Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιράκ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιράκ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Χασάν Χάντι: «Δεν μπορείς να απελευθερώσεις σκοτώνοντας»

 


Αδυσώπητη ανατομία μιας χώρας σε πόλεμο και μια γλυκόπικρη ιστορία ενηλικίωσης, το βραβευμένο στις Κάννες ντεμπούτο του Ιρακινού σκηνοθέτη Χασάν Χάντι, Η Τούρτα του Προέδρου, είναι από τις φιλμικές εκπλήξεις της χρονιάς.

Μια συζήτηση μαζί του με αφορμή την κυκλοφορία της ταινίας στους κινηματογράφους.

Πρώην δημοσιογράφος και κατόπιν καθηγητής πανεπιστημίου και σκηνοθέτης, μεγαλώσατε στο Νότιο Ιράκ κατά τη διάρκεια του πολέμου της δεκαετίας του 1990, ενώ ζήσατε και εργαστήκατε στις Η.Π.Α.

Σε ποιον βαθμό η ενηλικίωση κατά τη διάρκεια του πολέμου έχει διαμορφώσει την κινηματογραφική σας ματιά;

Δεν εργάζομαι και δε ζω στις Η.Π.Α. πλέον. Πήγα για να σπουδάσω για το μεταπτυχιακό μου στο NYU και δίδαξα κατά τη διάρκεια των σπουδών μου εκεί.

Στη συνέχεια, επέστρεψα στη Βαγδάτη προκειμένου να προετοιμαστώ για την ταινία και να ξεκινήσω την προ-παραγωγή της. Ζω ακόμα στο Ιράκ, και συγκεκριμένα στη Βαγδάτη.

Κρυβόμουν κάτω από τις σκάλες, δραπετεύοντας από την πόλη στα χωριά και ξυπνώντας με τις σειρήνες αντί για τα ξυπνητήρια. Δυστυχώς, τα παιδικά μου χρόνια ήταν γεμάτα στιγμές τρόμου και κινδύνου.

Ήταν θέμα επιβίωσης. Σε πλαίσιο επιβίωσης, αρχίζεις να βλέπεις τα πράγματα διαφορετικά. Κάνεις διαφορετικές ερωτήσεις και περιμένεις διαφορετικές απαντήσεις. Η σκληρότητα των πολέμων σε ωθεί να σκέφτεσαι έξω από τα συνηθισμένα.

Οι φυσικές/ρεαλιστικές ιστορίες αρχίζουν να μην έχουν πια σημασία. Η ψυχή σου αρχίζει να ψάχνει για κάτι διαφορετικό. Κάτι που σου δίνει ελπίδα και ένα είδος εξήγησης. Αρχίζεις να ψάχνεις περισσότερο για μαγικές λύσεις ή θαύματα.

Νομίζω ότι επηρέασε τον τρόπο ζωής μου και την αντιμετώπιση των δυσκολιών. Επιπλέον, ο πόλεμος, η φτώχεια και η ζωή υπό ένα αυστηρό, βάναυσο καθεστώς δοκιμάζουν την πίστη και τις πεποιθήσεις σου.

Όπως μπορείτε να δείτε, ο πόλεμος στο Ιράν έχει ξεσπάσει και έχει επηρεάσει ολόκληρη την περιοχή, συμπεριλαμβανομένου του Ιράκ.

Αυτός είναι ένας κύκλος βίας. Πρέπει να σταματήσει. Δεν μπορείς να καταπολεμήσεις τη βία προκαλώντας βία. Δεν μπορείς να απελευθερώσεις σκοτώνοντας. Και δεν μπορείς να φέρεις ευημερία επιβάλλοντας κυρώσεις και βομβαρδισμούς.

Δυστυχώς, το βλέμμα μου προς τον κόσμο εξακολουθεί να διαμορφώνεται μέσα από αυτόν τον κύκλο βίας. Ελπίζω να τελειώσει σύντομα. Ωστόσο, δεν είμαι αισιόδοξος.




Με ποιους τρόπους η πολεμοχαρής κυβέρνηση Τραμπ σάς θυμίζει το Ιράκ υπό την κυριαρχία του Σαντάμ;

Δυστυχώς, η αίσθηση είναι πολύ παρόμοια. Όλα συμβαίνουν τόσο γρήγορα και χωρίς προειδοποίηση. Όσο κι αν προετοιμαστείς ψυχικά ή σωματικά, όταν συμβεί σε τραντάζει μέχρι το κόκκαλο και διαταράσσει την ισορροπία σου.

Βρίσκεσαι σε ηθική σύγκρουση και αναρωτιέσαι: Πρέπει να χαίρομαι που μας βομβαρδίζουν για να απαλλαγώ από τον Σαντάμ; Ή μήπως πρέπει να λυπάμαι επειδή η χώρα μου καταλαμβάνεται από ξένο στρατό; Είναι περίπλοκο.

Είναι σαν να έχεις κολλήσει με έναν κακοποιητικό πατέρα, και η μόνη διέξοδος φαίνεται να είναι ένας άγνωστος πατριός να έρθει και να ξυλοκοπήσει τους πάντες στο σπίτι. Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις, μόνο εύκολες ερωτήσεις.

Η Τούρτα του Προέδρου είναι μια αδυσώπητη ανατομία μιας χώρας σε πόλεμο, μια γλυκόπικρη ιστορία ενηλικίωσης και μια μαρτυρία της επιμονής ενός ανθρώπου -εν προκειμένω ενός κοριτσιού- στην επίτευξη του στόχου του, επιβεβλημένου ή μη.

Πόσο απαιτητική ήταν η απεικόνιση των διαφορετικών πτυχών του πολιτικού και κοινωνικού ιστού της ζωής στη χώρα σας, χωρίς να υποβαθμίζεται καμία από αυτές προκειμένου ίσως να γίνετε «αρεστός» στο Δυτικό κοινό;

Δεν μπορείς να σκέφτεσαι πραγματικά το κοινό όταν γυρίζεις μια ταινία, είτε αυτό το κοινό είναι Δυτικό, Ανατολικό ή οτιδήποτε άλλο.

Γυρίζεις ένα φιλμ ή δημιουργείς οποιοδήποτε είδος έργου τέχνης επειδή δεν μπορείς να αντισταθείς στο πάθος και την επιθυμία σου να εκφραστείς.

Επομένως, το πρώτο και πιο σημαντικό κοινό που πρέπει να ευχαριστήσω και να ικανοποιήσω είναι «ο εαυτός μου».

Είναι τόσο εγωιστικό να το λες, αλλά η δημιουργία τέχνης είναι κάπως εγωιστική. Και αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να δημιουργήσεις ένα έργο μοναδικό, εντυπωσιακό και ενδιαφέρον.

Επομένως, η δημιουργία μιας ταινίας είναι πάντα μια διαδικασία από μέσα προς τα έξω, αντί για έξω προς τα μέσα. Ωστόσο, ήταν ένα απαιτητικό ταξίδι να γυρίσω το συγκεκριμένο φιλμ.

Όταν άρχισα να γράφω το σενάριο, υποσχέθηκα στον εαυτό μου να αφήσω στην άκρη την πολιτική μου οπτική και να παραμείνω πιστός και ειλικρινής στις αναμνήσεις μου και στην κοινότητα στην οποία μεγάλωσα.

Η ίδια η ταινία δεν είναι πολιτική. Το πλαίσιο και το περιβάλλον όπου υπάρχουν οι χαρακτήρες είναι, αλλά όχι η ίδια.

Ωστόσο, κάποιοι πιστεύουν ότι προσπαθώ να μεταφέρω κάποιο είδος πολιτικής ατζέντας ή πως το φιλμ προσπαθεί να προβεί σε μια συγκεκριμένη πολιτική δήλωση.

Προσπαθώ να εξηγήσω ότι δεν επιδιώκω κάτι τέτοιο, αλλά έχω αποδεχτεί πως από τη στιγμή που θα απελευθερώσεις το έργο σου στον κόσμο, αυτό δε σου ανήκει πλέον.

Ο χαρακτήρας του σεξουαλικού παραβάτη στην αγορά είναι εντυπωσιακός. Πείτε μου λίγα περισσότερα για αυτήν την επιλογή και τις ευρύτερες συνδηλώσεις της.

Όταν γνώρισα τον χασάπη της ταινίας, αρχικά τον προόριζα για τον χαρακτήρα του Τζασίμ, του ταχυδρόμου. Αλλά όταν του μίλησα, ένιωσα ότι έκρυβε μυστικά στη ζωή του.

Και με κάθε συζήτηση, ανακάλυπτα κάτι καινούργιο γι’ αυτόν. Μιλούσε και συμπεριφερόταν με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Και επειδή ο ίδιος έχει εργαστεί ως χασάπης στο παρελθόν, σκέφτηκα πως αυτό θα ήταν τέλειο για τον χαρακτήρα.

Ακόμα και όταν επρόκειτο να του ταιριάξουμε το κοστούμι του, φορούσε ρούχα που θεωρούσα πολύ καλύτερα από την επιλογή μας. Μετά, αγοράσαμε το πουλόβερ του και αποφασίσαμε ότι θα ήταν το κοστούμι του για τη σκηνή.

Έτσι, την ημέρα του γυρίσματος, εμφανίστηκε σε μια δουλειά την οποία είχε κάνει στο παρελθόν, φορώντας τα δικά του ρούχα. Τότε, το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να δώσω μια φρέσκια πνοή στην κατάσταση, ώστε να αντιδράσει με ειλικρίνεια.




Θεωρείτε την ταινία σας μια ιστορία ενηλικίωσης; Αν ναι, γιατί;

Δεν ξέρω αν είναι ιστορία ενηλικίωσης. Για μένα, είναι περισσότερο μια ρομαντική ταινία.

Αφορά τον πρώτο έρωτα, την πρώτη καψούρα και το μαγικό ταξίδι μαζί στη σκιά του πολέμου, των κυρώσεων και της δικτατορίας. Αφορά στη δύναμη της αγάπης, της φιλίας και της θυσίας.

Και νομίζω ότι η διάσταση της ενηλικίωσης ισχύει μόνο μέχρι ενός σημείου για το φιλμ.

Γιατί επιλέξατε τον χαρακτήρα ενός μικρού κοριτσιού (Μπανίν Άχμαντ Ναΐφ) ως τον πρωταγωνιστικό;

Μεγάλωσα σε ένα σπίτι με έντονη γυναικεία παρουσία.

Παρόλο που ο πατέρας μου ήταν εκεί, οι άνδρες δεν ήταν τόσο παρόντες. Είτε βρίσκονταν σε μέτωπα πολέμου, είτε εγκατέλειπαν τη χώρα, είτε φυλακίζονταν για πολιτικούς λόγους και βασανίζονταν.

Επομένως, βίωσα από πρώτο χέρι το ότι οι γυναίκες και τα παιδιά είναι τα πρώτα θύματα τέτοιων συνθηκών όπως ο πόλεμος, η φτώχεια, ακόμη και η δικτατορία. Κατά τη δική μου αντίληψη, οι γυναίκες ενεργούσαν σαν υπερηρωίδες.

Έγινα μάρτυρας τού πώς οι γυναίκες έπρεπε να σηκώνουν το βάρος και την ευθύνη της ανατροφής των παιδιών, να διατηρούν την οικογένεια ενωμένη και να παρέχουν τα προς το ζην σε όλους.

Τα πέρασαν όλα αυτά σε μια ανδροκρατούμενη και αρρενωπή κοινωνία, όπου τα δικαιώματά τους μπορούν εύκολα να καταπατηθούν και να συνθλιβούν.

Ως σκηνοθέτης, ήταν πιο ενδιαφέρον να αφηγηθώ αυτήν την ιστορία από γυναικεία οπτική γωνία. Η ιδέα ενός μικρού κοριτσιού που φεύγει και αντιμετωπίζει τον κόσμο και την κοινωνία μόνη της ήταν ταυτόχρονα τρομακτική και ενδιαφέρουσα.

Θα σταθώ λίγο στην ερμηνεία της Ουαχίντ Θάμπετ Χρεϊμπάτ, η οποία υποδύεται τον χαρακτήρα της Μπίμπι, της γιαγιάς. Εξαιρετική ηθοποιός. Μιλήστε μου για τη συνεργασία σας.

Η Μπίμπι ήταν εκπληκτική.

Η συνεργασία μαζί της ήταν σαν να δούλευα με μια σούπερ σταρ του Χόλιγουντ που είχε συγκεκριμένες ώρες και ημέρες κατά τις οποίες μπορούσε να εργαστεί και άλλες που ήταν αφοσιωμένη σε άλλες υποθέσεις.

Δεν είχε ξαναπαίξει ποτέ, οπότε ήξερα ότι για να αποκομίσω ακατέργαστη ερμηνεία από αυτήν, όλα γύρω της έπρεπε να φαίνονται αληθινά. Την αποκαλούσαμε «μοναδική», αφού έκανε όλα όσα απαιτούνταν από αυτήν σε μία μόνο λήψη.

Και, μεταφορικά, αντιπροσωπεύει τους βάλτους. Το δέρμα της, οι ρυτίδες και η φωνή της φθίνουν, όπως ακριβώς και οι βάλτοι.

Αυτή η γη πρόκειται να εξαλειφθεί και θέλει να βεβαιωθεί ότι οι κάτοικοί της θα βρουν ένα άλλο μέρος όπου θα μπορούν να ριζώσουν και να αναπτυχθούν.




Στιλιστικά, η Τούρτα του Προέδρου μού θυμίζει πολύ την ιρανική σχολή κινηματογράφου, τόσο όσον αφορά την αξιοποίηση των παιδιών ως καταλυτών της αφήγησης όσο και σε σχέση με την αιχμηρή νεορεαλιστική της ματιά.

Θα λέγατε πως έχετε επηρεαστεί από τον ιρανικό κινηματογράφο και τον νεορεαλισμό γενικότερα;

Έχω επηρεαστεί από μια ποικιλία σκηνοθετών και κινηματογράφου.

Ο νεορεαλισμός ήταν σίγουρα η θική πυξίδα μου όταν γύριζα αυτή την ταινία. Ήξερα ότι θα δούλευα με μη ηθοποιούς και με πραγματικές τοποθεσίες και φιλμ τα οποία έχουν αξιοποιήσει αυτά τα στοιχεία με έχουν επηρεάσει.

Μία από τις ταινίες που επηρέασαν εμένα και το στιλ μου είναι το Τοπίο στην ομίχλη του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Έχει αυτήν την χροιά μαγικού ρεαλισμού με φυσικές παιδικές ερμηνείες και είναι γυρισμένη σε πραγματικές τοποθεσίες.

Ως σκηνοθέτης, προσπαθώ να εντοπίζω τις επιρροές μου και να εμπνέομαι από αυτές, αλλά πάντα αποφεύγω να τις μιμούμαι.

Είναι σαν να επιτρέπεις στον εαυτό σου να επηρεάζεται και να εμπνέεται από τους άλλους, αλλά τελικά θέλω να διατηρήσω τη φωνή μου πρωτότυπη και μοναδική.

Μερικές φορές μπορεί να αποτύχω ή να πετύχω, αλλά ανεξάρτητα από αυτό, πάντα προσπαθώ.

Πώς θα περιγράφατε τη σύγχρονη πολιτική και πολιτιστική κατάσταση στο Ιράκ;

Νομίζω ότι η σύγχρονη πολιτική και πολιτιστική κατάσταση στο Ιράκ έχει προοδεύσει. Το ερώτημα παραμένει: Mε ποιο κόστος; Και, άξιζε τον κόπο; Ίσως ναι, ίσως όχι, αλλά θα έλεγα πως η χώρα έχει κάνει βήματα μπροστά.

Για πρώτη φορά στην Ιστορία μας έχουμε πρώην προέδρους και πρωθυπουργούς που είναι ακόμα εν ζωή και δε δολοφονήθηκαν, οι οποίοι μετέφεραν ειρηνικά την εξουσία στους διαδόχους τους μέσω εκλογών, ως επί το πλείστον ελεύθερων και διαφανών.

Ωστόσο, πρέπει να αναφέρω ότι η κριτική του παρελθόντος δε σημαίνει πως δεν αναλογιζόμαστε το παρόν.

Το Ιράκ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα και ζητήματα, μερικά από τα οποία είναι αποτέλεσμα των κυρώσεων, του πολέμου και της περιόδου της δικτατορίας.

Η Τούρτα του Προέδρου χαρακτηρίστηκε ως «αποκάλυψη», συγκέντρωσε βραβεία σε κορυφαία φεστιβάλ και έλαβε θερμές κριτικές από κριτικούς και κοινό σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένου και αυτού των 31ων Νυχτών Πρεμιέρας.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;

Όταν βρέθηκα στη σκηνή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, ο Παναχί κοίταξε το βραβείο μου, είπε ότι είχε λάβει το ίδιο πριν από περίπου τριάντα χρόνια και πως ήταν πολύ δύσκολο γι’ αυτόν να κάνει άλλη ταινία κατόπιν.

Γι’ αυτό είναι σημαντικό να μην ενδίδουμε στην πίεση τού να κάνουμε απλώς ένα ακόμη φιλμ, όπως και να ’χει.

Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι πρόκειται για ένα ακόμη ιρακινό πρότζεκτ που λαμβάνει χώρα σε μια άλλη περίοδο η οποία δεν είναι γνωστή, ιδωμένο υπό προσωπικό πρίσμα.

Ευχαριστώ θερμά την Leah Chen Baker (Films Boutique) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον σκηνοθέτη.

Η ταινία του Χασάν Χάντι Η Τούρτα του Προέδρου προβάλλεται από τις 5 Μαρτίου στους κινηματογράφους σε διανομή του Cinobo.



Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2025

Αμπάς Φαντέλ: «Μετά τη Γάζα και τον Λίβανο, το σινεμά δεν μπορεί να επιστρέψει στην αθωότητα»

 


Στο σπαρακτικό ντοκιμαντέρ Ιστορίες από τον πληγωμένο τόπο του Γαλλο-Ιρακινού, εγκατεστημένου στον Λίβανο, Αμπάς Φαντέλ, η ιστορία του ίδιου και της οικογένειάς του γίνεται το «όχημα» μέσα από το οποίο αναδεικνύεται το αποτύπωμα του βάρβαρου πολέμου που εξαπέλυσε το ισραηλινό κράτος.

Μια συζήτηση με τον σκηνοθέτη ενόψει της προβολής του φιλμ στο πλαίσιο του 14ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας.

Σκηνοθέτης, σεναριογράφος και κριτικός κινηματογράφου, γεννηθήκατε στη Βαβυλώνα, μια από τις παλαιότερες σωζόμενες πόλεις στον κόσμο, και από τα 18 σας χρόνια ζείτε και στη Γαλλία, ενώ σπουδάσατε κινηματογράφο στη Σορβόννη.

Γιατί τελικά σάς κέρδισε η δημιουργία ταινιών;

Η Βαβυλώνα, με τις στρώσεις μύθων, τα ερείπια και τις θαμμένες ιστορίες της, διαμόρφωσε τη φαντασία μου πολύ πριν καν σκεφτώ να γίνω σκηνοθέτης.

Το να μεγαλώνεις ανάμεσα σε αυτά τα απομεινάρια αρχαίων πολιτισμών σε διδάσκει ότι ο χρόνος δεν είναι γραμμικός και πως κάθε πέτρα περιέχει μια αφήγηση.

Όταν έφτασα στη Γαλλία στα δεκαοκτώ μου και άρχισα να σπουδάζω κινηματογράφο στη Σορβόννη, κατάλαβα ότι ο κινηματογράφος ήταν το μόνο μέσο ικανό να συγκρατήσει όλες αυτές τις διαστάσεις:

Τη μνήμη, τη φαντασία, την πολιτική, την ποίηση.

Είχα αρχικά προσεγγίσει τον κινηματογράφο διανοητικά, μέσω της κριτικής και της θεωρίας, αλλά αυτό που τελικά με κέρδισε ήταν η μοναδική του ικανότητα να μετατρέπει τη βιωμένη εμπειρία σε κοινή εμπειρία.

Το να γράφω μόνο σε μια σελίδα μου φαινόταν ανεπαρκές· χρειαζόμουν κίνηση, αναπνοή, φως και την απρόβλεπτη παρουσία της πραγματικότητας.

Η κινηματογράφηση έγινε ο πιο φυσικός τρόπος για μένα να συμφιλιώσω την ανάλυση με το συναίσθημα και να δώσω μορφή στα φαντάσματα τα οποία με συνοδεύουν από τη Βαβυλώνα μέχρι κάθε μέρος που κατοικώ.

«Η ταινία μου γεννήθηκε από την ανάγκη να καταθέσω μαρτυρία για έναν πόλεμο που κατέστρεψε τις ζωές και τα σπίτια μας και να δείξω πώς, παρ’ όλα αυτά, η ανθεκτικότητα και η ανθρωπιά συνεχίζουν να ακμάζουν μέσα στα ερείπια», σημειώνετε για την τελευταία σας ταινία, Ιστορίες από τον πληγωμένο τόπο.

Πού μπορεί να αποδοθεί η βαθιά σας πρόσδεση/τρυφερότητα προς τον Λίβανο και τον λιβανέζικο λαό; Σχετίζεται, σε κάποιον βαθμό, με την σύζυγό σας, την διάσημη Λιβανέζα ζωγράφο και παραγωγό ταινιών, Νουρ Μπαλούκ;

Ο Λίβανος έγινε μέρος της ζωής μου πολύ πριν το συνειδητοποιήσω.

Είναι ένα από εκείνα τα μέρη τα οποία σε καλωσορίζουν όχι με μεγαλοπρεπείς χειρονομίες, αλλά με ένα είδος οικείας γενναιοδωρίας:

Mε τον τρόπο που οι άνθρωποι σου μιλούν, σε προσκαλούν στο σπίτι τους, μοιράζονται τον κόσμο μαζί σου μέσα από ένα φλιτζάνι καφέ ή το θραύσμα μιας ιστορίας.

Η πρόσδεσή μου στον Λίβανο έχει τις ρίζες της σε αυτήν την καθημερινή τρυφερότητα, στην εξαιρετική ικανότητα του λαού του να ανοικοδομείται ακόμα και όταν η γη τρέμει από κάτω του.

Φυσικά, η Νουρ έχει βαθύνει αυτόν τον δεσμό με τρόπους τους οποίους δε θα μπορούσα να προβλέψω.

Μέσα από την παρουσία της και τη δική της σχέση με τη γη, μου άνοιξε έναν άλλο Λίβανο - έναν Λίβανο απτό, συναισθηματικό, φωτεινό, ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές.

Το να την αγαπώ σήμαινε να αγαπώ τη χώρα που την δημιούργησε, τις αναμνήσεις που την διαμόρφωσαν και τους ανθρώπους των οποίων την ανθεκτικότητα κουβαλάει.

Αλλά θέλω να είμαι σαφής: η σύνδεσή μου με τον Λίβανο δεν είναι δανεική. Μεγάλωσε μέσα μου μόλις άρχισα να περπατάω στους δρόμους του και να ακούω τις πληγές του.




Στις Ιστορίες, εσείς και η οικογένειά σας γίνεστε κυριολεκτικά και μεταφορικά ο φακός/το «όχημα» μέσα από τα οποία αφηγείστε την Ιστορία/ιστορία ενός τραυματισμένου, αλλά όχι ηττημένου λαού.

Πόσο απαιτητικό -και όμως κρίσιμο- είναι να συνυφαίνουμε το μικρό με το μεγάλο, το προσωπικό με το συλλογικό, να είμαστε αναλυτικοί χωρίς να υποτιμούμε τη βαρύτητα της κοινής τραυματικής εμπειρίας;

Είναι απαιτητικό ακριβώς επειδή τα διακυβεύματα είναι τόσο υψηλά.

Όταν η προσωπική σου ζωή διασταυρώνεται με μια ιστορική τραγωδία, ο πειρασμός είναι είτε να αποσυρθείς σε μια προσωπική θλίψη είτε να διαλυθείς ολοκληρωτικά στη συλλογική αφήγηση. Ήθελα να αποφύγω και τα δύο.

Η πρόκληση ήταν να βρεθεί μια μορφή όπου η μικρή και η μεγάλη κλίμακα φωτίζουν η μία την άλλη αντί να ανταγωνίζονται.

Χρησιμοποιώντας την οικογένειά μου -το σπίτι μας, τους φόβους μας, τις καθημερινές μας τελετουργίες που διαταράσσονταν από τον πόλεμο- μου επέτρεψε να βασίσω την ταινία στη βιωμένη πραγματικότητα.

Αλλά ταυτόχρονα, χρειαζόμουν αρκετή απόσταση για να μιλήσω για τη δομική βία η οποία ασκήθηκε στον Λίβανο και σε τόσες πολλές κοινωνίες στην περιοχή.

Η αναλυτική διάσταση ήταν απαραίτητη, ωστόσο αρνήθηκα να αφήσω την ανάλυση να αποστειρώσει το συναίσθημα.

Γι' αυτό ο ηλικιωμένος Λιβανέζος, του οποίου η βιβλιοθήκη μετατράπηκε σε στάχτη, κατέχει τόσο κεντρική θέση: ενσαρκώνει, με μια μόνο χειρονομία θλίψης, την πολιτισμική εξόντωση που συνοδεύει τη φυσική καταστροφή.

Όταν μια βόμβα καταστρέφει ένα σπίτι, καταστρέφει επίσης ένα σύμπαν νοημάτων - βιβλία, αντικείμενα, αναμνήσεις, αρχεία.

Η κινηματογράφηση αυτών των απωλειών είναι ένας τρόπος να επιμείνουμε ότι ο ίδιος ο πολιτισμός είναι ένα πεδίο μάχης και ότι η διαγραφή της Ιστορίας ενός λαού είναι εξίσου καταστροφική με την απώλεια ζωών.

Γιατί η σιωνιστική οντότητα προσπαθεί, λοιπόν, συστηματικά να σβήσει κάθε ίχνος αραβικού πολιτισμού στον Λίβανο, την Παλαιστίνη και αλλού;

Και γιατί άλλες αποικιακές/φονταμενταλιστικές δυνάμεις από τη Δύση μέχρι την Ανατολή επιχειρούν να κάνουν το ίδιο σε διαφορετικά πλαίσια;

Επειδή η κυριαρχία δεν ικανοποιείται ποτέ μόνο με τη στρατιωτική υπεροχή· επιδιώκει επίσης και συμβολική υπεροχή.

Η διαγραφή του αραβικού πολιτισμού στον Λίβανο, την Παλαιστίνη και αλλού είναι μια στρατηγική τόσο παλιά όσο και η ίδια η αποικιοκρατία:

Αν αφαιρέσεις τα πολιτιστικά, ιστορικά και γλωσσικά θεμέλια ενός λαού, κάνεις την αποστέρησή του να φαίνεται φυσική, αναπόφευκτη, ακόμη και δικαιολογημένη.

Ο πολιτισμός είναι μια μορφή κυριαρχίας. Το να καις βιβλία, να βομβαρδίζεις πανεπιστήμια, να ισοπεδώνεις γειτονιές πλούσιες σε μνήμη - αυτά δεν είναι παράπλευρες απώλειες.

Είναι σκόπιμες τακτικές που αποσκοπούν στην αποκοπή ενός λαού από το παρελθόν του.

Από την Αλγερία μέχρι την Παλαιστίνη, από τους ιθαγενείς της Αμερικής μέχρι το σημερινό Σιντζιάνγκ, δυνάμεις μεθυσμένες από την κυριαρχία ανέκαθεν στοχοποιούσαν τον πολιτισμό, τη γλώσσα και τη μνήμη.

Είναι ευκολότερο να οικειοποιηθείς τη γη όταν πρώτα σβήσεις τις ιστορίες που συνδέουν τους ανθρώπους με αυτήν.

Κι όμως, αυτή η στρατηγική αποτυγχάνει πάντα μακροπρόθεσμα, επειδή ο πολιτισμός δεν εξαφανίζεται μαζί με τα τείχη τα οποία τον στέγαζαν. Μεταναστεύει, επιβιώνει, μεταλλάσσεται, επιστρέφει.




Αφιερώνετε τις Ιστορίες «στα παιδιά που έχουν μάθει να διαβάζουν στα μάτια των ενηλίκων ό,τι οι λέξεις δεν τολμούν να πουν».

Δεν μπορώ να φανταστώ τι μπορεί να περνάει από το μυαλό της μικρής σας κόρης μετά από τέτοιες τραυματικές συνθήκες. Πώς τα βγάζει πέρα, αλήθεια;

Τα παιδιά αντιλαμβάνονται τα πάντα, ακόμα και αυτά που προσπαθούμε να κρύψουμε.

Η αντιμετώπιση δεν είναι μια μεμονωμένη πράξη. Είναι μια διαδικασία. Μιλάμε στην κόρη μας χωρίς να την κατακλύζουμε. Δημιουργούμε τελετουργίες καθησυχασμού. Την περιβάλλουμε με αγάπη, μουσική, τρυφερότητα.

Κουβαλάει μέσα της αυτήν την εμπειρία, ναι, αλλά κουβαλάει και μια εξαιρετική ανθεκτικότητα.

Η ταινία είναι εν μέρει μια προσπάθεια να τιμήσει τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά διαβάζουν τον κόσμο - όχι μέσα από τις λέξεις, αλλά μέσα από το τρέμουλο στη φωνή των ενηλίκων.

Την αφιερώνετε επίσης «στους ενήλικες που περπατούν ανάμεσα σε ερείπια, κρατώντας στα χέρια τους τα κλειδιά για σπίτια τα οποία δεν υπάρχουν πια, και που, παρά τις ανοιχτές ουλές τους, ψιθυρίζουν στην πληγωμένη γη: ό,τι έχει πέσει θα ξανασηκωθεί».

Πώς φαντάζεστε λοιπόν το μέλλον του Λιβάνου, μιας χώρας σε «κύηση», όπως αναφέρεται στο ντοκιμαντέρ σας;

Ο Λίβανος είναι μια χώρα που βρίσκεται διαρκώς σε ερείπια και διαρκώς σε ανοικοδόμηση.

Το να την αποκαλούμε χώρα «σε κύηση» δεν είναι μεταφορά: κάτι πράγματι σχηματίζεται, επώδυνα, κάτω από το βάρος της διαφθοράς, της βίας και της γεωπολιτικής ασφυξίας.

Τα ερείπια είναι πραγματικά, αλλά το ίδιο ισχύει και για την απίστευτη ζωτικότητα των ανθρώπων οι οποίοι αρνούνται να εξαφανιστούν.

Οραματίζομαι το μέλλον του Λιβάνου όπως φαντάζεται κανείς ένα παιδί που μαθαίνει να περπατάει - με αβεβαιότητα, με σκουντουφλήματα, αλλά και με ακαταμάχητη αποφασιστικότητα.

Το μέλλον δε θα προέλθει από τις πολιτικές ελίτ· θα προέλθει από την πολιτική φαντασία εκείνων οι οποίοι κρατούν τα κλειδιά των χαμένων σπιτιών, από τις γυναίκες που κρατούν ζωντανές τις κοινότητες, από τους νέους που αρνούνται τον κυνισμό.

Πιστεύω ότι η ίδια η γη θέλει να επουλωθεί και πως ο λαός -παρά τις ανοιχτές πληγές- είναι ικανός να εφεύρει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο βασιζόμενο στην αξιοπρέπεια, τη δικαιοσύνη και τη μνήμη.

Και πώς οραματίζεστε το μέλλον της κινηματογραφίας, πειραματικής ή μη, μετά τη Γάζα και τον Λίβανο, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από άλλους πολέμους, άλλες γενοκτονίες;

Η κινηματογραφική παραγωγή θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις ηθικές, πολιτικές και αισθητικές προκλήσεις της εποχής μας με πολύ περισσότερο θάρρος.

Οι πόλεμοι στη Γάζα και τον Λίβανο σηματοδοτούν ένα σημείο καμπής: εκθέτουν τα όρια των συμβατικών μορφών ντοκιμαντέρ, την ανεπάρκεια της ουδετερότητας και την ευθύνη που φέρουμε ως δημιουργοί εικόνας.

Δεν μπορούμε πλέον να προσποιούμαστε ότι ο κινηματογράφος μπορεί να παραμείνει αποστασιοποιημένος από την καταστροφή.

Νομίζω πως το μέλλον βρίσκεται στις υβριδικές μορφές - εκεί όπου η μαρτυρία συναντά την ποίηση, η ανάλυση την ευαλωτότητα, εκεί όπου η ίδια η κινηματογραφική γλώσσα γίνεται μια πράξη αντίστασης.

Ο πόλεμος ανέκαθεν διαμόρφωνε τον κινηματογράφο, αλλά σήμερα το καθήκον είναι διαφορετικό:

Πρέπει να εφεύρουμε εικόνες οι οποίες αντιτίθενται στην προπαγάνδα,  διαφυλάσσουν τις διαγραμμένες ιστορίες και τιμούν τη θλίψη χωρίς να την εκμεταλλεύονται.

Η κινηματογραφική δημιουργία πρέπει να γίνει ένας χώρος όπου μιλούν οι φιμωμένοι, διασώζονται αρχεία και η φαντασία γίνεται πολιτική δύναμη.

Με άλλα λόγια, μετά τη Γάζα και τον Λίβανο, το σινεμά δεν μπορεί να επιστρέψει στην αθωότητα. Πρέπει να γίνει πιο πορώδες, πιο ατρόμητο, πιο υπεύθυνο - και πιο ανθρώπινο.

Eυχαριστώ θερμά τον σκηνοθέτη για τον χρόνο που μου διέθεσε, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Η ταινία του Αμπάς Φαντέλ Ιστορίες από τον πληγωμένο τόπο προβάλλεται, σε πανελλήνια πρεμιέρα, στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 14ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας την Κυριακή 14 Δεκεμβρίου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (αίθουσα Α, 21:00).

Στην προβολή θα παρευρεθούν ο σκηνοθέτης Αμπάς Φαντέλ και η παραγωγός του φιλμ και σύζυγός του, Νουρ Μπαλούκ.



Πέμπτη 11 Ιουνίου 2020

Σινάν Αντούν: «Τα μυθιστορήματα καταλαμβάνουν έναν χώρο που είναι μεθοριακός»


Ένας από τους διαπρεπέστερους εκπροσώπους της σύγχρονης αραβόφωνης λογοτεχνίας, ο Ιρακινός Σινάν Αντούν καταθέτει με το μυθιστόρημα Η ροδιά μονάχα ξέρει ένα σπαρακτικό χρονικό πόνου και λύτρωσης.

Συνομιλώντας μαζί του με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά.

Το σπαρακτικό μυθιστόρημά σου Η ροδιά μονάχα ξέρει κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες στα ελληνικά. Ποια είναι η σημασία της ροδιάς στην προσωπική σου, αλλά και στη συλλογική ιρακινή μυθολογία και το υποσυνείδητο;

Η ροδιά έχει βαθιές ρίζες στο Ιράκ. Εμφανίζεται συχνά στην αρχαία μυθολογία και τέχνη της Μεσοποταμίας. Ήταν ένα ιερό δέντρο.

Οι μονοθεϊστικές θρησκευτικές παραδόσεις «κληρονόμησαν» και οικειοποιήθηκαν τόσο πολλές αφηγήσεις και σύμβολα από τους προ-μονοθεϊστικούς αρχαίους πολιτισμούς.

Οι ροδιές είναι επίσης παρούσες στο τοπίο του Ιράκ και τόσα νοικοκυριά έχουν τέτοια στους κήπους τους. Είχαμε μια μικρή ροδιά στον κήπο μας. Λατρεύω τα άνθη της και το ίδιο το φρούτο.

Καθώς πραγματοποιούσα έρευνα για το μυθιστόρημα, ανακάλυψα ότι τα κλαδιά της ροδιάς -όπως και του φοίνικα- τοποθετούνται μαζί με τη σορό του νεκρού. Έπρεπε, λοιπόν, να βρίσκεται εκεί.

Αποφάσισα έτσι να έχω μια ροδιά στον χώρο πλύσης, και καθίσταται μια μεταφορά του πώς ζωή και θάνατος διαπλέκονται.

Ο θάνατος, είτε ως βιωμένη πραγματικότητα είτε ως επανερχόμενος εφιάλτης, είναι ένας από τους κύριους χαρακτήρες στο μυθιστόρημά σου- και ο πιο καταπιεστικός.

Είναι η πιο βασική σου ανάμνηση από το Ιράκ αφότου έφυγες σε νεαρή ηλικία;

Όχι, όχι πάντα.

Αν και έζησα υπό καθεστώς δικτατορίας όλη μου τη ζωή -έφυγα το 1991 όταν ήμουν 23- και πολέμου με το Ιράν ανάμεσα στο 1980 και το 1988, έχω τόσο υπέροχες αναμνήσεις από την παιδική μου ηλικία στο Ιράκ και τον καιρό στο πανεπιστήμιο.

Υπήρχε μια ζωηρή, ως επί το πλείστον κοσμική κοινωνία, κι ένα ευρύ φάσμα αναμνήσεων- κάποιες λυπημένες, πολλές πολύ ευτυχισμένες.

Ο Πόλεμος του Κόλπου το 1991, ενώ ήμουν ακόμα στη Βαγδάτη, και οι οικονομικές κυρώσεις που διήρκεσαν μέχρι το 2003, κι έπειτα η εισβολή, η κατοχή κι ο θάνατος που ακολούθησε ρίχνουν βεβαίως μια σκιά στις πιο πρόσφατες αναμνήσεις μου.

Ένα εκατομμύριο άνθρωποι έχουν πεθάνει στο Ιράκ κι υπάρχουν τέσσερα εκατομμύρια ορφανά. Αλλά ακόμα και στο μυθιστόρημά μου, ο Τζαουάντ αντιστέκεται σε όλον τον θάνατο και αρπάζεται από τη ζωή.

Ο νεαρός Τζαουάντ, λοιπόν, πρωταγωνιστής του βιβλίου και φέρελπις καλλιτέχνης του οποίου τα όνειρα γκρεμίζονται από τους διαδοχικούς πολέμους, την εισβολή και κατοχή των Η.Π.Α. και τη σεκταριστική βία, φαίνεται να είναι αμάλγαμα πραγματικών ανθρώπων κι όχι απλώς ένα σύμβολο. Έτσι είναι;

Τα μυθιστορήματα, όπως και άλλες μορφές τέχνης, καταλαμβάνουν έναν χώρο που είναι μεθοριακός. Βρίσκονται κάπου ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία. Αλλά ακόμα κι αυτό που είναι φανταστικό εμπνέεται από πραγματικούς ανθρώπους.

Είναι ένα ξαναγράψιμο αυτού που είναι πραγματικό και ρεαλιστικό. Ο Τζαουάντ μπορεί να «διαβαστεί» ως σύμβολο, φυσικά, αλλά συντίθεται από πραγματικούς ανθρώπους.

Ο Τζαουάντ εξαναγκάζεται από τις συνθήκες να πλένει πτώματα, ακολουθώντας μια μακρά οικογενειακή παράδοση.

Είναι η πλύση και το σαβάνωμα των νεκρών μια ζωντανή παράδοση στο Ιράκ; Ποια είναι η κοινωνική της λειτουργία και σπουδαιότητα;

Η πλύση των πτωμάτων υπήρχε ανέκαθεν ως παράδοση. Υπάρχει και στην εβραϊκή παράδοση, και εντοπίζονται πολλές ομοιότητες.

Μεγάλωσα σε χριστιανική οικογένεια, και οι Χριστιανοί πλένουν το σώμα του νεκρού στο σπίτι.

Στη μουσουλμανική παράδοση, επειδή είναι πιο λεπτομερής και περιλαμβάνει περίπλοκες τελετουργίες, υπάρχουν ένας χώρος όπου γίνονται οι πλύσεις και άνθρωποι που είναι η δουλειά τους να τις κάνουν.

Οι περισσότεροι, όμως, πολύ σπάνια εκτίθενται σε κάτι τέτοιο. Μόνο όταν ένα στενό συγγενικό πρόσωπο πεθαίνει επισκέπτεται κάποιος αυτόν τον χώρο.

Μετά το 2003, επειδή υπήρχε τόσος θάνατος λόγω του πολέμου, οι χώροι πλύσης έγιναν πολύ απασχολημένοι.

Εμπνεύστηκα την ιδέα για το μυθιστόρημα όταν διάβασα σε μια εφημερίδα τη συνέντευξη ενός ανθρώπου που έπλενε πτώματα κι έβγαζε καλά λεφτά, αλλά βίωνε τραύμα μετά την ενασχόλησή του με τόσο πολύ θάνατο.

Ήθελε να φύγει, για να μην κληρονομήσει ο γιος του αυτή τη δουλειά. Έκλαψα, κι αποφάσισα πως θα έγραφα ένα μυθιστόρημα σχετικά μ’ αυτό το θέμα.

Στη διάρκεια του βιβλίου ο Τζαουάντ ανακαλύπτει κι αγκαλιάζει τα γλυπτά του Αλμπέρτο Τζιακομέτι. Συμμερίζεσαι τον ενθουσιασμό του; Κι αν ναι, γιατί;

Ο Τζιακομέτι είναι περίφημος καλλιτέχνης και όποιος ενδιαφέρεται για την τέχνη θα συναντήσει τη δουλειά του. Ο Τζαουάντ σπούδαζε πολιτισμό κι έτσι ο Τζιακομέτι τον σαγήνευσε.

Με είχε και μένα σαγηνεύσει όταν σπούδαζα στο πανεπιστήμιο. Τα έργα του απλά σε στοιχειώνουν κι έχουν μια διαχρονική ποιότητα. Οι μορφές και οι στάσεις τους συνοψίζουν τα δεινά της ύπαρξης.

Ανακαλύπτει επίσης την αγάπη και τη σεξουαλική πληρότητα στο πρόσωπο δυο απελευθερωμένων νεαρών γυναικών.

Είναι η στάση τους προϊόν μιας ισχυρής παράδοσης κοσμικότητας στο Ιράκ ή ήθελες να ξεφύγεις από τη στερεοτυπική αποτύπωση των θυματοποιημένων γυναικών;

Υπάρχουν πάντα απελευθερωμένες και τολμηρές γυναίκες παντού στον κόσμο, ακόμα και σε μέρη που γίνονται πιο συντηρητικά για οποιονδήποτε λόγο.

Νομίζω πως η επιθυμία για ελευθερία, πολιτική και σεξουαλική -κι αυτές δε διαχωρίζονται- είναι κάτι φυσιολογικό για το είδος μας. Γνώριζα πολύ δυνατές κι απελευθερωμένες γυναίκες στο Ιράκ, συνεπώς είναι μια ρεαλιστική αποτύπωση.

Η πρόσφατη εξέγερση στη χώρα, η οποία ξέσπασε τον Οκτώβριο του 2019, περιλάμβανε πολλές γυναίκες που ηγούνταν των διαδηλώσεων, των τραγουδιών και της πάλης για ένα καλύτερο μέλλον.

Μέσω της μυθοπλαστικής εξερεύνησης της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στους χαρακτήρες προβαίνεις σε οξεία κριτική της σταδιακής ηθικής και κοινωνικής κατάπτωσης μιας ολόκληρης χώρας, χωρίς να χαρίζεσαι σε κανέναν και σε τίποτα.

Πώς γίνεται αντιληπτή αυτή η αταλάντευτη στάση στο σύγχρονο Ιράκ;

Αυτό είναι το πιο δημοφιλές και πετυχημένο από τα τέσσερα μυθιστορήματά μου. Απέσπασε εξαιρετική κριτική αναγνώριση στον αραβικό κόσμο και στο Ιράκ.

Επαινέθηκε για την αισθητική του, αλλά και για την άτεγκτη κριτική των ιστορικών δυνάμεων που κατέστρεψαν το Ιράκ, ξένων και εγχώριων. Διαβάζεται ακόμα, δέκα χρόνια μετά την έκδοσή του.

Οι περισσότεροι αναγνώστες του μου μεταφέρουν ότι θαυμάζουν τα αντι-σεκταριστικά θέματά του και τον Τζαουάντ που υπερβαίνει τις σέκτες και τον σεκταρισμό.

Συγκινήθηκα πολύ όταν ανακάλυψα πως οι διαδηλωτές στη Βαγδάτη και στην Μπάσρα διάβαζαν το μυθιστόρημα στις σκηνές τους όταν έκαναν διάλειμμα από τις διαδηλώσεις.

Θα έλεγες ότι η σεκταριστική βία κι ο θρησκευτικός εξτρεμισμός συνιστούν τα κύρια ζητήματα της ιρακινής κοινωνίας;

Θρησκευτικές ομάδες και σέκτες έχουν υπάρξει επί εκατοντάδες χρόνια.

Το πρόβλημα είναι όταν οι ταυτότητές τους πολιτικοποιούνται, ο σεκταρισμός θεσμοποιείται και τα θρησκευτικά «ιδιώματα» χρησιμοποιούνται στην πολιτική.

Αυτό κατέστη πρόβλημα μετά το 2003 και αφότου οι Η.Π.Α. διέλυσαν το ιρακινό κράτος και τους θεσμούς του και δημιούργησαν ένα σεκταριστικό πολιτικό σύστημα φέρνοντας τους συμμάχους τους για να το γεμίσουν.

Οι εκατοντάδες χιλιάδες Ιρακινοί και Ιρακινές που διαδήλωναν για μήνες διακήρυξαν την απόρριψη του σεκταρισμού και την αξιοποίηση της θρησκείας. Το σύνθημά τους ήταν: «Στο όνομα της θρησκείας, οι κλέφτες μάς έκλεψαν».

Έχοντας ξεκάθαρα καταδικάσει την εισβολή των Η.Π.Α. και την κατοχή του Ιράκ, τοποθέτησες τον εαυτό σου στις τάξεις των διαφωνούντων. Δυσκόλεψε αυτή η επιλογή τη ζωή σου, ιδίως σε καιρούς αυξανόμενης ισλαμοφοβίας;

Όχι σοβαρά.

Υπήρξαν μερικά περιστατικά ελάσσονος σημασίας στα πρώτα χρόνια του πολέμου και της εισβολής όταν πολλοί Αμερικανοί, συμπεριλαμβανομένων και φιλελεύθερων, υποστήριζαν τον πόλεμο και δεν ήθελαν να ακούσουν καμιά άλλη γνώμη.

Υπάρχουν αυξανόμενες απειλές εναντίον διαφωνούντων ακαδημαϊκών και διανοούμενων την εποχή του Τραμπ, αλλά αυτά που αναγκάζονται να περνάνε οι μετανάστες και οι Αφροαμερικανοί καθημερινά είναι τρομακτικά.

Κατά ειρωνικό τρόπο, μοιάζω με την μητέρα μου που ήταν Αμερικανίδα, κι έτσι δεν καταχωρούμαι ως «άλλος» σε σχέση με την εξωτερική εμφάνιση.

Η άλλη ειρωνεία είναι ότι είμαι άθεος προερχόμενος από χριστιανική οικογένεια, αλλά οι περισσότεροι συνδέουν τον Άραβα με τον Μουσουλμάνο!

Είναι σπάνιο φαινόμενο ένας συγγραφέας να μεταφράζει ένα μυθιστόρημά του. Στην περίπτωσή σου συνέβη. Τι κερδίζεται και τι χάνεται στη διάρκεια της διαδικασίας;

Συχνά ακούμε ή διαβάζουμε για την «απώλεια» στη μετάφραση. Με βεβαιότητα, υπάρχει περισσότερο κέρδος παρά απώλεια.

Η μετάφραση δεν είναι η απλή διαδικασία μεταφοράς ενός κειμένου σε μια άλλη γλώσσα. Είναι μια δημιουργική διαδικασία και μια τέχνη. Υπάρχουν μεταφράσεις που είναι ακόμα και καλύτερες από το πρωτότυπο.

Η μόνη απώλεια στην περίπτωσή μου ίσως είναι οι διάλογοι.

Στα μυθιστορήματά μου οι χαρακτήρες χρησιμοποιούν στην καθομιλουμένη, που είναι διαφορετική ανάλογα με την περιοχή και την πόλη από τις οποίες προέρχονται. Αυτό είναι αδύνατο να μεταφερθεί σε μια άλλη γλώσσα.

Αλλά, εκτός κι αν ξέρεις αραβικά, η ελληνική και η αγγλική μετάφραση είναι εξαιρετικές!

Τέλος, υπάρχει κάποια ελπίδα πως η ιρακινή κοινωνία θα ανθίσει ξανά, όπως η ροδιά του μυθιστορήματός σου; Νιώθεις την ανάγκη να συνεισφέρεις σ’ ένα τέτοιο μέλλον;

Έχω πολλές ελπίδες για τη νέα γενιά στο Ιράκ.

Ξεκίνησαν μια επανάσταση τον προηγούμενο Οκτώβριο που περιλάμβανε όλα τα τμήματα της κοινωνίας και τα συνθήματα και το όραμά της έχουν να κάνουν με έναν νέο πατριωτισμό, ο οποίος αφορά στα δικαιώματα και την υπηκοότητα.

Απορρίπτουν τη γλώσσα και τις πρακτικές της άρχουσας τάξης. Αντιτίθενται στην ξένη επέμβαση, είτε πρόκειται για τις Η.Π.Α. είτε για το Ιράν. Δε θα είναι εύκολο ν’ αλλάξει ένα τέτοιο καθεστώς, αν λάβουμε υπόψη την τοπική και την παγκόσμια γεωπολιτική.

Είμαι αισιόδοξος, όμως. Πέραν των μυθιστορημάτων μου, έχω γράψει και συνεχίζω να γράφω δοκίμια για την πολιτική στο Ιράκ και προσπαθώ να κάνω ό,τι μπορώ για να είμαι μια υποστηρικτική φωνή από τη διασπορά.

Ευχαριστώ θερμά την Ισμήνη Κουρούπη, υπεύθυνη Τύπου & Επικοινωνίας των Εκδόσεων Καστανιώτη, για την πολύτιμη συνδρομή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα του Σινάν Αντούν Η ροδιά μονάχα ξέρει κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Ελένης Καπετανάκη.