Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυστρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυστρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

Ράτι Τσιτελάντζε: «Η ελευθερία δεν έχει και τόση σημασία χωρίς εσωτερική γαλήνη»



Μετά από έντεκα χρόνια οικιακού εγκλεισμού σε ένα χωριό στη Γεωργία, η Αντελίνα, μια νεαρή τρανς γυναίκα, εξασφαλίζει άσυλο στην Αυστρία. Την πορεία της προς την ελευθερία ιχνηλατεί το ντοκιμαντέρ Τραγούδι δίχως σπίτι. 

Συζητώντας με τον σκηνοθέτη του, Ράτι Τσιτελάντζε, με αφορμή την προβολή της δουλειάς του στο 28ο ΦΝΘ.

Είσαι ηθοποιός και σκηνοθέτης γεωργιανής καταγωγής που ζεις στις Η.Π.Α. Ποια είναι η οπτική σου μπροστά και πίσω από την κάμερα;

Κατάγομαι από ένα μικρό γεωργιανό χωριό το οποίο συνορεύει με την Τουρκία.

Πάντα ήθελα να ταξιδέψω, να δω τον κόσμο πέρα ​​από αυτό και να βιώσω πολλά στη ζωή, επειδή μεγάλωσα χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και χωρίς πολλά εκτός του μικρού μου κόσμου.

Όσο περισσότερο ταξιδεύω και όσο περισσότερα βλέπω, όμως, τόσο πιο σημαντικός γίνεται ο εσωτερικός μου κόσμος. Αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου ως σκηνοθέτη που δεν επικεντρώνεται μόνο στον εξωτερικό κόσμο, αλλά και στο εσωτερικό σύμπαν.

Νιώθεις εξίσου αποξενωμένος στην υπερσυντηρητική Γεωργία και στην ολοένα και πιο φασιστική Βόρεια Αμερική; Αν όχι, πού εντοπίζεις τη διαφορά;

Νομίζω ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η πρόσβαση στο διαδίκτυο προκαλούν ολοένα και μεγαλύτερη ανάμιξη πολιτισμών. Αυτό φέρνει ομορφιά, φυσικά, αλλά αναπόφευκτα και τους δικούς του κινδύνους.

Αισθάνομαι αποξενωμένος και στα δύο μέρη, αν και με διαφορετικούς τρόπους. Η διαφορά έγκειται στη φύση της αποξένωσης και σε αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί χωρίς σοβαρές συνέπειες. Υποθέτω πως αυτό λέει πολλά.

Γυρισμένο στη διάρκεια μιας δεκαετίας, το Τραγούδι δίχως σπίτι αναπτύσσει και διευρύνει την αφήγηση της αναγνωρισμένης μικρού μήκους ταινίας σου, Prisoner of Society.

Γιατί ήταν ηθικά, υπαρξιακά και πολιτικά επιτακτικό, τόσο για εσένα όσο και για την πρωταγωνίστρια σου, την νεαρή τρανς γυναίκα Αντελίνα, να ολοκληρώσετε αυτό το ντοκιμαντέρ ενάντια σε όλες τις αντιξοότητες;

Η μικρού μήκους ταινία ήταν υποψήφια για το βραβείο της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου και, χάρη στην απήχησή της, η Αντελίνα εξασφάλισε άσυλο στην Αυστρία.

Στην αρχή, πίστευα ότι ήταν ένα ευτυχές τέλος, αλλά η ζωή, όπως και η ταυτότητά μας, σπάνια είναι τόσο απλή.

Όταν πήγα στις Η.Π.Α., ένιωσα χαμένος: σαν το παρελθόν μου να μην υπήρχε, σαν να είχα έρθει σε αυτόν τον ξένο κόσμο για πρώτη φορά, σαν να μην είχα μέλλον, χαμένος κάπου ανάμεσα στη μετάβαση και τη μετάφραση.

Είχα μια ειλικρινή συζήτηση με την Αντελίνα σχετικά με την πολυπλοκότητα της μετανάστευσης και το ξεκίνημα μιας νέας ζωής.

Κατάλαβα πως έπρεπε να κάνω αυτό το φιλμ ανεξάρτητα από τις δυσκολίες και με κάθε κόστος, επειδή ένιωσα ότι ήταν απαραίτητο να μιλήσω για την πολυπλοκότητα της μετανάστευσης.

Η Αντελίνα είναι επίσης η σεναριογράφος του ντοκιμαντέρ. Γιατί ήταν κρίσιμο για εκείνη να αναλάβει αυτόν τον ρόλο; Προκειμένου να εδραιώσει τον έλεγχό της πάνω στην ίδια της την αφήγηση και, τελικά, στη ζωή της;

Πριν γνωρίσω την Αντελίνα, είχα γυρίσει μόνο ταινίες μυθοπλασίας.

Όταν, όμως, της μίλησα και διάβασα τα ημερολόγιά της, συνειδητοποίησα ότι αυτή η ιστορία μπορούσε να υπάρξει μόνο σε μορφή ντοκιμαντέρ, προκειμένου να δικαιώσει τη ζωή της και τον ακατέργαστο και υπέροχο εσωτερικό της κόσμο.

Για την Αντελίνα, η γραφή βασίζεται στη μεταμορφωτική δύναμη της αυτοέκφρασης.

Η συγγραφή δεν είναι μόνο ένα μέσο επιβίωσης, αλλά και μια πηγή ελπίδας, ένας τρόπος να βοηθήσουμε τους άλλους να καταλάβουν πως άνθρωποι σαν την Αντελίνα υπάρχουν σε αυτόν τον κόσμο και ότι, κόντρα σε όλες τις πιθανότητες, υπάρχει φως στο τέλος του τούνελ.

Στην αρχή του ντοκιμαντέρ, η Αντελίνα ακούγεται να σε προσκαλεί να την επισκεφθείς μόνος σου με την κάμερά σου. Υπό ποιες συνθήκες μπορεί η κάμερα να γίνει όπλο στα χέρια των καταπιεσμένων;

Η δύναμη της έκφρασης και του μοιράσματος είναι πιο σημαντική και πιο ισχυρή από ποτέ. Δε νομίζω ότι είναι πάντα απαραίτητο αυτό να συμβαίνει μέσω μιας συγκεκριμένης μορφής τέχνης.

Στην περίπτωσή μας, όμως, η κινηματογράφηση και η έκφραση μέσω του κινηματογράφο είναι πολύτιμες για μένα.

Μέσα από την τέχνη του σινεμά, το Τραγούδι δίχως σπίτι είναι μια βαθιά προσωπική πράξη ανυπακοής ενάντια στην άνοδο των οπισθοδρομικών δυνάμεων παγκοσμίως.

Η σχέση της Αντελίνα με τη μητέρα της, κατά καιρούς αντιφατική και συγκρουσιακή, αλλά κυρίως σπαρακτικά τρυφερή, είναι από τα κύρια πλεονεκτήματα της ταινίας.

Και οι δύο φαίνεται να βιώνουν τον εγκλεισμό με παρόμοιο τρόπο. Είναι αυτό ακριβές;

Στην αρχή, ήθελα να κάνω ένα φιλμ μόνο για τη ζωή της Αντελίνα, αλλά όταν γνώρισα τη μητέρα της, ένιωσα τόση ζεστασιά, αγάπη και εσωτερική πολυπλοκότητα που κατάλαβα ότι έπρεπε να είναι μέρος της ταινίας.

Με τον καιρό, η ζωή της έμοιαζε όλο και περισσότερο με της Αντελίνα, και αναπόφευκτα έγινε ένας καθρέφτης της προηγούμενης ζωής της Αντελίνα, ενώ παράλληλα αντηχούσε το παρόν.

Ο πατέρας, από την άλλη πλευρά, αποτελεί μια ζωντανή εκδήλωση του πατριαρχικού μοντέλου. Τι γίνεται με τους νεαρούς άνδρες στη Γεωργία; Δεν παρεκκλίνουν, έστω και λίγο, από αυτό το πρότυπο;

Δε μου αρέσει να μιλάω για τους ανθρώπους ως ομάδες, αλλά μάλλον ως άτομα. Ταυτόχρονα, ο πατέρας αντιπροσωπεύει την πλειοψηφία της γεωργιανής κοινωνίας. Είναι και ο ίδιος «αιχμάλωτος της κοινωνίας». Απορρίπτει το παιδί του για να επιβιώσει.

Από την άλλη πλευρά, η μητέρα επιλέγει να αγαπάει και χάνει τα πάντα. Έτσι, κατ’ εμέ η μητέρα αντιπροσωπεύει όλους όσους υπερασπίζονται το σωστό και τους αγαπημένους τους, ανεξάρτητα από τις συνέπειες.




Η ταινία σου ουσιαστικά μιλάει για την ελευθερία. Σε ποιον βαθμό είναι εφικτή η ελευθερία σε έναν θεμελιωδώς ανελεύθερο κόσμο, και ειδικά όταν το ταραγμένο παρελθόν κάποιου συνεχίζει να τον στοιχειώνει;

Σαν ένα μικροσκοπικό ψάρι που απελευθερώνεται από ένα ενυδρείο στον απέραντο ωκεανό, η ιστορία της Αντελίνα μάς υπενθυμίζει πως η αληθινή ελευθερία είναι κάτι περισσότερο από το να διασχίζεις απλώς ένα σύνορο.

Η ίδια η ελευθερία δεν έχει και τόση σημασία χωρίς εσωτερική γαλήνη.

Το Τραγούδι δίχως σπίτι είναι κομψά γυρισμένο σε ασπρόμαυρο και έγχρωμο στυλ. Ποια κριτήρια υπαγόρευσαν τη χρήση εκάστου των δύο;

Από παιδί ζωγραφίζω και η φόρμα είναι πολύ σημαντική για μένα.

Μέσα από το χρώμα, την ατμόσφαιρα και τον ήχο, στόχος μου είναι να μεταφέρω όχι μόνο τον εξωτερικό κόσμο της Αντελίνα, αλλά και το βάθος του εσωτερικού της κόσμου καθώς ξαναχτίζει μια αίσθηση εαυτού.

Το ασπρόμαυρο αντιπροσωπεύει όχι μόνο το παρελθόν, αλλά και μια απλούστερη ζωή, αν και σκληρή. Τα ζωντανά χρώματα αντιπροσωπεύουν τον νέο κόσμο, γεμάτο υπέροχες δυνατότητες, αλλά ταυτόχρονα πολύπλοκο και συντριπτικό.

Το ντοκιμαντέρ σου θα παρουσιαστεί σε διεθνή πρεμιέρα στο πλαίσιο του τμήματος Film Forward του 28ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Αυτό το τμήμα συνήθως φιλοξενεί πειραματικά/καινοτόμα έργα.

Τι σημαίνει η έννοια του «πειραματισμού» στον σύγχρονο κινηματογράφο;

Όταν ο Γιώργος Κρασσακόπουλος, Επικεφαλής Προγραμματισμού στο ΦΝΘ, μοιράστηκε τις σκέψεις του για την ταινία και γιατί ανήκει στο τμήμα Film Forward, τόσο εγώ όσο και η παραγωγός, Όλγκα Σλουσάρεβα, συγκινηθήκαμε βαθιά.

Ήταν πολύ συγκινητικό για εμάς, ειδικά επειδή το φιλμ γυρίστηκε με τόσο προσωπικό και μοναχικό τρόπο. Σημαίνει πολλά να ακούσουμε πόσο βαθιά η ανάγνωσή του απηχούσε τις δικές μας προθέσεις.

Αναγνώρισε όχι μόνο τα επείγοντα θέματα της ταινίας, τα οποία είναι ζωτικής σημασίας, αλλά και την ισχυρή κινηματογραφική της φωνή.

Αυτό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για εμάς, επειδή η μορφή του φιλμ διαμορφώθηκε μέσα από μια πολύ διαισθητική και προσεκτική αναζήτηση του σωστού ρυθμού και συναισθηματικής υφής.

Για μένα, πειραματισμός σημαίνει ανοιχτότητα· ανοιχτότητα σε νέες αφηγηματικές δομές, νέες σχέσεις μεταξύ πραγματικότητας και κινηματογραφικής έκφρασης και νέους τρόπους να εμπλέκεσαι με την πραγματικότητα χωρίς να την υποβαθμίζεις.

 Στο Τραγούδι δίχως σπίτι, αυτό σήμαινε τη δημιουργία ενός χώρου όπου η ιστορία της Αντελίνα θα μπορούσε να ξεδιπλωθεί με ειλικρίνεια και δύναμη, και με μια μορφή η οποία πηγάζει από την εμπειρία της αντί να επιβάλλεται σε αυτήν.

Ο πειραματισμός στον σύγχρονο κινηματογράφο δεν αφορά απλώς το σπάσιμο κανόνων ή την υιοθέτηση αντισυμβατικών μορφών.

Για μένα, πρόκειται για την ανακάλυψη μιας μορφής που είναι βαθιά προσωπική για εσένα και αντανακλά ειλικρινά τον εσωτερικό σου κόσμο.

Ευχαριστώ θερμά την  Όλγκα Σλουσάρεβα, παραγωγό του φιλμ, για την πολύτιμη συμβολή της στην υλοποίηση της συνέντευξης και για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού.

Το ντοκιμαντέρ του Ράτι Τσιτελάντζε Τραγούδι δίχως σπίτι προβάλλεται, σε διεθνή πρεμιέρα, στο πλαίσιο του διαγωνιστικού τμήματος Film Forward του 28ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (5-15 Μαρτίου).

Προβολές: Σάββατο 14 Μαρτίου (αίθουσα Παύλος Ζάννας, 21:00) και Κυριακή 15 Μαρτίου (αίθουσα Παύλος Ζάννας, 13:00).




Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2024

Yves Krismer (Mother’s Cake): «Καλύτερα να είσαι τρελός, παρά τακτοποιημένος»

 


Συγκεράζοντας διαφορετικά μουσικά στοιχεία -από hard rock μέχρι funk, και από ψυχεδέλεια μέχρι progressive rock- οι Αυστριακοί Mother’s Cake έχουν την φήμη μιας εκρηκτικής λάιβ μπάντας.

Απομένει να την δικαιώσουν στις πρώτες τους εμφανίσεις και στην Ελλάδα στις 29 και 30 Νοεμβρίου. Στο μεταξύ, συνομιλούμε με τον Yves Krismer, κιθαρίστα και εκ των τραγουδιστών του συγκροτήματος.

Στις πρόσφατες κοινοβουλευτικές εκλογές στην Αυστρία ένα πολιτικό κόμμα με νεοναζιστικές καταβολές ήρθε πρώτο. Αυτή είναι μια σαφής ένδειξη ότι η αυστριακή κοινωνία παραμένει προσκολλημένη στο ναζιστικό παρελθόν της.

Γιατί, κατά την γνώμη σου, περίπου το ένα τρίτο του αυστριακού εκλογικού σώματος επέλεξε συνειδητά να επιβραβεύσει έναν τέτοιο σχηματισμό; Και ένα άλλο τρίτο είναι απλώς ελαφρώς λιγότερο ακροδεξιό;

Για να είμαι ειλικρινής, είναι δύσκολο να πω.

Οι άνθρωποι είναι απλώς απογοητευμένοι από το έργο της κυβέρνησης. Οι τιμές σε όλα τα είδη αυξήθηκαν κατά 10-20%. Κάποιοι εξακολουθούν να είναι θυμωμένοι για τον τροπο με τον οποίο η κυβέρνηση διαχειρίστηκε το ζήτημα του κορονοϊού.

Πολλοί, επίσης, δεν είναι ευχαριστημένοι και με τον τρόπο διαχείρισης του μεταναστευτικού. Το συγκεκριμένο κόμμα έχει πλέον ιστορία στην Αυστρία. Ήταν ήδη και σε προηγούμενη κυβέρνηση, αλλά πάντα τα έκανε σκατά.

Οπότε ίσως είναι πιο εύκολο για τους Αυστριακούς να επιλέξουν ένα κόμμα στα δεξιά του πολιτικού φάσματος απ’ ό,τι, για παράδειγμα, για τους Γερμανούς.

Ας πούμε πως η αυστριακή κοινωνία είναι ήδη εξαρτημένη από μια πολύ σκληρή γλώσσα, που νομίζω ότι είναι πολύ επικίνδυνη.

Πώς νιώθεις ζώντας σε μια Ευρώπη που, σε θεσμικό επίπεδο, καυχιέται αυτάρεσκα για την πολιτισμική της κληρονομιά, αλλά στην πραγματικότητα γίνεται όλο και πιο συντηρητική και -στις μέρες μας- και πιο ισλαμοφοβική;

Ναι, είναι περίπλοκο. Προσπαθώ να ακολουθήσω τον δικό μου δρόμο και να βρω τις δικές μου λύσεις. Στην πραγματικότητα δεν μπορείς να κατηγορήσεις κάποιον άλλο για την ζωή σου.

Δεν ξέρω ποια πρέπει να είναι γεύση της τούρτας της μητέρας. Γλυκιά και χορταστική, υποθέτω. Η μουσική σας δεν είναι καθόλου γλυκιά, ωστόσο, αλλά εξαιρετικά χορταστική.

Ποιες είναι οι αναμνήσεις σου από της τούρτες της μητέρας; Και γιατί επιλέξατε αυτό το όνομα για το συγκρότημα σας;

Η τούρτα της μητέρας είναι πάντα η καλύτερη τούρτα! Γι’ αυτό και είμαστε οι Mother’s Cake.

Συμμετείχατε σε εγχώριους και διεθνείς διαγωνισμούς από πολύ πρώιμο στάδιο της ύπαρξής σας τόσο ως Brainwashed όσο και ως Mother’s Cake.

Από ανάγκη να προωθήσετε τη μουσική σας, να φροντίσετε να φτάσει σε ευρύτερο κοινό και να διασκεδάσετε και οι ίδιοι; Ή επειδή επίσης πιστεύετε πως το να κάνεις μουσική είναι ένα ανταγωνιστικό «άθλημα»;

Χαχά.

Στην πραγματικότητα απλώς ψάχναμε μια ευκαιρία να παίξουμε, να αποκτήσουμε κοινό...

Η φάση με τους διαγωνισμούς ήταν απλώς μια καλή ευκαιρία να μεταφέρουμε την μουσική μας στον κόσμο και μας άνοιξε μερικά παράθυρα.

Όσον αφορά στον ανταγωνισμό, ολόκληρη η ζωή μας είναι ένας διαγωνισμός και φυσικά πρέπει να είσαι καλύτερος από τους άλλους, διαφορετικά θα μείνεις στο δωμάτιο των προβών σου.

Τα ηχοτοπία σας ενσωματώνουν διαφορετικά μουσικά στοιχεία - από hard rock μέχρι funk, και από ψυχεδέλεια μέχρι progressive rock.

Είναι το θόλωμα των μουσικών ορίων και η παροχή εμπειριών «εκτός πεπατημένης» ο τρόπος να προοδεύσουμε;

Κάθε άλμπουμ έχει τη δική του ιστορία. Δεν είμαι σίγουρος τι θα ακολουθήσει, ίσως θα κάνουμε ένα πανκ άλμπουμ!

«Η αταξία μάς κάνει να αισθανόμαστε άνετα. Η τρέλα είναι το καύσιμό μας», γράφετε στον ιστότοπό σας. Είναι αυτές οι «δηλώσεις» μια απάντηση σε μια φαινομενικά τακτοποιημένη και υγιή κοινωνία;

Δε νομίζω ότι η κοινωνία μας είναι τακτοποιημένη και υγιής αυτήν την στιγμή. Νομίζω πως συμβαίνει το εντελώς αντίθετο. Ίσως υπάρχει μια επιθυμία για αυτές τις συνθήκες, αλλά αυτή στρέφεται στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, όπως μας έμαθε η Ιστορία.

Οποτε καλύτερα να είσαι τρελός, παρά τακτοποιημένος. Είναι λιγότερο επικίνδυνο.

«Τα κεφάλαια του βιβλίου μας είναι γραμμένα στην σκηνή. Αυτό είναι το μέρος όπου απορροφούμε και απελευθερώνουμε ενέργεια. Βουτηγμένο στον ιδρώτα και το ποτό, το όριο ανάμεσα στην σκηνή και το πλήθος γίνεται υγρό», συνεχίζετε.

Τι άλλο «απορροφάτε» και «απελευθερώνετε» στις συναυλίες; «Ultrabliss», για να επικαλεστώ τον τίτλο της πρόσφατης δουλειάς σας;

Στην πραγματικότητα, θέλω απλώς να μοιραστώ ένα συγκεκριμένο συναίσθημα.

Αγάπη, μίσος, τρέλα ό,τι κι αν λέει το τραγούδι κι η μουσική. Αν αυτό επιτευχθεί και το κοινό και η μπάντα βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος, είναι το καλύτερο!

Δεν είμαι σίγουρος αν έχετε ακόλουθους στην Ελλάδα - ή αν πρόκειται να δημιουργήσετε κάποιους μετά από τις συναυλίες σας σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα στις 29 και 30 Νοεμβρίου, αντίστοιχα.

Δεν είναι, ωστόσο, η προοπτική να συνδεθείτε με ένα κοινό με το οποίο δεν έχετε αλληλεπιδράσει στο παρελθόν πάντα συναρπαστική;

Ούτε κι εγώ είμαι σίγουρος, αλλά ανυπομονώ πραγματικά να έρθω στην Ελλάδα, δεν έχω πάει ποτέ εκεί. Και φυσικά δοκιμάζουμε πάντα νέα πράγματα. Σε διαφορετική περίπτωση μένεις κολλημένος.

Σ’ ευχαριστώ, Γιάννη, τα λέμε!

Οι Mother’s Cake εμφανίζονται ζωντανά στην Θεσσαλονίκη στο BLOCK 33 την Παρασκευή 29 Νοεμβρίου και στην Αθήνα στο ARCH Club - Live Stage το Σάββατο 30 Νοεμβρίου.



Παρασκευή 15 Απριλίου 2022

Natalie Halla: «Το να κάνω ντοκιμαντέρ είναι πρόσχημα για να βγω απ’ το στοιχείο μου»

 

Natalie Halla (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Συναντώντας μια ανήσυχη «νομάδα» του σύγχρονου ντοκιμαντέρ, την Αυστριακή σκηνοθέτρια Natalie Halla, στο πλαίσιο του 8ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου (8-17 Απριλίου), το οποίο φιλοξενεί αφιέρωμα στο φιλμικό έργο της.

Μιας και πολλές ταινίες σου εκτυλίσσονται σε απομακρυσμένα μέρη του κόσμου, είναι για σένα η δημιουργία ντοκιμαντέρ ένας τρόπος να βγεις απ’ το στοιχείο σου;

Σίγουρα. Είμαι κάπως περιπετειώδης άνθρωπος. Το να κάνω ντοκιμαντέρ είναι ένα πρόσχημα για να βγω απ’ το στοιχείο μου και να γνωρίζω μέρη, ανθρώπους και πολιτισμούς.

Νιώθω σαν νομάδας, γι’ αυτό και τσιγγάνικα και νομαδικά θέματα επαναλαμβάνονται στις ταινίες μου. Με ενδιαφέρουν πολύ οι νομαδικές φυλές.

Τι σε ελκύει πιο πολύ στον νομαδικό τρόπο ζωής;

Ο κόσμος είναι μεγάλο μέρος. Όταν είσαι κολλημένος κάπου, δε θα γνωρίσεις ούτε διαφορετικούς λαούς ούτε διαφορετικούς πολιτισμούς, διαφορετικές ιστορίες και μοίρες.

Αν είσαι νομάδας, βλέπεις περισσότερα απ’ τον κόσμο και τη φύση. Ως τέτοιος διατηρείς μια πολύ στενή σχέση με τη φύση.

Υπάρχει επίσης ο συμβολισμός της ελευθερίας, η οποία είναι από τα σημαντικότερα πράγματα για μένα.

Είσαι εξοικειωμένη με το πολιτισμικό πλαίσιο της χώρας, της κοινωνίας ή της κοινότητας που επισκέπτεσαι πριν φτάσεις εκεί; Ή βιώνεις καταστάσεις καθ’ οδόν;

Γενικά δεν έχω καμία οικειότητα. Ίσως μερικές φορές θέλω να πάω σε κάποια μέρη, όπως στη Μογγολία, που ανέκαθεν ήταν η χώρα των ονείρων μου. Δεν είχα ταξιδέψει εκεί πριν γυρίσω τον Εφιάλτη των Σαμάνων.

Επιλέγω τους προορισμούς μοιραία, συμπτωματικά. Στην περίπτωση του Εφιάλτη... διάλεξα τα μέρη λόγω των χρωμάτων τους.

Στην ιθαγενή φυλή Ντούκα της Μογγολίας κυριαρχεί το λευκό, στους Χίμπα η ώχρα, για παράδειγμα.

Οι ίδιες οι τέσσερις φυλές επιλέχτηκαν μέσα σε λίγα λεπτά μέσα από έναν κατάλογο εθνικών μειονοτήτων. Έπειτα οργανώθηκα.

Πώς προετοιμάζεσαι για κάθε συνάντηση, λοιπόν; Όχι μόνο οικονομικά, αλλά κυρίως διανοητικά και ψυχολογικά. Ή δεν προετοιμάζεσαι καθόλου και το αφήνεις στην τύχη;

Αφήνω πολλά στην τύχη. Όταν πηγαίνω κάπου, δεν έχω ξαναπάει στο παρελθόν. Ούτε καν ξέρω αν θα μπορέσω να φιλμάρω ή όχι.

Αυτό που έκανα προκαταβολικά στην περίπτωση του Εφιάλτη... ήταν να βρω εκείνον τον ένα άνθρωπο που θα με οδηγούσε στις αντίστοιχες φυλές και θα λειτουργούσε ως ο μεταφραστής μου. Με αυτόν τον τρόπο έγινα αποδεκτή από τους ανθρώπους.

Δεν είχα πραγματική γνώση του σαμανισμού. Οργάνωσα, έτσι, ένα εργαστήρι για τρεις μέρες μέσω μιας φίλης που ήρθε στην Αυστρία επί τούτου. Εισάχθηκα, λοιπόν, πολύ βαθιά σ’ αυτόν τον κόσμο.

Ήθελα να μη βιώσω μια τέτοια μετάβαση ως κάτι αφηρημένο όταν θα συνέβαινε.

Πέτυχες ένα ορισμένο επίπεδο αλληλεπίδρασης και επικοινωνίας δεδομένης της άγνοιας των συγκεκριμένων ιθαγενικών γλωσσών; Πώς το γεγονός αυτό επηρεάζει την αυθεντικότητα της σχέσης;

Πιστεύω ότι ένας καλός σκηνοθέτης πρέπει να είναι καλός ψυχολόγος και να βρίσκεται στο ίδιο ακριβώς επίπεδο με τον συνομιλητή του. Πρέπει πραγματικά να προσπαθήσεις να τον καταλάβεις και να σε καταλάβει.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό ήταν αδύνατο να γίνει μέσα από τον λόγο. Έμαθα, ωστόσο, κάποιες ιθαγενικές λέξεις, και τους δίδαξα με τη σειρά μου κάποιες γερμανικές.

Είναι ευγνώμονες αν μάθεις κάποιες από τις λέξεις τους, κι αυτό «ανοίγει» πολύ την επικοινωνία. Είναι, όμως, μειονέκτημα να μην μπορείς να συνομιλείς παρά μόνο μέσω ενός διερμηνέα.

Στο τέλος, πάντως, αισθάνεσαι πως μοιράζεστε τα ίδια όνειρα, τις ίδιες ανησυχίες, την ίδια οπτική στον κόσμο.

Μπορώ να συνδεθώ μαζί τους. Στην πραγματικότητα, όλοι έχουμε τα ίδια προβλήματα και όνειρα. Ο σαμανισμός βρίσκεται μέσα στον καθένα από εμάς. Απλώς μερικοί άνθρωποι βρίσκονται πιο κοντά στη φύση.

Όσον αφορά στο ντοκιμαντέρ Χωρισμένοι, επέλεξες τους συγκεκριμένους προορισμούς ανάμεσα σε άλλους;

Για μένα ήταν ξεκάθαρο ότι θα αφηγούμουν την ιστορία του τείχους στην Παλαιστίνη. Σπούδασα νομική κι έγραψα την πτυχιακή μου στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. Το θέμα της αφορούσε στα ανθρώπινα δικαιώματα και την ανεξιθρησκία.

Έμεινα στην Ιερουσαλήμ για μισό χρόνο. Τότε δεν υπήρχε τείχος, αλλά η ελπίδα για ειρήνη. Κατόπιν όλα κατέρρευσαν, δολοφονήθηκε ο Γιτζάκ Ράμπιν. Αυτά τα γεγονότα μ’ επηρέασαν πολύ. Ήθελα να γυρίσω μια ταινία σχετικά με το τείχος.

Zώντας στην Αυστρία έμαθα πως σε πολλές τοποθεσίες είχαν χτιστεί τείχη που χώριζαν τους πληθυσμούς των Ρομά από τους «λευκούς».

Ακόμα και τα παιδιά πήγαιναν σε διαφορετικά σχολεία. Μιλάμε για πραγματικό καθεστώς απάρτχαϊντ στην Ευρωπαϊκή Ένωση του 21ου αιώνα και κανένας δεν ήξερε γι’ αυτό.

Έχει αλλάξει κάτι έκτοτε;

Δεν είμαι σίγουρη, αλλά νομίζω ότι υπάρχουν ακόμα τείχη. Πολύ περισσότερα, στην πραγματικότητα.

Και η ιστορία που εκτυλίσσεται στη Δυτική Σαχάρα, η οποία ίσως θα άξιζε να διερευνηθεί σε ένα ξεχωριστό φιλμ;

Σωστά. Εκεί συνέβη το αντίθετο. Οι Ισπανοί γνωρίζουν το ζήτημα, γιατί στο παρελθόν υπήρξε ισπανική αποικία.

Ζούσα στην Ισπανία για πολλά χρόνια, οπότε το ήξερα κι εγώ. Είναι μια τεράστια αδικία, για την οποία πολλοί άνθρωποι δεν είναι ενήμεροι.

Η αμμώδης τοποθεσία που χωρίζει τη Δυτική Σαχάρα από το Μαρόκο είναι το μέρος με τις περισσότερες νάρκες στον κόσμο.

Έχοντας πάρει την απόφαση ν’ ασχοληθώ με αυτές τις τρεις περιοχές, προχώρησα.

Σε έχει ποτέ ανησυχήσει το ότι η συνύφανση ιστοριών σε μία αφήγηση μπορεί να αποδυναμώσει τον αντίκτυπο των επιμέρους ιστοριών;

Ποτέ δεν το έχω σκεφτεί, γιατί μου αρέσει να συγκρίνω τις τύχες των ανθρώπων, να εντοπίζω τα κοινά προβλήματα, τις κοινές συγκρούσεις και να τα αναδεικνύω ως κάτι οικουμενικό.

Στον Εφιάλτη των Σαμάνων το οικουμενικό ζήτημα είναι η επίδραση της κλιματικής αλλαγής στις ιθαγενικές φυλές. Μπορεί τα μέλη των φυλών να μη γνωρίζονται μεταξύ τους, αλλά επηρεάζονται κατά τον ίδιο τρόπο.

Αναφορικά με το Χωρισμένοι, ήθελα να καταθέσω μια σαφή φιλμική δήλωση ενάντια στα τείχη, όχι να κάνω μια ταινία για μια γυναίκα που συμμετέχει στην αποναρκοθέτηση.

Στην τελική, όλοι επηρεάζονται από την ύπαρξη τειχών με τον ίδιο τρόπο.

Ανεξαρτήτως του ποια πλευρά είναι η αδύναμη, οι κοινότητες διαχωρίζονται ή απομακρύνονται.

Ή γίνονται πιο απόμακρες, ακριβώς. Είναι, επομένως, μια δήλωση ενάντια στον διάλογο και την ανεκτικότητα. Αν χτίσεις ένα τείχος, είναι το τέλος.

Είναι, για σένα, η δημιουργία ντοκιμαντέρ ένας τρόπος να χτίζεις γέφυρες ή να υπερβαίνεις τείχη;

Έτσι νομίζω. Για να χτίσεις μια γέφυρα, όμως, πρέπει να ξέρεις πού εντοπίζεται ένα πρόβλημα και να το πεις στους ανθρώπους.

Δυστυχώς, οι ταινίες μου δεν είναι μέινστριμ, και δεν τις ξέρουν πολλοί.

Έχει, ωστόσο, μια σχετική απήχηση το μήνυμά σου μέσω της δουλειάς σου;

Τα ντοκιμαντέρ μου είναι τμήμα του εκπαιδευτικού προγράμματος των αυστριακών σχολείων. Όταν τα βλέπουν νέοι άνθρωποι, προβληματίζονται. Αυτό έχει βαθύ αντίκτυπο πάνω τους.

Το ίδιο συμβαίνει και σε μένα. Αν βγω από μια προβολή άδεια, θα την ξεχάσω. Αλλιώς, θα έχει αντίκτυπο.

Συνηθίζεις, γενικότερα, να συνυφαίνεις ιστορίες στα ντοκιμαντέρ σου;

Έκανα το ίδιο στο Drugmothers, το ντεμπούτο μου.

Στο Gaelle, που είναι από τα αγαπημένα μου, όχι. Ούτε και στο Πουθενά, την ιστορία του βιετναμέζικης καταγωγής υιοθετημένου αδερφού μου. Ο Διάδοχος του Λιστ είναι επίσης μία ιστορία.

Εξαρτάται από το θέμα, λοιπόν. Τώρα δουλεύω πάνω σε τρεις ταινίες! Στη μία, που αφορά στη σχέση φλαμένκο και Ρομά, συνυφαίνω ιστορίες. Οι άλλες είναι γραμμικές.

Είναι τα φεστιβάλ σημαντικά για σένα;

Είναι πολύ σημαντικά, γιατί εισπράττεις πολλή ανατροφοδότηση, κι αυτή σου δίνει την ενέργεια να συνεχίσεις. Η δημιουργία ντοκιμαντέρ απαιτεί υπομονή και αυτοθυσία.

Μπορώ να αποδεχτώ δύο ή τρεις προσκλήσεις σε φεστιβάλ κάθε χρόνο, οπότε διαλέγω εκείνα για τα οποία έχω καλό προαίσθημα.

Στην περίπτωση του Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου, το αφιέρωμα στη δουλειά μου ήταν κάτι ξεχωριστό. Ποτέ δεν είχε πραγματοποιηθεί κάποιο ανάλογο.

Το Φεστιβάλ Πελοποννήσου δεν είναι επιχείρηση, αλλά κάτι που πηγάζει από το πολιτισμικό ενδιαφέρον της οργανωτικής ομάδας. Αυτό κάνει τη διαφορά, και γι’ αυτό το απολαμβάνεις. Όπως απόλαυσα τη χτεσινή συναυλία.

Μιλώντας για μουσική -και μιας και αποτελεί βασικό αφηγηματικό στοιχείο της δουλειάς σου-, πόσο σημαντική είναι για σένα;

Οι παππούδες μου υπήρξαν ζωγράφοι, οπότε το να κάνω ταινίες είναι σαν τη ζωγραφική: ένα από τα χρώματα είναι η μουσική.

Δεν τη χρησιμοποιώ για να γεμίσω ένα κενό, είναι ένα αφηγηματικό στοιχείο. Είναι καλή για το κοινό, ένα διάλειμμα από τους διαλόγους. Μου αρέσει.

Η χρηματοδότηση είναι δύσκολη;

Όταν θέλω να γυρίσω ένα φιλμ, απλώς ξεκινάω, δεν περιμένω για χρηματοδότηση. Αν περιμένεις, το θέμα χάνεται. Υπάρχει, ωστόσο, εξασφαλισμένη χρηματοδότηση από την τοπική αυτοδιοίκηση στην Αυστρία αν υποβάλω αίτηση, καθώς είμαι γνωστή.

Έχω επίσης κάποιους χορηγούς από τον ιδιωτικό τομέα και χρησιμοποιώ το crοwdfunding.

Τα περισσότερα μπορώ να τα κάνω μόνη μου- κι αν μείνουν κάποια χρήματα στο τέλος για μένα, έχει καλώς. Έχω ήδη βραβευτεί από όσα βίωσα γυρίζοντας τις ταινίες.

Οπότε η περιπέτεια συνεχίζεται.

Σίγουρα!

Η συνέντευξη με την Natalie Halla πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 8ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντερ Πελοποννήσου. Ευχαριστώ τις Τζίνα Πετροπούλου και Κλεώνη Φλέσσα από την οργανωτική ομάδα του Φεστιβάλ για τη συνδρομή τους.

Το αφιέρωμα στη δουλειά της Natalie Halla διοργανώνεται στο πλαίσιο του 8ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου, το οποίο ολοκληρώνεται την Κυριακή 17 Απριλίου.



Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2022

Σεμπάστιαν Μάιζε: «Οι μηχανισμοί της καταπίεσης είναι εναλλάξιμοι»

 

Σεμπάστιαν Μάιζε (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Βαθιά συγκινητική, η ταινία του Αυστριακού Σεμπάστιαν Μάιζε Μεγάλη απόδραση είναι μια αντισυμβατική ιστορία αγάπης ανάμεσα σε δύο έγκλειστους άντρες κι ένας στοχασμός για τις ανελέητες διώξεις των γκέι στη Γερμανία διαχρονικά.

Ήδη πολυβραβευμένη, προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 3 Φεβρουαρίου. Συναντώντας τον σκηνοθέτη στο Σαράγεβο.

Θα έλεγες ότι, πάνω απ’ όλα, η ταινία σου Μεγάλη απόδραση αφορά στην αναζήτηση, τη βίωση και τη διατήρηση της ελευθερίας, ανεξαρτήτως της σεξουαλικής ταυτότητας της καθεμιάς και του καθενός;

Απολύτως. Πάντοτε έτσι την έβλεπα.

Η Παράγραφος 175 του γερμανικού ποινικού κώδικα στην οποία βασίστηκαν οι διώξεις ομοφυλόφιλων είναι ένα σκηνικό, κι αυτό είναι μεταβλητό. Οι μηχανισμοί της καταπίεσης είναι εναλλάξιμοι.

Οι δυο πρωταγωνιστές, ο Χανς και ο Βίκτορ, δε θα μπορούσαν να είναι περισσότερο διαφορετικοί, συναντιούνται στο πλαίσιο του εγκλεισμού τους και τελικά μπλέκονται ο ένας με τον άλλο.

Αφηγηματική αφετηρία είναι, λοιπόν, η διαβόητη Παράγραφος 175. Πώς ερμηνεύεις το γεγονός ότι το γερμανικό κράτος καθυστέρησε τόσο πολύ να την καταργήσει;

Δεν έχω απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση! (Γέλιο). Είναι θαύμα που συνέβη, πρόκειται για κάτι τρελό. Ακόμα κι η επιστημονική κοινότητα της εποχής δικαιολογούσε την ύπαρξή της.

Με ποια έννοια;

Περιέγραφε την ομοφυλοφιλία ως ασθένεια.

Στην πραγματικότητα το γερμανικό κράτος δεν ήθελε να την καταργήσει το 1969.

Αναγκάστηκε λόγω των μεταρρυθμίσεων που βρίσκονταν σε εξέλιξη να προχωρήσει στην τροποποίησή της, διατηρώντας ταυτόχρονα την ποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας.

Οπότε υπήρχε σημαντική κοινωνική πίεση για την πραγματική κατάργηση αυτού του άρθρου εκείνη την περίοδο;

Υπήρχαν η μεγάλη μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος, καθώς και το φοιτητικό κίνημα του 1968.

Έντονη ήταν και η πίεση του κινήματος των ομοφυλόφιλων. Το κράτος έπρεπε να κάνει κάτι, ήταν αδύνατο να διατηρηθεί ο νόμος ως είχε.

Μέχρι την οριστική κατάργησή του χρειάστηκε, ωστόσο, να μεσολαβήσουν άλλα 25 περίπου χρόνια. Τι συνέβη στο μεταξύ; Εξακολουθούσαν να διώκονται οι ομοφυλόφιλοι; Ή διώκονταν λιγότερο;

Διώκονταν λιγότερο. Το ηλικιακό όριο για τη σύναψη ομοφυλόφιλων σχέσεων ήταν το 21ο έτος της ηλικίας, οπότε εφόσον ήσουν ενήλικος, μπορούσες να έχεις τέτοιες σχέσεις.

Υπήρχε και στην Αυστρία εκείνης της περιόδου αντίστοιχο άρθρο;

Ακριβώς το ίδιο. Πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν η Παράγραφος 125, ενώ μετά τον πόλεμο μετονομάστηκε σε 175 και συνέχισε να εφαρμόζεται μέχρι το 1971. Τότε τροποποιήθηκε, για να καταργηθεί το 1994.



Στην ταινία σου επιλέγεις να αποτυπώσεις την κακομεταχείριση του γκέι Χανς από το σύστημα ανά τα χρόνια. Για να αναδείξεις της συνέχεια της κρατικής πολιτικής ανεξαρτήτως κυβέρνησης;

Για τους γκέι δεν άλλαξε και πολύ η κατάσταση. Μπορεί μεταπολεμικά να μην εκτελούνταν ή να μη βασανίζονταν όπως συνέβαινε επί ναζισμού, αλλά παρέμεναν «παράνομοι».

Μπορεί η Γερμανία να είχε απελευθερωθεί από τις συμμαχικές δυνάμεις, αλλά οι γκέι εξακολουθούσαν να διώκονται.

Το «άπλωμα» του φιλμ στον χρόνο έχει, ασφαλώς, να κάνει με το ότι η ιστορία του Χανς και του Βίκτορ χρειάζεται χρόνο για ν’ αναπτυχθεί, σε όλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου στη Γερμανία.

Μέχρι ν’ αφεθεί ελεύθερος ο Χανς και να ζήσει τη ζωή του.

Ή και όχι. Φαντάζομαι πως η διαδικασία της συγγραφής του σεναρίου υπήρξε επίπονη. Θα ήθελες να μου μιλήσεις για τη συνεργασία σου με τον συν-σεναριογράφο σου, Τόμας Ράιντερ;

Γνωριζόμαστε πολύ καλά, σπουδάσαμε παρέα κι έχουμε κάνει όλα τα φιλμ μου, μικρού και μεγάλου μήκους, μαζί. Είναι σαν επαγγελματικός γάμος, είναι ο αδερφός μου στο «έγκλημα»!

Στο κινηματογραφικό «έγκλημα».

Σ’ αυτό (Γέλιο). Υπάρχει βέβαια και ένταση, αλλά αυτό είναι καλό, γιατί ποτέ δεν ακολουθείς τον εύκολο δρόμο. Όταν δουλεύεις στο πεδίο της τέχνης, είναι σημαντικό να μην παίρνεις έναν τέτοιο δρόμο, γι’ αυτό και πάντα διορθώνουμε ο ένας τον άλλο.

Πραγματοποιήσατε και εκτεταμένη έρευνα για να γνωρίσετε τους ανθρώπους που διώχτηκαν και την εποχή.

Ναι, γιατί δεν ήξερα τίποτα σχετικά με το θέμα, ούτε και κάποιον που είχε πληγεί.

Κάναμε πολλές συνεντεύξεις στην Αυστρία, όπου υπάρχει ένα διάσημο γκέι μπαρ στο οποίο συχνάζουν μεγαλύτερης ηλικίας ομοφυλόφιλοι. Πήγαμε εκεί και μιλήσαμε μαζί τους. Όλοι όσοι ανήκουν σε μεγαλύτερες γενιές έχουν βιώσει εμπειρία δίωξης.

Ήταν πρόθυμοι να μοιραστούν κάποιες από τις επώδυνες αναμνήσεις τους;

Ήταν πολύ ανοιχτοί. Δεν είχαν ποτέ μιλήσει για τις ιστορίες τους. Ήταν πολύ χαρούμενοι που κάποιος τους ρώτησε.

Το γεγονός ότι η Μεγάλη απόδραση είναι ταινία μυθοπλασίας και όχι ντοκιμαντέρ οφείλεται στο ενδιαφέρον σου για τη μυθοπλασία;

Είμαι άνθρωπος της μυθοπλασίας. Το φιλμ δεν έχει πολιτική ατζέντα, εξάλλου, είναι μια ιστορία ανάμεσα σε ανθρώπους.

Όταν έμαθα γι’ αυτό το ζήτημα, μού ήρθε στο μυαλό το 1984 του Τζορτζ Όργουελ. Είναι σαν δυστοπία.

Κι ενώ ήξερα πως τέτοιες διώξεις συμβαίνουν στο Ιράν ή σε κάποιες αφρικανικές χώρες, σοκαρίστηκα όταν συνειδητοποίησα ότι συνέβαιναν και στον γερμανόφωνο κόσμο.



Δε χρειάζεται να φύγουμε από την ευρωπαϊκή ήπειρο για να διαπιστώσουμε πως τα συνταγματικά δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων -δε μιλάω καν για κάτι ριζοσπαστικό- δε γίνονται και τόσο σεβαστά.

Ας πάρουμε ως παραδείγματα την Πολωνία και την Ουγγαρία.

Σε ό,τι αφορά μάλιστα την Ουγγαρία, είναι παράξενο που η Ευρώπη απλώς παρακολουθεί. Αποδέχεται αυτό το γεγονός, δεν αντιδρά. Είναι πολύ εύθραυστο αυτό που έχουμε πετύχει στην Αυστρία. Δεν ξέρω για την Ελλάδα.

Έχουν γίνει θετικά βήματα. Αν, όμως, μιλήσεις με κάποιον τυχαίο περαστικό, μπορεί να μη λάβεις τις πιο σωστές απαντήσεις.

Επιστρέφοντας στη Μεγάλη απόδραση, εκτιμώ την απουσία μελοδραματισμού, τον προσγειωμένο του χαρακτήρα. Έτσι δημιουργείς φιλμ και πλάθεις χαρακτήρες;

Η δημιουργία ταινιών σε απομυζά ιδιαίτερα: υπάρχει τόση αφηγηματική κατασκευή, τόσο γράψιμο, τόσες αποφάσεις για δραματουργικά ζητήματα. Το να βρω τον σωστό τόνο είναι το πιο δύσκολο για μένα.

Πώς απέφυγες τον εγκλωβισμό στην παγίδα της αισθηματικοποίησης;

Μέσω της δουλειάς, του ξαναδουλέματος και του ξαναδουλέματος! (Γέλιο). Δε γίνεται, όμως, να μην υπάρχει και συναίσθημα.

Είναι συναισθηματική και συγκινητική δουλειά, απλώς με υπαινικτικό τρόπο.

Ο πιο μεγάλος μου φόβος είναι ότι κάτι μπορεί να είναι αξιολύπητο. Είναι, όμως, σημαντικό να είναι και συναισθηματική.

Ο Φραντς Ρογκόφσκι, ο πρωταγωνιστής, είναι από τους ηθοποιούς με την πιο έντονη ενσυναίσθηση στο σύγχρονο σινεμά. Μεγάλο ποσοστό της επιτυχίας της ταινίας μάλλον αποδίδεται σ’ αυτή τη συνεργασία.

Είναι από τους αγαπημένους μου.

Συμβαίνει, όμως, και με τους δύο συμπρωταγωνιστές. Ο Γκέοργκ Φρίντριχ, που υποδύεται τον Βίκτορ, είναι πολύ γνωστός στην Αυστρία. Ήθελα να κάνω ένα φιλμ μαζί του. Ο συνδυασμός των δύο κάνει, πάντως, τη διαφορά.

Η βαθιά μεταξύ τους «χημεία», όπως αποτυπώνεται στην οθόνη, υπήρχε και στο γύρισμα;

Ακόμα κι όταν δε γνωρίζονταν. Για μένα αυτή η «χημεία» είναι η «καρδιά» της ταινίας. Ως άνθρωποι και ηθοποιοί εκτιμούν ο ένας τον άλλο πάρα πολύ.



Έπειτα προέκυψε η βράβευση στο Φεστιβάλ των Καννών. Εξεπλάγης;

Το να βρίσκομαι στις Κάννες με το δεύτερο φιλμ μου ήταν μια έκπληξη, πόσο μάλλον η βράβευση. Το πιο αξιομνημόνευτο γεγονός ήταν η θερμή αντίδραση του κοινού μετά την προβολή. Πέθαινα από το άγχος, φανταζόμουν ότι θα το μισούσαν.

Αυτές τις μέρες (σημ.: τον Αύγουστο του 2021) προβάλλεται στο πλαίσιο του Διαγωνιστικού του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο. Ποια είναι η σχέση σου με την πόλη;

Έχω έρθει δυο φορές ως επισκέπτης. Είναι ένα από τα πιο ωραία φεστιβάλ. Η ανάμειξη των πολιτισμών στο Σαράγεβο είναι υπέροχη. Δεν το έχεις πουθενά στην Ευρώπη αυτό.

Παρά τους περιορισμούς που πήγαζαν από την πανδημία, κατάφερες να ολοκληρώσεις την ταινία. Υπήρξαν στιγμές που ένιωσες πως ίσως αυτό δε θα συνέβαινε;

Ξεκινήσαμε τα γυρίσματα λίγο πριν το πρώτο lockdown το 2020 κι έπρεπε να εγκαταλείψουμε το πλατό εν μια νυκτί. Δεν το πιστεύαμε! Όταν έφτασε το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, όλοι ξεχειλίζαμε από ενέργεια και θέλαμε να την ολοκληρώσουμε.

Κι αυτή η ενέργεια μεταφέρθηκε σε συγκεκριμένες σκηνές προς το τέλος του φιλμ.

Η συνέντευξη με τον Σεμπάστιαν Μάιζε πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 27ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο. Ευχαριστώ θερμά την Έλμα Κάφετζιτς από το Γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ για την πολύτιμη συνδρομή της.

Η Μεγάλη απόδραση προβλήθηκε σε πανελλήνια «πρώτη» στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού Μυθοπλασίας του 27ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας-Νύχτες Πρεμιέρας, όπου απέσπασε τα βραβεία της ΠΕΚΚ και κοινού.

Από τις 3 Φεβρουαρίου κυκλοφορεί στους κινηματογράφους σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη σε διανομή της AMA Films.