη αισιοδοξία, το ανεπιτήδευτο χαμόγελο;

Το χαμόγελό της είχε διαφορετικές αποχρώσεις.

Πρώτα απ’ όλα ήταν, νομίζω, το χαμόγελο της αντίδρασης και μετά της περηφάνειας. Κάποιες φορές, ήταν λίγο της κατάθλιψης και της κούρασης.

Είναι ο τρόπος των Παλαιστίνιων: γεννούν έτσι, ζουν έτσι, πεθαίνουν έτσι - με ένα χαμόγελο.

Αλλά έχει να κάνει και με την Φάτεμ. Ήταν πάνω από τα πράγματα, διέθετε περηφάνεια, αξιοπρέπεια και ελπίδα, σε βαθμό που δεν έχω ξαναδεί σε άλλον άνθρωπο. Αυτό με συγκίνησε πολύ, ήταν σαν μαγνήτης.

Μαγνητίζει και το κοινό του ντοκιμαντέρ η παρουσία της, το κάνει να βουρκώνει, να κλαίει και σίγουρα να μουδιάζει.

Παντού, περισσότερο ή λιγότερο, ο κόσμος συγκινείται πάρα πολύ και δεν μπορεί να μιλήσει μετά την προβολή, γιατί συνειδητοποιεί πόσο μοιάζουμε, πόσο κοντά είμαστε με την Φάτεμ και τι μπορεί να γίνει, αν κάνουμε κάτι.

Μπορούμε να κάνουμε πράγματα για τους Παλαιστίνιους, αλλά δε μας το επιτρέπουν ή φοβόμαστε. Γιατί, όμως;

Θαυμάζω όσους συμμετείχαν στον Στολίσκο της Ελευθερίας, διακινδυνεύοντας τον χρόνο και ενδεχομένως τη σωματική τους ακεραιότητα.

Δεν κάνουμε όλοι το ίδιο. Εσύ μπορεί να λειτουργείς μέσω της γραφής. Άλλος, μέσω της αποστολής χρημάτων.

Εξακολουθώ, πάντως, να θαυμάζω τους ανθρώπους που είναι διατεθειμένοι να διακινδυνεύσουν γνωρίζοντας ότι η επιλογή τους θα έχει συνέπειες.

Η Φάτεμ αισθανόταν πως την βοηθούσατε μέσα από τις συνομιλίες σας;

Το ελπίζω.

Καταφέρατε, τελικά, να έχετε κάποια επίδραση στην καθημερινότητά της, πιστεύετε;

Ναι. Ως φίλη, ως «κολλητή». Φαίνεται και στην ταινία. Μιλώντας μαζί της, κάποιες μέρες ξαλάφρωνε λίγο.

Ήθελα να μοιραστώ κι εγώ βιώματα από τη ζωή μου, ώστε να είμαι διαφανής, να μην κρύβω πράγματα. Αυτό ήθελα από εκείνη, άρα έπρεπε να το κάνω κι εγώ και να το δηλώνω, με ειλικρίνεια, αν δεν ένιωθα καλά απέναντί της.

Γι’ αυτό είναι τόσο βαθιές οι κουβέντες μας. Διαφορετικά, θα ήταν μια παράσταση.


Φάτμα Χασόνα


Είναι, πάντως, δύσκολο να επιτευχθεί μια τέτοια ισορροπία όταν η σχέση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους είναι, αφετηριακά, ανισότιμη. Πώς μπορεί να ξεπεραστεί αυτή η ανισοτιμία;

Δεν μπορεί να ξεπεραστεί, είναι μια αντικειμενική συνθήκη.

Να κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε υπό τις συνθήκες στις οποίες βρισκόμαστε, ώστε να αλλάξουμε τα πράγματα. Αυτό είναι το ζητούμενο. Όχι να υποκρινόμαστε ότι δεν υπάρχουν αυτές οι συνθήκες.

Πολλοί άνθρωποι λένε, «Δεν μπορώ να κοιτάξω τέτοιες εικόνες».

Μα η εικόνα είναι μόνο η επιφάνεια.

Θα εξαφανιστεί η πραγματικότητα αν δε βλέπεις τις εικόνες;

Πρέπει να κοιτάζουμε μια κατάσταση κατάματα και να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να σταματήσει η γενοκτονία, εν προκειμένω, κάθε άνθρωπος από τη δική του πλευρά και με τα δικά του εργαλεία.

Αυτό ακριβώς. Καθένας κάνει αυτό το οποίο μπορεί.

Αρκεί να μην αντιμετωπίζουμε τον εκάστοτε «άλλον» ως κάτι εξωτικό.

Αν δεν είχα αυτή τη σκέψη στο πίσω μέρος του μυαλού μου, δε θα μπορούσα να επικοινωνήσω μαζί της με τον τρόπο που το έκανα.

Ήταν μια ζωντανή σχέση, όπως όταν φροντίζεις ένα φυτό και μετά το παρατηρείς να αναπτύσσεται. Δεν μπορείς να το ελέγξεις.

Πόσο κρίμα που η Φάτεμ δολοφονήθηκε, αντί να μπορέσει να απολαύσει μια ανθρώπινη, αξιοπρεπή, απλή ζωή -όπως της άξιζε και όπως αξίζει στον κάθε άνθρωπο-, κι ας μην ήταν παρούσα στις Κάννες στην προβολή του φιλμ.

Ακόμα και μια τέτοια ζωή, της τη στέρησε το ισραηλινό κράτος.

«Θέλω μια απλή ζωή, αλλά μας την παίρνουν. Γιατί;» To διερωτήθηκε κι η ίδια.

Σε κάθε περίπτωση, χαίρομαι που έχετε κάνει αυτό το ντοκιμαντέρ. Βοηθάει, αν και δεν μπορώ να μετρήσω πώς ή πόσο.

Ούτε κι εγώ, άλλα έπρεπε να το κάνω, για την ισορροπία και την υγεία μου, κι ας δυσκόλεψε λίγο η ζωή μου μετά. Αλλά δεν έχει σημασία αυτό. Το σημαντικό είναι να κυκλοφορήσουν τα λόγια της κι οι εικόνες της.

Πιστεύετε ότι μπορεί να υπάρξει μια διέξοδος σε αυτόν τον ζόφο, με αφορμή και το λεγόμενο «ειρηνευτικό σχέδιο Τραμπ»;

Δεν ξέρω.

Είναι σαν ένα παιχνίδι που παίζουν. Θέλουν να σχηματίσουν μια διοίκηση από τα πάνω, χωρίς να ρωτούν τους Παλαιστίνιους τι λένε και θέλουν. Πάνω ακόμα και από τις επιθυμίες του Ισραήλ. Δεν μπορεί να λειτουργήσει έτσι. Δεν είμαι αισιόδοξη.

Από την άλλη, πρέπει να έχουμε ελπίδα, γιατί χωρίς αυτήν δεν μπορούμε να ζήσουμε. Περιμένω ακόμα μεγαλύτερη πίεση από τους λαούς στις κυβερνήσεις για να αλλάξουν τα πράγματα. Από τα κάτω.

Η γενοκτονία στην Παλαιστίνη δεν είναι καταστροφική μόνο για τους Παλαιστίνιους, αλλά και για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, καθώς και για το Ισραήλ. Δεν μπορείς να διαπράττεις έγκλημα και μετά να φεύγεις. Βιώνεις τραύμα.

Κι ο Covid ήταν βία. Εδώ, όμως, το επίπεδο της βίας είναι διαφορετικό και δεν είναι καθόλου καλό για τη δημοκρατία. Η κατάσταση, λοιπόν, πρέπει να αλλάξει.

Η συνέντευξη με την σκηνοθέτρια πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των 31ων Νυχτών Πρεμιέρας. Ευχαριστώ θερμά την Σοφία Αγγελίδου (One from the heart) για την καθοριστική συμβολή της στην υλοποίησή της.

Το ντοκιμαντέρ της Σεπιντέ Φαρσί Κράτα την ψυχή σου στο χέρι και περπάτα έκανε την ελληνική «πρώτη» του στο πλαίσιο των 31ων Νυχτών Πρεμιέρας, όπου απέσπασε τη Χρυσή Αθηνά Καλύτερου Ντοκιμαντέρ.

Προβάλλεται στις αίθουσες από τις 6 Νοεμβρίου σε διανομή της One from the Heart.