Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 27ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 27ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2022

Σεμπάστιαν Μάιζε: «Οι μηχανισμοί της καταπίεσης είναι εναλλάξιμοι»

 

Σεμπάστιαν Μάιζε (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Βαθιά συγκινητική, η ταινία του Αυστριακού Σεμπάστιαν Μάιζε Μεγάλη απόδραση είναι μια αντισυμβατική ιστορία αγάπης ανάμεσα σε δύο έγκλειστους άντρες κι ένας στοχασμός για τις ανελέητες διώξεις των γκέι στη Γερμανία διαχρονικά.

Ήδη πολυβραβευμένη, προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 3 Φεβρουαρίου. Συναντώντας τον σκηνοθέτη στο Σαράγεβο.

Θα έλεγες ότι, πάνω απ’ όλα, η ταινία σου Μεγάλη απόδραση αφορά στην αναζήτηση, τη βίωση και τη διατήρηση της ελευθερίας, ανεξαρτήτως της σεξουαλικής ταυτότητας της καθεμιάς και του καθενός;

Απολύτως. Πάντοτε έτσι την έβλεπα.

Η Παράγραφος 175 του γερμανικού ποινικού κώδικα στην οποία βασίστηκαν οι διώξεις ομοφυλόφιλων είναι ένα σκηνικό, κι αυτό είναι μεταβλητό. Οι μηχανισμοί της καταπίεσης είναι εναλλάξιμοι.

Οι δυο πρωταγωνιστές, ο Χανς και ο Βίκτορ, δε θα μπορούσαν να είναι περισσότερο διαφορετικοί, συναντιούνται στο πλαίσιο του εγκλεισμού τους και τελικά μπλέκονται ο ένας με τον άλλο.

Αφηγηματική αφετηρία είναι, λοιπόν, η διαβόητη Παράγραφος 175. Πώς ερμηνεύεις το γεγονός ότι το γερμανικό κράτος καθυστέρησε τόσο πολύ να την καταργήσει;

Δεν έχω απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση! (Γέλιο). Είναι θαύμα που συνέβη, πρόκειται για κάτι τρελό. Ακόμα κι η επιστημονική κοινότητα της εποχής δικαιολογούσε την ύπαρξή της.

Με ποια έννοια;

Περιέγραφε την ομοφυλοφιλία ως ασθένεια.

Στην πραγματικότητα το γερμανικό κράτος δεν ήθελε να την καταργήσει το 1969.

Αναγκάστηκε λόγω των μεταρρυθμίσεων που βρίσκονταν σε εξέλιξη να προχωρήσει στην τροποποίησή της, διατηρώντας ταυτόχρονα την ποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας.

Οπότε υπήρχε σημαντική κοινωνική πίεση για την πραγματική κατάργηση αυτού του άρθρου εκείνη την περίοδο;

Υπήρχαν η μεγάλη μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος, καθώς και το φοιτητικό κίνημα του 1968.

Έντονη ήταν και η πίεση του κινήματος των ομοφυλόφιλων. Το κράτος έπρεπε να κάνει κάτι, ήταν αδύνατο να διατηρηθεί ο νόμος ως είχε.

Μέχρι την οριστική κατάργησή του χρειάστηκε, ωστόσο, να μεσολαβήσουν άλλα 25 περίπου χρόνια. Τι συνέβη στο μεταξύ; Εξακολουθούσαν να διώκονται οι ομοφυλόφιλοι; Ή διώκονταν λιγότερο;

Διώκονταν λιγότερο. Το ηλικιακό όριο για τη σύναψη ομοφυλόφιλων σχέσεων ήταν το 21ο έτος της ηλικίας, οπότε εφόσον ήσουν ενήλικος, μπορούσες να έχεις τέτοιες σχέσεις.

Υπήρχε και στην Αυστρία εκείνης της περιόδου αντίστοιχο άρθρο;

Ακριβώς το ίδιο. Πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν η Παράγραφος 125, ενώ μετά τον πόλεμο μετονομάστηκε σε 175 και συνέχισε να εφαρμόζεται μέχρι το 1971. Τότε τροποποιήθηκε, για να καταργηθεί το 1994.



Στην ταινία σου επιλέγεις να αποτυπώσεις την κακομεταχείριση του γκέι Χανς από το σύστημα ανά τα χρόνια. Για να αναδείξεις της συνέχεια της κρατικής πολιτικής ανεξαρτήτως κυβέρνησης;

Για τους γκέι δεν άλλαξε και πολύ η κατάσταση. Μπορεί μεταπολεμικά να μην εκτελούνταν ή να μη βασανίζονταν όπως συνέβαινε επί ναζισμού, αλλά παρέμεναν «παράνομοι».

Μπορεί η Γερμανία να είχε απελευθερωθεί από τις συμμαχικές δυνάμεις, αλλά οι γκέι εξακολουθούσαν να διώκονται.

Το «άπλωμα» του φιλμ στον χρόνο έχει, ασφαλώς, να κάνει με το ότι η ιστορία του Χανς και του Βίκτορ χρειάζεται χρόνο για ν’ αναπτυχθεί, σε όλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου στη Γερμανία.

Μέχρι ν’ αφεθεί ελεύθερος ο Χανς και να ζήσει τη ζωή του.

Ή και όχι. Φαντάζομαι πως η διαδικασία της συγγραφής του σεναρίου υπήρξε επίπονη. Θα ήθελες να μου μιλήσεις για τη συνεργασία σου με τον συν-σεναριογράφο σου, Τόμας Ράιντερ;

Γνωριζόμαστε πολύ καλά, σπουδάσαμε παρέα κι έχουμε κάνει όλα τα φιλμ μου, μικρού και μεγάλου μήκους, μαζί. Είναι σαν επαγγελματικός γάμος, είναι ο αδερφός μου στο «έγκλημα»!

Στο κινηματογραφικό «έγκλημα».

Σ’ αυτό (Γέλιο). Υπάρχει βέβαια και ένταση, αλλά αυτό είναι καλό, γιατί ποτέ δεν ακολουθείς τον εύκολο δρόμο. Όταν δουλεύεις στο πεδίο της τέχνης, είναι σημαντικό να μην παίρνεις έναν τέτοιο δρόμο, γι’ αυτό και πάντα διορθώνουμε ο ένας τον άλλο.

Πραγματοποιήσατε και εκτεταμένη έρευνα για να γνωρίσετε τους ανθρώπους που διώχτηκαν και την εποχή.

Ναι, γιατί δεν ήξερα τίποτα σχετικά με το θέμα, ούτε και κάποιον που είχε πληγεί.

Κάναμε πολλές συνεντεύξεις στην Αυστρία, όπου υπάρχει ένα διάσημο γκέι μπαρ στο οποίο συχνάζουν μεγαλύτερης ηλικίας ομοφυλόφιλοι. Πήγαμε εκεί και μιλήσαμε μαζί τους. Όλοι όσοι ανήκουν σε μεγαλύτερες γενιές έχουν βιώσει εμπειρία δίωξης.

Ήταν πρόθυμοι να μοιραστούν κάποιες από τις επώδυνες αναμνήσεις τους;

Ήταν πολύ ανοιχτοί. Δεν είχαν ποτέ μιλήσει για τις ιστορίες τους. Ήταν πολύ χαρούμενοι που κάποιος τους ρώτησε.

Το γεγονός ότι η Μεγάλη απόδραση είναι ταινία μυθοπλασίας και όχι ντοκιμαντέρ οφείλεται στο ενδιαφέρον σου για τη μυθοπλασία;

Είμαι άνθρωπος της μυθοπλασίας. Το φιλμ δεν έχει πολιτική ατζέντα, εξάλλου, είναι μια ιστορία ανάμεσα σε ανθρώπους.

Όταν έμαθα γι’ αυτό το ζήτημα, μού ήρθε στο μυαλό το 1984 του Τζορτζ Όργουελ. Είναι σαν δυστοπία.

Κι ενώ ήξερα πως τέτοιες διώξεις συμβαίνουν στο Ιράν ή σε κάποιες αφρικανικές χώρες, σοκαρίστηκα όταν συνειδητοποίησα ότι συνέβαιναν και στον γερμανόφωνο κόσμο.



Δε χρειάζεται να φύγουμε από την ευρωπαϊκή ήπειρο για να διαπιστώσουμε πως τα συνταγματικά δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων -δε μιλάω καν για κάτι ριζοσπαστικό- δε γίνονται και τόσο σεβαστά.

Ας πάρουμε ως παραδείγματα την Πολωνία και την Ουγγαρία.

Σε ό,τι αφορά μάλιστα την Ουγγαρία, είναι παράξενο που η Ευρώπη απλώς παρακολουθεί. Αποδέχεται αυτό το γεγονός, δεν αντιδρά. Είναι πολύ εύθραυστο αυτό που έχουμε πετύχει στην Αυστρία. Δεν ξέρω για την Ελλάδα.

Έχουν γίνει θετικά βήματα. Αν, όμως, μιλήσεις με κάποιον τυχαίο περαστικό, μπορεί να μη λάβεις τις πιο σωστές απαντήσεις.

Επιστρέφοντας στη Μεγάλη απόδραση, εκτιμώ την απουσία μελοδραματισμού, τον προσγειωμένο του χαρακτήρα. Έτσι δημιουργείς φιλμ και πλάθεις χαρακτήρες;

Η δημιουργία ταινιών σε απομυζά ιδιαίτερα: υπάρχει τόση αφηγηματική κατασκευή, τόσο γράψιμο, τόσες αποφάσεις για δραματουργικά ζητήματα. Το να βρω τον σωστό τόνο είναι το πιο δύσκολο για μένα.

Πώς απέφυγες τον εγκλωβισμό στην παγίδα της αισθηματικοποίησης;

Μέσω της δουλειάς, του ξαναδουλέματος και του ξαναδουλέματος! (Γέλιο). Δε γίνεται, όμως, να μην υπάρχει και συναίσθημα.

Είναι συναισθηματική και συγκινητική δουλειά, απλώς με υπαινικτικό τρόπο.

Ο πιο μεγάλος μου φόβος είναι ότι κάτι μπορεί να είναι αξιολύπητο. Είναι, όμως, σημαντικό να είναι και συναισθηματική.

Ο Φραντς Ρογκόφσκι, ο πρωταγωνιστής, είναι από τους ηθοποιούς με την πιο έντονη ενσυναίσθηση στο σύγχρονο σινεμά. Μεγάλο ποσοστό της επιτυχίας της ταινίας μάλλον αποδίδεται σ’ αυτή τη συνεργασία.

Είναι από τους αγαπημένους μου.

Συμβαίνει, όμως, και με τους δύο συμπρωταγωνιστές. Ο Γκέοργκ Φρίντριχ, που υποδύεται τον Βίκτορ, είναι πολύ γνωστός στην Αυστρία. Ήθελα να κάνω ένα φιλμ μαζί του. Ο συνδυασμός των δύο κάνει, πάντως, τη διαφορά.

Η βαθιά μεταξύ τους «χημεία», όπως αποτυπώνεται στην οθόνη, υπήρχε και στο γύρισμα;

Ακόμα κι όταν δε γνωρίζονταν. Για μένα αυτή η «χημεία» είναι η «καρδιά» της ταινίας. Ως άνθρωποι και ηθοποιοί εκτιμούν ο ένας τον άλλο πάρα πολύ.



Έπειτα προέκυψε η βράβευση στο Φεστιβάλ των Καννών. Εξεπλάγης;

Το να βρίσκομαι στις Κάννες με το δεύτερο φιλμ μου ήταν μια έκπληξη, πόσο μάλλον η βράβευση. Το πιο αξιομνημόνευτο γεγονός ήταν η θερμή αντίδραση του κοινού μετά την προβολή. Πέθαινα από το άγχος, φανταζόμουν ότι θα το μισούσαν.

Αυτές τις μέρες (σημ.: τον Αύγουστο του 2021) προβάλλεται στο πλαίσιο του Διαγωνιστικού του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο. Ποια είναι η σχέση σου με την πόλη;

Έχω έρθει δυο φορές ως επισκέπτης. Είναι ένα από τα πιο ωραία φεστιβάλ. Η ανάμειξη των πολιτισμών στο Σαράγεβο είναι υπέροχη. Δεν το έχεις πουθενά στην Ευρώπη αυτό.

Παρά τους περιορισμούς που πήγαζαν από την πανδημία, κατάφερες να ολοκληρώσεις την ταινία. Υπήρξαν στιγμές που ένιωσες πως ίσως αυτό δε θα συνέβαινε;

Ξεκινήσαμε τα γυρίσματα λίγο πριν το πρώτο lockdown το 2020 κι έπρεπε να εγκαταλείψουμε το πλατό εν μια νυκτί. Δεν το πιστεύαμε! Όταν έφτασε το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, όλοι ξεχειλίζαμε από ενέργεια και θέλαμε να την ολοκληρώσουμε.

Κι αυτή η ενέργεια μεταφέρθηκε σε συγκεκριμένες σκηνές προς το τέλος του φιλμ.

Η συνέντευξη με τον Σεμπάστιαν Μάιζε πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 27ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο. Ευχαριστώ θερμά την Έλμα Κάφετζιτς από το Γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ για την πολύτιμη συνδρομή της.

Η Μεγάλη απόδραση προβλήθηκε σε πανελλήνια «πρώτη» στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού Μυθοπλασίας του 27ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας-Νύχτες Πρεμιέρας, όπου απέσπασε τα βραβεία της ΠΕΚΚ και κοινού.

Από τις 3 Φεβρουαρίου κυκλοφορεί στους κινηματογράφους σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη σε διανομή της AMA Films.



Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2021

Valdimar Jóhannsson: «Το να είσαι γονιός είναι τεράστιος ρόλος»

 

Valdimar Jóhannsson (Φωτογραφία: Bjarni Eiríksson)

Μια από τις πιο υποβλητικές, ήπια τρομακτικές, φιλμικές εμπειρίες των τελευταίων ετών, η ταινία Ο Αμνός του Ισλανδού Valdimar Jóhannsson είναι μια ιστορία για την αγάπη, την απώλεια και το τι σημαίνει να είσαι γονιός.

Βραβευμένη στο φετινό Φεστιβάλ των Καννών, προβάλλεται από τις 16 Δεκεμβρίου στους κινηματογράφους. Μια κουβέντα με τον Valdimar Jóhannsson.

Η ταινία σου Ο Aμνός αιχμαλωτίζει πολλή από τη μυστήρια γητεία που ασκεί η Ισλανδία, και μεγάλο μέρος της γοητείας της πηγάζει από το να μη χρειάζεται να εξηγείς πολλά γι’ αυτή.

Όταν με ρωτάνε για το φιλμ, πάντα προσπαθώ να μην πω σχεδόν τίποτα! Συνήθως τους προτείνω να μη διαβάσουν τίποτα γι’ αυτό, ούτε να δουν το trailer.

O Aμνός συνδυάζει το αγροτικό ψυχολογικό δράμα με θρησκευτικούς υπαινιγμούς και στοιχεία φαντασίας και τρόμου. Γυρίστηκε όντως σε ένα αγροτικό μέρος;

Η τοποθεσία ήταν πολύ σημαντική για μένα.

Αυτό κατάλαβα.

Είχα κατά νου μια πολύ ξεχωριστή φάρμα. Έφτιαξα, μάλιστα, μια πήλινη μακέτα και την έστειλα σε αγρότες σε όλη την Ισλανδία αναζητώντας τη.

Ο αδερφός μου βρήκε τη φάρμα όπου τελικά πραγματοποιήθηκαν τα γυρίσματα, αν και δεν ήταν αυτή που είχα στο μυαλό μου.

Πάντως, κανένας δεν είχε ζήσει εκεί επί είκοσι χρόνια και ο ορεινός όγκος που την περιέβαλλε ήταν εντυπωσιακός.

Τι ήταν τόσο ιδιαίτερο, η ίδια η τοποθεσία;

Το γεγονός ότι βρίσκεται σε μια κοιλάδα και δεν υπάρχουν πολλές άλλες φάρμες τριγύρω. Μπορούσα να φιλμάρω σε 360 μοίρες σχεδόν από κάθε παράθυρο.

Αλλάξαμε, επίσης, το σπίτι ολότελα. Όλοι, ηθοποιοί και συνεργείο, γούσταραν να βρίσκονται σ’ αυτό.

Το νιώθατε οικείο.

Ναι, σαν να ήμασταν κι εμείς αγρότες σχεδόν. Υπήρξαμε εξαιρετικά τυχεροί που ανακαλύψαμε αυτή την τοποθεσία.



Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι δείχνει να βιώνει ένα τραύμα. Αυτό γίνεται πιο πολύ αισθητό, παρά αρθρώνεται. Σαν να προσπαθούν να ξεπεράσουν κάτι που τους βαραίνει.

Ο Αμνός είναι μια ταινία για την απώλεια. Η Μάρια και ο Ίνγκβαρ βιώνουν έναν πόνο. Στην αρχή του φιλμ νιώθεις ότι η Μάρια σχεδόν δεν αναπνέει.

Όταν, λοιπόν, βρίσκουν κάτι που μπορεί να αποτελέσει θεραπεία γι’ αυτούς, δεν το σκέφτονται, το παίρνουν- αν και δεν τους ανήκει. Και αισθάνονται λίγο καλύτερα.

Η Μάρια νιώθει έτσι εξ αρχής, ενώ ο Ίνγκβαρ το «παλεύει» περισσότερο.

Κάποιοι μου λένε πως για ό,τι συνέβη στο παρελθόν τους φέρει μεγαλύτερη ευθύνη εκείνος, θα έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός.

Και οι δύο αγκαλιάζουν αυτή τη νέα ύπαρξη, πάντως. Εντέλει, στον πυρήνα του, ο Αμνός αφορά στη μητρότητα και την πατρότητα ως εμπειρία, ανεξαρτήτως του ποια/ποιος είναι το παιδί σου.

Το να είσαι γονιός είναι τεράστιος ρόλος. Θα έκανες σχεδόν τα πάντα για το παιδί σου.

Έχει, επίσης, να κάνει με την αποδοχή. Μπορείς να είσαι γονιός ακόμα κι αν δε συνδέεσαι με το παιδί σου βιολογικά.

Μπαίνουν σε μεγάλο κόπο και για να του παρέχουν τα απαραίτητα και για να το προστατεύσουν από κάθε πραγματικό η επινοημένο εχθρό, δομώντας μια σχέση μαζί του βασισμένη στο συναίσθημα.

Ένας τέτοιος δεσμός μπορεί να υφίσταται και ανάμεσα σε ανθρώπους και ζώα. Κατά κάποιον τρόπο αισθανόμαστε πως είμαστε οι κυρίαρχοι του κόσμου.

Αυτό δεν είναι σωστό, όμως. Είμαστε τόσο μικροσκοπικοί απέναντι στη φύση: μπορεί να πάρει τα πάντα πίσω, αν το θελήσει.

Για κάποιους, αυτό που κάνει η Μάρια φαντάζει σκληρό. Αν, όμως, υπάρξει κάποια απειλή για την ευτυχία της, απλώς την ξεφορτώνεται.

Δεν ξέρω τι θα έκανε κάποια άλλη στη θέση της. Τίθενται πολλά ερωτήματα ως προς τι είναι σωστό και λάθος.



Αλλά όχι και συγκεκριμένες απαντήσεις.

Όχι, πρέπει να τις βρεις μόνος σου.

Εμπιστευόμαστε το κοινό, κι αυτό είναι ένα φιλμ για το κοινό. Δε θέλουμε να του πούμε τι να σκεφτεί, τι είναι σωστό ή λάθος. Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο.

Η Μάρια μοιάζει θρησκευόμενη, περισσότερο ή λιγότερο. Ήταν το βίωμα της θρησκείας ή της πίστης σημαντικό για την οικοδόμηση του χαρακτήρα της;

Αυτό που είχαμε κατά νου όταν γράφαμε το σενάριο με τον Sjón ήταν οι ιστορίες από τη λαϊκή μας παράδοση, κι αυτές μοιάζουν πολύ με τη θρησκευτική παράδοση.

Δεν ξέρω αν η Μάρια είναι θρησκευόμενη. Είναι, ωστόσο, ευαίσθητη απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω της, όχι όμως όσο και τα ζώα. Γι’ αυτό θέλαμε να έχουμε και τη δική τους οπτική. Έχουν εξαιρετικά ισχυρή αίσθηση των πραγμάτων.

Δομήσαμε τον χαρακτήρα της από κοινού με την Νούμι Ραπάς που την υποδύεται.

Αποφασίσαμε να έχουμε όσο το δυνατόν λιγότερο διάλογο, αρχίζεις να «διαβάζεις» τη γλώσσα του σώματος των ηθοποιών.

Έτσι κάθε θεατής θα πρέπει να συνθέσει τους δικούς του/της διαλόγους, ώστε να «βυθιστεί» στην αφήγηση. Σε κάθε περίπτωση, ο αμνός -όποια μορφή κι αν πάρει- αποπνέει αθωότητα.

Δεν ξέρω από πού προέρχεται ο αμνός. Όταν έφτιαχνα το storyboard, πάντως, έκανα πολλά σχέδια της συγκεκριμένης ύπαρξης.

Οφείλεται, άραγε, αυτό στο γεγονός ότι η γιαγιά κι ο παππούς μου ήταν αγρότες και πέρασα την παιδική μου ηλικία σε ένα τέτοιο μέρος; Δεν είμαι και τόσο σίγουρος.

O αμνός είναι ένα εντυπωσιακό ζώο, και κουβαλά πολλά νοήματα στη θρησκεία.

Ανέφερες τα σχέδια, προσθέτω και τους πίνακες. Η ταινία έχει εξαιρετικά ζωγραφική ποιότητα. Παρατίθεται, μάλιστα, μια σειρά από πίνακες στα credits.

Σ’ ευχαριστώ για την επισήμανση. Οι πίνακες που αναφέρονται στα credits του τέλους είναι εκείνοι που μπορείς να δεις σε κάποια από τα κάδρα του φιλμ.

Συνέλεξα πάρα πολλές φωτογραφίες πινάκων ως αναφορά για την ταινία. Ο υπολογιστής μου σχεδόν δε λειτουργεί εξαιτίας της αποθήκευσης όλου αυτού του υλικού!

Γράφαμε το σενάριο και με εικόνες.

Είναι ξεκάθαρο αυτό. Απολαμβάνεις, εκτιμάς της ζωγραφική, γενικότερα;

Οι εικόνες και η ζωγραφική είναι για μένα πιο δυνατές από τις λέξεις και το σινεμά είναι σαν ένα οπτικό μέσο. Γι’ αυτό χρησιμοποιήσαμε τον ελάχιστο δυνατό διάλογο, δε θέλαμε ν’ αφηγηθούμε την ίδια ιστορία δυο φορές.

Αν δε χρειάζεται να εξηγήσεις κάτι, τότε δεν πρέπει το κάνεις. Πρέπει να «δω» με ποιο τοπίο, με ποια διάθεση θέλω να δουλέψω πριν τη συγγραφή του σεναρίου.



Αυτή η επιθυμία συμβαδίζει και με τη χρήση της μουσικής, εγγενές στοιχείο του Αμνού.

Στην αρχή πίστευα ότι δε θα χρειαζόμουν μουσική επένδυση, άλλαξα όμως γνώμη κατά τη διαδικασία του μοντάζ. Ο ήχος αποτελεί το 50% της ταινίας. Χαίρομαι πολύ που αποφασίσαμε να έχουμε μουσική επένδυση.

Γιατί χρησιμοποίησες τη συγκεκριμένη σύνθεση του Χέντελ;

Aισθάνθηκα πως έπρεπε να υπάρχει μια σιωπή μετά την τελευταία σκηνή, ώστε να σκεφτεί το κοινό τι είχε συμβεί.

Έπειτα, έπρεπε ν’ ακολουθήσει κάτι μεγάλο (γέλιο). Είχαμε μια playlist αποτελούμενη από είκοσι συνθέσεις, τις δοκιμάσαμε όλες και μετά από μακρά κουβέντα «νίκησε» ο Χέντελ. «Έβγαζε» το σωστό συναίσθημα.

Ευχαριστώ θερμά την Ευάννα Βενάρδου από το Γραφείο Τύπου της Weird Wave για τη συμβολή της στον προγραμματισμό της συνέντευξης.

Η ταινία του Valdimar Jóhannsson Ο Αμνός πραγματοποίησε την πανελλήνια πρεμιέρα της στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 27ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας-Νύχτες Πρεμιέρας.

Προβάλλεται από τις 16 Δεκεμβρίου στους κινηματογράφους σε διανομή της Weird Wave.



Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2021

Ράντου Ζούντε: «Η πανδημία επιτάχυνε την εμπορευματοποίηση των πάντων»

 

Ράντου Ζούντε (Φωτογραφία: Odd Andersen/AFP)

Μια «βλάσφημη» σάτιρα του μισογυνισμού, του συντηρητισμού, της υποκρισίας και της οργανωμένης θρησκείας, η βραβευμένη με Χρυσή Άρκτο ταινία του Ρουμάνου Ράντου Ζούντε Ατυχές πήδημα ή παλαβό πορνό δεν αφήνει τίποτε όρθιο.

Συνομιλώντας με τον σκηνοθέτη ενόψει της κυκλοφορίας του φιλμ στους κινηματογράφους στις 7 Οκτωβρίου.

Μόλις γύρισες από μια φεστιβαλική «τουρνέ».

Ωραία είναι, αλλά από την άλλη νιώθεις σαν προϊόν που στέλνεται σε διάφορα μέρη. Κατά κάποιον τρόπο χάνεις την ταυτότητά σου, είναι όμως κομμάτι της δουλειάς.

Είσαι από τους σκηνοθέτες που απολαμβάνουν να παρακολουθούν φιλμ;

Ήμουν στο Κάρλοβι Βάρι για τέσσερις μέρες και είδα τρεις ταινίες. Στη Βενετία βρέθηκα για τρεις μέρες και είδα μόνο ένα φιλμ. Δεν είναι πολλά.

Αλλά είμαι παθιασμένος με τις ταινίες. Μου αρέσει να ανακαλύπτω πράγματα, βέβαια, αλλά με ενδιαφέρουν συγκεκριμένα φιλμ, για παράδειγμα παλαιότερων περιόδων από την Ιστορία του κινηματογράφου.

Χτες παρακολούθησα για πρώτη φορά την ολοκληρωμένη εκδοχή της Απληστίας του Έριχ φον Στρόχαϊμ.

Μιλώντας για κινηματογραφικές ή σινεφιλικές αναφορές, εντοπίζονται πολλές σε όλες τις δουλειές σου. Στην τελευταία σου, το Ατυχές πήδημα ή παλαβό πορνό, υπάρχει -πάλι- πολύς Γκοντάρ της τελευταίας περιόδου, αλλά και Μπουνιουέλ.

Πώς (δια)χειρίζεσαι όλες αυτές τις αναφορές;

Προφανής είναι η επιρροή από Μακαβέγιεφ.

Στο πρώτο μέρος της ταινίας είμαι, επίσης, επηρεασμένος από τον Οδυσσέα του Τζόις που διάβαζα εκείνη την περίοδο. Είμαστε φτιαγμένοι από τις επιρροές μας.

Είναι μια προτροπή που διαρκώς ακούς - όχι μόνο στη δουλειά μας, αλλά τώρα και από τους αντιεμβολιαστές: «Σκέψου με το μυαλό σου, όχι με το μυαλό ενός άλλου».

Συμφωνώ, αλλά δεν ξέρω αν ο κάθε άνθρωπος το εννοεί με τον ίδιο τρόπο.

Τι σημαίνει, όμως, κάτι τέτοιο, ακόμα κι αν το εννοήσουμε με τον καλύτερο τρόπο;

Δεν επινόησα το σινεμά, που γεννήθηκε στα σπήλαια 2000 χρόνια πριν, ούτε την κάμερα. Οπότε κανένας στην πραγματικότητα δε σκέφτεται με το δικό του μυαλό.

Είμαστε προϊόντα μιας μακράς διαδικασίας- συνειδητής και ασυνείδητης.

«Κλέψε όσα περισσότερα μπορείς από όλους τους άλλους», είχε κάποτε πει ο Κοκτό. Συνεπώς είμαι επηρεασμένος από πολλούς, και κυρίως τον Γκοντάρ, τον πιο σημαντικό διανοούμενο του σινεμά.

Παραμένει φρέσκος και επίκαιρος παρά την ηλικία του.

Είναι το πρότυπό μου.



Πώς αποφάσισες να δομήσεις την ταινία σου σε σπονδυλωτή μορφή;

Άλλη μια επιρροή, προερχόμενη από τον Αντρέ Μαλρό αυτή τη φορά, ο οποίος, εκτός από συγγραφέας, ήταν σκηνοθέτης και διανοούμενος σχετικά με ζητήματα που αφορούσαν στην Ιστορία της τέχνης.

Η ιδέα του σκίτσου, κάτι όχι ολοκληρωμένο, είναι του Ντελακρουά κι έγινε πολύ σημαντική για μένα και γι’ αυτό το εγχείρημα. Αποφάσισα, λοιπόν, να κάνω μια όσο το δυνατόν πιο ελεύθερη ταινία και σαν σκίτσο, όπως είχε πει ο Μαλρό.

Παρά τους περιορισμούς που θέτει η ίδια η κινηματογραφική παραγωγή αλλά και η συγκυρία λόγω της συνεχιζόμενης πανδημίας, δεν το έβαλες κάτω. Ήταν ένα προσωπικό και δημιουργικό «στοίχημα» για σένα;

Το καλοκαίρι του 2020 που ο αριθμός των κρουσμάτων είχε υποχωρήσει, οι άνθρωποι έλπιζαν ότι ο ιός είχε τελειώσει. Όμως, «η ελπίδα είναι καλό πρωινό, αλλά κακό βραδινό», είχε πει ο Φράνσις Μπέικον.

Έπειτα προέκυψαν οι περιορισμοί, έτσι αποφάσισα ότι θα γίνονταν κομμάτι του ιστού της ταινίας.

Από ηθικής άποψης, επίσης, ένιωθα υπεύθυνος για τους ηθοποιούς και τους υπόλοιπους συντελεστές. Οπότε, ανεξαρτήτως του τι ο καθένας πίστευε ή όχι σχετικά με τον ιό ή τις μάσκες, ήθελα να τους προσφέρω την καλύτερη δυνατή προστασία.

Ενσωμάτωσες, δηλαδή, όλη τη συνθήκη στην αφήγησή σου. Βρίσκω αυτή την επιλογή πολύ ευρηματική.

Κατά μία έννοια έτσι είναι.

Παλαιότερα ασχολούμουν με τις πολεμικές τέχνες. Μια από τις αρχές του Κέντο είναι ότι ποτέ δε βρίσκεσαι σε θέση όπου να μην μπορείς να βρεις κάποιο πλεονέκτημα. Σε κάθε κατάσταση μπορείς να βρεις μια λύση.

Είναι ένας βουδιστικός τρόπος σκέψης, με τον οποίο νιώθω κοντά. Οι ιδέες σε ένα φιλμ είναι πιο σημαντικές από το πρόσωπο ενός ηθοποιού.

Πολλοί θα αισθάνθηκαν σαν να τους κάνεις μάθημα ή να τους κουνάς το δάχτυλο, κι αυτό δεν αρέσει.

Είναι αρκετά εύκολο να φανταστείς τις πιθανές αντιδράσεις στην ταινία.

Λιγότερο προβλέψιμη ήταν η αντίδραση κάποιων κριτικών κινηματογράφου, λογοτεχνίας, συγγραφέων και δημοσιογράφων, που ήταν εντελώς εναντίον της.



Γιατί;

Όχι μόνο λόγω της θεματολογίας του φιλμ, αλλά και της φόρμας του. Ήταν σοκαριστικό να επικαλούνται επιχειρήματα κάποιου που δεν έχει καμία πρόσβαση στις τέχνες.

Κι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν υπάρχει πραγματική κινηματογραφική κουλτούρα στη Ρουμανία. Αυτή η κατάσταση θα επιδεινωθεί, γιατί το επίπεδο της γενικής παιδείας υποβαθμίζεται. Δε γίνονται επενδύσεις σ’ αυτόν τον τομέα.

Αν δεν έχεις καλλιεργημένο κοινό, είναι πολύ δύσκολο να περιμένεις κάτι από καλλιτεχνικές κατευθύνσεις.

Από την άλλη, το σινεμά ποτέ δε θεωρείτο κάτι σημαντικό ανάμεσα στους μορφωμένους. Πάντα αντιμετωπιζόταν ως κάτι δευτερεύον.

Όχι ως προτεραιότητα.

Η ανθρωπιστική μας κουλτούρα είναι πολύ επικεντρωμένη στη λογοτεχνία. Όλοι ενδιαφέρονται γι’ αυτή. Όταν, λοιπόν, προσπαθείς να εφαρμόσεις στον κινηματογράφο τις αρχές της λογοτεχνίας, τούτο κάποιες φορές λειτουργεί, κι άλλες όχι.

Άρα, όσοι δεν είδαν το φιλμ ως κινηματογραφικό έργο είπαν πως είναι μαλακία. Κι άλλοι, που τους θεωρείς πιο απλούς, οι οποίοι το εκτίμησαν.

«Υποφέρω όλη μου τη ζωή γιατί δεν έχω ένα στιλ», μου είχες πει στην προηγούμενη συνομιλία μας. Νομίζεις πως έχεις τελικά καταφέρει να βρεις ένα στιλιστικό «μονοπάτι»;

Όχι, καθόλου! Είναι, όμως, λιγότερο προβληματικό απ’ ό,τι στο παρελθόν. Ακόμα κι όταν μιλήσαμε, το ανέφερα ρητορικά. Στο Κάρλοβι Βάρι παρακολούθησα το Memoria του Απιτσατπόνγκ, ένα σπουδαίο φιλμ που διαθέτει ένα προσωπικό σύμπαν.

Δεν έχω κάτι τέτοιο. Από την άλλη, όμως, πιστεύω ότι το σινεμά είναι εργαλείο για σκέψη, όχι μόνο προσωπικής έκφρασης. Συνεπώς μ’ ενδιαφέρει να βρω ποια είναι κάθε φορά η κατάλληλη φόρμα για το κάθε θέμα.

Για να κάνω ένα φιλμ πρέπει να έχω μια ιδέα για τη φόρμα του, όχι μόνο για το θέμα. Σχεδόν κανένας -ή πάντως ελάχιστοι, όπως εσύ-, με ρωτάνε γιατί χρησιμοποίησα αυτή τη δομή. Οι πιο πολλοί ρωτάνε για την αρχική ιδέα, δηλαδή για το θέμα.

Έχει το κάποτε διάσημο «Ρουμανικό Νέο Κύμα» εξελιχθεί πλέον σε κάτι παρωχημένο, με τους σκηνοθέτες να ακολουθούν τους ατομικούς δημιουργικούς τους δρόμους;

Είναι δύσκολο να μιλήσω γι’ αυτό.

Ασφαλώς σέβομαι όλους τους συναδέλφους μου, έχω μάθει από αυτούς, και δούλεψα μαζί τους ως βοηθός σκηνοθέτη στην αρχή της καριέρας μου.

Το πρόβλημα του ρουμανικού σινεμά είναι η έλλειψη ποικιλομορφίας. Στη Ρουμανία υπάρχει ομοιομορφία όχι μόνο σε σχέση με τον τρόπο που γίνονται οι ταινίες, αλλά και με την έλλειψη πειραματισμού.

Ως θεατής έχω ανάγκη από ποικιλομορφία, κι αυτή εμφανίζεται περισσότερο επειδή υπάρχουν γυναίκες σκηνοθέτριες.



Κι ο δικός σου κεντρικός χαρακτήρας είναι γυναικείος. Προέκυψε αυθόρμητα;

Ποτέ δεν τέθηκε ζήτημα να είναι ο κεντρικός χαρακτήρας άντρας, δε θα υπήρχαν οι ίδιες υποδηλώσεις. Η σεξουαλικότητα μιας γυναίκας, οι κοινωνικές απαιτήσεις από αυτήν διαφέρουν.

Η Κάτια Πασκαρίου, η πρωταγωνίστρια, είναι σπουδαία. Δε θυμάμαι να την έχω δει σε πρωταγωνιστικό ρόλο.

Έχει παίξει μόνο έναν μικρό ρόλο σε ένα φιλμ του Μουντζίου, αλλά κάνει πολύ ανεξάρτητο, πολιτικό, κοινωνικό θέατρο. Είναι υπέροχη στη συνεργασία. Σκληρά εργαζόμενη, σοβαρή, αφοσιωμένη, καθόλου αλαζονική.

Πώς εκτιμάς ότι η πανδημία θα επηρεάσει μακροπρόθεσμα τον τρόπο που συλλαμβάνεται, παράγεται, προβάλλεται και συζητιέται ο κινηματογράφος;

Έλπιζα πως το εμβόλιο θα λειτουργούσε- και λειτουργεί, σε έναν βαθμό. Το πρόβλημα είναι ότι οι άνθρωποι δε θέλουν στ’ αλήθεια να προστατέψουν τους άλλους.

Γι’ αυτό το είδος κινηματογράφου είναι πλήγμα, γιατί οι άνθρωποι δεν πηγαίνουν σινεμά όπως άλλοτε. Η πανδημία επιτάχυνε την εμπορευματοποίηση των πάντων. Το ένιωσα μιλώντας με sales agents πριν την ολοκλήρωση του φιλμ.

Η δύναμη του σινεμά είναι, βέβαια, η προβολή στη μεγάλη οθόνη. Θα επιβιώσει, αλλά η «πείνα» για εμπορευματοποίηση στο πεδίο της κινηματογραφικής βιομηχανίας θα μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Θέλω να το πολεμήσω αυτό. Και νομίζω πως αξίζει.

Μετά την πανελλήνια πρεμιέρα της στο πλαίσιο του 27ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας, η ταινία του Ράντου Ζούντε Ατυχές πήδημα ή παλαβό πορνό προβάλλεται από τις 7 Οκτωβρίου στους κινηματογράφους από το Cinobo.



Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2021

Alex Camilleri: «Ήταν στο “DNA” του φιλμ πως η Μάλτα θα ήταν η Μάλτα»

 


Με έναν πρωταγωνιστή-αποκάλυψη, τον ψαρά Jesmark Scicluna, το μεγάλο μήκους ντεμπούτο μυθοπλασίας του Αμερικανο-Μαλτέζου Alex Camilleri Luzzu είναι ένα δυνατό δράμα κοινωνικού ρεαλισμού.

Ενόψει της προβολής του στο πλαίσιο του 27ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας παρουσία σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή, κουβεντιάζουμε με τον Alex Camilleri.

Για τους περισσότερους η Μάλτα είναι ένας τουριστικός προορισμός ή μια πύλη για μετανάστες/-τριες από τη Βόρειο Αφρική, δε συσχετίζεται με τον εγχώρια παραγόμενο κινηματογράφο, πόσο μάλλον με σινεφίλ νεορεαλιστικές ταινίες.

Πόσο σημαντικό ήταν για σένα να τοποθετήσεις το Luzzu εντός αυτού του κοινωνικού, πολιτισμικού και γεωγραφικού πλαισίου;

Σ’ ευχαριστώ για την προσέγγισή σου.

Πρόκειται για ένα φιλμ που υφίσταται από μόνο του, αλλά δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι εκτυλίσσεται εντός ενός συγκεκριμένου πλαισίου.

Μπορείς να μετρήσεις στα δάχτυλα του ενός χεριού τις μαλτέζικες ταινίες που έχουν γυριστεί στη Μάλτα. Δεν έχει υπάρξει πραγματική τοπική κινηματογραφική βιομηχανία ποτέ.

Από την άλλη, η Μάλτα έχει γίνει φόντο πολλών χολιγουντιανών μεγάλου προϋπολογισμού έπη, όπως το το Gladiator ή το Troy.

Ήταν, λοιπόν, στο “DNA” του φιλμ πως η Μάλτα θα ήταν η Μάλτα, σχεδόν για πρώτη φορά. Η ταινία προήλθε βεβαίως από την επιθυμία μου να δω μια τέτοια ταινία. Το πρώτο κοινό της είμαι εγώ.

Έχεις μαλτέζικη καταγωγή, έτσι δεν είναι;

Οι γονείς μου είναι Μαλτέζοι και μετανάστευσαν στις Η.Π.Α., όπου μεγάλωσα. Ανέκαθεν έλπιζα και ήθελα να δω ανεξάρτητα μαλτέζικα φιλμ αντίστοιχα με όσα γυρίζονται οπουδήποτε αλλού στον κόσμο. Γιατί όχι και στη Μάλτα;

Οι χαρακτήρες, επομένως, θα έπρεπε να είναι Μαλτέζοι και να χρησιμοποιούν τη μαλτέζικη γλώσσα σε ένα σύγχρονο πλαίσιο. Αυτό σόκαρε το κοινό, γιατί ακούγοντας πως επρόκειτο για μια ταινία σχετικά με ψαράδες περίμεναν να δουν ένα φιλμ εποχής.

Ή κάτι γραφικό και γυρισμένο με «τουριστική» οπτική.

Ακόμα και κάποια από τα μέλη του συνεργείου εξεπλάγησαν από τη νεορεαλιστική οπτική που υιοθετήσαμε, γιατί σχεδόν κάθε άλλο πρότζεκτ που εκτυλίσσεται στη Μάλτα καταλήγει να γυρίζεται στα ίδια μέρη.

Όταν, λοιπόν, έστρεψα την κάμερα προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς τιμή όλων έκαναν το φιλμ με τον τρόπο που έπρεπε, αποφεύγοντας τα φτηνά χολιγουντιανά κόλπα που βασίζονται στο κύρος. Δεν το «στρογγυλέψαμε».

«Ας δείξουμε τη Μάλτα όπως πραγματικά είναι», αποφασίσαμε. Κι υπάρχει ομορφιά σ’ αυτό, ακόμα κι αν δε φιλμάρεις τοποθεσίες με εντυπωσιακή θέα.

Υπάρχει, όμως, ομορφιά στα πρόσωπα που κινηματογραφείς, και πιο πολύ στον εκπληκτικό πρωταγωνιστή σου Jesmark Scicluna -ακόμα και στην πολύχρωμη βάρκα του-, αλλά και στη σκηνοθετική σου προσέγγιση.

Χαίρομαι που το λες, γιατί αυτό είναι ένα στοιχείο που προσκαλεί το κοινό να δει την ταινία.

Η Μάλτα είναι μια μικρή, όχι ευρέως γνωστή χώρα, αλλά η ιστορία είναι οικουμενική και μπορεί να φέρει τον καθένα στην αίθουσα, και βέβαια βοηθάει το ότι ο πρωταγωνιστής είναι εμφανίσιμος. Δεν είναι κάθε ψαράς τόσο εμφανίσιμος!

Από την πρώτη στιγμή που είδα τον Jesmark, μού έδωσε την εντύπωση του ανθρώπου που μπορεί να κρατήσει μυστικά. Ό,τι κρύβει ο ηθοποιός είναι πολύ ενδιαφέρον, κι ίσως υπάρχει σκοτεινιά κάτω από την επιφάνεια. Αυτό «τραβάει» την κάμερα.

Όπως κι ο βαθμός λεπτότητας στην ερμηνεία του.

Είναι ένα φυσικό ταλέντο, που μέχρι τώρα δεν είχε ανακαλυφθεί;

Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά είναι αναντίρρητο πως απλά θέλεις να τον παρακολουθείς. Μπορούσε να δώσει τα πάντα, κι είναι σαν «μαγνήτης» για την κάμερα.

Με ενέπνευσε, μάλιστα, να αλλάξω όλη μου την ιστορία, η οποία αρχικά εστίαζε στον ηλικιακά μεγαλύτερο από τους δύο ψαράδες, που είναι ξαδέρφια στην πραγματική ζωή και τους ανακάλυψα ταυτόχρονα.

Και δεν είχαν ξαναπαίξει πουθενά, ποτέ.

Ποτέ. Ούτε καν το είχαν το σκεφτεί μέχρι τη στιγμή που μπήκα στη ζωή τους.

Jesmark Scicluna


Η επιλογή της συνεργασίας με ερασιτέχνες ηθοποιούς στους κεντρικούς ρόλους απορρέει από μια κινηματογραφική αρχή σου ή συνδέεται πιο πολύ με τη θεματική και το πλαίσιο της συγκεκριμένης ταινίας;

Δουλεύω πάνω σε ένα καινούριο φιλμ στη Μάλτα, το οποίο θα συνδυάσει  επαγγελματίες και μη επαγγελματίες ηθοποιούς ξανά.

Η επιλογή τελικά έχει να κάνει με το ποιος είναι καταλληλότερος για τον ρόλο. Σ’ έναν ηθοποιό κάνεις casting για την «ψυχή» του χαρακτήρα. Κι οι ηθοποιοί είναι άνθρωποι, οπότε αν μπορέσουν να αξιοποιήσουν αυτή την «ψυχή», θα την αξιοποιήσεις κι εσύ.

Σ’ ότι αφορά στο Luzzu, ήταν εξαρχής ξεκάθαρο -πριν καν υπάρξει σενάριο ή συνεργείο- ότι μη επαγγελματίες θα υποδύονταν τους ψαράδες. Όταν ο Jesmark κάνει συγκεκριμένες κινήσεις, ένας ηθοποιός δε θα τις έκανε.

Δε θα μπορούσα να δώσω τέτοιες σκηνοθετικές οδηγίες. Η συναρπαστική αίσθηση πραγματικότητας που προκύπτει από την τοποθεσία και τους ερμηνευτές κατέστησε την ταινία τόσο πετυχημένη.

Στη Μάλτα, εξάλλου, επειδή δεν υπάρχει μεγάλη κινηματογραφική βιομηχανία, δεν υπάρχουν και εκπληκτικοί επαγγελματίες ηθοποιοί που περιμένουν στην ουρά.

Γι’ αυτό και βλέπεις την επιλογή της συνεργασίας με μη επαγγελματίες ηθοποιούς, που συνδέεται με τη νεορεαλιστική παράδοση, να αναδύεται σε χώρες με αναπτυσσόμενο σινεμά. Είναι εν μέρει δημιουργική, εν μέρει αναγκαία.

Η νεορεαλιστική παράδοση παραμένει επίκαιρη και φρέσκια ακόμα και στις μέρες μας, δε γίνεται παρωχημένη.

Επανερμηνεύεται ξανά και ξανά. Έτσι παραμένει το σινεμά μοντέρνο. Όχι επειδή αλλάζει το φορμά, αλλά επειδή βρίσκονται νέοι αφηγητές και μέρη όπου μπορείς να αφηγηθείς ιστορίες.

Αγαπώ τις νεορεαλιστικές ταινίες, κι εμπνέομαι κάθε φορά που επισκέπτομαι ένα καινούριο μέρος.

Προσκαλώντας τους ανθρώπους -πολλούς για πρώτη φορά- στη Μάλτα, ήθελα η πραγματικότητα να είναι συναρπαστική κι έχω την πεποίθηση ότι το κοινό θα καταλάβει αν πρόκειται για πραγματικούς ψαράδες από τα πρώτα κάδρα.

Κι αν αυτό συμβεί, μπορούμε να ταξιδέψουμε παρέα, ακόμα κι αν δεν ξέρουν κατά πού «πέφτει» η Μάλτα.

Οπότε το σινεμά είναι, εν γένει, ένα ταξίδι για σένα;

Ένα προσωπικό ταξίδι.

Αν μπορέσω να συνεχίσω να δημιουργώ φιλμ, θα έχουν να κάνουν με το πού βρίσκομαι στη ζωή μου. Και το Luzzu αντανακλά, σχεδόν αυτοβιογραφικά, πού βρισκόμουν όταν το έκανα.

Ο βαθμός ωριμότητας που απαιτείτο για να το γυρίσω συμπίπτει με τον μετασχηματισμό που χρειαζόταν να βιώσει ο Jesmark. Ήταν ο ήρωάς μου, γιατί μπόρεσε να κάνει κάποιες δύσκολες επιλογές που εγώ δεν μπορούσα.

Σκέφτεται να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο πιο συστηματικά;

Ο Jesmark στ’ αλήθεια ερωτεύτηκε την κινηματογραφική διαδικασία. Ήταν παρών στο πλατό μια ώρα πριν από όλους τους άλλους, ενθουσιαζόταν και δούλευε σκληρά.

Παραμένει ψαράς, κι είναι περήφανος γι’ αυτό, Αν προέκυπτε ένα άλλο σπουδαίο πρότζεκτ, θα ξαναέπαιζε, αλλά είναι πολύ προσγειωμένος και δεν περισπάται από τους ακόλουθους και το «άρωμα» της φήμης.

Αν ο ρόλος είναι καλός, οι πιθανότητες είναι απεριόριστες. Κι αν τον συναντήσεις, θα εκπλαγείς. Πάντα κάνει πλάκες, χαμογελάει, είναι άτακτος.

Επισκέπτεστε κι οι δύο σας την Αθήνα, προκειμένου να παρουσιάσετε το Luzzu στο πλαίσιο του 27ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας στις 24 και 25 Σεπτεμβρίου. Ποιες είναι οι προσδοκίες σας;

Για όσους ζουν κοντά στη θάλασσα, πάντα υπάρχει ένα ξεχωριστό είδος εκτίμησης. Είμαι πολύ περίεργος να ακούσω τις παρατηρήσεις του αθηναϊκού κοινού. Και βέβαια υπάρχουν επιρροές από την ελληνική κουλτούρα στη Μάλτα.

Από πολλές απόψεις χρωστάμε πολλά στους γείτονές μας στη Μεσόγειο.

Η ταινία του Alex Camilleri Luzzu προβάλλεται στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 27ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας-Νύχτες Πρεμιέρας.

Οι προβολές πραγματοποιούνται την Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου (Τριανόν, 19:45) και το Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου (Στέλλα, 22:00), παρουσία του σκηνοθέτη και του πρωταγωνιστή. Η ταινία διανέμεται στην Ελλάδα από τη Weird Wave.