Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βοσνία & Ερζεγοβίνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βοσνία & Ερζεγοβίνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

32ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Σαράγεβο: Μια ματιά στα μεγάλου μήκους φιλμ του Διαγωνιστικού

 


Την πολυμορφία της σύγχρονης βαλκανικής (και όχι μόνο) φιλμικής παραγωγής αναδεικνύει η επιλογή των μεγάλου μήκους ταινιών μυθοπλασίας που συμμετέχουν στο Διαγωνιστικό του 32ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο (14-21 Αυγούστου).

Παρακολουθήσαμε τις 7 από τις 9, και μοιραζόμαστε τις πρώτες εντυπώσεις.

Small Things (Zvonimir Jurić)

Ένα χειμερινό Σαββατοκύριακο, οι αδελφές Αnica και Ιrena, μαζί με τα δύο παιδιά της Ιrena, ταξιδεύουν σε ένα νησί για να επισκεφθούν τον πατέρα τους και τον αδελφό τους, Ivan, έναν άνθρωπο ήσυχο, μοναχικό και μάλλον ευρισκόμενο σε κατάθλιψη.

Αφορμή για τη συγκέντρωση είναι η απόφαση του πατέρα τους να πουλήσει την οικογενειακή γη.

Εγκλωβισμένα στο φθαρμένο πατρικό σπίτι, τα μέλη της οικογένειας έρχονται αντιμέτωπα με εντάσεις για καιρό καταπιεσμένες και με δύσκολες αποφάσεις.

Εξαιρετικά σκηνοθετημένο από τον Zvonimir Jurić και βραβευμένο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Πούλα, το Small Things είναι ελλειπτική σπουδή χαρακτήρων και συνάμα ένα σχόλιο για τα μυστικά και τα ψέματα των ενδοοικογενειακών σχέσεων.

Skateboarding Is Not For Girls (Dina Duma)

Στην πόλη των Σκοπίων, η εντεκάχρονη Adela και η μεγαλύτερη αδελφή της, Ζara, μοιράζονται έναν βαθύ δεσμό, σφυρηλατημένο μέσα από την κοινή πορεία τους ανάμεσα σε δύο φαινομενικά αντιφατικούς κόσμους.

Στο σχολείο, είναι οι τυπικές, επαναστατημένες έφηβες με σκέιτμπορντ, παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, crop tops και συναναστροφές με αγόρια.

Στο σπίτι, ήρεμες και πειθαρχημένες, βοηθούν την μητέρα τους στις καθαριότητες για να τα βγάλουν πέρα ​​οικονομικά.

Όταν τα χρέη συσσωρεύονται και η φτώχεια πλήττει την οικογένεια εξαιτίας του ανεύθυνου απόντα πατέρα, η Αdela προσπαθεί να σώσει την ανήλικη αδελφή της από μια αδιανόητη -αν και σχεδόν αναπόφευκτη- μοίρα: ένα προξενιό.

Στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της, η οποία έκανε την πρεμιέρα της στο φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Τραϊμπέκα, η Dina Duma συνεχίζει με αξιοσημείωτη συνέπεια να εξερευνά τους γυναικείους νεανικούς χαρακτήρες της.

17 (Kosara Mitić)

Η δεκαεπτάχρονη Sara κρύβει ένα επώδυνο μυστικό στη διαρκεια μιας σχολικής εκδρομής.

Όταν γίνεται η ίδια μάρτυρας του βιασμού της φίλης της Lina, σπάνε μαζί τον φαύλο κύκλο της βίας.

Μεγάλου μήκους κινηματογραφικό ντεμπούτο της Βορειομακεδόνισσας Kosara Mitić, το 17 είναι ένα καθηλωτικό σχόλιο για την έμφυλη βία και την τοξική αρρενωπότητα.

Εκπληκτική η ερμηνεία της Eva Kostić στον ρόλο της Sara.


Small Things


Dua (Blerta Basholli)

Βρισκόμαστε στην Πρίστινα του Κοσόβου στα τέλη της δεκαετίας του 1990.

Καθώς η έκρηξη του πολέμου δεν αργεί και οι εθνοτικές εντάσεις κλιμακώνονται, η δεκατριάχρονη Dua προσπαθεί να βρει τη θέση της ανάμεσα στους συνομηλίκους της και μέσα στο σώμα της που αλλάζει.

Μετά από ένα τραυματικό γεγονός το οποίο συγκλονίζει την αλβανόφωνη κοινότητα, στοχοποιείται και η ίδια, ενώ συνδέεται φιλικά με ένα ατρόμητο κορίτσι, που την παρακινεί να μάθει τζούντο, ώστε να μπορεί να αντιστέκεται.

Ανάμεσα στην καθημερινή βία και την αυξανόμενη απειλή της εξορίας και της προσφυγιάς, δεν υπάρχει, όμως, μεγάλο περιθώριο για ήρεμες αφυπνίσεις.

Με συμμετοχή στη φετινή Εβδομάδα Κριτικής του Φεστιβάλ Καννών, το Dua, το δεύτερο φιλμ της Blerta Basholli, επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για μια εξελισσόμενη δημιουργό, με ενσυναίσθηση, οξυδέρκεια και γνώση των εκφραστικών της μέσων.

Αξιοπρόσεκτη η ερμηνεία της Pinea Matoshi στον ρόλο της Dua.

Shame and Money (Visar Morina)

Ένα ζευγάρι στα σαράντα του ζει με την ευρύτερη οικογένειά του σε ένα χωριό στο Κόσοβο, όπου εξασφαλίζει τα προς το ζην από το αγρόκτημά του. Έπειτα από μια οικογενειακή διαμάχη, χάνουν το μέσο βιοπορισμού τους.

Αναγκάζονται, λοιπόν, να μετακομίσουν στην Πρίστινα, όπου το βάρος της κάλυψης των αναγκών της οικογένειας πιέζει αφόρητα τους γονείς, καθώς προσπαθούν με κάθε τρόπο να βρουν δουλειά και στέγη.

O Astrit Kabashi, ένας από τους σημαντικότερους αλβανόφωνους ηθοποιούς της εποχής μας, «λάμπει» στον πρωταγωνιστικό ρόλο με την εσωτερική, «υπόκωφη» ερμηνεία του.

Είναι ένας άνθρωπος, σαν άλλος Σίσυφος, ο οποίος το ένα λεπτό συντρίβεται και το άλλο ξανασηκώνεται, παλεύοντας, με αξιοπρέπεια, για τα αυτονόητα.

Η ταινία λειτουργεί, παράλληλα, ως ένα αιχμηρό και δηκτικό σχόλιο για την ταξική ανισότητα στην κοσοβάρικη κοινωνία και την επέλαση ενός ανθρωποβόρου καπιταλισμού.


Shame and Money


Supporting Role (Ana Urushadze)

O Niaz, ένας συνταξιούχος Γεωργιανός σταρ του κινηματογράφου, παρουσιάζεται σε μια ακρόαση με μια νεαρή σκηνοθέτιδα, η οποία του προτείνει τον υποστηρικτικό ρόλο ενός παράξενου χαρακτήρα στο μεγάλου μήκους ντεμπούτο της.

Η απρόσμενη συνάντηση μαζί της πυροδοτεί μια σταδιακή διαδικασία εσωτερικής μεταμόρφωσης.

Βραβευμένη στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Ρότερνταμ, η δεύτερη ταινία της Ana Urushadze (Scary Mother) είναι μακράν η πιο αξιόλογη του φετινού προγράμματος από την άποψη της κινηματογραφικής γλώσσας.

Ξεχωριστός και Dato Bakhtadze στον ρόλο του Γεωργιανού σταρ του σινεμά.

You Don’t Belong Here (Florin Șerban)

Ο Μarius, διευθυντής στο νοσοκομείο της επαρχιακής γενέτειράς του, μεγαλώνει μόνος τον έφηβο γιο του, Ιοan, μετά τον θάνατο της συζύγου του σε ατύχημα.

Ο Μarius είναι ένας επαγγελματίας με αυτοπεποίθηση, που δεν έχει ιδέα τι κάνει ο γιος του τα βράδια: μαζί με μια συμμορία νεαρών μασκοφόρων «τιμωρών» βανδαλίζει αυτοκίνητα.

Ο κόσμος του Μarius καταρρέει όταν μαθαίνει ότι η αστυνομία υποψιάζεται τον γιο του για συνέργεια στον φόνο ενός Ρομά.

Παλιός γνώριμος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο, ο Florin Șerban, ένας από τους πιο συνεπείς και αταξινόμητους σύγχρονους Ρουμάνους σκηνοθέτες, επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη με ένα φιλμ για τα μείζονα ηθικά διλήμματα.

Εξαιρετικός ο Adrian Văncică στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Στο Διαγωνιστικό Πρόγραμμα των Μεγάλου Μήκους Ταινιών Μυθοπλασίας του 32ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο συμμετέχουν επίσης τα φιλμ Everything Thats Wrong With You της Urša Menart και Everytime της Sandra Wollner.

Το τελευταίο έχει εξασφαλίσει εγχώρια διανομή από το Cinobo.

Το 32ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο διεξάγεται μεταξύ 14 και 21 Αυγούστου.

Eva Kostić 


Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Πρισίλα Μόρις: «Ακολουθώ το ένστικτό μου και γράφω για ό,τι με καλεί»

 


Ο πόλεμος που ρήμαξε τη Βοσνία και το Σαράγεβο είναι ο «καμβάς» των σπαρακτικών Μαύρων Πεταλούδων, μυθιστορηματικού ντεμπούτου της βοσνιακής καταγωγής Βρετανίδας συγγραφέως Πρισίλα Μόρις.

Κουβεντιάζοντας μαζί της με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

«Έγραψα το μυθιστορηματικό ντεμπούτο μου ‘Μαύρες Πεταλούδες’ για να κατανοήσω τον πόλεμο που ρήμαξε τη γενέτειρα της μητέρας μου μεταξύ 1992-1996», γράφεις στην ιστοσελίδα σου.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι ως παιδί περνούσες τα καλοκαίρια σου στο Σαράγεβο, ποιες είναι οι πιο έντονες αναμνήσεις σου από εκείνη την περίοδο;

Η μητέρα μου είναι από το Σαράγεβο και ο πατέρας μου Άγγλος. Μεγάλωσα στην Αγγλία, αλλά πέρασα τα παιδικά μου καλοκαίρια στο Σαράγεβο, επισκεπτόμενη τους παππούδες μου από την πλευρά της μητέρας μου.

Οι πιο έντονες αναμνήσεις μου περιστρέφονται γύρω από τον γαλανό ουρανό, τα χαμογελαστά πρόσωπα, τις μεγάλες τολύπες καπνού τσιγάρων και το πολύ φαγητό.

Θυμάμαι να κάθομαι έξω με ήλιο σ’ ένα μακρύ τραπέζι κάτω από τα δέντρα, τριγυρισμένο από ξαδέλφια, παππούδες και γιαγιάδες, θείες και θείους που έτρωγαν ψητό αρνί στη σούβλα και ζεστά ψωμάκια καλαμποκιού αλειμμένα με καϊμάκι.

Θυμάμαι τη μυρωδιά της μούχλας του διαμερίσματος των παππούδων μου στη νέα συνοικία του Σαράγεβο, το οποίο είχε ελαιογραφίες και κιλίμια που κάλυπταν κάθε ελεύθερο εκατοστό του τοίχου.

Θυμάμαι τον ενθουσιασμό της βόλτας με το παιδικό τρενάκι στον ζωολογικό κήπο και του πικνίκ στις πηγές του ποταμού Μπόσνα.

Θυμάμαι τον πατέρα μου να κάθεται σε μια στοίβα από κιλίμια στη Μπαστσάρσια, την παλιά οθωμανική καρδιά του Σαράγεβο, να πίνει καφέ και να παζαρεύει τις τιμές.

Μερικές από τις πιο πρώιμες, πιο έντονες αναμνήσεις μου είναι από τα βουνά έξω από το Σαράγεβο, όπου οι παππούδες μου είχαν ένα μικρό πέτρινο εξοχικό.

Θυμάμαι να καβαλάω τους ώμους του πατέρα μου μέσα από σκοτεινά δάση ψάχνοντας για αρκούδες, να κολυμπάω σε ορμητικά ποτάμια, να κάνω ηλιοθεραπεία σε ζεστούς βράχους, να τρώω παγωμένο καρπούζι που είχε κρυώσει στο ποτάμι...

Όλα μου φαίνονταν τόσο μουντά και γκρίζα όταν επέστρεφα στην Αγγλία.

Και τι κατανόησες για τους πολέμους οι οποίοι μάστισαν την πρώην Γιουγκοσλαβία, τη Βοσνία και το Σαράγεβο μέσα από τη διαδικασία συγγραφής αυτού του μυθιστορήματος;

Ήμουν 19 ετών όταν ξέσπασαν οι πόλεμοι στην πρώην Γιουγκοσλαβία, καθώς οι δημοκρατίες κήρυξαν την ανεξαρτησία τους η μία μετά την άλλη.

Η Σλοβενία ​​αποσχίστηκε αρκετά εύκολα το 1991, αλλά συντελέστηκε αιματοχυσία όπου υπήρχαν σερβικές μειονότητες - δηλαδή στην Κροατία και τη Βοσνία. Οι Σέρβοι, σε μεγάλο βαθμό, δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τη Γιουγκοσλαβία.

Ο πόλεμος στη Βοσνία ήταν ιδιαίτερα βάναυσος επειδή εμπλέκονταν τρεις εθνοτικές ομάδες: οι Βόσνιοι (Μουσουλμάνοι), οι Σέρβοι (Ορθόδοξοι) και οι Κροάτες (Καθολικοί).

Ο όρος «εθνοκάθαρση» επινοήθηκε κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου. Υπήρξαν στρατόπεδα συγκέντρωσης, στρατόπεδα βιασμού και η γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα. Ήταν φρικτό.

Θυμάμαι να παρακολουθώ την πολιορκία του Σαράγεβο να εξελίσσεται κάθε βράδυ στις ειδήσεις του BBC από το σπίτι μου στο νοτιοδυτικό Λονδίνο.

Σερβοβόσνιοι εθνικιστές περικύκλωσαν την πόλη και βομβάρδισαν σπίτια, νοσοκομεία, βιβλιοθήκες, τζαμιά και εκκλησίες από τα βουνά.

Ελεύθεροι σκοπευτές στις στέγες σκότωναν αμάχους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά καθώς εκείνοι διέσχιζαν τους δρόμους από κάτω.

Οι τηλεφωνικές γραμμές και η ταχυδρομική υπηρεσία είχαν διακοπεί, οπότε δεν είχαμε ιδέα αν οι παππούδες μου ήταν ζωντανοί ή νεκροί.

Το ηλεκτρικό ρεύμα, το φυσικό αέριο και το νερό κόπηκαν ένα προς ένα.

Ο ολοκληρωτικός αποκλεισμός σήμαινε ότι ο Ο.Η.Ε. έπρεπε να στέλνει αεροπορικώς τρόφιμα από την Ιταλία κάθε δέκα ημέρες για να κρατήσει στη ζωή τον πληθυσμό μισού εκατομμυρίου ανθρώπων.

Ήταν μια βαθιά συναισθηματική, ενοχλητική, μπερδεμένη περίοδος.

Η οικογένεια της μητέρας μου ήταν εθνοτικά μικτή - όπως ήταν το ένα τρίτο των οικογενειών του Σαράγεβο πριν από τον πόλεμο.

Ο παππούς μου ήταν Σερβοβόσνιος, η γιαγιά μου ήταν Σλοβένα (Καθολική) και ο αδερφός της ήταν παντρεμένος με Βόσνια.

Ήταν ένα απόλυτο σοκ να βλέπεις το Σαράγεβο, το οποίο ήταν φημισμένο προπολεμικά για την πολυφωνία, τη ζεστασιά, τη φιλοξενία, την ανοχή και τον εορτασμό άλλων πολιτισμών, να βυθίζεται σε τέτοιο διχασμό και σφαγές.

Αρχικά, στο Ηνωμένο Βασίλειο παρουσιάστηκε ως εμφύλιος πόλεμος.

Μέχρι το τέλος του σχεδόν τετραετούς πολέμου, ωστόσο, έγινε απολύτως σαφές πως, αν και διαπράχθηκαν φρικαλεότητες και από τους τρεις εθνικισμούς, ο πόλεμος οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στη σερβική επιθετικότητα, με την πλήρη υποστήριξη του Μιλόσεβιτς.

Ο Τούτζμαν στην Κροατία δεν ήταν πολύ καλύτερος, επιδιώκοντας να δημιουργήσει μια Μεγάλη Κροατία. Ο Ιζετμπέγκοβιτς, ο Βόσνιος πρόεδρος, επίσης δεν ήταν καθόλου άγιος, αλλά η δική του αντίδραση ήταν κυρίως αμυντική, απαντητική.

Με τις Μαύρες Πεταλούδες μ’ ενδιέφερε να αναπαραστήσω την αντιεθνικιστική φωνή μέσω της καλλιτέχνιδας Ζόρα και να συνθέσω μια ερωτική επιστολή στο μοναδικό, ζεστό, πολυπολιτισμικό Σαράγεβο που γνώριζα ως παιδί.

Ήθελα επίσης πολύ να δείξω την ομορφιά της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, για να αντισταθμίσω τις εικόνες πολέμου και καταστροφής τις οποίες έχουν πολλοί στο μυαλό τους όταν σκέφτονται την περιοχή.

Ένα από τα πολλά που κατάλαβα μέσα από τη διαδικασία συγγραφής του μυθιστορήματός μου ήταν ότι οι πόλεμοι σφυρηλάτησαν τις εθνικιστικές ακρότητες και την επιστροφή στη θρησκεία από όλες τις πλευρές, και όχι το αντίστροφο.

Αυτό εξηγείται με σαφήνεια στην εξαιρετική εθνογραφία της πολιορκίας από την Κροάτισσα ανθρωπολόγο Ιβάνα Μάτσεκ, Το Σαράγεβο υπό Πολιορκία, την οποία συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Σε ποιον βαθμό μοιράζεσαι ή/και έχεις ξεπεράσει το συλλογικό, καθώς και το οικογενειακό τραύμα που σχετίζεται με τον πόλεμο;

Το τραύμα είναι βαθύ και ταυτόχρονα κάτι μακρινό για μένα.

Δε μεγάλωσα στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Δεν έζησα τον πόλεμο. Δε μιλάω καν βοσνιακά πέρα ​​από ένα βασικό επίπεδο, καθώς, δυστυχώς, η μητέρα μου δε θεωρούσε τα σερβοκροατικά «χρήσιμη» γλώσσα(!)

Ωστόσο, εξακολουθούσα να νιώθω μια πολύ ισχυρή συναισθηματική σύνδεση με τους παππούδες μου, ειδικά με την γιαγιά μου, και ο πόλεμος άφησε έναν ταραχώδη συναισθηματικό αντίκτυπο σε όλη μου την οικογένεια.

Ένας ξάδερφος της μητέρας μου σκοτώθηκε από ελεύθερο σκοπευτή, ενώ άλλα ξαδέρφια διασκορπίστηκαν παντού: στις Η.Π.Α., την Αυστρία, την Κένυα και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Πολλά μέλη της βοσνιακής πλευράς της οικογένειάς μας παρέμειναν στο Σαράγεβο, το οποίο τώρα είναι στην συντριπτική του πλειονότητα βοσνιακό. Μια κατακερματισμένη οικογένεια.

Η διάρκειας δεκατριών ετών διαδικασία έρευνας και συγγραφής του βιβλίου έφερε ξανά στο προσκήνιο το τραύμα.

Ήμουν σε κατάθλιψη και ανίκανη να γράψω για έναν χρόνο, αφού πέρασα πέντε μήνες στο Σαράγεβο το 2010 συλλέγοντας ιστορίες πολέμου - και τελικά η διαδικασία βοήθησε κάπως στην επούλωση του τραύματος.

Κάθε φορά που δίνω μια ομιλία για τις Μαύρες Πεταλούδες, αισθάνομαι πως τιμώ τις ιστορίες πολέμου τις οποίες ευγενικά μοιράστηκαν μαζί μου οι συγγενείς και οι φίλοι μου στο Σαράγεβο, και αυτό μου φαίνεται επίσης σαν κάτι θεραπευτικό.

Θεωρείς τη διαδικασία της γραφής γενικά ως ένα μέσο για την ανακάλυψη/εκ νέου ανακάλυψη του εαυτού, του ιστορικού υποβάθρου, του κοινωνικού πλαισίου και των στενών σχέσεων ενός ανθρώπου;

Θεωρώ τη γραφή μια πράξη δημιουργίας που συχνά περιλαμβάνει πτυχές ανακάλυψης και εκ νέου ανακάλυψης.

Για μένα, η γραφή είναι ένα βήμα προς τα μέσα για να ανασύρω αναμνήσεις, ανθρώπους, μέρη και πράγματα τα οποία αντηχούν, στοιχειώνουν και βασανίζουν, προκειμένου να τα αναδείξω. Ακολουθώ το ένστικτό μου και γράφω για ό,τι με καλεί.

Ο τόπος με γοητεύει πολύ - και το να γράφω για τον τόπο συχνά με οδηγεί σε ανθρώπους, στην ιστορία, τον πολιτισμό, την πλοκή και ούτω καθεξής.

Η δομή είναι επίσης εξαιρετικά σημαντική. Αφιέρωσα πολύ χρόνο για να βεβαιωθώ πως η δομή των Μαύρων Πεταλούδων έμοιαζε αληθινή και είχε το νόημα που ήθελα να έχει.

Ωριμάζεις μέσα από τη συγγραφή, τόσο ως συγγραφέας όσο και ως άνθρωπος;

Ναι, θα έλεγα ναι. Σίγουρα έχω ωριμάσει.

«Αφετηρία ήταν η εμπνευσμένη ιστορία του θείου μου, του Βόσνιου ζωγράφου τοπίων Ντομπρίβογε Μπελικάσιτς», αναφέρεις επίσης στην ιστοσελίδα σου.

Πράγματι, η Ζόρα, ένας από τους δύο κύριους χαρακτήρες του μυθιστορήματος, είναι ζωγράφος. Γιατί η ζωγραφική υπήρξε τόσο κρίσιμο σημείο εκκίνησης ήδη από την αρχική σύλληψη του μυθιστορήματος;

Η ιστορία του προ-θείου μου ήταν ο καταλύτης για τις Μαύρες Πεταλούδες. Δεν ήταν μόνο η ζωγραφική, αλλά ολόκληρη η καλλιτεχνική του ιστορία που ενέπνευσε το μυθιστόρημα. Θα την περιγράψω εδώ με λίγα λόγια.

Ο Ντομπριβόγιε Μπελικάσιτς, ή Ντόμπρι εν συντομία, ήταν 68 ετών όταν ξεκίνησε η πολιορκία. Είχε ένα υπέροχο στούντιο πάνω από την Εθνική Βιβλιοθήκη στο Παλιό Δημαρχείο του Σαράγεβο.

Τον Αύγουστο του 1992, το εμβληματικό κτίριο έγινε στόχος εμπρηστικών οβίδων και γρήγορα τυλίχτηκε στις φλόγες.

Πάνω από 1.5 εκατομμύριο βιβλία και 300 πίνακες του Ντόμπρι καταστράφηκαν στην πυρκαγιά, η οποία έγινε σύμβολο του πολιορκημένου Σαράγεβο.

Οι κάτοικοι του Σαράγεβο αποκαλούσαν «μαύρες πεταλούδες» τις στάχτες που σκοτείνιαζαν τον ουρανό για μέρες.

Συντετριμμένος, ο Ντόμπρι πίστευε πως δε θα ζωγράφιζε ποτέ ξανά. Αυτός, η σύζυγός του και η πεθερά του έφυγαν από το Σεράγεβο με ένα κονβόι του Ερυθρού Σταυρού λίγους μήνες αργότερα.

Δυστυχώς, η πεθερά του πέθανε στο μακρύ ταξίδι προς την Αγγλία, όπου ζούσαν η κόρη και ο γαμπρός τους.

Μετά από μια περίοδο ανάρρωσης, ο Ντόμπρι επανασυνδέθηκε με τη φύση και άρχισε να βλέπει τον κόσμο από την αρχή.

Ζωγράφιζε την ύπαιθρο του Γουίλτσιρ και πολλά από τα γιουγκοσλαβικά τοπία που είχαν καεί στην πυρκαγιά. Συνέχισε να ζωγραφίζει για τις επόμενες δύο δεκαετίες της ζωής του, και έγινε το γηραιότερο μέλος μιας διάσημης λέσχης τέχνης του Μπρίστολ.

Άκουσα για πρώτη φορά την ιστορία του στην κηδεία του παππού μου στην Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία στο Νότινγκ Χιλ του Λονδίνου.

Ο παππούς μου δεν ανάρρωσε ποτέ πραγματικά από τον πόλεμο και πέθανε λίγα χρόνια αφότου ο πατέρας μου τον έσωσε από το Σαράγεβο το 1993.

Αντιθέτως, η ιστορία του προ-θείου μου ήταν, για μένα, μια ιστορία ελπίδας. Άκουσα σε αυτήν μια ιστορία για την τέχνη που θριάμβευσε πάνω στην τραγωδία του πολέμου. Η ζωγραφική του τού επέτρεψε να ενταχθεί σε μια νέα χώρα σε μεγάλη ηλικία.

Η εικόνα των βιβλίων και της τέχνης τα οποία καίγονταν, η σκέψη των όμορφων οθωμανικών γεφυρών και βουνών που ζωγράφιζε και ξαναζωγράφιζε, με κατέκλυσε έντονα. Έπρεπε να το γράψω.

Αυτή ήταν η στιγμή κατά την οποία σπάρθηκε ο αρχικός σπόρος των Μαύρων Πεταλούδων.

Υποθέτοντας πως όλοι οι ανθρώπινοι χαρακτήρες είναι εμπνευσμένοι από πραγματικά πρόσωπα ή ιστορίες για τις οποίες μπορεί να έχεις ακούσει ή διαβάσει, θέλεις να αναφερθείς στη διαδικασία μέσω της οποίας συνέθεσες κάθε χαρακτήρα;

Οι περισσότεροι χαρακτήρες προέρχονται από ανθρώπους που γνώρισα στο Σαράγεβο το 2010.

Για παράδειγμα, η μικρή Ούνα βασίζεται σε ένα κορίτσι η οποία ζούσε δίπλα στους παππούδες μου στο Σαράγεβο και ήταν οκτώ ετών όταν ξέσπασε ο πόλεμος.

Το 2010, ήταν είκοσι έξι ετών και μου έκανε εβδομαδιαία μαθήματα βοσνιακών. Μου διηγήθηκε πολλές από τις αναμνήσεις της από τον πόλεμο και αρκετές από αυτές συμπεριλήφθηκαν στο βιβλίο.

Ο Μιρσάντ, ο Βόσνιος ιδιοκτήτης βιβλιοπωλείου με τον οποίο η Ζόρα έχει στενή φιλία, βασίστηκε σε έναν κορνιζοποιό που μου διηγήθηκε την ιστορία του πολέμου στο μαγαζί του ένα απόγευμα.

Η Λένκα έχει ως πρότυπο μια διερμηνέα με την οποία εξακολουθώ να έχω επαφή. Και ούτω καθεξής.

Φυσικά, χρησιμοποιώ τους πραγματικούς ανθρώπους ως σημεία εκκίνησης και στη συνέχεια, όταν εισαχθούν στην ιστορία, αρχίζουν να κάνουν και να λένε πράγματα από μόνοι τους.

Η «αληθινή» Ούνα, για παράδειγμα, δεν έβαψε ποτέ ούτε ένα τεράστιο δέντρο στον ραγισμένο τοίχο του σαλονιού της!

Η Ζόρα;

Η Ζόρα ήρθε σε μένα αστραπιαία.

Αρχικά να γράφω με πρωταγωνιστή έναν άνδρα καλλιτέχνη και, για κάποιον λόγο, απλά δεν απογειωνόταν. Δυσκολευόμουν να μεταφέρω την ιστορία μακριά από τους προ-θείους μου και στη σφαίρα της μυθοπλασίας.

Μόλις είχα ξαναδιαβάσει την Πανούκλα του Αλμπέρ Καμύ, από πολλές απόψεις ένα αρχετυπικό μυθιστόρημα πολιορκίας. Έκλεισα το βιβλίο και ξαφνικά μια κοκκινομάλλα γυναίκα, γύρω στα 55, ήρθε προς το μέρος μου.

Αρκετά σημεία της πλοκής συνδέθηκαν με τον χαρακτήρα της:

Θα χωριζόταν από τον σύζυγό της στις αρχές του πολέμου και ουσιαστικά θα τον βίωνε μόνη της· θα έχανε μια πολύ στενή φιλία με τον γείτονά της· κάποιος πολύ κοντινός της άνθρωπος θα πέθαινε.

Άρχισα να γράφω ξανά το βιβλίο, αυτήν τη φορά από την οπτική γωνία της Ζόρα. Και τότε, το μυθιστόρημα πραγματικά απογειώθηκε.

Αν η Ζόρα είναι ένας από τους κύριους -τραυματισμένους, εύθραυστους, αλλά κάπως ανθεκτικούς- χαρακτήρες των Μαύρων Πεταλούδων, τότε το Σαράγεβο είναι, σίγουρα, ο άλλος, που αναδύεται ως μια ζωντανή οντότητα.

Πώς το ζωντάνεψες με αφηγηματικούς όρους;

Χαίρομαι που το εντόπισες.

Το Σαράγεβο είναι αναμφίβολα ο άλλος κύριος χαρακτήρας στο μυθιστόρημά μου. Το Μαύρες Πεταλούδες κατά κάποιον τρόπο αφορά στη σχέση της Ζόρα με την αγαπημένη της πόλη, καθώς αυτή αλλάζει σχεδόν ανεπανόρθωτα.

Άντλησα έμπνευση από τις παιδικές μου αναμνήσεις και τις πολλές βόλτες που έκανα στην πόλη το 2010 για να δώσω μια βαθιά αίσθηση του τόπου και της ατμόσφαιρας.

Απορρόφησα λεπτομέρειες για την υφή της ζωής υπό πολιορκία όταν έπαιρνα συνεντεύξεις από ανθρώπους και διάβαζα μαρτυρίες από πρώτο χέρι, όπως επιστολές και ημερολόγια της πολιορκίας, για να μάθω πώς επέζησαν οι άνθρωποι.

Μου αρέσει να χρησιμοποιώ και τις πέντε αισθήσεις μου καθώς γράφω, γι’ αυτό υπάρχουν πολλές μυρωδιές, ήχοι, γεύσεις και υφές στο γράψιμό μου που ζωντανεύουν πραγματικά την πόλη, έτσι ώστε σχεδόν να αναπνέει.

Ό,τι μου λείπει ως αναγνώστης, και όχι επειδή προσωπικά δεν το «γνωρίζω» με κάποιον τρόπο (το Σαράγεβο είναι η αγαπημένη μου πόλη στον κόσμο), είναι μια πιο λεπτομερής αναφορά στις αιτίες του πολέμου - πάλι με αφηγηματικούς όρους.

Συμβαίνει αυτό επειδή σκόπευες να εξερευνήσεις την οδυνηρή πρόσφατη Ιστορία υπό το πρίσμα των καθημερινών ανθρώπων -ανεξαρτήτως εθνικότητας ή/και φιλοσοφικών/θρησκευτικών πεποιθήσεων- που τη βιώνουν;

Χαίρομαι πολύ που μαθαίνω πως το Σαράγεβο είναι η αγαπημένη σου πόλη στον κόσμο! Είναι ένα τόσο μοναδικό, ξεχωριστό, όμορφο μέρος.

Δε σκόπευα να γράψω ένα ιστορικό βιβλίο, αλλά να αποτυπώσω την καθημερινότητα της ζωής υπό πολιορκία και το πώς η φυσιολογική, πολιτισμένη ζωή εκτράπηκε σε μια κατάσταση ανομίας και ακραίων συνθηκών τους πρώτους μήνες του 1992.

Πρόκειται περισσότερο για μια ανθρωπολογική, παρά για μια ιστορική προσέγγιση.

Ωστόσο, ήταν πολύ σημαντικό για μένα να καταγράψω με ακρίβεια τη σωστή χρονολογική σειρά των γεγονότων της πολιορκίας στο βιβλίο μου, ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο ακριβές ιστορικά.

Καταλαβαίνω την επιθυμία του αναγνώστη να εξηγηθεί καλύτερα το υπόβαθρο, αλλά σε αυτήν την περίπτωση ένιωσα επίσης ότι δε θα ταίριαζε με το στιλ αφήγησης του μυθιστορήματός μου.

Η Ζόρα, η πρωταγωνίστρια, μέσα από τα μάτια της οποίας γίνεται αντιληπτός ο πόλεμος, είναι παγιδευμένη στη στιγμή. Το μυθιστόρημα αφηγείται σε ενεστώτα χρόνο για λόγους αμεσότητας που δεν επιτρέπει καμία σκέψη από ένα σημείο στο μέλλον.

Η Ζόρα, όπως ο προ-θείος μου και πολλοί άνθρωποι από τους οποίους πήρα συνέντευξη, δεν είχαν ιδέα εκείνη την εποχή τι είχε προκαλέσει τον πόλεμο ή ότι επρόκειτο να έρθει. Ξαφνιάστηκαν.

Η Ζόρα είναι μια αντιεθνικίστρια Σερβοβόσνια καλλιτέχνις που δεν ενδιαφερόταν για την πολιτική και πίστευε ακράδαντα στο ιδανικό ενός πλουραλιστικού Σαράγεβο, στο οποίο οι άνθρωποι ζούσαν ειρηνικά ο ένας δίπλα στον άλλον.

Οι αναγνώστες μπορούν να ανατρέξουν σε βιβλία Ιστορίας ή να ψάξουν στο διαδίκτυο για να κατανοήσουν το ιστορικό πλαίσιο, και πραγματικά ελπίζω να το κάνουν, έχοντας διαβάσει το βιβλίο μου.

Ποιο είναι το μέλλον της Βοσνίας μέσα σε μια ηθικά και πολιτικά καταρρέουσα Ευρώπη, τουλάχιστον σε κυβερνητικό/καθεστωτικό επίπεδο στις περισσότερες χώρες, αν λάβουμε υπόψη τον αυξανόμενο αυταρχισμό και την ισλαμοφοβία;

Ζοφερό, με μια λέξη. Θα ήθελα πολύ να είμαι πιο θετική και ελπίζω να κάνω λάθος.

Αφιερώνεις το Μαύρες Πεταλούδες στην μητέρα σου. Τι γνώμη έχει γι’ αυτό;

Είναι πολύ περήφανη.

Ευχαριστώ θερμά την Μαρία Ζαμπάρα (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια) για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα της Πρισίλα Μόρις Μαύρες Πεταλούδες κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια σε μετάφραση της Μυρτούς Καλοφωλιά.



Κυριακή 16 Μαρτίου 2025

Λίντια Ζέλοβιτς: «Η Γιουγκοσλαβία με έκανε αυτή που είμαι, για καλό ή για κακό»

 

Λίντια Ζέλοβιτς (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Σερβοκροατικής καταγωγής, γεννημένη στο Σαράγεβο και κάτοικος Ολλανδίας, η Λίντια Ζέλοβιτς καταθέτει στο ντοκιμαντέρ της Εντός έδρας έναν σύνθετο και συγκινητικό στοχασμό για τις έννοιες της ταυτότητας, της οικογένειας και της πολιτικής.

Συναντηθήκαμε μαζί της στο πλαίσιο του 27ου ΔΦΝΘ, όπου η ταινία της πραγματοποίησε τη διεθνή πρεμιέρα της.

Πώς συνδέεται το τραύμα με την πολιτική στον κινηματογράφο, και πιο συγκεκριμένα όσον αφορά στην τριλογία σου ταινιών τεκμηρίωσης στην οποία περιλαμβάνεται το Εντός έδρας, που προβάλλεται στο πλαίσιο του 27ου ΔΦΝΘ;

Το ντοκιμαντέρ Εντός έδρας είναι το τρίτο μέρος μιας τριλογίας στην οποία χρησιμοποιώ -αν όχι εκμεταλλεύομαι- την οικογένειά μου για να αφηγηθώ κάτι ευρύτερο. Δε γνώριζα εξ αρχής ότι θα εξελισσόταν σε τριλογία.

Το πρώτο από τα τρία φιλμ (My friends, 2006) αναφερόταν στους φίλους μου με τους οποίους είχαμε χωριστεί εξαιτίας του πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία και τους είχα προσκαλέσει στον γάμο μου.

Δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ με βοήθησε να θεραπεύσω τα τραύματα που μου είχε προξενήσει η απώλεια των φιλικών μου σχέσεων.

Από την άλλη, προξένησε και ένα νέο τραύμα, καθώς τα φιλικά μου πρόσωπα τα οποία εμφανίζονται σ’ αυτό εξέθεσαν τις προβληματικές πτυχές της μεταξύ τους σχέσης.

Έτσι, δεν μπορούσαν πλέον να είναι φίλοι. Κι αυτό με έκανε να υποφέρω.

Το δεύτερο μέρος της τριλογίας;

Τιτλοφορείτο My own private war (2015) και αφορούσε στην κατάρρευση της οικογένειάς μου κατά την ίδια περίοδο. Έδωσε στον πόλεμο έναν τόπο.

Ακόμη και σήμερα, δεν μπορώ να σταματήσω να κλαίω για τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.

Ωστόσο, το My own private war με έκανε να αποδεχτώ το γεγονός αυτό, παρά τη θλίψη μου, και να ανοιχτώ στη ζωή στην Ολλανδία.

Από την άλλη, η κατάσταση στην Ολλανδία, την οποία μέχρι τότε θεωρούσα δεδομένη, ολοένα και επιδεινωνόταν.

Κι αυτό μας φέρνει στο Εντός έδρας, το τρίτο μέρος της τριλογίας.

Αναγνωρίζοντας, λοιπόν, παρόμοια μοτίβα στην Ολλανδία, προσπάθησα να χειραγωγήσω την ιστορία μου ως προσφύγισσας ώστε να αφηγηθώ κάτι για την κατάσταση στην Ολλανδία.

Περίμενες, ωστόσο, πως η κατάσταση στη λειτουργική, ονειρική καπιταλιστική κοινωνία της Ολλανδίας θα εξελισσόταν σταδιακά κατά τρόπο που να σου θυμίζει κάπως την πρώην Γιουγκοσλαβία;

Ποτέ και καθόλου. Εξετάζοντάς την, όμως, αναδρομικά, αναρωτιέμαι γιατί δεν το περίμενα.

Μπορεί οι κάτοικοι των πρώην αποικιοκρατικών χωρών, όπως η Ολλανδία, να αντιμετωπίζουν προβλήματα.

Θεωρούν, ωστόσο, ότι είναι ηθικά ανώτεροι από τους άλλους, τους Βαλκάνιους για παράδειγμα, άρα δεν μπορεί να τους συμβεί κάτι παρόμοιο. Κι όμως, άνθρωποι είναι απλώς κι αυτοί.




Τι συνέβη, λοιπόν, στην Ολλανδία;

Η πολιτική μετατοπίστηκε τόσο δεξιά, που η Αριστερά εξαφανίστηκε εντελώς. Πρώτα τροφοδότησε τη Δεξιά, κατόπιν η Δεξιά ήρθε στην εξουσία, μετά αντιδρά σ’ αυτήν κι έτσι η Δεξιά τροφοδοτείται ακόμα περισσότερο. Δεν υπάρχει διέξοδος.

Όλα, όμως, πηγάζουν από την αίσθηση ηθικής ανωτερότητας της Αριστεράς. Μπορεί να είμαι όσο αριστερή γίνεται, αλλά αναγνωρίζω σε τι συνίσταται το πρόβλημά της.

Η ολλανδική Αριστερά θεωρεί τον εαυτό της τόσο ανώτερο ηθικά, ώστε δε χρειάζεται καν να να αποδεικνύει τις θέσεις της.

Μόνο να τις διακηρύσσει.

Μόνο να τις διακηρύσσει, εξελισσόμενη σε μια ελιτίστικη δύναμη. Ειλικρινά, τρέφω ελάχιστες ελπίδες για την επίλυση των προβλημάτων από τους πολιτικούς.

Τρέφεις περισσότερες ελπίδες, έχεις μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στον κινηματογράφο;

Ελπίζω πολύ στον κινηματογράφο και σ’ αυτά που μπορεί να κάνει, αν και δε βλέπω αποτελέσματα.

Αναλογίσου, για παράδειγμα, τα κινηματογραφικά φεστιβάλ και το τι μπορείς ή δεν μπορείς να παρακολουθήσεις σ’ αυτά, τι χρηματοδοτείται και από ποιον και τι παίρνει δημοσιότητα.

Ό,τι παρακολουθούμε είναι αρκετά ομοιόμορφο και όλα είναι μέρος ενός καπιταλιστικού κύκλου από τον οποίο δεν μπορείς να ξεφύγεις.

Πιστεύω, λοιπόν, στις δυνατότητες του σινεμά, στην πραγματικότητα, όμως, αυτό αντανακλά παγκόσμιες τάσεις.

Στο Εντός έδρας χρησιμοποιείς εκτενώς αρχειακό υλικό, τόσο «σπιτικό» όσο και από ειδησεογραφικές πηγές. Γιατί επιλέγεις αυτήν την προσέγγιση;

Κατά δεύτερον, κι έχοντας τα τελευταία χρόνια παρακολουθήσει όχι λίγα βαλκανικά ντοκιμαντέρ που χρησιμοποιούν την ίδια προσέγγιση, πιστεύεις πως αυτή χαρακτηρίζει τη σύγχρονη βαλκανική κινηματογραφική παραγωγή;

Πιστεύεις ότι είναι μια τάση που χαρακτηρίζει την περιοχή ή συμβαίνει παντού;

Αναρωτιέμαι αν πρόκειται για οικουμενική ή τοπική τάση.

Θα μου άρεσε πολύ να έχουμε ξεκινήσει αυτήν την τάση στα Βαλκάνια, την εντοπίζω, όμως, και αλλού.

Για να απαντήσω, πάντως, στην πρώτη ερώτησή σου, υπάρχει κάτι πολύ δυνατό στη χρήση των προσωπικών αρχείων βίντεο.

Υπάρχει, ωστόσο, και μια πολύ λεπτή γραμμή ανάμεσα στην εμβάθυνση στο προσωπικό βίωμα και στην ανάδειξη της ματαιοδοξίας σου.

Προσπαθώ, λοιπόν, να εντρυφήσω στις πιο μικρές λεπτομέρειες της οικογενειακής μου ζωής, ώστε να αποκτήσει το φιλμ οικουμενική απήχηση. Γι’ αυτό και χρησιμοποιώ το ποδόσφαιρο, για παράδειγμα, αν και δεν είμαι οπαδός του - και λειτουργεί.

Εφόσον, μάλιστα, η οικογένειά μου μού επιτρέπει να κινηματογραφώ τα πάντα.

Αν, πάντως, εγώ ήμουν μέλος της ευρύτερης οικογένειάς σου, σίγουρα δε θα ήθελα να συμμετέχω στην κινηματογράφηση της κοινής καθημερινότητάς μας. Εντοπίζω κάτι έως και ανθυγιεινό σ’ αυτήν τη διαδικασία.

Έχεις απόλυτο δίκιο. Υπάρχει κάποιο τίμημα στη συγκεκριμένη επιλογή, οπότε ας μην την εξωραΐζουμε.

Δεν ξέρω αν κι εγώ θα ήθελα να κινηματογραφούμαι από άλλον. Στην προκειμένη περίπτωση, εγώ φίλμαρα τον εαυτό μου και την οικογένειά μου, και γνώριζαν ότι δεν πρόκειται να τους κακομεταχειριστώ σε οποιοδήποτε επίπεδο.

Ούτε κι ο αδερφός μου ήθελε αρχικά, πάντως, γι’ αυτό και η παρουσία του στα δύο πρώτα μέρη της τριλογίας ήταν περιορισμένη. Κατόπιν, όμως, άλλαξε γνώμη γιατί του άρεσε η ευαλωτότητα των ανθρώπων οι οποίοι εμφανίζονται σ’ αυτές.

Από την άλλη, μαθαίνεις πολλά για τον εαυτό σου μέσα από την κινηματογράφηση και αιχμαλωτίζεις στιγμές τις οποίες ποτέ δε θα μπορέσεις να αναπαραστήσεις ξανά.




Αναστατώνεσαι όταν ο μακαρίτης ο πατέρας σου εκφράζεται κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια του ντοκιμαντέρ με αρνητικό τρόπο έναντι των νεοεισερχόμενων προσφύγων στην Ολλανδία.

Πώς ερμηνεύεις τη στάση του, δεδομένου ότι κι εκείνος είχε περάσει μια κόλαση μέχρι να εγκατασταθεί στην Ολλανδία; Δε θα έπρεπε να δείχνει περισσότερη συμπόνια;

Θα σε εξέπληττε το πόσο συνηθισμένη είναι αυτή η στάση και πόσοι μετανάστες έχουν ψηφίσει τον Βίλντερς.

Ήταν πεπεισμένος πως, ως αρχηγός οικογένειας, έπρεπε να είναι ευτυχισμένος και να μας πείσει να νιώθουμε το ίδιο.

Ήθελε να ανήκει στην ολλανδική κοινωνία, να μην αντιμετωπίζεται ως «ο άλλος», γι’ αυτό και περιόριζε τις ανάγκες του. Όταν, όμως, δεν επιδεικνύεις κριτική στάση, επιτρέπεις να συμβούν πράγματα.

Προς το τέλος του, το φιλμ γίνεται απρόσμενα συγκινητικό, διατηρώντας, παράλληλα, τη στοχαστική και (αυτο)κριτική του προσέγγιση. Λόγω και του θανάτου του πατέρα σου;

Επειδή ο πατέρας μου πέθανε στη διάρκεια του μοντάζ, δε συνειδητοποίησα από την αρχή ότι αυτό είχε συμβεί, επειδή ζούσα μαζί του καθημερινά μέσα από την οθόνη.

Από τη μία, έπρεπε να συνέλθω. Από την άλλη, η συναισθηματική διάσταση αποτελεί πάντα κομμάτι της χειραγώγησης στο πλαίσιο της δημιουργίας μιας ταινίας.

Δε θέλω να ακούγεται άσχημο γιατί ό,τι έκανα, το έκανα με πολλή αγάπη και για καλό σκοπό.

Πρέπει, όμως, να εμπεριέχεται το συναισθηματικό στοιχείο επειδή αυτό μας συνδέει με τους άλλους ανθρώπους. Αλλιώς θα επρόκειτο για κήρυγμα.

Τώρα που η τριλογία σου φαίνεται να έχει ως επί το πλείστον ολοκληρωθεί -τουλάχιστον σε επίπεδο παραγωγής και φεστιβαλικής διακίνησης- έχεις «τελειώσει» με τον πόλεμο στην πρώην Γιουγκοσλαβία και το Σαράγεβο;

Το ίδιο αναρωτιόμουν μετά την ολοκλήρωση του πρώτου μέρους της τριλογίας. Δε νομίζω πως θα «τελειώσω» ποτέ με την πρώην Γιουγκοσλαβία. Θα αρχίσω να κλαίω αν το επιτρέψω στον εαυτό μου.

Έχω «τελειώσει» με την έννοια ότι την έχω τοποθετήσει κάπου και έχω αποδεχτεί πως δεν πρόκειται να επιστρέψω σ’ αυτή ποτέ.

Μια τέτοια συνειδητοποίηση με πονάει, όμως.

Όταν πάλι βλέπω την υποστήριξη των Βόσνιων και των Κροατών στους Σέρβους διαδηλωτές, σκέφτομαι: «Ενότητα», «Γιουγκοσλαβία». Μου θυμίζει το παρελθόν και αισθάνομαι ότι όλα είναι δυνατά ξανά.

Με αυτήν την έννοια, δε θα «τελειώσω» ποτέ μαζί της. Η Γιουγκοσλαβία με έκανε αυτή που είμαι, για καλό ή για κακό.

Ταυτόχρονα, όπως κι εσύ παραδέχεσαι, δεν μπορείς να επιστρέψεις σ’ αυτό που υπήρξε - ή υπήρξες.

Όχι. Συνδέομαι μεν συναισθηματικά και επισκέπτομαι τη Βοσνία τακτικά -ιδίως το καλοκαίρι-, αλλά δεν ξέρω πολλά για τα όσα συμβαίνουν εκεί. Με πονάνε αυτά που βλέπω, είναι σκληρά και δεν υπάρχει διέξοδος.

«Αν η Βοσνία δεν μπορεί να υπάρχει, ούτε κι η Ευρώπη μπορεί», μου είχε πει το 2016 σε συνέντευξη ο Ντάνις Τάνοβιτς. Συμμερίζεσαι την ανησυχία του; Πόσο διαπλέκονται Βαλκάνια, Βοσνία και Ευρώπη;

Θα πήγαινα λίγο παραπέρα. Αν η Γιουγκοσλαβία δεν τα κατάφερε, ούτε κι η Ευρώπη θα τα καταφέρει.

Η Ευρώπη δε βοήθησε την Γιουγκοσλαβία να παραμείνει ενωμένη, αλλά να καταρρεύσει, αναγνωρίζοντας τη Σλοβενία και την Κροατία χωρίς να αναλογιστεί τις συνέπειες. Κι αυτό είναι πολύ θλιβερό και λανθασμένο.

Δεν υιοθετεί την ίδια στάση στην περίπτωση των Φλαμανδών, όμως. Αντιθέτως, τους αγνοεί. Υπάρχουν, επομένως, διαφορετικοί κανόνες, διαφορετικά μέτρα και σταθμά για διαφορετικές χώρες.

Κάποιες είναι καλύτερες από τις άλλες, κάποιοι άνθρωποι είναι καλύτεροι από τους άλλους, οπότε συμφωνώ με τον Ντάνις.

Η Βοσνία είναι σήμερα αυτό το οποίο η Γιουγκοσλαβία υπήρξε πριν τον πόλεμο, τον Μάρτιο του 1992.

Η συνέντευξη με την Λίντια Ζέλοβιτς πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 27ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, όπου το φιλμ της παρουσιάστηκε σε διεθνή πρεμιέρα στο τμήμα Ανοιχτοί Ορίζοντες.

Ευχαριστώ θερμά τον Γιώργο Παραδημητρίου από το Γραφείο Τύπου του ΔΦΝΘ για την πολύτιμη συνδρομή του στον προγραμματισμό της.

Το ντοκιμαντέρ της Λίντια Ζέλοβιτς Εντός έδρας είναι διαθέσιμο στη διαδικτυακή πλατφόρμα του Φεστιβάλ μέχρι και τις 16 Μαρτίου.