Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιρλανδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιρλανδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025

Μπρένταν Κάντι: «Η κοινοτική εμπειρία με ελκύει βαθιά, ως σκηνοθέτη και άτομο»

 


Ο 17χρονος μικροπαραβατικός Κρίστι μετακομίζει από το σπίτι μιας ανάδοχης οικογένειας σε εκείνο του αδερφού του και της γυναίκας του στο Κορκ, μέχρι να αποφασιστεί η επανένταξή του.

Αιχμηρό και τρυφερό κοινωνικό δράμα και συνάμα σπουδή χαρακτήρων μιας παραμελημένης κοινότητας της εργατικής τάξης, η ταινία του Ιρλανδού Μπρένταν Κάντι Για τον Κρίστι προβάλλεται στις αίθουσες. Συζητώντας με τον σκηνοθέτη.

Η πρώτη σου μεγάλου μήκους ταινία, Για τον Κρίστι, δεν αφορά μόνο τον ομώνυμο πρωταγωνιστή, το παρελθόν και το μέλλον του, αλλά και το αίσθημα του ανήκειν και της κοινότητας, με ιδιαίτερη αναφορά στο Κορκ.

Πώς σχετίζεσαι με το Κορκ, κατ’ αρχάς; Πόσο σημαντικό είναι για σένα να εμβαθύνεις σε και να εξερευνήσεις την έννοια της κοινοτικής εμπειρίας, τόσο κινηματογραφικά όσο και στην καθημερινότητά σου;

Το Κορκ είναι το σπίτι μου από κάθε άποψη. Γεννήθηκα και μεγάλωσα εδώ, οπότε το να γυρίσω αυτή την ταινία ήταν σαν να γράφω μια ερωτική επιστολή στον τόπο ο οποίος με διαμόρφωσε.

Η κοινοτική εμπειρία είναι κάτι που με ελκύει βαθιά, τόσο ως σκηνοθέτη όσο και ως άτομο.

Από την πρώτη μου συνάντηση με τα Kabin Studios το 2019, έχω συγκινηθεί βαθιά από το πώς η κοινότητα μπορεί να θεραπεύσει τους ανθρώπους και να αλλάξει την πορεία της ζωής τους.

Αισθάνθηκα ότι ήταν μια σημαντική ιστορία να διηγηθώ, και πως η συλλογική ενέργεια -το χιούμορ, η υποστήριξη, η δημιουργικότητα- έγιναν ο παλμός του Για τον Κρίστι.

Σε ποιον βαθμό ταυτίζεσαι, συναισθηματικά ή ταξικά, με τους χαρακτήρες σου, πρωταρχικούς και δευτερεύοντες, οι οποίοι δεν είναι απαραίτητα «περιθωριακοί», ωστόσο -λίγο πολύ- «φλερτάρουν» με το περιθώριο της ιρλανδικής κοινωνίας;

Οι γονείς μου χώρισαν όταν ήμουν μικρός, οπότε μεγάλωσα κινούμενος ανάμεσα σε δύο πολύ διαφορετικούς κόσμους.

Η μαμά μου δεν είχε πολλά και ο μπαμπάς μου είχε περισσότερα, πράγμα που σήμαινε ότι μετακινούμουν μεταξύ τάξεων χωρίς ποτέ να ανήκω πλήρως σε καμία από τις δύο.

Έπαιξα ποδόσφαιρο με παιδιά από την περιοχή στην ταινία και με παιδιά που ήταν στην πρόνοια, οπότε άνθρωποι σαν τους χαρακτήρες του Για τον Κρίστι ήταν πάντα μέρος της ζωής μου.

Πάντα είχα ενσυναίσθηση, και το γεγονός πως έγινα σκηνοθέτης το έχει μόνο βαθύνει αυτό.

Όλα αυτά μου έχουν δώσει μια πραγματική κατανόηση της προέλευσης αυτών των χαρακτήρων και μια γνήσια συναισθηματική σύνδεση με όσα περνούν.

Ο Ντάνι Πάουερ, ένας ηθοποιός ο οποίος δε μιλάει πολύ αλλά είναι διαποτισμένος με τεράστια εσωτερική δύναμη και συγκρατημένο θυμό, είναι το κύριο -αλλά όχι το μοναδικό- ατού της ταινίας.

Δεδομένου ότι η συνεργασία σας ανάγεται τουλάχιστον στη μικρού μήκους εκδοχή της φιλμ, πώς έχει εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου; Έχετε ωριμάσει μαζί, εσείς ως σκηνοθέτης και αυτός ως ηθοποιός, στην πορεία;

Η συνεργασία με τον Ντάνι έχει υπάρξει μια από τις μεγαλύτερες χαρές της καριέρας μου.

Όταν γυρίσαμε την ταινία μικρού μήκους Για τον Κρίστι -η πρώτη του φορά στην οθόνη- ήταν ήδη μαγευτικός και με τα χρόνια έχει εξελιχθεί σε έναν ηθοποιό με απίστευτη παρουσία και συναισθηματική νοημοσύνη.

Το ένστικτό του, η βιωμένη του εμπειρία και η γενναιοδωρία του τον καθιστούν σημείο αναφοράς για ολόκληρο το καστ.

Έχω ωριμάσει πολύ κι εγώ από το μικρού μήκους φιλμ, οπότε σίγουρα έχουμε ωριμάσει μαζί, αλλά και μέσα από τα ξεχωριστά πρότζεκτ που αναλάβαμε ο καθένας μας ενδιάμεσα.




Λατρεύω τον κοινωνικό ρεαλισμό στην τέχνη, ειδικά όταν συνδυάζεται με μια συγκινητική και αιχμηρή ματιά στη σύγχρονη κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα.

Υπό αυτή την έννοια, το Για τον Κρίστι δεν παρεκκλίνει από το μονοπάτι το οποίο έχουν χαράξει ο Λόουτς και οι όμοιοί του. Πόσο κοντά νιώθεις σ’ αυτήν την κινηματογραφική προσέγγιση; Θα ήθελες να επεκταθείς στιλιστικά στο μέλλον;

Σίγουρα δεν ξεστρατίζει, αλλά τονικά κλίναμε και προς κάποιες αμερικανικές ταινίες όπως το Honey Boy.

Αγαπώ τον κοινωνικό ρεαλισμό επειδή είναι φυσικός και βασισμένος στην αλήθεια και την κοινότητα, και επειδή εκτιμά τους απλούς ανθρώπους με εξαιρετικό τρόπο.

Αλλά με ελκύουν επίσης έργα τα οποία είναι πιο λυρικά ή παιχνιδιάρικα, ή ελαφρώς έντονα, αρκεί να παραμένουν ειλικρινή.

Έχω δοκιμάσει πολλά διαφορετικά στιλ στα μουσικά μου βίντεο, οπότε είμαι ενθουσιασμένος που θα συνεχίσω να πειραματίζομαι και να προάγω τη δουλειά μου περαιτέρω.

Το φιλμ σου έκανε πρεμιέρα στο φετινό τμήμα Generation 14plus του Φεστιβάλ Βερολίνου, όπου κέρδισε το Grand Prix. Ωστόσο, μου φαίνεται σαν δουλειά για ενήλικες. Πού θέτεις το όριο μεταξύ εφηβικών και ενηλίκων ταινιών;

Ναι, έτσι δείχνει, αλλά οι έφηβοι είναι απίστευτα περίπλοκοι και με λεπτές αποχρώσεις, ειδικά όταν πρέπει να μεγαλώσουν γρήγορα.

Οπότε, τα όρια μεταξύ κάποιου σαν του Κρίστι και του αδερφού του, Σέιν, μου φαίνονται εντελώς αλληλένδετα.

Γι’ αυτόν τον λόγο δε χαράσσω μια αυστηρή διαχωριστική γραμμή μεταξύ εφηβικών και ενήλικων ταινιών. Το Για τον Κρίστι επικεντρώνεται σε έναν νεαρό άνθρωπο, αλλά η συναισθηματική του αλήθεια μιλάει εξίσου έντονα και στους ενήλικες.

Για μένα είναι μια ταινία για νέους και ενήλικες, και νομίζω ότι το κοινό του τμήματος Generation 14plus -και οι έφηβοι σε όλο τον κόσμο- θα συνδεθούν μαζί της εξίσου βαθιά με τους μεγαλύτερους σε ηλικία θεατές.




Επέλεξες να δώσεις ένα ελπιδοφόρο (αν όχι «ευτυχισμένο») τέλος στο φιλμ σου. Είχατε σκεφτεί εσείς ή/και ο Άλαν Ο’Γκόρμαν, συν-σεναριογράφος, να δώσετε ένα διαφορετικό; Και αν ναι, γιατί το απορρίψατε;

Παίξαμε με μερικά διαφορετικά φινάλε, αλλά ήταν πάντα ελπιδοφόρα. Θέλαμε νέοι σαν τον Κρίστι να το δουν αυτό και να νιώσουν ότι υπάρχει ελπίδα και για αυτούς.

Όλα όσα πετυχαίνει ο Κρίστι είναι σκοπίμως μικρά και προσγειωμένα, επειδή ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες χρειάζονται μόνο μερικές μικρές αλλαγές για να αλλάξει μια ζωή.

Αισθανθήκαμε πως ήταν σημαντικό να το δείξουμε αυτό, και ειλικρινά δε βλέπαμε το νόημα να γίνουμε πιο σκοτεινοί - ο κόσμος είναι ήδη αρκετά σκοτεινός, χρειάζεται περισσότερη ελπίδα.

Ένα από τα μεγάλα συμπεράσματα το οποίο έχουμε αποκομίσει από το κοινό μέχρι στιγμής είναι το πόσοι άνθρωποι περίμεναν η ταινία να τελειώσει ζοφερά και ήταν πραγματικά ενθουσιασμένοι που αυτό δε συνέβη.

Πώς θα φανταζόσουν τους/τις προερχόμενους/προερχόμενες από την εργατική τάξη ήρωες/ηρωίδες σου σε δέκα, ας πούμε, χρόνια, δεδομένης της επικρατούσας ζοφερής παγκόσμιας κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής κατάστασης;

Τους/τις φαντάζομαι να κάνουν αυτό που έκαναν πάντα οι άνθρωποι της εργατικής τάξης: να προσαρμόζονται, να επιβιώνουν και να χτίζουν μικρές εστίες χαράς και κοινότητας, παρά τις πιέσεις γύρω τους.

Ο Κρίστι θα έβρισκε ακόμα τον δρόμο του, πιθανώς βοηθώντας τους άλλους με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο βοηθήθηκε κι ο ίδιος. Ο αδερφός του μπορεί να είχε μαλακώσει. Οι γείτονες θα φρόντιζαν ακόμα ο ένας τον άλλον.

Ο κόσμος μπορεί να γίνεται πιο σκληρός, αλλά ο πυρήνας αυτών των χαρακτήρων είναι η ψυχή και η ανθεκτικότητα, και δε νομίζω πως αυτό ξεθωριάζει: αν μη τι άλλο, καθίσταται πιο απαραίτητο.

Ευχαριστώ θερμά τον σκηνοθέτη για την άμεση και ενθουσιώδη ανταπόκρισή του στο αίτημα για συνέντευξη, καθώς και για την παραχώρηση της κεντρικής φωτογραφίας.

Η ταινία του Μπρένταν Κάντι Για τον Κρίστι προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 4 Δεκεμβρίου σε διανομή της Weird Wave.



Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2025

Σάιμον Ο Φαολάιν: «Δε διάλεξα την ποίηση, η ποίηση με διάλεξε»

 

Σάιμον Ο Φαολάιν (Φωτογραφία: Αγγελική Δημοπούλου)

Επηρεασμένος από την αρχαιοελληνική δραματουργία και την οικολογία, ο ποιητής, μεταφραστής και εκδότης Σάιμον Ο Φαολάιν είναι μια από τις πιο ιδιαίτερες φυσιογνωμίες της σύγχρονης ιρλανδόφωνης ποίησης.

Συναντηθήκαμε μαζί του στην Αθήνα, όπου πρόσφατα βρέθηκε για μια ακόμα φορά, προκειμένου να παρουσιάσει την ποιητική συλλογή του Γιορτάζω την Πτώση.

Γεννήθηκες στο Δουβλίνο, αλλά μεγάλωσες στα δυτικά, στην κομητεία του Κέρι.

Πράγματι, γεννήθηκα στο Δουβλίνο την περίοδο των «Ταραχών». Ήταν ζόρικη εποχή.

Έχουν επουλωθεί τα τραύματα του παρελθόντος ή το χνάρι τους παραμένει;

Παραμένει. Δε νομίζω ότι η ιρλανδική κοινωνία θα γίνει ποτέ πλήρως λειτουργική.

Ας συνεχίσουμε με την τρυφερότητα την οποία νιώθεις για την Ελλάδα και την αρχαιοελληνική δραματουργία.

Μεγάλη ιστορία!

Από παιδί μου άρεσε ο Όμηρος. Πολλοί ξεκινούν έτσι - ή από παιδικές εκδοχές των ομηρικών επών. Έτσι μάλιστα ξεκίνησε κι ο δικός μου γιος. Η Οδύσσεια, για παράδειγμα, είναι σπουδαία ιστορία και για παιδιά.

Το προσωπικό ενδιαφέρον μου εντάθηκε όταν διάβασα την Οδύσσεια μεταφρασμένη στα ιρλανδικά.

Τα ιρλανδικά, όπως ίσως γνωρίζεις, είναι μια μειονοτική γλώσσα στην Ιρλανδία. Μόνο ένα 5% του πληθυσμού είναι άριστοι ομιλητές της.

Ένας από αυτούς με ενδιαφέρει ιδιαίτερα, ο ευρυμαθής διανοούμενος μαθηματικός, και γλωσσολόγος Pádraig De Brún.

Συνήθιζε να έρχεται στο χωριό καταγωγής μου, τον πιο δυτικό τόπο στην Ευρώπη -με εξαίρεση, ίσως, την Ισλανδία-, ευρισκόμενο σε μια από τις πιο ισχυρές ιρλανδόφωνες περιοχές της χώρας.

Μίλησέ μου γι’ αυτόν.

Μετέφραζε από αρχαία ελληνικά, λατινικά και γαλλικά - αρχαιοελληνικές τραγωδίες, τη Θεία Κωμωδία του Δάντη, Μολιέρο, Ρακίνα.

Με την ολοκλήρωση της βρετανικής κατάκτησης τον 17ο αιώνα, όμως, η γαελική αριστοκρατική τάξη, διανόηση και ποίηση είχαν καταστραφεί.

Καθώς, επομένως, η επιβίωση της γαελικής κουλτούρας εξαρτιόταν από τους αγρότες και τους ψαράδες, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν αναλφάβητοι, μετατράπηκε σε προφορική, εκφραζόμενη κυρίως μέσα από τη μουσική και την ποίηση.

Σύμφωνα με τουυς Νατιβιστές, όλα έπρεπε να βασίζονται στην ιρλανδόφωνη, τη γαελική κουλτούρα.

Σύμφωνα με τον De Brún, αντιθέτως, βιώναμε ένα πολιτιστικό έλλειμμα, έχοντας αποκοπεί από τον Διαφωτισμό και την Αναγέννηση εξαιτίας της βρετανικής κατάκτησης.

Κατ’ αυτόν, λοιπόν, έπρεπε να ενσωματωθούν οι ευρωπαϊκές επιδράσεις στη γαελική κουλτούρα.

Αρχικά σπούδασες αρχαιολογία, έτσι δεν είναι;

Σπούδασα αρχαιολογία και εργάστηκα στον τομέα των ανασκαφών.

Όταν συνέβη η οικονομική κρίση, επρόκειτο να παντρευτώ και περιμέναμε παιδί. Δεν ήθελα να είμαι αρχαιολόγος ανασκαφών πια, γιατί δεν ήμουν ποτέ σπίτι.

Ίσως ήθελες περισσότερο να «ανασκάπτεις» την ανθρώπινη κατάσταση.

Ανέκαθεν δεν αισθανόμουν ότι αποκόμιζα αρκετά από τις αρχαιολογικές ανασκαφές, γεγονός πολύ απογοητευτικό καθώς υποτίθεται πως ήμουν επιστήμονας. Δεν μπορούσα να προχωρήσω πολύ μακριά ή να ερμηνεύω υπερβολικά.

Ίσως γι’ αυτό στράφηκα κατόπιν στην ποίηση.

Τέλος πάντων, μόλις ενέσκηψε η κρίση η κατάσταση ήταν πολύ απλή. Δεν υπήρχε δουλειά -καμία δουλειά-, οπότε έπρεπε να μείνω στο σπίτι εισπράττοντας το επίδομα της κοινωνικής πρόνοιας.

Σκεφτόμουν ότι έπρεπε να κάνω κάτι, διαφορετικά θα αυτοκτονούσα. Εφόσον, λοιπόν, ανέκαθεν με ενδιέφεραν τα αρχαία ελληνικά, αποφάσισα να τα σπουδάσω.

Είχα κάποιες οικονομίες στην άκρη και γράφτηκα στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, όπου επί ένα χρόνο μελετούσα αρχαία ελληνικά επί πέντε ώρες καθημερινά.

Ασυνήθιστη επιλογή.

Όχι η πιο πρακτική, αν και είμαι πρακτικός άνθρωπος. Δεν ήθελα, εξάλλου, να μάθω λατινικά, επειδή συνδέονται με την Καθολική Εκκλησία.

Πάντα προτιμούσα τους Έλληνες από τους Ρωμαίους, άλλωστε. Έμοιαζαν λιγάκι με τους Ιρλανδούς. Οι Ρωμαίοι, από την άλλη, ήταν σαν τους Βρετανούς, έχτιζαν αυτοκρατορίες.

Κατά έναν παράξενο και ρηχό τρόπο λάτρευα, επίσης, την ελληνική γραφή. Το πιο όμορφο αλφάβητο είναι το ελληνικό. Τα ελληνικά μού ήταν πολύ οικεία.

Είχα τη δυνατότητα να διαλέξω ανάμεσα σε δύο κατευθύνσεις: γλώσσα και λογοτεχνία. Στράφηκα στη γλώσσα, αλλά μελέτησα και τη λογοτεχνία.

Η αμφισημία των έργων του Ευριπίδη, οι πολλαπλές αναγνώσεις τους, δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, με καθήλωσαν.

Η φοίτησή μου ολοκληρώθηκε με την πραγματοποίηση της μετάφρασης της Μήδειας.

Ο εκδότης μου, Pádraig Ó Snodaigh, μια σημαντική φυσιογνωμία στον χώρο των γραμμάτων που πέθανε τον Ιανουάριο σε ηλικία 89 ετών, είχε μια αρχή:

Έδινε στους ανθρώπους μια ευκαιρία. Αν, λοιπόν, είχες κάτι αξιόλογο να παρουσιάσεις, θα το εξέδιδε.

Έτσι ανακάλυψε μερικούς από τους πιο σημαντικούς ποιητές του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα.

Του πήγα τη μετάφραση της Μήδειας λέγοντάς του πως νόμιζα ότι ήταν πολύ καλή. Εξάλλου, δεν είχαν υπάρξει μεταφράσεις αρχαιοελληνικών κειμένων στα ιρλανδικά μετά τον θάνατο του Pádraig De Brún.

Υπήρχε, άρα, χώρος για σένα.

Ακριβώς, κι έτσι συμφώνησε να την εκδώσει. Ξεπούλησε, ξέρεις, αν και μιλάμε για μερικές εκατοντάδες αντίτυπα. Κι έτσι ακόμα, δεν ήταν, πάντως, κακό.

Τι σε κράτησε στον χώρο της γραφής, ιδίως της ποίησης, μιας και και δεν είναι πρoσοδοφόρος;

Δε βγάζεις λεφτά από την ποίηση. Ακόμα κι ο Σέιμους Χίνι εργαζόταν στο πανεπιστήμιο για βιοποριστικούς λόγους μέχρι που κέρδισε το βραβείο Νόμπελ.

Πάντα με ενδιέφερε η ποίηση, διάβαζα πολλή ποίηση και συνήθιζα να την απομνημονεύω, αλλά δεν είχα γράψει ποτέ.

Έπαιζα μουσική και ασχολούμουν με τα εικαστικά, κι αυτό ήταν σπουδαίο. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε το Netflix ή το PlayStation, οπότε έπρεπε εσύ να σκαρώσεις πράγματα.

Όταν ο καλύτερος φίλους μου πέθανε στην Αφρική από πνιγμό, η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη για μένα, αλλά τα κρατούσα όλα μέσα μου. Ένιωθα πως θα τρελαθώ, ότι θα εκραγώ.

Τότε, ποιητικοί στίχοι άρχισαν να ξεπηδούν από το κεφάλι μου. Δεν τους αποκαλούσα «ποιητικούς» μέχρι που άρχισα να τους γράφω ακανόνιστα. Με τον καιρό, τους συνταίριαξα. Έτσι συνέβη.

Πολύ οργανικά.

Το ποίημα το οποίο περισσότερο αρέσει στον Έλληνα μεταφραστή μου, Δημήτρη Τσεκούρα, είναι το πρώτο που εξέδωσα ποτέ.

Οπότε, στην πραγματικότητα δε διάλεξα την ποίηση, η ποίηση με διάλεξε. Ή κάτι άλλο επέλεξε την ποίηση για μένα. Δεν ξέρω.

Σου άλλαξε ή/και σου έσωσε τη ζωή, άρα;

Ω, ναι. Εκείνη την πρώτη περίοδο σίγουρα μου έσωσε τη ζωή. Αφότου η προσωπική μου κρίση έγινε διαχειρίσιμη, ήταν σαν να είχε ανοίξει μια πόρτα στο κεφάλι μου.

Μέσα από αυτήν έχω μάθει περισσότερα για τον εαυτό μου παρά μέσα από οτιδήποτε άλλο. Μπορείς να κάνεις τα πάντα με την ποίηση, σού το επιτρέπει.

Η μετάφραση της ποιητικής σου συλλογής Γιορτάζω τη Πτώση στα ελληνικά έγινε από τα αγγλικά. Πώς βιώνεις αυτήν τη συνθήκη; Σε απογοητεύει, σε συναρπάζει;

Τα κομμάτια-«γέφυρες» στα αγγλικά είναι ένα αναγκαίο κακό.

Θα το λάτρευα αν ο Δημήτρης μπορούσε να μιλήσει ιρλανδικά ή αν εγώ ήμουν ικανός να μιλήσω ελληνικά. Πιθανόν θα μπορούσα να μεταφράσω την ποίησή μου μόνος μου.

Δυστυχώς, στο διεθνές πλαίσιο τα αγγλικά τείνουν να είναι γλώσσα-«γέφυρα». Για άλλους ανθρώπους ίσως αυτό δεν είναι πρόβλημα.

Για έναν ιρλανδόφωνο, όμως, υπάρχει μια διαφορετική δυναμική, επειδή στην Ιρλανδία τα αγγλικά είναι η γλώσσα-δολοφόνος, ενώ τα ιρλανδικά μια μικρή, απειλούμενη γλώσσα.

Επομένως, το ζήτημα είναι υπαρξιακό.

Πριν τον Μεγάλο Λιμό, στην Ιρλανδία το 80% του πληθυσμού ήταν ιρλανδόφωνοι. 100 χρόνια αργότερα αργότερα, το ποσοστό αυτό έπεσε στο 10%.

Αποτελεί, επομένως, ειρωνεία το ότι, μόλις επιτεύχθηκε η ανεξαρτησία, η γαελική γλώσσα είχε ως επί το πλείστον περιθωριοποιηθεί.

Δεν υπάρχουν Ιρλανδοί μονόγλωσσοι. Όταν ήμουν παιδί, οι περισσότεροι δε μιλούσαν αγγλικά. Τώρα, τα μιλούν όλοι.

Κι όταν βέβαια πρωτοήρθα στην Ελλάδα γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 1990 δε μιλούσαν και πολλοί άνθρωποι αγγλικά. Στις μέρες μας, μόνο οι ηλικιωμένοι δε μιλούν αγγλικά.

Δεν μπορώ να μη θίξω και το μείζον -ίσως- ηθικό ζήτημα της εποχής μας, τη γενοκτονία των Παλαιστίνιων.

Η ιρλανδική κοινωνία είναι συντριπτικά φιλοπαλαιστινιακή. Αυτό μου δημιουργεί, ωστόσο, πρόβλημα ως εκδότη.

Από ποια άποψη;

Από την άποψη ότι πολλά από τα ποιήματα που μου στέλνονται είναι κατάλληλα για συνθήματα ή για να φωνάζονται στους δρόμους.

Κατά τη γνώμη μου, ένας ποιητής πρέπει να έχει ηθική συνείδηση. Για να δημοσιευτεί, όμως, η ποίηση πρέπει να έχει μια επιπρόσθετη καλλιτεχνική αξία.

Οπότε θα πρότεινα στους ενδιαφερόμενους να ασχοληθούν με τη μετάφραση σύγχρονης παλαιστινιακής ποίησης στα ιρλανδικά.

Ευχαριστώ θερμά την Αγγελική Δημοπούλου (Εκδόσεις Βακχικόν) για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό της συνέντευξης με τον Σάιμον Ο Φαολάιν στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ Βιβλίου στο Πεδίο του Άρεως.

Την ευχαριστώ, επίσης, για την παραχώρηση της φωτογραφίας του ποιητή.

Η ποιητική συλλογή του Σάιμον Ο Φαολάιν Γιορτάζω την Πτώση κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Bακχικόν σε απόδοση του Δημήτρη Τσεκούρα.



Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2020

Sebastian Barry: «Είναι η πεποίθηση ότι κανένας δεν είναι πέραν της λύτρωσης που με ωθεί»

 

(Photo credit: Alan Betson/The Irish Times)

Εκτυλισσόμενο στις ταραγμένες μετεμφυλιακές Η.Π.Α. του 1870, τα Χίλια φεγγάρια, το πιο πρόσφατο μυθιστόρημα του σπουδαίου Ιρλανδού συγγραφέα Sebastian Barry, είναι ένα βιβλίο για τη μνήμη, τη (σεξουαλική) ταυτότητα και τον ρατσισμό.

Βαθιά ευγενικός, ο συγγραφέας μάς ξεναγεί στο σύμπαν του πυκνού μυθιστορήματος που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο, και της χαρισματικής έφηβης πρωταγωνίστριάς του, της Ινδιάνας Γουινόνα.

Το Χίλια φεγγάρια, ένα είδος συνέχειας του Μέρες δίχως τέλος, είναι μια οικογενειακή σάγκα τοποθετημένη και πάλι στο πλαίσιο των ταραχωδών μετεμφυλιακών Η.Π.Α. του 19ου αιώνα.

Τι σας συνεπαίρνει στις οικογενειακές σάγκες, στις οικογενειακές ιστορίες;

Κάπου σαράντα χρόνια πριν, συνειδητοποίησα ότι δε διέθετα αρκετά από τα συνήθη επίθετα που καθόριζαν την «ιρλανδικότητα», ούτε και πολλοί από τους προγόνους μου, μερικοί εκ των οποίων φαίνεται πως είχαν τη συνήθεια να βρίσκονται στη λάθος πλευρά της ιρλανδικής Ιστορίας- ή της ιρλανδικής ηθικής, όχι το ίδιο με την ηθική.

Αισθάνθηκα, λοιπόν, την παράξενη ανάγκη, μιας κι έμενα στο νησί, να προσπαθήσω να δω τι καταδικαστέο είδος Ιρλανδού ήμουν.

Άρχισα, έτσι, να γράφω θεατρικά και μυθιστορήματα, χωρίς ποτέ να σκέφτομαι πως θα το έκανα ακόμα σαράντα χρόνια αργότερα. Υποθέτω ότι κάποια ταξίδια ποτέ δε φτάνουν στην Ιθάκη.

Και σε σχέση με τη συγκεκριμένη περίοδο της βορειοαμερικανικής Ιστορίας;

Παρέμεινα εκεί στ’ αλήθεια εξαιτίας μιας τυχαίας παρατήρησης ενός εκ των παππούδων μου, με τον οποίο ως παιδί μοιράστηκα ένα δωμάτιο, πως ο προ-θείος του «είχε υπάρξει στους Ινδιάνικους Πολέμους».

Νομίζω ότι μόνο αυτό μου είπε, όταν ήμουν περίπου εννιά. Νόμισα πως ήξερα τι εννοούσε, μιας κι είχα δει όλα τα καουμπόικα φιλμ στο τοπικό σινεμά.

Πολλά χρόνια αργότερα έγραψα ένα μικρό ποίημα γι’ αυτόν, με τίτλο Trooper OHara at the Indian Wars, έπειτα ένα μυθιστόρημα που παράτησα, μετά ένα θεατρικό που όντως βρήκε τον δρόμο του στο θέατρο Bush στο Λονδίνο.

Δεν ένιωθα, όμως, απολύτως καλά, κι έτσι είκοσι χρόνια αργότερα κατάφερα να γράψω το Μέρες δίχως τέλος, οπότε πια είχα διαβάσει διακόσια βιβλία για την περίοδο.

Και με τα Χίλια φεγγάρια, που εκτυλίσσονται στα 1870, αντί για τις δεκαετίες του ’50 ή του ’60. Όταν γράφεις για εκείνη την περίοδο, υπάρχει μια περίεργη άγρια αίσθηση περιπέτειας, λες και, μόνο γράφοντας, μπορείς ακόμα να ξεκινήσεις για τη Δύση.

Όπως τόσοι Ιρλανδοί έκαναν.

Ζητήματα σεξουαλικής ταυτότητας, ιδίως στην ομοφυλοφιλική της διάσταση, εξερευνώνται με τόλμη στο μυθιστόρημά σας.

Αντανακλά η επιλογή αυτή τα δικά σας σχετικά ενδιαφέροντα ή υπάρχουν στοιχεία ότι συζητούνταν στις αντίστοιχες κοινωνίες τότε;

Το τελευταίο πράγμα που μου επέτρεψε να γράψω δύο βιβλία ήταν, κατά παράξενο τρόπο, η αποκάλυψη του αγαπημένου μου γιου πως είναι γκέι όταν ήταν δεκαπέντε χρονών, μετά από έναν χρόνο πολύ επώδυνης σιωπής και δυστυχίας για τον ίδιο.

Ήξερα ότι ήταν ένας από τους πιο αξιοθαύμαστους και υπέροχους ανθρώπους που έχω συναντήσει στη ζωή μου, και ήθελα να μεταφέρω αυτή την αίσθηση δέους πίσω στον πρόγονό του, τον μυστηριώδη προ-θείο του παππού μου.

Αυτό μού έδωσε το σωστό εισιτήριο να επιστρέψω στον Τζον και στον Τόμας, και ακολούθως στην Γουινόνα και στην Πεγκ. Η Πεγκ είχε απλά εμφανιστεί εκεί, στο ποτάμι, καθώς έγραφα το βιβλίο. Ήμουν έκπληκτος κι ευχαριστημένος.

Υπήρχε μια ενδιαφέρουσα «μεσοβασιλεία» πιθανότητας στην Αμερική στο να είσαι ειρηνικά γκέι, όπως πρέπει να είναι κάποιος.

Αλλά ήδη το 1870 εκδίδονταν διατάγματα εναντίον αντρών στο Σαν Φρανσίσκο που «εμφανίζονταν στον δρόμο ντυμένοι γυναικεία».

Είναι πράγματι η σιωπή στην Ιστορία σχετικά μ’ αυτό που μου έκανε εντύπωση. Σήμαινε ότι ως μυθιστοριογράφος μπορούσες να οδηγηθείς διαισθητικά πίσω.

Με ενδιέφεραν επίσης οι απαρχές του drag, για παράδειγμα, και η υπέροχη αποτελεσματικότητα του cross-dressing ως δείκτης της αληθινής ελευθερίας σε μια κοινωνία.

Είσαστε πολύ γνωστός -και πολυαγαπημένος- για τη συμπονετική αποτύπωση των χαρακτήρων σας, και το Χίλια φεγγάρια δεν αποτελεί εξαίρεση. Κατά τη γνώμη σας, είναι αυτό μια προϋπόθεση της σπουδαίας, διαχρονικής λογοτεχνίας;

Πιστεύω ότι είμαστε ένα αρκετά ωμό πλάσμα γενικά. Ο Homo Sapiens βρίσκεται μόνο 200.000 χρόνια στον πλανήτη και ήδη τα έχει κάνει μαντάρα.

Κι όμως, στα περισσότερα άτομα σίγουρα βρίσκεται μια βαθιά καρδιά ενός πράγματος που πρόχειρα αποκαλούμε καλοσύνη. Ίσως βιώσιμη και ουσιώδης ψυχή- τουλάχιστον άξια να διασωθεί, τουλάχιστον αυτό.

Πρόσφατα διοργάνωσα τη λέσχη βιβλίου μου ως βραβευμένος συγγραφέας σε δέκα ιρλανδικές φυλακές, και θα μπορούσες να συγχωρεθείς σκεπτόμενος πως κάποιοι από τους καλύτερους Ιρλανδούς πολίτες έχουν φυλακιστεί.

Είναι αυτή η πεποίθηση, ότι κανένας δεν είναι πέραν της λύτρωσης, ότι αξίζει τον κόπο να θυσιαστείς για σχεδόν όλους, που με ωθεί, σε κάθε περίπτωση.

Η Γουινόνα, ιδιαιτέρως, με όλο το σθένος και την ευαλωτότητά της, είναι ένας εξαιρετικά ολοκληρωμένος χαρακτήρας, που συνοδεύει τον αναγνώστη για πολύ αφότου τελειώσει το βιβλίο σας. Υπήρξε η κατασκευή της επίπονη διαδικασία;

Έπρεπε πράγματι να περιμένω την Γουινόνα για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Την θεωρώ ένα είδος χαμένης κόρης στην Ιστορία, και το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην κόρη μου.

Έχω παρατηρήσει με κάποια ανησυχία τα εμπόδια και τους κινδύνους που παραμένουν στο να είσαι απλώς γυναίκα στον κόσμο μας. Ανησύχησα ο ίδιος μέσα από την παιδική ηλικία και την εφηβεία της, την άκουσα προσεκτικά.

Η αίσθησή μου της σπουδαίας γενναιότητάς της, του αδάμαστου χαρακτήρα της, αλλά και του πόνου που κουβαλά μερικές φορές, πραγματικά επηρέασαν την κατανόησή μου της Γουινόνα.

Νοιάστηκα για εκείνη στο γραπτό, όπως θα είχα νοιαστεί για την κόρη μου. Ήθελα απελπισμένα να αντέξει.

Ταυτόχρονα, ένας χαρακτήρας είναι, σε κάποιον παράξενο βαθμό, ο συγγραφέας του εαυτού του, κι είχα πλήρη επίγνωση πως ήταν μια νεαρή Λακότα στο δωμάτιο εργασίας μου. Kόπιασα πολύ να το σεβαστώ αυτό, και να την ακούσω κατάλληλα.

Ήταν τόσο πιο ήσυχη από τον Τόμας, με τόσο περισσότερες αμφιβολίες, και διστακτική.

Πολλές φυλές ιθαγενών των Η.Π.Α. έχουν μια ολότελα διαφορετική αντίληψη του χρόνου, σε σύγκριση με τη γραμμική που επικρατεί στη «Δύση». Τη βρίσκετε υπαρξιακά, μυθοπλαστικά και αφηγηματικά προκλητική;

Τη βρίσκω απελευθερωτική.

Ο Αϊνστάιν στη θεωρία του για τον χρόνο ήρθε πολύ κοντά στην εκδοχή των ιθαγενών γι’ αυτόν. Είπε τουλάχιστον ότι όλα συμβαίνουν παντού πάντα, απλώς δεν έχουμε την αναγκαία αίσθηση να αντιληφθούμε τον χρόνο κατάλληλα. Δεν είναι γραμμικός.

Μπορείς, επομένως, να πεις πως η μυθοπλασία είναι ένα είδος απόδειξης του χρόνου του Αϊνστάιν και των ιθαγενών: αν κάνεις αρκετούς κύκλους, μπορείς να επιστρέψεις στους ανθρώπους που ίσως αγάπησες και έχασες.

Ήταν απλώς ένας μεγαλύτερος κύκλος για μένα να γυρίσω στην Γουινόνα, όχι όμως τόσο μεγάλος για εκείνη ώστε να προσεγγίσει την μητέρα της ξανά, όπως το κάνει στο τέλος του βιβλίου.

Είναι για μένα μια συναρπαστική ιδέα το ότι κάθε στιγμή η δεκαετία του 1870 στην ουσία της συμβαίνει ακόμα, και πάντα θα συμβαίνει.

Από τη γενοκτονία των ιθαγενών, στη σκλαβιά των μαύρων και, πιο πρόσφατα, στην Ισλαμοφοβία και τη βάναυση δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, οι Η.Π.Α.  είναι μια χώρα όπου ο ρατσισμός φαίνεται να παραμένει ζωντανός.

Μάχεστε τον ρατσισμό με την «πένα» σας;

Λοιπόν, τουλάχιστον τον παρατηρώ μέσα από την πένα μου. Και μέσα από τα μάτια μου, με το να διαβάζω όλα τα βιβλία.

Μόνο τους τελευταίους μήνες, διαβάζω όσα βιβλία μπορώ σχετικά με τη σκλαβιά στην Αμερική, αλλά και στον αρχαίο κόσμο- στην Ελλάδα, στη Ρώμη, κ.λπ.

Νιώθω ένα είδος φιλίας με τον Τένισον Μπουγκρό, αν και αναγνωρίζω ότι θα ήταν πρόκληση να γράψω την ιστορία του ξεχωριστά, κάτι που θα ήθελα να προσπαθήσω να κάνω, ίσως στο μεθεπόμενο βιβλίο.

Τελικά δεν «κατανοώ» τον ρατσισμό, όταν αποδέχεσαι πως όλοι προερχόμαστε από τις ίδιες δύο με πέντε γυναίκες στην Αφρική, κι ο τελευταίος σύγχρονος άνθρωπος. Είτε κατάγεσαι από την Αθήνα είτε από το Athlone, είσαι μέλος της οικογένειας.

Αυτή είναι μια ιδέα που θα ήθελα να διαδώσω, και σωστά. Οι Ιρλανδοί βέβαια έχουν υπάρξει τόσο θύματα του ρατσισμού όσο και φορείς του, δυστυχώς.

Όταν διαβάζεις σχετικά με τον 19ο αιώνα στην Αμερική, είναι αρκετά σαφές ότι η Αμερική ανέκαθεν ήταν διαιρεμένη, ακριβώς στη μέση. Και η Iστορία της είναι η καταστολή της μιας, κι έπειτα της άλλης, πλευράς.

Πόσο περίεργο που οι Ρεπουμπλικανοί και οι Δημοκρατικοί πέρασαν σε διαμετρικά αντίθετες πλευρές. Οι Δημοκρατικοί ήταν οι δαίμονες στα 1870.

Επιστρέφοντας στην Ευρώπη, φαίνεται ότι υπάρχει αφθονία σύγχρονων Ιρλανδών συγγραφέων που κάνουν βαθιά δουλειά, καθένας/καθεμιά με τον τρόπο του/της.

Ταυτίζεστε με κάποια εγχώρια λογοτεχνική τάση ή στοχεύετε σε πιο οικουμενικά κοινά;

Ως βραβευμένος, γνωρίζω πολύ καλά πως βρισκόμαστε εν μέσω ενός είδους απρόσμενης αναγέννησης της γραφής, με πολλούς νέους συγγραφείς, πολλοί εκ των οποίων είναι -για κάποιον λόγο- γυναίκες.

Και το ότι τόσο πολλοί γράφουν τώρα όχι σε ένα «υποσχόμενο» επίπεδο, αλλά «παίζουν μπάλα» διεθνώς. Αυτό είναι πολύ μυστηριώδες και πολύ υπέροχο.

Με εγκαρδιώνει, ωστόσο, το να μεταφράζεται η δική μου δουλειά, ιδίως σε γλώσσες και χώρες όπου κάποτε έζησα, όπως η Ελλάδα.

Ναι, ήμουν ένας 25χρονος Ιρλανδός που ζούσα στην Πάρο το 1980, για αρκετό καιρό ώστε τα κύτταρα του νησιού να μπουν μέσα μου αμετάκλητα. Διεκδικώ ένα είδος μικρο-υπηκοότητας...

Σύμφωνα με το διάσημο παράθεμα του Σενέκα που «εισάγει» τον αναγνώστη στο βιβλίο σας, «Μερικές φορές ακόμα κι η ζωή ακόμα είναι πράξη γενναιότητας».

Τι σημαίνει να ζεις και να γράφεις σε καιρούς πανδημίας, όταν ο φόβος, η μοναξιά και η καταστολή αυξάνονται;

Υπήρξε ένα είδος μαζικού εγκλεισμού, με το να υποχρεώνονται όλοι/όλες να δουν τι έχουν και τι θεωρούν αγαπημένο, να υπομείνουν ένα είδος μαζικής νοσταλγίας για την καθημερινή ζωή που τόσο συχνά θεωρούσαμε δεδομένη και που όντως τόσο συχνά ήταν από μόνη της μια πρόκληση.

Έχουμε ερωτηθεί να ξαναστοχαστούμε τους εαυτούς μας, να τους παρατηρήσουμε, να θρηνήσουμε το 1.5 εκατομμύριο «αγνώστους» που πέθαναν.

Στην τελική δεν είναι καθόλου άγνωστοι, αλλά οικογένεια, κι όλες οι ιστορίες τους, τα τραγούδια, τα όνειρα, οι ελπίδες, βάναυσα ανακλημένα.

Ερωτώμαστε να είμαστε καλύτεροι απ’ όσο είμαστε, και προσπαθούμε να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων, έτσι δεν είναι;

Κλείνοντας, θέλω απλά να σε ευχαριστήσω γι’ αυτές τις τόσο όμορφες ερωτήσεις.

Ευχαριστώ θερμά τον Stephen Edwards, ατζέντη του Sebastian Barry, για την καθοριστική συμβολή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Και φυσικά τον ίδιο τον συγγραφέα, που με ιδιαίτερη ευγένεια και φροντίδα καταπιάστηκε με τις ερωτήσεις μου.

Το μυθιστόρημα του Sebastian Barry Χίλια φεγγάρια κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Ίκαρος σε μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου.



Δευτέρα 20 Ιουλίου 2020

Ντόναλ Ράιαν: «Ο αχαλίνωτος καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς λεηλατεί την κοινωνία μας»


Ο Ντόναλ Ράιαν, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της σύγχρονης ιρλανδικής λογοτεχνίας, μάς συστήνεται με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία στα ελληνικά των μυθιστορημάτων του Από θάλασσα ήρεμη κι ανάβαθη και Η καρδιά που γυρνάει.

Αξίζει να τον ανακαλύψουμε!

Ο Ουίλιαμ Φώκνερ, με τον οποίο συχνά συγκρίνεσαι, κάποτε προέτρεπε τους επίδοξους συγγραφείς να «γίνουν η συγγραφή», αντί  να είναι απλώς συγγραφείς. Συμφωνείς μ’ αυτό; Πόσο σημαντική είναι η διαδικασία της συγγραφής στην καθημερινότητά σου;

Είναι σημαντικό όταν συμβαίνει, και μπορεί να σε απορροφά πλήρως, αλλά φοβάμαι ότι η συγγραφική ζωή μου πρέπει να οργανώνεται γύρω από μια απαιτητική δουλειά πλήρους απασχόλησης και τις ανάγκες της οικογένειάς μου.

Μερικές φορές, ιδίως το πρώιμο καλοκαίρι, έχω ολόκληρες εβδομάδες, στη διάρκεια των οποίων μπορώ να απολαύσω την πολυτέλεια τού να μην κάνω τίποτε άλλο με τις εργάσιμες μέρες μου από το να γράφω, αλλά αυτό γενικά συμβαίνει στα διαλείμματα της ύπαρξής μου.

Όντως θεωρώ τη σκέψη για ένα βιβλίο ή μια ιστορία θεμελιώδες κομμάτι της διαδικασίας, πάντως, έτσι -από αυτή την άποψη- θα μπορούσες να πεις πως σχεδόν πάντα γράφω.

Κάποτε, πριν γίνω υπερβολικά ηλικιωμένος, αδύναμος και ασταθής για να το απολαύσω, ελπίζω να είμαι ένας κανονικός, πλήρους απασχόλησης συγγραφέας, χωρίς άλλη απασχόληση.

Παρόλο που είπα κάτι τέτοιο, περισπώμαι εύκολα και βρίσκω τον εαυτό μου, ακόμα και στις πυρετώδεις στιγμές παραγωγικότητας, να χάνει ώρες συγγραφικού χρόνου με βιντεοπαιχνίδια, ποδοσφαιρικούς αγώνες, επισκευή πλυντηρίων πιάτων, μη προγραμματισμένους ύπνους...

Η γλώσσα που χρησιμοποιείς είναι ταυτόχρονα πυκνή, ακριβής και συναισθηματική. Δουλεύεις πολύ μαυτή;

Προτρέπω τους μαθητές μου να είναι διαρκώς ακριβείς, να μη χρησιμοποιούν ποτέ μια λέξη αν δεν είναι σίγουροι για τη σημασία της και την καταλληλότητά της σε σχέση με τα συμφραζόμενα.

Πιστεύω ότι η ομορφιά πρέπει να αναδύεται από τη γλώσσα, όχι να επιβάλλεται τεχνητά σ’ αυτή.

Οι κοφτές, καθαρές, ακριβείς προτάσεις, με ξεκάθαρο νόημα, πάντα θα είναι πιο γοητευτικές στους αναγνώστες από ηθελημένα αφηρημένες προτάσεις γεμάτες βεβιασμένες λογοτεχνικές περικοκλάδες και άχρηστες δευτερεύουσες.

Γνωρίζω, ωστόσο, πως συνεχώς παραβιάζω τους ίδιους μου τους κανόνες, όπως συχνά μου επισημαίνεται κατά ντροπιαστικό τρόπο από κριτικούς.

Η δουλειά που κάνω πάνω στη γλώσσα αποτελείται κυρίως από διάβασμα. Έχω την ισχυρή πεποίθηση ότι οι συγγραφείς πρέπει να διαβάζουν διαρκώς, ώστε να κρατούν τις λέξεις, την πρώτη μας ύλη, ζεστές, μαλακές και λειτουργικές.

Είναι επίσης σημαντικό ν’ ακούς, την υπέροχα μπλεγμένη και θραυσματική σύνταξη του δημώδους λόγου, τους μυριάδες τρόπους που η γλώσσα χρησιμοποιείται, κακοποιείται και «τσακίζεται» στις καθημερινές κουβέντες.

Η γλώσσα είναι ζωντανή και χρειάζεται να είμαστε εναρμονισμένοι με τα ρεύματα και τους ρυθμούς της.


Η Καρδιά που γυρνάει, το εμβληματικό πρώτο μυθιστόρημά σου, απορρίφθηκε από 47 εκδότες πριν τελικά κυκλοφορήσει και αργότερα βραβευτεί. Παγίωσε το γεγονός αυτό την επιθυμία και την επιμονή σου να το δεις τυπωμένο;

Στην πραγματικότητα θα τα είχα παρατήσει μετά από δέκα ή κάπου τόσες απορρίψεις, αλλά η γυναίκα μου επέμεινε να συνεχίσω την προσπάθεια.

Ήμασταν φρεσκοπαντρεμένοι όταν τελείωσα τα δύο πρώτα μυθιστορήματά μου, τα αγάπησε, κι είχε πολύ μεγαλύτερη πίστη στις δυνατότητές τους από μένα.

Αλλά κάθε λογοτεχνικός ατζέντης στην Ιρλανδία και οι περισσότεροι εκδότες, καθώς και πολλοί στη Μεγάλη Βρετανία και τις Η.Π.Α., είχαν απορρίψει τα χειρόγραφά μου χωρίς δεύτερη σκέψη κι έτσι η αυτοπεποίθησή μου ήταν χαμηλή, κι οι προσδοκίες μου ανύπαρκτες.

Συνέχισα να προσπαθώ από αίσθηση καθήκοντος απέναντι στην αταλάντευτη πίστη της γυναίκας μου. Ασφαλώς, όταν έκλεισα τη συμφωνία με τον εκδοτικό οίκο The Lilliput Press, κάθε ατζέντης που συναντούσα μού πρόσφερε συμβόλαιο, που δεν υπέγραψα.

Είναι ένα φιλόδοξο, κάποτε σπαρακτικό μυθιστόρημα, και την ίδια στιγμή μια εξερεύνηση του αντίκτυπου της ύφεσης στους Ιρλανδούς και τις Ιρλανδές, ιστορημένο από 21 διαφορετικούς χαρακτήρες. Πώς τους «έχτισες»;

Μακάρι να είχα κάποια εξήγηση που να ακουγόταν λόγια σχετικά με το πώς κατασκεύασα την Καρδιά που γυρνάει, αλλά φοβάμαι ότι χρησιμοποίησα τα ωμά εργαλεία του πανικού και της τυφλής πίστης, για να φτάσω στη γραμμή του τερματισμού.

Πανικού επειδή η αυτοπεποίθησή μου ως συγγραφέα συνθλιβόταν γοργά υπό το βάρος των αυξανόμενων απορρίψεων του The Thing About December και τυφλής πίστης στο όραμα που είχα για το πώς το χωριό και οι άνθρωποί του έμοιαζαν, ακούγονταν και σκέφτονταν.

Ήξερα ότι αν δε σκεφτόμουν τη διαδικασία υπερβολικά και έγραφα με ταχύτητα φωτός, θα μου έβγαινε σωστά.

Οι φωνές των χαρακτήρων ήταν ξεκάθαρες στο μυαλό μου και αισθανόμουν πως κραύγαζαν να ακουστούν. Κάποιες, όπως η Λίλυ, ήταν σαν άυλες φωνές που υπαγόρευαν τις ιστορίες τους σε μένα.

Δούλευα πολύ εκείνη την περίοδο κι η γυναίκα μου ήταν έγκυος, οπότε έγραφα για κάποια λεπτά τη φορά, ποτέ περισσότερο από μια ώρα.

Θυμάμαι να γράφω ένα πρώιμο προσχέδιο του μονολόγου της Τραϊόνα σ’ έναν φάκελο στη διάρκεια ενός διαλείμματος στη δουλειά, και του Βάσια στο αυτοκίνητο έξω από το πατρικό μου.

Το καλύτερο ήταν ότι οι φωνές και ζωές των χαρακτήρων ήταν όλες πολύ οικείες σε μένα.

Ήταν όλες συντεθειμένες από ανθρώπους που γνώριζα και μερικές φορές αγαπούσα, κι ήμουν στην ίδια κατάσταση με τους περισσότερους έχοντας χάσει μεγάλο μέρος του εισοδήματός μου και βρίσκοντας τον εαυτό μου να βουλιάζει στα χρέη.  

Σε μεγάλο βαθμό προέρχομαι από τον κόσμο του βιβλίου: μεγάλωσα σ’ ένα μικρό σπίτι σ’ ένα μικρό χωριό στην αγροτική Ιρλανδία από σκληρά εργαζόμενους γονείς. Η μητέρα μου δούλευε σ’ ένα γραφείο στοιχημάτων κι ο πατέρας μου ως οδηγός βαν κι εργάτης σε φάρμα.

Επομένως, η γλώσσα και το τοπίο του βιβλίου είναι τα δικά μου, και η συγγραφή του ήταν μια ευχαρίστηση.

Η Kαρδιά που γυρνάει συχνά αποπνέει θεατρικότητα, λόγω της δομής που βασίζεται στους μονολόγους, αλλά όχι στήσιμο. Πόσο κοντά είσαι, ή θα μπορούσε να είναι η λογοτεχνία συνολικά, σ’ ένα θεατρικό κείμενο;

Νομίζω ότι αυτό οφείλεται στο επιτελεστικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους στην αγροτική Ιρλανδία.

Υποφέρουμε από έλλειψη αυτοπεποίθησης ως άνθρωποι, και συχνά την αναπληρώνουμε με το να είμαστε φωνακλάδες, αστείοι και κοινωνικοί, ακόμα κι όταν η περίσταση απαιτεί σοβαρή αυτοσυγκράτηση.

Γι’ αυτό οι κηδείες στην Ιρλανδία συχνά μετατρέπονται σε πάρτυ: τείνουμε να προσεγγίζουμε τη θλίψη έμμεσα και να μεταμφιέζουμε τα συναισθήματά μας με χιούμορ.

Παρόλο που η Καρδιά που γυρνάει είναι ένα απολύτως σιωπηλό μυθιστόρημα, απογυμνωμένο από κάθε διάλογο και συντεθειμένο από μια σειρά εσωτερικευμένων εξομολογήσεων και παρατηρήσεων, φαντάζει ακατάπαυστο. Οι χαρακτήρες, φαίνεται, μιλάνε χωρίς σταματημό.

Αυτό προσφέρει μια αίσθηση περφόρμανς, σαν κάθε πρόσωπο να δίνει παράσταση μπροστά σε μια κάμερα ή σε κάποιο αθέατο κοινό.

Στην πραγματικότητα, ανέβηκε στο Gaiety Theatre από τη θεατρική εταιρεία Articulate Anatomy και παρέμειναν πολύ πιστοί στο κείμενο.

Το θεώρησα εκπληκτικό: άντλησαν τόσο χιούμορ, πάθος και τραγωδία από τους μονολόγους, κάθε ηθοποιός έπαιξε δύο ή τρεις χαρακτήρες. Οι θεατρικοί ηθοποιοί είναι οι πιο γενναίοι και πλέον απίστευτοι από όλους τους καλλιτέχνες.

Το Από θάλασσα ήρεμη κι ανάβαθη, λιγότερο φιλόδοξο δομικά, καταπιάνεται επίσης με τα ζητήματα της αγάπης, της απώλειας, της ενοχής, του σπαραγμού και, τελικά, της ελπίδας. Η χρήση της θάλασσας είχε το χαρακτήρα μεταφοράς για τη ζωή;

Αν διερευνηθεί σε βάθος, είμαι βέβαιος ότι αυτή θα ήταν η απάντηση. Ήταν, ωστόσο, παρούσα στο όραμά μου για το βιβλίο.

Ο τίτλος προήλθε από τη φράση ενός ποιήματος που είχα γράψει έφηβος. Η θάλασσα, πάντως, ως εμπόδιο και ως τρόπος διαφυγής ήταν ζωντανή στη φαντασία μου την εποχή που ξεκίνησα το μυθιστόρημα- αναγκαστικά, υποθέτω, δεδομένης της κατάστασης του Φαρούκ.

Η θάλασσα είναι ένα υπέροχα γενναιόδωρο μέρος για μυθοπλασία. Μπορείς να κάνεις τα πάντα μ’ αυτή. Και ναι, έχεις δίκιο, βέβαια: η διαρκώς μεταβαλλόμενη φύση της χρησιμεύει ως η τέλεια μεταφορά για την ανθρώπινη κατάσταση.

Οποιαδήποτε στιγμή το θαλασσινό τοπίο μπορεί να αλλάξει από μια αστραφτερή λαμπρότητα σε μια μουντή γκριζάδα, από μια αίσθηση έλλειψης βαρύτητας σε εκείνη της βαρύτητας, από χαρούμενο και φιλόξενο σε σκοτεινό και απειλητικό, με όλες τις ενδιάμεσες αποχρώσεις.

Ο γιατρός Φαρούκ, ο Σύρος μετανάστης που αγωνίζεται για μια καλύτερη ζωή για την οικογένειά του και για τον ίδιο, είναι ένας ξένος, αν και με έναν τρόπο και οι τρεις βασικοί χαρακτήρες είναι αποξενωμένοι από τον εαυτό τους ή την κοινωνία.

Γιατί θέλησες να εξερευνήσεις την έννοια της «διαφορετικότητας» σ’ αυτό το μυθιστόρημα;

Είναι οικείο συναίσθημα, και -μου φαίνεται- βασικό για την ύπαρξη των συγγραφέων.

Δε γνωρίζω κάποιον συγγραφέα που να νιώθει άνετα στο κέντρο των πραγμάτων, αναπόσπαστο μέρος οποιασδήποτε ομάδας, κινήματος, φιλοσοφικού ή θρησκευτικού συστήματος.

Είναι αναγκαίο να είσαι αβέβαιος, προβληματισμένος, ανοιχτός και περίεργος, ώστε να γράφεις καλά σχετικά με το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.

Ποτέ δεν έχω αισθανθεί πλήρως κομμάτι οποιασδήποτε ομάδας πέραν της οικογένειάς μου και των πιο στενών φίλων, κι αυτό μερικές φορές μου έχει προξενήσει μεγάλη θλίψη.

Μου έχει, όμως, επίσης επιτρέψει να είμαι κάτι σαν μάρτυρας, να κερδίσω από την ελαφρώς «εκτός» θέση μου μια γνώση της μηχανικής της ανθρώπινης συμπεριφοράς και διασύνδεσης.

Ακούγεται παράλογο, αλλά νομίζω πως είναι καθολική εμπειρία να βιώνεις μια αίσθηση «διαφορετικότητας» σε σχέση με τον εαυτό σου, να νιώθεις μόνος ακόμα και μέσα σ’ ένα πλήθος, σαν η ιδιαίτερη εμπειρία σου να είναι εντελώς μοναδική. Όπως ασφαλώς είναι.

Όλοι δημιουργούμε τη δική μας υποκειμενική πραγματικότητα απλά και μόνο με το να υπάρχουμε.  

«Δεν μπορείς να κολυμπήσεις προς νέους ορίζοντες μέχρι να έχεις το κουράγιο να χάσεις τη θέα της ακτής», για να παραθέσω Φώκνερ και πάλι.

Νομίζω ότι το Από θάλασσα ήρεμη κι ανάβαθη αφορά, στον πυρήνα του, την αναζήτηση ενός σπιτιού- είτε ενός τόπου, μιας οικογένειας ή μεμονωμένων ανθρώπων. Έτσι είναι;

Απολύτως. Είναι ανθρώπινο ένστικτο να επιστρέφουμε στο μέρος από όπου προήλθαμε, ή να κατασκευάζουμε ένα μέρος για να το αντικαταστήσουμε, όπου βρίσκουμε ασφάλεια, βοήθεια και ειρήνη.

Γι’ αυτό και νομίζω ότι μπορεί να είναι τόσο δύσκολο για ανθρώπους που βιώνουν τη βία ή την αρπαγή να βρουν την ειρήνη στην κατοπινή ζωή τους.

H αίσθηση του σπιτιού που έχουν κουβαλά μέσα της κίνδυνο και τρόμο και οι προσπάθειές τους να κατασκευάσουν μια εικόνα σπιτιού θα επηρεάζεται και μερικές φορές θα καταστρέφεται ξανά και ξανά από εκείνες τις αρνητικές δυνάμεις.

Γνωρίζω πόσο τυχερός και προνομιούχος είμαι που είχα μια μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία και μια ξεκάθαρη αίσθηση της καλύτερης σημασίας της λέξης «σπίτι».

Καθένας από τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι απασχολημένος με την ιδέα του ανήκειν και επιχειρεί να ορίσει ή να ορίσει εκ νέου τον εαυτό του καθώς ο κόσμος του μεταβάλλεται γύρω του.

Ο Φαρούκ χάνει το μυαλό του λόγω της θλίψης και υποχρεώνεται να κατασκευάσει ένα είδος άδειου ολογράμματος ζωής με το οποίο να τα βγάλει πέρα: το πραγματικό σπίτι του έχει χαθεί, το ίδιο και οι άνθρωποι που θα ήταν το σπίτι του όπου κι αν βρισκόταν σωματικά.

Η ύφεση, το Brexit και, πιο πρόσφατα, η πανδημία του κορονοϊού έχουν πλήξει (και) την ιρλανδική κοινωνία, και κυρίως τα λιγότερο προνομιούχα μέλη της. Υπάρχει έξοδος από αυτή την ανθρωπογενή, συστημική κρίση;

Μπορεί η λογοτεχνία να είναι βοηθητικό εργαλείο;

Δε νομίζω ότι διαβάζουν αρκετοί άνθρωποι λογοτεχνία, ώστε αυτή να είναι βοηθητική. Οι άνθρωποι λαχταρούν τον περισπασμό και το καλό τέλος, και δεν τους κατηγορώ.

Η λογοτεχνία που αντιμετωπίζει την πραγματικότητα και «ανασκάπτει» τα πιο σκοτεινά μέρη της ύπαρξης μπορεί να είναι πρόκληση και να πουλάει δύσκολα, αλλά τελικά είναι αισιόδοξη και τονωτική.

Ο πιο ευγενής στόχος της λογοτεχνίας, κατά τη γνώμη μου, είναι η προαγωγή της ενσυναίσθησης.

Οι απλές στατιστικές και η επιφανειακή έκρηξη πληροφορίας ποτέ δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν τον ίδιο σκοπό όσο μια ιστορία.

Είναι κρίσιμο να μάθουμε να προσπαθήσουμε να νιώσουμε αυτό που νιώθουν οι άλλοι, να ζήσουμε τις ζωές των άλλων με τη φαντασία μας, ν’ απελευθερωθούμε από τα ταμπού και τις βεβαιότητές μας, και να δούμε πως η ελευθερία ποτέ δεν μπορεί να κερδηθεί διά της βίας.

Μόνο μέσω της κατανόησης.

Το μόνο πράγμα για το οποίο είμαι σίγουρος είναι ότι κανένας άνθρωπος δεν πρέπει ποτέ να βλάψει κάποιον άλλο ηθελημένα. Όλα τα άλλα στο σύμπαν είναι ένα ανοιχτό ερώτημα.

Η επιστήμη παριστάνει πως εξηγεί την πραγματικότητα, ενώ παραδέχεται ότι δε γνωρίζει καν την αληθινή φύση των στοιχειωδών σωματιδίων. Κυριολεκτικά τίποτα για την ύπαρξη δεν είναι βέβαιο. Η λογοτεχνία, λοιπόν, έχει ένα απύθμενο «πηγάδι» για να αντλήσει από αυτό.

Από ευτυχή σύμπτωση, τόσο το Από θάλασσα ήρεμη κι ανάβαθη όσο και το Η καρδιά που γυρνάει έγιναν σχεδόν ταυτόχρονα διαθέσιμα σε ελληνική μετάφραση. Έχεις πολιτισμικούς και άλλους δεσμούς με την Ελλάδα του σήμερα ή του χτες;

Η αρχαία Ελλάδα είναι ο τόπος όπου η σκέψη έγινε θεμελιώδης για την ανθρώπινη ύπαρξη.

Θυμάμαι τον Καρλ Σάγκαν να θρηνεί το τέλος της αρχαιότητας ως το μεγάλο σκότος, όταν το δόγμα αντικατέστησε την έρευνα και η τυφλή πίστη σε υπερφυσικές υπάρξεις την κατανόηση της πραγματικότητας.

Φαντάσου να είχε συνεχίσει η ανθρωπότητα να πορεύεται στα μονοπάτια που χαράχτηκαν από τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους! Θα ζούσαμε σε έναν επίγειο παράδεισο.

Σ’ ενα πιο προσωπικό και λιγότερο διανοητικό επίπεδο, αγαπώ την Ελλάδα και τους Έλληνες. Η σύζυγός μου κι εγώ περάσαμε τον μήνα του μέλιτός μας στην Κρήτη, κι ήταν οι ευτυχέστερες δυνατές εβδομάδες.

Ανακαλύψαμε πως οι Έλληνες και οι Ιρλανδοί είναι εκπληκτικά όμοιοι σε ό,τι αφορά τις προσεγγίσεις τους στη ζωή και την αγάπη και στο πώς να διαπραγματεύονται καλύτερα αυτό το επικίνδυνο μονοπάτι που όλοι περπατάμε στη ζωή.

Το γέλιο είναι το κλειδί σ’ αυτό. Χωρίς το γέλιο θα ήμασταν χαμένοι.

Πρόσφατα σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση στην Ιρλανδία. Ποια είναι η γνώμη σου γι’ αυτή;

Φοβάμαι ότι, μετά από όσα έχουν συμβεί, εξακολουθούμε να κυβερνιόμαστε από νεο-φιλελεύθερους σκλαβωμένους από τις μεγάλες επιχειρήσεις και τους κτηματομεσίτες.

Δεν είμαι αισιόδοξος για τον πλουραλισμό και την ανοιχτή, λογοδοτούσα δημοκρατία, είμαι όμως βέβαιος πως η καινούρια κυβέρνησή μας θα συνεχίσει να ασχολείται μόνο στα λόγια με την κοινωνική δικαιοσύνη, διατηρώντας παράλληλα τους λεφτάδες εξευμενισμένους.

Ο αχαλίνωτος καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς λεηλατεί την κοινωνία μας μασκαρεμένος σαν πρόοδος, και οι «κανονικοί» άνθρωποι περιορίζονται σε μονάδες οικονομικής δραστηριότητας.

Μετά από όσα ζήσαμε κι όλα όσα έπρεπε να έχουμε μάθει, εξακολουθούμε να αφήνουμε τους πολίτες μας να πεθαίνουν λόγω έλλειψης φαρμάκων που θα τους έσωζαν τη ζωή και οικογένειες να μένουν άστεγες εξαιτίας άπληστων ιδιοκτητών.

Δεν το βλέπω ν’ αλλάζει στο κοντινό μέλλον αυτό. Ελπίζω να κάνω λάθος.

Photo credit (Ντόναλ Ράιαν): Anthony Woods.

Ευχαριστώ θερμά τις Amy και Ruth από τον εκδοτικό οίκο The Lilliput Press για την πολύτιμη συνδρομή τους στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα του Ντόναλ Ράιαν Από θάλασσα ήρεμη κι ανάβαθη κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αίολος σε μετάφραση της Μαρίας Φακίνου.

Το μυθιστόρημα Η καρδιά που γυρνάει κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παράξενες Μέρες σε μετάφραση του Γρηγόρη Παπαδογιάννη.