Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισλανδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισλανδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2024

Mazen Maarouf: «Η αραβική κουλτούρα γίνεται αντιληπτή με πολύ λανθασμένο τρόπο»

 

Mazen Maarouf (Φωτογραφία: Raphael Lucas)

Ποιητής, μεταφραστής, συγγραφέας, ο παλαιστινιακής καταγωγής, μεγαλωμένος στον Λίβανο και κάτοικος Ισλανδίας, Mazen Maarouf, είναι μια από τις πιο διακριτές φωνές της σύγχρονης αραβικής λογοτεχνίας.

Συναντηθήκαμε μαζί του στην περσινή Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Η συλλογή διηγημάτων του Ανέκδοτα για τους ένοπλους και άλλα διηγήματα μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Χαραμάδα.

Είσαι πολλά πράγματα: συγγραφέας, ποιητής, μεταφραστής. Ποιο είναι το στοιχείο που ενοποιεί την προσέγγισή σου στην γραφή;

To κοινό στοιχείο είναι ότι κάνω αυτό για το οποίο παθιάζομαι.

Μεγαλώνοντας στην Βηρυτό, μια πόλη διαχωρισμένων ταυτοτήτων και εδαφών, συνήθως αναζητάς το στοιχείο που συνδέει τα κομμάτια σου.

Κι αυτό συντελείται ακολουθώντας το όνειρό σου, γεγονός δύσκολα επιτεύξιμο.

Γιατί, αν αποφασίσουμε να είμαστε καλλιτέχνες, συγγραφείς ή οτιδήποτε, σημαίνει πως αποφασίζουμε να αποκτήσουμε έναν χαρακτήρα, και άρα να αμφισβητήσουμε το καπιταλιστικό σύστημα και το καθεστώς.

Προσπάθησα, λοιπόν, να είμαι ο εαυτός μου, κι αυτό είναι τελικά το ενοποιητικό στοιχείο. Τόσο απλό. Υπάρχουν, προφανώς, ιστορίες από το παρελθόν μου που ερμηνεύουν την μία ή την άλλη επιλογή: κάποιο τραύμα εδώ, ένα άλλο εκεί:

Οι πόλεμοι, το ζήτημα της ταυτότητας καθώς μεγάλωνα ως Παλαιστίνιος στην Βηρυτό, η γέννησή μου σε έναν τόπο εξορίας τον οποίο δεν είχα επιλέξει...

Όλα αυτά τα βιώματα και τα ζητήματα σίγουρα δεν μπορούν να μπουν σε «κουτάκια», ούτε να προσφερθούν «στο πιάτο» σε αναγνώστες, δημοσιογράφους και κριτικούς. Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.

Δεν είναι, αλλά τα διοχετεύουμε σε απλά πράγματα -όχι εγκεφαλικά, ούτε ως υλικό για κινηματογραφικό σενάριο- που κάνουμε στην ζωή μας.

Εντέλει, επικοινωνούμε δημιουργώντας ιστορίες, απευθύνοντας ο ένας στον άλλο ερωτήματα και ακούγοντας τις απαντήσεις.

Μέσω της απλότητας των πραγμάτων προσπαθούμε να εντοπίσουμε αυτό που μας λείπει.

Κάτι τέτοιο αναζητάς, κυρίως, μέσω της συγγραφικής διαδικασίας, λοιπόν;

Η συγγραφική διαδικασία είναι κάτι πολύ προσωπικό. Κάθε συγγραφέας έχει κάποιο παρελθόν, κάποιο τραύμα που προσπαθεί να διοχετεύσει και να αρθρώσει.

Προσωπικά, χρησιμοποιώ την φαντασία και την μυθοπλασία ως εργαλείο για την κατανόηση της πραγματικότητας στην οποία έχω βρεθεί. Είναι σαν να συνθέτω μια εναλλακτική πραγματικότητα έχοντας ως πρώτη ύλη την πραγματικότητα που ζω.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο νιώθω πως μπορώ να αλλάξω την πραγματικότητα που βιώνω ή να δημιουργήσω κάτι πιο όμορφο μέσα από αυτή.

Η συλλογή διηγημάτων σου Ανέκδοτα για τους ένοπλους και άλλα διηγήματα δε βασίζεται, σε κάθε περίπτωση, σε ευτυχισμένα βιώματα.

Απολύτως όχι.

Ζήσαμε φρικτές στιγμές στην διάρκεια του πολέμου, αλλά συνήθως τις συνειδητοποιούσαμε μέρες αφότου είχαν συμβεί όταν τις ονειρευόμασταν ή τις στοχαζόμασταν.

Πώς θα ήταν να δυνατόν να δημιουργήσεις κάτι όμορφο μέσα από όλη αυτήν την φρίκη;

Γιατί, άραγε, αισθάνεσαι την ανάγκη να προσθέσεις την «πινελιά» του χιούμορ; Πρόκειται για προσωπική επιλογή, έχει να κάνει με το ευρύτερο αραβο-παλαιστινιακό πλαίσιο όπου μεγάλωσες;

Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το χιούμορ για να τα καταφέρουν. Kατά την διάρκεια του πολέμου οι άνθρωποι πάντα έλεγαν αστεία ως μηχανισμό άμυνας.

Όταν κρυβόμασταν στα καταφύγια για να αποφύγουμε τους βομβαρδισμούς όλοι ήταν σαρκαστικοί απέναντι στους άλλους, σαν να τους εκδικούνταν.

Πόσο δύσκολο είναι προσεγγίζεις τόσο επώδυνα βιώματα με έναν φαινομενικά ανάλαφρο τρόπο;

Προκύπτει ως αντίδραση, δεν το προσχεδιάζεις. Κατά τον ίδιο τρόπο που, όταν αντιμετωπίζεις μια δύσκολη κατάσταση, δε σχεδιάζεις να επιβιώσεις. Ο πόλεμος και η προσφυγιά δεν είναι κάτι το οποίο περιμένεις- και δεν το εύχομαι σε κανέναν.

Βλέπεις τι συμβαίνει τώρα στην Ουκρανία, πόσοι άνθρωποι έχουν καταλήξει πρόσφυγες.

Και η Ευρώπη σοκάρεται γιατί ένας πόλεμος συντελείται εντός των συνόρων της, όταν τόσοι πόλεμοι συμβαίνουν ή έχουν συμβεί αλλού:

Στην Παλαιστίνη, στην Συρία, στο Αφγανιστάν, στην Καμπότζη, σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, στην πρώην Γιουγκοσλαβία.

Είναι μια συνεχιζόμενη τραγωδία χωρίς περιορισμό όσον αφορά στην ταυτότητα των εκάστοτε θυμάτων.

Οπότε εστιάζεις στην ιστορία σου και προσπαθείς να βγάλεις κάτι από αυτή ώστε να μιλήσεις στους άλλους ανθρώπους.

Απόλαυσα τον Κινηματογράφο, ίσως λόγω και της αγάπης μου για το σινεμά. Σε ελκύει κι εσένα ο κινηματογράφος;

Πολύ!

Η Ισλανδία, όπου ζω, είναι ένα πολύ βαρετό μέρος. Μέχρι τις έντεκα το πρωί έχεις ολοληρώσει όσα είχες να κάνεις για την ημέρα. Οπότε, παρακολουθώ πολλές ταινίες. Ο κινηματογράφος είναι μια πολύ ισχυρή μορφή τέχνης.

Από την άλλη, κατά την διάρκεια του πολέμου είχαμε κι εμείς, μαζί με άλλες οικογένειες, κρυφτεί σε ένα σινεμά, στο πιο διάσημο της πόλης. Οι αναμνήσεις μου από την περίσταση είναι θολές. Πρόκειται, όμως, για μια πολύ προσωπική ιστορία.

Πώς βίωσες την μετάβαση από τον ρημαγμένο από τον πόλεμο Λίβανο όχι απλώς στην Ευρώπη, αλλά σ’ αυτόν τον απομακρυσμένο, ανάμεσα σε ηπείρους, τόπο;

Δεν είναι, νομίζω, και πολύ συνηθισμένο για πρόσφυγες και μετανάστες ανεξαρτήτως προέλευσης να καταλήγουν στην Ισλανδία!

Αυτή η μετάβαση ήταν κάτι απρόσμενο, όπως πολλά πράγματα στην ζωή. Ποτέ δε θα φανταζόμουν ότι θα αποκτούσα την ισλανδική ιθαγένεια. Προσθέτει σύγχυση στην προϋπάρχουσα σύγχυση ταυτοτήτων που βιώνω.

Χρησιμοποιώ την Ισλανδία ως τόπο για την συγγραφή μου και στοχασμού για το παρελθόν μου. Υπάρχουν εκπληκτικοί συγγραφείς εκεί και άνθρωποι με ενθουσιασμό για τις τέχνες, γενικότερα, και την λογοτεχνία, ειδικότερα.

Πέραν αυτού, είμαι άνθρωπος του ήλιου, δεν μπορώ να με φανταστώ μακριά απ’ αυτόν!

Δίνεις, πάντως, και κάτι πίσω -στο αραβικό σου υπόβαθρο, εννοώ- έχοντας γίνει μεταφραστής της αραβικής λογοτεχνίας στα ισλανδικά.

Αλλά και της ισλανδικής στα αραβικά. Εμείς στη Μέση Ανατολή χρειαζόμαστε μια διαφορετική φαντασία, έναν διαφορετικό τρόπο προσέγγισης των πραγμάτων.

Για διάφορους ιστορικούς και πολιτικούς λόγους (Οθωμανική κατοχή, δικτατορικά καθεστώτα) δεν είχαμε τον χρόνο να εγκαθιδρύσουμε θεσμούς που να προάγουν την λογοτεχνία.

Ταυτόχρονα, αντιμετωπίζουμε ζητήματα όπως η κοινωνική ανισότητα, τα δικαιώματα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙΑ ατόμων, η ελευθερία του λόγου... Πολλά προβλήματα!

Οι Ισλανδοί δεν αντιμετώπισαν ποτέ αντίστοιχα ζητήματα. Η λογοτεχνία τους πηγάζει από μια πολύ διαφορετική οπτική γωνία- ακόμα και τοπίο.

Γι’ αυτό και οι αναγνώστες στην Μέση Ανατολή χρειάζεται να διαβάσουν μια λογοτεχνία που υπονοεί διαφορετικές «συντεταγμένες» διαχείρισης των προβλημάτων της ζωής.

Στον πυρήνα μας, άλλωστε, όλοι βιώνουμε με τα ίδια συναισθήματα: αγάπη, μίσος, πάθος.

Ωστόσο, ο τόπος από τον οποίο προερχόμαστε και η κοινωνική θέση που κατέχουμε επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε τα συναισθήματα αυτά στην καθημερινότητά μας- για το καλύτερο ή το χειρότερο.

Ακριβώς. Όλοι αγωνιζόμαστε, όμως, κι όλοι αντιμετωπίζουμε τα ίδια υπαρξιακά ζητήματα.

Το να μεταφράζεις έργα της αραβικής λογοτεχνίας στα ισλανδικά είναι, επίσης, ένας τρόπος αποδόμησης των στερεοτύπων βάσει των οποίων γίνεται αντιληπτή η αραβική κουλτούρα στη Δύση;

Η αραβική κουλτούρα γίνεται αντιληπτή με πολύ λανθασμένο και άδικο τρόπο. Ως Άραβες έχουμε υποστεί κακομεταχείριση και επεμβάσεις από την Ευρώπη επί μακρόν.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μάς θεωρούν και «τρομοκράτες», «υπανάπτυκτους» κ.λπ.

Συναντώ τουρίστες στην Ισλανδία που νομίζουν ότι χρησιμοποιούνται καμήλες στον Λίβανο! Έχουν αυτή την οριενταλιστική, χολιγουντιανή, επίπεδη εικόνα του αραβικού κόσμου.

Σε επίπεδο Μ.Μ.Ε., εξάλλου, ακούς πολλά σχετικά με το φαγητό των αραβικών χωρών ή τον τουρισμό σ’ αυτές- όχι, όμως, και για τις κουλτούρες τους.

Η λογοτεχνία γεφυρώνει, λοιπόν, αυτό το χάσμα ανάμεσα στην στερεοτυπική αναπαράσταση του αραβικού κόσμου και την πραγματικότητα. Μπορούμε να γνωριστούμε μέσω της λογοτεχνίας.

Νιώθεις προνομιούχος που ζεις στην Ισλανδία, όταν η πλειονότητα των Παλαιστίνιων -για παράδειγμα- δεν έχουν καν την δυνατότητα της μετακίνησης εκτός καθορισμένων γεωγραφικών ζωνών;

Στην Παλαιστίνη άνθρωποι ζουν σε προσφυγικούς καταυλισμούς ατενίζοντας το χωριό καταγωγής τους. Ασφαλώς και αισθάνομαι πρνομιούχος, και προσπαθώ να μη μιλάω γι’ αυτό επειδή νιώθω άβολα. Οι άνθρωποι, όμως, αγωνίζονται.

Κι εσύ έχεις αγωνιστεί -με τον τρόπο σου- κι αυτό έχει αποφέρει αυτήν την εξαιρετική και υποψήφια για το Διεθνές Βραβείο Booker συλλογή διηγημάτων.

Το γεγονός της υποψηφιότητας αναδεικνύει, πάντως, την παλαιστινιακή λογοτεχνία. Έχουμε σπουδαίους συγγραφείς στην Παλαιστίνη και στον αραβικό κόσμο, γενικότερα.

Για μένα αυτή η επιτυχία αποτελεί πρόκληση, γιατί γράφω με αργούς ρυθμούς. Προσπαθώ, λοιπόν, να μην την σκέφτομαι.

Τι σε σαγηνεύει στο διήγημα ως είδος;

Η αιχμηρότητά και η εικονοποιητική του διάσταση. Στην κατοπινή δουλειά μου, ωστόσο, πειραματίζομαι με πιο εκτενείς αφηγηματικές φόρμες.

Η σχέση σου με την Ελλάδα είναι θερμή, όπως άκουσα.

Το όνειρό μου είναι να καταφέρω να ζήσω στην Ελλάδα και να γράφω εκεί την άνοιξη και το καλοκαίρι υπό τον ήλιο φορώντας μπλουζάκι!

Εύχομαι να γίνει πραγματικότητα!

Σ’ ευχαριστώ, Γιάννη!

Η συνέντευξη με τον συγγραφέα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της περσινής, 19ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης.

Η συλλογή διηγημάτων του Mazen Maarouf Ανέκδοτα για τους ένοπλους και άλλα διηγήματα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Χαραμάδα σε μετάφραση της Πέρσας Κουμούτση.



Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

Χλίνουρ Πάλμασον: «Το πιο δύσκολο στη δημιουργία φιλμ είναι το να είσαι ειλικρινής»

 

Χλίνουρ Πάλμασον (Φωτογραφία: Didar Domehri)

Υπαρξιακό road movie με έντονες θρησκευτικές «αποχρώσεις», η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του Ισλανδού σκηνοθέτη Χλίνουρ Πάλμασον, Η χώρα του Θεού, προβάλλεται από τις 26 Ιανουαρίου στους κινηματογράφους.

Μια εφ’ όλης της ύλης συνομιλία μαζί του.

Η τρίτη σου μεγάλου μήκους ταινία, Η χώρα του Θεού, ξεκίνησε με την ανακάλυψη κάποιων φωτογραφιών από το παρελθόν της Ισλανδίας;

Άρχισα να γράφω το σενάριο το 2013 και το θυμάμαι ενοχλητικό, άκαμπτο και συγκεχυμένο. Όταν εμπνεύστηκα την παράμετρο των φωτογραφικών πλακών, η διαδικασία συγγραφής του έγινε συναρπαστική και αστεία για μένα.

Ξεκίνησα, λοιπόν, να φαντάζομαι την κάθε εικόνα και το ποιοι ήταν οι άνθρωποι που ο ιερέας Λούκας, ο πρωταγωνιστής του φιλμ, φωτογράφιζε. Αυτό ερέθισε τη φαντασία μου.

Γι’ αυτό επέλεξες και το τετράγωνο φορμά για τα κάδρα σου;

Η ιδέα για τις φωτογραφίες είναι μυθοπλαστική, ξέρεις. Πολλοί πιστεύουν ότι η Χώρα του Θεού εμπνέεται από πραγματικές εικόνες.

Κι εγώ κάτι τέτοιο νόμιζα.

Δεν προσπαθώ να το συγκαλύψω ή να πω ψέματα γι’ αυτό. Ένιωσα πως το συγκεκριμένο στοιχείο ήταν το «κλειδί» που θα ενέπλεκε τους θεατές στην ταινία. Ποια ήταν η ερώτησή σου, όμως;

Για το τετράγωνο φορμά.

Δοκίμαζα διάφορα φορμά, στην πραγματικότητα, καθώς κινηματογραφούσα τοπία για ένα πρότζεκτ στα νησιά Φερόες.

Όταν, πριν από μερικά χρόνια, γύριζα το Μια λευκή, λευκή μέρα, χρησιμοποίησα το Super 35.

Έχω παρακολουθήσει και τις δύο προηγούμενες δουλειές σου, την πρώτη μάλιστα (Winter brothers) στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Λατρεύω το να βρίσκομαι σ’ αυτή την πόλη- και στην Ελλάδα, γενικότερα. Είναι απολύτως εντυπωσιακά. Δεν έχω ταξιδέψει στην Αθήνα, ωστόσο, πρέπει να το κάνω σύντομα.

Ας επιστρέψουμε στα του φορμά.

Ακόμα κι η κάμερα που χρησιμοποιεί ο Λούκας προσομοιάζει στο παλιό χολιγουντιανό φορμά, κι αυτό υπήρξε μια ευχάριστη έκπληξη.




Πού είναι γυρισμένη η ταινία;

Αποκλειστικά στην Ισλανδία, γύρω από την περιοχή όπου ζω.

Τι σε σαγήνευσε τόσο πολύ στο θρησκευτικό/μεταφυσικό στοιχείο, ώστε να επιθυμείς να το εξερευνήσεις υπό το πρίσμα ενός ιερέα ως κεντρικού χαρακτήρα;

Όλα ξεκίνησαν ως εξερεύνηση των καταβολών μου, με το να αντιπαραβάλλω τα αντίθετα. Αντιπαρέβαλλα την Ισλανδία με τη Δανία, την ισλανδική σημαία με τη δανέζικη, τα ισλανδικά με τα δανέζικα, δημιουργώντας δράμα μέσα από αυτό.

Μιλάω δανέζικα και ισλανδικά, κι έχω ζήσει και στις δύο χώρες, οι οποίες έχουν μια κοινή Ιστορία που ήθελα να καταλάβω αν εμπεριέχει κάτι άξιο προς εξερεύνηση. Όσο περισσότερο εμβάθυνα στη διαδικασία, τόσο περισσότερο χανόμουν.

Αυτό ελπίζω πάντα, να πάρει τον έλεγχο το κάθε εγχείρημα και να με εκπλήξει.  Δεν έχω προκαθορισμένες ιδέες σχετικά με το οτιδήποτε. Πιο πολύ μ’ ενδιαφέρει να θέτω ερωτήματα παρά να δίνω απαντήσεις.

Δε γνώριζα για τους εθνικούς/εθνικιστικούς ανταγωνισμούς ανάμεσα στις δύο χώρες- ακόμα και την ίδια την κοινή τους «προϊστορία». Με αυτή την έννοια, το φιλμ σου λειτούργησε και σε μια πληροφοριακή διάσταση για μένα.

Αυτό το ζήτημα ποτέ δεν έχει αποτυπωθεί κινηματογραφικά. Πρόκειται για μια ελάχιστα ειπωμένη ιστορία.

Γιατί συμβαίνει αυτό, κατά τη γνώμη σου;

Επειδή τείνουμε να εξερευνούμε τα πιο βίαια ζητήματα.

Το μοναδικό στη σχέση των δύο χωρών είναι ότι η Ισλανδία έγινε μερικώς ανεξάρτητη από τη Δανία το 1918 και πλήρως το 1944 και δε χύθηκε ούτε μια σταγόνα αίμα! Υπάρχει πολύ λίγο δράμα σ’ αυτό, έτσι δεν αποτελεί αντικείμενο αφήγησης.

Εμένα, όμως, ανέκαθεν μ’ ενδιέφεραν οι ιστορίες που αφορούν στη βασική συμπεριφορά των ανθρώπων. Όσο πιο περιορισμένη είναι η ευρεία αφήγηση, τόσο περισσότερο μπορείς να εξερευνήσεις τις πρωτόγονες ανθρώπινες ανάγκες/επιθυμίες.

Δε με ελκύουν οι περίπλοκες αφηγήσεις, ούτε καν οι πλοκές.

Πάντα τείνεις να εστιάζεις σε λειτουργικές, δυσλειτουργικές ή ανταγωνιστικές σχέσεις - ενδοοικογενειακές, ερωτικές ή ανάμεσα σε μέλη μιας κοινότητας.

Γιατί, ωστόσο, ο πρωταγωνιστής «έπρεπε» να είναι «άνθρωπος του Θεού»- ή, ίσως, ένας εξερευνητής της ζωής και του εαυτού του;

Θα μπορούσε να είναι ένας καλλιτέχνης. Η ταινία εκτυλίσσεται περί τα 1875, μια εποχή κατά την οποία οι Καθολικοί και οι Λουθηρανοί μάχονταν για την κυριαρχία στην Ισλανδία.

Είναι ένας ρομαντικός, αδαής ονειροπόλος που αναζητά ανθρώπους στα -ακόμα και στις μέρες μας- ακατοίκητα υψίπεδα της Ισλανδίας. Αν γεννιόταν σήμερα, πιθανότατα δε θα ήταν ιερέας.

Οπότε, η περίοδος που εκτυλίσσεται η αφήγηση «χρωμάτισε» την απόφασή μου. Και δεν είναι καν απόφαση. Απλά ο Λούκας φορούσε ιερατικό ένδυμα και κουβαλούσε μια κάμερα. Είναι ταυτόχρονα άνθρωπος του Θεού και μοντέρνος. Αντίθεση.

Ενώ δούλευα πάνω σ’ αυτό το φιλμ, διαρκώς αναζητούσα τα αντίθετα, και προσπαθούσα να τα φιλοτεχνήσω πολύ ξεκάθαρα, στα όρια του κλισέ ή της καρικατούρας. Ελπίζω, πάντως, οι χαρακτήρες να μη γίνονται καρικατούρες.




Είναι, για σένα, το σινεμά ένα εργαλείο εξερεύνησης του εαυτού σου και των ορίων του- ή και της υπέρβασής τους- και καλύτερης γνωριμίας μαζί του;

Είναι κάπως σαν ταμπού να μιλάς για τα φιλμ ως κάτι προσωπικό. Δε θέλω το σινεμά μου να είναι ιδιωτικό κατά καμία έννοια.

Θέλω, όμως, να είναι προσωπικό, να εξερευνώ το περιβάλλον μου και να περνώ χρόνο με τους ανθρώπους που αγαπώ, θαυμάζω και θέλω να συνεργαζόμαστε, κι αυτό προσπαθώ να κάνω.

Είναι πολύ σημαντική η ενέργεια των ανθρώπων, και «χρωματίζει» την ίδια την ταινία. Δεν έχω δει το Winter brothers από τότε που το έκανα, αλλά ξέρω πως διαθέτει μια ορισμένη ενέργεια, και αντανακλά τη δική μου ενέργεια εκείνης της περιόδου.

Η Χώρα του Θεού έχει μια σωματικότητα, και η δημιουργία της ήταν δύσκολη για το συνεργείο και το καστ. Έπρεπε να ταξιδεύουμε διαρκώς, τα γυρίσματα έγιναν σε εξωτερικούς χώρους, ενώ έβρεχε και χιόνιζε.

Είναι σαν να αποτελούμε κι εμείς κομμάτι του ταξιδιού. Θέλω οι ηθοποιοί με τους/τις οποίους/οποίες συνεργάζομαι να ωριμάζουν ώστε να γίνουν οι χαρακτήρες που υποδύονται.

Δεν μπορούμε να το προσχεδιάσουμε, και δυσκολεύομαι να μιλάω για τους χαρακτήρες και τις βιογραφίες τους. Θα αισθανόμουν σαν απατεώνας αν το έκανα.

Ίσως δε χρειάζεται καν.

Δεν έχει κάποια σχέση- κι αν το νιώθεις κάλπικο, τότε είναι κάλπικο. Πρέπει να είσαι ειλικρινής. Το πιο δύσκολο στη δημιουργία φιλμ είναι απλά το να είσαι ειλικρινής.

Είναι δύσκολο να είσαι δημιουργικός στο πλατό, γιατί το ίδιο το πλατό είναι μη δημιουργικό.

Το αδυσώπητο φυσικό τοπίο, στο οποίο αναφέρθηκες, κυριαρχεί στις ταινίες σου. Ήταν καθοριστικό και στη ζωή σου, ήδη από την παιδική ηλικία σου;

Ο καιρός και το τοπίο σε διαμορφώνουν, νομίζω. Όσο πιο δραματικές είναι οι καιρικές συνθήκες, τόσο περισσότερο σε καλύπτουν. Τις νιώθεις όταν σου λείπουν. Όταν ζούσα στη Δανία, αισθανόμουν την ασφυκτική ανάγκη να επιστρέψω στην Ισλανδία.

Πρόκειται για την επιθυμία για κάτι ιδιοσυγκρασιακό και αχανές. Τώρα που μιλάμε, έξω επικρατεί απόλυτη ησυχία, γιατί απόψε αναμένεται καταιγίδα: νιώθω αυτή την ενέργεια, κι αποτελεί τεράστιο μέρος της ζωής μου κι αυτού που κάνω.

Ο καιρός μού το υπαγορεύει. «Είμαστε σκλάβοι του καιρού», έγραφε στην ποιητική του συλλογή Η ενέργεια των σκλάβων ο Λέοναρντ Κόεν. Αληθεύει.




Δουλεύεις συνήθως ενστικτωδώς ή είσαι μεθοδικός κι οργανωμένος; Ή και τα δύο;

Παράξενο που το ρωτάς. Και τα δύο. Ανέκαθεν ήμουν ονειροπόλος. Εξαρτάται, όμως, από το ίδιο το υλικό. Αγαπώ το να δουλεύω. Είναι πιθανόν η αγαπημένη μου ασχολία.

Παρακολουθείς ταινίες κάνοντας ταινίες, ή το αποφεύγεις;

Δεν το αποφεύγω γιατί με επηρεάζει, αλλά γιατί δεν έχω χρόνο. Αλλά λατρεύω την παρακολούθηση φιλμ. Προσπαθώ να βλέπω δύο κάθε εβδομάδα σε Blue-ray, γιατί δεν έχουμε κινηματογράφους στην πόλη μου.

Χάλια!

Ζω σε μια πολύ απομονωμένη τοποθεσία και πρέπει να οδηγήσω πέντε ώρες για να βρω ένα σινεμά. Προσπαθούμε, ωστόσο, να ξανανοίξουμε έναν κινηματογράφο που λειτουργούσε όταν ήμουν παιδί.

Όντας αναγνωρισμένος, θα σε ακούσουν πιο προσεκτικά. Εξωφεστιβαλικά, υπάρχει ζωντανό κινηματογραφικό κοινό στην Ισλανδία;

Η Ισλανδία διαθέτει μια πολύ υγιή κινηματογραφική βιομηχανία για το μέγεθός της. Είμαστε, όμως, πολύ λίγοι παγκοσμίως, οπότε στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κοινό, αλλά μεμονωμένοι θεατές.

Δόξα τω Θεώ, χάρη στα φεστιβάλ και τη διεθνή διανομή, φτιάχνουμε ταινίες για διεθνή κοινά. Δε θα επιβίωνε η καρδιά μου αν απλά έκανα φιλμ για Ισλανδές και Ισλανδούς!

Για να είμαι απολύτως ειλικρινής, οι ταινίες μου τιμώνται πιο πολύ διεθνώς παρά στην πατρίδα μου.

Πάντως παρακολουθούνται και -κατά καιρούς- κερδίζουν σημαντικά βραβεία, επομένως αυτό σε βοηθάει να συνεχίζεις.

Αυτό είναι το πιο σημαντικό, αν μπορείς να συνεχίζεις: ως σκηνοθέτες αυτό αγαπάμε. Η διαδικασία είναι τα πάντα- το επόμενο βήμα, το επόμενο φιλμ.

Η ταινία του Χλίνουρ Πάλμασον Η χώρα του Θεού προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 26 Ιανουαρίου σε διανομή της One from the Heart.



Κυριακή 3 Απριλίου 2022

Εύα Μπιοργκ Άιγισντοτιρ: «Όταν γράφεις, πρέπει οι άνθρωποι να έχουν βιώσει ένα τραύμα»

 

Εύα Μπιοργκ Άιγισντοτιρ (Φωτογραφία: Leifur Wilberg)

«Σμιλεμένο» από την ανερχόμενη Ισλανδή συγγραφέα Εύα Μπιοργκ Άιγισντοτιρ, το μυθιστόρημα Το τρίξιμο στις σκάλες εντρυφά στο πώς το τραύμα της σεξουαλικής κακοποίησης διαμορφώνει τις ζωές των ανθρώπων μιας κοινότητας.

Συνομιλώντας με την συγγραφέα με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά.

Πώς νιώθεις που η συγγραφική καριέρα σου ξεκίνησε με τόσο ολοκληρωμένο τρόπο;

Νιώθω ως κάτι μη πραγματικό το γεγονός ότι άνθρωποι σε όλον τον κόσμο διαβάζουν τα βιβλία μου. Υπήρξα πολύ τυχερή.

Ταυτόχρονα, αυτό συνέβη με την έλευση του κορονοϊού, έτσι παρακολουθώ τα πάντα από το σπίτι μου μέσω του υπολογιστή.

Γράφεις από πολύ μικρή. Πότε ανακάλυψες για πρώτη φορά αυτή την ανάγκη;

Είναι δύσκολο να εντοπίσω μια συγκεκριμένη στιγμή.

Ήμουν βιβλιόφιλη από πολύ μικρή. Άρχισα να διαβάζω όταν ήμουν πέντε χρονών και ήταν σαν να ζούσα στην τοπική βιβλιοθήκη.

Ήξερα τις γυναίκες οι οποίες δούλευαν εκεί τόσο καλά, που με γύριζαν στο σπίτι το βράδι.

Από νωρίς ξεκίνησα να αφηγούμαι ιστορίες στον εαυτό μου. Συνειδητοποίησα πως μπορούσα να γράψω στην εφηβική ηλικία μου.

Υπήρχε ένας διαγωνισμός συγγραφής διηγήματος στο σχολείο μου, έκατσα να γράψω κάτι και δεν μπορούσα να σταματήσω! Ολοκλήρωσα την ιστορία μου σε μια μέρα, κέρδισα τον διαγωνισμό και από τότε ήξερα ότι ήθελα να γράψω ένα βιβλίο κάποτε.

Καθώς, όμως, τα χρόνια περνούσαν, έβαλες αυτή την ανάγκη σου στην άκρη για λίγο;

Πρέπει να αρχίσεις να γράφεις ένα βιβλίο, αλλά δεν ξέρεις τι θα συμβεί. Είναι δύσκολο να πεις: «Θα γίνω συγγραφέας πλήρους απασχόλησης».

Ήξερα πως ήθελα να γράψω ένα βιβλίο, αλλά δεν ήξερα αν θα εκδιδόταν.

Μπορώ, πλέον, να είμαι συγγραφέας πλήρους απασχόλησης -και χαίρομαι γι’ αυτό-, αλλά ποτέ δεν ξέρω τι θα συμβεί του χρόνου.

Επιφανειακά, το πρόσφατα μεταφρασμένο στα ελληνικά μυθιστόρημά σου, Το τρίξιμο στις σκάλες, είναι αστυνομικό, ένα είδος νουάρ, αλλά περισσότερο αποτελεί την «ακτινογραφία» μιας μικρής κοινότητας και των κατοίκων της.

Βασίζεται, εξάλλου, στα προσωπικά βιώματά σου από τη συγκεκριμένη πόλη, όπου γεννήθηκες.

Όταν άρχισα να το γράφω, δεν ήξερα ότι θα εξελισσόταν σε αστυνομικό μυθιστόρημα.

Μεγάλωσα στο Άκρανες, όπου εκτυλίσσεται το βιβλίο. Ξέρω την πόλη και τη νοοτροπία των κατοίκων της πολύ καλά, και τη βρίσκω ενδιαφέρουσα.

Όταν γράφω τέτοιου είδους μυθιστορήματα, δεν ενδιαφέρομαι τόσο για τον ίδιο τον φόνο, αλλά για όσα συμβαίνουν πριν και μετά- και γιατί.

Έχοντας πτυχίο κοινωνιολογίας, το χόμπι μου είναι να διερευνώ τους ανθρώπους. (Γέλιο). Οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν πολύ περισσότερα απ’ όσα νομίζουν, αν βρεθούν στις ανάλογες καταστάσεις.

Πώς εξηγείς ότι η Ισλανδία, αν και επιφανειακά ειρηνική χώρα από την άποψη του αριθμού των διαπραττόμενων βίαιων εγκλημάτων, χαρακτηρίζεται από μια τόσο πλούσια αστυνομική λογοτεχνία;

Έχουμε τεράστιο αριθμό φόνων στα βιβλία, και σπουδαίους συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων, αλλά στην πραγματικότητα διαπράττεται ένας φόνος τον χρόνο.

Επί πολλά χρόνια κανένας δεν έγραφε αστυνομικά μυθιστορήματα, γιατί οι φόνοι δεν έμοιαζαν κάτι ρεαλιστικό.

Σε χώρες όπου ο δείκτης εγκληματικότητας είναι πολύ χαμηλός, τέτοια μυθιστορήματα γίνονται πολύ δημοφιλή.

Η Ισλανδία είναι, επιπλέον, το τέλειο σκηνικό για αστυνομικά μυθιστορήματα ή ταινίες τρόμου: σκοτάδι, ζοφερό τοπίο, κρύο. Πυροδοτεί τη φαντασία σου.

Το Τρίξιμο στις σκάλες είναι ένα βιβλίο και για την ενηλικίωση, και το τι σημαίνει αυτή η περίοδος της ζωής να παραμορφώνεται -ή ακόμα και να καταστρέφεται- εξαιτίας πράξεων ενηλίκων. Πώς ήταν για σένα να μεγαλώνεις στο Άκρανες;

Ήταν σπουδαία. Για πολλούς ανθρώπους δεν ήταν σπουδαία, όμως.

Αν αντιμετώπιζες προβλήματα στο σπίτι ή στο σχολείο, αυτά σε συνόδευαν στην κατοπινή ζωή σου παντού.

Δεν μπορείς να ξεφύγεις απ’ όσα σου έχουν συμβεί, γιατί οι άνθρωποι που συνδέονται μ’ αυτά είναι εκεί, και τους συναντάς καθημερινά.

Ό,τι είσαι στα δέκα ή στα δεκαπέντε σου, σε διαμορφώνει από πολλές απόψεις. Πολλοί κάτοικοι της πόλης που βίωσαν δυσκολίες σε αυτή την ηλικία έφυγαν, γιατί δεν μπορούσαν να δραπετεύσουν απ’ αυτό που υπήρξαν μένοντας.

Η πρωταγωνίστριά σου, η Ελίζαμπετ, όντως υπήρξε βαθιά τραυματισμένη σε νεαρή ηλικία λόγω της σεξουαλικής κακοποίησης που υπέστη.

Οι τραυματικές εμπειρίες την ακολουθούσαν παντού. Δεν εστιάζω, όμως, μόνο στην Ελίζαμπετ, αλλά και στην Έλμα και την δική της παιδική και εφηβική ηλικία.

Στην πραγματικότητα, η Έλμα δραπετεύει από το Ρέικιαβικ και καταστάσεις που την είχαν σημαδέψει εκεί επιστρέφοντας στη γενέτειρά της.

Ακριβώς. Η ιστορία αφορά εξίσου την Έλμα και το πώς εξελίσσεται και την Ελίζαμπετ.

Η Έλμα δε μοιάζει με συμβατική μπατσίνα.

Δεν είναι η τυπική πρωταγωνίστρια ενός σκανδιναβικού νουάρ. Έχει βιώσει ένα τραύμα για το οποίο μαθαίνεις μόλις στην τελευταία σελίδα, αλλά είναι σε κατάθλιψη και όχι ο εαυτός της σε όλη την έκταση του βιβλίου.

Δεν είναι, όμως, ένας κλισέ χαρακτήρας αλκοολικού, σε κατάθλιψη μπάτσου - αν και τους λατρεύω. Ήθελα να μπορώ να σχετιστώ μαζί της περισσότερο, κι ίσως κι οι αναγνώστες.

Η Έλμα είναι -και δεν είναι- φυσιολογική.

Όλοι οι γυναικείοι -και όχι μόνο, αλλά κυρίως- χαρακτήρες μοιάζουν να είναι βαθιά τραυματισμένοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Είναι ένα βίωμα στο οποίο θέλεις να εντρυφήσεις μέσω της μυθοπλαστικής δουλειάς σου;

Όταν γράφεις μια ιστορία για κάποιο έγκλημα, πρέπει οι άνθρωποι να περνάνε κάτι, να έχουν βιώσει ένα τραύμα. Αφηγούμαι την ιστορία τους, κι αυτή πρέπει να αξίζει να την αφηγηθώ.

Σε ό,τι αφορά το βιβλίο μου, όλα ανάγονται σε ένα περιστατικό που συνέβη στο παρελθόν. Με ενδιέφερε να εξερευνήσω με ρεαλιστικό τρόπο το πώς ένα τραύμα του παρελθόντος μπορεί να επηρεάσει όλη τη ζωή ενός ανθρώπου.

Χρησιμοποιώ, άλλωστε, το κοινωνιολογικό μου υπόβαθρο για τη διερεύνηση αυτών των ζητημάτων.

Ταυτίζομαι με την Ελίζαμπετ ως θύμα και επιζώσα μιας βάναυσης σεξουαλικής κακοποίησης. Από την άλλη, όμως, δεν «αγιοποιείται». Σε ενδιαφέρει η αποτύπωση των αντιφάσεων κάθε χαρακτήρα;

Δεν είναι όλα άσπρο-μαύρο, καλό-κακό: υπάρχει πολύ γκρίζο. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν και τις δύο πλευρές, και το τι μπορείς να κάνεις εξαρτάται από τις συνθήκες.

Χρησιμοποίησε ως παράδειγμα το πόσο μακριά έφτασαν οι άνθρωποι στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Δε λείπει η αποτύπωση των ταξικών ανισοτήτων στο Άκρανες. Πόσο άνισα διαστρωματωμένη είναι η Ισλανδία συγκριτικά με νοτιοευρωπαϊκές ή δυτικοευρωπαϊκές χώρες;

Είμαστε κάπως ίσες και ίσοι εδώ, και η «ψαλίδα» δεν είναι τόσο μεγάλη.

Από την άλλη, κοινωνική ανισότητα υπάρχει παντού. Στο Άκρανες, εν προκειμένω, υπάρχουν κάποιοι ισχυροί άνθρωποι -επιχειρηματίες- που διοικούν την πόλη.

Ως γυναίκα συγγραφέας, ένιωσες ότι έπρεπε να παλέψεις για να κατακτήσεις τον χώρο σου στο πεδίο;

Δύσκολη ερώτηση.

Δε νομίζω, όμως, πως οι Ισλανδές συγγραφείς χρειάστηκαν να παλέψουν πολύ. Στη χώρα, όπως και παγκοσμίως, υπάρχουν σήμερα πολύ περισσότερες γυναίκες συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας απ’ ότι πριν από μερικά χρόνια.

Οι γυναίκες διαβάζουν πολύ περισσότερη μυθοπλασία από τους άντρες.

Είσαι και μητέρα τριών παιδιών. Πώς τα βγάζεις πέρα μ’ αυτές τις ευθύνες;

Είμαι πολύ τυχερή που μπορώ να γράφω όσο βρίσκονται στο σχολείο. Η δουλειά μου είναι τύπου οκτώ με τρεις. Δε γράφω καθόλου όταν είναι στο σπίτι, οπότε η κατάσταση δυσκόλεψε κατά την περίοδο με τον κορονοϊό.

Από το 2018 που το Τρίξιμο στις σκάλες κυκλοφόρησε στην Ισλανδία γράφω ένα βιβλίο τον χρόνο.

Υπερ-παραγωγική.

Τρία βιβλία σχετικά με την Έλμα, κι ένα prequel, το οποίο εκτυλίσσεται έναν χρόνο πριν τον ερχομό της στο Άκρανες. Έχουμε πολλά όμορφα μέρη για φόνους εκεί! (Γέλιο).

Η Ισλανδία ασκεί μια εξωτική γοητεία σε πολλούς ανθρώπους.

Είναι τόσο διαφορετική από την Ελλάδα. Έχω έρθει δυο φορές στην Ελλάδα, την αγάπησα, και ήταν πολύ εξωτική για μένα. Οπότε η Ισλανδία πρέπει να είναι εξωτική για σένα!

Ελπίζω σύντομα να υπάρξει η δυνατότητα να βρεθείς στην Ελλάδα για μια παρουσίαση του βιβλίου σου.

Ανυπομονώ να τη βιώσω!

Ευχαριστώ θερμά την Emily Glenister (DHH Literary Agency) για την πολύτιμη συνδρομή της στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα της Εύα Μπιοργκ Άιγισντοτιρ Το τρίξιμο στις σκάλες κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Διάπλαση σε μετάφραση της Αλίκης Καρυωτάκη.



Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2021

Valdimar Jóhannsson: «Το να είσαι γονιός είναι τεράστιος ρόλος»

 

Valdimar Jóhannsson (Φωτογραφία: Bjarni Eiríksson)

Μια από τις πιο υποβλητικές, ήπια τρομακτικές, φιλμικές εμπειρίες των τελευταίων ετών, η ταινία Ο Αμνός του Ισλανδού Valdimar Jóhannsson είναι μια ιστορία για την αγάπη, την απώλεια και το τι σημαίνει να είσαι γονιός.

Βραβευμένη στο φετινό Φεστιβάλ των Καννών, προβάλλεται από τις 16 Δεκεμβρίου στους κινηματογράφους. Μια κουβέντα με τον Valdimar Jóhannsson.

Η ταινία σου Ο Aμνός αιχμαλωτίζει πολλή από τη μυστήρια γητεία που ασκεί η Ισλανδία, και μεγάλο μέρος της γοητείας της πηγάζει από το να μη χρειάζεται να εξηγείς πολλά γι’ αυτή.

Όταν με ρωτάνε για το φιλμ, πάντα προσπαθώ να μην πω σχεδόν τίποτα! Συνήθως τους προτείνω να μη διαβάσουν τίποτα γι’ αυτό, ούτε να δουν το trailer.

O Aμνός συνδυάζει το αγροτικό ψυχολογικό δράμα με θρησκευτικούς υπαινιγμούς και στοιχεία φαντασίας και τρόμου. Γυρίστηκε όντως σε ένα αγροτικό μέρος;

Η τοποθεσία ήταν πολύ σημαντική για μένα.

Αυτό κατάλαβα.

Είχα κατά νου μια πολύ ξεχωριστή φάρμα. Έφτιαξα, μάλιστα, μια πήλινη μακέτα και την έστειλα σε αγρότες σε όλη την Ισλανδία αναζητώντας τη.

Ο αδερφός μου βρήκε τη φάρμα όπου τελικά πραγματοποιήθηκαν τα γυρίσματα, αν και δεν ήταν αυτή που είχα στο μυαλό μου.

Πάντως, κανένας δεν είχε ζήσει εκεί επί είκοσι χρόνια και ο ορεινός όγκος που την περιέβαλλε ήταν εντυπωσιακός.

Τι ήταν τόσο ιδιαίτερο, η ίδια η τοποθεσία;

Το γεγονός ότι βρίσκεται σε μια κοιλάδα και δεν υπάρχουν πολλές άλλες φάρμες τριγύρω. Μπορούσα να φιλμάρω σε 360 μοίρες σχεδόν από κάθε παράθυρο.

Αλλάξαμε, επίσης, το σπίτι ολότελα. Όλοι, ηθοποιοί και συνεργείο, γούσταραν να βρίσκονται σ’ αυτό.

Το νιώθατε οικείο.

Ναι, σαν να ήμασταν κι εμείς αγρότες σχεδόν. Υπήρξαμε εξαιρετικά τυχεροί που ανακαλύψαμε αυτή την τοποθεσία.



Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι δείχνει να βιώνει ένα τραύμα. Αυτό γίνεται πιο πολύ αισθητό, παρά αρθρώνεται. Σαν να προσπαθούν να ξεπεράσουν κάτι που τους βαραίνει.

Ο Αμνός είναι μια ταινία για την απώλεια. Η Μάρια και ο Ίνγκβαρ βιώνουν έναν πόνο. Στην αρχή του φιλμ νιώθεις ότι η Μάρια σχεδόν δεν αναπνέει.

Όταν, λοιπόν, βρίσκουν κάτι που μπορεί να αποτελέσει θεραπεία γι’ αυτούς, δεν το σκέφτονται, το παίρνουν- αν και δεν τους ανήκει. Και αισθάνονται λίγο καλύτερα.

Η Μάρια νιώθει έτσι εξ αρχής, ενώ ο Ίνγκβαρ το «παλεύει» περισσότερο.

Κάποιοι μου λένε πως για ό,τι συνέβη στο παρελθόν τους φέρει μεγαλύτερη ευθύνη εκείνος, θα έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός.

Και οι δύο αγκαλιάζουν αυτή τη νέα ύπαρξη, πάντως. Εντέλει, στον πυρήνα του, ο Αμνός αφορά στη μητρότητα και την πατρότητα ως εμπειρία, ανεξαρτήτως του ποια/ποιος είναι το παιδί σου.

Το να είσαι γονιός είναι τεράστιος ρόλος. Θα έκανες σχεδόν τα πάντα για το παιδί σου.

Έχει, επίσης, να κάνει με την αποδοχή. Μπορείς να είσαι γονιός ακόμα κι αν δε συνδέεσαι με το παιδί σου βιολογικά.

Μπαίνουν σε μεγάλο κόπο και για να του παρέχουν τα απαραίτητα και για να το προστατεύσουν από κάθε πραγματικό η επινοημένο εχθρό, δομώντας μια σχέση μαζί του βασισμένη στο συναίσθημα.

Ένας τέτοιος δεσμός μπορεί να υφίσταται και ανάμεσα σε ανθρώπους και ζώα. Κατά κάποιον τρόπο αισθανόμαστε πως είμαστε οι κυρίαρχοι του κόσμου.

Αυτό δεν είναι σωστό, όμως. Είμαστε τόσο μικροσκοπικοί απέναντι στη φύση: μπορεί να πάρει τα πάντα πίσω, αν το θελήσει.

Για κάποιους, αυτό που κάνει η Μάρια φαντάζει σκληρό. Αν, όμως, υπάρξει κάποια απειλή για την ευτυχία της, απλώς την ξεφορτώνεται.

Δεν ξέρω τι θα έκανε κάποια άλλη στη θέση της. Τίθενται πολλά ερωτήματα ως προς τι είναι σωστό και λάθος.



Αλλά όχι και συγκεκριμένες απαντήσεις.

Όχι, πρέπει να τις βρεις μόνος σου.

Εμπιστευόμαστε το κοινό, κι αυτό είναι ένα φιλμ για το κοινό. Δε θέλουμε να του πούμε τι να σκεφτεί, τι είναι σωστό ή λάθος. Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο.

Η Μάρια μοιάζει θρησκευόμενη, περισσότερο ή λιγότερο. Ήταν το βίωμα της θρησκείας ή της πίστης σημαντικό για την οικοδόμηση του χαρακτήρα της;

Αυτό που είχαμε κατά νου όταν γράφαμε το σενάριο με τον Sjón ήταν οι ιστορίες από τη λαϊκή μας παράδοση, κι αυτές μοιάζουν πολύ με τη θρησκευτική παράδοση.

Δεν ξέρω αν η Μάρια είναι θρησκευόμενη. Είναι, ωστόσο, ευαίσθητη απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω της, όχι όμως όσο και τα ζώα. Γι’ αυτό θέλαμε να έχουμε και τη δική τους οπτική. Έχουν εξαιρετικά ισχυρή αίσθηση των πραγμάτων.

Δομήσαμε τον χαρακτήρα της από κοινού με την Νούμι Ραπάς που την υποδύεται.

Αποφασίσαμε να έχουμε όσο το δυνατόν λιγότερο διάλογο, αρχίζεις να «διαβάζεις» τη γλώσσα του σώματος των ηθοποιών.

Έτσι κάθε θεατής θα πρέπει να συνθέσει τους δικούς του/της διαλόγους, ώστε να «βυθιστεί» στην αφήγηση. Σε κάθε περίπτωση, ο αμνός -όποια μορφή κι αν πάρει- αποπνέει αθωότητα.

Δεν ξέρω από πού προέρχεται ο αμνός. Όταν έφτιαχνα το storyboard, πάντως, έκανα πολλά σχέδια της συγκεκριμένης ύπαρξης.

Οφείλεται, άραγε, αυτό στο γεγονός ότι η γιαγιά κι ο παππούς μου ήταν αγρότες και πέρασα την παιδική μου ηλικία σε ένα τέτοιο μέρος; Δεν είμαι και τόσο σίγουρος.

O αμνός είναι ένα εντυπωσιακό ζώο, και κουβαλά πολλά νοήματα στη θρησκεία.

Ανέφερες τα σχέδια, προσθέτω και τους πίνακες. Η ταινία έχει εξαιρετικά ζωγραφική ποιότητα. Παρατίθεται, μάλιστα, μια σειρά από πίνακες στα credits.

Σ’ ευχαριστώ για την επισήμανση. Οι πίνακες που αναφέρονται στα credits του τέλους είναι εκείνοι που μπορείς να δεις σε κάποια από τα κάδρα του φιλμ.

Συνέλεξα πάρα πολλές φωτογραφίες πινάκων ως αναφορά για την ταινία. Ο υπολογιστής μου σχεδόν δε λειτουργεί εξαιτίας της αποθήκευσης όλου αυτού του υλικού!

Γράφαμε το σενάριο και με εικόνες.

Είναι ξεκάθαρο αυτό. Απολαμβάνεις, εκτιμάς της ζωγραφική, γενικότερα;

Οι εικόνες και η ζωγραφική είναι για μένα πιο δυνατές από τις λέξεις και το σινεμά είναι σαν ένα οπτικό μέσο. Γι’ αυτό χρησιμοποιήσαμε τον ελάχιστο δυνατό διάλογο, δε θέλαμε ν’ αφηγηθούμε την ίδια ιστορία δυο φορές.

Αν δε χρειάζεται να εξηγήσεις κάτι, τότε δεν πρέπει το κάνεις. Πρέπει να «δω» με ποιο τοπίο, με ποια διάθεση θέλω να δουλέψω πριν τη συγγραφή του σεναρίου.



Αυτή η επιθυμία συμβαδίζει και με τη χρήση της μουσικής, εγγενές στοιχείο του Αμνού.

Στην αρχή πίστευα ότι δε θα χρειαζόμουν μουσική επένδυση, άλλαξα όμως γνώμη κατά τη διαδικασία του μοντάζ. Ο ήχος αποτελεί το 50% της ταινίας. Χαίρομαι πολύ που αποφασίσαμε να έχουμε μουσική επένδυση.

Γιατί χρησιμοποίησες τη συγκεκριμένη σύνθεση του Χέντελ;

Aισθάνθηκα πως έπρεπε να υπάρχει μια σιωπή μετά την τελευταία σκηνή, ώστε να σκεφτεί το κοινό τι είχε συμβεί.

Έπειτα, έπρεπε ν’ ακολουθήσει κάτι μεγάλο (γέλιο). Είχαμε μια playlist αποτελούμενη από είκοσι συνθέσεις, τις δοκιμάσαμε όλες και μετά από μακρά κουβέντα «νίκησε» ο Χέντελ. «Έβγαζε» το σωστό συναίσθημα.

Ευχαριστώ θερμά την Ευάννα Βενάρδου από το Γραφείο Τύπου της Weird Wave για τη συμβολή της στον προγραμματισμό της συνέντευξης.

Η ταινία του Valdimar Jóhannsson Ο Αμνός πραγματοποίησε την πανελλήνια πρεμιέρα της στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 27ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας-Νύχτες Πρεμιέρας.

Προβάλλεται από τις 16 Δεκεμβρίου στους κινηματογράφους σε διανομή της Weird Wave.