Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεωργία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεωργία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

Ράτι Τσιτελάντζε: «Η ελευθερία δεν έχει και τόση σημασία χωρίς εσωτερική γαλήνη»



Μετά από έντεκα χρόνια οικιακού εγκλεισμού σε ένα χωριό στη Γεωργία, η Αντελίνα, μια νεαρή τρανς γυναίκα, εξασφαλίζει άσυλο στην Αυστρία. Την πορεία της προς την ελευθερία ιχνηλατεί το ντοκιμαντέρ Τραγούδι δίχως σπίτι

Συζητώντας με τον σκηνοθέτη του, Ράτι Τσιτελάντζε, με αφορμή την προβολή της δουλειάς του στο 28ο ΦΝΘ.

Είσαι ηθοποιός και σκηνοθέτης γεωργιανής καταγωγής που ζεις στις Η.Π.Α. Ποια είναι η οπτική σου μπροστά και πίσω από την κάμερα;

Κατάγομαι από ένα μικρό γεωργιανό χωριό το οποίο συνορεύει με την Τουρκία.

Πάντα ήθελα να ταξιδέψω, να δω τον κόσμο πέρα ​​από αυτό και να βιώσω πολλά στη ζωή, επειδή μεγάλωσα χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και χωρίς πολλά εκτός του μικρού μου κόσμου.

Όσο περισσότερο ταξιδεύω και όσο περισσότερα βλέπω, όμως, τόσο πιο σημαντικός γίνεται ο εσωτερικός μου κόσμος. Αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου ως σκηνοθέτη που δεν επικεντρώνεται μόνο στον εξωτερικό κόσμο, αλλά και στο εσωτερικό σύμπαν.

Νιώθεις εξίσου αποξενωμένος στην υπερσυντηρητική Γεωργία και στην ολοένα και πιο φασιστική Βόρεια Αμερική; Αν όχι, πού εντοπίζεις τη διαφορά;

Νομίζω ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η πρόσβαση στο διαδίκτυο προκαλούν ολοένα και μεγαλύτερη ανάμιξη πολιτισμών. Αυτό φέρνει ομορφιά, φυσικά, αλλά αναπόφευκτα και τους δικούς του κινδύνους.

Αισθάνομαι αποξενωμένος και στα δύο μέρη, αν και με διαφορετικούς τρόπους. Η διαφορά έγκειται στη φύση της αποξένωσης και σε αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί χωρίς σοβαρές συνέπειες. Υποθέτω πως αυτό λέει πολλά.

Γυρισμένο στη διάρκεια μιας δεκαετίας, το Τραγούδι δίχως σπίτι αναπτύσσει και διευρύνει την αφήγηση της αναγνωρισμένης μικρού μήκους ταινίας σου, Prisoner of Society.

Γιατί ήταν ηθικά, υπαρξιακά και πολιτικά επιτακτικό, τόσο για εσένα όσο και για την πρωταγωνίστρια σου, την νεαρή τρανς γυναίκα Αντελίνα, να ολοκληρώσετε αυτό το ντοκιμαντέρ ενάντια σε όλες τις αντιξοότητες;

Η μικρού μήκους ταινία ήταν υποψήφια για το βραβείο της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου και, χάρη στην απήχησή της, η Αντελίνα εξασφάλισε άσυλο στην Αυστρία.

Στην αρχή, πίστευα ότι ήταν ένα ευτυχές τέλος, αλλά η ζωή, όπως και η ταυτότητά μας, σπάνια είναι τόσο απλή.

Όταν πήγα στις Η.Π.Α., ένιωσα χαμένος: σαν το παρελθόν μου να μην υπήρχε, σαν να είχα έρθει σε αυτόν τον ξένο κόσμο για πρώτη φορά, σαν να μην είχα μέλλον, χαμένος κάπου ανάμεσα στη μετάβαση και τη μετάφραση.

Είχα μια ειλικρινή συζήτηση με την Αντελίνα σχετικά με την πολυπλοκότητα της μετανάστευσης και το ξεκίνημα μιας νέας ζωής.

Κατάλαβα πως έπρεπε να κάνω αυτό το φιλμ ανεξάρτητα από τις δυσκολίες και με κάθε κόστος, επειδή ένιωσα ότι ήταν απαραίτητο να μιλήσω για την πολυπλοκότητα της μετανάστευσης.

Η Αντελίνα είναι επίσης η σεναριογράφος του ντοκιμαντέρ. Γιατί ήταν κρίσιμο για εκείνη να αναλάβει αυτόν τον ρόλο; Προκειμένου να εδραιώσει τον έλεγχό της πάνω στην ίδια της την αφήγηση και, τελικά, στη ζωή της;

Πριν γνωρίσω την Αντελίνα, είχα γυρίσει μόνο ταινίες μυθοπλασίας.

Όταν, όμως, της μίλησα και διάβασα τα ημερολόγιά της, συνειδητοποίησα ότι αυτή η ιστορία μπορούσε να υπάρξει μόνο σε μορφή ντοκιμαντέρ, προκειμένου να δικαιώσει τη ζωή της και τον ακατέργαστο και υπέροχο εσωτερικό της κόσμο.

Για την Αντελίνα, η γραφή βασίζεται στη μεταμορφωτική δύναμη της αυτοέκφρασης.

Η συγγραφή δεν είναι μόνο ένα μέσο επιβίωσης, αλλά και μια πηγή ελπίδας, ένας τρόπος να βοηθήσουμε τους άλλους να καταλάβουν πως άνθρωποι σαν την Αντελίνα υπάρχουν σε αυτόν τον κόσμο και ότι, κόντρα σε όλες τις πιθανότητες, υπάρχει φως στο τέλος του τούνελ.

Στην αρχή του ντοκιμαντέρ, η Αντελίνα ακούγεται να σε προσκαλεί να την επισκεφθείς μόνος σου με την κάμερά σου. Υπό ποιες συνθήκες μπορεί η κάμερα να γίνει όπλο στα χέρια των καταπιεσμένων;

Η δύναμη της έκφρασης και του μοιράσματος είναι πιο σημαντική και πιο ισχυρή από ποτέ. Δε νομίζω ότι είναι πάντα απαραίτητο αυτό να συμβαίνει μέσω μιας συγκεκριμένης μορφής τέχνης.

Στην περίπτωσή μας, όμως, η κινηματογράφηση και η έκφραση μέσω του κινηματογράφο είναι πολύτιμες για μένα.

Μέσα από την τέχνη του σινεμά, το Τραγούδι δίχως σπίτι είναι μια βαθιά προσωπική πράξη ανυπακοής ενάντια στην άνοδο των οπισθοδρομικών δυνάμεων παγκοσμίως.

Η σχέση της Αντελίνα με τη μητέρα της, κατά καιρούς αντιφατική και συγκρουσιακή, αλλά κυρίως σπαρακτικά τρυφερή, είναι από τα κύρια πλεονεκτήματα της ταινίας.

Και οι δύο φαίνεται να βιώνουν τον εγκλεισμό με παρόμοιο τρόπο. Είναι αυτό ακριβές;

Στην αρχή, ήθελα να κάνω ένα φιλμ μόνο για τη ζωή της Αντελίνα, αλλά όταν γνώρισα τη μητέρα της, ένιωσα τόση ζεστασιά, αγάπη και εσωτερική πολυπλοκότητα που κατάλαβα ότι έπρεπε να είναι μέρος της ταινίας.

Με τον καιρό, η ζωή της έμοιαζε όλο και περισσότερο με της Αντελίνα, και αναπόφευκτα έγινε ένας καθρέφτης της προηγούμενης ζωής της Αντελίνα, ενώ παράλληλα αντηχούσε το παρόν.

Ο πατέρας, από την άλλη πλευρά, αποτελεί μια ζωντανή εκδήλωση του πατριαρχικού μοντέλου. Τι γίνεται με τους νεαρούς άνδρες στη Γεωργία; Δεν παρεκκλίνουν, έστω και λίγο, από αυτό το πρότυπο;

Δε μου αρέσει να μιλάω για τους ανθρώπους ως ομάδες, αλλά μάλλον ως άτομα. Ταυτόχρονα, ο πατέρας αντιπροσωπεύει την πλειοψηφία της γεωργιανής κοινωνίας. Είναι και ο ίδιος «αιχμάλωτος της κοινωνίας». Απορρίπτει το παιδί του για να επιβιώσει.

Από την άλλη πλευρά, η μητέρα επιλέγει να αγαπάει και χάνει τα πάντα. Έτσι, κατ’ εμέ η μητέρα αντιπροσωπεύει όλους όσους υπερασπίζονται το σωστό και τους αγαπημένους τους, ανεξάρτητα από τις συνέπειες.




Η ταινία σου ουσιαστικά μιλάει για την ελευθερία. Σε ποιον βαθμό είναι εφικτή η ελευθερία σε έναν θεμελιωδώς ανελεύθερο κόσμο, και ειδικά όταν το ταραγμένο παρελθόν κάποιου συνεχίζει να τον στοιχειώνει;

Σαν ένα μικροσκοπικό ψάρι που απελευθερώνεται από ένα ενυδρείο στον απέραντο ωκεανό, η ιστορία της Αντελίνα μάς υπενθυμίζει πως η αληθινή ελευθερία είναι κάτι περισσότερο από το να διασχίζεις απλώς ένα σύνορο.

Η ίδια η ελευθερία δεν έχει και τόση σημασία χωρίς εσωτερική γαλήνη.

Το Τραγούδι δίχως σπίτι είναι κομψά γυρισμένο σε ασπρόμαυρο και έγχρωμο στυλ. Ποια κριτήρια υπαγόρευσαν τη χρήση εκάστου των δύο;

Από παιδί ζωγραφίζω και η φόρμα είναι πολύ σημαντική για μένα.

Μέσα από το χρώμα, την ατμόσφαιρα και τον ήχο, στόχος μου είναι να μεταφέρω όχι μόνο τον εξωτερικό κόσμο της Αντελίνα, αλλά και το βάθος του εσωτερικού της κόσμου καθώς ξαναχτίζει μια αίσθηση εαυτού.

Το ασπρόμαυρο αντιπροσωπεύει όχι μόνο το παρελθόν, αλλά και μια απλούστερη ζωή, αν και σκληρή. Τα ζωντανά χρώματα αντιπροσωπεύουν τον νέο κόσμο, γεμάτο υπέροχες δυνατότητες, αλλά ταυτόχρονα πολύπλοκο και συντριπτικό.

Το ντοκιμαντέρ σου θα παρουσιαστεί σε διεθνή πρεμιέρα στο πλαίσιο του τμήματος Film Forward του 28ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Αυτό το τμήμα συνήθως φιλοξενεί πειραματικά/καινοτόμα έργα.

Τι σημαίνει η έννοια του «πειραματισμού» στον σύγχρονο κινηματογράφο;

Όταν ο Γιώργος Κρασσακόπουλος, Επικεφαλής Προγραμματισμού στο ΦΝΘ, μοιράστηκε τις σκέψεις του για την ταινία και γιατί ανήκει στο τμήμα Film Forward, τόσο εγώ όσο και η παραγωγός, Όλγκα Σλουσάρεβα, συγκινηθήκαμε βαθιά.

Ήταν πολύ συγκινητικό για εμάς, ειδικά επειδή το φιλμ γυρίστηκε με τόσο προσωπικό και μοναχικό τρόπο. Σημαίνει πολλά να ακούσουμε πόσο βαθιά η ανάγνωσή του απηχούσε τις δικές μας προθέσεις.

Αναγνώρισε όχι μόνο τα επείγοντα θέματα της ταινίας, τα οποία είναι ζωτικής σημασίας, αλλά και την ισχυρή κινηματογραφική της φωνή.

Αυτό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για εμάς, επειδή η μορφή του φιλμ διαμορφώθηκε μέσα από μια πολύ διαισθητική και προσεκτική αναζήτηση του σωστού ρυθμού και συναισθηματικής υφής.

Για μένα, πειραματισμός σημαίνει ανοιχτότητα· ανοιχτότητα σε νέες αφηγηματικές δομές, νέες σχέσεις μεταξύ πραγματικότητας και κινηματογραφικής έκφρασης και νέους τρόπους να εμπλέκεσαι με την πραγματικότητα χωρίς να την υποβαθμίζεις.

 Στο Τραγούδι δίχως σπίτι, αυτό σήμαινε τη δημιουργία ενός χώρου όπου η ιστορία της Αντελίνα θα μπορούσε να ξεδιπλωθεί με ειλικρίνεια και δύναμη, και με μια μορφή η οποία πηγάζει από την εμπειρία της αντί να επιβάλλεται σε αυτήν.

Ο πειραματισμός στον σύγχρονο κινηματογράφο δεν αφορά απλώς το σπάσιμο κανόνων ή την υιοθέτηση αντισυμβατικών μορφών.

Για μένα, πρόκειται για την ανακάλυψη μιας μορφής που είναι βαθιά προσωπική για εσένα και αντανακλά ειλικρινά τον εσωτερικό σου κόσμο.

Ευχαριστώ θερμά την  Όλγκα Σλουσάρεβα, παραγωγό του φιλμ, για την πολύτιμη συμβολή της στην υλοποίηση της συνέντευξης και για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού.

Το ντοκιμαντέρ του Ράτι Τσιτελάντζε Τραγούδι δίχως σπίτι προβάλλεται, σε διεθνή πρεμιέρα, στο πλαίσιο του διαγωνιστικού τμήματος Film Forward του 28ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (5-15 Μαρτίου).

Προβολές: Σάββατο 14 Μαρτίου (αίθουσα Παύλος Ζάννας, 21:00) και Κυριακή 15 Μαρτίου (αίθουσα Παύλος Ζάννας, 13:00).




Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2022

Nana Ekvtimishvili: «Η Γεωργία χρειάζεται ν’ απαλλαγεί από τον φόβο του φεμινισμού»

 

Nana Ekvtimishvili (Φωτογραφία: Irma Sharikadze)

Από τα μεγαλύτερα ταλέντα του σύγχρονου γεωργιανού σινεμά, η Nana Ekvtimishvili είναι και μια ανερχόμενη συγγραφέας, όπως αποδεικνύει η υποψήφια για το Διεθνές Βραβείο Booker 2021 νουβέλα της, Το χωράφι με τις αχλαδιές.

Μια σκληρή ιστορία ενηλικίωσης και -γυναικείας- χειραφέτησης εκτυλισσόμενη στην Τιφλίδα των πρώτων μετασοβιετικών χρόνων, κυκλοφόρησε στα ελληνικά στο τέλος του 2021. Μια εφ’ όλης της ύλης κουβέντα με την συγγραφέα.

Μιας κι είσαι σκηνοθέτρια και συγγραφέας, πού συναντιούνται και πού απομακρύνονται αυτά τα δημιουργικά «μονοπάτια»;

Το να δουλεύει κάποιος στο σινεμά και στη λογοτεχνία είναι μερικές φορές ενοχλητικό. Δεν ξέρω αν μελλοντικά θα μπορώ να ασχολούμαι και με τα δύο.

Νομίζω ότι πιο πολύ είμαι συγγραφέας, η συγγραφή είναι μια πολύ προσωπική διαδικασία. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου -παιδί ακόμα- έγραφα.

Το να φτιάχνεις μια ταινία είναι ένα πρότζεκτ. Έχεις μια ιδέα και χρειάζεσαι τρία ή πέντε χρόνια για να την υλοποιήσεις. Στη διάρκεια των γυρισμάτων δε διαθέτεις, όμως, τον χρόνο να νιώσεις τον εαυτό σου ως συγγραφέα.

Ως συγγραφέας, λοιπόν, χρειάζεται τον χώρο σου και ηρεμία για να μπορέσεις να είσαι εσωστρεφής. Στην πραγματικότητα αγαπώ το να είμαι εσωστρεφής.

Η δημιουργία ταινιών σημαίνει το να μάχεσαι, να οργανώνεις πράγματα, να ασχολείσαι με τον εξωτερικό κόσμο, ενώ η συγγραφή το να καταπιάνεσαι με τον κόσμο μέσα σου.

Από πού πηγάζουν οι εκάστοτε ιδέες σου;

Όταν έχω μια ιδέα, αποκτά αμέσως μορφή, με μεθά. Δε σκέφτομαι αν θα εξελιχθεί σε βιβλίο ή σε φιλμ.

Οι κινηματογραφικές μου ιδέες, για παράδειγμα, προκύπτουν μέσα από την οπτική «οδό», μέσα από πρόσωπα που είχαν αντίκτυπο πάνω μου, και το συγκεκριμένο «θραύσμα» ζωής θέλω να μεταφέρω.

Έχω εμμονή με το να μεταφέρω αυτό το οπτικό περιεχόμενο.

Η συγγραφή συνιστά μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση. Υπάρχει μια φωνή μέσα σου, είναι μια γλώσσα -στην περίπτωσή μου η γεωργιανή-, που αρχίζει να κινείται.

Στο φιλμ έχεις έναν χαρακτήρα, έναν ήρωα, και κάποιο είδος δραματουργίας. Η κύρια δραματική ένταση στη λογοτεχνία, αντιθέτως, πηγάζει από τη γλώσσα.

Και χρειάζεται να οπτικοποιήσεις τα υπόλοιπα.

Το σινεμά βρίσκεται πάντα σε ένα κάδρο, το οποίο εσύ επιλέγεις. Οτιδήποτε έξω από αυτό είναι, κατά κάποιον τρόπο, ασήμαντο.

Το «κάδρο» στη λογοτεχνία είναι η γλώσσα, κι αυτή δεν μπορεί να καδραριστεί.

Ήταν και το συγγραφικό σου ντεμπούτο, η νουβέλα Το χωράφι με τις αχλαδιές, άλλη μια εμμονική ιδέα που ήθελες να υλοποιήσεις;

Με τη λογοτεχνία υπάρχει πιο πολύ φόβος παρά εμμονή. Φόβος απώλειας κάποιου πράγματος, των αναμνήσεων.

Μια μέρα ανακάλυψα πως ο κόσμος αλλάζει κι οι αναμνήσεις μου εξαφανίζονται. Αυτό συνδέεται με την κατανόηση του παρελθόντος σου, με το να βρεις τον δρόμο προς τον εαυτό σου.

Ποια είναι η Lela, η πρωταγωνίστρια; Συντίθεται από χαρακτηρολογικά «θραύσματα» πραγματικών ανθρώπων ή και δικών σου ανησυχιών και φόβων;

Ίσως είναι ένα «κράμα» των στοιχείων που ανέφερες.

Στην πραγματικότητα εμπνεύστηκα τον χαρακτήρα της από τις μαθήτριες και τους μαθητές του σχολείου που βρισκόταν δίπλα στο σπίτι όπου μεγάλωσα στην Τιφλίδα.

Ήξερα αυτά τα παιδιά, και κάποιοι από τους χαρακτήρες του βιβλίου τούς μοιάζουν κάπως.

Στην ίδια, όμως, δίνω τη φωνή μου ως συγγραφέας.

Είναι ένας από τους πολυάριθμους γυναικείους χαρακτήρες που «κατοικούν» -ακόμα και κυριαρχούν- στα φιλμ σου. Ταυτίζεσαι πιο πολύ μ’ αυτούς, ή μήπως και λείπουν από το γεωργιανό σινεμά και τη λογοτεχνία;

Πιο πολύ ισχύει το πρώτο, και συμβαίνει με συναισθηματικό παρά με διανοητικό τρόπο. Εκτόν υστέρων, βέβαια, συνειδητοποιώ ότι είναι φορείς της φωνής των γυναικών ή όσων συνήθως δεν έχουν φωνή στη γεωργιανή κοινωνία.

Όλα, όμως, ξεκινάνε από τον δικό μου θυμό, τη δικιά μου οργή σε σχέση με τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τα πράγματα. Προσπαθώ, δηλαδή, να μεταφέρω την οπτική μου γωνία, κι αυτό είναι πιο εύκολο μέσω γυναικείων χαρακτήρων.

Που προσπαθούν ν’ απελευθερωθούν από συμβάσεις, απαγορεύσεις και περιορισμούς. Πώς αντιλαμβάνεσαι τον φεμινισμό εντός του γεωργιανού πλαισίου;

Η Γεωργία χρειάζεται ν’ απαλλαγεί από τον φόβο του φεμινισμού. Ο φεμινισμός δε βλάπτει, ούτε πρέπει να τον φοβούνται οι άνθρωποι- φεμινίστριες και φεμινιστές.

Ασφαλώς υπάρχουν διαφορετικά είδη φεμινισμού, που δεν τα κρίνω. Ως γενικότερη προσέγγιση, ωστόσο, εδράζεται στην ισότιμη συνύπαρξη αντρών και γυναικών, στην ισότιμη έκφραση της προσωπικότητάς τους, στον βιοπορισμό κατά ισότιμο τρόπο.

Ένας κόσμος χωρίς φεμινισμό είναι αρκετά φτωχός, γιατί του λείπει η γυναικεία οπτική. Τον χρειάζονται γυναίκες και άντρες εξίσου.

Ένα άλλο στοιχείο που κυριαρχεί στη δουλειά σου είναι η οικογένεια, οι ενδοοικογενειακές σχέσεις ή η απουσία τους. Σε απασχολεί αυτό- κοινωνικά, πολιτικά, συναισθηματικά;

Έχεις δίκιο, καλή ερώτηση.

Συχνά αναρωτιέμαι: «Τι σημαίνει οικογένεια στις μέρες μας- στην Ευρώπη, στη Γεωργία, στη Γερμανία;»

Για μένα θα έπρεπε να υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα στην ύπαρξη ενός χώρου για την ατομική έκφραση και εξέλιξη και τη συνύπαρξη με την οικογένειά σου.

Στην Ευρώπη -και στη Γερμανία, πιο συγκεκριμένο- είναι λυπηρό που τα παιδιά δεν έχουν επαφή με τις γιαγιάδες και τους παππούδες τους.

Στη Γεωργία, από την άλλη, τα παιδιά έχουν καθημερινή σχέση με τους μεγαλύτερων ηλικιών συγγενείς τους- και για οικονομικούς λόγους. Φροντίζοντας τους μεγαλύτερους μπορείς να μάθεις πολλά, που δε θα μάθεις αλλιώς.

Ως παιδί, η μητέρα μου μεγάλωσε σ’ ένα χωριό στη δυτική Γεωργία. Η γιαγιά της δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί στο τέλος της ζωής της, κι έτσι την φρόντιζε η μητέρα μου. Το γεγονός αυτός έδωσε στην μητέρα μου πολλή δύναμη, σοφία κι αγάπη.

Τι είναι πιο σημαντικό από το να βρίσκεσαι με την οικογένειά σου και να τη βοηθάς με τη φυσική σου παρουσία;

Όταν είσαι εκεί, τους μαγειρεύεις, συζητάς μαζί τους -ακόμα και τσακώνεσαι- αισθάνεσαι πως βρίσκεσαι στο σωστό μέρος τη σωστή ώρα.

Η μητέρα σου θα πρέπει να νιώθει περήφανη για τα επιτεύγματά σου στη ζωή.

Πόσο άλλαξε, διεύρυνε ή εμπόδισε την οπτική σου στη ζωή η μετακόμισή σου στο Βερολίνο;

Το Βερολίνο είναι το δεύτερο σπίτι μου, το αγαπώ. Η γερμανική γλώσσα γίνεται κομμάτι μου, επίσης.

Ήμουν είκοσι όταν ήρθα εδώ, έγινα ενήλικη στη Γερμανία, Μου πρόσφερε πολλή ελευθερία να σκέφτομαι, να αποστασιοποιηθώ από τη χώρα μου διατηρώντας μια κριτική στάση απέναντί της.

Όταν επέστρεψα στην Τιφλίδα μετά από έναν χρόνο στη Γερμανία, ξαφνιάστηκα που είδα τα βουνά- παλαιότερα ήταν απλώς ένα φόντο. Η οπτική μου επίγνωση άλλαξε. Άλλαξε επίσης και το μέσα μου.

Η Γεωργία ήταν επί 70 χρόνια κομμάτι της Σοβιετικής Ένωσης. Είναι σημαντικό ν’ ανοίγουν πόρτες, παράθυρα, μυαλά, καθένας να βιώνει άλλες ζωές και νοοτροπίες.

Κι ακόμα πιο σημαντικό για χώρες με τέτοια Ιστορία, με κλειστά σύνορα. Ό,τι είμαι τώρα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην εμπειρία μου στο Βερολίνο.

Πάντως, αυτό που προσωπικά ένιωσα επισκεπτόμενος τη Γεωργία πριν από μερικά χρόνια ήταν πως πρόκειται για μια χώρα και μια κοινωνία σε μετάβαση- απλώς δεν είμαι σίγουρος προς ποια κατεύθυνση. Είσαι εσύ;

Όπως και οι περισσότεροι Γεωργιανοί, θεωρώ ότι η Γεωργία ανήκει στον ευρωπαϊκό χώρο, και αξιακά ταυτίζομαι πιο πολύ με την Ευρώπη.

Είναι λυπηρό που η τρέχουσα κυβέρνηση είναι περισσότερο φιλορωσική, και αντιλαμβάνομαι μια οπισθοδρόμηση προς την περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης.

Η Γεωργιανή Εκκλησία έχει πολλά κοινά με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, προσπαθεί να εμφυσήσει στους ανθρώπους πατριαρχικές ιδέες, πως ο άντρας είναι ανώτερος από τη γυναίκα ή ότι οι γκέι και οι λεσβίες είναι διαβολικοί άνθρωποι.

Αυτή η προπαγάνδα δε βοηθά στην ανάπτυξη της γεωργιανής κοινωνίας.

Υπάρχει, εξάλλου, και το ζήτημα της κατοχής της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσσετίας από ρωσικά στρατεύματα.

Κάθε τόσο πληροφορούμαστε πως τα σύνορά τους επεκτείνονται εντός της γεωργιανής επικράτειας και Γεωργιανοί αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους.

Οι ιμπεριαλιστικές ιδέες του Πούτιν είναι παρωχημένες, πρέπει να δημιουργήσουμε έναν μοντέρνο κόσμο όπου οι γείτονες θα ζουν ο ένας δίπλα στον άλλο: χωρίς πολέμους και εκτοπισμούς, χωρίς ν’ απαρνούνται την ταυτότητά τους.

Νιώθω υπεύθυνη για τις μεθοριακές περιοχές απέναντι στους κατακτητές, δεν ακούμε τις φωνές όσων εγκατέλειψαν τα σπίτια τους.

Βιώνω επίσης φόβο για την ύπαρξη της οικογένειάς μου. Είδαμε τι συνέβη στην Ουκρανία. Πολλές ανησυχίες, πολλά εσωτερικά ζητήματα.

Τα οποία, όμως, με βοηθάνε να κατανοήσω καλύτερα πώς εντάσσεις τον εαυτό σου στο γεωργιανό πλαίσιο.

Επιστρέφοντας στη νουβέλα, έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία η επιλογή του αχλαδιού ως φρούτου ή ως μεταφοράς;

Έγινε μεταφορά, αλλά όταν περιέγραφα την τοποθεσία, αυτό συντελέστηκε με αρκετά νατουραλιστικό τρόπο. Όντως φοβόμουν να παίξω εκεί, συνάμα όμως ήταν και όμορφο.

Ως μεταφορά, αναφέρεται στα παιδιά του σχολείου, που δεν έχουν καμία ευκαιρία να ωριμάσουν στη ζωή. Αισθάνομαι μια αμφιθυμία απέναντι σ’ αυτή τη μεταφορά. Είναι ταιριαστή, αλλά υπάρχει και η ρεαλιστική διάσταση.

Χαίρομαι που η νουβέλα σου κυκλοφορεί στα ελληνικά, κι ελπίζω οι φόβοι που προανέφερες ν’ αποδειχτούν αβάσιμοι.

Κι εγώ! Ελπίζω να τα πούμε στην Αθήνα, στο Βερολίνο ή στη Γεωργία.

Ευχαριστώ θερμά την Stella Sabin (Peirene Press) για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Η νουβέλα της Nana Ekvtimishvili Το χωράφι με τις αχλαδιές κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις World Books σε μετάφραση της Ελένης Τουλούπη.



Πέμπτη 31 Μαΐου 2018

Γκέλα Μπαμπλουάνι: «Στο φιλμ νουάρ με προσέλκυσε η παιδική ηλικία μου»


Επιστρέφοντας στο φιλμ νουάρ που τον έφερε στο κινηματογραφικό προσκήνιο (13 Τζαμέτι), ο ταλαντούχος Γαλλο-Γεωργιανός σκηνοθέτης Γκέλα Μπαμπλουάνι καταδύεται με την ταινία Η ληστεία στο μικρόκοσμο τριών ανθρώπων που παραβαίνουν το νόμο με απρόβλεπτες συνέπειες. Κουβεντιάζοντας μαζί του, με αφορμή την κυκλοφορία της δουλειάς του στις αίθουσες από τις 31 Μαΐου.

Δεδομένου ότι και ο πατέρας σου είναι σκηνοθέτης, ισχύει στην περίπτωσή σου το γνωμικό «το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει»;

Στην πραγματικότητα όχι. (Γέλια). Στην οικογένεια είμαστε τέσσερα παιδιά και κανένα δε σπούδασε κινηματογράφο. Όλα, ωστόσο, καταλήξαμε σ’ αυτόν. Προσωπικά σπούδασα νομική. Ήθελα να γίνω συγγραφέας, δεν ήθελα καθόλου να γίνω σκηνοθέτης.

Ποιο ήταν το σημείο καμπής, λοιπόν;

Θα γύριζα ένα μικρού μήκους φιλμ με κάποιον. Την τελευταία στιγμή, μου είπε «δε θέλω να το κάνω πλέον». «Δε θέλεις να το κάνεις, θα προσπαθήσω εγώ», του απάντησα. Ούτε καν το είπα στον πατέρα μου. Ό,τι γύριζα το πρώτο διήμερο ένιωθα πως ήταν φρικτό. Κι έτσι μου πήρε δυο χρόνια. Περισσότερο μάθαινα, παρά οτιδήποτε άλλο. Μάθαινα πώς να δουλεύω με τους ηθοποιούς, πού να τοποθετώ την κάμερα, πώς να κάνω μοντάζ, πώς να γράφω. Αυτό ήταν το σχολείο μου.

Κι ένα προσωπικό στοίχημα που είχες να κερδίσεις.

Όταν ξεκινάω κάτι, δυσκολεύομαι πολύ να αποφασίσω τι θα κάνω. Όταν, όμως, το αποφασίσω, το πάω μέχρι το τέλος. Δεν έχει σημασία τι θα συμβεί.



Τι σε προσέλκυσε στο φιλμ νουάρ, κατ’ αρχήν;

Νομίζω η παιδική ηλικία μου. Μεγάλωσα στο δρόμο. Τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και οι αρχές της δεκαετίας του ’90 ήταν κόλαση. Έχω δει πολλή βία, αλλά δε μ’ εντυπωσιάζουν τα όπλα. Αυτό που εξακολουθεί να με ενοχλεί είναι η βία που μπορεί να ασκήσει ο ένας στον άλλο κυρίως για υλικούς λόγους.

Κι αυτό εξηγεί τον ίδιο τον τίτλο της τελευταίας σου ταινίας.

Νομίζω ότι η κοινωνία διαιρείται όλο και περισσότερο σε δύο μέρη. Υπάρχει η «υψηλή» και η «χαμηλή» κοινωνία. Δεν επικοινωνούν μεταξύ τους πλέον. Πέραν της ανθρώπινης ιδιότητάς τους, κάποιοι δεν έχουν κανένα άλλο κοινό μεταξύ τους. Η πλειονότητα των ανθρώπων στον κόσμο γίνονται φτωχοί και η μειονότητα εκείνων που γίνονται πιο πλούσιοι μειώνεται όλο και πιο πολύ. Υπάρχει, επομένως, μια ανισορροπία στις μέρες μας και τα υλικά αγαθά τρελαίνουν τους ανθρώπους.

Μ’ αυτή την έννοια, η Χάβρη, όπου είναι γυρισμένο το φιλμ σου, μοιάζει με την Τιφλίδα, όπου μεγάλωσες;

Όχι και τόσο. Ερχόμενος στη Γαλλία, είχα την εντύπωση ότι η παιδική ηλικία μου στη Γεωργία ήταν κάτι ξεχωριστό. Έπειτα, όμως, συνειδητοποίησα πως αυτή η βία βρίσκεται παντού. Ίσως δεν είναι εξίσου ακραία, αλλά τα ίδια συμβαίνουν παντού για τον ίδιο λόγο. Είναι θέμα ανθρώπινης φύσης.



Δεν της δίνεις σημασία, όταν βρίσκεσαι εκεί. Υπάρχει το πάνω και το κάτω μέρος της πόλης. Σ’ αυτό έκανα τα γυρίσματα. Όλοι μου έλεγαν «είναι τρελό γκέτο, μην πας εκεί». Εγώ, όμως, έγινα φίλος με τους κατοίκους της περιοχής. Δύο από τους ηθοποιούς προέρχονται από τη γειτονιά.

Γεγονός που προσθέτει, άρα, στην αυθεντικότητα των ερμηνειών και της πλοκής.

Είναι πολύ φτωχή περιοχή, και οι κάτοικοί της αγωνίζονται πολύ. Δεν το συνειδητοποιείς μέχρι που φτάνεις εκεί. Θα έκαναν τα πάντα για τα λεφτά; Ναι, γιατί δεν έχουν καμία άλλη υποστήριξη.

Χρησιμοποιείς εξαιρετικά τη σκιά και το φως, δύο ουσιώδη στιλιστικής φύσης συστατικά του φιλμ νουάρ.

Καθένας έχει το στιλ του, νομίζω. Υπό μία έννοια, είμαι της παλιάς σχολής. Σκέφτομαι ποιο φακό να χρησιμοποιήσω, πώς να «χτίσω» την κάθε σκηνή. Καθετί πρέπει να είναι καδραρισμένο, οι ηθοποιοί πρέπει να σταματούν τη σωστή στιγμή. Δίνω πολλή σημασία στη σύνθεση. Για μένα, το σινεμά υπήρξε πάντα οπτική εμπειρία. Συνδέεται κάπως με τη ζωγραφική, γιατί βάση των εικόνων είναι η ζωγραφική. Πρέπει, λοιπόν, οι εικόνες να έχουν κάτι οπτικά ενδιαφέρον και όμορφο.



Το σύγχρονο γεωργιανό σινεμά είναι πολύ ζωντανό. Πώς σχετίζεσαι μ’ αυτό;

Υπήρξε μια τεράστια παύση μετά τη δεκαετία του ’90 και τώρα αναδύεται μια νέα γενιά. Ειλικρινά νομίζω ότι θα κάνουν σπουδαία πράγματα. Το σινεμά είναι η μορφή τέχνης που ταξιδεύει καλύτερα. Αυτή η γενιά κάνει τεράστια πρόοδο, αναβιώνοντας τις δόξες του γεωργιανού κινηματογράφου του παρελθόντος.

Μοιάζεις να γυρίζεις ταινίες με το πάσο σου. Αν εξαιρέσουμε το φιλμ που συν-σκηνοθέτησες με τον πατέρα σου και το remake του ντεμπούτου σου, η Ληστεία είναι η δεύτερη «κανονική» μεγάλου μήκους ταινία σου. Θα σου πάρει κι η επόμενη εξίσου μεγάλο χρονικό διάστημα, ή τη δουλεύεις ήδη;

(Γέλια). Δουλεύω ήδη πάνω σ’ αυτή. Πρόκειται για κάτι εντελώς διαφορετικό.

Στιλιστικά και πάλι στην παράδοση του νουάρ;

Ναι, άλλα πολύ διαφορετικό. Γράφω μια ιστορία που εκτυλίσσεται σε γυναικείες φυλακές. Παραμένει στον κόσμο της βίας, αλλά αυτή τη φορά με γυναίκες.  

Η ταινία του Γκέλα Μπαμπλουάνι Η ληστεία προβάλλεται από τις 31 Μαΐου στους κινηματογράφους σε διανομή της Weird Wave.

Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2017

Μαριάμ Χατσβάνι: «Μου αρέσει να μιλάω δυνατά, όταν υπάρχει ένα πρόβλημα»


Η Ντίνα, μια νεαρή γυναίκα καταγόμενη από μια απομακρυσμένη ορεινή περιοχή της βορειοδυτικής Γεωργίας, εξεγείρεται ενάντια σε μια καταπιεστική παράδοση αιώνων. Εμπνευσμένη από την προσωπική ιστορία της γιαγιάς της, η Γεωργιανή σκηνοθέτρια Μαριάμ Χατσβάνι αποτυπώνει στο Dede, το βραβευμένο ντεμπούτο της μυθοπλασίας, την καθημερινότητα ενός κόσμου σκληρού και συνάμα γοητευτικού με ντοκιμαντερίστικη ακρίβεια.

Συναντηθήκαμε με την Μαριάμ Χατσβάνι στην Αθήνα, όπου βρέθηκε πριν από λίγες μέρες για να παρουσιάσει την ταινία της. Το Dede προβάλλεται από τις 21 Δεκεμβρίου στον κινηματογράφο Αλκυονίς σε διανομή της New Star.

Τι σημαίνει ο τίτλος της ταινίας;

Σημαίνει «μητέρα». Το φιλμ είναι για τις μητέρες και είναι ένα όμορφο όνομα, γι’ αυτό και αποφάσισα να το χρησιμοποιήσω ως τίτλο.



Αυτός διατηρείται και διεθνώς.

Είναι εύκολο να τον καταλάβεις και να τον θυμάσαι. Δεν ξέρω γιατί δεν τον αλλάζουν, ωστόσο. Ίσως για να ρωτάνε οι θεατές τι σημαίνει. (Γέλια).

Η ταινία είναι εμπνευσμένη από την προσωπική ιστορία της γιαγιάς σου. Είναι εντελώς βιογραφική ή υπάρχουν και στοιχεία μυθοπλασίας, ίσως κάποιοι πρόσθετοι χαρακτήρες;

Όταν, όντας μικρή, πρωτοάκουσα την ιστορία της γιαγιάς μου, με σόκαρε πολύ και πραγματικά θύμωσα με την παράδοση. Το φιλμ βασίζεται μεν στην ιστορία της, αλλά δεν προέρχονται όλες οι ατάκες από αυτή. Άλλαξα ορισμένες, γιατί στην περιοχή όπου γεννήθηκα οι περισσότερες οικογένειες έχουν την ίδια ιστορία, τα ίδια προβλήματα και είναι θύματα της ίδιας παράδοσης.



Επίσης, δεν προέρχεται μόνο από την εποχή της γιαγιάς μου. 10 χρόνια πριν, η απαγωγή νεαρών γυναικών ήταν πολύ δημοφιλής στη Γεωργία και στο Σβανέτι. Τότε, ο πρόεδρος Σαακασβίλι έβγαλε ένα νόμο, βάσει του οποίου, αν ένα άτομο διέπραττε κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να μπει φυλακή. Έτσι, το φαινόμενο σταμάτησε.

Εντελώς ή συνεχίζεται ακόμα;

Λίγο. Πολλοί φοβούνται να μπουν φυλακή.

Είναι και το μέρος όπου κι εσύ γεννήθηκες. Έμεινες εκεί σε όλη τη διάρκεια της εφηβείας σου; Πώς ήταν να μεγαλώνεις σε μια τέτοια τοποθεσία;

Όταν έχω χρόνο, πηγαίνω στο Ουσγκούλι, γιατί μου αρέσει πάρα πολύ και προσπαθώ να περνάω πολύ χρόνο στην ευρύτερη περιοχή του Σβανέτι. Μετά από την Αθήνα, θα ταξιδέψω στο Ουσγκούλι για την Πρωτοχρονιά. Είμαι πολύ ευτυχισμένη που έχω γεννηθεί εκεί. Για μένα, είναι το καλύτερο μέρος στον κόσμο. Είναι σαν παράδεισος, αν και η ζωή είναι δύσκολη.

Όταν γεννήθηκα, μου είχε πει η μητέρα μου ότι είχε χιονοστιβάδες που κατέστρεψαν πολλά σπίτια και πέθαναν πολλοί άνθρωποι. Είναι πολύ επικίνδυνο να ζεις εκεί το χειμώνα- αλλά είναι κι όμορφα. Γι’ αυτό νομίζω πως οι κάτοικοί του δεν το εγκαταλείπουν.



Μια από τις κύριες αρετές της ταινίας σου είναι ότι προσφέρει μια συναρπαστική εκ των έσω ματιά στην καθημερινότητα, τις δυσκολίες και τα έθιμα του μικρόκοσμου μιας απομονωμένης ορεινής περιοχής. Ήταν πρόκληση να αποτυπώσεις αυτό το μικρόκοσμο κινηματογραφικά, σχεδόν ντοκιμαντερίστικα;

Μου αρέσει να κάνω ντοκιμαντέρ, γιατί θέλω να νιώσω καλά αυτή την ιστορία και να πιστέψω κάθε σκηνή της, και γι’ αυτό ψάχνω για αληθινά πράγματα, αληθινούς ανθρώπους. Μόνο ένας από τους ηθοποιούς, ο Τζορτζ Μπαμπλουάνι, είναι επαγγελματίας, οι υπόλοιποι είναι ντόπιοι από το Ουσγκούλι. Όταν έκανα τα γυρίσματα, ήταν λίγο δύσκολο να δουλέψω μαζί τους, γιατί κάποιοι θεωρούν πως είναι κάτι εύκολο που το απολαμβάνουν, αλλά κάποιες φορές δεν μπορούν να ακολουθήσουν το πρόγραμμα.

Δε μου αρέσει να δίνω στους ηθοποιούς σενάριο. Έρχονται, λοιπόν, για το γύρισμα και, όταν η κάμερα είναι έτοιμη, τους αφηγούμαι μια μικρή ιστορία. Μπορούν να μιλήσουν με τα δικά τους λόγια. Δε μου αρέσει να τους λέω τι να κάνουν.



Αυτή ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισες;

Η πιο μεγάλη ήταν ότι, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, κάποιοι ηθοποιοί, ανάμεσά τους και ο αδερφός μου, συνελήφθησαν, λόγω μιας μικρής αναποδιάς με την Αστυνομία. Επρόκειτο για κάτι μικρό, αλλά η Αστυνομία το μεγαλοποίησε. Δυστυχώς, στη Γεωργία το σύστημά μας είναι κάπως κακό λόγω του τελευταίου προέδρου. Οι ηθοποιοί έμειναν, έτσι, στη φυλακή περίπου 6 μήνες κι εγώ σταμάτησα τα γυρίσματα, για να τρέχω με τους δικηγόρους και την Αστυνομία.



Όλα πήγαν καλά, πάντως, και η ταινία ολοκληρώθηκε.

Βέβαια, γιατί η εταιρεία παραγωγής με βοήθησε πολύ, και τους βγάλαμε επίσης από τη φυλακή. Το καλό ήταν επίσης ότι άντλησα από τη φυλακή πολύ καλό υλικό που αφορά σε αυτή την περίοδο. Δε νομίζω, όμως, πως πρέπει να το γυρίσω επειδή συνέβη σε μένα. Όχι. Μου αρέσει να μιλάω δυνατά, όταν υπάρχει ένα πρόβλημα. Και πρέπει να μιλάμε και να αλλάζουμε λιγάκι τη ζωή μας.

Νιώθεις, επομένως, ότι η δουλειά σου ως σκηνοθέτριας είναι να ενθαρρύνεις την κοινωνική αλλαγή;

Mου αρέσει να αλλάζω την κοινωνία. Γι’ αυτό δουλεύουμε, σκεφτόμαστε και γράφουμε. Θα είναι πιο εύκολο να γυρίσω την επόμενη ταινία μου, γιατί συνέβη σε μας. Θα είναι μυθοπλασία, αλλά το ντοκιμαντερίστικο στιλ μου θα είναι παρόν.

Πώς εξηγείς ότι υπάρχουν τόσες σπουδαίες ταινίες από τη Γεωργία τα τελευταία χρόνια;

Ίσως γιατί δουλεύουμε πολύ. Είναι δύσκολο να βρεις χρηματοδότηση στη Γεωργία, να γίνεις επιτυχημένος. Στη Γαλλία με γνωρίζουν, στη Γεωργία όχι και πολύ. Γι’ αυτό και πρέπει να δουλέψεις πολύ, προκειμένου να κάνεις κάτι καλό. Έχουμε πολύ πλούσια ιστορία, από την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης, και οι Γεωργιανοί θυμούνται αυτές τις μεγάλες ταινίες. Πάντοτε τους αρέσει να λένε «αυτή δεν είναι καλή ταινία», ασκούν διαρκώς κριτική.



Έχει προβληθεί το Dede στη Γεωργία;

Όχι ακόμα. Θα βγει στους κινηματογράφους το Φεβρουάριο. Ελπίζω να τους αρέσει, αλλά δεν το ξέρω, γιατί είναι πολύ επικριτικοί. (Γέλια).

Τι είδους φιλμ προτιμάς να παρακολουθείς περισσότερο;

Μου αρέσουν οι δραματικές ταινίες, τα μελοδράματα και τα ιστορικά φιλμ, αλλά, δυστυχώς, δε μου αρέσει να παρακολουθώ ταινίες. Ο σύζυγός μου, που δεν είναι σκηνοθέτης, μπορεί να δει και 5 φιλμ τη μέρα και του λέω: «Είσαι τρελός; Σταμάτα». Ένα μήνα πριν, παρακολούθησα τη Θηλιά του Χίτσκοκ, μου άρεσε, και θύμωσα με τον εαυτό μου που δεν την είχα δει τόσο καιρό.

Είναι η πρώτη σου φορά στην Ελλάδα;

Ναι, και νομίζω ότι είναι η καλύτερη εποχή. Ερχόμενη από το αεροδρόμιο, και βλέποντας κάποιους κακούς δρόμους αναρωτήθηκα: «Αυτή είναι η Ελλάδα;» Μου φάνηκε σαν χωριό. Όταν, όμως, ανέβηκα στην Ακρόπολη και συνειδητοποίησα πως η παλιά ιστορία δεν έχει αλλάξει κι είναι πολύ όμορφη, ήμουν πολύ περήφανη κι ευτυχισμένη.

Δυστυχώς, επειδή η περιοχή μου είναι πολύ δημοφιλής, οι άνθρωποι αποφάσισαν να την αλλάξουν λιγάκι φτιάχνοντας ξενοδοχεία κι αυτό με θυμώνει, γιατί μου αρέσει να διασώζονται η Ιστορία και η αρχιτεκτονική. Γι’ αυτό και, μετά τη βόλτα στην Ακρόπολη, έγραψα στο Facebook: «Σας παρακαλώ, σταματήστε να αλλάζετε τη χώρα σας, γιατί είναι τόσο εκπληκτική».

Η ταινία της Μαριάμ Χατσβάνι Dede προβάλλεται από τις 21 Δεκεμβρίου στον κινηματογράφο Αλκυονίς σε διανομή της New Star.