Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λίβανος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λίβανος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

«Revolutionaries Never Die»: Μια φιλμική «επιστολή» στην Jocelyne Saab

 


Στοχασμός για τη ζωή, τις πολιτικές δεσμεύσεις και το καλλιτεχνικό όραμα της Jocelyne Saab και συνάμα φιλμική «επιστολή» στην πρωτοπόρο του λιβανέζικου σινεμά, το ντοκιμαντέρ του Παλαιστίνιου Mohanad Yaqubi, Revolutionaries Never Die, προβάλλεται στο φετινό Φεστιβάλ του Λοκάρνο.

Ρεπόρτερ, φωτογράφος, σεναριογράφος, παραγωγός, σκηνοθέτις, καλλιτέχνις και ιδρύτρια του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Πολιτιστικής Αντίστασης του Λιβάνου, η Jocelyne Saab στέκεται μέσα από το έργο της αταλάντευτα στο πλευρό των καταπιεσμένων:

Από τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τους εξόριστους Παλαιστίνιους μαχητές, μέχρι τις πόλεις που βιώνουν τον πόλεμο και έναν «Τέταρτο Κόσμο» χωρίς φωνή.

Στις 24 Οκτωβρίου του 2018, ο παλαιστινιακής καταγωγής σκηνοθέτης, παραγωγός και λέκτορας Mohanad Yaqubi λαμβάνει ένα email από την Saab, όπου τον καλεί «να δώσει ένα σημείο ζωής», προκειμένου να ξεκινήσουν μια συνεργασία.

Δυόμιση μήνες αργότερα, στις 7 Ιανουαρίου του 2019, η Saab πεθαίνει σε ηλικία 70 ετών, χωρίς να έχει λάβει απάντηση στο αίτημά της.

Αποπειρώμενος να αποκρυπτογραφήσει την αναπάντητη πρόσκλησή της, ο Yaqubi επανεξετάζει την πλούσια φιλμογραφία της, κυρίως εκείνη μεταξύ του 1973 και του 1983, υπό το φως των τρέχουσας πραγματικότητας στη Μέση Ανατολή.

«Το κινηματογραφικό αρχείο της Jocelyne Saab, που καλύπτει την περίοδο από το 1973 έως το 1983, ανέδειξε διάφορα ερωτήματα σχετικά με την εντυπωσιακή αντιστοιχία ανάμεσα στις ιστορικές της απεικονίσεις και τη σύγχρονη πραγματικότητά μας -πέντε δεκαετίες αργότερα-, σε μια εποχή κατά την οποία δεν μπορούν πλέον να δοθούν απαντήσεις», υποστηρίζει ο σκηνοθέτης.

«Τα αρχεία δεν προορίζονται για διατήρηση, αλλά για ενεργοποίηση», επισημαίνει στο φιλμ, υπαινισσόμενος και αναδεικνύοντας την επαναστατική πολιτική δυναμική τους, ιδίως όταν γίνονται αντικείμενο επανοικειοποίησης από τους καταπιεσμένους.

Η ίδια η δουλειά του Yaqubi, υπόρρητα επηρεασμένη από την οπτική της Saab, εξερευνά το σημείο τομής των αρχείων, της αλληλεγγύης και του κινηματογράφου.

Για τον σκηνοθέτη, ο οποίος έχασε το πατρικό του σπίτι στη Γάζα το 2024 εξαιτίας των ισραηλινών βομβαρδισμών, η σιωπηρή «συνομιλία» με το έργο της Saab αποτελεί, τέλος, μια υπόμνηση τού γιατί και για ποιον κάνουμε σινεμά.

Το ντοκιμαντέρ του Mohanad Yaqubi Revoltionaries Never Die προβλήθηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα την Κυριακή 9 Αυγούστου στο πλαίσιο της ενότητας «Cineasti del Presente» του 78ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λοκάρνο (5-15 Aυγούστου 2026).

Επαναληπτικές προβολές: 10 και 11 Αυγούστου.

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2025

Αμπάς Φαντέλ: «Μετά τη Γάζα και τον Λίβανο, το σινεμά δεν μπορεί να επιστρέψει στην αθωότητα»

 


Στο σπαρακτικό ντοκιμαντέρ Ιστορίες από τον πληγωμένο τόπο του Γαλλο-Ιρακινού, εγκατεστημένου στον Λίβανο, Αμπάς Φαντέλ, η ιστορία του ίδιου και της οικογένειάς του γίνεται το «όχημα» μέσα από το οποίο αναδεικνύεται το αποτύπωμα του βάρβαρου πολέμου που εξαπέλυσε το ισραηλινό κράτος.

Μια συζήτηση με τον σκηνοθέτη ενόψει της προβολής του φιλμ στο πλαίσιο του 14ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας.

Σκηνοθέτης, σεναριογράφος και κριτικός κινηματογράφου, γεννηθήκατε στη Βαβυλώνα, μια από τις παλαιότερες σωζόμενες πόλεις στον κόσμο, και από τα 18 σας χρόνια ζείτε και στη Γαλλία, ενώ σπουδάσατε κινηματογράφο στη Σορβόννη.

Γιατί τελικά σάς κέρδισε η δημιουργία ταινιών;

Η Βαβυλώνα, με τις στρώσεις μύθων, τα ερείπια και τις θαμμένες ιστορίες της, διαμόρφωσε τη φαντασία μου πολύ πριν καν σκεφτώ να γίνω σκηνοθέτης.

Το να μεγαλώνεις ανάμεσα σε αυτά τα απομεινάρια αρχαίων πολιτισμών σε διδάσκει ότι ο χρόνος δεν είναι γραμμικός και πως κάθε πέτρα περιέχει μια αφήγηση.

Όταν έφτασα στη Γαλλία στα δεκαοκτώ μου και άρχισα να σπουδάζω κινηματογράφο στη Σορβόννη, κατάλαβα ότι ο κινηματογράφος ήταν το μόνο μέσο ικανό να συγκρατήσει όλες αυτές τις διαστάσεις:

Τη μνήμη, τη φαντασία, την πολιτική, την ποίηση.

Είχα αρχικά προσεγγίσει τον κινηματογράφο διανοητικά, μέσω της κριτικής και της θεωρίας, αλλά αυτό που τελικά με κέρδισε ήταν η μοναδική του ικανότητα να μετατρέπει τη βιωμένη εμπειρία σε κοινή εμπειρία.

Το να γράφω μόνο σε μια σελίδα μου φαινόταν ανεπαρκές· χρειαζόμουν κίνηση, αναπνοή, φως και την απρόβλεπτη παρουσία της πραγματικότητας.

Η κινηματογράφηση έγινε ο πιο φυσικός τρόπος για μένα να συμφιλιώσω την ανάλυση με το συναίσθημα και να δώσω μορφή στα φαντάσματα τα οποία με συνοδεύουν από τη Βαβυλώνα μέχρι κάθε μέρος που κατοικώ.

«Η ταινία μου γεννήθηκε από την ανάγκη να καταθέσω μαρτυρία για έναν πόλεμο που κατέστρεψε τις ζωές και τα σπίτια μας και να δείξω πώς, παρ’ όλα αυτά, η ανθεκτικότητα και η ανθρωπιά συνεχίζουν να ακμάζουν μέσα στα ερείπια», σημειώνετε για την τελευταία σας ταινία, Ιστορίες από τον πληγωμένο τόπο.

Πού μπορεί να αποδοθεί η βαθιά σας πρόσδεση/τρυφερότητα προς τον Λίβανο και τον λιβανέζικο λαό; Σχετίζεται, σε κάποιον βαθμό, με την σύζυγό σας, την διάσημη Λιβανέζα ζωγράφο και παραγωγό ταινιών, Νουρ Μπαλούκ;

Ο Λίβανος έγινε μέρος της ζωής μου πολύ πριν το συνειδητοποιήσω.

Είναι ένα από εκείνα τα μέρη τα οποία σε καλωσορίζουν όχι με μεγαλοπρεπείς χειρονομίες, αλλά με ένα είδος οικείας γενναιοδωρίας:

Mε τον τρόπο που οι άνθρωποι σου μιλούν, σε προσκαλούν στο σπίτι τους, μοιράζονται τον κόσμο μαζί σου μέσα από ένα φλιτζάνι καφέ ή το θραύσμα μιας ιστορίας.

Η πρόσδεσή μου στον Λίβανο έχει τις ρίζες της σε αυτήν την καθημερινή τρυφερότητα, στην εξαιρετική ικανότητα του λαού του να ανοικοδομείται ακόμα και όταν η γη τρέμει από κάτω του.

Φυσικά, η Νουρ έχει βαθύνει αυτόν τον δεσμό με τρόπους τους οποίους δε θα μπορούσα να προβλέψω.

Μέσα από την παρουσία της και τη δική της σχέση με τη γη, μου άνοιξε έναν άλλο Λίβανο - έναν Λίβανο απτό, συναισθηματικό, φωτεινό, ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές.

Το να την αγαπώ σήμαινε να αγαπώ τη χώρα που την δημιούργησε, τις αναμνήσεις που την διαμόρφωσαν και τους ανθρώπους των οποίων την ανθεκτικότητα κουβαλάει.

Αλλά θέλω να είμαι σαφής: η σύνδεσή μου με τον Λίβανο δεν είναι δανεική. Μεγάλωσε μέσα μου μόλις άρχισα να περπατάω στους δρόμους του και να ακούω τις πληγές του.




Στις Ιστορίες, εσείς και η οικογένειά σας γίνεστε κυριολεκτικά και μεταφορικά ο φακός/το «όχημα» μέσα από τα οποία αφηγείστε την Ιστορία/ιστορία ενός τραυματισμένου, αλλά όχι ηττημένου λαού.

Πόσο απαιτητικό -και όμως κρίσιμο- είναι να συνυφαίνουμε το μικρό με το μεγάλο, το προσωπικό με το συλλογικό, να είμαστε αναλυτικοί χωρίς να υποτιμούμε τη βαρύτητα της κοινής τραυματικής εμπειρίας;

Είναι απαιτητικό ακριβώς επειδή τα διακυβεύματα είναι τόσο υψηλά.

Όταν η προσωπική σου ζωή διασταυρώνεται με μια ιστορική τραγωδία, ο πειρασμός είναι είτε να αποσυρθείς σε μια προσωπική θλίψη είτε να διαλυθείς ολοκληρωτικά στη συλλογική αφήγηση. Ήθελα να αποφύγω και τα δύο.

Η πρόκληση ήταν να βρεθεί μια μορφή όπου η μικρή και η μεγάλη κλίμακα φωτίζουν η μία την άλλη αντί να ανταγωνίζονται.

Χρησιμοποιώντας την οικογένειά μου -το σπίτι μας, τους φόβους μας, τις καθημερινές μας τελετουργίες που διαταράσσονταν από τον πόλεμο- μου επέτρεψε να βασίσω την ταινία στη βιωμένη πραγματικότητα.

Αλλά ταυτόχρονα, χρειαζόμουν αρκετή απόσταση για να μιλήσω για τη δομική βία η οποία ασκήθηκε στον Λίβανο και σε τόσες πολλές κοινωνίες στην περιοχή.

Η αναλυτική διάσταση ήταν απαραίτητη, ωστόσο αρνήθηκα να αφήσω την ανάλυση να αποστειρώσει το συναίσθημα.

Γι' αυτό ο ηλικιωμένος Λιβανέζος, του οποίου η βιβλιοθήκη μετατράπηκε σε στάχτη, κατέχει τόσο κεντρική θέση: ενσαρκώνει, με μια μόνο χειρονομία θλίψης, την πολιτισμική εξόντωση που συνοδεύει τη φυσική καταστροφή.

Όταν μια βόμβα καταστρέφει ένα σπίτι, καταστρέφει επίσης ένα σύμπαν νοημάτων - βιβλία, αντικείμενα, αναμνήσεις, αρχεία.

Η κινηματογράφηση αυτών των απωλειών είναι ένας τρόπος να επιμείνουμε ότι ο ίδιος ο πολιτισμός είναι ένα πεδίο μάχης και ότι η διαγραφή της Ιστορίας ενός λαού είναι εξίσου καταστροφική με την απώλεια ζωών.

Γιατί η σιωνιστική οντότητα προσπαθεί, λοιπόν, συστηματικά να σβήσει κάθε ίχνος αραβικού πολιτισμού στον Λίβανο, την Παλαιστίνη και αλλού;

Και γιατί άλλες αποικιακές/φονταμενταλιστικές δυνάμεις από τη Δύση μέχρι την Ανατολή επιχειρούν να κάνουν το ίδιο σε διαφορετικά πλαίσια;

Επειδή η κυριαρχία δεν ικανοποιείται ποτέ μόνο με τη στρατιωτική υπεροχή· επιδιώκει επίσης και συμβολική υπεροχή.

Η διαγραφή του αραβικού πολιτισμού στον Λίβανο, την Παλαιστίνη και αλλού είναι μια στρατηγική τόσο παλιά όσο και η ίδια η αποικιοκρατία:

Αν αφαιρέσεις τα πολιτιστικά, ιστορικά και γλωσσικά θεμέλια ενός λαού, κάνεις την αποστέρησή του να φαίνεται φυσική, αναπόφευκτη, ακόμη και δικαιολογημένη.

Ο πολιτισμός είναι μια μορφή κυριαρχίας. Το να καις βιβλία, να βομβαρδίζεις πανεπιστήμια, να ισοπεδώνεις γειτονιές πλούσιες σε μνήμη - αυτά δεν είναι παράπλευρες απώλειες.

Είναι σκόπιμες τακτικές που αποσκοπούν στην αποκοπή ενός λαού από το παρελθόν του.

Από την Αλγερία μέχρι την Παλαιστίνη, από τους ιθαγενείς της Αμερικής μέχρι το σημερινό Σιντζιάνγκ, δυνάμεις μεθυσμένες από την κυριαρχία ανέκαθεν στοχοποιούσαν τον πολιτισμό, τη γλώσσα και τη μνήμη.

Είναι ευκολότερο να οικειοποιηθείς τη γη όταν πρώτα σβήσεις τις ιστορίες που συνδέουν τους ανθρώπους με αυτήν.

Κι όμως, αυτή η στρατηγική αποτυγχάνει πάντα μακροπρόθεσμα, επειδή ο πολιτισμός δεν εξαφανίζεται μαζί με τα τείχη τα οποία τον στέγαζαν. Μεταναστεύει, επιβιώνει, μεταλλάσσεται, επιστρέφει.




Αφιερώνετε τις Ιστορίες «στα παιδιά που έχουν μάθει να διαβάζουν στα μάτια των ενηλίκων ό,τι οι λέξεις δεν τολμούν να πουν».

Δεν μπορώ να φανταστώ τι μπορεί να περνάει από το μυαλό της μικρής σας κόρης μετά από τέτοιες τραυματικές συνθήκες. Πώς τα βγάζει πέρα, αλήθεια;

Τα παιδιά αντιλαμβάνονται τα πάντα, ακόμα και αυτά που προσπαθούμε να κρύψουμε.

Η αντιμετώπιση δεν είναι μια μεμονωμένη πράξη. Είναι μια διαδικασία. Μιλάμε στην κόρη μας χωρίς να την κατακλύζουμε. Δημιουργούμε τελετουργίες καθησυχασμού. Την περιβάλλουμε με αγάπη, μουσική, τρυφερότητα.

Κουβαλάει μέσα της αυτήν την εμπειρία, ναι, αλλά κουβαλάει και μια εξαιρετική ανθεκτικότητα.

Η ταινία είναι εν μέρει μια προσπάθεια να τιμήσει τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά διαβάζουν τον κόσμο - όχι μέσα από τις λέξεις, αλλά μέσα από το τρέμουλο στη φωνή των ενηλίκων.

Την αφιερώνετε επίσης «στους ενήλικες που περπατούν ανάμεσα σε ερείπια, κρατώντας στα χέρια τους τα κλειδιά για σπίτια τα οποία δεν υπάρχουν πια, και που, παρά τις ανοιχτές ουλές τους, ψιθυρίζουν στην πληγωμένη γη: ό,τι έχει πέσει θα ξανασηκωθεί».

Πώς φαντάζεστε λοιπόν το μέλλον του Λιβάνου, μιας χώρας σε «κύηση», όπως αναφέρεται στο ντοκιμαντέρ σας;

Ο Λίβανος είναι μια χώρα που βρίσκεται διαρκώς σε ερείπια και διαρκώς σε ανοικοδόμηση.

Το να την αποκαλούμε χώρα «σε κύηση» δεν είναι μεταφορά: κάτι πράγματι σχηματίζεται, επώδυνα, κάτω από το βάρος της διαφθοράς, της βίας και της γεωπολιτικής ασφυξίας.

Τα ερείπια είναι πραγματικά, αλλά το ίδιο ισχύει και για την απίστευτη ζωτικότητα των ανθρώπων οι οποίοι αρνούνται να εξαφανιστούν.

Οραματίζομαι το μέλλον του Λιβάνου όπως φαντάζεται κανείς ένα παιδί που μαθαίνει να περπατάει - με αβεβαιότητα, με σκουντουφλήματα, αλλά και με ακαταμάχητη αποφασιστικότητα.

Το μέλλον δε θα προέλθει από τις πολιτικές ελίτ· θα προέλθει από την πολιτική φαντασία εκείνων οι οποίοι κρατούν τα κλειδιά των χαμένων σπιτιών, από τις γυναίκες που κρατούν ζωντανές τις κοινότητες, από τους νέους που αρνούνται τον κυνισμό.

Πιστεύω ότι η ίδια η γη θέλει να επουλωθεί και πως ο λαός -παρά τις ανοιχτές πληγές- είναι ικανός να εφεύρει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο βασιζόμενο στην αξιοπρέπεια, τη δικαιοσύνη και τη μνήμη.

Και πώς οραματίζεστε το μέλλον της κινηματογραφίας, πειραματικής ή μη, μετά τη Γάζα και τον Λίβανο, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από άλλους πολέμους, άλλες γενοκτονίες;

Η κινηματογραφική παραγωγή θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις ηθικές, πολιτικές και αισθητικές προκλήσεις της εποχής μας με πολύ περισσότερο θάρρος.

Οι πόλεμοι στη Γάζα και τον Λίβανο σηματοδοτούν ένα σημείο καμπής: εκθέτουν τα όρια των συμβατικών μορφών ντοκιμαντέρ, την ανεπάρκεια της ουδετερότητας και την ευθύνη που φέρουμε ως δημιουργοί εικόνας.

Δεν μπορούμε πλέον να προσποιούμαστε ότι ο κινηματογράφος μπορεί να παραμείνει αποστασιοποιημένος από την καταστροφή.

Νομίζω πως το μέλλον βρίσκεται στις υβριδικές μορφές - εκεί όπου η μαρτυρία συναντά την ποίηση, η ανάλυση την ευαλωτότητα, εκεί όπου η ίδια η κινηματογραφική γλώσσα γίνεται μια πράξη αντίστασης.

Ο πόλεμος ανέκαθεν διαμόρφωνε τον κινηματογράφο, αλλά σήμερα το καθήκον είναι διαφορετικό:

Πρέπει να εφεύρουμε εικόνες οι οποίες αντιτίθενται στην προπαγάνδα,  διαφυλάσσουν τις διαγραμμένες ιστορίες και τιμούν τη θλίψη χωρίς να την εκμεταλλεύονται.

Η κινηματογραφική δημιουργία πρέπει να γίνει ένας χώρος όπου μιλούν οι φιμωμένοι, διασώζονται αρχεία και η φαντασία γίνεται πολιτική δύναμη.

Με άλλα λόγια, μετά τη Γάζα και τον Λίβανο, το σινεμά δεν μπορεί να επιστρέψει στην αθωότητα. Πρέπει να γίνει πιο πορώδες, πιο ατρόμητο, πιο υπεύθυνο - και πιο ανθρώπινο.

Eυχαριστώ θερμά τον σκηνοθέτη για τον χρόνο που μου διέθεσε, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Η ταινία του Αμπάς Φαντέλ Ιστορίες από τον πληγωμένο τόπο προβάλλεται, σε πανελλήνια πρεμιέρα, στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 14ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας την Κυριακή 14 Δεκεμβρίου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (αίθουσα Α, 21:00).

Στην προβολή θα παρευρεθούν ο σκηνοθέτης Αμπάς Φαντέλ και η παραγωγός του φιλμ και σύζυγός του, Νουρ Μπαλούκ.



Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2024

Mazen Maarouf: «Η αραβική κουλτούρα γίνεται αντιληπτή με πολύ λανθασμένο τρόπο»

 

Mazen Maarouf (Φωτογραφία: Raphael Lucas)

Ποιητής, μεταφραστής, συγγραφέας, ο παλαιστινιακής καταγωγής, μεγαλωμένος στον Λίβανο και κάτοικος Ισλανδίας, Mazen Maarouf, είναι μια από τις πιο διακριτές φωνές της σύγχρονης αραβικής λογοτεχνίας.

Συναντηθήκαμε μαζί του στην περσινή Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Η συλλογή διηγημάτων του Ανέκδοτα για τους ένοπλους και άλλα διηγήματα μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Χαραμάδα.

Είσαι πολλά πράγματα: συγγραφέας, ποιητής, μεταφραστής. Ποιο είναι το στοιχείο που ενοποιεί την προσέγγισή σου στην γραφή;

To κοινό στοιχείο είναι ότι κάνω αυτό για το οποίο παθιάζομαι.

Μεγαλώνοντας στην Βηρυτό, μια πόλη διαχωρισμένων ταυτοτήτων και εδαφών, συνήθως αναζητάς το στοιχείο που συνδέει τα κομμάτια σου.

Κι αυτό συντελείται ακολουθώντας το όνειρό σου, γεγονός δύσκολα επιτεύξιμο.

Γιατί, αν αποφασίσουμε να είμαστε καλλιτέχνες, συγγραφείς ή οτιδήποτε, σημαίνει πως αποφασίζουμε να αποκτήσουμε έναν χαρακτήρα, και άρα να αμφισβητήσουμε το καπιταλιστικό σύστημα και το καθεστώς.

Προσπάθησα, λοιπόν, να είμαι ο εαυτός μου, κι αυτό είναι τελικά το ενοποιητικό στοιχείο. Τόσο απλό. Υπάρχουν, προφανώς, ιστορίες από το παρελθόν μου που ερμηνεύουν την μία ή την άλλη επιλογή: κάποιο τραύμα εδώ, ένα άλλο εκεί:

Οι πόλεμοι, το ζήτημα της ταυτότητας καθώς μεγάλωνα ως Παλαιστίνιος στην Βηρυτό, η γέννησή μου σε έναν τόπο εξορίας τον οποίο δεν είχα επιλέξει...

Όλα αυτά τα βιώματα και τα ζητήματα σίγουρα δεν μπορούν να μπουν σε «κουτάκια», ούτε να προσφερθούν «στο πιάτο» σε αναγνώστες, δημοσιογράφους και κριτικούς. Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.

Δεν είναι, αλλά τα διοχετεύουμε σε απλά πράγματα -όχι εγκεφαλικά, ούτε ως υλικό για κινηματογραφικό σενάριο- που κάνουμε στην ζωή μας.

Εντέλει, επικοινωνούμε δημιουργώντας ιστορίες, απευθύνοντας ο ένας στον άλλο ερωτήματα και ακούγοντας τις απαντήσεις.

Μέσω της απλότητας των πραγμάτων προσπαθούμε να εντοπίσουμε αυτό που μας λείπει.

Κάτι τέτοιο αναζητάς, κυρίως, μέσω της συγγραφικής διαδικασίας, λοιπόν;

Η συγγραφική διαδικασία είναι κάτι πολύ προσωπικό. Κάθε συγγραφέας έχει κάποιο παρελθόν, κάποιο τραύμα που προσπαθεί να διοχετεύσει και να αρθρώσει.

Προσωπικά, χρησιμοποιώ την φαντασία και την μυθοπλασία ως εργαλείο για την κατανόηση της πραγματικότητας στην οποία έχω βρεθεί. Είναι σαν να συνθέτω μια εναλλακτική πραγματικότητα έχοντας ως πρώτη ύλη την πραγματικότητα που ζω.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο νιώθω πως μπορώ να αλλάξω την πραγματικότητα που βιώνω ή να δημιουργήσω κάτι πιο όμορφο μέσα από αυτή.

Η συλλογή διηγημάτων σου Ανέκδοτα για τους ένοπλους και άλλα διηγήματα δε βασίζεται, σε κάθε περίπτωση, σε ευτυχισμένα βιώματα.

Απολύτως όχι.

Ζήσαμε φρικτές στιγμές στην διάρκεια του πολέμου, αλλά συνήθως τις συνειδητοποιούσαμε μέρες αφότου είχαν συμβεί όταν τις ονειρευόμασταν ή τις στοχαζόμασταν.

Πώς θα ήταν να δυνατόν να δημιουργήσεις κάτι όμορφο μέσα από όλη αυτήν την φρίκη;

Γιατί, άραγε, αισθάνεσαι την ανάγκη να προσθέσεις την «πινελιά» του χιούμορ; Πρόκειται για προσωπική επιλογή, έχει να κάνει με το ευρύτερο αραβο-παλαιστινιακό πλαίσιο όπου μεγάλωσες;

Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το χιούμορ για να τα καταφέρουν. Kατά την διάρκεια του πολέμου οι άνθρωποι πάντα έλεγαν αστεία ως μηχανισμό άμυνας.

Όταν κρυβόμασταν στα καταφύγια για να αποφύγουμε τους βομβαρδισμούς όλοι ήταν σαρκαστικοί απέναντι στους άλλους, σαν να τους εκδικούνταν.

Πόσο δύσκολο είναι προσεγγίζεις τόσο επώδυνα βιώματα με έναν φαινομενικά ανάλαφρο τρόπο;

Προκύπτει ως αντίδραση, δεν το προσχεδιάζεις. Κατά τον ίδιο τρόπο που, όταν αντιμετωπίζεις μια δύσκολη κατάσταση, δε σχεδιάζεις να επιβιώσεις. Ο πόλεμος και η προσφυγιά δεν είναι κάτι το οποίο περιμένεις- και δεν το εύχομαι σε κανέναν.

Βλέπεις τι συμβαίνει τώρα στην Ουκρανία, πόσοι άνθρωποι έχουν καταλήξει πρόσφυγες.

Και η Ευρώπη σοκάρεται γιατί ένας πόλεμος συντελείται εντός των συνόρων της, όταν τόσοι πόλεμοι συμβαίνουν ή έχουν συμβεί αλλού:

Στην Παλαιστίνη, στην Συρία, στο Αφγανιστάν, στην Καμπότζη, σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, στην πρώην Γιουγκοσλαβία.

Είναι μια συνεχιζόμενη τραγωδία χωρίς περιορισμό όσον αφορά στην ταυτότητα των εκάστοτε θυμάτων.

Οπότε εστιάζεις στην ιστορία σου και προσπαθείς να βγάλεις κάτι από αυτή ώστε να μιλήσεις στους άλλους ανθρώπους.

Απόλαυσα τον Κινηματογράφο, ίσως λόγω και της αγάπης μου για το σινεμά. Σε ελκύει κι εσένα ο κινηματογράφος;

Πολύ!

Η Ισλανδία, όπου ζω, είναι ένα πολύ βαρετό μέρος. Μέχρι τις έντεκα το πρωί έχεις ολοληρώσει όσα είχες να κάνεις για την ημέρα. Οπότε, παρακολουθώ πολλές ταινίες. Ο κινηματογράφος είναι μια πολύ ισχυρή μορφή τέχνης.

Από την άλλη, κατά την διάρκεια του πολέμου είχαμε κι εμείς, μαζί με άλλες οικογένειες, κρυφτεί σε ένα σινεμά, στο πιο διάσημο της πόλης. Οι αναμνήσεις μου από την περίσταση είναι θολές. Πρόκειται, όμως, για μια πολύ προσωπική ιστορία.

Πώς βίωσες την μετάβαση από τον ρημαγμένο από τον πόλεμο Λίβανο όχι απλώς στην Ευρώπη, αλλά σ’ αυτόν τον απομακρυσμένο, ανάμεσα σε ηπείρους, τόπο;

Δεν είναι, νομίζω, και πολύ συνηθισμένο για πρόσφυγες και μετανάστες ανεξαρτήτως προέλευσης να καταλήγουν στην Ισλανδία!

Αυτή η μετάβαση ήταν κάτι απρόσμενο, όπως πολλά πράγματα στην ζωή. Ποτέ δε θα φανταζόμουν ότι θα αποκτούσα την ισλανδική ιθαγένεια. Προσθέτει σύγχυση στην προϋπάρχουσα σύγχυση ταυτοτήτων που βιώνω.

Χρησιμοποιώ την Ισλανδία ως τόπο για την συγγραφή μου και στοχασμού για το παρελθόν μου. Υπάρχουν εκπληκτικοί συγγραφείς εκεί και άνθρωποι με ενθουσιασμό για τις τέχνες, γενικότερα, και την λογοτεχνία, ειδικότερα.

Πέραν αυτού, είμαι άνθρωπος του ήλιου, δεν μπορώ να με φανταστώ μακριά απ’ αυτόν!

Δίνεις, πάντως, και κάτι πίσω -στο αραβικό σου υπόβαθρο, εννοώ- έχοντας γίνει μεταφραστής της αραβικής λογοτεχνίας στα ισλανδικά.

Αλλά και της ισλανδικής στα αραβικά. Εμείς στη Μέση Ανατολή χρειαζόμαστε μια διαφορετική φαντασία, έναν διαφορετικό τρόπο προσέγγισης των πραγμάτων.

Για διάφορους ιστορικούς και πολιτικούς λόγους (Οθωμανική κατοχή, δικτατορικά καθεστώτα) δεν είχαμε τον χρόνο να εγκαθιδρύσουμε θεσμούς που να προάγουν την λογοτεχνία.

Ταυτόχρονα, αντιμετωπίζουμε ζητήματα όπως η κοινωνική ανισότητα, τα δικαιώματα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙΑ ατόμων, η ελευθερία του λόγου... Πολλά προβλήματα!

Οι Ισλανδοί δεν αντιμετώπισαν ποτέ αντίστοιχα ζητήματα. Η λογοτεχνία τους πηγάζει από μια πολύ διαφορετική οπτική γωνία- ακόμα και τοπίο.

Γι’ αυτό και οι αναγνώστες στην Μέση Ανατολή χρειάζεται να διαβάσουν μια λογοτεχνία που υπονοεί διαφορετικές «συντεταγμένες» διαχείρισης των προβλημάτων της ζωής.

Στον πυρήνα μας, άλλωστε, όλοι βιώνουμε με τα ίδια συναισθήματα: αγάπη, μίσος, πάθος.

Ωστόσο, ο τόπος από τον οποίο προερχόμαστε και η κοινωνική θέση που κατέχουμε επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε τα συναισθήματα αυτά στην καθημερινότητά μας- για το καλύτερο ή το χειρότερο.

Ακριβώς. Όλοι αγωνιζόμαστε, όμως, κι όλοι αντιμετωπίζουμε τα ίδια υπαρξιακά ζητήματα.

Το να μεταφράζεις έργα της αραβικής λογοτεχνίας στα ισλανδικά είναι, επίσης, ένας τρόπος αποδόμησης των στερεοτύπων βάσει των οποίων γίνεται αντιληπτή η αραβική κουλτούρα στη Δύση;

Η αραβική κουλτούρα γίνεται αντιληπτή με πολύ λανθασμένο και άδικο τρόπο. Ως Άραβες έχουμε υποστεί κακομεταχείριση και επεμβάσεις από την Ευρώπη επί μακρόν.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μάς θεωρούν και «τρομοκράτες», «υπανάπτυκτους» κ.λπ.

Συναντώ τουρίστες στην Ισλανδία που νομίζουν ότι χρησιμοποιούνται καμήλες στον Λίβανο! Έχουν αυτή την οριενταλιστική, χολιγουντιανή, επίπεδη εικόνα του αραβικού κόσμου.

Σε επίπεδο Μ.Μ.Ε., εξάλλου, ακούς πολλά σχετικά με το φαγητό των αραβικών χωρών ή τον τουρισμό σ’ αυτές- όχι, όμως, και για τις κουλτούρες τους.

Η λογοτεχνία γεφυρώνει, λοιπόν, αυτό το χάσμα ανάμεσα στην στερεοτυπική αναπαράσταση του αραβικού κόσμου και την πραγματικότητα. Μπορούμε να γνωριστούμε μέσω της λογοτεχνίας.

Νιώθεις προνομιούχος που ζεις στην Ισλανδία, όταν η πλειονότητα των Παλαιστίνιων -για παράδειγμα- δεν έχουν καν την δυνατότητα της μετακίνησης εκτός καθορισμένων γεωγραφικών ζωνών;

Στην Παλαιστίνη άνθρωποι ζουν σε προσφυγικούς καταυλισμούς ατενίζοντας το χωριό καταγωγής τους. Ασφαλώς και αισθάνομαι πρνομιούχος, και προσπαθώ να μη μιλάω γι’ αυτό επειδή νιώθω άβολα. Οι άνθρωποι, όμως, αγωνίζονται.

Κι εσύ έχεις αγωνιστεί -με τον τρόπο σου- κι αυτό έχει αποφέρει αυτήν την εξαιρετική και υποψήφια για το Διεθνές Βραβείο Booker συλλογή διηγημάτων.

Το γεγονός της υποψηφιότητας αναδεικνύει, πάντως, την παλαιστινιακή λογοτεχνία. Έχουμε σπουδαίους συγγραφείς στην Παλαιστίνη και στον αραβικό κόσμο, γενικότερα.

Για μένα αυτή η επιτυχία αποτελεί πρόκληση, γιατί γράφω με αργούς ρυθμούς. Προσπαθώ, λοιπόν, να μην την σκέφτομαι.

Τι σε σαγηνεύει στο διήγημα ως είδος;

Η αιχμηρότητά και η εικονοποιητική του διάσταση. Στην κατοπινή δουλειά μου, ωστόσο, πειραματίζομαι με πιο εκτενείς αφηγηματικές φόρμες.

Η σχέση σου με την Ελλάδα είναι θερμή, όπως άκουσα.

Το όνειρό μου είναι να καταφέρω να ζήσω στην Ελλάδα και να γράφω εκεί την άνοιξη και το καλοκαίρι υπό τον ήλιο φορώντας μπλουζάκι!

Εύχομαι να γίνει πραγματικότητα!

Σ’ ευχαριστώ, Γιάννη!

Η συνέντευξη με τον συγγραφέα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της περσινής, 19ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης.

Η συλλογή διηγημάτων του Mazen Maarouf Ανέκδοτα για τους ένοπλους και άλλα διηγήματα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Χαραμάδα σε μετάφραση της Πέρσας Κουμούτση.



Κυριακή 15 Μαΐου 2022

Ελιάς Χούρι: «Το να είσαι άνθρωπος σημαίνει το να είσαι Παλαιστίνιος»

 

Ελιάς Χούρι (Φωτογραφία: Ταλάλ Χούρι)

Ένας από τους πλέον καταξιωμένους σύγχρονους Άραβες συγγραφείς, ο λιβανέζικης καταγωγής Ελιάς Χούρι αναβιώνει με το αριστουργηματικό μυθιστόρημά του Η πύλη του ήλιου τον αγώνα και τα πάθη του παλαιστινιακού λαού.

Μια εκ βαθέων συνέντευξη με τον συγγραφέα με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά και τη «μαύρη» επέτειο των 74 χρόνων από τη Νάκμπα.

Έχετε κατ’ επανάληψη δηλώσει ότι γεννηθήκατε Λιβανέζος, αλλά μεγαλώσατε ως Παλαιστίνιος. Τι σας συνέδεσε τόσο έντονα και από τόσο νεαρή ηλικία με την Παλαιστίνη, τους Παλαιστίνιους, τον παλαιστινιακό σκοπό;

Στην πραγματικότητα υπάρχουν δυο απαντήσεις σ’ αυτή την ερώτηση: μια διανοητική και μια προσωπική.

Σε διανοητικό επίπεδο, η Παλαιστίνη σήμερα σηματοδοτεί κάτι χαμένο, είναι η τελευταία χώρα στον πλανήτη που βρίσκεται υπό αποικιακή κατοχή. Οι Παλαιστίνιοι είναι θύματα στα οποία δε δίνεται το δικαίωμα να εκπροσωπήσουν τον εαυτό τους.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το να είσαι άνθρωπος σήμαινε το να είσαι Εβραίος, όπως είχε δηλώσει και η Μαργκερίτ Ντυράς, που δεν ήταν Εβραία. Στις μέρες μας, νομίζω πως το να είσαι άνθρωπος σημαίνει το να είσαι Παλαιστίνιος.

Η Παλαιστίνη ενσαρκώνει ένα μείζον ερώτημα για την ανθρωπότητα, και αποτελεί παράδειγμα για όλους μας, δεδομένου ότι η Νάκμπα συνεχίζεται με την καταστροφή της παλαιστινιακής γης, των λιόδεντρων και την κατοχή της Ιερουσαλήμ.

Σε προσωπικό επίπεδο;

Ανακάλυψα την Παλαιστίνη όταν ήμουν δεκατριών-δεκατεσσάρων στο μικροαστικό, πολύ φτωχό σχολείο όπου φοιτούσα. Κάποιοι συμμαθητές μου προέρχονταν από τους προσφυγικούς καταυλισμούς και ήταν Παλαιστίνιοι.

Η δυστυχία που βίωναν και ο ρατσισμός που αντιμετώπιζαν μου προξένησαν βαθιά εντύπωση. Η επίγνωση της δικαιοσύνης κλιμακώθηκε μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών κατά τον οποίο νέα κύματα Παλαιστίνιων προσφύγων έφτασαν στην Ιορδανία.

Όταν είδα τη δυστυχία τους, προσπάθησα να μείνω εκεί. Θεώρησα ότι η θέση μου ήταν μαζί τους. Αυτό εξακολουθώ να νιώθω μέχρι και σήμερα.

Γιατί δεν μπορείς να υποστηρίζεις τα ανθρώπινα δικαιώματα οπουδήποτε στον κόσμο και να μη βλέπεις το καθεστώς απάρτχαϊντ στην Παλαιστίνη, την εθνοκάθαρση που συντελείται και την κατοχή. Έτσι μπορώ να συνοψίσω τη θέση μου.

Η συγκεκριμένη στάση ζωής σαφώς ωρίμασε ανά τις δεκαετίες και αντανακλάται στο μυθιστόρημα Η πύλη του ήλιου με μυθοπλαστικό τρόπο, αν και φαντάζομαι ότι το βιβλίο βασίζεται σε/εμπνέεται από πραγματικές ιστορίες.

Η κεντρική ιδέα ήταν η συγγραφή μιας ερωτικής ιστορίας που συνεχίζεται. Μόνο για την αγάπη μιλάμε όταν αυτή πια δεν υπάρχει.

Η ιστορία εκτυλίσσεται ανάμεσα σε προσφυγικούς καταυλισμούς στη Βηρυτό και στη Γαλιλαία, στην κατεχόμενη Παλαιστίνη.

Κάθε φορά που οι εραστές κατάφερναν να κάνουν έρωτα -γιατί η γυναίκα ήταν υποχρεωμένη να μένει με τον τυφλό πατέρα του συζύγου της για να τον φροντίζει- ήταν μια μεγάλη περιπέτεια. Κι η αγάπη μια μεγάλη περιπέτεια είναι, νομίζω.

Για να «χτίσω», λοιπόν, αυτή την ερωτική ιστορία, έπρεπε να «ξαναχτίσω» την παλαιστινιακή Ιστορία της Γαλιλαίας και της Νάκμπα.

Γι’ αυτό χρειαζόταν να αφιερώσω πολύ καιρό σε προσφυγικούς καταυλισμούς, εφτά χρόνια έρευνας, συλλέγοντας αφηγήσεις από τον πόλεμο του 1948. Μόνο η κεντρική ιστορία είναι μυθοπλαστική. Οι ημερομηνίες και τα γεγονότα είναι 100% ακριβή.

Ήθελα να τοποθετήσω την Παλαιστίνη στη θέση της. Η Παλαιστίνη είναι μια ερωτική ιστορία, δεν μπορεί να είναι μια ιστορία μίσους.

Πάντως, δύο από τους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος, ο νεαρός γιατρός Χαλίλ κι ο ηλικιωμένος Γιούνις, είναι άντρες. Ο Γιούνις, μάλιστα, βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση, ενώ ο Χαλίλ του διηγείται ιστορίες.

Είναι η αφήγηση ιστοριών ένας τρόπος να πολεμάμε και να νικάμε τον θάνατο- και τον χρόνο;

Ζούμε την καθημερινή μας ζωή λέγοντας ιστορίες. Όταν ολοκληρώσουμε αυτή τη συνέντευξη, θα περιγράψεις στην φίλη ή σε έναν φίλο σου τι συνέβη.

Στην περίπτωση του Χαλίλ, η αφήγηση ιστοριών γίνεται ένας τρόπος επιβίωσης, κι αυτό φυσικά μας θυμίζει τις Χίλιες και μία νύχτες, το σπουδαίο βιβλίο αραβικής λογοτεχνίας.

Σ’ αυτό, η καταπιεσμένη, η Σεχραζάτ, νικάει τον καταπιεστή, η διανόηση νικάει την εξουσία.

Η παλαιστινιακή ιστορία, ωστόσο, ποτέ δεν αποτέλεσε αντικείμενο αφήγησης. Δεν της επιτράπηκε. Από τη στιγμή που λες την ιστορία σου, διακηρύσσεις την ύπαρξή σου.

Στο τελευταίο μέρος της τριλογίας, ο Χαλίλ πηγαίνει στην Παλαιστίνη, στη Νάμπλους της Δυτικής Όχθης,  για να πολεμήσει στη Δεύτερη Ιντιφάντα, το 2002.

Η δυνατότητα επιβίωσης του καταπιεσμένου βρίσκεται βαθιά μέσα του γιατί η ζωή του απειλείται. Αγώνας, αγάπη, επιβίωση συνδυάζονται σε ένα «υλικό».

Η αραβική γλώσσα, όπως αναφέρεται και στο βιβλίο, είναι το «κλειδί» για τα χαμένα, κατεστραμμένα σπίτια. Είναι, συνεπώς, πολύ σημαντική για εσάς.

Δουλειά μας είναι να την ανακαλύψουμε εκ νέου και να της δώσουμε καινούρια νοήματα. Αυτό έκαναν συγγραφείς όπως ο Ρίτσος ή ο Ελύτης. Αυτό υποτίθεται ότι πρέπει να κάνουμε.

Αναφορικά με την Παλαιστίνη, η γλώσσα γίνεται ένα σημαντικό εργαλείο αγώνα, γιατί είναι το στοιχείο που ενώνει όσους βρίσκονται υπό κατοχή- και προσελκύει κι άλλους.

Σκέψου, ως παράδειγμα, τον λόρδο Βύρωνα και την Επανάσταση εναντίον των Οθωμανών. Ο αγώνας των Παλαιστίνιων μας προσελκύει.

Κάνετε λόγο για τη μνήμη ως τρόπο οργάνωσης της λήθης. Αυτή είναι η λειτουργία της, νομίζετε; Γιατί, για μένα, η Πύλη του ήλιου ενισχύει, ζωογονεί, επανερμηνεύει μνήμες.

Η μνήμη συνίσταται στην οργάνωση όσων θέλεις να κρατήσεις και όσων θέλεις να ξεχάσεις. Κι αυτή είναι μια εξαιρετικά περίπλοκη διαδικασία.

Στην περίπτωση του παλαιστινιακού τραύματος, αυτό που απομένει είναι το ίδιο το τραύμα, γιατί εισχώρησε πολύ βαθιά στις καρδιά και το μυαλό μας. Πρέπει να ξεχάσουμε μέρος όσων έχουν συμβεί, αλλιώς θα γίνουμε ψυχικά διαταραγμένοι.

Από την άλλη, αυτός είναι ένας τρόπος να ανακαλύψουμε τη βαθιά συμπόνια μας για τους άλλους. Όταν είσαι ευάλωτος, κατανοείς και την ευαλωτότητα των άλλων και, με αυτή την έννοια, είσαι ανοιχτός απέναντί τους αντί να κλείνεσαι στον εαυτό σου.

Γι’ αυτό φοβάστε την Ιστορία που έχει μόνο μια ερμηνεία, όπως αναφέρετε.

Μόνο οι φασίστες έχουν μία ερμηνεία της Ιστορίας. Το παρελθόν και το παρόν έχουν πολλαπλές διαστάσεις, και πρέπει να τις «διαβάζουμε» και να τις κατανοούμε όλες. Αλλιώς και η ζωή μας θα ήταν βαρετή και κενή.

Η λογοτεχνία μπορεί να μας οδηγήσει σε αυτή την πολυδιάστατη κατάσταση, γιατί μέσω αυτής βιώνεις την εμπειρία της θέασης πραγμάτων υπό διαφορετικά πρίσματα. Αυτό κάνει τη λογοτεχνία όμορφη και διαχρονική.

Γι’ αυτό και ο Σοφοκλής υπερβαίνει τον χρόνο. Κάθε φορά που διαβάζεις τα κείμενά του, τους δίνεις μια καινούρια ερμηνεία. Η σημερινή μας ερμηνεία διαφέρει από εκείνη των συγχρόνων του την περίοδο που έγραφε.

Η ανοιχτότητα στην ερμηνεία προσδίδει στη λογοτεχνία τη μαγική της διάσταση, που την αποκαλώ «πνευματική». Αυτό δεν έχει σχέση με τη θρησκεία, αλλά μας οδηγεί σε διαφορετικά επίπεδα γνώσης και αίσθησης.

Φυσικά υπάρχουν σπουδαία θρησκευτικά κείμενα, αλλά κυριαρχούνται από τις εντολές -«μην κάνεις αυτό», «μην κάνεις το άλλο», «θα τιμωρηθείς»-, γεγονός που καταστρέφει, υποθέτω, την πνευματική διάσταση.

Στη λογοτεχνία, αντιθέτως, είμαστε εντελώς ελεύθεροι.

Η Πύλη του ήλιου είναι ταυτόχρονα βαθιά πνευματική και πολιτική, χωρίς να γίνεται διδακτική.

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι να είσαι πολιτικός. Στην περίπτωση του Λιβάνου ή της Παλαιστίνης δεν μπορείς να μην είσαι πολιτικός. Όλα είναι πολιτικά. Αν θέλεις να υπερασπιστείς τη ζωή σου, σε σκοτώνουν εξαιτίας της πολιτικής.

Στην Παλαιστίνη σού καταστρέφουν το σπίτι για τον ίδιο λόγο. Αν είσαι συγγραφέας -ή και όχι-, είσαι εξ ορισμού πολιτικοποιημένος.

Η πολιτική, ωστόσο, συνίσταται στην αναζήτηση λύσεων στα προβλήματα, στην επίτευξη συμβιβασμών. Δεν ξέρω αν κάποιος διανοούμενος θα μπορούσε να παραμείνει τέτοιος καθιστάμενος πολιτικός.

Αμφιβάλλω αν κάποιος όντως σκεπτόμενος θα οδηγείτο στην κοινοβουλευτική πολιτική.

Η πολιτική της λογοτεχνίας είναι πολύ ευρύτερη και πιο ανοιχτή. Με τον καπιταλισμό ξεχνάμε την ανθρώπινη αλληλεγγύη. Η λογοτεχνία μάς πηγαίνει πίσω στην ανθρώπινη φύση μας και μάς θυμίζει ότι όλοι είμαστε συμμέτοχοι στη ζωή. Η ζωή είναι για όλους.

Κατοικείτε σε τουλάχιστον δύο «μικροσύμπαντα», το λιβανέζικο και το παλαιστινιακό, σε κανένα από τα οποία τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Σε σχέση με το παλαιστινιακό, οραματίζεστε κάποια σημαντική αλλαγή προσεχώς;

Πολλοί συγγραφείς παριστάνουν πως είναι προφήτες. Στ’ αλήθεια δεν ξέρω, δεν είμαι ένας τέτοιος. Είμαι ένας συνηθισμένος, ταπεινός άνθρωπος.

Στην Παλαιστίνη βιώνουμε ένα πραγματικά φασιστικό καθεστώς εδραιωμένο στη θρησκεία, το πιο επικίνδυνο είδος καθεστώτος. Σύμφωνα μ’ αυτή την αφήγηση, το Ισραήλ είναι η Γη της Επαγγελίας, που την υποσχέθηκε ο Θεός. Απόλυτη τρέλα!

Με τη θρησκεία δεν μπορεί να υπάρξει συμβιβασμός, ο Θεός ή ο Χριστός δεν μπορούν να συμβιβαστούν. Κι αυτό σημαίνει ανοιχτός πόλεμος. Οι Παλαιστίνιοι έχουν προβεί σε υποχωρήσεις, δεν μπορούν να υποχωρήσουν άλλο. Η κατάσταση είναι τραγική.

Είναι εξίσου τραγική και στον Λίβανο;

Στον Λίβανο η κατάσταση είναι κωμικοτραγική. Έχουμε ένα μάτσο κλεφτών που κάνουν ό,τι μπορούν και θέλουν για να παραμείνουν στην εξουσία. Είναι γελοίοι. Αυτό έχει την κωμική του διάσταση.

Από την άλλη, υπάρχει και η τραγική, καθώς στον Λίβανο είμαστε αντιμέτωποι με ένα νέο φρικτό κύμα μετανάστευσης, γεγονός που μας θυμίζει τη μετανάστευση λόγω λιμού κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τότε είχε μεταναστεύσει το 1/3 του πληθυσμού, ενώ ένα άλλο τρίτο είχε πεθάνει.

Βρισκόμαστε στο έλεος ανελέητων δεσποτών τόσο εντός της χώρας όσο και ευρισκόμενων στο Ιράν και στο Ισραήλ.

Είναι αναστρέψιμη η κατάσταση;

Προσπαθήσαμε. Το 2019 ξεκίνησε μια λαϊκή εξέγερση με περισσότερους από ένα εκατομμύριο ανθρώπους στον δρόμο: μια εξέγερση που αφορούσε στην εκκοσμίκευση και στην κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά συνετρίβη, κυρίως από τη Χεσμπολάχ.

Μετά την αποτυχία της εξέγερσης πρέπει να ξανασκεφτούμε τα πάντα. Όσο για τη Βηρυτό, πεθαίνει μπροστά στα μάτια μας. Ζούμε σε μια πόλη που πεθαίνει. Δεν ξέρω πώς να περιγράψω την αίσθηση με λόγια.

Οι άνθρωποι δεν είναι πια οι ίδιοι, ούτε η θάλασσα, λιμάνι δεν υπάρχει. Κανένας δεν υπάρχει πια. Όλοι προσπαθούν να επιβιώσουν.

Συνεχίζετε να αγωνίζεστε με την «πένα» σας, τουλάχιστον.

Το να υπάρχεις είναι αντίσταση. Αυτό ισχύει για τον Λίβανο, ισχύει και για την Παλαιστίνη. Πρέπει να επιμείνουμε στην ύπαρξή μας, αυτό είναι το πρώτο βήμα προς την αντίσταση.

Αγαπώ την Ελλάδα πολύ, Γιάννη, έχω βρεθεί εκεί πολλές φορές.

Πότε ήταν η τελευταία;

Οκτώ χρόνια πριν, όταν είχαμε λεφτά! (Γέλιο).

Eυχαριστώ θερμά την Yasmine Jraissati (Raya Agency) για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον συγγραφέα, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Το μυθιστόρημα του Eλιάς Χούρι Η πύλη τoυ ήλιου κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση της Ελένης Καπετανάκη.